ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. Α.Γ. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1048/2007, 16/4/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A104 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΜΑΡΚΟΥ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1048/2007 Μεταξύ: ALPHA BANK CYPRUS LTD πρώην ALPHA ASSET FINANCE LIMITED Εναγόντων - και -
- Α.Γ. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΛΤΔ, από τη Λεμεσό
- ΑΝΔΡΕΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, από τη Λεμεσό Εναγομένων ------------------------ Ημερ.: 16.04.2013 Για τους Ενάγοντες: κ. Χ. Κωνσταντίνου για Α. Νεοκλέους & Σια ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους 1 και 2: κα Α. Μαυροβουνιώτου για κ. Στ. Στυλιανού ------------------------ Α Π Ο Φ Α Σ Η ΚΥΡΙΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ Η Έκθεση Απαίτησης Σύμφωνα με την παράγραφο 5, με βάση έγγραφη συμφωνία ενοικιαγοράς ημερομηνίας 31/03/2000, οι Ενάγοντες ενοικίασαν στην Εναγόμενη 1 εταιρεία με την εγγύηση του Εναγόμενου 2, με όρους ενοικιαγοράς με δικαίωμα αγοράς (with option to purchase), το φορτηγό όχημα μάρκας SCANIA με αριθμό εγγραφής ΗΕΧ725 και το Refrigerator Box Van (ψυγείο) με αριθμό εγγραφής 2272CT (στο εξής θα αναφέρονται «τα αντικείμενα»), και η Εναγόμενη 1 εταιρεία έλαβε την κατοχή τους «έναντι της συμφωνημένης τιμής ενοικιαγοράς των Λ.Κ.82.926,60 σεντ συμπεριλαμβανομένων επιβαρύνσεων εκ Λ.Κ.20.926,60 σεντ πληρωτέων δια 60 μηνιαίων δόσεων εκ Λ.Κ.1.382,11 σεντ εκάστης της πρώτης δόσεως πληρωτέας την 30/4/2000 και εκάστης επομένης την 30ην ημέρα εκάστου επομένου μηνός μέχρι εξοφλήσεως. Το δικαίωμα αγοράς εκ Λ.Κ.10,00 σεντ ήτο πληρωτέο μαζί με την τελευταία δόση.» Αφού γίνεται αναφορά σε όρους της εν λόγω συμφωνίας ενοικιαγοράς οι Ενάγοντες ισχυρίζονται στην παράγραφο 7 της Έκθεσης Απαίτησης ότι η Εναγόμενη 1 εταιρεία κατέβαλε τις δόσεις μέχρι 30/07/2000 (μέρος) και καθυστερεί και οφείλει τις δόσεις λήξεως από 30/07/2000 (μέρος) μέχρι την 30/10/2002, συνολικά ανερχομένων στο ποσό των Λ.Κ.38.698,84 σεντ πλέον τους αναλογούντες τόκους. Σύμφωνα δε με την παράγραφο 8, η Εναγόμενη 1 εταιρεία αν και ειδοποιήθηκε από τους Ενάγοντες, δεν πλήρωσε μέχρι την καταχώρηση της αγωγής οποιεσδήποτε δόσεις οι οποίες ήταν πληρωτέες κατά τη λήξη τους. Με την παράγραφο 9, τίθεται ο ισχυρισμός ότι οι Ενάγοντες με επιστολή των δικηγόρων τους ημερομηνίας 29/10/2002 προς τους Εναγόμενους 1 και 2 τερμάτισαν την πιο πάνω συμφωνία ενοικιαγοράς και κάλεσαν την Εναγόμενη 1 εταιρεία όπως πάραυτα παραδώσει σε αυτούς τα ενοικιασθέντα οχήματα και όπως πληρωθούν όλα τα οφειλόμενα ποσά που ανέρχονται σε Λ.Κ.82.645,00 σεντ πλέον τους αναλογούντες τόκους, πλην όμως οι Εναγόμενοι παρέλειψαν και/ή αρνήθηκαν να συμμορφωθούν. Συνεπώς με το παρακλητικό της Έκθεση Απαίτησης απαιτούνται πέραν από τα έξοδα, τα εξής: Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η Εναγόμενη 1 εταιρεία όπως επιστρέψει στους Ενάγοντες τα αντικείμενα εντός 15 ημερών από της επιδόσεως σ' αυτή της αποφάσεως και/ή διατάγματος. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η κατάσχεση και πώληση με δημόσιο πλειστηριασμό των πιο πάνω οχημάτων και όπως τα έσοδα από την πώληση διατεθούν έναντι και/ή προς εξόφληση του λαβείν των Εναγόντων νοουμένου ότι οποιοδήποτε υπόλοιπο θα διατεθεί προς όφελος των Εναγομένων. Γ. ΛΚ82.645,00 υπόλοιπο συμφωνηθέντος τιμήματος ενοικιαγοράς και/ή δυνάμει δόσεων και/ή αποζημιώσεων για παράβαση της εν λόγω συμφωνίας ενοικιαγοράς ημερομηνίας 31/3/2000 και/ή άλλως πως. Δ. Τόκους καθυστερήσεων εκ ΛΚ39.763,73 σεντ μέχρι 24/1/2007 πλέον τόκους επί ποσού ΛΚ82.645,00 σεντ από 25/1/2007 μέχρι εξοφλήσεως. Ε. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία αποφασίσει το Δικαστήριο. Η Έκθεση Υπεράσπισης των Εναγομένων 1 και 2 και η Ανταπαίτηση της Εναγόμενης 1 εταιρείας Η Έκθεση Υπεράσπισης των Εναγομένων 1 και 2 και η Ανταπαίτηση της Εναγόμενης 1 εταιρείας καταχωρήθηκε την 18/09/
- Η ουσία της Υπεράσπισης των Εναγομένων 1 και 2 εμπεριέχεται στις παραγράφους 3, 4 και 5 του συγκεκριμένου δικογράφου: «
- Πριν τη σύναψη της εγγράφου συμφωνίας που αναφέρεται στην παράγραφο 5 της Έκθεσης Απαίτησης οι Ενάγοντες γνώριζαν και/ή κατέστη σ' αυτούς γνωστό ότι το επίδικο όχημα και ψυγείο, προοριζόταν να διεξάγει χερσαίες μεταφορές αγαθών διεθνώς ή και εκτός Κύπρου και/ή οι Εναγόμενοι γνωστοποίησαν τούτο στους Ενάγοντες και/ή το έθεσαν ως αναγκαίο όρο και/ή προϋπόθεση για τη σύναψη και/ή ισχύ της συμφωνίας ενοικιαγοράς.
- Δυνάμει προφορικής συμφωνίας η οποία έγινε πριν και/ή παράλληλα και/ή κατά τη σύναψη της συμφωνίας ενοικιαγοράς, οι Ενάγοντες και οι Εναγόμενοι, συμφώνησαν και/ή οι Ενάγοντες και/ή οι αντιπρόσωποι και/ή υπηρέτες τους, απεδέχθησαν και/ή ανέλαβαν την υποχρέωση και/ή υποσχέθησαν στους Εναγόμενους ότι θα παρείχαν σ' αυτούς, την συγκατάθεση και/ή άδεια τους ούτως ώστε το υπό ενοικιαγορά όχημα και ψυγείο να μπορούσε να εξέρχεται και/ή μεταβαίνει εκτός Κύπρου και/ή να διεξάγει διεθνείς χερσαίες μεταφορές εμπορευμάτων.
- Μετά τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς οι Εναγόμενοι και/ή οι αντιπρόσωποι και/ή υπηρέτες τους επανειλημμένα εκάλεσαν τους Ενάγοντες και/ή οι αντιπρόσωπους και/ή υπαλλήλους τους, όπως παραχωρήσουν στους Εναγόμενους την προαναφερόμενη συγκατάθεση και/ή άδεια τους πλην όμως οι Ενάγοντες και/ή αντιπρόσωποι τους, πλην περιπτώσεων, κατά παράβαση της πιο πάνω συμφωνίας και/ή υποσχέσεων τους, παράνομα και αδικαιολόγητα αρνήθησαν και/ή παρέλειψαν να συγκατατεθούν.» Ακολούθως τίθεται μεταξύ άλλων ο ισχυρισμός ότι ως αποτέλεσμα της πιο πάνω παράβασης των Εναγόντων, η Εναγόμενη 1 εταιρεία αποστερήθηκε της δυνατότητας να χρησιμοποιήσει τα αντικείμενα, με αποτέλεσμα να έχει υποστεί απώλεια που ισούται με £2.200 μηνιαίως από τον Απρίλιο του 2000 μέχρι τον Απρίλιο του 2003, που συμποσούται στο ποσό των £79.200 (βλ. παρ. 6, 7 και 8). Ακολούθως στις παραγράφους 9 και 10, τίθενται οι ισχυρισμοί ότι οι Ενάγοντες και η Εναγόμενη 1 εταιρεία πριν από την επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς είχε συνάψει άλλη γραπτή συμφωνία ενοικιαγοράς ημερομηνίας 25/01/1999, με βάση την οποία η Εναγόμενη 1 εταιρεία αγόρασε υπό όρους ενοικιαγοράς ένα ρυμουλκούμενο όχημα για το ποσό των £80.251,
- Προσθέτουν ότι η Εναγόμενη 1 εταιρεία έναντι του πιο πάνω τιμήματος κατέβαλε σε διάφορες ημερομηνίες το συνολικό ποσό των £14.
- Σύμφωνα με την παράγραφο 11, ακολούθως οι Ενάγοντες δέχτηκαν την ακύρωση της πιο πάνω συμφωνίας ενοικιαγοράς ημερομηνίας 25/01/1999 και δέχτηκαν επίσης όπως το πιο πάνω ποσό των £14.800 καταλογισθεί προς όφελος της Εναγόμενης 1 εταιρείας έναντι του τιμήματος πώλησης και/ή ενοικιαγοράς των επίδικων αντικειμένων της συμφωνίας ενοικιαγοράς ημερομηνίας 31/03/
- Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι οι Ενάγοντες πλούτισαν αδικαιολόγητα σε βάρος της Εναγόμενης 1 εταιρείας κατά £14.800, ποσό το οποίο η Εναγόμενη 1 εταιρεία ανταπαιτεί. Σύμφωνα με την παράγραφο 13 της Υπεράσπισης, η Εναγόμενη 1 εταιρεία επανειλημμένα και με επιστολές του δικηγόρου της ημερομηνίας 25/10/2002 και 21/11/2002 προς τους Ενάγοντες και τους δικηγόρους τους αντίστοιχα, κάλεσε τους Ενάγοντες όπως συγκατατεθούν στην έξοδο των επίδικων αντικειμένων εκτός Κύπρου για να πραγματοποιήσουν διεθνείς χερσαίες μεταφορές, οι Ενάγοντες όμως με επιστολή των δικηγόρων τους προς το δικηγόρων των Εναγόμενων, ημερομηνίας 03/12/2002 αρνήθηκαν να συγκατατεθούν. Με την παράγραφο 14 της Υπεράσπισης, οι Εναγόμενοι παραδέχονται την αποστολή της επιστολής τερματισμού ημερομηνίας 29/10/2002 όμως ισχυρίζονται ότι ο ισχυριζόμενος τερματισμός ήταν πρόωρος και/ή αδικαιολόγητος και/ή παράνομος. Προσθέτουν ότι ακόμα και αν οι Ενάγοντες δικαιούνταν στον προαναφερόμενο τερματισμό, ο τερματισμός αυτός έγινε καθυστερημένα. Περαιτέρω και ανεξάρτητα με τα πιο πάνω, αναφέρουν ότι τα επίδικα αντικείμενα δεν βρίσκονται στην κατοχή τους και/ή έλεγχο τους και ότι και αν ακόμα οι Ενάγοντες δικαιούνταν στην επιστροφή των πιο πάνω οχημάτων, αυτό δεν μπορεί να καταστεί δυνατό. Στην ίδια παράγραφο ισχυρίζονται ότι οι Ενάγοντες δεν δικαιούνται τους ισχυριζόμενους τόκους. Με την παράγραφο 15 της Υπεράσπισης, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται μεταξύ άλλων ότι οι αιτούμενες θεραπείες και η αγωγή είναι πρόωρες. Με την Ανταπαίτηση στην παράγραφο 16, η Εναγόμενη 1 εταιρεία ανταπαιτεί ως εξής: «α) Απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να αναγνωρίζεται ότι ο ισχυριζόμενος τερματισμός είναι πρόωρος και/ή χωρίς έννομα αποτελέσματα ή ισχύ. β) £79.200:- ως αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας και/ή λόγω απώλειας εισοδημάτων και/ή κέρδους των Εναγομένων 1, όπως αναφέρεται πιο πάνω στην παράγραφο
- γ) Ποσό εκ £2.200:- το μήνα από τον Μάιο, 2003 μέχρι παραχώρησης από τους Ενάγοντες στους Εναγόμενους 1, της άδειας και/ή συγκατάθεσης τους, για να μπορούν τα επίδικα οχήματα και/ή ρυμουλκό και/ή ψυγείο να εξέρχονται από την Κύπρο και/ή να εκτελούν διεθνείς χερσαίες μεταφορές. δ) Ποσό εκ £14.800:- το οποίο οι Ενάγοντες ανέλαβαν να καταλογίσουν προς όφελος και/ή σε πίστη των Εναγομένων 1 και/ή έναντι του τιμήματος ενοικιαγοράς και/ή δυνάμει άδικου και/ή αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή άλλως πως, όπως αναφέρεται στη παράγραφο 9 πιο πάνω. ε) Αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας και/ή άλλως πως. στ) Νόμιμους τόκους. ζ) Έξοδα.» Απάντηση στην Υπεράσπιση των Εναγομένων και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση της Εναγόμενης 1 εταιρείας Την 06/11/2007 καταχωρήθηκε από τους Ενάγοντες το εν λόγω δικόγραφο. Εδώ η ουσία των ισχυρισμών των Εναγόντων έχει ως εξής: Ότι όλα τα συμφωνηθέντα μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων εμπεριέχονται στο έγγραφο της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς ημερομηνίας 31/03/2000 και κανένας άλλος όρος ή υπόσχεση ή άλλη συμφωνία υπήρχε. Ήταν μεταξύ άλλων όρος της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς ημερομηνίας 31/03/2000 ότι η Εναγόμενη 1 εταιρεία δεν έχει δικαίωμα να μεταφέρει τα σχετικά αντικείμενα εκτός Κύπρου χωρίς την προηγούμενη έγγραφη εξουσιοδότηση των Εναγόντων. Οι Ενάγοντες κατ' επανάληψη παρείχαν τη συγκατάθεση τους για τη μεταφορά των αντικειμένων εκτός Κύπρου και αρνούνται ότι παράνομα αρνήθηκαν ή ότι ενήργησαν κατά παράβαση της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς. Απαντούν επίσης ότι οι Εναγόμενοι παρέβησαν την επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς με την παράλειψη πληρωμής των προβλεπομένων δόσεων και/ή με την παράνομη μεταφορά των επίδικων αντικειμένων εκτός Κύπρου τα οποία και εξακολουθούν να βρίσκονται παράνομα εκτός Κύπρου και/ή άλλως πως. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι για τα επίδικα αντικείμενα δεν υπήρχε δικαίωμα για να χρησιμοποιούνται για εκτέλεση διεθνών μεταφορών αφού τους αφαιρέθηκε η άδεια οδικής χρήσεως σαν οχήματα Διεθνών Μεταφορών καθότι η Εναγόμενη 1 εταιρεία δεν συμμορφώθηκε προς τους σχετικούς κανονισμούς έτσι ώστε αυτά να μετατραπούν σε ιδιωτικά. Αναφορικά με την ισχυριζόμενη προηγούμενη συμφωνία ενοικιαγοράς ημερομηνίας 25/01/1999 οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι οι Εναγόμενοι είχαν καταβάλει το ποσό των £4.337,50 μόνο έναντι της οφειλής τους δυνάμει της προηγούμενης συμφωνίας ενοικιαγοράς. Ακολούθως οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η εν λόγω συμφωνία είχε εξοφληθεί με την καταβολή του ποσού των £62.000,00 και την επιστροφή αρχικών τόκων λόγω προεξόφλησης του λογαριασμού (rebate) για το ποσό των £14.014,
- Γενικά επιμένουν στις θέσεις που διατυπώνουν στην Έκθεση Απαίτησης και αρνούνται ότι η Εναγόμενη 1 εταιρεία έχει υποστεί ζημιά για το ποσό των £2.200 το μήνα. Μεταξύ άλλων επιμένουν ότι ο τερματισμός της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς ημερομηνίας 31/03/2000 ήταν νόμιμος και απορρίπτουν την Ανταπαίτηση της Εναγόμενης 1 εταιρείας. ΕΞΩΓΕΝΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Κατά την ακροαματική διαδικασία δεν τέθηκε ένσταση για το αποδεκτό ή μη μαρτυρίας με αναφορά στο γενικό κανόνα περί αποκλεισμού εξωγενούς μαρτυρίας. Το θέμα αυτό θίγεται στην τελική αγόρευση εκ μέρους των Εναγόντων με εισήγηση ότι οποιαδήποτε μαρτυρία για ισχυριζόμενη προφορική συμφωνία πριν ή παράλληλα με τη γραπτή επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή με βάση το γενικό κανόνα. Απάντηση για το θέμα δίδεται μέσα από την αγόρευση εκ μέρους των Εναγομένων. Σε σχέση με τη πτυχή αυτή παρατηρώ τα εξής: α) Όπως αναφέρεται στην απόφαση του Ε.Δ. Αμμοχώστου που συνεδρίασε στη Λάρνακα, Αρ. Αγωγής 849/2003 Ν. Βλίττη κ.α. ν. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ, ημερ. 09/11/2007 (Κληρίδης Π.Ε.Δ., τώρα Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου): «Ενστάσεις που σχετίζονται με το αποδεκτό ή μη μαρτυρίας στη δίκη θα πρέπει να υποβάλλονται και αποφασίζονται κατά κανόνα κατά το χρόνο προσαγωγής της μαρτυρίας. Η μη επίλυση θεμάτων παραδεκτού μαρτυρίας για την οποία υποβάλλεται ένσταση και η άφεση της απόφασης για το θέμα κατά την τελική απόφαση, αποτελεί παράβαση των προνοιών της Δ.38 θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και πλήττει καίρια τη διαδικασία η οποία υπόκειται σε ακύρωση (βλπ. Κυριάκος Βίκτωρος ν. Χρ. Χριστοδούλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 512).» β) Όπως επίσης αναφέρεται στην ίδια απόφαση: «Εάν κατά τη δίκη εμφιλοχωρήσει η εισαγωγή μαρτυρίας κατά νόμο ή νομολογία απαράδεκτη και πάλι το Δικαστήριο διατηρεί τη δυνατότητα στο τέλος της δίκης, αλλά και την υποχρέωση, όπως βασισθεί μόνο πάνω σε αποδεκτή μαρτυρία, αγνοώντας την όποια απαράδεκτη μαρτυρία (βλπ. Mahattou v. Viceroy Shipping
(1981)1 C.L.R. 335 και Lefkaritis Bros v. Tanya Shipping
(1994)1 Α.Α.Δ. 231).» Γι' αυτό κρίνεται ορθό, όπως εξεταστεί το θέμα αυτό έστω και τώρα: Όπως ήδη αναφέρεται πιο πάνω με την παράγραφο 4 της Έκθεσης Υπεράσπισης υπάρχει ο ισχυρισμός ότι με προφορική συμφωνία η οποία έγινε πριν και/ή παράλληλα και/ή κατά τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς οι Ενάγοντες και η Εναγόμενη 1 εταιρεία συμφώνησαν και/ή οι Ενάγοντες υποσχέθηκαν στην Εναγόμενη 1 εταιρεία ότι θα παρείχαν σ' αυτή τη συγκατάθεση τους ώστε τα επίδικα αντικείμενα της ενοικιαγοράς να μπορούσαν να εξέρχονται εκτός Κύπρου και/ή να διεξάγουν διεθνείς χερσαίες μεταφορές εμπορευμάτων. Στην κυρίως εξέταση του ο Εναγόμενος 2 (Μ.Υ.1) υποστήριξε μεταξύ άλλων ότι πριν τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς ημερομηνίας 31/03/2000 (Τεκμήριο 3) είχε καταστήσει στους Ενάγοντες γνωστό ότι το επίδικο όχημα και ψυγείο (τα επίδικα αντικείμενα) προοριζόταν να διεξάγει χερσαίες μεταφορές αγαθών διεθνώς ή και εκτός Κύπρου και ότι αυτό το έθεσε ως αναγκαίο όρο και προϋπόθεση για τη σύναψη της επίδικης σύμβασης ενοικιαγοράς και αυτοί το αποδέχθηκαν. Ο γενικός κανόνας είναι ότι όταν μια συμφωνία έχει διατυπωθεί εγγράφως εξωγενής μαρτυρία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή για να αντικρούσει, να τροποποιήσει, να αφαιρέσει ή να προσθέσει στους όρους του εγγράφου. (Για το θέμα της εξωγενούς μαρτυρίας βλ. ανάλυση στις σελίδες 717 - 730 «Απόδειξη» Γ. Κακογιάννη και στις σελίδες 121 - 128 στην «Απόδειξη» Τ. Ηλιάδη.) Ανάμεσα στις εξαιρέσεις του κανόνα είναι αυτή της συνακόλουθης υποχρέωσης. Στη σελίδα 125 της «Απόδειξης» Τ. Ηλιάδη, αναφέρονται τα εξής αναφορικά με την εξαίρεση της συνακόλουθης υποχρέωσης: «(Ε) ΣΥΝΑΚΟΛΟΥΘΗ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ Άνκαι μια συμφωνία μπορεί να περιέχεται σε ένα έγγραφο που έχουν υπογράψει οι συμβαλλόμενοι, εξωγενής μαρτυρία για μια προηγούμενη ή ταυτόχρονη συμφωνία μπορεί να επιτραπεί αν η συμφωνία αυτή αποτελεί μέρος του ανταλλάγματος και δεν έρχεται σε αντίθεση με τους όρους της κύριας συμφωνίας (βλ. Μορφίτη ν. Βασιλειάδη
(1981)1 JSC 134). Η συνακόλουθη συμφωνία δεν μπορεί να ακολουθεί την κύρια συμφωνία αφού σε μια τέτοια περίπτωση δεν αποτελεί μέρος του ανταλλάγματος (βλ. Walker Property Investments ν. Walker
(1947)177 LT 204). Η συνακόλουθη συμφωνία για να γίνει αποδεκτή πρέπει να είναι ουσιώδης για την κύρια συμφωνία και να αποτελεί μέρος του ανταλλάγματος της κύριας συμφωνίας. Στην υπόθεση De Lassale v. Guildford
(1901)2 ΚΒ 215, ο ενάγων τόνισε προφορικά στο Β, τον ιδιοκτήτη ενός σπιτιού που θα ενοικίαζε, ότι δε θα ενοικίαζε το σπίτι, εκτός αν ο Β εγγυόταν την καλή κατάσταση του αποχετευτικού συστήματος. Ο Β έδωσε τη σχετική διαβεβαίωση προφορικά, χωρίς όμως αυτή να συμπεριληφθεί στην έγγραφη συμφωνία. Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η προφορική μαρτυρία μπορούσε να παρουσιασθεί για να αποδείξει την εγγύηση που είχε δοθεί. Όταν σε μια σύμβαση ασφάλειας για ένα άλογο, η ολοκλήρωση της συμφωνίας προϋποθέτει την παρουσίαση πιστοποιητικού από έναν κτηνίατρο και το έγγραφο της ασφάλειας δεν περιέχει όλους τους όρους της συμφωνίας, τότε εξωγενής μαρτυρία μπορεί να γίνει αποδεκτή για την εξακρίβωση των πραγματικών προθέσεων των συμβαλλομένων (βλ. Xenopoulos ν. Thomas Nelson
(1982)1 CLR 674).» Με βάση τα πιο πάνω η ως άνω αναφερόμενη εκδοχή των Εναγομένων επιτρέπεται ως αποδεκτή μαρτυρία (ανεξαρτήτως αξιολόγησης), αφού θεωρείται ότι εμπίπτει στις εξαιρέσεις του κανόνα περί αποκλεισμού εξωγενούς μαρτυρίας. Γι' αυτό και στην περίληψη της μαρτυρίας που ακολουθεί γίνεται αναφορά στη σχετική εκδοχή της Υπεράσπισης. Αν και αυτονόητο, διευκρινίζεται ότι, το θέμα της αξιολόγησης οποιασδήποτε μαρτυρίας που δεν έχει αποκλειστεί, αποτελεί άλλο θέμα το οποίο απασχολεί το Δικαστήριο στο κατάλληλο στάδιο. ΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ Εκ μέρους των Εναγόντων έδωσαν μαρτυρία οι εξής:
- Ο κ. Νεόφυτος Παρέας (Μ.Ε.1).
- Ο κ. Μιχάλης Κυριακίδης (Μ.Ε.2). Εκ μέρους των Εναγομένων έδωσαν μαρτυρία οι εξής:
- Ο κ. Ανδρέας Δημητρίου (Μ.Υ.1 - Εναγόμενος 2).
- Ο κ. Στέλιος Κουρουκλίδης (Μ.Υ.2). ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΠΟΥ ΤΕΘΗΚΕ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Ο Μ.Ε.1 κ. Νεόφυτος Παρέας κατά την κυρίως εξέταση ανέφερε ότι βρίσκεται στην υπηρεσία των Εναγόντων από την 21/08/2001 και ισχυρίστηκε ότι είναι εξουσιοδοτημένος από τους Ενάγοντες να τους εκπροσωπήσει στην παρούσα αγωγή. Αφού εξήγησε το λόγο για τον οποίο η αγωγή εγέρθηκε από την Alpha Bank Cyprus Ltd, πρώην Alpha Asset Finance Ltd, αναφέρθηκε στην παρούσα υπόθεση και κατέθεσε διάφορα Τεκμήρια: Αντίγραφο του σχετικού διατάγματος του Δικαστηρίου αναφορικά με τη συγχώνευση της Alpha Asset Finance Ltd με την Alpha Bank Ltd (Τεκμήριο 1), αντίγραφο της αίτησης για ενοικιαγορά εκ μέρους της Εναγόμενης 1 εταιρείας ημερομηνίας 20/03/2000 (Τεκμήριο 2), αντίγραφο της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς ημερομηνίας 31/03/2000 (Τεκμήριο 3), αντίγραφο του σχετικού τιμολογίου (Τεκμήριο 4), αντίγραφο επιστολής του Εναγόμενου 2 και άλλων προσώπων που φέρει ημερομηνία 17/01/2000 προς την τότε Alpha Asset Finance Ltd (Τεκμήριο 5), αντίγραφα διαφόρων συγκαταθέσεων από την Alpha Asset Finance Ltd για έξοδο των επίδικων αντικειμένων εκτός Κύπρου (Τεκμήρια 6α μέχρι 6δ), αντίγραφο της επιστολής ημερομηνίας 29/10/2002 εκ μέρους της Alpha Asset Finance Ltd για τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς (Τεκμήριο 7). Όσο αφορά το ισχυριζόμενο οφειλόμενο υπόλοιπο, ο μάρτυρας αρχικά κατάθεσε κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 8), σύμφωνα με την οποία το υπόλοιπο μέχρι την ημερομηνία που έδιδε μαρτυρία με βάση την επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς ανερχόταν σε €318.058,45, πλέον τόκους στη βάση του τόκου 12%, όμως ακολούθως κατόπιν ένστασης που εγέρθηκε κατά την ακρόαση, κατέθεσε νέα κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 9), με βάση την οποία το αξιούμενο ποσό μέχρι τότε ανερχόταν σε €271.698,86, πλέον τόκους ισχυριζόμενος ότι αυτή η τελευταία κατάσταση βασίζεται σε υπολογιζόμενο επιτόκιο 9% ετησίως. Κατά την αντεξέταση απάντησε σε διάφορα ερωτήματα ως προς τα καθήκοντα του και την προηγούμενη εργασία του. Έλαβε κατοχή του φακέλου για πρώτη φορά το
- Συμφώνησε ότι δεν ήταν παρών κατά την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς ημερομηνίας 31/03/2000 αφού δεν εργοδοτείτο τότε στους Ενάγοντες. Όμως ενημερώθηκε για την υπόθεση και για το περιεχόμενο της επίδικης συμφωνίας μέσα από το φάκελο και τις σημειώσεις που υπάρχουν στο φάκελο. Σύμφωνα με το μάρτυρα, μέσα από την εμπειρία του στα έντεκα χρόνια στην τράπεζα διατελώντας μάλιστα σε θέσεις κλειδιά, γνωρίζει ότι οι συμβάσεις της τράπεζας είναι γραπτές και περιέχονται μέσα στο φάκελο. Παρόλο που δεν ήταν παρών στη σύναψη της συμφωνίας ενοικιαγοράς, είπε ότι υπάρχουν οι επιστολές και οι αιτήσεις στο φάκελο και άλλα έγγραφα που περιγράφουν τις συνθήκες σύναψης του συμβολαίου και πρόσθεσε «όπως είναι γνωστό το τραπεζικό σύστημα στην Κύπρο ακολουθεί τα αγγλικά, τους αγγλικούς κανόνες, standards και οι διαδικασίες πάσης τραπεζικής φύσεως γίνονται γραπτώς και αρχειοθετούνται στο φάκελο ανάλογα της υπόθεσης.» Ήταν θέση του ότι η επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς καθορίζει τους όρους και τις ευθύνες των μερών και ότι δεν υπάρχει κάποιο άλλο έγγραφο στο φάκελο της υπόθεσης. Πρόσθεσε ότι ενόψει του ότι οι εργασίες της Alpha Asset Finance Ltd είχαν απορροφηθεί από την Alpha Bank Cyprus Ltd, με την απορρόφηση αυτή τερματίστηκαν οι νέες χορηγήσεις ενοικιαγορών, οπότε εδώ και αρκετά χρόνια δεν συνάπτουν συμβόλαια ενοικιαγοράς. Σε υποβολή ότι δεν γνωρίζει τι στοιχεία δόθηκαν στους τότε υπαλλήλους της Alpha Asset Finance Ltd και τι δεδομένα είχαν ενώπιον τους για να εγκρίνουν την επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς ημερομηνίας 31/03/2000 απάντησε ότι εμπεριέχονται όλα στο φάκελο της παρούσας υπόθεσης περιλαμβανομένων και όλων των οικονομικών στοιχείων τόσο της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας όσο και των εγγυητών της. Ακολούθως έγινε συζήτηση αναφορικά με την υπογραφή του Τεκμηρίου 5: Του ζητήθηκε να εξηγήσει γιατί ο τότε λειτουργός της Alpha Asset Finance Ltd είχε ζητήσει την υπογραφή του Τεκμηρίου
- Απάντησε ότι το Τεκμήριο 5 συνιστά τη συγκατάθεση των εγγυητών για την εξαγωγή των σχετικών οχημάτων εκτός Κύπρου και πρόσθεσε: «Υπήρχε η πρόθεση από την πελάτιδα μας εταιρεία Εναγόμενη 1 για εξαγωγή του οχήματος». Κατόπιν ερωτήσεων πρόσθεσε ότι αυτό το γνωρίζει από το φάκελο. Συμφώνησε ότι το θέμα της εξαγωγής οχήματος εκτός Κύπρου για σκοπούς διεξαγωγής των εργασιών της Εναγομένης 1 συζητείτο πριν τη σύναψη της συμφωνίας ενοικιαγοράς. Ερωτούμενος γιατί η Alpha Asset Finance Ltd είχε ζητήσει την υπογραφή του Τεκμηρίου 5 πριν τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς, απάντησε ότι δεν γνωρίζει. Ερωτούμενος γιατί επιτράπηκε στην Εναγόμενη 1 εταιρεία να μεταφέρει εκτός Κύπρου τα επίδικα οχήματα σύμφωνα με τα Τεκμήρια 6 α, β, γ και δ, απάντησε ότι ζητήθηκε η άδεια εξαγωγής και η Alpha Asset Finance Ltd είχε συμφωνήσει. Σε υποβολή ότι τα αντικείμενα της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς είχαν άδεια μόνο για να διεξάγουν εργασίες μεταφορών στο εξωτερικό, απάντησε ότι δεν γνωρίζει. Σε υποβολή ότι αυτό το γνώριζαν οι τότε λειτουργοί της Alpha Asset Finance Ltd και ότι αυτό τους κατέστη σαφές, ότι δηλαδή η Εναγόμενη 1 εταιρεία δεν μπορεί να διεξάγει εργασίες μεταφορών με αυτά τα οχήματα στην Κύπρο, απάντησε ότι δεν γνωρίζει. Ήταν η θέση του ότι έχει γνώση των πληρωμών που έγιναν στη βάση της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς μέσα από την κατάσταση λογαριασμού την οποία ο ίδιος ετοίμασε και την έχει καταθέσει στο Δικαστήριο. Διαφώνησε με υποβολή ότι οι καταστάσεις λογαριασμού Τεκμήρια 8 και 9 είναι λανθασμένες. Εξήγησε επίσης γιατί ενώ στο κλητήριο ζητείται τόκος 12%, κατά την ακρόαση κατέθεσε την κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 9 η οποία έχει ετοιμαστεί στη βάση του επιτοκίου 9% ετησίως. Έγινε συζήτηση αναφορικά με το θέμα των τόκων. Κατόπιν ερωτήσεων απάντησε ότι δε γνωρίζει πόσο συχνά τα αντικείμενα της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς έπρεπε να μεταβαίνουν εκτός Κύπρου. Επίσης ανέφερε ότι δε γνωρίζει πόσο συχνά η Εναγόμενη 1 εταιρεία μέσω του διευθυντή της Εναγόμενου 2 ζητούσε από τους λειτουργούς της Alpha Asset Finance Ltd να παραχωρήσουν την έγκριση τους για να μεταφερθούν τα αντικείμενα εκτός Κύπρου. Πρόσθεσε ότι από το φάκελο φαίνεται ότι η Εναγόμενη 1 εταιρεία εκτελούσε μεταφορές για λογαριασμό τρίτων και σύμφωνα με το μάρτυρα δεν μπορούσε ούτε η ίδια η Εναγόμενη 1 εταιρεία να γνωρίζει τη συχνότητα των ταξιδιών αφού οι τρίτοι μπορούσαν να ναυλώσουν το όχημα για διάφορες μεταφορές. Πάντως από το φάκελο γνωρίζει ότι η Εναγόμενη 1 εταιρεία διεξήγαγε εργασίες μεταφοράς για λογαριασμό τρίτων, αλλά η συχνότητα των μεταφορών δεν μπορούσε να καθοριστεί. Παρέπεμψε δε στο Τεκμήριο 5 σύμφωνα με το οποίο δεν υπήρχαν προκαθορισμένες ημερομηνίες των ταξιδιών αλλά γίνεται αναφορά για μεταφορά εμπορευμάτων στην Ευρώπη μια με δυο φορές το μήνα. Αρνήθηκε υποβολή ότι η Εναγόμενη 1 εταιρεία κατά το 2002 έπρεπε να διεξάγει εργασίες μεταφοράς εμπορευμάτων με τα επίδικα οχήματα στο εξωτερικό και ότι η τράπεζα αδικαιολόγητα και κατά παράβαση της σχετικής συμφωνίας αρνείτο να παρέχει τη συγκατάθεση της για τη μεταφορά των οχημάτων στο εξωτερικό. Ανάφερε ότι το τιμολόγιο (Τεκμήριο 4) εκδόθηκε πριν τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς. Πρόσθεσε ότι στη συγκεκριμένη συμφωνία ενοικιαγοράς δεν υπήρξε οποτεδήποτε κανονική πληρωμή. Παραπέμποντας δε στην κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 9) υπέδειξε ότι από τον πρώτο μήνα που κατέστη το πρώτο ενοίκιο πληρωτέο υπήρχαν καθυστερήσεις. Κατά την αντεξέταση κατατέθηκε χωρίς ένσταση επιστολή του δικηγόρου της Εναγομένης 1 εταιρείας ως Τεκμήριο 10, ως Τεκμήριο 11 άλλη επιστολή του δικηγόρου της Εναγομένης 1 εταιρείας ημερομηνίας 21/11/2002 και ως Τεκμήριο 12 επιστολή των δικηγόρων της Alpha Asset Finance Ltd προς το δικηγόρο της Εναγομένης 1 εταιρείας ημερομηνίας 03/12/
- Ερωτούμενος κατά πόσο γνωρίζει τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες έγινε ο τερματισμός, απάντησε ότι όλες οι συμφωνίες είναι γραπτές οπότε και παρέπεμψε στην επίδικη συμφωνία. Κατά την αντεξέταση αμφισβητήθηκαν γενικότερα οι γνώσεις του Μ.Ε.1 σε σχέση με την υπόθεση συμπεριλαμβανομένου και της γνώσης του ως προς το υπόλοιπο του λογαριασμού. Αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση και η ορθότητα των καταστάσεων λογαριασμού (Τεκμήριο 8 και 9). Σε σχετική ερώτηση συμφώνησε ότι πριν τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς προϋπήρχε άλλη συμφωνία ενοικιαγοράς ημερομηνίας 25/01/1999 με την Εναγόμενη 1 εταιρεία, για άλλο όχημα. Σε σχέση με την εν λόγω προηγούμενη συμφωνία ενοικιαγοράς, έγινε συζήτηση κατά την αντεξέταση, η οποία περιστράφηκε γύρω από τους ισχυρισμούς της Υπεράσπισης όπως αυτοί εκτίθενται στις παραγράφους 9, 10 και 11 της Έκθεσης Υπεράσπισης. Σε σχέση με το ίδιο σημείο, κατά την αντεξέταση ο Μ.Ε.1 κατέθεσε σχετική ισχυριζόμενη κατάσταση του λογαριασμού της προηγούμενης συμφωνίας ενοικιαγοράς (Τεκμήριο 13 α και β). Ο κ. Μιχάλης Κυριακίδης (Μ.Ε.2) ανέφερε μεταξύ άλλων ότι εργάζεται στους Ενάγοντες από την 01/01/2004 και στο Τμήμα Δικαστικών Υποθέσεων από την 01/01/
- Στα καθήκοντα του εμπίπτει ο έλεγχος προβληματικών λογαριασμών και παρακολούθηση των αγωγών. Έχει στην κατοχή του το φάκελο της υπόθεσης την οποία έχει χειριστεί πρόσφατα με τον συνάδελφο του κ. Ν. Παρέα (Μ.Ε.1). Κατέθεσε την επιστολή Τεκμήριο 14 για την οποία ανέφερε ότι έφθασε στα γραφεία της Alpha Asset Finance Ltd με τηλεομοιότυπο την 19/03/
- Στην εν λόγω επιστολή που στάληκε από τους Transport Development Association Ltd αναφέρεται ότι το επίδικο όχημα ΗΕΧ725 της Εναγόμενης 1 εταιρείας, μετατράπηκε σε ιδιωτικό και ότι αναφορικά με το συγκεκριμένο όχημα έχει αφαιρεθεί η άδεια οδικής χρήσεως σαν όχημα διεθνών μεταφορών, καθότι ο κάτοχος του δεν συμμορφώθηκε με τους σχετικούς Κανονισμούς. (Διευκρίνισε ότι στην επιστολή υπάρχει αναφορά και για άλλο όχημα, άσχετο με την υπόθεση.) Κατά την αντεξέταση διευκρίνισε ότι κατά την περίοδο που στάληκε η επιστολή στην Alpha Asset Finance Ltd ο ίδιος δεν εργοδοτείτο από την Alpha Asset Finance Ltd και συνεπώς δεν γνωρίζει κάτω από ποιες συνθήκες στάληκε. Απάντησε σε διάφορες ερωτήσεις ως προς την έννοια της «άδειας οδικής χρήσεως». Σύμφωνα με το μάρτυρα είναι ξεκάθαρο ότι αφορά άδεια για χρήση του οχήματος. Σε ερωτήματα ως προς την περίοδο αφαίρεσης τέτοιας άδειας αναφορικά με το επίδικο όχημα, ο μάρτυρας απάντησε ότι οι γνώσεις του περιορίζονται στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 14 και συνεπώς το σίγουρο είναι ότι κατά την ημερομηνία της εν λόγω επιστολής (19/03/2002) η εν λόγω άδεια δεν ίσχυε για το συγκεκριμένο όχημα. Ο Εναγόμενος 2 κ. Ανδρέας Δημητρίου (Μ.Υ.1) κατά την κυρίως εξέταση του έθεσε μεταξύ άλλων τα εξής: «
- Είμαι ο Εναγόμενος 2 στην παρούσα αγωγή και κατά το έτος 2000 ήμουν και είμαι ο διευθυντής και κύριος μέτοχος και ιδιοκτήτης της Εναγόμενης 1 εταιρείας.
- Η Εναγόμενη 1 εταιρεία μου, ασχολείτο κυρίως με την διεξαγωγή χερσαίων μεταφορών, εμπορευμάτων και μεταγενέστερα άρχισε τις εργασίες διεθνών χερσαίων μεταφορών κυρίως με ψυγεία.
- Με τους Ενάγοντες είχαμε πολύ καλή συνεργασία πριν το έτος 2000 και ήμουν ένας πολύ καλός τους πελάτης. Η εταιρεία μου διατηρούσε σ' αυτήν διάφορους λογαριασμούς. Οι Ενάγοντες γνώριζαν τη φύση των εργασιών και δραστηριοτήτων της εταιρείας μου, πριν το έτος
- Την 25/1/1999, η αναφερόμενη εταιρεία μου συνήψε με την Lombard West άλλη συμφωνία ενοικιαγοράς με την οποία αγόρασε 1 ολοκαίνουργιο όχημα τρέιλερ και 1 ψυγείο, για να διεξάγει τις εργασίες της, αντί του τιμήματος των £80,251,20:-. Η επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς, ημερομηνίας 31/3/2000, έγινε σε αντικατάσταση της προηγούμενης συμφωνίας, ημερομηνίας 25/1/1999, όπως αναφέρεται στη 2η σελίδα του τεκμηρίου
- Έναντι του πιο πάνω τιμήματος, καταβάλαμε κατά διάφορες ημερομηνίες το συνολικό ποσό των £14,800:-.
- Επειδή το πιο πάνω στην παράγραφο 4 ρυμουλκό και τρέιλερ, ήταν ελαττωματικό και επειδή ο προμηθευτής απεδέχθη την επιστροφή του σ' αυτόν, οι Ενάγοντες απεδέχθησαν την ακύρωση και ακύρωσαν την πιο πάνω συμφωνία ενοικιαγοράς ημερομηνίας 25/1/1999 και αποδέχθησαν και ανεγνώρισαν και ανέλαβαν όπως, το πιο πάνω ποσό των £14,800 καταλογισθεί έναντι του τιμήματος πώλησης και ενοικιαγοράς των επίδικων οχημάτων εκ £82,926,60:-δυνάμει της συμφωνίας ημερομηνίας 31/3/
- Οι Ενάγοντες ωφελήθηκαν και πλούτισαν άδικα και αδικαιολόγητα και η περιουσία τους αυξήθηκε σε βάρος των Εναγομένων 1 και της περιουσίας τους κατά £14,800:-.
- Οι Ενάγοντες κατά παράβαση της πιο πάνω στην παράγραφο 8 συμφωνίας τους αρνήθησαν και παρέλειψαν να καταλογίσουν και πιστώσουν τους Εναγόμενους 1 με το πιο πάνω ποσό των £14,800:- με αποτέλεσμα οι Εναγόμενοι 1 να υποστούν περαιτέρω απώλεια και ζημιά εκ £14,800:-.
- Πριν τη σύναψη της εγγράφου συμφωνίας ημερομηνίας 31/3/2000 (τεκμήριο 3) οι Ενάγοντες γνώριζαν και κατέστησα σ' αυτούς γνωστό ότι το επίδικο όχημα και ψυγείο, προοριζόταν να διεξάγει χερσαίες μεταφορές αγαθών διεθνώς ή και εκτός Κύπρου και έθεσα ως αναγκαίο όρο και προϋπόθεση για την σύναψη και ισχύ της συμφωνίας ενοικιαγοράς και αυτοί το απεδέχθηκαν. Ειδικότερα αναφέρω ότι, πριν τη σύναψη της πιο πάνω συμφωνίας είχα κάμει τις διαπραγματεύσεις μου για τους όρους αυτής καθώς και για τις παραχωρήσεις στην εταιρεία μου των αναγκαίων αδειών εξόδου του αυτοκινήτου και ψυγείου που θα αγόραζα, με τον κύριο Κυριακίδη και κάποιο Βάσο, υπαλλήλους των Εναγόντων. Μέσα στα πλαίσια της συμφωνίας μας με τους Ενάγοντες, αυτοί πολύ πριν τη σύναψη της γραπτής συμφωνίας ενοικιαγοράς, ημερομηνίας 31/3/2000, μου ζήτησαν όπως όλοι οι εγγυητές της Εναγόμενης 1 εταιρείας παράσχουν τη γραπτή τους συγκατάθεση με σκοπό το τρέιλερ και το ψυγείο που θα αγοράζοντο με την ενοικιαγορά, δηλαδή το τρέιλερ ΗΕΧ 725 και το ψυγείο 2272 CT, να μεταφέρονται και χρησιμοποιούνται εκτός Κύπρου μια με δυο φορές το μήνα για τη μεταφορά εμπορευμάτων στην Ευρώπη. Για τον πιο πάνω σκοπό, τόσο εγώ όσο και οι άλλοι εγγυητές υπογράψαμε την γραπτή συγκατάθεση μας ημερομηνίας 17/1/2000 (τεκμήριο 5): Επισημαίνω το γεγονός ότι η συγκατάθεση αυτή έγινε 2½ μήνες, πριν τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς ημερομηνίας 31/3/2000, για να τονίσω ότι το θέμα της εξόδου των 2 οχημάτων εκτός Κύπρου 1 ή και 2 φορές το μήνα και της σχετικής παραχώρησης των σχετικών αδειών από τους Ενάγοντες ήταν ουσιώδες για τη σύναψη της ενοικιαγοράς. Σημειώνω επίσης ότι, πουθενά δεν υπάρχει όρος ή έχει συμφωνηθεί με τους Ενάγοντες ότι η παραχώρηση από αυτούς των αδειών εξόδου των 2 οχημάτων, θα εξαρτάτο από τον τρόπο πληρωμής των μηναίων δόσεων του τιμήματος ενοικιαγοράς. Εξ άλλου η πληρωμή των εκάστοτε μηναίων δόσεων του τιμήματος ενοικιαγοράς, εξαρτάτο από την έξοδο των 2 οχημάτων εκτός Κύπρου για την διεξαγωγή των μεταφορών και την είσπραξη των χρημάτων.
- Δυνάμει προφορικής συμφωνίας η οποία έγινε πριν την σύναψη της συμφωνίας ενοικιαγοράς ημερομηνίας 31/3/2000, οι Ενάγοντες και οι διευθυντές και οι υπαλλήλοι τους, απεδέχθησαν και ανέλαβαν την υποχρέωση και υπεσχέθησαν σε μένα ότι θα μας παρείχαν, την συγκατάθεση και άδεια ούτως ώστε το υπό ενοικιαγορά όχημα και ψυγείο να μπορούσε να εξέρχεται και μεταβαίνει εκτός Κύπρου και να διεξάγει διεθνείς χερσαίες μεταφορές εμπορευμάτων.
- Μετά τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς εγώ επανειλημμένα εκάλεσα τους Ενάγοντες και συγκεκριμένα τον κύριο Κυριακίδη και τον Βάσο, όπως μας παραχωρήσουν την προαναφερόμενη συγκατάθεση και άδεια τους πλην όμως αυτοί αρνήθηκαν να μου παράσχουν τη συμφωνηθείσα άδεια και μου ανέφεραν ότι αδυνατούν να μου την δώσουν επειδή άλλαξαν τα συμφέροντα, η ηγεσία και οι διευθυντές της Τράπεζας και ότι η νέα ηγεσία της Alpha Bank, ήθελε επιπρόσθετες εγγυήσεις για να επιτρέψουν στα οχήματα να βγουν εκτός Κύπρου για μεταφορές εμπορευμάτων. Πρέπει να διευκρινίσω στο σημείο αυτό ότι κατά τον χρόνο εκείνο οι Ενάγοντες ανέλαβαν τις εργασίες που διεξήγε μέχρι τότε η τράπεζα Lombard στην Κύπρο και ουσιαστικά άλλαξε η ηγεσία και η ιδιοκτησία και τα συμφέροντα μεταβιβάστηκαν στην Ενάγουσα εταιρεία. Ο κύριος Κυριακίδης και ο Βάσος στις επανειλημμένες εκκλήσεις μου για να μου δώσουν την απαιτούμενη άδεια και συγκατάθεση, μου έλεγαν ότι άλλαξε η πολιτική της Τράπεζας και ότι έπρεπε να τους παράσχω επιπρόσθετες εγγυήσεις. Εγώ τους ανέφερα ότι αυτό ήταν αδύνατον και ότι οι εγγυήσεις είχαν ήδη δοθεί σ' αυτούς. Μέσα στις επιπρόσθετες εγγυήσεις που μου ζητούσαν ήταν και η υποθήκευση ακινήτου. Εγώ τους ανέφερα ότι αδυνατούσα να δώσω νέες επιπρόσθετες εγγυήσεις και ότι, ήταν επείγον και αναγκαίο να μου δώσουν την άδεια εξόδου που συμφωνήσαμε. Τελικά καταλήξαμε να ασφαλίσω τα 2 οχήματα, πλήρως για τυχόν απώλεια τους στο εξωτερικό και τελικά οι Ενάγοντες αποφάσισαν όπως μου δώσουν την πρώτη άδεια εξόδου, όπως αυτή αναφέρεται στο τεκμήριο 6(α). Πρέπει να αναφέρω ότι οι πιο πάνω διαπραγματεύσεις, άρχισαν αμέσως μετά τη σύναψη της συμφωνία ενοικιαγοράς δηλ. την 31/3/2000 και διάρκεσαν μέχρι την 23/5/2000, δηλαδή πέρασαν σχεδόν 2 μήνες για να μπορέσω να αρχίσω τις εργασίες μου. Οι Ενάγοντες μου έδωσαν τις 3 πρώτες άδειες εξόδου, που αναφέρονται στα τεκμήρια 6(α), (β) και (γ) και μετά, αυθαίρετα, αβάσιμα και αδικαιολόγητα, αρνήθηκαν να μου δώσουν νέα άδεια. Η άρνηση τους, όπως μου ανέφερε ο τότε νέος διευθυντής τους, Λεωνίδας Αντωνίου οφειλόταν στο γεγονός ότι οι Ενάγοντες δεν ήταν ικανοποιητικά εξασφαλισμένοι για τις εξόδους των 2 οχημάτων εκτός Κύπρου και δεν μπορούσαν στο εξής να συνεχίσουν άλλο τις παραχωρήσεις αδειών εξόδου. Σαν αποτέλεσμα της πιο πάνω αδικαιολόγητης άρνησης των Εναγόντων, τα οχήματα μέχρι το Μάιο 2001 παρέμειναν αχρησιμοποίητα και η εταιρεία μου χωρίς κανένα εισόδημα. Το Μάιο 2001 δηλ. 9 μήνες μετά την 3η άδεια εξόδου, και αφού έφτασα στο σημείο να τους απειλώ, ο κ. Λεωνίδας Αντωνίου μου παραχώρησε την 4η άδεια εξόδου, δηλ. το τεκμήριο 6(δ). Μετά την 4η άδεια, ουδεμία άλλη άδεια μου έδωσαν οι Ενάγοντες. Όταν τον Οκτώβριο, 2002 αποτάθηκα σ' αυτούς, με την επιστολή του δικηγόρου μας, δηλ. το τεκμήριο 10, οι Ενάγοντες θυμήθηκαν ότι η Εναγόμενη 1 εταιρεία, είχε δήθεν παραβεί το συμβόλαιο ενοικιαγοράς και ότι το τερμάτιζαν. ...............................» Επιπρόσθετα, ο Εναγόμενος 2 (Μ.Υ.1) ισχυρίστηκε κατά την ακρόαση οι η Εναγόμενη 1 εταιρεία ως αποτέλεσμα της πιο πάνω παράβασης της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς των Εναγόντων, υπέστη ζημιές (όπως αυτές αναφέρονται στην Έκθεση Υπεράσπισης). Κατά την κυρίως εξέταση του αναφέρθηκε επίσης στην επιστολογραφία Τεκμήρια 7, 10, 11 και
- Ο Εναγόμενος 2 (Μ.Υ.1) κατά την αντεξέταση ανέφερε μεταξύ άλλων ότι έχει μόρφωση μέχρι τρίτη γυμνασίου και ότι εδώ και περίπου 20 χρόνια είναι οδηγός. Διεξάγει δε από το 1999 χερσαίες μεταφορές εκτός Κύπρου. Κατόπιν ερωτήσεων ανέφερε ότι για τέτοιες μεταφορές χρειάζεται να κατέχει τόσο άδεια οδηγού όσο και επαγγελματική άδεια. Ακολούθησαν διάφορες ερωτήσεις και απαντήσεις αναφορικά με την προηγούμενη συμφωνία ενοικιαγοράς ημερομηνίας 25/01/1999, ιδιαίτερα αναφορικά με το οφειλόμενο υπόλοιπο εκείνης της συμφωνίας κατά την ημερομηνία που είχε κλείσει ο λογαριασμός της, και ως προς το τι ποσό πληρώθηκε από την Εναγόμενη 1 εταιρεία για το κλείσιμο του εν λόγω λογαριασμού. Αναφορικά με την επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς ημερομηνίας 31/03/2000, ήταν η θέση του ότι θα έπρεπε να αρχίσει να πληρώνει τις μηνιαίες δόσεις από την ημερομηνία που θα συγκατατίθετο η Τράπεζα να μεταφέροντο τα σχετικά οχήματα εκτός Κύπρου. Επέμενε στη θέση του ότι πριν την επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς είχε προηγηθεί προφορική συμφωνία με την Τράπεζα με βάση την οποία η Τράπεζα είχε συμφωνήσει ότι θα παρείχε τη σχετική συγκατάθεση για να μεταφέροντο τα οχήματα εκτός Κύπρου. Επεσήμανε ότι το σχετικό αυτοκίνητο δεν μπορούσε να διεξάγει εργασίες στην Κύπρο. Για τις διάφορες καθυστερήσεις στις δόσεις του ήταν η θέση του ότι αυτές οφείλοντο στην άρνηση της Τράπεζας για παραχώρηση της σχετική συγκατάθεσης για μεταφορά των οχημάτων εκτός Κύπρου. Κατόπιν ερωτήσεων παραδέχτηκε ότι την 25/10/2002, ημερομηνία κατά την οποία είχε σταλεί προς την Τράπεζα η επιστολή του δικηγόρου του (Τεκμήριο 10), δεν κατείχε άδεια από τις αρμόδιες Κυβερνητικές Αρχές για να μεταφέρει το σχετικό όχημα εκτός Κύπρου και υποστήριξε ότι του είχε αφαιρεθεί από την Κυβερνητική Αρχή η σχετική άδεια αφού δεν πλήρωνε τα σχετικά τέλη, γεγονός που και πάλι απέδωσε στην άρνηση της Τράπεζας να του παρέχει τη δική της συγκατάθεση για μεταφορά του σχετικού οχήματος εκτός Κύπρου, στερώντας του έτσι την ευκαιρία να εργαστεί και να αποπληρώσει τα σχετικά τέλη προς την αρμόδια Κυβερνητική Αρχή. Ο κ. Στέλιος Κουρουκλίδης (Μ.Υ.2), ανέφερε μεταξύ άλλων ότι είναι εγκεκριμένος λογιστής. Γνωρίζει πολύ καλά τον Εναγόμενο 2 αφού είναι πελάτης του. Ο Εναγόμενος 2 είναι ο μοναδικός μέτοχος και διευθυντής της Εναγόμενης 1 εταιρείας η οποία ασχολείτο με μεταφορές. Η Εναγόμενη 1 εταιρεία ιδρύθηκε για να διεξάγει επιχείρηση μεταφορών και συγκεκριμένα για την αγορά κάποιου καινούργιου οχήματος, το οποίο θα αναλάμβανε να κάνει μεταφορές στην Ευρώπη. Για την ενέργεια αυτή η συμβουλή προήλθε από το γραφείο του Μ.Υ.
- Πιο συγκεκριμένα, όταν ο Εναγόμενος 2 αποφάσισε να δημιουργήσει τη σχετική επιχείρηση, πήγε στο γραφείο του Μ.Υ.2, οπότε ο Μ.Υ.2 προχώρησε σε κάποια οικονομική μελέτη για να δουν αν ήταν κερδοφόρα ή όχι η επιχείρηση. Σύμφωνα με τη μελέτη στην οποία προέβηκε το γραφείο του Μ.Υ.2, η επιχείρηση θα άφηνε κέρδος περίπου Λ.Κ.36.000 ετησίως. Πρόσθεσε ότι η Εναγόμενη 1 εταιρεία προχώρησε και αγόρασε κάποιο εμπορικό όχημα, το οποίο είχε προβλήματα. Ακολούθως το πήρε πίσω και πήρε άλλο το οποίο έκανε ταξίδια και ακολούθως οι Ενάγοντες του το σταμάτησαν. Ακολούθως ο μάρτυρας σχολίασε την κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο
- Είπε ότι του είχε δοθεί, την είχε μελετήσει προσεκτικά και προ δέκα περίπου ημερών από την ημέρα που έδιδε μαρτυρία είχε επισκεφθεί τους Ενάγοντες. Σχολίασε ότι κατά τη συνάντηση διαπίστωσε ότι οι λειτουργοί δεν γνώριζαν λεπτομέρειες της κατάστασης αυτής αφού δεν ήταν οι ίδιοι που είχαν προβεί στη χρηματοδότηση. Μάλιστα, σε κάποιο χρονικό σημείο, τον είχαν ρωτήσει να τους δώσει αντίγραφο της δικής του κατάστασης. Κατόπιν της εν λόγω συνάντησης, ισχυρίστηκε ότι είχε προσέξει τα εξής: α) Υπήρχαν δυο μεγάλα ποσά (Λ.Κ.19.253,45 και Λ.Κ.18.487,91 τα οποία αναφέρονταν σε τόκους που είχαν χρεωθεί στο λογαριασμό. Για τα εν λόγω ποσά ο Μ.Υ.2 τους είχε ζητήσει ανάλυση ως προς το πώς κατέληξαν σ' αυτά τα ποσά. Όμως ουδέποτε του έδωσαν απάντηση. β) Επίσης ότι κατά τη διάρκεια του συμβολαίου χρηματοδότησης οι τόκοι είχαν χρεωθεί για ολόκληρη την περίοδο του συμβολαίου από την αρχή μέχρι το τέλος. Δηλαδή είχαν προχρεωθεί από την αρχή του συμβολαίου και σε κάποιες περιπτώσεις που υπήρχαν καθυστερημένες δόσεις, γινόντουσαν χρεώσεις τόκων στο ίδιο συμβόλαιο για δεύτερη φορά. Δηλαδή σύμφωνα με το μάρτυρα, χρεωνόντουσαν τόκοι δυο φορές για το ίδιο ποσό και για την ίδια περίοδο. Πάντως δεν μπορούσαν να καταλήξουν σε οποιοδήποτε ποσό με τους λειτουργούς των Εναγόντων. Κατά την αντεξέταση, ερωτούμενος κατά πόσο έχει τη μελέτη στην οποία αναφέρθηκε, απάντησε αρνητικά προσθέτοντας ότι είχε γίνει πριν αρκετά χρόνια και ήταν μόνο για εσωτερικούς σκοπούς. Ερωτήθηκε πώς κατέληξε ότι η εταιρεία θα κέρδιζε Λ.Κ.36.000 ετησίως. Παρατίθεται σχετικό απόσπασμα. «Ε. Πώς καταλήξατε ότι αυτή η εταιρεία θα κέρδιζε Λ.Κ.36.000 ετησίως; Α. Ο τρόπος που υπολογίζεται και ετοιμάζεται μια τέτοια έκθεση, υπολογίζουμε έσοδα από την εν λόγω επιχείρηση την οποία είχε σκοπό και κατά νου ο κ. Δημητρίου να κάνει και στη συνέχεια κάναμε ένα άλλο υπολογισμό όσον αφορά τα έξοδα και η διαφορά μεταξύ των εσόδων και των εξόδων είναι το καθαρό κέρδος που άφηνε αυτή η επιχείρηση. Ε. Συμφωνείτε μαζί μου όμως ότι ήταν μια υποθετική οικονομική μελέτη. Δεν την κάνατε στην πράξη. Α. Όχι υποθετική, ήταν ένας υπολογισμός, όχι υποθετική. Ο υπολογισμός βασίζεται σε συγκεκριμένα στοιχεία και πληροφορίες π.χ. ένα ταξίδι από την Ελλάδα στο Λονδίνο ο κ. Δημητρίου ήξερε την κατανάλωση του συγκεκριμένου αυτοκινήτου όσον αφορά βενζίνη, παραδείγματος χάριν υπολογίζαμε το ποσό της βενζίνης και βγάζαμε το κόστος, κάναμε αυτή τη μελέτη με συγκεκριμένους υπολογισμούς. Ε. Αυτοί οι υπολογισμοί που μας είπατε είχαν αποτέλεσμα; Α. Τι εννοείτε; Ε. Πρακτικά, υπολογίσατε κάτι, κάνατε κάποια οικονομική μελέτη, είχατε αποτελέσματα; Α. Αφού δεν μπορούσε να διεξάγει την εργασία, έκανε μόνο μερικά ταξίδια και έπειτα τον σταμάτησαν. Ε. Και η οικονομική μελέτη έμεινε θεωρητική; Α. Όχι, είναι καθ' υπολογισμό.» Αναφορικά με τους λειτουργούς των Εναγόντων που συνάντησε, διευκρίνισε ότι το τι είχε διαπιστώσει κατά τη συνάντηση ήταν ότι δεν ήταν σίγουροι πώς έγιναν οι υπολογισμοί. Οι λειτουργοί του είχαν αναφέρει ότι δεν προέβηκαν οι ίδιοι στους υπολογισμούς. Επέμενε στους ισχυρισμούς του και μεταξύ άλλων για το ότι κατά την περίοδο της χρηματοδότησης είχαν χρεωθεί τόκοι δυο φορές για το ίδιο ποσό και για την ίδια περίοδο. Ερωτούμενος πώς κατέληξε σ' αυτό το συμπέρασμα, ανέφερε ότι σύμφωνα με την πληροφόρηση των λειτουργών της τράπεζας οι τόκοι για το συμβόλαιο χρεώθηκαν από την αρχή του συμβολαίου για το ποσό των Λ.Κ.20.926,60 και ότι γίνονταν κάποιες πληρωμές καθυστερημένες. Κατά τη διάρκεια του συμβολαίου χρεωνόντουσαν τόκοι για δεύτερη φορά (παρέπεμψε στην κατάσταση Τεκμήριο 9). Τέλος ισχυρίστηκε ότι για να είναι σε θέση να πει τι ποσό θα οφειλόταν (αν αποδεικνυόταν ότι οφείλεται οποιοδήποτε ποσό) χρειάζεται τις λεπτομέρειες που είχε ζητήσει και δεν του δόθηκαν. ----------------------- Ακολούθησαν οι αγορεύσεις. ----------------------- ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ, ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες ενώ έδιδαν μαρτυρία καθώς και τον τρόπο και ύφος με το οποίο απαντούσαν τις διάφορες ερωτήσεις. Όσον αφορά τον κ. Νεόφυτο Παρέα (Μ.Ε.1): Ο Μ.Ε.1 κ. Νεόφυτος Παρέας βρίσκεται στην υπηρεσία των Εναγόντων από την 21/08/2001 και από τις αρχές του 2008 στο Τμήμα Δικαστικών Υποθέσεων των Εναγόντων. Στα καθήκοντα του μεταξύ άλλων είναι ο έλεγχος και η παρακολούθηση των προβληματικών λογαριασμών. Πριν το 2008 εργαζόταν στο Τμήμα Καθυστερήσεων της Τράπεζας και σε άλλα πόστα. Συγκεκριμένα ήταν χειριστής λογαριασμών ή Δικαστικών υποθέσεων όπου υπήρχε παράβαση συμφωνίας με καθυστερήσεις. Εκτός από τα δυο αυτά τμήματα εργάστηκε σε διάφορα τμήματα των Εναγόντων που κυρίως σχετίζονται με δανεισμό. Πριν την εργοδότηση του από τους Ενάγοντες, δηλαδή το έτος 2000, ασχολείτο με «corporate banking» και δανεισμούς πολλών εκατομμυρίων εκτός Κύπρου. Προκύπτει από τη μαρτυρία ότι του έχει αναταθεί από τους Ενάγοντες ο χειρισμός και η παρακολούθηση του λογαριασμού της παρούσας υπόθεσης και ότι για πρώτη φορά ανέλαβε το φάκελο της υπόθεσης το 2008, ο οποίος φάκελος είναι στην κατοχή του. Ο Μ.Ε.1 παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου διατεθειμένος να πληροφορήσει το Δικαστήριο με ειλικρίνεια για οτιδήποτε γνώριζε για την υπόθεση καθώς και για την πηγή της πληροφόρησης του που ήταν ο φάκελος της υπόθεσης. Τα όσα ανέφερε αναφορικά με την κατάρτιση και ύπαρξη των εγγράφων στο σχετικό φάκελο αποτελούν πραγματικά γεγονότα. Εκεί δε που δεν γνώριζε την απάντηση, επίσης το ανέφερνε. Η μαρτυρία του δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση. Ο Μ.Ε.1 μου έκανε καλή εντύπωση. Ο κ. Μιχάλης Κυριακίδης (Μ.Ε.2) ανέφερε οτιδήποτε γνώριζε με ειλικρίνεια σε σχέση με το Τεκμήριο
- Δεν διαπιστώθηκε οποιαδήποτε αντίφαση στα αναφερόμενα του. Όσον αφορά τον κ. Α. Δημητρίου (Μ.Υ.1 - Εναγόμενο 2): Όλα τα στοιχεία δείχνουν ότι πράγματι οι Ενάγοντες γνώριζαν πριν τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς για την πρόθεση της Εναγόμενης 1 εταιρείας να χρησιμοποιούνται τα επίδικα αντικείμενα μόνο εκτός Κύπρου, θέμα για το οποίο ο Εναγόμενος 2 είχε μιλήσει με τους λειτουργούς της τότε Alpha Asset Finance Ltd πριν τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας. (Ως προς κατά πόσο υπήρχε παράλληλη προφορική συμφωνία η προϋπόθεση για της σύναψη της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς και τι ακριβώς, βλ. ανάλυση πιο κάτω σε άλλο σημείο της απόφασης.) Όμως ο Μ.Υ.1 - Εναγόμενος 2 και γενικότερα οι Εναγόμενοι, προσπάθησαν να χρησιμοποιήσουν την πιο πάνω πτυχή καταχρηστικά. Υπάρχουν δε σημαντικά στοιχεία μέσα από τη μαρτυρία του Μ.Υ.1 Εναγόμενου 2 που δείχνουν το μη γνήσιο της προσέγγισης του ιδίου και των Εναγόμενων γενικότερα. Ενδεικτικά ο Μ.Υ.1 - Εναγόμενος 2 προσπάθησε να αποδώσει την παράληψη πληρωμής των δόσεων σε άρνηση της Alpha Asset Finance Ltd να δίδει τη συγκατάθεση της για την έξοδο των αντικειμένων. Από τη μαρτυρία προκύπτει ότι υπήρξαν περιπτώσεις όπου η Alpha Asset Finance Ltd ήταν διστακτική να δώσει τη συγκατάθεση της για την έξοδο των επίδικων αντικειμένων εκτός Κύπρου. (Πόσες φορές και πότε ακριβώς δεν υπάρχει συγκεκριμένη μαρτυρία πλην του ότι μετά την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας και μέχρι την έκδοση της πρώτης συγκατάθεσης ημερομηνίας 23/05/2000 (Τεκμήριο 6(α)) υπήρξαν περαιτέρω διαπραγματεύσεις μεταξύ της Alpha Asset Finance Ltd και της Εναγόμενης 1 εταιρείας μέσω του Εναγόμενου 2 σε σχέση με τη συγκατάθεση, σημείο που δεν αμφισβητήθηκε επαρκώς και αποτελεί πραγματικό γεγονός.) Όμως ακόμα και όταν έδωσε τις πρώτες τρεις συγκαταθέσεις ημερομηνίας 23/05/2000, 12/06/2000 και 23/08/2000 (Τεκμήρια 6(α), (β), (γ)) και πάλι όπως προκύπτει από τη μαρτυρία η Εναγόμενη 1 εταιρεία δεν πλήρωνε τις δόσεις της κανονικά με βάση την επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς. Επιπρόσθετα, ο Μ.Υ.1 - Εναγόμενος 2 απέτυχε να δείξει κατά τη μαρτυρία του ότι η Εναγόμενη 1 εταιρεία έχασε εισοδήματα από συγκεκριμένες εργασίες λόγω άρνησης της Alpha Asset Finance Ltd να συγκατατεθεί. Επιπρόσθετα, κατά την κυρίως εξέταση του ο Μ.Υ.1 επικαλείται τις επιστολές του δικηγόρου της Εναγόμενης 1 εταιρείας ημερομηνίας 28/10/2002 (Τεκμήριο 10) και 21/11/2002 (Τεκμήριο 11). Προσθέτει στην κυρίως εξέταση του ότι με εκείνες τις επιστολές καλούσαν την Alpha Asset Finance Ltd όπως συγκατατεθεί στην έξοδο και μετάβαση των επίδικων οχημάτων εκτός Κύπρου για να πραγματοποιήσουν διεθνείς χερσαίες μεταφορές και εισοδήματα. Το γεγονός όμως ότι με την επιστολή ημερομηνίας 21/11/2002 (Τεκμήριο 11) γίνεται παραδοχή ότι το σχετικό όχημα βρισκόταν στο εξωτερικό (κατά το χρόνο δηλαδή που ζητείτο άδεια για να βγει στο εξωτερικό) πλήττει τη γνησιότητα τόσο των θέσεων του Μ.Υ.1 - Εναγόμενου 2 όσο και των Εναγομένων γενικότερα. Ο Μ.Υ.1 - Εναγόμενος 2 δεν μου έκαμε καλή εντύπωση. Οι δε αναφορές του για τη δήθεν απώλεια εισοδημάτων συνεπεία της συμπεριφοράς των Εναγόντων παρέμειναν εντελώς ατεκμηρίωτες. Η δε απαίτηση του για το ποσό των Λ.Κ.14.800 επίσης παρέμεινε εντελώς ατεκμηρίωτη. Όπως δε προκύπτει από τη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου για πρώτη φορά τέθηκε ο ισχυρισμός αυτός στην Έκθεση Υπεράσπισης. Είναι σίγουρο πως πρόκειται για εκ των υστέρων σκέψεις. Ο κ. Στέλιος Κουρουκλίδης (Μ.Υ.2) εγκεκριμένος λογιστής, δεν τεκμηρίωσε τις θέσεις του ενώπιον του Δικαστηρίου ούτε και έπεισε ότι είχε προβεί σε οποιαδήποτε μελέτη αναφορικά με το υπολογιζόμενο κέρδος των Λ.Κ.36.000 ετησίως σε περίπτωση που η Εναγόμενη 1 εταιρεία προέβαινε σε διεθνείς χερσαίες μεταφορές. Ενδεικτικό τούτου είναι το γεγονός ότι κατά την ακρόαση υποστήριξε ότι θυμόταν το αποτέλεσμα της μελέτης και συγκεκριμένα το υπολογιζόμενο κέρδος των Λ.Κ.36.000, ενώ όταν ρωτήθηκε κατά την αντεξέταση κατά πόσο έχει την ισχυριζόμενη μελέτη, υποστήριξε ότι δεν την είχε πλέον, με τη μη πειστική δικαιολογία ότι έχουν περάσει αρκετά χρόνια και ότι η μελέτη είχε γίνει για εσωτερικούς σκοπούς. Αλλά πέραν τούτου, δεν έδωσε και οποιοδήποτε συγκεκριμένο στοιχείο ως προς το πώς κατέληξε, όπως υποστήριξε στο ποσό των Λ.Κ.36.
- Σε σχέση δε με τα σχόλια του ως προς την κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 9, και πάλι με τη μη πειστική δικαιολογία ότι οι λειτουργοί δεν του έδωσαν στοιχεία που είχε ζητήσει, υποστήριξε ότι δεν μπορούσε να καταλήξει πόσο ήταν το ορθό οφειλόμενο ποσό σύμφωνα με τους δικούς του υπολογισμούς. Όμως τα βασικά στοιχεία ως προς το οφειλόμενο υπόλοιπο τα είχε (ή όφειλε να τα είχε) η πλευρά των Εναγομένων: Την επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς και τα στοιχεία ως προς το σε πόσες πληρωμές προέβη η Εναγόμενη 1 εταιρεία για την επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς. Η απροθυμία του Μ.Υ.2 να θέσει τη δική του γνώμη ως προς το πόσο θα ήταν το ορθό οφειλόμενο ποσό (ανεξαρτήτως αν οι Ενάγοντες το δικαιούντο ή όχι) παραπέμπει σε μια αρνητική στάση που μοναδικό σκοπό είχε να πλήξει ατεκμηρίωτα τη θέση των Εναγόντων ως προς το οποιοδήποτε οφειλόμενο ποσό. Οι Ενάγοντες είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης διεξάγουσα τραπεζικές εργασίες στην Κύπρο. Από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία και συγκεκριμένα από τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 κ. Νεόφυτου Παρέα, προκύπτει ότι περί το έτος 1997 οι εργασίες της τράπεζας Lombard Natwest είχαν εξαγοραστεί από τον όμιλο Alpha Bank εξ Ελλάδος και άρχισαν στην Κύπρο οι εργασίες των δυο εταιρειών δηλαδή της Alpha Asset Finance Ltd και της Alpha Bank Ltd. Στις 12/12/2006, δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερομηνίας 04/12/2006, πραγματοποιήθηκε η παραχώρηση και/ή ανάθεση και/ή εκχώρηση και/ή μεταβίβαση από την Alpha Asset Finance Ltd ολόκληρης της επιχείρησης και/ή ιδιοκτησίας και/ή υποχρεώσεων και/ή δικαιωμάτων της Alpha Asset Finance Ltd στην Alpha Bank Ltd, η οποία την 20/12/2006 μετονομάστηκε σε Alpha Bank Cyprus Ltd. Την ίδια ημερομηνία η Alpha Asset Finance Ltd διαλύθηκε χωρίς εκκαθάριση. Από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία προκύπτει ότι η Εναγόμενη 1 εταιρεία ασχολείτο κατά τον ουσιώδη χρόνο με μεταφορές. Αυτό εξάλλου το υποδηλώνει και το ίδιο το όνομα της Εναγόμενης 1 εταιρείας (Α.Γ. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΛΤΔ) (βλ. επίσης την αίτηση ενοικιαγοράς Τεκμήριο 2 καθώς και το συμβόλαιο της επίδικης ενοικιαγοράς (Τεκμήριο 3) όπου δηλώθηκε ότι η Εναγόμενη 1 εταιρεία ασκούσε το επάγγελμα των μεταφορών. Ειδικότερα, δεν έχει αμφισβητηθεί ότι η Εναγόμενη 1 εταιρεία ασχολείτο κυρίως με τη διεξαγωγή χερσαίων μεταφορών εμπορευμάτων και ότι μετέπειτα και πάντως κατά τον ουσιώδη χρόνο, με εργασίες διεθνών χερσαίων μεταφορών κυρίως με ψυγεία. Όπως δε προκύπτει από πληροφορία που αντλήθηκε από το φάκελο που κατείχε ο Μ.Ε.1 κ. Νεόφυτος Παρέας, και την οποία ο Μ.Ε.1 μετέφερε στο Δικαστήριο, και δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση, οι εργασίες μεταφορών που διεξήγαγε η Εναγόμενη 1 εταιρεία ήταν για λογαριασμό τρίτων. Ο Εναγόμενος 2 ήταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ο μοναδικός μέτοχος και διευθυντής της Εναγόμενης 1 εταιρείας. Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία του Εναγόμενου 2, η οποία δεν έχει αμφισβητηθεί σ' αυτό το σημείο, ο ίδιος έχει μόρφωση μέχρι την τρίτη γυμνασίου και ασκεί εδώ και πολλά χρόνια το επάγγελμα του οδηγού. Μετά από σχετική αίτηση ημερομηνίας 20/03/2000 (Τεκμήριο 2) της Εναγόμενης 1 εταιρείας για ενοικιαγορά (το σχετικό τιμολόγιο Τεκμήριο 4 είχε επίσης εκδοθεί την 20/03/2000), συνάφθηκε μεταξύ της Alpha Asset Finance Ltd και της Εναγόμενης 1 εταιρείας η συμφωνία ενοικιαγοράς ημερομηνίας 31/03/2000 (Τεκμήριο 3) για το συνολικό ποσό των £82.926,
- (Βλ. Τεκμήριο 3: κάτω από τον τίτλο «ΜΙΣΘΩΜΑ ΚΑΙ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΜΙΣΘΩΜΑΤΟΣ», τίμημα τοις μετρητοίς (ΟΛΙΚΟΝ) £71.
- Μείον Αρχική Πληρωμή £9.700, Υπόλοιπο £62.000 Συν Δικαιώματα Εκμισθώσεως £20.926,
- Σύνολο Μισθώματος £82.926,80.) Το αντικείμενο της ενοικιαγοράς με βάση το Τεκμήριο 3 είναι ένα φορτηγό όχημα μάρκας SCANIA με αριθμό εγγραφής ΗΕΧ725 και το Refrigerator Box Van (ψυγείο) με αριθμό εγγραφής 2272CT (όπως ήδη αναφέρεται πιο πάνω στην αρχή της απόφασης γίνεται αναφορά σε αυτά ως «τα αντικείμενα»). Η Εναγόμενη 1 εταιρεία με βάση το Τεκμήριο 3 ανέλαβε να εξοφλήσει το τίμημα με 60 μηνιαίες δόσεις των £1.382,11 η κάθε μία, από την 30/04/2000 ενώ με την τελευταία δόση και εφόσον θα πλήρωνε το επιπρόσθετο ποσό των £10 είχε δικαίωμα να τα αγοράσει. Από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία προκύπτει επίσης ότι η Εναγόμενη 1 εταιρεία έλαβε κατοχή των αντικειμένων με τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς (Τεκμήριο 3). Αναφορικά με τον Μ.Υ.1 - Εναγόμενο 2: Αν και στην Έκθεση Υπεράσπισης δεν γίνεται ρητή παραδοχή ότι ο Εναγόμενος 2 έχει δεσμευτεί ως εγγυητής για την υποχρέωση της Εναγόμενης 1 εταιρείας έναντι των Εναγόντων αναφορικά με την επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς ημερομηνίας 31/03/2000 (Τεκμήριο 3), εντούτοις πουθενά στην όλη ακροαματική διαδικασία ούτε και στην αγόρευση για τους Εναγόμενους δεν υπήρξε αμφισβήτηση ότι ο Εναγόμενος 2 δεσμεύτηκε ως εγγυητής αναφορικά με την επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς. Ούτε και τέθηκε οποιαδήποτε υποβολή για το αντίθετο κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.1, ο οποίος ρητά ανέφερε ότι μεταξύ άλλων και ο Εναγόμενος 2 είναι εγγυητής των υποχρεώσεων της Εναγόμενης 1 εταιρείας αναφορικά με την επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς. Ο δε Εναγόμενος 2 κατά την προφορική του μαρτυρία δέχεται ότι είναι εγγυητής. Δε διαφεύγει του Δικαστηρίου ότι στο Τεκμήριο 3 δεν εντοπίζεται η υπογραφή του Εναγόμενου 2 ως εγγυητή. Επίσης, η επιστολή Τεκμήριο 5 στην οποία υπογράφει ως εγγυητής ο Εναγόμενος 2, έχει προγενέστερη ημερομηνία από την επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς. Ενόψει δε του ότι το θέμα αυτό δεν κατέστη επίδικο στην παρούσα υπόθεση, και ενόψει της απουσίας αμφισβήτησης ή οποιασδήποτε συζήτησης για το θέμα της εγγύησης του Εναγόμενου 2 και με βάση τη μαρτυρία που προσκομίστηκε, αποτελεί πραγματικό γεγονός ότι ο Εναγόμενος 2 εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 εταιρείας αναφορικά με την επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς ημερομηνίας 31/03/2000 (Τεκμήριο 3), κάτι που προκύπτει ξεκάθαρα και από την επιστολή που υπέγραψε (Τεκμήριο 5). Από το σύνολο της μαρτυρίας προκύπτει επίσης ότι αναφορικά με την επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς Τεκμήριο 3, δεν υπογράφτηκε μεταξύ της τότε Alpha Asset Finance Ltd και της Εναγόμενης 1 εταιρείας άλλη γραπτή παράλληλη συμφωνία. Προκύπτει επίσης ότι η τότε Alpha Asset Finance Ltd γνώριζε πριν και κατά την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς ότι η Εναγόμενη 1 εταιρεία θα χρειαζόταν για επαγγελματικούς σκοπούς να μεταφέρει τα επίδικα αντικείμενα εκτός Κύπρου για να εκτελούν χερσαίες μεταφορές στην Ευρώπη. Αυτό επιβεβαιώνεται και από το Τεκμήριο 5, αλλά και μέσα από τη μαρτυρία του κ. Νεόφυτου Παρέα (Μ.Ε.1), ο οποίος συμφώνησε κατά την αντεξέταση ότι υπήρχε πρόθεση της Εναγόμενης 1 εταιρείας για μεταφορά των αντικειμένων εκτός Κύπρου για επαγγελματικούς σκοπούς, κάτι που διαπίστωσε από το φάκελο της υπόθεσης. Πιο συγκεκριμένα, ο Μ.Ε.1 συμφώνησε κατά την αντεξέταση ότι το θέμα της μεταφοράς των αντικειμένων εκτός Κύπρου για σκοπούς διεξαγωγής των εργασιών της Εναγόμενης 1 εταιρείας συζητείτο πριν τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς (Τεκμήριο 3). Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 κ. Ν. Παρέα και το Τεκμήριο 5, το οποίο κατέθεσε ο Μ.Ε.1, ο Εναγόμενος 2 και άλλα πρόσωπα που υπέγραψαν ως εγγυητές την επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς, υπέγραψαν και έστειλαν και προς την τότε Alpha Asset Finance Ltd την 17/01/2000 την επιστολή Τεκμήριο 5 με την οποία οι ίδιος και οι υπόλοιποι εγγυητές συγκατατέθηκαν όπως τα επίδικα αντικείμενα της επίδικης ενοικιαγοράς μεταφέρονται και χρησιμοποιούνται εκτός Κύπρου «μια με δυο φορές το μήνα για μεταφορά εμπορευμάτων στην Ευρώπη» χωρίς να επηρεάζεται η ευθύνη τους δυνάμει της παρασχεθείσας εγγύησης. Το ερώτημα εγείρεται κατά πόσο πριν ή και παράλληλα με την σύναψη της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς (Τεκμήριο 3) είχε συναφθεί οποιαδήποτε παράλληλη προφορική συμφωνία μεταξύ της Alpha Asset Finance Ltd και της Εναγόμενης 1 εταιρείας ή κατά πόσο ήταν προϋπόθεση για τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς ότι η Alpha Asset Finance Ltd θα έδιδε τη συγκατάθεση της για την έξοδο των αντικειμένων εκτός Κύπρου για τους επαγγελματικούς σκοπούς της Εναγόμενης 1 εταιρείας. Με βάση το λεκτικό της συμφωνίας ενοικιαγοράς (Τεκμήριο 3) προκύπτει ότι η συμφωνία δεν αποκλείει παντελώς την έξοδο των αντικειμένων από την Κύπρο (βλ. Τεκμήριο 3, κάτω από τον τίτλο «ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ» τον όρο 2
(1)και το 10
(3)). Όμως τα αντικείμενα δεν μπορούσαν να μεταφερθούν εκτός Κύπρου χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεση των Εναγόντων. Αυτή η διαπίστωση εξάλλου δεν αμφισβητείται από οποιαδήποτε πλευρά. Έχοντας κατά νου και το γεγονός ότι η τότε Alpha Asset Finance Ltd γνώριζε για την πρόθεση της Εναγόμενης 1 εταιρείας για χρησιμοποίηση των επίδικων αντικειμένων εκτός Κύπρου, και έχοντας κατά νου το Τεκμήριο 5, προκύπτει ότι υπήρχε προφορική παράλληλη συμφωνία με την επίδικη ότι η τότε Alpha Asset Finance Ltd στα πλαίσια της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς δεν θα έπρεπε χωρίς εύλογο λόγο να αρνείτο να δίδει συγκατάθεση για την έξοδο των αντικειμένων εκτός Κύπρου. Συνεπώς προκύπτει ότι είτε ρητά είτε έμμεσα ή σιωπηλά η τότε Alpha Asset Finance Ltd είχε δεσμευτεί προφορικά πριν και/ή παράλληλα και/ή ταυτόχρονα με τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας (Τεκμήριο 3) ότι δεν θα αρνείτο στην Εναγόμενη 1 εταιρεία να δίδει τη συγκατάθεση της για την έξοδο των αντικειμένων εκτός Κύπρου χωρίς εύλογο λόγο. Αυτό συνεπώς ήταν προϋπόθεση για τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας. Η θέση όμως του Εναγόμενου 2 κατά την προφορική του μαρτυρία ότι θα έπρεπε η Alpha Asset Finance Ltd να παραχωρούσε τη συγκατάθεση της για μεταφορά των αντικειμένων εκτός Κύπρου ανεξαρτήτως του κατά πόσο η Εναγόμενη 1 εταιρεία πλήρωνε κανονικά το τίμημα της ενοικιαγοράς, απορρίπτεται. Θα ήταν αδιανόητο να θεωρηθεί ότι υπήρχε όρος σιωπηλός ή ρητός ότι η Alpha Asset Finance Ltd υποχρεούτο να έδιδε τη συγκατάθεση της για μεταφορά των επίδικων αντικειμένων στο εξωτερικό ανεξαρτήτως του κατά πόσο η Εναγόμενη 1 εταιρεία αποπλήρωνε το μηνιαίο ενοίκιο με βάση τη συμφωνία ενοικιαγοράς (Τεκμήριο 3). Κάτι τέτοιο θα ήταν έκδηλα εντελώς έξω από τις συνήθεις εργασίες οποιουδήποτε τραπεζικού οργανισμού. Στην ουσία η πλευρά των Εναγομένων προσπάθησε να συνδέσει τα εισοδήματα της Εναγόμενης 1 εταιρείας από τις επαγγελματικές της δραστηριότητες ως όρο για την πληρωμή των ενοικίων. Γι' αυτό και ο Μ.Υ.1 - Εναγόμενος 2 ανέφερε: «Εξάλλου η πληρωμή των εκάστοτε μηνιαίων δόσεων του τιμήματος ενοικιαγοράς εξαρτάτο από την έξοδο των δυο οχημάτων εκτός Κύπρου για τη διεξαγωγή των μεταφορών και την είσπραξη χρημάτων.» Κάτι που οπωσδήποτε θα ήταν επίσης αδιανόητο να αποδέχετο ένας Τραπεζικός Χρηματοδοτικός Οργανισμός. Από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία προκύπτει επίσης ότι η τότε Alpha Asset Finance Ltd συγκατατέθηκε προσωρινά για την έξοδο των επίδικων αντικειμένων εκτός Κύπρου τέσσερις φορές ως εξής:
- Την 23/05/2000 με ισχύ μέχρι το τέλος Μαΐου 2000 σύμφωνα και με τη βεβαίωση που εξέδωσε ως το Τεκμήριο 6(α).
- Την 12/06/2000 με ισχύ μέχρι το τέλος Ιουλίου 2000 σύμφωνα και με τη βεβαίωση που εξέδωσε (Τεκμήριο 6(β).)
- Την 23/08/2000 για ένα μόνο ταξίδι (The trip is valid for one trip only) σύμφωνα και με τη βεβαίωση που εξέδωσε (Τεκμήριο 6(γ).)
- Την 21/05/2001 με ισχύ μέχρι το την 20/06/2001 σύμφωνα και με τη βεβαίωση Τεκμήριο 6(δ).) Ως προς το ερώτημα σε ποιες πληρωμές προέβηκε η Εναγόμενη 1 εταιρεία μετά την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς Τεκμήριο 3: Όπως προκύπτει από το σύνολο της μαρτυρίας και μεταξύ άλλων το Τεκμήριο 9 οι πληρωμές αυτές έχουν ως εξής: Την 09/06/2000 Λ.Κ.
- Την 29/08/2000 Λ.Κ.1.
- Την 08/03/2001 Λ.Κ.1.
- Την 04/05/2001 Λ.Κ.1.
- Την 10/04/2002 Λ.Κ.0,
- Την 17/04/2002 Λ.Κ.
- Την 07/06/2002 Λ.Κ.
- Την 17/07/2002 Λ.Κ.
- Σύνολο πληρωμών Λ.Κ.6.387,
- Συνεπώς μετά την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς ουδεμία άλλη πληρωμή υπήρξε εκτός από τις πιο πάνω. Εδώ διευκρινίζεται ότι ούτε και η πλευρά των Εναγομένων υποστήριξε ότι υπήρξε οποιαδήποτε επιπρόσθετη πληρωμή από την Εναγόμενη 1 εταιρεία, μετά την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας (Τεκμήριο 3). Προκύπτει δε από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία ότι η Εναγόμενη 1 εταιρεία ουδέποτε επιχείρησε να τερματίσει την επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς. Από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία προκύπτει ότι την 25/10/2002 στάληκε επιστολή εκ μέρους της Εναγόμενης 1 εταιρείας από το δικηγόρο της προς την τότε Alpha Asset Finance Ltd (Τεκμήριο 10). Παρατίθεται αυτούσιο μέρος της εν λόγω επιστολής: «Οι πιο πάνω πελάτες μου πριν τη σύναψη της πιο πάνω συμφωνίας, ανέφεραν στους αρμόδιους υπαλλήλους ή και αξιωματούχους ή και αντιπροσώπους σας ότι το πιο πάνω όχημα ή και ψυγείο αγοραζόταν με σκοπό να διεξάγει χερσαίες μεταφορές αγαθών διεθνώς ή και εκτός Κύπρου. Πριν τη σύναψη της πιο πάνω συμφωνίας ενοικιαγοράς συμφωνήσατε προφορικά και αναλάβατε την υποχρέωση ή και υποσχεθήκατε ότι θα παρείχατε τη συγκατάθεση ή και άδεια σας, ούτως ώστε το πιο πάνω όχημα να μπορεί να μεταβαίνει εκτός Κύπρου και να διεξάγει διεθνείς χερσαίες μεταφορές εμπορευμάτων, σκοπός για τον οποίο οι πελάτες μου το αγόρασαν και τον οποίο σας γνωστοποίησαν εξ αρχής. Μετά τη σύναψη της πιο πάνω συμφωνίας ενοικιαγοράς, οι πελάτες μας επανειλημμένα σας εκάλεσαν όπως παραχωρήσετε σ' αυτούς την πιο πάνω συγκατάθεση σας, εσείς όμως κατά παράβαση των υποσχέσεων ή και συμφωνίας σας, αρνηθήκατε και αρνείσθε να πράξετε τούτο. Σαν αποτέλεσμα της πιο πάνω άρνησης σας, οι πελάτες μου στερήθηκαν και στερούνται τη δυνατότητα εκμετάλλευσης του πιο πάνω αυτοκινήτου με τον προαναφερόμενο τρόπο με αποτέλεσμα να έχουν υποστεί ζημιά και απώλεια πολλών χιλιάδων λιρών και επιφυλάσσουν τα δικαιώματα τους να αξιώσουν από εσάς αποζημιώσεις. Καθώς γνωρίζετε το τίμημα της πιο πάνω ενοικιαγοράς είναι πολύ μεγάλο υπό τις περιστάσεις και οι πελάτες μου λόγω της πιο πάνω άρνησης σας δεν μπορούν να τηρήσουν τις υποχρεώσεις τους. Με την παρούσα καλείσθε για τελευταία φορά όπως συγκατατεθείτε στην πιο πάνω έξοδο και είσοδο στην Κύπρο ου πιο πάνω οχήματος.» Ακολούθησε η επιστολή προς την Εναγόμενη 1 εταιρεία ημερομηνίας 29/10/2002 με κοινοποίηση στους εγγυητές (Τεκμήριο 7) εκ μέρους της τότε Alpha Asset Finance Ltd με την οποία κοινοποιείτο μεταξύ άλλων ότι οι Ενάγοντες αποφάσισαν τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς και με την οποία ζητούσε άμεση παράδοση των επίδικων αντικειμένων και πληρωμή των σχετικών ποσών. Η Εναγόμενη 1 εταιρεία μέσω του δικηγόρου της απάντησε με επιστολή ημερομηνίας 21/11/2002 (Τεκμήριο 11) ως εξής: «...............................Το ποσό της ενοικιαγοράς όπως γίνεται κατανοητό είναι πολύ μεγάλο και δεν ήταν υπό τις περιστάσεις δυνατή η παραχώρηση του, μέσω ενοικιαγοράς και μάλιστα χωρίς την εκμετάλλευσης των ενοικιαγοραζομένων οχημάτων. Οι πελάτες μου δεν αποδέχονται υπαιτιότητα από μέρους τους ή παράβαση της πιο πάνω συμφωνίας και κατά συνέπεια ούτε το δικαιολογημένο του τερματισμού από τους πελάτες σας. Οι πελάτες μου είχαν και έχουν την πρόθεση να ανταποκριθούν στις συμβατικές τους υποχρεώσεις, νοουμένου ότι και οι πελάτες σας τηρήσουν τις δικές τους. Όσον αφορά το αίτημα των πελατών σας για παράδοση των οχημάτων, αυτό δεν γίνεται αποδεχτό. Εν πάση περιπτώσει πληροφορικά σας αναφέρω ότι αυτό βρίσκεται στο εξωτερικό. Όσον αφορά την πρόθεση των πελατών σας για την ισχυριζόμενη εκποίηση του ενυποθήκου ακινήτου, σας αναφέρω ότι το χρέος που καλυπτόταν με την ισχυριζόμενη υπόθεση έχει προ πολλού εξοφληθεί και με την παρούσα οι πελάτες σας καλούνται όπως άρουν την πιο πάνω υποθήκη, διαφορετικά θα ληφθούν μέτρα για την άρση της. Ως εκ των ανωτέρω, πιστεύω ότι οι πελάτες σας είναι φρονιμότερο όπως παράσχουν τη συγκατάθεση τους για να καταστεί δυνατή η χρήση και εκμετάλλευση του οχήματος καθώς και η πληρωμή των δόσεων της ενοικιαγοράς. Παρακαλώ όπως έχω σχετική απάντηση σας.» Η τότε Alpha Asset Finance Ltd απάντησε προς το δικηγόρο της Εναγόμενης 1 εταιρείας με την επιστολή ημερομηνίας 03/12/2002 Τεκμήριο
- Να επισημανθεί ότι τόσο με την επιστολή ημερομηνίας 29/10/2012 (Τεκμήριο 7) όσο και με την επιστολή (Τεκμήριο 12) η Alpha Asset Finance Ltd κάλεσε την Εναγόμενη 1 εταιρεία να παραδώσει άμεσα τα αντικείμενα και να πληρώσει τα οφειλόμενα ποσά. Προκύπτει επίσης από τη μαρτυρία ότι η πλευρά των Εναγομένων δεν συμμορφώθηκε με τις εν λόγω επιστολές Τεκμήρια 7 και
- Επιπρόσθετα: Η πλευρά των Εναγομένων ήταν ενημερωμένη από το στάδιο της καταχώρησης των δικογράφων της Απάντησης ότι ήταν ισχυρισμός των Εναγόντων ότι «τα εν λόγω αντικείμενα δεν εδικαιούντο να εκτελούν διεθνείς μεταφορές αφού τους αφαιρέθη η άδεια οδικής χρήσης σαν οχήματα Διεθνών Μεταφορών καθότι οι Εναγόμενοι 1 δεν συμμορφώθηκαν προς τους σχετικούς Κανονισμούς...» Από δε τη μαρτυρία του κ. Μ. Κυριακίδη (Μ.Ε.2) και το Τεκμήριο 14 προέκυψε ότι τουλάχιστο σε κάποιο χρονικό σημείο μέχρι την ή πριν την 19/03/2002, είχε αφαιρεθεί η άδεια οδικής χρήσης σαν όχημα Διεθνών Μεταφορών αναφορικά με το επίδικο ΗΕΧ
- Η δε πλευρά των Εναγομένων και πολύ περισσότερο ο Μ.Υ.1 - Εναγόμενος 2 κατά τη μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου είχε την ευκαιρία και θα μπορούσε να αντικρούσει τους ισχυρισμούς αυτούς, με συγκεκριμένη μαρτυρία αν βέβαια τέτοιοι ισχυρισμοί δεν ευσταθούσαν. Κάτι τέτοιο δεν έγινε. Από δε τη μαρτυρία του Εναγόμενου 2 επιβεβαιώθηκε στην ουσία το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
- Ο Μ.Υ.1 - Εναγόμενος 2 επιχείρησε μάλιστα να συνδέσει την αφαίρεση της άδειας Διεθνών Μεταφορών με την έλλειψη χρημάτων που είχε η εταιρεία, που την απέδιδε και πάλι στην υπαιτιότητα της Alpha Asset Finance Ltd, ότι δηλαδή συνεπεία της ισχυριζόμενης αντισυμβατικής συμπεριφοράς της Alpha Asset Finance Ltd η Εναγόμενη 1 εταιρεία δεν είχε χρήματα για να εξασφαλίσει τη σχετική άδεια, χωρίς καν να αναφερθεί ως προς το πόσο κόστιζε για να εξασφαλιστεί η άδεια. Σε κάθε περίπτωση, πουθενά δεν προνοείται ή υπονοείται ότι η εξασφάλιση της Εναγόμενης 1 εταιρείας άδειας χρήσης διεθνών μεταφορών αναφορικά με τα επίδικα αντικείμενα θα εξαρτάτο από τη συμπεριφορά των Εναγόντων. Στην τελική ανάλυση η πλευρά των Εναγομένων δεν έδειξε ότι η αιτία της αφαίρεσης της πιο πάνω άδειας χρήσης διεθνών μεταφορών ήταν η συμπεριφορά της Alpha Asset Finance Ltd (των Εναγόντων). Περαιτέρω, με τα πιο πάνω στοιχεία, θα ανέμενε κανείς, αν κατά την ημερομηνία 25/10/2002 της επιστολής Τεκμήριο 10 υπήρχε άδεια Διεθνών Μεταφορών, να το ετίθετο από τους Εναγόμενους με συγκεκριμένη μαρτυρία κατά την ακρόαση. Περαιτέρω ευρήματα και ανάλυση. Ήταν ο τερματισμός νόμιμος; Όπως ήδη αναφέρεται πιο πάνω αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι η τότε Alpha Asset Finance Ltd με την επιστολή της ημερομηνίας 29/10/2002 (Τεκμήριο 7) τερμάτισε την επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς. Συνεπώς αποτελεί ερώτημα το οποίο χρήζει απάντησης από το Δικαστήριο ως προς το νόμιμο ή όχι του εν λόγω τερματισμού. Όπως ήδη είναι ξεκάθαρο, κατά την ημερομηνία του τερματισμού της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς το μεγαλύτερο μέρος των δόσεων που ήδη είχαν καταστεί πληρωτέες δυνάμει της επίδικης συμφωνίας, ήταν απλήρωτες από την Εναγόμενη 1 εταιρεία. Ο δε λόγος του τερματισμού εστιάστηκε στην παράληψη πληρωμής ως ανωτέρω. Συνεπώς θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο η Εναγόμενη 1 εταιρεία έχει προβάλει επιτυχώς οποιαδήποτε δικαιολογία για τη μη πληρωμή των δόσεων, τέτοια που να καθιστά τη μη πληρωμή των δόσεων ως δικαιολογημένη και συνεπώς τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς από την τότε Alpha Asset Finance Ltd παράνομο. Σ' αυτό το σημείο χρήσιμο είναι το εξής απόσπασμα από το σύγγραμμα "An Outline of the Law of Contract" του Treitel, 2η έκδοση στις σελίδες 282-283: "c. Excuses for non-performance. Not every failure to perform a contractual duty is a breach. The failure may be excused by some rule of law, or by the terms of the contract. Excuses are provided by law in a number of situations. First and most obviously, non-performance by one party may be excused because the other party has failed to perform his part: if goods are sold for cash on delivery and the seller has not delivered, then the buyer need to pay. Secondly, performance may be excused by a supervening event outside the control of the parties........................... Excuses provided by the contract take two common forms. First, the contract may contain a clause entitling a party to cancel or to terminate. Hire-purchase agreements, for example, often expressly (or as a matter of law) confer on the hirer the right to terminate by notice. If the hirer exercise that right his failure thereafter to pay instalments is obviously not a breach - though he will be in breach if he simply fails to pay without going through the motions of terminating in accordance with his right to do so. Secondly, a contract which would normally impose a strict duty may provide that, if one party cannot perform for some reason beyond his control, he is to be excused............. A party relying on an excuse for non-performance must show that it existed at the time of his refusal or failure to perform. If he can show this, he is not in breach." Στην προκειμένη περίπτωση η πλευρά των Εναγομένων απέτυχε να δείξει ότι δικαιολογημένα δεν προέβαινε η Εναγόμενη 1 εταιρεία σε πληρωμές δυνάμει της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς. Με τη εξής έννοια: Απέτυχε να δείξει ότι η παράληψη πληρωμής είχε ως αιτία οποιαδήποτε συμπεριφορά της τότε Alpha Asset Finance Ltd. Πιο συγκεκριμένα: (α) Ακόμα και όταν στους πρώτους μήνες της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς η Alpha Asset Finance Ltd έδωσε τη συγκατάθεση της (Τεκμήρια 6(α), (β) και (γ)) και πάλι η Εναγόμενη 1 εταιρεία δεν πλήρωνε κανονικά τα ενοίκια. Όταν και πάλι η Alpha Asset Finance Ltd έδωσε τη συγκατάθεση της στις 21/05/2001 με ισχύ μέχρι την 20/06/2001 (Τεκμήριο 6(δ)) και πάλι όπως προκύπτει από τα ευρήματα η Εναγόμενη 1 εταιρεία δεν προέβηκε σε πληρωμή των ενοικίων αμέσως ή σύντομα μετά την εν λόγω συγκατάθεση. Συνεπώς τα αμέσως πιο πάνω δείχνουν ότι η παράλειψη πληρωμής του ενοικίου από την Εναγόμενη 1 εταιρεία δεν είχε αιτιώδη συνάφεια με τη συμπεριφορά των Εναγόντων. Η δε εκδοχή του Μ.Υ.1 - Εναγόμενου 2 ότι όποτε έπαιρνε τη σχετική συγκατάθεση από την Alpha Asset Finance Ltd ακολουθούσε η πληρωμή σύμφωνα με την επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς, καταρρέει (βλ. απόσπασμα της αντεξέτασης του Μ.Υ.1 - Εναγόμενου 2: «Ε: Και μέχρι τότε εξακολουθούσατε να μην πληρώνετε τις δόσεις σας; Συμφωνείτε; Α: Όχι, όποτε πήγαινα δρομολόγιο πλήρωνα. Ε: Πότε πληρώσατε; Α: όταν επέστεφα από το δρομολόγιο μου. Ε: Πότε δηλαδή; Α: Δεν θυμάμαι ακριβώς ημερομηνίες, πρέπει να τα δω. Ε: Ποσά θυμάστε που πληρώνατε; Α: Ήταν διάφορα τα ποσά γιατί τα δρομολόγια εβκαίναν ένα - ένα, δεν μπορούσα να εργαστώ, δεν μου διούσαν τις άδειες όπως έπρεπε, όποτε μου διούσαν άδεια εγώ πάντοτε έφερνα τους λεφτά.») (β) Επιπρόσθετα, τα ευρήματα σε σχέση με την αφαίρεση της άδειας διεθνών μεταφορών για το επίδικο ΗΕΧ725Μ με βάση το Τεκμήριο 14 καταγράφονται πιο πάνω. Και τα συγκεκριμένα ευρήματα αποτελούν ακόμα ένα στοιχείο που συνηγορεί υπέρ της διαπίστωσης ότι η πλευρά των Εναγομένων απέτυχε να δείξει ότι η μη πληρωμή των δόσεων οφείλετο σε οποιαδήποτε αντισυμβατική συμπεριφορά της τότε Alpha Asset Finance Ltd και συνεπώς απέτυχε να δείξει ότι δικαιολογημένα η Εναγόμενη 1 εταιρεία δεν προέβηκε στις πληρωμές με βάση την επίδικη συμφωνία. (γ) Είναι γεγονός ότι από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία προκύπτει ότι η Alpha Asset Finance Ltd έτυχε να αρνηθεί κατά τη διάρκεια της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς για να δώσει τη συγκατάθεση της για την μεταφορά των αντικειμένων εκτός Κύπρου. Σε ποιες συγκεκριμένες περιπτώσεις δεν μπορεί να υπάρξει ακριβές εύρημα, αφού και οι Εναγόμενοι δεν προσκόμισαν συγκεκριμένη μαρτυρία (πλην των αρχικών συζητήσεων μέχρι την πρώτη συγκατάθεση Τεκμήριο 6(α)). Όμως προκύπτει ότι η πιο πάνω συμπεριφορά της Alpha Asset Finance Ltd όποτε εκφράστηκε, ήταν δικαιολογημένη και εύλογη ενόψει της παράλειψης της Εναγόμενης 1 εταιρείας να είναι συνεπής με τις υποχρεώσεις της με βάση την επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς, η οποία παράλειψη της Εναγόμενης 1 εταιρείας όπως είδαμε πιο πάνω, δεν ήταν αποτέλεσμα της συμπεριφοράς της Alpha Asset Finance Ltd. (δ) Και κάτι επιπρόσθετο. Ναι μεν αποτελεί διαπίστωση ότι η Alpha Asset Finance Ltd έτυχε να αρνηθεί στα πλαίσια της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς να δώσει τη συγκατάθεση της για την έξοδο των αντικειμένων εκτός Κύπρου. Όμως εδώ τίθεται ένα ερώτημα το οποίο παρέμεινε αναπάντητο: Ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε ως προς το πόσους και ποιους συγκεκριμένους πελάτες έχασε η Εναγόμενη 1 εταιρεία, συνεπεία της άρνησης της Alpha Asset Finance Ltd (όποτε αυτή εκφράστηκε). Για ποιες συγκεκριμένες εργασίες ενδιαφέρθηκαν οι τυχόν πελάτες ή ενδιαφερόμενοι πελάτες, σε ποιες συγκεκριμένες ημερομηνίες; Σε ποιες συγκεκριμένες ημερομηνίες ζήτησε η Εναγόμενη 1 εταιρεία σχετική συγκατάθεση από την Alpha Asset Finance Ltd και για ποιες συγκεκριμένες προτιθέμενες μεταφορές και πότε και πόσες φορές συγκεκριμένα η Alpha Asset Finance Ltd αρνήθηκε να δώσει συγκατάθεση; Το γεγονός ότι με την επιστολή που υπέγραψαν οι εγγυητές (Τεκμήριο 5), συγκατατέθηκαν οι εγγυητές για τη μεταφορά των επίδικων αντικειμένων στο εξωτερικό μια ή δυο φορές το μήνα, δεν σημαίνει ότι πράγματι για κάθε μήνα η Εναγόμενη 1 εταιρεία ζητούσε την άδεια της Alpha Asset Finance Ltd για μεταφορά των αντικειμένων στην Ευρώπη. Ούτε και έχει αποδειχθεί ότι η Εναγόμενη 1 εταιρεία είχε ενδιαφερόμενους πελάτες κάθε μήνα και κάθε μήνα η Alpha Asset Finance Ltd αρνείτο να δώσει συγκατάθεση. Πλην των αόριστων ισχυρισμών του Μ.Υ.2 - Εναγόμενου 2 και την επιστολή εκ μέρους της Εναγόμενης 1 εταιρείας 2½ χρόνια μετά την ημερομηνία της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς ουδέν συγκεκριμένο στοιχείο έχει τεθεί στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας αναφορικά με τα πιο πάνω ερωτήματα. Ο όρος 4 της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς (Τεκμήριο 3) προνοεί τα εξής: «
- Εάν ο μισθωτής (α) Παραλήψη να πληρώση την οφειλομένην ή την μετ' ακριβείας πληρωμήν οιουδήποτε των μισθωμάτων ή οιουδήποτε ποσού πληρωτέου εις τους ιδιοκτήτας δυνάμει της παρούσης συμβάσεως ή οιουδήποτε τμήματος του τοιούτου μισθώματος ή ποσού (β) Διαπράξη ή ανεχθή την παράβασιν οιουδήποτε τμήματος της παρούσης συμβάσεως ή (γ) Πράξη ή ανεχθή οιανδήποτε πράξιν (act) ή πράγμα δύναται να παραβλάψη ή θέση Εναγόμενος κινδύνω την ιδιοκτησίαν ή τα δικαιώματα των ιδιοκτητών επί των Αγαθών (δ) Επιτρέψη οιανδήποτε κατ' αυτού δικαστικήν απόφασιν να παραμείνη ανικανοποίητος (unsatisfied). ΤΟΤΕ άμα ως συμβή οιονδήποτε τοιούτον γεγονός οι ιδιοκτήται δύνανται, άνευ βλάβης της αξιώσεως των διά οφειλόμενα ήδη ποσά (arrears) ή διά μηνιαία μισθώματα ή διά πληρωμήν τόκου ή διά άλλα οφειλόμενα ποσά ή διά αποζημιώσεις διά παράβασιν της συμβάσεως ταύτης, να τερματίσωσι αμέσως την μίσθωσιν των Αγαθών. Άμα τω τοιούτω τερματισμώ και άνευ οιασδήποτε προηγουμένης ειδοποιήσεως ή οχλήσεως (και ανεξαρτήτως του εάν ούτοι είχον προηγουμένως παραιτηθή οιαδήποτε αξιώσεως των διά παράβασιν της συμβάσεως υπό του μισθωτού) οι ιδιοκτήται θα αποκτούν δικαίωμα αμέσου κατοχής (possession) των αγαθών.» Ο δε όρος 9 της ίδιας συμφωνίας προνοεί τα εξής: «
- Ουδεμία παράλειψις, ανοχή ή χαλάρωσις επιδειχθείσα υπό των ιδιοκτητών προς τον μισθωτήν ή επιδειχθείσα κατά τον εξαναγκασμόν οιουδήποτε των όρων ή αιρέσεων της παρούσης συμβάσεως θα επηρεάζη, μειώνη, περιορίζη ή παραβλάπτη καθ' οιονδήποτε τρόπον τα δυνάμει της παρούσης συμβάσεως δικαιώματα ή εξουσίας των ιδιοκτητών ή θα συνιστά παραίτησιν ή θα θεωρείται ως συνιστώσα παραίτησιν των εξ οιασδήποτε παραβάσεως των όρων και αιρέσεων της παρούσης συμβάσεως γενομένων δικαιωμάτων και εξουσιών των ιδιοκτητών.» Δεν αγνοώ ότι η Alpha Asset Finance Ltd ανέχθηκε τις παραλείψεις πληρωμών από την Εναγόμενη 1 εταιρεία για 2½ περίπου έτη και ότι ο τερματισμός από την Alpha Asset Finance Ltd ακολούθησε την επιστολή της Εναγόμενης 1 εταιρείας Τεκμήριο
- Όμως αυτό δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η Alpha Asset Finance Ltd έχασε το δικαίωμα της να τερματίσει τη συμφωνία, ούτε ότι ο τερματισμός ήταν παράνομος για άλλους λόγους (βλ. όρο 9 αμέσως πιο πάνω). Συνεπώς έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αδικαιολόγητες παραλείψεις πληρωμών από την Εναγόμενη 1 εταιρεία, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι ο τερματισμός ήταν νόμιμος. Επιπρόσθετα, να επισημανθεί ότι η Εναγόμενη 1 εταιρεία παρέλειπε να πληρώνει τις δόσεις της όπως καταγράφεται πιο πάνω, χωρίς όμως προηγουμένως η ίδια να τερματίσει την επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς. Ανεξαρτήτως όλων των πιο πάνω, το μη γνήσιο της εκδοχής των Εναγομένων κρίνεται και από το γεγονός ότι ενώ κατά το χρόνο της επιστολής Τεκμήριο 10 ημερομηνίας 25/10/2002 ζητείτο η συγκατάθεση της Alpha Asset Finance Ltd για μεταφορά των επίδικων οχημάτων στο εξωτερικό, σύμφωνα με παραδοχή της ίδιας της Εναγόμενης 1 εταιρείας στην επιστολή ημερομηνίας 21/11/2002 Τεκμήριο 11, διαφάνηκε ότι τα επίδικα αντικείμενα βρίσκονταν στο εξωτερικό. Γιατί όμως τότε το σχετικό όχημα βρισκόταν στο εξωτερικό ενώ σύμφωνα με την τελευταία συγκατάθεση (Τεκμήριο 6 δ), η συγκατάθεση για μεταφορά εκτός Κύπρου έληξε την 20/06/2001; Ελλείψει άλλης εξήγησης αυτό οδηγεί και στο συμπέρασμα ότι η Εναγόμενη 1 εταιρεία χρησιμοποιούσε για επαγγελματικούς σκοπούς τα επίδικα αντικείμενα στο εξωτερικό ανεξαρτήτως συγκατάθεσης από την Alpha Asset Finance Ltd. Αυτό με τη σειρά του καταρρίπτει την εκδοχή της Εναγόμενης 1 εταιρείας ότι δεν πλήρωνε τις δόσεις της λόγω μη συγκατάθεσης της Alpha Asset Finance Ltd. Από δε τις ίδιες τις αναφορές του Μ.Υ.1- Εναγόμενου 2 κατά την ακρόαση, προκύπτει ότι κατά τη διάρκεια της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς, η Εναγόμενη 1 εταιρεία διεξήγαγε εργασίες στο εξωτερικό για μεταφορά εμπορευμάτων για λογαριασμό τρίτων προσώπων, και είχε εισοδήματα (αυτό το σημείο δεν αμφισβητήθηκε). Αυτό σε συνδυασμό με τα πιο πάνω ευρήματα ότι σε περίοδο που δεν υπήρχε σχετική συγκατάθεση της Alpha Asset Finance Ltd, τα επίδικα αντικείμενα βρέθηκαν στο εξωτερικό, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η Εναγόμενη 1 εταιρεία χρησιμοποιούσε τα επίδικα αντικείμενα στο εξωτερικό ανεξαρτήτως συγκατάθεσης. Συνεπώς: Η ίδια η Εναγόμενη 1 εταιρεία σύμφωνα με τη δική της παραδοχή παραβίασε κατά το χρόνο των επιστολών Τεκμήρια 10 και 11 την επίδικη συμφωνία και σε σχέση με τα καθήκοντα της ως προς τη φύλαξη των επίδικων αντικειμένων. (Βλ. επίσης τους όρους 2(δ), (ε), (η), (θ) και (ι) του Τεκμηρίου 3 όπου καθορίζονται τα καθήκοντα της Εναγόμενης 1 εταιρείας αναφορικά με τα επίδικα αντικείμενα.) Περαιτέρω, τα ακόλουθα αποτελούν περίληψη της νομικής πτυχής ως προς τα γενικά δικαιώματα και καθήκοντα που έχει συνήθως ο μισθωτής σε σχέση με τα αντικείμενα σε μια ενοικιαγορά. Έχω βέβαια κατά νου ότι τα πιο κάτω αποσπάσματα επεκτείνονται και σε νομικά θέματα που δεν απασχόλησαν ευθέως το Δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση, όμως καταγράφονται σε μια προσπάθεια να τονιστεί το γεγονός ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η Εναγόμενη 1 εταιρεία αγνόησε παντελώς τις υποχρεώσεις της και σε σχέση με τα αντικείμενα αφού λανθασμένα τα χειρίστηκε ωσάν να ήταν ήδη η ιδιοκτήτρια τους. Η φύση της συμφωνίας ενοικιαγοράς σε σχέση με το αντικείμενο της ενοικιαγοράς - τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των συμβαλλομένων σε σχέση με τα αντικείμενα «Όπως ορθά επισημαίνεται από το πρωτόδικο Δικαστήριο, μια συμφωνία ενοικιαγοράς, είναι τριμερής. Με την πρώτη συμφωνία, τα εμπορεύματα πωλούνται από τον έμπορο έναντι ανταλλάγματος στον χρηματοδοτικό οργανισμό στον οποίο μεταβιβάζεται και η κυριότητα τους, με αποτέλεσμα ο οργανισμός να καθίσταται ο νέος ιδιοκτήτης των εμπορευμάτων. Σ' αυτή την πρώτη συμφωνία, δεν εμπλέκεται ο ενοικιαγοραστής. Η δεύτερη συμφωνία, συνομολογείται μεταξύ του χρηματοδοτικού οργανισμού, ως νέου πλέον ιδιοκτήτη των εμπορευμάτων, και του ενοικιαγοραστή. Με τη συμφωνία αυτή, παραχωρείται η κατοχή της χρήσης των εμπορευμάτων στον ενοικιαγοραστή, ο οποίος στην ουσία τα ενοικιάζει, με δικαίωμα να τα αγοράσει, αν επιθυμεί, κατά τη λήξη της σύμβασης αφού βέβαια καταβάλει το σχετικό δικαίωμα αγοράς.» (Νικήτας Νικήτα κ.α. ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 91.) «Τα δυο θέματα είναι εντελώς ξεχωριστά. Η συμφωνία ενοικιαγοράς, υπό την τριμερή της μορφή, όπως στην προκειμένη περίπτωση, εμπεριέχει στην πραγματικότητα δυο συμφωνίες. Η πρώτη συμφωνία αναφέρεται στη σχέση του εμπόρου με το χρηματοδότη στη βάση της οποίας μεταβιβάζεται η ιδιοκτησία των εμπορευμάτων έναντι του ανταλλάγματος το οποίο, αντάλλαγμα, είναι το ποσό της χρηματοδότησης. Σ' αυτή τη συμφωνία δεν εμπλέκεται καθόλου ο ενοικιαγοραστής. Η πληρωμή ή όχι της προκαταβολής από το μετέπειτα ενοικιαγοραστή αποτελεί μέρος της συμφωνίας του ιδίου με τον έμπορο και προηγείται της συμφωνίας για τη χρηματοδότηση. Δεν αποτελεί μέρος της. Η δεύτερη συμφωνία αναφέρεται στη σχέση χρηματοδότη - ενοικιαστή και εμπεριέχει δυο στοιχεία. Την παραχώρηση της κατοχής και της χρήσης των αντικειμένων της ενοικιαγοράς στον ενοικιαγοραστή, αφενός, και την υποχρέωση του ενοικιαγοραστή να επιστρέψει την κατοχή των εμπορευμάτων στο χρηματοδότη (ιδιοκτήτη) εάν και εφόσον δεν ασκήσει το δικαίωμα της αγοράς, αφετέρου. (Βλ. μεταξύ άλλων Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ. ν. Κωνσταντίνου κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1432.).........» (Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ ν. Παντελή κ.α.
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 854.) «Μια ακόμα παρατήρηση πριν αναφερθούμε στα γεγονότα. Αφορά στα ουσιώδη χαρακτηριστικά μιας σύμβασης ενοικιαγοράς όπως τα συνόψισε το πρωτόδικο δικαστήριο με παραπομπή στις υποθέσεις Karlflex Ltd v. Poole [1933] All E.R. Rep. 46, Merc. Union Gaurantee Corpn. Ltd v. Wheatley [1937] All E.R. 713, Helby v. Matthews (ανωτέρω) και Polsky v. S. And A. Services [1951] All E.R. 185. Τέτοια σύμβαση εξυπακούει πως ο χρηματοδότης, όπως ήταν εν προκειμένω οι εφεσείοντες, είναι ιδιοκτήτης του αντικειμένου. Ως ο ιδιοκτήτης, λοιπόν, συμφωνεί να το ενοικιάσει στον αντισυμβαλλόμενο στον οποίο αναγνωρίζεται δυνατότητα, εφόσον τηρήσει τους όρους της ενοικίασης, να το αγοράσει. Για όσο διαρκεί η πρώτη σχέση, εκείνη της ενοικίασης, το αντικείμενο παραμένει υπό την κυριότητα του χρηματοδότη. Η δε αγορά του αυτοκινήτου από τον αντισυμβαλλόμενο στο τέλος, συνήθως με την καταβολή κάποιου μικρού ποσού, επιπρόσθετου προς τα συμφωνηθέντα μισθώματα, αποτελεί δικαίωμα και όχι υποχρέωση του. Ο τρόπος απόκτησης της κυριότητας του αντικειμένου από τους χρηματοδότες δεν είναι εξ ορισμού ουσιώδους σημασίας για τη φύση της συναλλαγής ως ενοικιαγοράς. Το σύνηθες είναι να την αποκτούν από τον έμπορο του αντικειμένου καταβάλλοντας το τίμημά του, πλην της προκαταβολής, όπου υπάρχει τέτοια. Και να συνάπτουν στη συνέχεια σύμβαση ενοικιαγοράς με τον πελάτη του εμπόρου, με προοπτική την τελική μεταβίβαση της κυριότητας σε αυτόν. Δεν αποκλείεται όμως να ανήκε αρχικά το αυτοκίνητο στον ίδιον τον ενοικιαγοραστή..........» (Βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ. ν. Κωνσταντίνου κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1432.) Βλ. επίσης το σύγγραμμα "The Law of Hire Purchase" A. G. Guest 1966 στις σελ. 149 - 150: "Care of goods. At common law, the hirer is under an implied obligation to take reasonable care of the goods let on hire. Although there is some authority for the view that the hirer is bound to use the "utmost diligence" in relation to the goods, it is now generally recognized that ordinary diligence is all that is required of him. He is not, however, liable for fair wear and tear, although he must assume responsibility for loss of or damage to the goods caused by the negligent (or even fraudulent or dishonest) act of his servants whom he has permitted to use the goods. The onus of proof is on the hirer to show that the loss or damage occurred without his failure to use reasonable care; but if he discharges this burden, he need not show exactly how the loss or damage occurred. The liability of the hirer for breach of his implied obligation to take reasonable care of the goods does not normally extend to consequential loss which may be suffered by the owner as a result of the breach, for such loss will usually be outside the contemplation of the parties. The measure of damages recoverable by the owner will thus be limited to the value of his interest at the time the loss or damage occurred although special damages might in certain circumstances be recoverable. The liability of the hirer may, however, be increased by the express terms of the hire-purchase agreement and most hire-purchase agreements now require the hirer to indemnify the owner against loss of or damage to the goods howsoever occasioned and whether such loss or damage results from the negligence of the hirer or not..................." Αναφορικά τώρα με το οφειλόμενο υπόλοιπο του λογαριασμού της επίδικης ενοικιαγοράς (Τεκμήριο 3): Κατά την αγόρευση εκ μέρους των Εναγομένων σχολιάζονται τα εξής: «..Δεν δόθηκε στο Δικαστήριο σας οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία να επεξηγά και αναλύει είτε τη μια είτε την άλλη κατάσταση. Ο ΜΕ1, δεν ήταν σε τέτοια θέση. Ο ΜΥ2, ανέφερε ότι ακόμα περιμένει το ΜΕ1, να του δώσει εξηγήσεις για το τεκμήριο
- Η κατάθεση και μόνο της κατάστασης αυτής, δεν μπορεί να αποτελέσει ικανοποιητική μαρτυρία, τέτοια που να δικαιολογεί τις απαιτήσεις των Εναγόντων, σε περίπτωση που αυτοί ήσαν δικαιολογημένοι να απαιτήσουν το υπόλοιπο ποσό του τιμήματος ενοικιαγοράς...» Στην προκειμένη περίπτωση όπως ο ίδιος ο Μ.Υ.1 - Εναγόμενος 2 παραδέχεται στη μαρτυρία του ότι δεν πλήρωνε κανονικά το τίμημα ενοικιαγοράς λέγοντας μάλιστα ότι η πληρωμή των δόσεων εξαρτάτο από τη μεταφορά εκτός Κύπρου των επίδικων αντικειμένων για σκοπούς εργασίας στην Ευρώπη. Μάλιστα κατά την αντεξέταση του με αναφορά στην κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 9) ο Μ.Υ.1 - Εναγόμενος 2 αναφέρθηκε κατόπιν ερωτήσεων σε ποιες πληρωμές προέβη η Εναγόμενη 1 εταιρεία και δέχθηκε ότι οι πληρωμές εξοφλούσαν τις δόσεις μέχρι την 30/07/
- Παρατίθεται σχετικό απόσπασμα από την αντεξέταση του Μ.Υ.1 - Εναγόμενου 2: «Ε: Αυτή είναι η κατάσταση λογαριασμού σας, μπορείτε να μας υποδείξετε τα ποσά και ημερομηνίες που λέτε ότι πληρώσατε; Α: Όχι, δεν ξέρω. Νομίζω είναι τούτα δαμέ, δεν ξέρω. Αφού 3, 4, 5 πληρωμές έγιναν, δεν ξέρω. Ε: Αυτή είναι η κατάσταση λογαριασμού σας κ. Δημητρίου; Α: Απ' ότι λέει ναι. Ε: Πέστε μας πότε και τι ποσά πληρώσατε όπως ισχυριστήκατε προηγουμένως. Α: Αν εν τούτα είναι Λ.Κ.
- Ε: Πότε; Α: 9.6.2000, 30.7.2000 Λ.Κ.1.444, 8.3.2000 Λ.Κ.1.000, 3.4.2001 Λ.Κ.1.650, 17.4.2002 Λ.Κ.500, 7.6.2002 Λ.Κ.500 και 17.7.2002 άλλες Λ.Κ.
- Ε: Και αυτά τα ποσά που μας είπατε μπορείτε να ξέρετε για ποιες δόσεις αντιστοιχούσαν μέχρι ποιο μήνα; Α: Όχι. Ε: Κύριε Δημητρίου σας υποβάλλω ότι τα ποσά που αναφερθήκατε εξοφλούσαν τις δόσεις σας μέχρι 30.7.2000 και οφείλατε δόσεις από 30.7.2000 μέχρι τον τερματισμό. Συμφωνείτε μαζί μου; Α: Μάλιστα.» Να επισημανθεί επίσης ότι στην ουσία ο Μ.Υ.2 κ. Κουρουκλίδης αμφισβήτησε το Τεκμήριο 9 μόνο σε σχέση με τους τόκους. Με βάση την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι το Τεκμήριο 9 αποτελεί την κατάσταση λογαριασμού της Εναγόμενης 1 εταιρείας αναφορικά με την επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς. Σε κάθε περίπτωση, εφόσον έχει αποδειχθεί η εγκυρότητα της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς (Τεκμήριο 3) στη βάση της οποίας προνοείται πότε έπρεπε να γίνονταν πληρωμές από την Εναγόμενη 1 εταιρεία και πότε χρεώνονταν τόκοι, και έχοντας κατά νου ότι είναι ξεκάθαρο σε ποιες πληρωμές προέβη η Εναγόμενη 1 εταιρεία μετά τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς, τότε είναι επίσης ξεκάθαρο (εφόσον η αγωγή είναι κατά τα άλλα βάσιμη) τι ποσά οφείλονται προς τους Ενάγοντες. Συνεπώς τα ποσά για τα οποία εκδίδεται απόφαση πιο κάτω, αποτελούν τα ποσά τα οποία απέδειξαν οι Ενάγοντες ότι δικαιούνται από τους Εναγόμενους. ----------------------- Να διευκρινιστεί σ' αυτό το σημείο ότι περαιτέρω ευρήματα είτε για σκοπούς της αγωγής είτε για σκοπούς της Ανταπαίτησης καταγράφονται σε μεταγενέστερο στάδιο μόνο για σκοπούς δομής της απόφασης ----------------------- ΠΟΙΕΣ ΘΕΡΑΠΕΙΕΣ ΔΙΚΑΙΟΥΝΤΑΙ ΟΙ ΕΝΑΓΟΝΤΕΣ Σ' αυτό το σημείο ιδιαίτερη καθοδήγηση προσφέρει το εξής απόσπασμα από την απόφαση Ελληνική Τράπεζα ν. Νίκου Τσαρτελλή
(2003)1 Α.Α.Δ. 246: «Η παράλειψη καταβολής των προβλεπομένων από σύμβαση ενοικιαγοράς ενοικιαστικών δόσεων παρέχει, αφ' εαυτής έρεισμα για την καταγγελία της, επαγόμενη τον τερματισμό της, εφόσον παρέχεται τέτοιο δικαίωμα από τις πρόνοιές της. Επί τούτου, ο μισθωτής αποκτά δικαίωμα αποζημιώσεων, ανάλογο προς τη ζημία που υφίσταται. Αυτή ποικίλλει, ανάλογα με τα επακόλουθα του τερματισμού. Εάν επιστραφεί το αντικείμενο της μίσθωσης, η ζημία περιορίζεται στη διαφορά μεταξύ, αφενός του ολικού τιμήματος της ενοικιαγοράς και, αφετέρου, της αξίας του αντικειμένου της μίσθωσης κατά το χρόνο της επιστροφής που συνήθως παίρνει τη μορφή του τιμήματος της διάθεσης του. Στην περίπτωση μη επιστροφής του αντικειμένου της ενοικιαγοράς, ο εκμισθωτής δικαιούται σε αποζημιώσεις για ποσό ίσο προς την αξία του αντικειμένου το οποίο κατακρατεί ή οικειοποιείται ο μισθωτής. Τα αστικά αδικήματα της παράνομης κατακράτησης (detinue) και της παράνομης οικειοποίησης (conversion) διαγράφουν, ανάλογα με την περίπτωση, το πλαίσιο διεκδίκησης αποζημιώσεων για τη ζημία που υφίσταται ο εκμισθωτής. Και στις δυο περιπτώσεις, η αξία των απωλεσθέντων αντικειμένων θεωρείται ίση προς τη συμφωνηθείσα στη σύμβαση ενοικιαγοράς αξία των αντικειμένων. Η ενοικιαγορά, όπως ο όρος υποδηλώνει, αποτελεί, κατ' ουσία, μορφή αγοράς του πράγματος, που αποτελεί το αντικείμενο της δικαιοπραξίας, με τμηματική αποπληρωμή της τιμής απόκτησής του. Τα θέματα που εξετάζουμε αναλύονται στα συγγράμματα "The Law of Hire Purchase", A.G. Guest, 1966, Κεφ. II, σελ. 219 και επόμενα, "Chitty of Contracts, Specific Contracts", Twenty-fifth Edition, Volume II, σελ.554 και επόμενα, "Hire Purchase Law and Practice" Second Edition, σελ. 357 και επόμενα. Στο σύγγραμμα McGregor on Damages, Fifteenth Edition, γίνεται η διαπίστωση (παράγραφος 868) ότι, όπου ο μισθωτής παραλείπει να επιστρέψει τα εμπορεύματα ή τα οικειοποιείται "..the measure of damages is the total amount payable under the hire-purchase agreement less the amount of hire installments already paid.", (σελ.554), («..το μέτρο των αποζημιώσεων είναι το συνολικό ποσό το οποίο είναι πληρωτέο βάσει της συμφωνίας ενοικιαγοράς, μείον το ποσό των δόσεων που έχουν καταβληθεί.» - (ελληνική μετάφραση, ελεύθερη).....................» Στις Overstone Ltd. v. Shipway [1962] 1 W.L.R. 117 και Yeoman Credit Ltd. v. McLean [1962] 1 W.L.R. 131, διευκρινίζεται ότι, στον καθορισμό της ζημίας, λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι η αξία των αντικειμένων καθορίζεται με αναφορά στο χρόνο που επέρχεται η ζημία, ως αποτέλεσμα της κατακράτησης ή της οικειοποίησης. Έτσι ο χρόνος καθορισμού των αποζημιώσεων επέρχεται πρότερα του χρόνου καταβολής των δόσεων ενοικιαγοράς, γεγονός που λαμβάνεται υπόψη στον καθορισμό των αποζημιώσεων. Στην παρούσα υπόθεση, τα έπιπλα, το αντικείμενο της ενοικιαγοράς, κατακρατήθηκαν από το μισθωτή μετά τον τερματισμό της συμφωνίας. Η ζημία από την κατακράτηση προέκυψε ευθύς μετά την τρίτη δόση και τον τερματισμό της συμφωνίας στις 24 Φεβρουαρίου, 1994, και ενώ υπολοιπόταν η καταβολή άλλων εννέα μηνιαίων δόσεων, η τελευταία των οποίων ήταν πληρωτέα στις 2 Νοεμβρίου,
- Βάσει του όρου 2(γ) της σύμβασης ενοικιαγοράς, ο μισθωτής υποχρεούται στην καταβολή τόκου προς 9% επί παντός οφειλομένου ποσού. Το ίδιο δεν ισχύει για τις αποζημιώσεις που αντιπροσωπεύουν ζημία, λόγω παράβασης σύμβασης, κατ' αντίθεση προς αποκρυσταλλωμένη οφειλή βάσει των προνοιών της.» Στην προκειμένη περίπτωση τα επίδικα αντικείμενα δεν παραδόθηκαν στην Alpha Asset Finance Ltd μετά τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς παρά την υποχρέωση της Εναγόμενης 1 εταιρείας για κάτι τέτοιο με βάση τον όρο 4 της επίδικης συμφωνίας (η επιστολή τερματισμού φέρει ημερομηνία 29/10/2002). Μέχρι την ημερομηνία πριν τον τερματισμό, δηλαδή μέχρι την 30/09/2002 το ποσό που έπρεπε να πληρώσει η Εναγόμενη 1 εταιρεία αναφορικά με την επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς ανέρχεται σε Λ.Κ.41.463,
- Όπως ήδη αναφέρεται πιο πάνω, η Εναγόμενη 1 εταιρεία κατέβαλε συνολικά έναντι των οφειλόμενων δόσεων της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς μόνο το ποσό των Λ.Κ.6.387,
- Συνεπώς: α) Οι Ενάγοντες κατ' αρχή δικαιούνται τα ενοίκια που δεν καταβλήθηκαν μέχρι την ημερομηνία του τερματισμού, πλέον τόκους. (Βλ. επίσης το σύγγραμμα "The Law of Hire Purchase" A. G. Guest 1966 σελ. 207 στην παρ.
- "...The termination of the agreement does not discharge the pre-existing liability of the hirer to pay the arrears of installments due at the time the agreement comes to an end....." Στην προκειμένη περίπτωση έχω κατά νου ότι μέχρι την 30/09/2002 (ημερομηνία πριν τον τερματισμό) έπρεπε να πληρωθούν 30 μηνιαίες δόσεις δηλαδή ποσό Λ.Κ.41.463,30 ενώ πληρώθηκε ποσό Λ.Κ.6.387,
- Συνεπώς το ποσό της απόφασης για τις δόσεις που δεν καταβλήθηκαν θα πρέπει να ανέρχεται σε Ευρώ σε ισόποσο του Λ.Κ.35.076,19 (Λ.Κ.41.463,30 - Λ.Κ.6.387,11) δηλαδή €59.931,
- Βάσει δε του όρου 2(γ) της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς (Τεκμήριο 3) η Εναγόμενη 1 εταιρεία υποχρεούται σε καταβολή τόκου 9% «εφ' όλων των οφειλομένων ποσών». Συνεπώς θα πρέπει επίσης να καταβληθεί τόκος 9% ετησίως επί του ποσού που αναλογεί σε κάθε δόση που δεν καταβλήθηκε και έπρεπε να καταβληθεί μέχρι την ημερομηνία πριν τον τερματισμό (29/10/2002) από την ημερομηνία μη καταβολής της μέχρι εξόφλησης. (Να τονιστεί και να διευκρινιστεί εδώ ότι οι ίδιοι οι Ενάγοντες στο μέσο της μαρτυρίας του Μ.Ε.1, για λόγους που είναι θεωρητικοί για σκοπούς της παρούσας απόφασης, περιόρισαν τον τόκο σε 9% ετησίως.) β) Οι Ενάγοντες δικαιούνται επίσης αποζημιώσεις ίσες προς το συνολικό ποσό των υπολοίπων 30 δόσεων (το ισόποσο σε Ευρώ των Λ.Κ.41.463,30) που στην ουσία αντιπροσωπεύουν το υπόλοιπο της αξίας των αντικειμένων της ενοικιαγοράς μειωμένο κατά ποσό ίσο προς το αποκτώμενο από τους Ενάγοντες όφελος από το γεγονός ότι λαμβάνουν την αξία των αντικειμένων της ενοικιαγοράς ως ζημιά ενωρίτερα απ' ότι κανονικά θα την ελάμβαναν. Για το σημείο αυτό βλ. το σκεπτικό της υπόθεσης Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ ν. Παντελή κ.α.
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 854 και Ελισάβετ Αντωνιάδου ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2003)1(Α) Α.Α.Δ.
- Πιο συγκεκριμένα, όπως ήδη καταγράφεται πιο πάνω, η Εναγόμενη 1 εταιρεία με τον τερματισμό δεν παρέδωσε τα επίδικα αντικείμενα στους Ενάγοντες. Η επιστολή τερματισμού φέρει ημερομηνία 29/10/
- Η ζημιά σύμφωνα με το σκεπτικό της υπόθεσης Παντελή (πιο πάνω) καθορίζεται κατά το χρόνο τερματισμού της συμφωνίας και μη επιστροφής των αντικειμένων της ενοικιαγοράς, δηλαδή την 29/10/
- Με βάση το σκεπτικό της Παντελή (πιο πάνω) ένας πρόσφορος τρόπος καθορισμού του οφέλους που αποκτούν οι Ενάγοντες παρέχεται με την αφαίρεση από το ποσό των Λ.Κ.41.463,30, ποσού ίσου προς τα δικαιώματα ενοικιαγοράς που ενσωματώνονται (ή όπως το αντιλαμβάνομαι που αναλογούν) στις επόμενες 30 δόσεις, δηλαδή Λ.Κ.10.463,
- Συνεπώς το ποσό της αποζημίωσης για τη συγκεκριμένη ζημιά θα πρέπει να καθοριστεί στο ισόποσο σε Ευρώ των Λ.Κ.31.000 (Λ.Κ.41.463,30 - Λ.Κ.10.463,30), δηλαδή €52.966,
- Όσον αφορά τον τόκο σ' αυτό το ποσό το οποίο αφορά αποζημιώσεις που αντιπροσωπεύουν ζημιά λόγω παράβασης σύμβασης και όχι αποκρυσταλλωμένη οφειλή βάση των προνοιών της σύμβασης. Μετά τον τερματισμό, δεν τίθεται θέμα ανάκτησης δόσεων με βάση το συμβόλαιο διότι το συμβόλαιο έπαψε να υφίσταται και σ' αυτό το σημείο δεν μπορεί να ανακτηθεί τόκος 9% επί των καθυστερημένων δόσεων (βλ. την υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ ν. Α. Σπανούδη κ.α, Αγωγή Αρ. 418/2002 ημερ. 20/07/2005, Ε.Δ. Λάρνακας). Συνεπώς ο τόκος επί του ποσού που θα επιδικαστεί σ' αυτό το σημείο θα πρέπει να είναι νόμιμος τόκος (βλ. επίσης Τσαρτελλή (πιο πάνω)). γ) Ερώτημα επίσης προκύπτει κατά πόσο θα πρέπει να εκδοθούν διατάγματα ως προς την παράγραφο Α και Β του παρακλητικού της Έκθεση Απαίτησης. Κατά την ακροαματική διαδικασία δεν δόθηκαν εξηγήσεις από την πλευρά των Εναγομένων ως προς το πού ακριβώς βρίσκονται τα επίδικα αντικείμενα. Εκείνο που έχει τεθεί ως παραδοχή εκ μέρους της Εναγόμενης 1 εταιρείας μέσω της επιστολής της Τεκμήριο 11, είναι ότι περί τον Οκτώβριο/Νοέμβριο του 2002 τα σχετικά αντικείμενα βρισκόντουσαν στο εξωτερικό. Συνεπώς αποτελεί πραγματικό γεγονός ότι κατά το χρόνο των επιστολών Τεκμήρια 10 και 11 (περί τον Οκτώβριο/Νοέμβριο του 2002) τα επίδικα αντικείμενα βρισκόντουσαν στο εξωτερικό. Πέραν τούτου κατά τη μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου ο Μ.Υ.1 - Εναγόμενος 2 δεν υποστήριξε ενόρκως εκ μέρους της Εναγόμενης 1 εταιρείας ότι η Εναγόμενη 1 εταιρεία δεν τα έχει πλέον στην κατοχή της. Συνεπώς ο ισχυρισμός στην Έκθεση Υπεράσπισης ότι δεν μπορεί να καταστεί δυνατή η παράδοση των επίδικων αντικειμένων παρέμεινε ένας ισχυρισμός σε επίπεδο δικογράφων. (Διευκρινίζεται ότι με το δικόγραφο της Απάντησης οι Ενάγοντες παραδέχονται μόνο ότι η Εναγόμενη 1 εταιρεία είχε μεταφέρει τα αντικείμενα στο εξωτερικό για να διεξάγει εργασίες.) Με βάση συνεπώς τη γενικότερη ανάλυση που εμπεριέχεται στην απόφαση κρίνω πως θα πρέπει να εκδοθούν τα διατάγματα της παραγράφου Α και Β του παρακλητικού της Έκθεση Απαίτησης με στόχο την πώληση τους προς ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους. Σ' αυτό το σημείο, είναι επίσης σημαντικό να εξηγηθεί το εξής: Το παρακλητικό της Έκθεσης Απαίτησης καθόσον αφορά τις απαιτήσεις για τα ποσά, είναι δομημένο με διαφορετικό τρόπο από τις πιο πάνω παραγράφους α) και β). Όμως το γεγονός ότι οι αιτούμενες θεραπείες στην Έκθεση Απαίτησης δεν δομήθηκαν με αυτή την τάξη, δεν αποτελεί κώλυμα στην παροχή τους, εφόσον δικαιολογούνται από τα γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν την Απαίτηση. (Βλ. Αντωνιάδου ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ,
(2003)1(Α) Α.Α.Δ. 530 και Kennedy Hotels ν. Indjirdjian,
(1992)1 Α.Α.Δ. 400.) Και στην προκειμένη περίπτωση, τα γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν την Απαίτηση δικαιολογούν τις πιο πάνω θεραπείες. Επιπρόσθετα, όσο αφορά το παράπονο των Εναγομένων για ισχυριζόμενες υπερχρεώσεις τόκων: Τα πιο πάνω ποσά και τόκοι στα οποία έχει καταλήξει το Δικαστήριο δεν εμπεριέχουν οποιουσδήποτε αντισυμβατικούς ή παράνομους τόκους. ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ 1 ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ Με βάση όλα τα πιο πάνω η αξίωση της παραγράφου 16 (α) της Ανταπαίτησης θα πρέπει να απορριφθεί αφού ο τερματισμός δεν ήταν πρόωρος αλλά δικαιολογημένος, έγκυρος και ορθός. Όσον αφορά τις παραγράφους 16 (β) και (γ): Η αξίωση με βάση τις συγκεκριμένες παραγράφους θα πρέπει να απορριφθεί. Κατ' αρχή η Εναγόμενη 1 εταιρεία δεν απέδειξε ότι οι Ενάγοντες παρέβησαν την επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς ούτε ότι ο τερματισμός ήταν παράνομος. Δεν απέδειξε η Εναγόμενη 1 εταιρεία ότι απώλεσε ή ότι έχει απώλεια οποιουδήποτε εισοδήματος ή κερδών συνεπεία της συμπεριφοράς των Εναγόντων. Με την παράγραφο 16 (δ) της Ανταπαίτησης ζητείται ποσό £14.800, ποσό το οποίο οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι είχε καταβάλει η Εναγόμενη 1 εταιρεία έναντι τιμήματος £80.251,20 δυνάμει προηγούμενης συμφωνίας ενοικιαγοράς ημερομηνίας 25/01/1999, η οποία ακολούθως ακυρώθηκε. Είναι ο ισχυρισμός της Εναγόμενης 1 εταιρείας ότι η Alpha Asset Finance Ltd είχε αποδεχθεί όπως το πιο πάνω ποσό καταλογιστεί προς όφελος της Εναγόμενης 1 εταιρείας και/ή έναντι της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς (Τεκμήριο 3). Η πλευρά των Εναγομένων απέτυχε να αποδείξει τον ισχυρισμό αυτό. Από τη μαρτυρία προκύπτει ότι η Εναγόμενη 1 εταιρεία πριν τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς είχε συνάψει άλλη γραπτή συμφωνία ενοικιαγοράς ημερομηνίας 25/01/1999 με τους Ενάγοντες και συγκεκριμένα με τη Lombard Natwest. Αντικείμενο εκείνης της συμφωνίας ενοικιαγοράς ήταν ένα καινούργιο όχημα τρέιλερ και ένα ψυγείο με τίμημα £80.251,
- Η σύναψη της εν λόγω προγενέστερης συμφωνίας δεν έχει αμφισβητηθεί και αποτελεί πραγματικό γεγονός. Ο Μ.Ε.1 με αναφορά στα Τεκμήρια 13 (α) και (β) τα οποία κατέθεσε εξήγησε, ότι ενώ η προηγούμενη ενοικιαγορά ημερομηνίας 25/01/1999 είχε υπόλοιπο £76.014,16 εξοφλήθηκε από την Εναγόμενη 1 εταιρεία με £62.000,00 αφού αφαιρέθηκε το ποσό των £14.014,
- Αυτό ήταν το λεγόμενο «rebate» όπως ανέφερε ο μάρτυρας. Οι δε Εναγόμενοι ουδεμία συγκεκριμένη μαρτυρία προσκόμισαν για να υποστηρίξουν την απαίτηση της Εναγόμενης 1 εταιρείας για το πιο πάνω ποσό των £14.
- Παρατίθεται σχετικό απόσπασμα από την αντεξέταση του Μ.Υ.1 - Εναγόμενου
- «Ε: Στην κυρίως εξέταση σας αναφερθήκατε σε μια συμφωνία ενοικιαγοράς ημερομηνίας 25.1.1999, έχετε οποιαδήποτε έγγραφα αυτής της ενοικιαγοράς; Α: Νομίζω ναι, υπάρχουν στο λογιστή μου. Ε: Εσείς τώρα τα έχετε; Α: Όχι. Ε: Όπως μας είπατε αυτή η ενοικιαγορά είχε αντικατασταθεί με την επίδικη ενοικιαγορά; Α: Μάλιστα. Ε: Γνωρίζετε ποιο ήταν το υπόλοιπο αυτή της πρώτης ενοικιαγοράς που έγινε 25.1.99 κατά το χρόνο που αντικαταστάθηκε με την νέα ενοικιαγορά δηλαδή 31.3.2000; Α: Όπως ανάφερα η πρώτη ήταν Λ.Κ.80.251,
- Ε: Την ημέρα που θα ξοφλείτο αυτή η ενοικιαγορά για να αντικατασταθεί με την καινούργια το υπόλοιπο το γνωρίζατε; Αυτό είναι το τίμημα, το υπόλοιπο την ημέρα που πήγε να αντικατασταθεί στις 31.3.2000 το γνωρίζατε; Α: Δεν γνωρίζω. Ε: Σας υποβάλλω ότι το υπόλοιπο ήταν Λ.Κ.76.014,16 συμφωνείτε μαζί μου; κ. Στυλιανού: Ας διευκρινιστεί ότι μιλά για χρεωστικό υπόλοιπο. κα Δημητρίου: Ναι χρεωστικό υπόλοιπο. Α: Δεν μπορώ να συμφωνήσω γιατί δεν θυμάμαι ακριβώς τα ποσά. Ε: Με ποιο ποσό εξοφλήθηκε τελικά, θυμάστε; Α: Όχι. κα Δημητρίου: Να υποδείξω στο μάρτυρα το Τεκμήριο 13α και 13β. Ε: Αυτή την κατάσταση της τράπεζας τη γνωρίζετε; Αναφέρεται το όνομα της εταιρείας σας, δείχνω το Τεκμήριο 13α. Α: Μάλιστα. Ε: Άρα αφορά την εταιρεία σας, σωστά; Α: Εφόσον το γράφει. Ε: Εδώ λέει στις 29.1.1999 για ένα υπόλοιπο Λ.Κ.80.261,20 αυτό είναι το ποσό της πρώτης ενοικιαγοράς που μας έχετε ήδη πει; Αναφερθήκατε και εσείς σε ένα ποσό παρόμοιο. Α: Ναι. Ε: Στις 31.3.00 που έγινε η νέα σας συμφωνία φαίνεται ότι εξοφλήθηκε αυτή η ενοικιαγορά με το ποσό των Λ.Κ.62.000, συμφωνείτε μαζί μου; Α: Συμφωνώ, όμως αφαιρέθηκαν οι τόκοι. Ε: Επομένως από τις 80.000 αφαιρέθηκαν οι τόκοι και αφού αφαιρέθηκαν αυτοί οι τόκοι το ποσό για να εξοφλείτο, η πρώτη ενοικιαγορά όπως αναγράφεται εδώ στο Τεκμήριο 13α, είναι το ποσό των 76.014,18, συμφωνείτε μαζί μου; Α: Αυτός ο λογαριασμός ποιος είναι; Δεν μπορώ να συμφωνήσω. Ε: Εγώ ρωτώ κύριε Δημητρίου. Αναγνωρίσατε ότι αυτό το έγγραφο αφορά την εταιρεία σας και την ενοικιαγορά; Α: Μάλιστα. Ε: Και μας είπατε ότι από τις 80.000 αφαιρέθηκαν κάποιοι τόκοι και επομένως είναι 76.000 το υπόλοιπο; Α: Μάλιστα. Ε: Μπορείτε να μας πείτε αφού το υπόλοιπο ήταν 76.014 για να εξοφληθεί γιατί εξοφλήθηκε με 62.000; Α: Δεν μπορώ να σας πω. Ε: Εάν αφαιρέσουμε τις Λ.Κ.76.014,18 από τις Λ.Κ.62.000 τι ποσό προκύπτει, μπορείτε να μας πείτε; 76.014,18 πλην 62.000; όταν αφαιρεθούν οι 62.000 πόσο ποσό μένει; Α: Δεν ξέρω, πρέπει να το κάνω. Αναφερθήκατε στις γνώσεις μου πριν και σας είπα ότι είναι περιορισμένες. ............................ Ε: Στα πλαίσια της πρώτης συμφωνίας η οποία εξοφλήθηκε με 62.000 σας έχουν χαριστεί τόκοι που έπρεπε εσείς να πληρώσετε ή ποσό που έπρεπε εσείς να πληρώσετε το οποίο είναι 14.014,16; ............................... Α: Όχι. Ε: Σας υποβάλλω ότι λέτε ψέματα. Α: Δικαίωμα σας. Ε: Από το Τεκμήριο 13α, που όπως παραδεχθήκατε σας αφορά αυτό το Τεκμήριο, θα έπρεπε να πληρώσετε στις 31.3.2000 το ποσό των 76.014,18 ενώ εσείς πληρώσατε για πλήρη εξόφληση Λ.Κ.62.000, συμφωνείτε μαζί μου; Α: Δεν ξέρω τη λογιστική πράξη που κάνατε. Ε: Την είδατε. Α: Την είδα αλλά δεν μπορώ να έχω τα αυτά της τράπεζας. Ε: Δεν θυμάστε πόσα πληρώσατε για να εξοφληθεί η πρώτη ενοικιαγορά; Α: Όχι. Ε: Προηγουμένως είπατε ότι, συμφωνήσατε ότι πληρώσατε 62.000 και συμφωνήσατε μαζί μου, τώρα δεν θυμάστε; Α: Συμφώνησα με εκείνο που μου δείξατε. Ε: Κύριε Δημητρίου, από το 2000 που λέτε ότι οι ενάγοντες έπρεπε να σας καταβάλουν το ποσό των 14.000 και δεν το έπραξαν, τους τα ζητήσατε; Κάνατε κάποιο διάβημα είτε μέσω δικηγόρου είτε από μόνος σας; Α: Όχι.» Το αόριστο των απαντήσεων του Μ.Υ.1 - Εναγόμενου 2 είναι έκδηλο. Ούτε και προσκομίστηκε αξιόπιστη πιο συγκεκριμένη μαρτυρία από άλλο άτομο εκ μέρους της Εναγόμενης 1 εταιρείας γι' αυτή τη πτυχή της απαίτησης της για την οποία μάλιστα είχε το βάρος απόδειξης η Εναγόμενη 1 εταιρεία. Προκύπτει από τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 ότι τα Τεκμήρια 13 (α) και (β) αποτελούν καταστάσεις λογαριασμού της Εναγόμενης 1 εταιρείας αναφορικά με την εν λόγω προηγούμενη ενοικιαγορά ημερομηνίας 25/01/
- Εξάλλου το σημείο αυτό δεν αμφισβητήθηκε ικανοποιητικά από την πλευρά των Εναγομένων. Από το σύνολο της μαρτυρίας του Μ.Ε.1 και τα Τεκμήρια 13 (α) και (β) προκύπτει ότι ο λογαριασμός της προηγούμενης ενοικιαγοράς ημερομηνίας 25/01/1999 εξοφλήθηκε από την Εναγόμενη 1 εταιρεία την 31/03/2000 με ποσό Λ.Κ.62.000, ενώ το υπόλοιπο πριν την εξόφληση ήταν Λ.Κ.76.014,16 και συνεπώς υπήρξε πίστωση προς όφελος της Εναγόμενης 1 εταιρείας στη βάση της προηγούμενης συμφωνίας ενοικιαγοράς για το ποσό των Λ.Κ.14.014,
- Ακολούθως υπογράφτηκε η επίδικη συμφωνία. Συνεπώς με βάση τα πιο πάνω οι παράγραφοι (β) και (γ) της Ανταπαίτησης θα πρέπει να απορριφθούν. Αλλά ανεξαρτήτως των πιο πάνω και μόνο υπό μορφή πλέον θεωρητικού σχόλιου: Ενδεχομένως οι ισχυρισμοί της Εναγόμενης 1 εταιρείας με βάση την παράγραφο 16 (δ) της Ανταπαίτησης να απορρίπτοντο και για ένα επιπρόσθετο λόγο: Αν και δεν έχει τεθεί θέμα αποκλεισμού εξωγενούς μαρτυρίας για το σημείο αυτό, εντούτοις οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί της Εναγόμενης 1 εταιρείας θα μπορούσαν να μην αποτελούσαν επιτρεπτή μαρτυρία αφού το Τεκμήριο 3 είναι ξεκάθαρο ως προς τίμημα της συμφωνίας Τεκμήριο 3 και περιλαμβάνει το θέμα ως προς τι αρχικά πλήρωσε η Εναγόμενη 1 εταιρεία για την επίδικη ενοικιαγορά (βλ. Τεκμήριο 3) «Μείον Αρχική Πληρωμή £9.700». Όσο αφορά τις αξιώσεις (ε), (στ) και (ζ) της Ανταπαίτησης: θα πρέπει να απορριφθούν. Δεν έχει διαπιστωθεί παράβαση συμφωνίας από την πλευρά των Εναγόντων. ΣΥΝΕΠΩΣ ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΑΞΙΩΣΗ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ 1) Εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα για το ποσό των €59.931,23 (το οποίο ποσό αντιπροσωπεύει τις πρώτες 30 δόσεις στην έκταση που αυτές δεν πληρώθηκαν), πλέον τόκο 9% ετησίως επί του ποσού που αναλογεί σε κάθε δόση που έπρεπε να καταβάλλετο μέχρι την ημερομηνία πριν τον τερματισμό (29/10/2002) και δεν καταβλήθηκε. Ο τόκος 9% αρχίζει να μετρά από την ημερομηνία μη καταβολής κάθε δόσης μέχρι εξόφλησης. 2) Εκδίδεται επίσης απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα για το ποσό των €52.966,64 ως αποζημιώσεις, πλέον νόμιμο τόκο επί του εν λόγω ποσού μέχρι εξόφλησης. 3) Εναντίον της Εναγόμενης 1 εταιρείας εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος Α του παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησης. Εκδίδεται επίσης διάταγμα ως η παράγραφος Β του παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησης. Τα έξοδα, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα. ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ 1 ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ Η Ανταπαίτηση της Εναγόμενης 1 εταιρείας απορρίπτεται, με έξοδα όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγόμενης 1 εταιρείας. (Υπ.) ............... Λ. Μάρκου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./Λ.Κ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο