← Κύπρος

Αναφορικά με την αίτηση του Ανδρέα Νικολάου, Aρ. Αίτησης: 438/2011, 14/5/2013

Αναφορικά με την αίτηση του Ανδρέα Νικολάου, Aρ. Αίτησης: 438/2011, 14/5/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A126 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Α.Ε.Δ. Aρ. Αίτησης: 438/2011 Αναφορικά με τα άρθρα 51, 56

(1), 56
(4)και 56
(5)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/85 και Αναφορικά με την απόφαση του Υπουργού Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού ημερομηνίας 7/6/2011 επί της ιεραρχικής προσφυγής ημερομηνίας 27/6/2007 την οποία άσκησε ο Ανδρέας Νικολάου κατά της προσωρινής διαταγής επιβάρυνσης του Εφόρου Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών ημερομηνίας 25/5/2007 και Αναφορικά με την αίτηση του Ανδρέα Νικολάου, από τη Λεμεσό Αίτηση για ακύρωση της απόφασης του Υπουργού Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού ημερ. 7.6.2011 Ημερομηνία: 14 Μαΐου 2013 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κ. Σ. Φασουλιώτης και για κκ. Χρήστος Πουργουρίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Καθ΄ου η αίτηση: κ. Μελάς για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Α Π Ο Φ Α Σ Η Τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα αίτηση είναι παραδεκτά από τις δύο πλευρές και έχουν ως ακολούθως. Στις 25.5.2007 ο Έφορος Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών (από τώρα και στο εξής καλούμενος «ο Έφορος») εξέδωσε προσωρινή διαταγή επιβάρυνσης για τη δέσμευση του χρηματικού ποσού των €216.651,00 που ήταν κατατεθειμένο στον λογαριασμό του αιτητή στην Alpha Bank Cyprus Ltd μέχρι πλήρους διεκπεραίωσης της διαιτησίας προς επίλυση της διαφοράς μεταξύ της Σ.Π.Ε. Πολεμιδιών και του αιτητή. Η εν λόγω απόφαση κοινοποιήθηκε στην Τράπεζα με επιστολή του Εφόρου ημερ. 25.5.
  1. Στις 27.6.2007 ο δικηγόρος του αιτητή με επιστολή του στον Υπουργό Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού (από τώρα και στο εξής καλούμενος «ο Υπουργός») υπέβαλε ιεραρχική προσφυγή κατά της εν λόγω απόφασης του Εφόρου. Στις 21.9.2007 ο Υπουργός εξέδωσε απόφαση ότι δεν είχε δικαιοδοσία να εξετάσει το θέμα. Η εν λόγω απόφαση κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  2. Στις 4.10.2007 ο αιτητής καταχώρησε τη Γενική Αίτηση αρ. 330/2007 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού προσβάλλοντας την εν λόγω απόφαση, και στις 29.2.2008 το Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση με την οποία έκρινε ότι ο Υπουργός είχε δικαιοδοσία να εξετάσει την ιεραρχική προσφυγή και εξέδωσε διάταγμα ακύρωσης της εν λόγω απόφασης του Υπουργού. Στις 21.3.2008 καταχωρήθηκε στο Ανώτατο Δικαστήριο εκ μέρους του Εφόρου η Έφεση αρ. 91/
  3. Στις 24.1.2011 εκδόθηκε απόφαση στην εν λόγω Έφεση με την οποία η Έφεση απορρίφθηκε. Η απόφαση στην Έφεση κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  4. Έτσι ο Υπουργός υποχρεώθηκε να εξετάσει την ουσία της ιεραρχικής προσφυγής. Στις 27.4.2011 έγινε σύσκεψη στο γραφείο του Υπουργού κατά την οποία ακούστηκαν οι απόψεις του αιτητή, η θέση του Εφόρου και η άποψη της Νομικής Υπηρεσίας. Τα πρακτικά της εν λόγω σύσκεψης κατατέθηκαν ως Τεκμήριο
  5. Στις 7.6.2011 εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την παρούσα αίτηση απόφαση του Υπουργού, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4, και η οποία κοινοποιήθηκε στον δικηγόρο του αιτητή στις 15.6.
  6. Στην απόφαση αναφέρεται ότι ο Υπουργός πληροφορήθηκε από τον συνήγορο του αιτητή ότι το χρηματικό ποσό που ήταν κατατεθειμένο και δεσμευμένο στο όνομα του αιτητή δεν βρίσκεται πλέον κατατεθειμένο στην Τράπεζα. Με την εν λόγω απόφαση του ο Υπουργός αποφάσισε την ακύρωση του διατάγματος του Εφόρου και εξέδωσε νέο διάταγμα, με ισχύ από τις 7.6.2011, με εντολή όπως αν κατατεθεί οποτεδήποτε οποιοδήποτε ποσό στον εν λόγω λογαριασμό, μέχρι του ποσού των €216,651.00 (£126.800), να δεσμευτεί πάραυτα, και αμέσως μετά τη δέσμευση να ειδοποιηθεί ο Έφορος, ο οποίος μέσα σε δύο μέρες από την ημερομηνία ενημέρωσης του θα πρέπει να καλέσει τον προσφεύγοντα προς ακρόαση και να διερευνήσει κατά πόσο υπάρχει η δυνατότητα παροχής άλλης εξασφάλισης. Στην εν λόγω απόφαση του Υπουργού αναφέρεται επίσης ότι η απόφαση για τελική δέσμευση του οποιουδήποτε ποσού κατατεθεί στον εν λόγω λογαριασμό, κατά την περίοδο μέχρι τη λήξη της διαδικασίας ενώπιον του διαιτητή, θα ληφθεί από τον Έφορο. Με την παρούσα αίτηση ζητείται διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου που να ακυρώνει ως παράνομη και/ή αβάσιμη και/ή πλήρως αντινομική και/ή στερημένη οιουδήποτε έννομου αποτελέσματος την απόφαση του Υπουργού ημερ. 7.6.
  7. Η αίτηση βασίζεται στη Δ.48 Θθ.1-9, στα άρθρα 51, 56
(1), 56
(4)και 56
(5)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου του 1985, Ν. 22/85, όπως τροποποιήθηκε, και στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση περιέχονται στη συνημμένη σε αυτή ένορκη δήλωση του αιτητή. Σε αυτή ο αιτητής κάνει αναφορά στο ιστορικό των γεγονότων και προσβάλλει τη νομιμότητα της εν λόγω απόφασης για τους ακόλουθους λόγους: 1) Ο Υπουργός έλαβε υπόψη τις απόψεις της Γενικής Διευθύντριας του Υπουργείου του, χωρίς να του παρέχεται τέτοια ευχέρεια από το Νόμο. 2) Ο Υπουργός δεν είχε δικαίωμα να τροποποιήσει την απόφαση του Εφόρου καθότι το άρθρο 56
(2)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου δεν του παρέχει τέτοια δυνατότητα. Το καθήκον του Υπουργού περιοριζόταν στην ακύρωση της προσωρινής διαταγής επιβάρυνσης του Εφόρου ή την επικύρωση αυτής με ή χωρίς οποιουσδήποτε όρους ή επιφυλάξεις. 3) Ο Υπουργός προχώρησε στην έκδοση του διατάγματος χωρίς να έχει ενώπιον του οποιαδήποτε στοιχεία και γεγονότα, και με αναφορά σε μελλοντικά υποτιθέμενα και αβέβαια συμβάντα κατά παράβαση της αρχής ότι οι δικαστικές αρχές (και εδώ ο Υπουργός εκτελούσε δικαστική εξουσία) δεν ενεργούν επί ματαίω. 4) Το διάταγμα είναι αντινομικό καθότι περιορίζει το δικαίωμα αμφισβήτησης του από τον αιτητή στον βαθμό που θα μπορούσε να προσφέρει άλλη εξασφάλιση στη Σ.Π.Ε. Πολεμιδιών μόνο. 5) Η απόφαση του Υπουργού δεν είναι δεόντως αιτιολογημένη. Οι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι: 1) Ο Υπουργός έχει εξουσία ακυρώνοντας την απόφαση του Εφόρου να την αντικαταστήσει με νέα ως έπραξε, και η εν λόγω απόφαση ισχύει μέχρι την οριστική έκδοση απόφασης από τον Διαιτητή, η οποία αναμένεται να εκδοθεί μέχρι τις αρχές Σεπτεμβρίου, οπότε θα προκύψει η ανάγκη καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και συμπληρωματικών λόγων ένστασης, ανάλογα με την απόφαση που θα ληφθεί και τα νομικά μέτρα που θα ακολουθήσουν από οποιαδήποτε από τις δύο πλευρές, ΣΠ.Ε. και αιτητή. 2) Ο Υπουργός είχε ενώπιον του όλα τα στοιχεία και γεγονότα που ήταν απαραίτητα για την έκδοση του διατάγματος μέχρι την έκδοση της απόφασης του Διαιτητή, η απόφαση του δεν στηρίχθηκε σε μελλοντικά, υποτιθέμενα και αβέβαια γεγονότα, και ο αιτητής είχε τη δυνατότητα, σε περίπτωση που κατάθετε χρήματα στον λογαριασμό, να ζητήσει την αποδέσμευση τους έναντι της παροχής ανάλογης ασφάλειας. 3) Ο αιτητής δεν προσέρχεται στην παρούσα διαδικασία με καθαρά χέρια καθότι, εκμεταλλευόμενος την ακυρωτική διαδικασία, εξαφάνισε από τον λογαριασμό του το ποσό που είχε δεσμευτεί ως εγγύηση της υπό διαιτησία οφειλής του, και το διάταγμα του Υπουργού αποσκοπούσε στη διασφάλιση της δέσμευσης ποσού που τυχόν θα κατατεθεί στο μέλλον πριν την έκδοση της διαιτητικής απόφασης, εκτός αν ο ίδιος θα μπορούσε να προσφέρει άλλη εξασφάλιση στη Σ.Π.Ε. προς ικανοποίηση της οφειλής του. Κατά την αγόρευση του ο δικηγόρος του αιτητή ουσιαστικά ανέλυσε τους λόγους για τους οποίους ο αιτητής προσβάλλει τη νομιμότητα της απόφασης του Υπουργού, με παραπομπή στη σχετική νομοθεσία και νομολογία. Ο δικηγόρος του καθ΄ου η αίτηση περιορίστηκε στην υιοθέτηση της ένστασης και της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει και ισχυρίστηκε ότι η εν λόγω απόφαση λήφθηκε σύμφωνα με το Νόμο και είναι ορθή. Η εξουσία του Δικαστηρίου να αποφασίσει επί της νομιμότητας και ορθότητας της απόφασης του Υπουργού ημερ. 7.6.2011 παρέχεται από το άρθρο 56
(5)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο του 1985, Ν. 22/85, όπως τροποποιήθηκε. Αυτό αποτέλεσε κοινό έδαφος από τις δύο πλευρές. Στο πλαίσιο εξέτασης της ιεραρχικής προσφυγής δυνάμει του άρθρου 56
(2)του Ν. 22/85, ο Υπουργός ασκεί οιονεί δικαστική εξουσία. Χρήσιμη καθοδήγηση επί του θέματος προσφέρει η υπόθεση Pharmanet Ltd v. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών κ.ά., Υπόθεση Αρ. 3/2008, Αναθεωρητική Δικαιοδοσία, ημερ. 26.3.2009, στην οποία γίνεται παραπομπή στο σύγγραμμα Δαγτόγλου: Γενικό Διοικητικό Δίκαιο α΄
(1977)σελ. 223, όπου αναφέρεται ότι η ιεραρχική προσφυγή είναι ενδικοφανής προσφυγή δηλαδή «.πρόκειται για προσφυγή που ο νόμος έχει διαμορφώσει κατά παρόμοιο τρόπο όπως ένα ένδικο μέσο, με τη διαφορά ότι εγείρεται ενώπιον διοικητικού οργάνου και όχι δικαστηρίου». Το πρώτο θέμα το οποίο χρήζει εξέτασης στο πλαίσιο της υπό κρίση αίτησης είναι κατά πόσο ο Υπουργός, στο πλαίσιο εξέτασης της ιεραρχικής προσφυγής, είχε εξουσία να τροποποιήσει την προσωρινή διαταγή του Εφόρου. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της σύσκεψης στο γραφείο του Υπουργού, Τεκμήριο 3, και το περιεχόμενο της απόφασης του Υπουργού, Τεκμήριο 4, ο Υπουργός δέχθηκε τη θέση ότι είχε το δικαίωμα να τροποποιήσει την απόφαση του Εφόρου, και έτσι προέβη στην ακύρωση του διατάγματος του Εφόρου και στην έκδοση του νέου διατάγματος. Το άρθρο 56
(2)του Ν. 22/85, όπως τροποποιήθηκε, προνοεί ότι ο Υπουργός εξετάζει την προσφυγή και αποφασίζει επί αυτής. Θεωρώ ότι αυτή η πρόνοια είναι ξεκάθαρη και δίνει την εξουσία στον Υπουργό να αποφασίσει επί της προσφυγής είτε με την επικύρωση της απόφασης του Εφόρου είτε με την ακύρωση αυτής. Από τη στιγμή που στην εν λόγω νομοθετική διάταξη δεν γίνεται ρητή αναφορά σε εξουσία αναθεώρησης, τότε αυτή δεν παρέχει το δικαίωμα αναθεώρησης της απόφασης του Εφόρου και τροποποίησης αυτής, και θεωρώ ότι μία τέτοια ερμηνεία του εν λόγω εδαφίου θα ήταν αυθαίρετη. Η πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου βρίσκει έρεισμα και από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Έφεση αρ. 91/2008, Τεκμήριο 2, κατ΄ αναλογία σε σχέση με το άρθρο 51 του ίδιου Νόμου αναφορικά με την απόφαση του Εφόρου. Ειδικότερα, αποφασίστηκε ότι από τη στιγμή που το άρθρο 51 δεν αναφέρεται σε δυνατότητα αναθεώρησης τότε δεν ενυπάρχει στο εν λόγω άρθρο τέτοια δυνατότητα. Επομένως, καταλήγω ότι ο Υπουργός δεν είχε εξουσία με βάση το Νόμο να προχωρήσει στην έκδοση της επίδικης απόφασης. Η επίδικη απόφαση πάσχει για ένα επιπρόσθετο λόγο. Κατά τον χρόνο εξέτασης της ιεραρχικής προσφυγής ήταν πλέον δεδομένο και γνωστό στον Υπουργό ότι το ποσό που είχε δεσμευτεί δυνάμει της προσωρινής διαταγής επιβάρυνσης που εκδόθηκε από τον Έφορο δεν βρισκόταν πλέον κατατεθειμένο στον λογαριασμό του αιτητή στην Alpha Bank. Με αυτά τα δεδομένα, κατά τον χρόνο έκδοσης της απόφασης του Υπουργού δεν υπήρχε αντικείμενο της ιεραρχικής προσφυγής και αυτό αντικατοπτρίζεται στο λεκτικό και τη φύση του εκδοθέντος διατάγματος από τον Υπουργό. Το εκδοθέν διάταγμα αφορούσε τη δέσμευση τυχόν ποσού ήθελε κατατεθεί στον εν λόγω λογαριασμό του αιτητή. Από τη στιγμή που το αντικείμενο της προσωρινής διαταγής επιβάρυνσης έπαυσε πλέον να υπάρχει, η εξέταση της ιεραρχικής προσφυγής κατέστη χωρίς ουσία και δεν εξυπηρετούσε οποιονδήποτε σκοπό εφόσον δεν τίθετο θέμα δέσμευσης του εν λόγω ποσού. Η ιεραρχική προσφυγή εξεταζόταν μόνο σε θεωρητική και πιθανή/ενδεχόμενη μελλοντική βάση. Αποτελεί καλά καθιερωμένη νομική αρχή ότι τα Δικαστήρια δεν πράττουν επί ματαίω και αυτό ακριβώς έγινε με την εξέταση της ιεραρχικής προσφυγής και έκδοσης της απόφασης του Υπουργού. Σχετικές επί τούτου είναι οι υποθέσεις Farhan Khalil κ.ά. v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Πολιτικές Εφέσεις αρ. 104/2011, 105/2011, 106/2011, 107/2011 και 108/2011,ημερ. 15.10.2012, Αναφορικά με την Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας σύμφωνα με τον περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμο (Νόμος 97/70) και Αναφορικά με την Luchian Marina Tudor, Πολιτική Έφεση αρ. 342/2010, ημερ. 1.7.2011, και Μαυρονικόλα κ.ά. v. Φοινιώτη κ.ά.
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1659. Ως εκ τούτου στο πλαίσιο εξέτασης της ιεραρχικής προσφυγής και έκδοσης της απόφασης του ο Υπουργός ενήργησε επί ματαίω, κάτι το οποίο δεν είχε δικαίωμα να πράξει. Στο σημείο αυτό επισημαίνω ότι τόσο το άρθρο 56
(2)του Ν. 22/85 σε συνάρτηση με το θέμα της δυνατότητας τροποποίησης της απόφασης του Εφόρου από τον Υπουργό στο πλαίσιο της ιεραρχικής προσφυγής όσο και η πρόνοια του άρθρου 56
(5)του ίδιου Νόμου, η οποία καθορίζει πότε η απόφαση του Εφόρου καθίσταται εκτελεστή, που συνδέεται με τη δυνατότητα του αιτητή να αποσύρει το χρηματικό ποσό που αποτελεί το αντικείμενο του προσωρινού διατάγματος επιβάρυνσης, απασχόλησαν τον Υπουργό κατά τη σύσκεψη ημερ. 27.4.2011. Ειδικότερα, αναγνωρίστηκε και από τον ίδιο τον Υπουργό η ύπαρξη ασάφειας για την οποία πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο τροποποίησης ή αντικατάστασης του άρθρου 56 του Νόμου. Το Δικαστήριο με τη σειρά του αναγνωρίζει τα νομοθετικά κενά που υπάρχουν στην εφαρμογή του άρθρου 56 και την ανάγκη ρύθμισης του θέματος για την αποτελεσματική αντιμετώπιση του και επίτευξη του σκοπού του άρθρου. Αυτό βέβαια δεν αποτελεί έργο του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται πιο πάνω, είναι πρόδηλο ότι η επίδικη απόφαση του Υπουργού είναι αντινομική και στερείται οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος. Αυτή η κατάληξη του Δικαστηρίου καθιστά αχρείαστη την εξέταση των υπόλοιπων λόγων προσβολής της επίδικης απόφασης. Ως εκ τούτου η παρούσα αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο η απόφαση του Υπουργού Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού ημερ. 7.6.2011 επί της ιεραρχικής προσφυγής του αιτητή ημερ. 27.6.2007 κατά της απόφασης του Εφόρου της Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών ημερ. 25.5.2007 για την έκδοση προσωρινής διαταγής επιβάρυνσης ακυρώνεται. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ του αιτητή και εναντίον του καθ΄ου η αίτηση όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ....................................... Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Πολιτική / Γενική Αίτηση Αναφορά: Ακύρωση Απόφασης Υπουργού Εμπορίου σε ιεραρχική προσφυγή δυνάμει του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.