Αναφορικά με την Ευανθία Έλληνα, Ειδ. Πτωχ: 921/12, 15/5/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A132 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Ειδ. Πτωχ: 921/12 Αναφορικά με την Ευανθία Έλληνα, από τη Λεμεσό Αίτηση παραμερισμού της Ειδοποίησης Πτώχευσης, ημερ. 30/11/2012 Ημερομηνία:15/5/2013 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια/χρεώστρια ׃ κ. Α. Μελάς (για την απαγγελία της απόφασης κα Ασσιώτου) Για καθ΄ ου η Αίτηση/πιστωτή: κ. Π. Κλεοβούλου (για την απαγγελία της απόφασης κα Α. Γεωργίου) Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση, επιδιώκεται ο παραμερισμός της ειδοποίησης πτώχευσης που εκδόθηκε στις 15/11/212 από τον Παύλο Δημητριάδη ο οποίος από τώρα και στο εξής θα καλείται ο «πιστωτής», προς την Ευανθία Έλληνα η οποία από τώρα και στο εξής θα καλείται η «χρεώστρια». Η αξίωση πληρωμής, επί της οποίας ο πιστωτής βασίζει την ειδοποίηση, εδράζεται σε απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερ. 28/4/2009, στην Αίτηση Περιουσιακών Διαφορών Αρ.44/03, η οποία εκδόθηκε υπέρ του πιστωτή και εναντίον της χρεώστριας και η οποία και μετά την άσκηση έφεσης από την τελευταία, επικυρώθηκε με την επιδίκαση δικηγορικών εξόδων σε βάρος της. Μετά την καταχώρηση της παρούσας αίτησης, ο χρόνος για διάπραξη της πράξης πτώχευσης παρατάθηκε μέχρι την αποπεράτωση της εκδίκασης της αίτησης. Οι λόγοι τους οποίους η χρεώστρια επικαλείται στην αίτηση της για να πετύχει τον παραμερισμό της ειδοποίησης πτώχευσης, αλλά και τα όσα προβάλλει ο πιστωτής για να τους αντικρούσει, εκτίθενται στην αίτηση, την ειδοποίηση ένστασης και τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις που τις υποστηρίζουν καθώς επίσης και σε συμπληρωματική ένορκο δήλωση που καταχώρησε η χρεώστρια χωρίς ένσταση εκ μέρους του πιστωτή στις 21/12/12, τα οποία και για το λόγο αυτό, δεν θεωρώ αναγκαίο να παραθέσω. Παρά το ότι η χρεώστρια στην αίτηση της επικαλείται περισσότερους λόγους για παραμερισμό της ειδοποίησης πτώχευσης, με την γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου της, αναφέρει ως επίδικα ζητήματα τα ακόλουθα: «1. Κατά πόσο η Ειδοποίηση Πτώχευσης εκδόθηκε νόμιμα και είναι έγκυρη δεδομένου ότι αφορούσε πέραν του ενός ποσά, καθώς και ποσά που αφορούν δικηγορικά έξοδα. 2. Κατά πόσο η Ειδοποίηση Πτώχευσης εκδόθηκε νόμιμα και είναι έγκυρη δεδομένου ότι το ποσό που αναγράφεται στην Ειδοποίηση ως το οφειλόμενο εξ' αποφάσεως χρέος βρίσκεται σε αντίθεση με το κείμενο της απόφασης του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερομηνίας 28/4/09, 3. Κατά πόσο η Ειδοποίηση Πτώχευσης είναι καταχρηστική και καταπιεστική». Ενόψει των πιο πάνω και του γεγονότος ότι η γραπτή αγόρευση του κ. Μελά περιορίσθηκε στην ανάπτυξη των λόγων αυτών, θεωρώ ότι οι λοιποί λόγοι που προβάλλονται με την αίτηση για παραμερισμό της ειδοποίησης πτώχευσης έχουν εγκαταλειφθεί και δεν θα με απασχολήσουν. H ακροαματική διαδικασία περιορίστηκε σε αγορεύσεις και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων παρέδωσαν στο Δικαστήριο τις γραπτές τους αγορεύσεις όπου θέτουν τις θέσεις και τα επιχειρήματα τους, ενώ ο κ. Κλεοβούλου επιχειρηματολόγησε περαιτέρω και προφορικά. Στο άρθρο 3
(1)του Περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5, καταγράφονται οι περιπτώσεις στις οποίες κάποιος χρεώστης διαπράττει πράξη πτώχευσης. Μία από τις περιπτώσεις αυτές και η οποία ενδιαφέρει στην παρούσα περίπτωση, είναι η προβλεπόμενη από το άρθρο 3
(1)(ζ) του Νόμου, το οποίο και προβλέπει τα ακόλουθα: «Αν πιστωτής εξασφαλίζει εναντίον του τελεσίδικη απόφαση ή τελικό διάταγμα για οποιοδήποτε ποσό, και, ενώ δεν αναστάληκε η εκτέλεση της απόφασης ή του διατάγματος, επέδωσε σε αυτόν στην Κύπρο ή αλλού με άδεια του Δικαστηρίου, ειδοποίηση πτώχευσης βάσει του Νόμου αυτού και μέσα σε επτά μέρες μετά την επίδοση της ειδοποίησης σε αυτόν, σε περίπτωση που η επίδοση γίνεται στην Κύπρο και σε περίπτωση που η επίδοση γίνεται αλλού μέσα στον καθορισμένο από το διάταγμα που παρέχει την άδεια για επίδοση χρόνο, ο χρεώστης είτε συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης, είτε ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει ανταπαίτηση, δικαίωμα συμψηφισμού ή ανταγωγή η οποία εξισώνεται ή υπερβαίνει το ποσό του εξ' αποφάσεως χρέους ή το ποσό που διατάχθηκε να πληρωθεί, και την οποία δεν ήταν δυνατό να προβάλει στην αγωγή ή τη διαδικασία στην οποία εξασφαλίστηκε η απόφαση ή το διάταγμα». Το βάρος απόδειξης τέτοιων ισχυρισμών, βαρύνει τους ώμους του χρεώστη. Αυτό προκύπτει από το λεκτικό του άρθρου 3
(1)(ζ) του Κεφ. 5 (βλ. επίσης Re Nτίνος Ασπρής
(1988)JSC 93). Σύμφωνα με το άρθρο αυτό του Νόμου, απαραίτητη προϋπόθεση για να εκδοθεί ειδοποίηση πτώχευσης είναι όπως ο πιστωτής έχει εξασφαλίσει τελεσίδικη απόφαση εναντίον του χρεώστη, η εκτέλεση της οποίας δεν έχει ανασταλεί (βλ. Τάκη Οικονομίδη v. Λαική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 1255). Στην υπόθεση Νίκανδρος Νικολαίδης κ.α. v. Aνδρέα Φεττά κ.α., διασαφηνίζεται ότι μια απόφαση είναι τελεσίδικη έστω και αν τελεί υπό αναστολή. Πρόσωπο δε που καθ' οιονδήποτε χρόνο δικαιούται να εκτελέσει τελεσίδικη απόφαση ή διάταγμα θεωρείται ότι είναι πιστωτής που εξασφάλισε μια τέτοια απόφαση ή ένα τέτοιο διάταγμα (βλ. άρθρο 3
(1)(ζ) του Περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5, όπως τροποποιήθηκε). Η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε εκτός των πλαισίων που καθορίζει ο Καν. 40
(2)των Περί Πτωχεύσεων Κανονισμών και τα οποία σύμφωνα και με τη νομολογία που σχετίζεται με το θέμα, είναι αυστηρά περιορισμένα αφού ένας χρεώστης δεν μπορεί με ένορκο δήλωση, να εγείρει οποιοδήποτε άλλο θέμα πέραν αυτών που εκτίθενται στο Κανονισμό, δηλαδή να έχει ανταπαίτηση, συμψηφισμό ή ανταξίωση που ισούται ή υπερβαίνει το εξ' αποφάσεως χρέος και η οποία δεν μπορούσε να εγερθεί στη διαδικασία στην οποία εξασφαλίσθηκε η απόφαση δυνάμει της οποίας εκδόθηκε η ειδοποίηση (βλ. Λάρκος v. Ε. Κατσιαρή
(2000)1 ΑΑΔ 1694, Λαική Τράπεζα Λτδ v. Δημήτρη Δημητρίου, Πολ. Εφ. 278/06, ημερ. 17/4/2008). Είναι επίσης νομολογημένο ότι οι περιοριστικοί λόγοι που θεσπίζει ο πιο πάνω κανονισμός, δεν εμποδίζουν κάποιο χρεώστη να επιδιώξει ακύρωση ειδοποίησης πτώχευσης και για άλλους λόγους, εκτός αυτών που αναφέρονται στον κανονισμό αυτό. Στην περίπτωση όμως αυτή, η πρέπουσα διαδικασία, είναι η καταχώριση ξεχωριστής αίτησης και όχι η επιδίωξη ακύρωσης της με την ένορκο δήλωση που προβλέπει ο Kαν. 40
(2)(βλ. Λαική Τράπεζα Λτδ v. Δημήτρης Δημητρίου, πιο πάνω, Re Costas Louka
(1986)2 JSC 365, και William and Muir Hunter on Bankruptcy, 19η έκδοση,σελ. 38, In Re a Debtor (No.30 of 1956, ex parte The Debtor v. Harman
(1957)2 ALL E.R. 216), διαδικασία η οποία ορθά ακολουθήθηκε στην παρούσα περίπτωση, αφού τα θέματα που εγείρονται με την παρούσα αίτηση, βρίσκονται εκτός αυτών που καθορίζονται στον Καν. 40
(2). Η χρεώστρια επιδιώκει παραμερισμό της ειδοποίησης πτώχευσης, επικαλούμενη ότι αυτή προωθείται για περισσότερα του ενός ποσού, καθώς και ποσά που αφορούν δικηγορικά έξοδα. Στην ειδοποίηση πτώχευσης καταγράφονται κατά λέξη τα ακόλουθα: «....ποσό €21.375 με τόκο 5,5% από 15/1/1999 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα €24.939.10 με τόκο 8% ετησίως επ' αυτού από 24/6/03 μέχρι 14/10/08 και με τόκο 5.5% από 15/10/08 μέχρι εξοφλήσεως πλέον φ.π.α επί του ποσού των €22.437 πλέον €42 έξοδα εκδόσεως διατάγματος, πλέον €217 έξοδα writ, τα οποία οφείλονται στον Πιστωτή δυνάμει αποφάσεως ημερομηνίας 28/4/2009, η οποία εκδόθηκε στα πλαίσια της Αίτησης Περιουσιακών Διαφορών 44/03 του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού, η εκτέλεση της οποίας δεν ανεστάλην, πλέον €2.408.10 έξοδα της υπ' αρ. 24/09 Έφεσης συμπεριλαμβανομένου φ.π.α. ..». Είναι γεγονός ότι σε μια ειδοποίηση πτώχευσης πρέπει να γίνεται ορθή και επακριβής αναφορά στο ποσό που παραμένει οφειλόμενο. Τούτο λέχθηκε υπό μορφή σχολίου στην υπόθεση Μ. Αλωνεύτη v. Alpha Bank Ltd
(2010)1 AAAΔ.475: «Τέλος, υπό τύπο σχολίου περισσότερο, παρά οτιδήποτε άλλο, διότι το θέμα δεν αποτέλεσε ζήτημα αντιπαράθεσης μεταξύ των διαδίκων, παρόλο που ορθά εντοπίζεται στην παρ. 3 της ένορκης δήλωσης του εφεσείοντος στην επίδικη αίτηση, η πτωχευτική ειδοποίηση απαραδέκτως κατέγραψε στην παρ. 4 αυτής, ότι η εκτέλεση της απόφασης δεν είχε ανασταλεί, όπως λανθασμένα δεν έγινε ούτε μνεία και για την προηγηθείσα πληρωμή που αντιπροσώπευε την πρώτη δόση. Αναμένεται από τους πιστωτές, ενόψει και της sui genesis φύσης της διαδικασίας πτώχευσης, οιωνεί ποινικού χαρακτήρα, μεγαλύτερη προσοχή στην προώθηση τέτοιων μέτρων καθώς και αυστηρή προσήλωση στους τύπους της ειδοποίησης, περιλαμβανομένης της ορθής και επακριβούς αναφοράς στο ποσό που στην πράξη παραμένει οφειλόμενο». (Η υπογράμμιση είναι δική μου). Συναφής προς το ζήτημα είναι τα όσα λέχθηκαν στην απόφαση του Επ. Δικ. Λευκωσίας, στην Ειδ. Πτωχ. 1805/06, ημερ. 21/5/2007, Αναφορικά με τον Κύπρο Καραβιώτη, από τον κ. Στ. Ναθαναήλ, Π.Ε.Δ., όπως ήταν τότε και στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι γνωστό νομολογιακά ότι η διαδικασία πτώχευσης δεν αποτελεί μέτρο εκτέλεσης, αλλά είναι μια suis generis διαδικασία, η οποία μάλιστα χαρακτηρίζεται ως οιωνεί ποινικού χαρακτήρα (δέστε Williams and Hunter on Bankruptcy, 18η έκδοση, σελ.1). Είναι γι' αυτό το λόγο αλλά και λόγω της καταλυτικής επίπτωσης που έχει η κήρυξη ενός χρεώστη σε πτώχευση πάνω στην περιουσία του αλλά και στις εμπορικές συναλλαγές του, που η απόδειξη της ισχυριζόμενης πράξης πτώχευσης, πρέπει να είναι καθαρή και πειστική. Όπως αναφέρεται στο πιο πάνω σύγγραμμα «no person should be made bankrupt on ambiguity». Κατά συνέπεια μια ειδοποίηση πτώχευσης, πρέπει να είναι σαφής στην τοποθέτηση της και να μην υπάρχει αμφιβολία ότι αυτό το οποίο λογίζεται ως οφειλόμενο ποσό κατά την ημέρα της έκδοσης της ειδοποίησης πτώχευσης, αντικατοπτρίζει το ακριβές και αληθές ποσό». Επίσης, «...σε μια αίτηση για παραμερισμό είναι δυνατή η ακύρωση της πτωχευτικής ειδοποίησης όταν ο χρεώστης έχει δείξει ότι αυτή λανθασμένα έχει εισαχθεί είτε διότι ξοφλήθηκε το χρέος, είτε διότι παραμένει ασαφές το υπόλοιπο του οφειλόμενου ποσού, είτε ότι η πτωχευτική ειδοποίηση αποτελεί κατάχρηση». Ότι στην ειδοποίηση πτώχευσης περιλαμβάνεται τόκος επί του εξ' αποφάσεως χρέους, είναι θεμιτό ( Re Lehmann, Ex p. Hasluck
(1890)62 Lt 941). Στην υπόθεση Re Cooper [1911] 2 KB 550, που γινόταν αναφορά σε τόκο, δόθηκαν με την ειδοποίηση, λεπτομέρειες και για το ποσό αλλά και γα τον τόκο. Όπως καταδεικνύεται από δύο Αυστραλιανές υποθέσεις, όταν ζητείται κάποιο υπόλοιπο το οποίο παραμένει οφειλόμενο μετά από πληρωμές που έγιναν έναντι του εξ' αποφάσεως χρέους ή όταν ζητείται τόκος, τότε θα πρέπει να δίδονται λεπτομέρειες. Θα πρέπει ειδικότερα ο τόκος να υπολογίζεται και να καθορίζεται στην ειδοποίηση πτώχευσης με ακρίβεια. Εν πάση περιπτώσει, αυτό που ουσιαστικά θα πρέπει να αναζητηθεί είναι κατά πόσο και υπό τις περιστάσεις, η ειδοποίηση προκαλεί σύγχυση και παραπλάνηση στο χρεώστη ( ΜcDonald, Ex p Elder Smith GoldsbroughMort Ltd
(1978)18 ALR 505 και Manion, ex p Deputy Commissioner of Taxation [1978-79] 23 ALR 270). Όταν η ειδοποίηση μπορεί να προκαλέσει σύγχυση στο χρεώστη, υπόκειται σε παραμερισμό ( βλ. Re Howes, Ex p Hughes [1891-4] All ER Rep 546). Σύμφωνα δε με τα όσα αποφασίσθηκαν στην υπόθεση Re Miller, Ex p Furniture & Fine Arts Depositories Ltd [1912] 3 KB 1), η ειδοποίηση που εκδόθηκε για το συνολικό ποσό της απόφασης ενόσω όμως είχε πληρωθεί έναντι μέρος του ποσού, υπόκειται σε παραμερισμό. Από την ειδοποίηση πτώχευσης είναι πασιφανές ότι σε αυτήν, αναφέρονται διάφορα ποσά τα οποία έχουν προκύψει από την έκδοση της απόφασης του Οικογενειακού Δικαστηρίου και αφορούν το επιδικασθέν προς όφελος του πιστωτή ποσού, τους τόκους, αλλά και τα δικηγορικά έξοδα τόσο στην απόφαση αυτή όσο και στην έφεση που ακολούθησε. Όπως προκύπτει από την ειδοποίηση πτώχευσης, η περιγραφή των ποσών είναι σαφής και ακριβής, όπως επίσης με ακρίβεια προβάλλεται το ύψος του τόκου και η περίοδος για την οποία αυτός αξιώνεται. Το γεγονός ότι στην ειδοποίηση αναφέρονται ως οφειλόμενα περισσότερα του ενός, δεν δημιουργεί οποιοδήποτε πρόβλημα και ούτε έχω εντοπίσει οτιδήποτε που να απαγορεύει ή να καθιστά με οποιοδήποτε τρόπο ελαττωματική μια ειδοποίηση πτώχευσης στην οποία αναφέρονται πέραν του ενός ως οφειλόμενα ποσά. Εκείνο που έχει σημασία και πρέπει να εξετασθεί είναι εάν με την περιγραφή των ποσών που αναγράφονται στην ειδοποίηση πτώχευσης, γίνεται ορθή και επακριβής αναφορά στα ποσά που παραμένουν οφειλόμενα και εάν με τον τρόπο που αυτά εκτίθενται, προκαλείται σύγχυση και παραπλάνηση στην χρεώστρια. Εξετάζοντας το τελευταίο αυτό ζήτημα, κρίνεται ότι καμία ασάφεια δεν έχει καταδειχθεί στα λογιζόμενα από τον πιστωτή ως οφειλόμενα ποσά και κατ' ακολουθία καμία απολύτως σύγχυση δεν θα μπορούσε να προκληθεί στην χρεώστρια αφού τα ποσά αυτά προδιορίζονται επακριβώς. Ούτε μπορώ να αποδεχθώ ως ορθή την εισήγηση της χρεώστριας ότι «το οφειλόμενο εξ' αποφάσεως χρέος βρίσκεται σε αντίθεση με το κείμενο της απόφασης του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερομηνίας 28/4/09». Εκείνο που ενδιαφέρει δεν είναι τι αναφέρεται στο κείμενο της απόφασης του Οικογενειακού Δικαστηρίου αλλά ποια ήταν η κατάληξη και το διατακτικό του, που ας σημειωθεί έχει επικυρωθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο. Τούτο εμφαίνεται και προκύπτει από τη συντεταγμένη απόφαση του Δικαστηρίου (drawn up judgment) η οποία επισυνάπτεται στην ειδοποίηση πτώχευσης και σε αυτήν καταγράφεται ρητά και με σαφήνεια ότι διαζευκτικά με αναγνωριστική δήλωση που είχε εκδοθεί από το Οικογενειακό Δικαστήριο, εκδόθηκε υπέρ του πιστωτή και εναντίον της χρεώστριας απόφαση για το ποσό των €21.375 με τόκο προς 5.5% ετησίως από 15/1/1999 μέχρι τελείας εξοφλήσεως. Κρίνεται συνεπώς ότι ούτε και ο λόγος αυτός για παραμερισμό της ειδοποίησης πτώχευσης μπορεί να πετύχει. Εισηγήθηκε επίσης η χρεώστρια ότι η ειδοποίηση πτώχευσης θα πρέπει να παραμερισθεί γιατί είναι καταχρηστική για τους λόγους που αναφέρονται στην ένορκο δήλωση η οποία υποστηρίζει την αίτηση. Η πτωχευτική διαδικασία δεν είναι διαδικασία εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων (βλ. Γ. Αρέστης v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας, 2002
(1)ΑΑΔ 1258) και δεν αποσκοπεί στον εξαναγκασμό του χρεώστη για να ξοφλήσει το χρέος του σε συγκεκριμένο άτομο. Νομιμοποιείται όμως ο πιστωτής να προωθήσει τη διαδικασία της πτώχευσης ώστε να πετύχει με την παραλαβή της περιουσίας του χρεώστη, την ικανοποίηση του χρέους που οφείλεται προς αυτόν από το χρεώστη. Σκοπός της πτωχευτικής διαδικασίας, είναι η προστασία και διασφάλιση της περιουσίας του χρεώστη, ώστε αυτή να μπορεί να χρησιμοποιηθεί όπως ο νόμος ορίζει για την ικανοποίηση καθ' ολοκληρία ή μερικά και κατ' ισονομία όλων των πιστωτών (βλ. London Clubs Ltd κ.α. v Ρόδου Παπαδόπουλου, 2002
(1)ΑΑΔ 1699). Στην Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 CLR 348, επεξηγείται η φύση της δικαιοδοσίας προς παρεμπόδιση των διαδικασιών που αποτελούν κατάχρηση. Η δικαιοδοσία αυτή είναι σύμφυτη και αποβλέπει όπως εξηγείται, στην αποτροπή υπονόμευσης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Η διαδικασία μπορεί να κατασταλεί και όταν το δικαίωμα του οποίου γίνεται η προσεπίκληση μολύνεται από αλλότρια κίνητρα. Γίνεται δε αναφορά στην υπόθεση Goldsmith v. Sperrings Ltd
(1977)2 All E.R. 566 (CA), όπου λέχθηκε ότι η άσκηση δικαιώματος μπορεί να περιοριστεί οποτεδήποτε ασκείται για σκοπό άλλο από εκείνο για τον οποίο παρέχεται από το νόμο, κυρίως όταν αποβλέπει στην απόκτηση παρεμφερούς πλεονεκτήματος (collateral advantage) (βλ. επίσης Church of Scientology v. DHSS (1979 All E.R. 97 (CA)). Το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Διευθυντής των Φυλακών v. Τζεννάρο Περέλλα
(1995)1 ΑΑΔ 217, στη σελ. 222, είναι διαφωτιστικό για το υπό εξέταση ζήτημα: « Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως κύριο λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που υπάρχουν για τη κατίσχυση του. Γι' αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για τη παρεμπόδιση κατάχρησης των διαδικασιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, δεν συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για το οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου». Στην υπόθεση Re a Debtor
(1955)2 All E.R. 65 (C.A.) στη σελ. 78 αναφέρονται τα ακόλουθα: « The so- called 'rule' in bankruptcy is, in truth, no more than an application of a more general rule that court proceedings may not be used or threatened for the purpose of obtaining for the person so using or threatening them some collateral advantage to himself, and not for the purpose for which such proceedings are properly designed and exist; And a party so using or threatening proceedings will be liable to be held guilty of abusing the process of the court, and, therefore, disqualified from invoking the powers of the court, and therefore, disqualified from invoking the powers of the court by proceedings which he has abused». Στην ίδια απόφαση γίνεται αναφορά στην Re a Judgment Summons
(1953)1 All E.R. 424, όπου αναφέρεται ότι δεν είναι παραδεκτή η χρήση της διαδικασίας πτώχευσης, όταν θα αποτελούσε καταπιεστικό μέσο για τα δικαιώματα του χρεώστη. Εφόσον στοιχειοθετείται καταπίεση, η διαδικασία αναστέλλεται προς διαφύλαξη του σκοπού για τον οποίο παρέχεται το δικονομικό μέτρο. Πότε προκύπτει κατάχρηση εξηγείται στην υπόθεση Re Shaw
(1928)Ch. 206, σελ. 211, στην οποία γίνεται και αναφορά σε προηγούμενη επί του θέματος νομολογία: «It cannot, in my opinion, be too clearly understood that bankruptcy proceedings, which are in their nature quasi criminal, must not be used for the purpose of obtaining a collateral advantage. An attempt to do so, even though unsuccessful, will be sufficient to disentitle a present case the debtor refused to pay the costs to the Sherbourne Trust Ltd, and that demand was not insisted upon, does not absolve the petitioning creditors from the consequences of having made that demand. The principle upon which the court acts in these cases is that it treats a demand of this nature as evidence that bankruptcy proceedings were taken not with the bona fide intention of obtaining adjudication but for some collateral purpose». Στην υπόθεση London Clubs, πιο πάνω, ακυρώθηκαν δύο ειδοποιήσεις πτώχευσης, καθότι κρίθηκε ότι υπό τα δεδομένα της υπόθεσης εκείνης, η πτωχευτική διαδικασία που είχε ξεκινήσει, συνιστούσε κατάχρηση της διαδικασίας, αφού χρησιμοποιόταν για άλλους σκοπούς αντίθετους με αυτούς στους οποίους αποσκοπεί η πτωχευτική διαδικασία. Με βάση τα πιο πάνω, καθώς και τα πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, κρίνεται ότι δεν έχει καταδειχθεί τέτοια κατάχρηση της διαδικασίας. Η χρεώστρια με πολύ γενικότητα αναφέρεται σε κατάχρηση λέγοντας ότι ο πιστωτής προωθεί την πτωχευτική διαδικασία ως καταπιεστικό μέτρο και για αλλότριους σκοπούς τους οποίους όμως παραλείπει να συγκεκριμενοποιήσει. Η παράλειψη αυτή της χρεώστριας είναι ουσιαστικής σημασίας αφού δεν τίθεται καν το πραγματικό θεμέλιο για εξέταση του λόγου αυτού, με αποτέλεσμα να μην έχω ικανοποιηθεί ότι η αίτηση καταχωρήθηκε ή προωθήθηκε καταχρηστικά. Συνακόλουθα, η υπό κρίση αίτηση απορρίπτεται. Ο χρόνος των 7 ημερών εντός των οποίων η χρεώστρια μπορεί να συμμορφωθεί με την ειδοποίηση πτώχευσης αρχίζει από σήμερα. Τα έξοδα όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ του πιστωτή και εναντίον της χρεώστριας. (Υπ.) ........... Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής bankruptsy/interim subject/etisi paramerimou cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο