Έλλης Παπαϊωάννου ν. Της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αριθμός Παραπομπής: 37/2011, 29/5/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A147 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε. Δ. Αριθμός Παραπομπής: 37/2011 Μεταξύ: Έλλης Παπαϊωάννου, από τη Λεμεσό Αιτήτριας και Της Κυπριακής Δημοκρατίας, διά μέσω του Γενικού Εισαγγελέα Αποζημιούσας Αρχής ......... Αίτηση ημερομηνίας 8.1.2013 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 29.5.2013 EMΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για αιτητή: κα Αναστασίου Για καθ' ης η αίτηση: κα Σαββίδου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αποζημιούσα αρχή ζητά τη συνένωση της παραπομπής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο με την παραπομπή με αριθμό 38/
- Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.14 και Δ.48 Θ.Θ.1, 2, 3 και 9 (e), στους περί Ειδικού για τον Καθορισμό Αποζημιώσεως Δικαστηρίου Κανονισμούς του 1956, άρθρα 9 και 10, στον περί Αναγκαστικής Απαλλοτρίωσης για Δημόσια Ωφέλεια Νόμο του 1962 (Ν.15/62), στη νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση, όπως αναφέρεται στο σώμα της: «.είναι ότι υπάρχουν κοινά νομικά και/ή πραγματικά ζητήματα τοιαύτης σημασίας ούτως ώστε να καθιστούν αναγκαία ή επιθυμητή τη συνένωση των. Τα κοινά νομικά σημεία και/ή πραγματικά ζητήματα φαίνονται στους φακέλους του δικαστηρίου και είναι τα ακόλουθα: (α) Οι δύο παραπομπές αφορούν γειτονικά ακίνητα των οποίων ιδιοκτήτρια είναι η Απαιτήτρια. (β) Και οι δύο παραπομπές αφορούν την ίδια Διοικητική Πράξη και Γνωστοποίηση Απαλλοτρίωσης. (γ) Ο δικηγόρος και ο εκτιμητής της Απαιτήτριας και της Απαλλοτριούσας Αρχής είναι οι ίδιοι και στις δύο παραπομπές.» Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση της απαιτήτριας, η οποία επικαλείται ως λόγο ότι η αίτηση δεν είναι επαρκώς θεμελιωμένη τόσο στα πραγματικά όσο και στα νομικά σημεία. Η νομική βάση της ένστασης είναι ίδια με τη νομική βάση της αίτησης, ενώ τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση αναφέρονται στην ακόλουθη ένορκη δήλωση της Άντρης Νικολάου από τη Λεμεσό: «Εγώ η Άντρη Νικολάου από τη Λεμεσό, Οδός Ρήγα Φεραίου αρ.14, ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα:
- Είμαι στην υπηρεσία του κ. Πέτρου Αναστασιάδη, Δικηγόρου Αιτήτριας στις πιο πάνω Παραπομπές, γνωρίζω πλήρως τα γεγονότα των υποθέσεων αυτών και είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένη από την Αιτήτρια να προβώ στην καταχώριση της παρούσας Ένορκης Δήλωσης.
- Η Αιτήτρια και εγώ διαβάσαμε την αίτηση της Αποζημιούσας Αρχής ημ. 8/1/2013 με την οποία ζητά διάταγμα και/ή οδηγίες του Δικαστηρίου για τη συνένωση των πιο πάνω δύο Παραπομπών.
- Όπως ο Δικηγόρος της Αιτήτριας κ. Πέτρος Αναστασιάδης με συμβουλεύει και πιστεύω, οι ισχυρισμοί επί των οποίων βασίζεται η Αίτηση συνένωσης της Αποζημιούσας Αρχής της 8/1/2013 δεν συνιστούν επαρκείς λόγους για την αιτούμενη συνένωση.
- Εν πάση περιπτώσει η Αιτήτρια ενίσταται στην εξαιτούμενη από την Αποζημιούσα Αρχή συνένωση των πιο πάνω Παραπομπών και διότι τα πραγματικά και τα εκτιμητικά δεδομένα κάθε μιας των υποθέσεων αυτών είναι διαφορετικά, όπως και από το περιεχόμενο του δικαστικού φακέλλου προκύπτει.
- Σε περαιτέρω αντίκρουση των νομικών σημείων και επιχειρημάτων των Καθ' ων η Αίτηση θα προβεί ο Δικηγόρος των Αιτητών κατά την αγόρευση του.
- Λόγω των ως άνω εξαιτούμαι όπως η αίτηση της Αποζημιούσας Αρχής ημ.8/1/2013 για συνένωση των πιο πάνω Παραπομπών απορριφθεί με έξοδα υπέρ της Αιτήτριας». Κατά την ακρόαση της αίτησης και οι δύο δικηγόροι περιορίστηκαν σε αγορεύσεις. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενό των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Η Δ.14 Θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που διέπει την υπό κρίση αίτηση, προνοεί ότι: «Όταν δύο ή περισσότερες αγωγές εκκρεμούν στο ίδιο Δικαστήριο είτε από τον ίδιο ή από διαφορετικούς ενάγοντες εναντίον του ίδιου ή διαφορετικών εναγομένων, και οι αξιώσεις σε αυτές τις αγωγές περιέχουν κοινό ζήτημα νόμου ή πραγματικού γεγονότος τέτοιας σημασίας σε σχέση με τα υπόλοιπα επίδικα ζητήματα που εγείρονται στις αγωγές αυτές, έτσι που να καθίσταται επιθυμητό οι αγωγές να πρέπει να συνενωθούν, το Δικαστήριο ή ο δικαστής δύναται να διατάξει τη συνένωσή τους.» Καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Μενελάου και άλλης ν. Ξενοφώντος
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 371: «Βασικός σκοπός της πιο πάνω πρόνοιας είναι ασφαλώς η αποφυγή της πολλαπλότητας στη δικαστική διαδικασία και έτσι να εξοικονομείται χρόνος και έξοδα. Οι νομικές αρχές που ισχύουν στην εφαρμογή της έτυχαν ευρείας συζήτησης στην υπόθεση Χ" Αθανασίου ν. Παρπερίδη κ.α.
(1975)1 Α.Α.Δ. 401, στην οποία παραπέμπουμε απλώς γιατί τα νομικά ζητήματα καλύπτονται σε αυτή εκτενώς έτσι που η επανάληψή του θα ήταν άσκοπη. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Παρπερίδη, και γενικά στη νομολογία, η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας στην εφαρμογή της Διάταξης 14, εξαρτάται από τα ιδιαίτερα γεγονότα στην κάθε υπόθεση στα οποία ως εκ τούτου το Δικαστήριο θα πρέπει να αναφέρεται για να αιτιολογείται η τελική του κρίση.» Περαιτέρω, στην υπόθεση Samata Enterprises Ltd. v. Σταύρου
(1998)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1876, το Ανώτατο Δικαστήριο συμφώνησε με το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο, ερμηνεύοντας τη Δ.14 Θ.2 θεώρησε ότι ουσιώδες κριτήριο για τη συνένωση αγωγών είναι η ύπαρξη κοινού πραγματικού ή νομικού ζητήματος όπως αυτά διαπιστώνονται αποκλειστικά από την έκθεση απαιτήσεως των αγωγών και ανεξάρτητα από το περιεχόμενο των υπερασπίσεων. Σχετική με το θέμα της συνένωσης αγωγών είναι και η υπόθεση Γεωργίου ν. Δήμου Λεμεσού (Αρ.4)
(1992)4 Α.Α.Δ. 3225. Έχοντας υπόψη τις παραπάνω αρχές εξηγώ αμέσως γιατί θεωρώ ότι οι επίδικες παραπομπές περιέχουν τόσο κοινό ζήτημα νόμου όσο και κοινά πραγματικά γεγονότα σε τέτοιο βαθμό, σε σχέση με ό, τι τις διαφοροποιεί, ώστε η συνένωση και συνεκδίκασή τους, κατά τη γνώμη μου να καθίσταται, όχι απλώς επιθυμητή, αλλά και επιβεβλημένη. Νοείται ότι για τις παρακάτω διαπιστώσεις μου, σε εφαρμογή όσων αναφέρονται στην Samata Enterprises Ltd (ανωτέρω) βασίζομαι αποκλειστικά στο περιεχόμενο των δύο αιτιολογημένων εκθέσεων εκτίμησης της απαιτήτριας, οι οποίες, επί του προκειμένου υπέχουν θέση έκθεσης απαίτησης. Ειδικότερα: (α) Αντικείμενο των δύο παραπομπών είναι η αξίωση της απαιτήτριας για τον καθορισμό της πληρωτέας αποζημίωσης για το απαλλοτριωθέν μέρος των επίδικων τεμαχίων. (β) Στην απαιτήτρια και στις δύο παραπομπές που είναι η ίδια, ανήκει το 1/5 μερίδιο κάθε ακινήτου. (γ) Τα επίδικα τεμάχια (μέρος) απαλλοτριώθηκαν με τις ίδιες διοικητικές πράξεις (γνωστοποίηση απαλλοτρίωσης και διάταγμα απαλλοτρίωσης) και για τον ίδιο σκοπό. (δ) Σε συνέχεια του προηγούμενου, τα δύο τεμάχια που συνορεύουν έχουν ακριβώς τα ίδια φυσικά χαρακτηριστικά και σε σημαντικό βαθμό τα ίδια πολεοδομικά δεδομένα. Μολονότι το μεγαλύτερο μέρος του ενός από τα δύο τεμάχια (τεμ. 383) φέρεται να εμπίπτει στην πολεοδομική ζώνη ΠΚ2, (κύριο χαρακτηριστικό ζώνης «παραθεριστική») κατά τα λοιπά, όλα τα πολεοδομικά δεδομένα των δύο ακινήτων (ανώτατος συντελεστής δόμησης, ανώτατος συντελεστής κάλυψης, μέγιστος αριθμός ορόφων και μέγιστο επιτρεπόμενο ύψος ορόφων) είναι ακριβώς τα ίδια. (ε) Τα δύο ακίνητα εκτιμήθηκαν από τον ίδιο εκτιμητή, ο οποίος τα επιθεώρησε την ίδια μέρα, χρησιμοποίησε την ίδια μέθοδο εκτίμησης και έλαβε υπόψη τις ίδιες ακριβώς συγκριτικές πωλήσεις. Το σκεπτικό εκτίμησης τέλος σε σχέση και με τα δύο ακίνητα καθώς και η εκτιμημένη αγοραία αξία τους, στο βαθμό που εμπίπτουν στην ίδια πολεοδομική ζώνη (Γα4) είναι και πάλι τα ίδια. Ό, τι διαφοροποιεί τις δύο υποθέσεις είναι ότι στη μία (με αριθμό 37/2011) σύμφωνα πάντοτε με το περιεχόμενο της σχετικής αιτιολογημένης έκθεσης εκτίμησης της απαιτήτριας, το ακίνητο εμπίπτει σε δύο πολεοδομικές ζώνες και περαιτέρω, ότι σε σχέση με αυτό, η απαιτήτρια, εκτός από την καταβολή αποζημίωσης για την απαλλοτριωθείσα έκταση του ακινήτου της απαιτεί και επιπλέον αποζημίωση για επιζήμια επίδραση. Ωστόσο και πάλι, η μέθοδος και το σκεπτικό εκτίμησης καθώς και οι συγκριτικές πωλήσεις που λήφθηκαν υπόψη για τον υπολογισμό της εν λόγω αποζημιώσεις είναι ίδια με αυτά που λήφθηκαν υπόψη για τον υπολογισμό της αποζημίωσης της απαλλοτριωθείσας έκτασης. Έχω τη γνώμη, ότι τα κοινά πραγματικά γεγονότα καθώς και τα κοινά ζητήματα νόμου ανάμεσα στις δύο υποθέσεις είναι τόσο υπέρτερα αριθμητικά και ποιοτικά, σε βαθμό που κάθε άλλο παρά δυσχερής καθίσταται η συνεκδίκαση των δύο υποθέσεων. Απεναντίας, η συνένωση και συνεκδίκασή τους είναι επιβεβλημένη και αναγκαία και προς αποφυγή πολλαπλότητας των δικαστικών διαδικασιών, για σκοπούς εξοικονόμησης πολύτιμου δικαστικού χρόνου και δικαστικής δαπάνης. Αρκεί προς τούτο να πω, ότι, με τη συνένωση και συνεκδίκαση των δύο υποθέσεων, οι δύο εκτιμητές (ένας για κάθε πλευρά) ενώ θα παρουσιαστούν στο Δικαστήριο μόνο μία φορά, με τη μαρτυρία τους θα καταθέσουν και για τις δύο υποθέσεις. Και κάτι ακόμη προτού καταλήξω. Το γεγονός ότι η αίτηση δε συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, δεν μπορεί να αποτελεί βάσιμο λόγο ένστασης, επειδή, όλα τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εμφαίνονται στους φακέλους των υποθέσεων, οπότε, σε εφαρμογή της Δ.48 Θ.9 (e) δε χρειάζεται να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου εκδίδεται διάταγμα συνένωσης, ως η αίτηση. Οδηγός υπόθεση θα είναι η παρούσα που καταχωρήθηκε πρώτη και στο πλαίσιό της καταχωρήθηκε και η αίτηση συνένωσης. Τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ της αποζημιούσας αρχής και σε βάρος της απαιτήτριας και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.) . ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ-TA Subject: Civil/Other Actions /Interim Αναφορά: Πολιτική - Παραπομπή: Αίτηση συνένωσης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο