Αναφορικά με την Διαιτησία μεταξύ της Μαρίας Γεωργίου ως Διαχειρίστριας του Roger Ν. Γεωργίου από τη Λεμεσό και Zith Stainless Steel Construction Ltd από την Πάφο, Αρ. Αίτησης : 963/12, 16/5/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A133 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης : 963/12 Μεταξύ: Αναφορικά με τον Περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ.4 Και Αναφορικά με την Διαιτησία μεταξύ της Μαρίας Γεωργίου ως Διαχειρίστριας του Roger Ν. Γεωργίου από τη Λεμεσό και Zith Stainless Steel Construction Ltd από την Πάφο Ημερομηνία:16/5/2013 Εμφανίσεις: Για Αιτητές׃ κ. Α. Δημητριάδης (για την απαγγελία της απόφασης κα Δαμιανού) Για Καθ' ης η Αίτηση: κα E. Χ΄ Πάπα ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αίτηση ημερομ. 30/11/12 οι αιτητές Zith Stainless Steel Construction Ltd, επιζητούν την έκδοση διατάγματος με το οποίο να εμποδίζεται ο διαιτητής κ. Πέτρος Ευλογημένος από το να προχωρήσει με την διαδικασία διαιτησίας για επίλυση της διαφοράς μεταξύ των αιτητών και της καθ' ης η αίτηση μέχρι την εκδίκαση της πρωτογενούς αίτησης με την οποία οι αιτητές επιδιώκουν ακύρωση της διαδικασίας διαιτησίας που έχει ήδη ξεκινήσει ενώπιον διαιτητή για την επίλυση της μεταξύ τους διαφοράς. Η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε μονομερώς. Το Δικαστήριο που επιλήφθηκε της αίτησης στο στάδιο εκείνο, έκρινε ότι δεν εδικαιολογείτο η μονομερής έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και στο στάδιο που ο ευπαίδευτος συνήγορος των αιτητών δήλωνε ότι επιθυμούσε να αγορεύσει επί της αιτήσεως, η ευπαίδευτη συνήγορος της καθ' ης η αίτηση, στην αντίληψη της οποίας περιήλθε η αίτηση, εμφανίσθηκε εκφράζοντας την πρόθεση της να καταχωρήσει ένσταση, κάτι για το οποίο δόθηκε χρόνος από το Δικαστήριο, με αποτέλεσμα στις 13/12/2012 να καταχωρηθεί ειδοποίηση ένστασης. Η ακροαματική διαδικασία περιορίσθηκε σε αγορεύσεις αφού προηγούμενη αίτηση που καταχώρησαν οι αιτητές για αντεξέταση της καθ' ης η αίτηση, ενόρκως δηλούσας στην ένσταση, απορρίφθηκε από το Δικαστήριο. Οι θέσεις και τα επιχειρήματα των διαδίκων, καταγράφονται και προκύπτουν από την αίτηση, την ένσταση και τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις που τις υποστηρίζουν, καθώς επίσης και από τις γραπτές αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων τους, γι' αυτό και δεν θεωρώ απαραίτητο να τα παραθέσω. Η αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων, στο άρθρο 9
(2)του Περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, οι πρόνοιες του οποίου δίδουν στο Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να αποτρέπει και/ή να εμποδίζει τη διεξαγωγή διαιτησίας σε υποθέσεις στις οποίες εγείρονται θέματα δόλου. Σχετική είναι η Γ. Ψηλογένη κ.α. v. Νέας Συνεργατικής Εταιρείας Π. Πλατρών
(2004)1Α ΑΑΔ 243, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα : «
- Στην παρούσα υπόθεση η διαφορά μεταξύ των εφεσειόντων και των εφεσιβλήτων 1 έχει παραπεμφθεί σε διαιτησία δυνάμει του Άρθρου 52 των περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου του 1985 μέχρι
- Σύμφωνα με το Άρθρο 52
(2)(β) η διαιτησία «διεξάγεται συμφώνως προς τας διατάξεις της εκάστοτε ισχυούσης νομοθεσίας περί διαιτησίας». Στην παρούσα υπόθεση ενδιαφέρει η πρόνοια του Άρθρου 9
(2)του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ.
- Στην Russell v. Russell αποφασίστηκε ότι σε υπόθεση όπου διατυπώνεται κατηγορία για δόλο, το Δικαστήριο γενικώς θα αρνηθεί να παραπέμψει την υπόθεση σε διαιτησία αν ο διάδικος που κατηγορείται για δόλο επιθυμεί δημόσια έρευνα. Πλην όμως όπου η ένσταση στη διαιτησία εγείρεται από το διάδικο που διατυπώνει την κατηγορία για δόλο, το δικαστήριο δεν θα δεχθεί κατ' ανάγκη την ένσταση, και δεν θα το πράξει ποτέ, εκτός αν αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση δόλου.
- Σκοπός του Άρθρου 9
(2)του Κεφ. 4 είναι η παροχή διακριτικής ευχέρειας στο Δικαστήριο να αποτρέπει ή εμποδίζει τη διεξαγωγή διαιτησίας σε υποθέσεις δόλου. Ωστόσο το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν ασχολήθηκε με το κατά πόσο θα ασκούσε τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ του αιτήματος των εφεσειόντων. Υπό το φως των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα έπρεπε να ασκηθεί υπέρ του αιτήματος των εφεσειόντων». (βλ.επίσης Φύτος Χριστοδούλου v. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Πολεμιδίου
(2009)1 Α ΑΑΔ 242). Σε σχέση δε με τις αρχές που διέπουν το ζήτημα έκδοσης διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 32 στο οποίο επίσης βασίζεται η αίτηση, αυτές έχουν καθορισθεί σε πολλές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Οδυσσέως v. Πιερής Estates
(1982)1 AAΔ 557, Μ. Δημητρίου κ.α. v. Royal Ris Ltd
(2002)1 (B) AAΔ.1164, Χρ. Κούνουνα v. C & A Simonos Ltd
(2002)1 (B) AAΔ.1361, Μαίρη Ν. Σεβαστού v. Εμμανουήλ Σεβαστού
(2002)1(Γ) 1980, Papapetrou Bros Ltd v. Παπαπέτρου
(2003)1 ΑΑΔ 741). Στην κλασσική για το θέμα απόφαση Οδυσσέως πιο πάνω, επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32, απαιτείται να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι ακόλουθες τρεις προϋποθέσεις: (α) να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση (β) να υπάρχουν πιθανότητες επιτυχίας οι αιτητές να δικαιούνται σε θεραπεία και (γ) να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το διάταγμα. Αναλύοντας το Ανώτατο Δικαστήριο τις πιο πάνω προϋποθέσεις ανάφερε ότι, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση δεν εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων. Η δεύτερη προϋπόθεση επιβάλλει στον αιτητή να δείξει ότι έχει πιθανότητα επιτυχίας. Η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις, ενώ η τρίτη προϋπόθεση είναι η αδυναμία απόδοσης δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Στην υπόθεση Χάρης Φεσσάς, Αίτηση
(1990)1 ΑΑΔ 704, αποφασίσθηκε ότι το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 περιέχει ουσιαστικό και όχι δικονομικό δίκαιο και ότι το πρόσωπο που επιζητεί την έκδοση προσωρινού διατάγματος φέρει το βάρος να αποδείξει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας για εκδίκαση κάποιου συντηρητικού διατάγματος, η υποχρέωση απόδειξης αμφισβητούμενων γεγονότων βαρύνει πάντοτε τους ώμους του αιτητή (βλ. Iacovou Brothers v. Fashionwise Ltd
(2000)1 (B) AAΔ.1377). Σύμφωνα με τη νομολογία το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας, ούτε και προχωρεί στην εξαγωγή συμπερασμάτων σε σχέση με την αξιοπιστία (βλ. Jonitexo v. Adidas
(1984)1 CLR 263). Κατά την εκδίκαση αιτήσεων αυτής της φύσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει την ουσία της υπόθεσης. Περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων (βλ. C.T.Tobacco Ltd v. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.α.
(2003)1(Β) ΑΑΔ 853). Η ύπαρξη απλώς των θεσμικών αυτών προϋποθέσεων δεν είναι αρκετή αλλά το Δικαστήριο στο τελικό στάδιο θα πρέπει πρόσθετα να εξετάσει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και να σταθμίσει στα πλαίσια αυτά κατά πόσο με βάση τα δεδομένα της υπόθεσης είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)2 CLR 557, Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού v. Θεωρή
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 255), το οποίο πάντοτε στοχεύει στην εξυπηρέτηση των αναγκών της δικαιοσύνης και θα κριθεί με βάση πάντα τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Εφόσον ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο πως πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και να σταθμίσει στα πλαίσια αυτά κατά πόσο με βάση τα δεδομένα της υπόθεσης είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 152, Bacardi v. Vinko
(1996)ΑΑΔ 788, C.T. Tobacco v. Εταιρεία Εκδόσεων Αρκτίνος
(2003)1 ΑΑΔ 853 και Χρ. Κούνουνα v. C & A Simonos
(2002)1(B) ΑΑΔ 136). Σε σχέση με το βάρος απόδειξης σε τέτοιου είδους υποθέσεις λέχθηκε στην υπόθεση Σεβαστού v. Σεβαστού,
(2002)1Γ ΑΑΔ 1980 ότι: «Η μαρτυρία της εφεσείουσας ήταν αντινομική και το Δικαστήριο δεν μπορούσε να αγνοήσει τον αντινομικό χαρακτήρα της εν λόγω μαρτυρίας. Ο εφεσίβλητος με την ένορκη δήλωσή του αρνήθηκε τους βασικούς ισχυρισμούς της, θέτοντας μια άλλη εκδοχή. Όμως τα θέματα, οι ασάφειες και οι αντιφάσεις παρέμειναν αδιευκρίνιστες, αφού η εφεσείουσα, που είχε το βάρος απόδειξης, δεν έκαμε χρήση του δικαιώματος αντεξέτασης που της παρείχε η Δ.48 θ.8». Θα προχωρήσω λοιπόν να εξετάσω την αίτηση με βάση τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης και έχοντας υπόψη την αρχή που τέθηκε στην υπόθεση Russel πιο πάνω. Εφόσον λοιπόν σκοπός του άρθρου 9
(2)του Κεφ. 4, είναι να παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία να αποτρέπει ή εμποδίζει τη διεξαγωγή διαιτησίας σε υποθέσεις δόλου, θα πρέπει πρώτιστα να εξετασθεί κατά πόσον οι αιτητές έχουν πετύχει να καταδείξουν στοιχεία δόλου έτσι ώστε να εξετασθεί κατά πόσο συντρέχει η 1η προϋπόθεση του άρθρου 32, ότι δηλαδή υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και η οποία σε περίπτωση που κριθεί ότι δεν υπάρχει συμπαρασύρει και την ύπαρξη της 2ης προϋπόθεσης. Πιο συγκεκριμένα, στην παρούσα περίπτωση οι αιτητές, επιδιώκουν την ακύρωση της διαιτητικής διαδικασίας που είναι κοινά αποδεκτό ότι ήδη έχει ξεκινήσει, επικαλούμενοι ισχυρισμούς για ύπαρξη δόλου εκ μέρους του αποβιώσαντος αρχιτέκτονα Roger Γεωργίου, αλλά και της συζύγου του, καθ' ης η αίτηση. Για να αποδείξουν τον ισχυριζόμενο αυτό για δόλο, οι αιτητές προβάλλουν πολλούς και διάφορους ισχυρισμούς στους οποίους όμως η καθ' ης η αίτηση απαντά δίδοντας μια άλλη διαφορετική εκδοχή. Η εκδοχή αυτή της καθ' ης η αίτηση παρέμεινε αναντίλεκτη αφού στους αιτητές δεν δόθηκε άδεια να αντεξετάσουν την καθ' ης η αίτηση, ούτε και για οποιοδήποτε λόγο ζήτησαν άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Θα πρέπει στο σημείο αυτό να λεχθεί ότι έγινε από τους αιτητές προσπάθεια αντεξέτασης της ενόρκως δηλούσας στην ένσταση, αφού υποβλήθηκε σχετική αίτηση, όμως αυτή απορρίφθηκε από το Δικαστήριο με προηγούμενη ενδιάμεση απόφαση του ημερομ. 7/3/13 και για τους λόγους που εκτίθενται σε αυτήν. Λαμβάνοντας υπόψη τους εκατέρωθεν προβαλλόμενους ισχυρισμούς κρίνεται ότι εκ πρώτης όψεως οι ισχυρισμοί των αιτητών για δόλο, δεν έχουν στοιχειοθετηθεί. Και αυτό γιατί οι περί τούτου ισχυρισμοί, προβάλλονται με αοριστία και στερούνται πειστικότητας, ενώ διάφορα θέματα και ερωτήματα παραμένουν αδιευκρίνιστα. Ενώ οι αιτητές ισχυρίζονται ότι ο αποβιώσαντας αρχιτέκτονας και η σύζυγος του καθ' ης η αίτηση τους ξεγέλασαν, δεν προσδιορίζουν με ποιο συγκεκριμένο τρόπο, τους έχουν σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους ξεγελάσει. Στην παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης που στηρίζει την αίτηση και σε σχέση με τη συμφωνία ημερομ. 8/9/2007 (Τεκμήριο 1), αναφέρουν ότι ο αποβιώσαντας αρχιτέκτονας «...ενώ γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι η ανέγερση εκθεσιακού χώρου στο συγκεκριμένο τεμάχιο ήταν παράνομη και ότι δεν μπορούσαν να ανεγερθούν εκθεσιακοί χώροι γιατί παρέβαιναν τις πρόνοιες του τοπικού σχεδίου». Εκτός του ότι ο ισχυρισμός ότι ο αρχιτέκτονας «γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει» εκτίθεται όχι με θετικότητα αλλά με διαζευκτικό τρόπο, πράγμα ανεπίτρεπτο σε ένορκο δήλωση, προβάλλονται με τον τρόπο αυτό δύο διαφορετικά πράγματα. Διότι άλλο πράγμα είναι κάποιος να γνωρίζει και άλλο να οφείλει να γνωρίζει, αφού το δεύτερο σίγουρα δεν παραπέμπει σε δόλο αλλά ίσως σε αμέλεια ή οτιδήποτε άλλο. Θα πρέπει να λεχθεί ότι αοριστία χαρακτηρίζει γενικότερα το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που στηρίζει την αίτηση. Στην παράγραφο 6, ο Ζήνωνος ενόρκως δηλών στην ένορκο δήλωση που στηρίζει την αίτηση, ισχυρίζεται ότι τα σχέδια που ετοιμάσθηκαν ήταν παράνομα, χωρίς όμως να προσδιορίζει τον λόγο που σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς του ήταν παράνομα και που έγκειται η ισχυριζόμενη παρανομία. Στην παράγραφο 8 πιο κάτω, ισχυρίζεται ότι η καθ' ης η αίτηση παρά το ότι οι προκαταρκτικές απόψεις της πολεοδομίας ήταν αρνητικές, τον συμβούλευσε και τον πίεσε να συνάψουν τη νέα συμφωνία ημερομ. 24/6/2009 (Τεκμήριο 2), δημιουργώντας το ερώτημα τι τελικά έγινε. Τον συμβούλευσε ή τον πίεσε; Διότι και πάλι πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικούς τρόπους προσέγγισης. Και αν τον πίεσε με ποιο τρόπο; Και πάλι δεν προσδιορίζουν οι αιτητές. Η αοριστία συνεχίζεται και πιο κάτω στην παράγραφο 13 όπου αναφέρεται ότι «είναι φανερό ότι παραπλανήθηκα και εξαπατήθηκα από τον Roger Ν. Γεωργίου και στη συνέχεια από τη σύζυγο του Μαρία Γεωργίου..», χωρίς και πάλι να συγκεκριμενοποιείται πώς και με ποιο τρόπο παραπλανήθηκε και εξαπατήθηκε. Εκτός της αοριστίας αυτής, η πειστικότητα των ισχυρισμών των αιτητών, κλονίζεται σε σημαντικά σημεία. Ο Ζ. Ζήνωνος, μεταξύ άλλων ισχυρίζεται ότι η υπογραφή του στην εξουσιοδότηση προς τον αρχιτέκτονα ημερομ. 26/6/2009 πλαστογραφήθηκε και/ή τέθηκε με σφραγίδα, ισχυρισμό που και πάλι θέτει με διαζευκτικό τρόπο για να καλύπτει περισσότερες πιθανότητες. Δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι ο ισχυρισμός για πλαστογράφηση της υπογραφής του είναι πολύ σοβαρός και καίριας σημασίας. Γι' αυτό και είναι άξιο απορίας γιατί παρά την ύπαρξη του τόσου σοβαρού αυτού ισχυρισμού, οι αιτητές αποδέχθηκαν όπως η διαφορά παραπεμφθεί σε διαιτησία, χωρίς να τον προβάλουν από την αρχή και χωρίς να φαίνεται, τουλάχιστον δεν ισχυρίζονται κάτι τέτοιο, να έχουν προβεί σε καταγγελία στην αστυνομία. Καμία απολύτως αναφορά δεν υπάρχει σε τέτοιο ισχυρισμό ούτε στα διάφορα έγγραφα που εκατέρωθεν έχουν κατατεθεί ως τεκμήρια, ούτε ακόμα και φαίνεται να έχει αναφερθεί από τον ενόρκως δηλούντα στην κυρίως εξέταση που ακόμα και σύμφωνα με τους δικούς του ισχυρισμούς προέβη στην διαιτητική διαδικασία. Θα πρέπει να λεχθεί ότι επί του σημείου αυτού και για το ποια ήταν τελικά η κυρίως εξέταση στην οποία αυτός προέβη κατά την διαιτητική διαδικασία, υπάρχει διάσταση θέσεων, αφού άλλη επισυνάπτεται στην αίτηση (Τεκμήριο 10) και άλλη στην ένσταση (Τεκμήριο Ν). Και ο λόγος της διαφορετικότητας αυτής στις θέσεις των διαδίκων είναι ότι στο Τεκμήριο 10 εγείρονται ισχυρισμοί για δόλο και πλαστογράφηση, ισχυρισμοί που δεν προβάλλονται στο Τεκμήριο Ν. Όμως και όπως προαναφέρεται οι ισχυρισμοί της καθ' ης η αίτηση όπως προβάλλονται στην ένορκο της δήλωση που στηρίζει την ένσταση έχουν παραμείνει αναντίλεκτοι με αποτέλεσμα όπως και στην υπόθεση Σεβαστού πιο πάνω τα θέματα, οι ασάφειες και οι αντιφάσεις να παραμείνουν αδιευκρίνιστα. Ενώ οι αιτητές ισχυρίζονται ότι ο λόγος που διακόπηκε η συνεργασία τους με τον αποβιώσαντα αρχιτέκτονα ήταν γιατί διαπίστωσαν ότι τα σχέδια δεν ετοιμάσθηκαν σύμφωνα με τις οδηγίες τους και έτσι συμφώνησαν με την καθ' ης η αίτηση όπως η διαφορά τους παραπεμφθεί σε διαιτησία (παράγραφος 14 της ένορκης δήλωσης που στηρίζει την αίτηση), στην επιστολή τους ημερομ. 22/2/10 (Τεκμήριο Ζ στην ένσταση) και την οποία απέστειλαν στο Τμήμα Πολεοδομίας με κοινοποίηση στο ΕΤΕΚ αναφέρουν ως λόγο για τον οποίο δεν επιθυμούσαν την προώθηση εξέτασης της αίτησης τους, όχι οποιοδήποτε ισχυρισμό για δόλο, αλλά μόνο το θάνατο του αρχιτέκτονα τους. Στη συνέχεια δε, ζήτησαν οι ίδιοι τον διορισμό διαιτητή για επίλυση των οικονομικών διαφορών που προέκυψαν με την σύζυγο του αποβιώσαντος αρχιτέκτονα, καθ' ης η αίτηση, χωρίς ποτέ και σε καμία περίπτωση να προβάλουν ισχυρισμό για εξαπάτηση τους από τον τελευταίο. Απορία επίσης δημιουργεί η θέση του Ζήνωνος ο οποίος ενώ από τη μια δέχεται την εκ μέρους του υπογραφή της συμφωνίας ημερομ. 24/6/2009 (Τεκμήριο 2), από την άλλη και όπως προαναφέρεται προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η υπογραφή του στην εξουσιοδότηση που ακολούθησε για την παροχή των υπηρεσιών είναι πλαστογραφημένη και/ή τέθηκε με σφραγίδα. Άλλη περαιτέρω απορία δημιουργείται από την στάση των αιτητών οι οποίοι και ενώ σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους που εκτίθενται στην παράγραφο 7(γ) του επισυνημμένου ως Τεκμηρίου 10 στην αίτηση, διαπίστωσαν το δόλο του αποβιώσαντα αρχιτέκτονα μετά την εξασφάλιση πολεοδομικής άδειας από άλλο αρχιτέκτονα, κάτι που όπως διαφαίνεται από την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση έγινε στις 15/11/2011, στη συνέχεια όχι μόνο δεν προχώρησαν στη λήψη οποιουδήποτε μέτρου αλλά αντίθετα ζήτησαν από το ΕΤΕΚ το διορισμό διαιτητή για να καθορισθεί η αμοιβή του αρχιτέκτονα, κατέβαλαν την εγγύηση που τους ζητήθηκε από το ΕΤΕΚ, υπόγραψαν τη συμφωνία της διαιτησίας και συμμετείχαν μέχρις ενός σημείου στη διεξαγωγή της. Όπως λέχθηκε και στην υπόθεση T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1Γ AAΔ 1802: «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεων μας: βλ. ενδεικτικά τις Constantinides v. Makrigiorgou
(1978)1 CLR 585, Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 CLR557 κ.α. και Κυτάλα v. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 ΑΑΔ 253....». Για τους πιο πάνω λόγους και παρά το ότι η πλήρωση της 1ης προϋπόθεσης δεν εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα πιο πάνω, κρίνεται ότι δεν υφίσταται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση με αποτέλεσμα να μην μπορεί να υφίσταται ούτε και η 2η προϋπόθεση που τίθεται από το νόμο. Οι ισχυρισμοί των αιτητών για δόλο που ασκήθηκε από τον αποβιώσαντα αρχιτέκτονα και τη σύζυγο του καθ' ης η αίτηση δεν έχουν εκ πρώτης όψεως στοιχειοθετηθεί και για το λόγο αυτό κρίνεται ότι δεν έχει καταδειχθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση, ούτε κατ' ακολουθία και πιθανότητες επιτυχίας. Σημαντικό όμως είναι και θα πρέπει να λεχθεί ότι ακόμα και στην περίπτωση που είχαν καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως στοιχεία δόλου, το Δικαστήριο και κατ' εφαρμογή των αρχών που τέθηκαν στην υπόθεση Russel δεν θα ήταν υποχρεωμένο να δεχθεί το αίτημα των αιτητών για μη συνέχιση της διαιτησίας, αφού η δυνατότητα αυτή παρέχεται στο Δικαστήριο στην αντίθετη από την παρούσα περίπτωση, όταν δηλαδή ο διάδικος που κατηγορείται για δόλο επιθυμεί δημόσια έρευνα, κάτι που δεν ισχύει στην συγκεκριμένη περίπτωση αφού τη μη συνέχιση της διαιτησίας, που ας σημειωθεί στην παρούσα περίπτωση έχει ήδη ξεκινήσει και βρίσκεται σε εξέλιξη, επιθυμεί όχι η πλευρά που κατηγορείται για το δόλο, αλλά αντίθετα η πλευρά που κατηγορεί για δόλο. Για την περίπτωση όμως που κριθεί ότι λανθάνομαι, θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσον συντρέχει η 3η προϋπόθεση που τίθεται από το άρθρο 32. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτητή (βλ. Papastratis v. Petrides
(1979)ΑΑΔ 231). Στην υπόθεση Papapetrou Bros Ltd v. Ανδρούλας Παπαπέτρου
(2003)1Β 741, όπου στην ένορκο δήλωση που υποστήριζε την αίτηση γινόταν αναφορά ότι, σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος οι αιτητές θα υποστούν ανυπολόγιστες ζημιές, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρχε ενώπιον του οποιαδήποτε μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο ώστε να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ των αιτητών. Όπως τονίσθηκε στην υπόθεση Phasarias (Automative Centre) Ltd v. Σκυροποιϊα ''Λεωνίκ'' Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 785: «Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος». Όπως δε αναφέρθηκε στην Τσολάκκης κ.α. ν. Στυλιανίδη
(1992)1 ΑΑΔ 782, εκείνο που απαιτείται είναι η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίων στην ικανοποίηση τέτοιας απόφασης. Στην υπόθεση Κυρίσαββα v. Κύζη
(2001)1 ΑΑΔ 1245, λέχθηκε ότι, «η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη». Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Τσιολή κ.α. v. Στυλιανίδη
(1992)1 ΑΑΔ 782 εκείνο που απαιτείται «είναι η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του Ενάγοντος» (βλ. Γ. Φετοκάκη v. Λάμπρου Χριστοφή κ.α. Π.Ε. 12026/8.9.06, Ρένα Αριστοτέλους Λτδ v. Benflect Enterprises Ltd, 2006
(1)ΑΑΔ
- Στην παρούσα περίπτωση οι αιτητές ισχυρίζονται ότι με τη συνέχιση της διαιτητικής διαδικασίας «θα προκύψουν αχρείαστα έξοδα και απώλεια χρόνου των διαδίκων» καθώς ακόμα ότι «θα επηρεαστούν ουσιαστικά τα συνταγματικά δικαιώματα των Αιτητών για δίκαια δίκη...». Με βάση τους προβαλλόμενους εκ μέρους των αιτητών ισχυρισμούς και όπως και στην υπόθεση Papapetrou πιο πάνω, έτσι και στην παρούσα περίπτωση δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο ώστε το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ των αιτητών. Τα όσα εκτίθενται και πιο πάνω δεν μπορούν να θεωρηθούν ως επαρκής και ικανοποιητική μαρτυρία από την οποία να αποκαλύπτονται τέτοια στοιχεία, ικανά για πλήρωση της 3ης προϋπόθεσης του άρθρου
- Για τους πιο πάνω λόγους κρίνεται ότι δεν συντρέχει ούτε η 3η προϋπόθεση του άρθρου
- Ως αποτέλεσμα τούτου η αίτηση δεν μπορεί παρά να αποτύχει. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της καθ' ης η αίτηση και εναντίον των αιτητών και να είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας της πρωτογενούς αίτησης. (Υπ.) .......... Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής civii/interim sybject:interim order cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο