← Κύπρος

M Afxentiou A Stylianou Developers Ltd ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής 3899/10, 23/5/2013

M Afxentiou A Stylianou Developers Ltd ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής 3899/10, 23/5/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A140 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 3899/10 Μεταξύ: M. Afxentiou & A. Stylianou Developers Ltd, από τη Λεμεσό Εναγόντων -και- Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγομένου ------------------------------ Αίτηση ημερoμηνίας 24.9.2012 Ημερομηνία: 23 Μαΐου 2013 Για εναγόμενο-αιτητή: κ. Μ. Ευαγγέλου Για ενάγοντες-καθ' ων η αίτηση: κα Α. Πολυκάρπου για κ. Ρ. Ερωτοκρίτου, για ν' ακούσει απόφαση η κα Ε. Πηλαβάκη ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με αίτηση ημερομηνίας 24.9.2012 ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ζήτησε όπως το νομικό σημείο και/ή προδικαστική ένσταση που εγείρεται στις παραγράφους 1-3 της Έκθεσης Υπερασπίσεως αποφασιστεί πριν την ακρόαση της αγωγής. Αρχικά οι ενάγοντες είχαν καταχωρίσει ένσταση, όμως στις 28.11.2012 ενώπιον του Δικαστηρίου με διαφορετική σύνθεση δήλωσαν ότι αποδέχονται όπως τα σημεία αυτά εκδικαστούν προδικαστικά και το Δικαστήριο προχώρησε και όρισε τα προδικαστικά σημεία γι' ακρόαση. Ο καθορισμός των θεμάτων που εγείρονται με τις παραγράφους 1 - 3 της Υπεράσπισης προς επίλυση προδικαστικά δικαιολογείται με βάση τις πρόνοιες της Δ.27 έχοντας υπόψη το νομικό χαρακτήρα του θέματος και των επιπτώσεων από την επίλυση του στην έκβαση της αγωγής. Όπως έχει νομολογηθεί, θέματα που άπτονται της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου πρέπει να επιλύονται το νωρίτερο δυνατό. Είναι αντινομικό το Δικαστήριο να αναλαμβάνει και να ασκεί δικαιοδοσία εκτός του πεδίου της αρμοδιότητας του (βλ. Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ & Άλλοι ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας & Άλλων

(1991)1 Α.Α.Δ. 225). Οι ενάγοντες στην Έκθεση Απαίτησης που είναι οπισθογραφημένη στο κλητήριο ένταλμα ισχυρίζονται ότι στις 29.5.2006 υπέβαλαν πολεοδομική αίτηση για ανέγερση πολυκατοικιών και οικιστικών διαμερισμάτων με αριθμό αιτήσεως ΛΕΜ/00818/
  1. Αποτελεί ισχυρισμό των εναγόντων ότι οι αρμόδιοι λειτουργοί του Επαρχιακού Γραφείου Πολεοδομίας και Οικήσεως με τις πράξεις και/ή παραλείψεις τους που έλαβαν χώραν από τις 5.5.2006 μέχρι σήμερα παράνομα δεν εξέτασαν την εν λόγω πολεοδομική αίτηση. Μετά την υποβολή της αίτησης οι ενάγοντες προέβησαν σε έγγραφη συμφωνία με κάποιο τρίτο πρόσωπο προς πώληση του εν λόγω ακινήτου υπό τον όρο ότι θα εξασφάλιζαν πολεοδομική άδεια μέχρι τις 21.11.
  2. Παρά το γεγονός ότι οι ενάγοντες προέβησαν έγκαιρα σε όλες τις αναγκαίες νόμιμες ενέργειες για να καταστεί δυνατή η έκδοση πολεοδομικής άδειας, οι αρμόδιοι λειτουργοί του Επαρχιακού Γραφείου Πολεοδομίας και Οικήσεως στη Λεμεσό δεν προέβησαν στις δέουσες έρευνες, έτσι ώστε να εκδοθεί η αναγκαία πολεοδομική άδεια μέχρι τις 21.11.
  3. Ως αποτέλεσμα ο αγοραστής προέβη σε ακύρωση της συμφωνίας με συνεπακόλουθο οι ενάγοντες να υποστούν ζημιές. Μέχρι σήμερα παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις των εναγόντων οι αρμόδιοι λειτουργοί του Επαρχιακού Γραφείου του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως δεν έχουν δώσει καμιά απάντηση προς τους ενάγοντες σχετικά με την πιο πάνω αίτηση. Συνεπεία των ενεργειών και/ή παραλείψεων των εν λόγω λειτουργών οι οποίες είναι κατ' ισχυρισμό παράνομες και/ή αντισυμβατικές και/ή κατά παράβαση των θέσμιων και/ή συμβατικών υποχρεώσεων τους και/ή εκ του νόμου και κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων τους οι ενάγοντες υπέστησαν ζημιές. Με την αγωγή τους αξιώνουν διάφορες αναγνωριστικές αποφάσεις και αποζημιώσεις όπως λεπτομερώς αναφέρεται στις σελίδες 7 - 11 της Έκθεσης Απαίτησης. Τα σημεία που εγείρονται στις παραγράφους 1-3 της Έκθεσης Υπερασπίσεως έχουν ως ακολούθως: «
  4. Ο εναγόμενος εγείρει προδικαστική ένσταση και ισχυρίζεται ότι το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί και εκδικάσει την παρούσα αγωγή, καθότι το αντικείμενο και/ή η βάση της αγωγής και/ή οι θεραπείες που διεκδικούν οι Ενάγοντες άπτονται της εγκυρότητας και/ή νομιμότητας εκτελεστής διοικητικής πράξης και/ή παράλειψης εν τη έννοια του άρθρου 146.1 του Συντάγματος.
  5. Το κατά πόσο η ισχυριζόμενη παράλειψη για έγκριση ή μη της με αριθμό ΛΕΜ/00818/2006 πολεοδομικής άδειας είναι νόμιμη ή μη ως θέματα που άπτονται του ελέγχου της εγκυρότητας και/ή νομιμότητας εκτελεστής διοικητικής πράξης και/ή παράλειψης εν τη εννοία του άρθρου 146.1 του Συντάγματος, εκφεύγουν της δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου και αποκλειστική αρμοδιότητα για τον εν λόγω έλεγχο έχει το Ανώτατο Δικαστήριο.
  6. Οι Ενάγοντες δεν καταχώρησαν προσφυγή εναντίον της ισχυριζόμενης παράλειψης και συνεπώς αφού δεν κρίθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι όντως υπήρξε παράλειψη και ότι αυτή είναι παράνομη και8/ή άκυρη το Επαρχιακό Δικαστήριο, τηρουμένων των άλλων προϋποθέσεων που δεν είναι του παρόντος, στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί της εξέτασης τέτοιων θεμάτων και συνεπώς η παρούσα αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα εναντίον των εναγόντων, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας.» Στην απάντηση των εναγόντων επί των προδικαστικών ενστάσεων αναφέρεται ότι οι θεραπείες που επιδιώκονται με την παρούσα αγωγή αφορούν σε ζημιογόνες πράξεις και/ή παραλείψεις δημοσίων υπαλλήλων και/ή αρχών στα πλαίσια της εργασίας τους συνεπεία των οποίων ένα πρόσωπο υφίσταται ζημιές οικονομικής ή άλλης φύσης και ελέγχονται από το άρθρο 172 του Συντάγματος. Αποτελεί θέση του εναγομένου ότι οι ενάγοντες έχουν εγείρει την παρούσα αγωγή στη βάση ισχυριζόμενης παράλειψης της διοίκησης και συγκεκριμένα του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως Λεμεσού να εγκρίνει και/ή να απαντήσει και/ή να λάβει απόφαση επί της αιτήσεως τους για πολεοδομική άδεια υπ' αρ. ΛΕΜ/00818/
  7. Από τη στιγμή που η αξίωση των εναγόντων βασίζεται σε ισχυριζόμενη παράλειψη οργάνου της διοίκησης το οποίο ασκεί εκτελεστική ή διοικητική λειτουργία θα έπρεπε να αποτελέσει αντικείμενο αναθεώρησης στο πλαίσιο προσφυγής δυνάμει του άρθρου 146.1 του Συντάγματος και/ή του άρθρου 29 του Συντάγματος. Αναφέρεται επίσης ότι το κατά πόσο η ισχυριζόμενη παράλειψη για έγκριση ή όχι της σχετικής πολεοδομικής αίτησης είναι νόμιμη εκφεύγει της δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου και αποκλειστική αρμοδιότητα για τον εν λόγω έλεγχο έχει το Ανώτατο Δικαστήριο. Οι ενάγοντες δεν καταχώρισαν προσφυγή εναντίον της ισχυριζόμενης παράλειψης και από τη στιγμή που δεν κρίθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι υπήρξε παράλειψη και ότι αυτή είναι παράνομη και/ή άκυρη το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί της εξέτασης τέτοιων θεμάτων καθώς επίσης και θεμάτων που άπτονται της διεκδίκησης αποζημιώσεων κατ' επίκληση της εν λόγω ισχυριζόμενης παράλειψης, αφού τηρουμένων και των άλλων προϋποθέσεων του άρθρου 146.1 του Συντάγματος προαπαιτείται ακύρωση της από το Ανώτατο Δικαστήριο. Αποτελεί περαιτέρω θέση του εναγομένου ότι η επίκληση από μέρους των εναγόντων παράβασης καθήκοντος στη βάση του άρθρου 172 του Συντάγματος δεν εξουδετερώνει την προέλευση του ισχυριζόμενου δικαιώματος για αποζημιώσεις ούτε αλλοιώνει το γεγονός ότι οι πράξεις και/ή παραλείψεις που κατ' ισχυρισμό των εναγόντων στοιχειοθετούν το εν λόγω δικαίωμα αποτελούν αναπόσπαστη πτυχή της διοικητικής λειτουργίας συνυφασμένη με την έκδοση εκτελεστής απόφασης στο πεδίο του δημοσίου δικαίου. Ακόμα, σε συνάρτηση με το άρθρο 29 του Συντάγματος το οποίο επίσης επικαλούνται οι ενάγοντες και πάλι το εν λόγω άρθρο δεν δίδει από μόνο του αγώγιμο δικαίωμα. Από την άλλη, η πλευρά των εναγόντων ισχυρίζεται ότι οι θεραπείες που ζητούν με την αγωγή τους είναι προς αποκατάσταση των ζημιών που έχουν υποστεί λόγω μη εκτελεστών, ζημιογόνων, άδικων πράξεων και/ή παραλείψεων των υπαλλήλων και/ή αρχών της Δημοκρατίας κατά την άσκηση των καθηκόντων τους ή κατ' επίκληση της άσκησης των καθηκόντων τους δυνάμει του άρθρου 172 του Συντάγματος σε συνδυασμό με το άρθρο 57 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και του άρθρου 3 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.
  8. Επίσης ισχυρίζονται ότι κανένας περιορισμός μπορεί να τεθεί στην ευθύνη του Κράτους όπως καθορίζεται και θεμελιώνεται στο άρθρο 172 του Συντάγματος, αφού οποιοσδήποτε τέτοιος περιορισμός θα παραβίαζε ένα Συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα και ως εκ τούτου θα ήταν αντισυνταγματικός και συνεπώς ανεφάρμοστος. Περαιτέρω αποτελεί θέση των εναγόντων ότι με την παρούσα αγωγή δεν ζητούν τον έλεγχο νομιμότητας εκτελεστών διοικητικών πράξεων και/ή παραλείψεων της διοίκησης οι οποίες εμπίπτουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Ανωτάτου Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος. Συγκεκριμένα, αποτελεί θέση των εναγόντων ότι, όπως προκύπτει και από την Έκθεση Απαίτησης η παρούσα αγωγή δεν βασίζεται στην καθ' αυτήν παράλειψη των εναγομένων να απαντήσουν στην αίτηση των εναγόντων με αριθμό ΛΕΜ/00818/2006 για έκδοση πολεοδομικής άδειας. Αυτό που ζητείται, σύμφωνα με τους ενάγοντες, είναι η αποκατάσταση των ζημιών που υπέστησαν από μη εκτελεστές ζημιογόνες, άδικες πράξεις και/ή παραλείψεις των υπαλλήλων και/ή αρχών της Δημοκρατίας κατά την άσκηση των καθηκόντων τους και/ή κατ' επίκληση της άσκησης των καθηκόντων τους, οι οποίες συνιστούν τόσο το αστικό αδίκημα της παράβασης θέσμιου και/ή εκ του νόμου και/ή των κανονισμών καθηκόντων και/ή παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας όσο και παραβίαση του θεμελιώδους δικαιώματος της ιδιοκτησίας των εναγόντων. Περαιτέρω οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι σε περίπτωση αποδοχής της θέσης των εναγομένων πως το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας για την εκδίκαση της παρούσας αγωγής, τότε οι ενάγοντες δεν θα έχουν στη διάθεση τους οποιοδήποτε άλλο ένδικο μέσο προκειμένου να αξιώσουν αποκατάσταση των ζημιών που υπέστησαν συνεπεία των πιο πάνω πράξεων και/ή παραλείψεων των λειτουργών της Δημοκρατίας, με αποτέλεσμα να πλήττεται το θεμελιώδες δικαίωμα τους πρόσβαση στη δικαιοσύνη το οποίο κατοχυρώνεται τόσο από το άρθρο 30.1 του Συντάγματος, όσο και από το άρθρο 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Τέλος οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι σε περίπτωση που οι επίδικες στην παρούσα αγωγή παραλείψεις των εναγομένων εμπίπτουν στην εμβέλεια του άρθρου 29 του Συντάγματος, αυτό δεν σημαίνει ότι εμπίπτουν στην αποκλειστική εμβέλεια του άρθρου 146 του Συντάγματος. Οι συνήγοροι των δυο πλευρών ανέπτυξαν τις αντίστοιχες θέσεις τους σε γραπτές αγορεύσεις όπου παρέθεσαν νομολογία, καθώς και τις νομοθετικές πρόνοιες και άρθρα του Συντάγματος επί των οποίων στηρίζουν τις θέσεις τους, τις οποίες εξέτασα. Κατ' αρχάς θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι ζημιές που επικαλούνται οι ενάγοντες ότι υπέστησαν ουσιαστικά προέκυψαν από το γεγονός της μη εξέτασης της σχετικής αίτησης για έκδοση πολεοδομικής άδειας. Αυτό προκύπτει σαφώς από την έκθεση απαίτησης. Το άρθρο 146 του Συντάγματος προνοεί τα ακόλουθα: «
  9. Tο Aνώτατον Συνταγματικόν Δικαστήριον κέκτηται αποκλειστικήν δικαιοδοσίαν να αποφασίζη οριστικώς και αμετακλήτως επί πάσης προσφυγής υποβαλλομένης κατ' αποφάσεως, πράξεως ή παραλείψεως οιουδήποτε οργάνου, αρχής ή προσώπου ασκούντων εκτελεστικήν ή διοικητικήν λειτουργίαν επί τω λόγω ότι αυτή είναι αντίθετος προς τας διατάξεις του Συντάγματος ή τον νόμον ή εγένετο καθ' υπέρβασιν ή κατάχρησιν της εξουσίας της εμπεπιστευμένης εις το όργανον ή την αρχήν ή το πρόσωπον τούτο.
  10. ..................................
  11. H προσφυγή ασκείται εντός εβδομήκοντα πέντε ημερών από της ημέρας της δημοσιεύσεως της αποφάσεως ή της πράξεως ή, εν περιπτώσει μη δημοσιεύσεως ή εν περιπτώσει παραλείψεως, από της ημέρας καθ' ην η πράξις ή παράλειψις περιήλθεν εις γνώσιν του προσφεύγοντος.
  12. Eπί τοιαύτης προσφυγής το δικαστήριον δύναται, δια της αποφάσεως αυτού: (α) να επικυρώση, εν όλω ή εν μέρει, την τοιαύτην απόφασιν ή πράξιν ή παράλειψιν ή (β) να κηρύξη την απόφασιν ή την πράξιν, εν όλω ή εν μέρει, άκυρον και εστερημένην οιουδήποτε αποτελέσματος ή (γ) να κηρύξη την παράλειψιν εν όλω ή εν μέρει άκυρον και ό,τι πάν το παραλειφθέν έδει να είχεν εκτελεσθή.
  13. H κατά την τετάρτην παράγραφον του παρόντος άρθρου απόφασις δεσμεύει παν δικαστήριον, όργανον ή αρχήν εν τη Δημοκρατία, και τα περί ων πρόκειται όργανα, αρχαί ή πρόσωπα υποχρεούνται εις ενεργόν συμμόρφωσιν προς ταύτην.
  14. Παν πρόσωπον ζημιωθέν εξ αποφάσεως ή πράξεως ή παραλείψεως κηρυχθείσης ακύρου κατά την τετάρτην παράγραφον του παρόντος άρθρου δικαιούται, εφ' όσον η αξίωσις αυτού δεν ικανοποιήθη υπό του περί ου πρόκειται οργάνου, αρχής ή προσώπου, να επιδιώξη δικαστικώς αποζημίωσιν ή άλλην θεραπείαν επί τω τέλει, όπως επιδικασθή εις τούτο δικαία και εύλογος αποζημίωσις καθοριζομένη υπό του δικαστηρίου ή παρασχεθή εις τούτο άλλη δικαία και εύλογος θεραπεία ην το δικαστήριον έχει την εξουσίαν να παράσχη.» Το άρθρο 172 του Συντάγματος προνοεί τα ακόλουθα: «Η Δημοκρατία ευθύνεται δια πάσαν ζημιογόνον άδικον πράξιν ή παράλειψιν των υπαλλήλων ή αρχών της Δημοκρατίας εν τη ασκήσει των καθηκόντων αυτών ή κατ' επίκλησιν ασκήσεως των καθηκόντων αυτών. Νόμος θέλει καθορίσει τα περί της ευθύνης της Δημοκρατίας.» Ο κ. Ευαγγέλου στην αγόρευση του με αναφορά στη νομολογία τόνισε τον απόλυτο διαχωρισμό μεταξύ της αναθεωρητικής δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος και της πολιτικής δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Συμβούλιο Εγγραφής Αρχιτεκτόνων & Πολιτικών Μηχανικών ν. Κωνσταντίνου κ.ά.
(1994)3 Α.Α.Δ. 453 που με παρέπεμψε, αναφέρεται: «η αναθεωρητική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου βάσει του Άρθρου 146 του Συντάγματος διαχωρίζεται θεσμικά από την πολιτική δικαιοδοσία των Επαρχιακών Δικαστηρίων. Οι δύο δικαιοδοσίες δεν εφάπτονται σε κανένα σημείο». Αναφέρεται στην Λανίτη Λτδ κ.ά. ν. Γενικός Εισαγγελέας
(1991)1 ΑΑΔ 225, στη σελ 231: «Όπως είναι πρόδηλο από το κείμενο του άρθρ. 146, παρέχεται στο Ανώτατο Δικαστήριο αποκλειστική δικαιοδοσία για την αναθεώρηση κάθε πράξης διοικητικής Αρχής ή οργάνου το οποίο ασκεί εκτελεστική ή διοικητική λειτουργία. Το άρθρο 146.1 καλύπτει την ολότητα του φάσματος διοικητικών πράξεων, αποφάσεων και παραλείψεων της Διοίκησης στον τομέα του δικαίου. Ο μόνος περιορισμός αφορά το πεδίο της λειτουργίας διοικητικής Αρχής ή οργάνου το οποίο εξυπακούεται από τη φύση της δικαιοδοσίας, κάτω από το άρθρο 146.1. Υπόκεινται στην αρμοδιότητα του Ανωτάτου Δικαστηρίου μόνο αποφάσεις ή παραλείψεις της Διοίκησης στον τομέα του δημόσιου δικαίου. Η διαχωριστική γραμμή μεταξύ του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα του δικαίου, εξηγείται στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου Antoniou και Machlouzarides (Βλ. Antoniou and others v. Republic
(1984)3 C.L.R. 623. Machlouzarides v.Republic
(1985)3 C.L.R. 2342).» Στην υπόθεση Takis P. Markides Ltd v. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1424 οι ενάγοντες μετά από σχετική αίτηση τους στο Υπουργείο Εμπορίου και Βιομηχανίας εξασφάλισαν άδεια για εισαγωγή αριθμού κυλίνδρων υγραερίου και βαλβίδων. Η άδεια ανακλήθηκε λόγω ελαττωμάτων που παρουσίαζαν οι βαλβίδες με αποτέλεσμα οι ενάγοντες να υποστούν ζημιές. Σε αγωγή που καταχώρησαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού αξίωσαν εναντίον της Δημοκρατίας αποζημιώσεις για τη ζημιά που υπέστησαν ως αποτέλεσμα της αμελούς, κατά τους ισχυρισμούς τους διερεύνησης του αιτήματος τους για τη χορήγηση άδειας εισαγωγής, η οποία συνιστούσε παράβαση οφειλόμενου καθήκοντος. Το πρωτόδικο δικαστήριο εξέτασε αυτεπαγγελτα το θέμα της δικαιοδοσίας και αποφάσισε ότι το αντικείμενο της αγωγής ήταν συνυφασμένο με την άσκηση της διοικητικής λειτουργίας, η αναθεώρηση των αποτελεσμάτων της οποίας άγεται αποκλειστικά στην δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και απέρριψε την αγωγή. Το Ανώτατο Δικαστήριο απόρριψε την έφεση που ασκήθηκε αναφέροντας τα ακόλουθα στις σελ. 1431-1432: «Είναι ορθό ότι η αγωγή βασίζεται σε παράβαση καθήκοντος επιμέλειας. Αυτό δεν εξουδετερώνει την προέλευση του δικαιώματος ούτε αλλοιώνει το γεγονός ότι η πράξη ή παράλειψη η οποία στοιχειοθετεί το δικαίωμα αποτελεί αναπόσπαστη πτυχή της διοικητικής λειτουργίας συνυφασμένη με την έκδοση εκτελεστής απόφασης στο πεδίο του δημοσίου δικαίου. Η χορήγηση άδειας εισαγωγής εμπορευμάτων δεν ανάγεται ούτε στο ιδιωτικό δίκαιο ούτε σχετίζεται με το δίκαιο των συναλλαγών. Συναρτάται με μονομερή κυριαρχική (imperium) πράξη, δηλωτική της βούλησης της Διοίκησης. Άξονας της διοικητικής λειτουργίας στο δημόσιο τομέα είναι η προαγωγή των σκοπών του δικαίου για τους οποίους παρέχεται η εξουσία σε κρατική αρχή η όργανο. (Βλ. μεταξύ άλλων Αntoniou and others v. Republic
(1984)3 C.L.R. 623. Μachlouzarides v. Republic
(1985)3 C.L.R. 2342.) .............................................................................................................................. Η αναθεώρηση εκτελεστών διοικητικών πράξεων στον τομέα του δημοσίου δικαίου ανάγεται αποκλειστικά στην αναθεωρητική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το Άρθρο 146.1 αποκλείει την εξέταση, άμεσα, έμμεσα ή παρεμπιπτόντως, από οποιοδήποτε δικαστήριο άλλο από το Ανώτατο Δικαστήριο, της νομιμότητας και εγκυρότητας εκτελεστής διοικητικής πράξης και κάθε προπαρασκευαστικής πράξης ή ενέργειας συναφούς προς την έκδοσή της.» Στην υπόθεση SMF Concrete Mix v. Γενικού Εισαγγελέως της Δημοκρατίας κ.ά.
(1998)1 ΑΑΔ 2352 τονίστηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 2356: «Πρωτοδίκως αλλά και ενώπιόν μας το θέμα συζητήθηκε με αναφορά στις υποθέσεις Kyriakides v. The Republic 1 RSCC 66, Gavris v. Republic 1 RSCC 88, Vrahimi and Another v. Republic 4 RSCC 121, Pouros and Others
(1980)1 CLR 411 και Georghiou v. Attorney General
(1982)1 CLR 938 ως προς την ευθύνη της Δημοκρατίας στο πλαίσιο του άρθρου 172 του Συντάγματος. Ενδιαφέρουν για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης τα πιο κάτω σταθερά. Το άρθρο 172 του Συντάγματος εκτείνεται και σε πράξεις στον τομέα του δημοσίου δικαίου. Εφόσον όμως η κατ΄ ισχυρισμόν ζημιογόνος πράξη είναι εκτελεστή ώστε η αναθεώρησή της να εμπίπτει στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος, προαπαιτείται ακύρωση της για να είναι δυνατή η διεκδίκηση αποζημίωσης κατ΄ επίκληση της έκδοσής της. (Βλ. συναφώς και The Attorney General of the Republic v. A. Markoullides and Another
(1966)1 CLR 242, Ouzounian v. The Republic
(1966)3 CLR 553, Byron Pavlides v. Republic
(1967)3 CLR 217, Alexandrou v. Attorney General
(1983)1 CLR 41, Pitsillos v. The Republic
(1984)1 CLR 780, Simillides v. Neophytou
(1986)1 CLR 363).» Περαιτέρω στην υπόθεση Λανίτη Λτδ ν. Γενικός Εισαγγελέας (πιο πάνω) αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά στη σελ. 233: «Όπως έχουμε επισημάνει, και επαναλαμβάνουμε, η αρμοδιότητα του Ανωτάτου Δικαστηρίου επεκτείνεται στην αναθεώρηση του συνόλου των πράξεων, αποφάσεων και παραλείψεων, δημόσιας Αρχής ή οργάνου στην άσκηση εκτελεστικής ή διοικητικής λειτουργίας στον τομέα του δημόσιου δικαίου. Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Βλ. μεταξύ άλλων, Kantziais v. Ministry of Interior
(1982)1 C.L.R. 606 και Director of Customs v. Grecian Hotel
(1985)1 C.L.R. 476). αναγνωρίζει ότι χρηματικές απαιτήσεις που προκύπτουν από παράλειψη διοικητικής Αρχής ή οργάνου στην εκπλήρωση νομικών υποχρεώσεων, δε διαφέρουν και δε διακρίνονται από οποιαδήποτε άλλη κατηγορία διοικητικών αποφάσεων ή παραλείψεων. Άλλωστε, όπως επίσης δέχεται η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η ακύρωση διοικητικής πράξης, ενέργειας ή παράλειψης, αποτελεί προϋπόθεση για προσφυγή σε πολιτικό δικαστήριο για τη διεκδίκηση αποζημίωσης ή άλλης θεραπείας. (Βλ. μεταξύ άλλων, Kampis v. Republic
(1984)1 C.L.R. 314 και Philipides & Son v. Republic
(1985)3 C.L.R. 2588). H βάση της αγωγής, δυνάμει της παραγράφου 6 του άρθρ. 146, δε συναρτάται με την παραβίαση αστικού δικαιώματος, αλλά με την ακύρωση πράξης ή παράλειψης της Διοίκησης που εκδίδεται ή σημειώνεται στον τομέα του δημόσιου δικαίου. Η διευκρίνηση αυτή είναι σημαντική, καθώς και προσδιοριστική του πλαισίου μέσα στο οποίο καθορίζονται οι αποζημιώσεις, βάσει της παραγράφου 6 του άρθρ. 146. (Βλ. μεταξύ άλλων, Frangoulides v. Republic
(1982)1 C.L.R. 462).» Στην υπόθεση Phedias I. Kyriakides - v- The Republic of Cyprus through the Minister of Interior 1 R.S.C.C. 66 αναφέρθηκαν τα εξής σε συνάρτηση με τα άρθρα 146 και 172: «The Court is of the opinion that no question of parallel legal remedies can arise through the correlation of Articles 146 and
  1. Article 172 lays down the general principle that the Republic is made liable "for any wrongful act or omission causing damage committed in the exercise or purported exercise of the duties of officers or authorities of the Republic". It is clearly aimed at remedying the situation existing before the coming into force of the Constitution whereby the former Government of the Colony of Cyprus could not be sued in tort. The principle embodied in Article 172 has been given effect, inter alia, in the Constitution by means of paragraph 6 of Article 146 in respect of all matters coming within the scope of such Article
  2. Therefore, in the opinion of this Court, in respect of all wrongful acts or omissions referred to in Article 172 and which acts or omissions come within the scope of Article 146 an action for damages lies in a civil court only under paragraph 6 of such Article, consequent upon a judgment of this Court under paragraph 4 of the same Article, and in such cases an action does not lie direct in a civil court by virtue of the provisions of Article 172." Υπό το φως της πιο πάνω νομολογίας και των σχετικών άρθρων του Συντάγματος και υπό το πρίσμα των εκατέρωθεν θέσεων των δύο πλευρών όπως αναπτύχθηκαν στις γραπτές τους αγορεύσεις θα εξετάσω την παρούσα υπόθεση. Οι ενάγοντες επικαλούνται ενέργειες και/ή παραλείψεις των λειτουργών της Πολεοδομίας οι οποίες κατ' ισχυρισμό είναι παράνομες και/ή αντισυμβατικές και/ή κατά παράβαση των θέσμιων και/ή συμβατικών υποχρεώσεων τους και/ή των εκ του νόμου και κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων τους στη βάση του άρθρου 172 του Συντάγματος. Η ισχυριζόμενη παράβαση της Πολεοδομίας, όπως προσδιορίζεται στην έκθεση απαίτησης είναι η παράλειψη της να εξετάσει και να λάβει απόφαση σε πολεοδομική αίτηση που υπέβαλαν οι ενάγοντες. Πρόκειται για παράλειψη λήψης απόφασης εντός του πεδίου του δημόσιου δικαίου. Θεωρώ ότι εφαρμόζονται στην παρούσα περίπτωση όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Takis P. Markides Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (πιο πάνω). Έστω και αν η αγωγή βασίζεται σε παράβαση καθήκοντος επιμέλειας αυτό δεν εξουδετερώνει την προέλευση του δικαιώματος ούτε αλλοιώνει το γεγονός ότι η πράξη ή παράλειψη η οποία στοιχειοθετεί το δικαίωμα αποτελεί αναπόσπαστη πτυχή της διοικητικής λειτουργίας συνυφασμένη με την έκδοση εκτελεστής διοικητικής απόφασης στο πεδίο του δημοσίου δικαίου. Η λήψη απόφασης σε αίτηση για πολεοδομική άδεια δεν ανάγεται στο ιδιωτικό δίκαιο ούτε σχετίζεται με το δίκαιο των συναλλαγών. Η πολεοδομική αρχή αποτελεί διοικητικό όργανο και η απόφαση επί αιτήσεως για πολεοδομική άδεια ήταν γενεσιουργός δικαιωμάτων και αποτελεί εκτελεστή διοικητική απόφαση όπου με βάση το άρθρο 146.1 του Συντάγματος αποκλειστική δικαιοδοσία για να αποφασίσει επί του θέματος έχει το Ανώτατο Δικαστήριο. Όπως δε προκύπτει από τη νομολογία που παρέθεσα πιο πάνω η δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου βάσει του άρθρου 146 διαχωρίζεται θεσμικά από την πολιτική δικαιοδοσία των Επαρχιακών Δικαστηρίων και οι δύο δικαιοδοσίες δεν εφάπτονται σε κανένα σημείο. Είναι σαφές από το άρθρο 146.6 του συντάγματος ότι αποτελεί προϋπόθεση για την διεκδίκηση αποζημίωσης ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου η ύπαρξη απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου που να κηρύσσει την παράλειψη άκυρη και ότι οτιδήποτε παραλείφθηκε έπρεπε να είχε εκτελεστεί. Το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην αναθεώρηση της διοικητικής πράξης. Οι ενάγοντες περαιτέρω επικαλούνται το άρθρο 29 του Συντάγματος το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «
  3. Έκαστος έχει το δικαίωμα ατομικώς ή ομού μετ' άλλων να υποβάλλη εγγράφους αιτήσεις ή παράπονα προς οιανδήποτε αρμοδίαν δημοσίαν αρχήν δικαιούμενος ν' απαιτήση, όπως αύτη επιληφθή αυτών και αποφασίση ταχέως. Η απόφασις της αρχής ταύτης, δεόντως ητιολογημένη, γνωστοποιείται εγγράφως αμέσως εις τον υποβαλόντα την αίτησιν ή τα παράπονα εν πάση περιπτώσει ενός προθεσμίας μη υπερβαινούσης τας τριάκοντα ημέρας.
  4. Εφ' όσον ο ενδιαφερόμενος δεν ικανοποιείται εκ της αποφάσεως ή οσάκις ουδεμία απόφασις γνωστοποιήται προς αυτόν εντός της καθοριζομένης εν τη πρώτη παραγράφω του παρόντος άρθρου προθεσμίας δύναται ο ενδιαφερόμενος ν' αγάγη ενώπιον αρμοδίου δικαστηρίου διά προσφυγής την υπόθεσιν, εις ην αφορά η αίτησις ή το παράπονον αυτού.» Το πιο πάνω άρθρο δίδει το δικαίωμα προσφυγής στο αρμόδιο Δικαστήριο. Αποτελεί θέση των εναγόντων όπως εκφράζεται στην αγόρευση των συνηγόρων τους ότι το άρθρο 29.2 δίδει την δυνατότητα προσφυγής στο Ανώτατο Δικαστήριο ως δυνητική και όχι ως υποχρεωτική σε περιπτώσεις όπως στην παρούσα όπου ουδεμία απόφαση γνωστοποιείται στον ενδιαφερόμενο διοικούμενο προς απάντηση του αιτήματος του. Η εισήγηση προχωρά ότι το πιο πάνω συμπέρασμα υποστηρίζεται από την ίδια την διατύπωση του άρθρου 146.3 του Συντάγματος (πιο πάνω) το οποίο ρυθμίζει την προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να ασκηθεί μία προσφυγή εναντίον παράλειψης της διοίκησης. Δεν μπορεί το εν λόγω άρθρο να αναφέρεται και δεν παραπέμπει και δεν είναι δυνατό να εννοεί στην παράλειψη του άρθρου 29, αναφέρεται στην γραπτή αγόρευση των συνηγόρων των εναγόντων. Επομένως, καταλήγει η εισήγηση, το άρθρο 146 αναφέρεται και τοποθετεί στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Ανωτάτου Δικαστηρίου άλλες παραλείψεις της διοίκησης και όχι αυτές του άρθρου
  5. Στην υπόθεση Justice Party v. The Republic
(1986)3 C.L.R. 187 που με παρέπεμψε ο κ. Ευαγγέλου αναφέρονται τα ακόλουθα σχετικά στις σελ. 190 - 191: "Article 29 belongs to Part II of the Constitution guaranteeing fundamental rights and liberties. It safeguards the right of the person to petition State authorities and imposes a corresponding obligation open them to deal with it as expeditiously as possible and make reply thereto the latest within 30 days. In the event of default para. 2 of Article 29 confers a right to the aggrieved citizen to have recourse to "a competent Court in the matter of such request or complaint". There is plethora of authorities on the interpretation and application of Article 29
(2). The principles emerging therefrom on the actionability of a complaint for failure on the part of the Administration to comply with its obligations under Article 29, are the following¾I lay stress on the justiciability of a complaint for that is the only issue arising for consideration; otherwise there is no doubt respondents failed to answer the letter of the applicant within the 30-day period laid down in the. Constitution:- (
  1. a)Article 29 does not per se confer a right of action, and does not legitimize a recourse under Article 146 on every occasion there is default to make reply within the 30-day period. A competent Court is one having jurisdiction under the Constitution and laws made thereunder to take cognizance of the substance of the request or complaint. (
  2. b)For the default to be justiciable under Article 146 the matter on which the authorities are petitioned must be in the domain of public law and further refer to the exercise of executive or administrative competence. If that be the case and there is default to make reply, (
  3. c)An aggrieved party may have recourse under Article 146 without proof of further prejudice. The detriment to his interest to have a speedy reply validates judicial review." Στην παρούσα περίπτωση, όπως αναφέρεται και πιο πάνω η παράλειψη της πολεοδομίας να απαντήσει έγκαιρα στην αίτηση που υπέβαλαν οι ενάγοντες για πολεοδομική άδεια έχει όλα τα χαρακτηριστικά εκτελεστής διοικητικής παράλειψης. Η απόφαση που παρέλειψε η αρμόδια αρχή να λάβει, εμπίπτει στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου. Πρόκειται για απόφαση που προσδίδει στον αιτητή δικαιώματα και μπορεί αυτός να προσφύγει στο Ανώτατο Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος. Όπως δε ορθά αναφέρθηκε από τον κ. Ευαγγέλου η παράλειψη να ληφθεί απόφαση είναι εκτελεστή όταν ο νόμος επιβάλλει στην διοίκηση ενεργό υποχρέωση προς δράση. Σύμφωνα με τη νομολογία εφόσον πρόκειται περί συνεχιζόμενης παράλειψης προς εκπλήρωση ενεργητικού καθήκοντος το οποίο επιβάλλει ο νόμος, ο χρόνος των 75 ημερών για την άσκηση προσφυγής δεν αποτελεί κώλυμα, δεδομένου ότι η παράλειψη εκλείπει μόνο με την εκτέλεση του επιβαλλόμενου καθήκοντος (βλ. μεταξύ άλλων, Hassan Mustafa v. Republic, 1 R.S.C.C, Goulielmos v. Republic
(1983)3 CLR 883, Phylactides v. Republic
(1983)3 CLR 975 και Epaminonda v. Municipality of Limassol
(1984)3 CLR 1534). Σε περίπτωση που υποβάλλεται αίτηση που χρήζει απόφασης από την αρμόδια αρχή και παραμένει χωρίς απάντηση μέσα στο χρονικό διάστημα των 30 ημερών που προβλέπει το άρθρο 29 η παράλειψη μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο προσφυγής εφόσον σκοπεί στην έκδοση από αρμόδιο όργανο ή αρχή εκτελεστής απόφασης σε θέμα το οποίο άπτεται των δικαιωμάτων του αιτούντος. (βλ. μεταξύ άλλων, Justice Parry v. Republic
(1986)3 CLR 187 και Papadopoulos v. Municipality of Nicosia
(1986)3 CLR 2046). Αποτελεί, τέλος, εισήγηση των συνηγόρων των εναγόντων ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν έχει δικαιοδοσία τότε οι ενάγοντες δεν θα έχουν στη διάθεση τους οποιοδήποτε ένδικο μέσο προκειμένου να αξιώσουν αποκατάσταση των ζημιών που υπέστησαν κατά παράβαση του άρθρου 30.1 του Συντάγματος και του άρθρου 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Έχω εξηγήσει πιο πάνω ότι οι ενάγοντες θα μπορούσαν να προσφύγουν στο Ανώτατο Δικαστήριο με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 146 του Συντάγματος και σε περίπτωση επιτυχίας τότε να αξιώσουν αποζημιώσεις από πολιτικό Δικαστήριο. Παράλειψη τους να το πράξουν δεν μπορεί να προσδώσει δικαιοδοσία στο Δικαστήριο. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω καταλήγω ότι το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση όπως προβάλλεται στις παραγράφους 1 - 3 της υπεράσπισης. Συνακόλουθα οι προδικαστικές ενστάσεις επιτυγχάνουν. Η αγωγή είναι έκθετη σε απόρριψη λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας και απορρίπτεται. Τα έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται εναντίον των εναγόντων. (Υπ.) ........... Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions / Ιnterim Αναφορά: Προδικαστικό σημείο-έλλειψη δικαιοδοσίας cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.