← Κύπρος

Ελληνικής Τράπεζας Λτδ ν. Ρόης Μιχαηλίδης, Ειδοποίηση Πτώχευσης: 557/12, 30/5/2013

Ελληνικής Τράπεζας Λτδ ν. Ρόης Μιχαηλίδης, Ειδοποίηση Πτώχευσης: 557/12, 30/5/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A149 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε.Δ. Ειδοποίηση Πτώχευσης: 557/12 ΣΕ ΠΤΩΧΕΥΣΗ: Ρόης Μιχαηλίδης, οδός Ομονοίας 109, Λεμεσός Ημερομηνία: 30.5.13 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή (τον καταχωρούντα αίτηση για παραμερισμό της ειδοποίησης πτώχευσης): κ. Φ. Αποστολίδης Για τους Καθ' ων η αίτηση (τους αιτητές στην έκδοση της ειδοποίησης πτώχευσης): κα Φ. Ονουφρίου Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 28.6.12 καταχωρήθηκε εκ μέρους της Ελληνικής Τράπεζας Λτδ, εξ' αποφάσεως πιστωτών στην αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με αριθμό 517/05, οι οποίοι από τώρα και στο εξής θα αναφέρονται ως «οι Καθ' ων η αίτηση» παράκληση (request) για την έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης μαζί με ειδοποίηση πτώχευσης προς τον Ρόη Μιχαηλίδη, εξ' αποφάσεως οφειλέτη στην πιο πάνω αγωγή, ο οποίος από τώρα και στο εξής θα αναφέρεται ως «ο Αιτητής». Με την Ειδοποίηση πτώχευσης, από τώρα και στο εξής «η Ειδοποίηση», επισυνάπτεται αντίγραφο της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού που εκδόθηκε στην αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό ημερομηνίας 12.4.

  1. Η Ειδοποίηση συνοδεύεται, επίσης, από την αναγκαία οπισθογράφηση με βάση τον σχετικό Περί Πτωχεύσεως Κανονισμό σύμφωνα με τον οποίο η μη συμμόρφωση με την Ειδοποίηση θα συνεπάγεται την διάπραξη πράξης πτώχευσης, σε περίπτωση δε που ο χρεώστης έχει ανταπαίτηση, ανταξίωση ή συμψηφισμό που ισοδυναμεί ή υπερβαίνει το εξ' αποφάσεως χρέος και που δεν μπορούσε να εγείρει στην αγωγή στην οποία εκδόθηκε η πιο πάνω απόφαση θα πρέπει εντός ορισμένης χρονικής περιόδου από της επίδοσης της Ειδοποίησης να καταχωρήσει ένορκη δήλωση προς ακύρωση της ειδοποίησης. Στις 13.7.12 ο Αιτητής αντιδρώντας στην Ειδοποίηση καταχώρησε, αρχικά, ένορκη δήλωση προς απόρριψη της, προδήλως, εννοείτο προς παραμερισμό και/ή ακύρωση της. Ο χρόνος συμμόρφωσης προς την Ειδοποίηση παρατάθηκε δυνάμει του Κανονισμού 41 των Πτωχευτικών Κανονισμών, από τώρα και στο εξής «οι Κανονισμοί», μέχρι την εκδίκαση και την έκδοση απόφασης στην πιο πάνω ένορκο δήλωση. Στις 2.10.12 μέσω του δικηγόρου του ο Αιτητής με άδεια του Δικαστηρίου απέσυρε την ένορκό του δήλωση με αποτέλεσμα στις 27.9.12 να επανέλθει με ξεχωριστή αίτηση με την οποία ζητά την ακύρωση και/ή τον παραμερισμό της Ειδοποίησης, από τώρα και στο εξής «η υπό κρίση αίτηση». Οι Καθ' ων η αίτηση αντέδρασαν στην υπό κρίση αίτηση καταχωρώντας στις 10.10.12 Ειδοποίηση Ένστασης. Η υπό κρίση αίτηση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του Αιτητή και η Ειδοποίηση Ένστασης από ένορκο δήλωση του Χριστάκη Τσίγκη ο οποίος ως διατείνεται γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης, τον φάκελο της οποίας διαχειρίζεται και/ή έχει στην κατοχή του, και είναι κανονικά εξουσιοδοτημένος από τους Καθ' ων η αίτηση να προβεί στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι προέβησαν στα ακόλουθα παραδεκτά γεγονότα: ο Αιτητής τους τελευταίους 6 μήνες πριν την καταχώρηση της Ειδοποίησης διαμένει στην Λεμεσό και είναι ασφαλιστικός αντιπρόσωπος οι Καθ' ων η αίτηση στο παρελθόν και συγκεκριμένα στις 26.9.11 καταχώρησαν εναντίον του Αιτητή την Ειδοποίηση Πτώχευσης με αριθμό 956/
  2. Ακολούθως και συγκεκριμένα στις 19.12.11 και εντός της χρονικής προθεσμίας που προνοεί ο νόμος καταχώρησαν εναντίον του Αιτητή την Αίτηση Πτώχευσης με αριθμό 473/
  3. Τόσο η Ειδοποίηση Πτώχευσης με αριθμό 956/11 όσο και η Αίτηση Πτώχευσης με αριθμό 473/11 επιδόθηκαν δεόντως στον Αιτητή. Η Ειδοποίηση Πτώχευσης με αριθμό 956/11 επιδόθηκε στον Αιτητή στις 10.10.11 και η Αίτηση Πτώχευσης με αριθμό 473/11 στις 17.1.12 οι Καθ' ων η αίτηση στις 14.2.12 απέσυραν άνευ βλάβης την Αίτηση Πτώχευσης με αριθμό 473/11 ο Αιτητής μετά την απόσυρση της Αίτησης Πτώχευσης με αριθμό 473/11 καταβάλλει προς τους Καθ' ων η αίτηση συστηματικά και ανελλιπώς το ποσό των Ευρώ 250,00 σεντ μηνιαίως. Μέχρι και την 8.10.12 ο Αιτητής κατέβαλε στους Καθ' ων η αίτηση το συνολικό ποσό των Ευρώ 1.750,00 σεντ οι Καθ' ων η αίτηση κατέχουν ως ενέχυρο και ως εξασφάλιση 478 μετοχές της Λαϊκής Τράπεζας, ιδιοκτησίας του Αιτητή στα πλαίσια της αγωγής με αριθμό 517/05 οι Καθ' ων η αίτηση προχώρησαν με ένταλμα κινητών εναντίον του Αιτητή με αριθμό σιέριφ 3945/
  4. Δεν κατάφεραν, όμως, να εισπράξουν το οφειλόμενο προς αυτούς ποσό καθότι το πιο πάνω ένταλμα επιστράφηκε ανεκτέλεστο. Κατατέθηκε, επίσης, από κοινού το πρακτικό του Δικαστηρίου ημερομηνίας 14.2.12, για το οποίο γίνεται αναφορά πιο πάνω, το περιεχόμενο του οποίου δηλώθηκε από κοινού, επίσης, ως παραδεκτό. Σύμφωνα με αυτό η Αίτηση Πτώχευσης με αριθμό 473/11 απερρίφθη άνευ βλάβης του δικαιώματος καταχώρησης νέας με Ευρώ 150,00 σεντ έξοδα συμφωνηθέντα υπέρ του αιτητή, Καθ' ων η αίτηση στην παρούσα υπόθεση. Η ακρόαση διεξήχθη στην βάση των ενόρκων δηλώσεων που στηρίζουν την υπό κρίση αίτηση και την Ένσταση. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν την θέση του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί. Σύμφωνα με τον Κανονισμό 40

(2)των Κανονισμών ο οφειλέτης έχει δικαίωμα να καταχωρήσει ένορκο δήλωση στην οποία να αναφέρει ότι έχει ανταπαίτηση, συμψηφισμό ή ανταξίωση που ισοδυναμεί ή υπερβαίνει το εξ' αποφάσεως χρέος και η οποία δεν θα μπορούσε να εγερθεί στην διαδικασία στην οποία εξασφαλίσθηκε η απόφαση δυνάμει της οποίας εκδόθηκε η ειδοποίηση. Η ένορκος αυτή δήλωση, η οποία σύμφωνα με τον Κανονισμό 41 των Κανονισμών λειτουργεί ως αίτηση παραμερισμού της ειδοποίησης πτώχευσης, θα πρέπει να καταχωρείται εντός τριών ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης στον οφειλέτη (Βλ. Κανονισμός 40
(3)των Κανονισμών). Ο οφειλέτης δεν δύναται με ένορκο δήλωση να εγείρει οποιοδήποτε άλλο θέμα πέραν αυτών που αναφέρονται στον Κανονισμό 40
(2)των Κανονισμών. Σχετική επί του προκειμένου είναι η υπόθεση Νίκος Λάρκος ν. Ελένης Παναγή Κατσιαρή
(2000)1 ΑΑΔ 1694 στην οποία λέχθηκε, ότι η μοναδική περίπτωση κατά την οποία παρέχεται δυνατότητα αμφισβήτησης της ειδοποίησης πτώχευσης δυνάμει του θεσμού 40
(2)είναι η ύπαρξη ανταπαίτησης, ανταξίωσης ή συμψηφισμού που υπερβαίνει το εξ' αποφάσεως χρέος. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Λαϊκή Τράπεζα Λτδ ν. Δημήτρη Δημητρίου
(2008)1 ΑΑΔ 425 ήταν η θέση των εφεσειόντων κατ' έφεση, όπως ήταν και πρωτόδικα, ότι οι εφεσίβλητοι δεν μπορούσαν με ένορκο δήλωση που επενεργούσε ως αίτηση παραμερισμού της ειδοποίησης πτώχευσης να προβάλουν προς ακύρωση της ειδοποίησης τον ισχυρισμό ότι το ποσό της απόφασης είχε ξοφληθεί, θέση η οποία δεν είχε γίνει αποδεκτή από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Σύμφωνα με την εισήγηση των εφεσειόντων, την οποία στήριξαν στους Κανονισμούς 40
(2)και 41 των Κανονισμών, οι λόγοι που θα μπορούσαν να εγερθούν με ένορκη δήλωση ήταν περιορισμένοι και δεν συμπεριλάμβαναν τον ισχυρισμό για εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους. Ένας τέτοιος ισχυρισμός θα μπορούσε σύμφωνα με τους εφεσείοντες να προβληθεί μόνο με ξεχωριστή αίτηση. Το Ανώτατο Δικαστήριο επιδοκιμάζοντας την θέση των εφεσειόντων ανέφερε τα ακόλουθα: «Σχετικό επί του προκειμένου είναι το Άρθρο 3
(1)(ζ) του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «(ζ) αν πιστωτής εξασφαλίζει εναντίον του τελεσίδικη απόφαση ή τελικό διάταγμα για οποιοδήποτε ποσό, και, ενώ δεν αναστάλθηκε η εκτέλεση της απόφασης ή του διατάγματος, επέδωσε σε αυτόν στην Κύπρο ή αλλού με άδεια του Δικαστηρίου, ειδοποίηση πτώχευσης βάσει του Νόμου αυτού και μέσα σε επτά ημέρες μετά την επίδοση της ειδοποίησης σε αυτόν, σε περίπτωση που η επίδοση γίνεται στην Κύπρο και σε περίπτωση που η επίδοση γίνεται αλλού μέσα στον καθορισμένο από το διάταγμα που παρέχει την άδεια για επίδοση χρόνο, ο χρεώστης είτε συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης, είτε ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει ανταπαίτηση, δικαίωμα συμψηφισμού ή ανταγωγή η οποία εξισώνεται ή υπερβαίνει το ποσό του εξ αποφάσεως χρέους ή το ποσό που διατάχτηκε να πληρωθεί, και την οποία δεν ήταν δυνατό να προβάλει στην αγωγή ή τη διαδικασία στην οποία εξασφαλίστηκε η απόφαση ή το διάταγμα.» (Η υπογράμμιση είναι δική μας). Περαιτέρω, οι Καν. 40
(2)και 41 των περί Πτωχεύσεως Θεσμών, προνοούν τα ακόλουθα: «40
(2)There shall also be indorsed an intimation to the debtor that if he has a counterclaim, set-off, or cross demand which equals or exceeds the amount of the judgment debt or sum ordered to be paid, and which he could not have set up in the action or proceedings in which the judgment or order was obtained, he must within the time specified in the notice file an affidavit to that effect with the Registrar. Such affidavit shall be indorsed with an address within the town in which the registry of the Court is situated at which notices to the debtor may be left by the Registrar." "
  1. The filing of such affidavit shall operate as an application to set aside the bankruptcy notice, and thereupon the Registrar shall fix a day for hearing such application, and not less than three days before the day so fixed shall give notice thereof both to the debtor and the cr5editor at the addresses given by them under rule
  2. If the application cannot be heard until after the expiration of the time specified in the bankruptcy notice as the day on which the act of bankruptcy will be complete, the Court shall extend the time, and no act of bankruptcy shall be deemed to have been committed under the notice until the application has been heard and determined." (Οι υπογραμμίσεις είναι δικές μας). To θέμα υπήρξε αντικείμενο λεπτομερούς ανάλυσης από τον Καλλή, Ε.Δ., στην υπόθεση Re: Costas Louca
(1986)2 J.S.C. 365. Παραθέτουμε λεπτομερές απόσπασμα από την πιο πάνω απόφαση, το οποίο μας βρίσκει απόλυτα σύμφωνους: «Our r.40 of the Bankruptcy Rules is almost similarly worded to the corresponding English Bankruptcy r.139 and so we can seek recourse to the English Bankruptcy Practice for guidance. In Williams and Muir Hunter "The Law and Practice in Bankruptcy", 19th ed., under the heading "Setting aside bankruptcy notice on grounds other than set-off" we read the following at p. 38: "The debtor may apply by motion (e.g. not by the summary affidavit procedure of B.R. 139) to set aside the notice on other grounds, e.g. irregularity, bad service, payment (or quaere legal tender) of the debt, etc.". Relevant is, also, the case of In Re a Debtor (No.30 of 1956, ex parte The Debtor v. Harman, [1957] 2 All E.R. 216, where at p. 217 the following were said: "Counsel for the debtor has referred us to a number of cases in which quite plainly bankruptcy notices have been set aside on motion on grounds other than those which are mentioned in r.137 as it at present stands. Such cases are Re Howes, [1892] 2 Q.B. 628, Re H.B.
(2)[1904] 1 K.B. 94 . . .". And at p. 218 the following were stated: "I think that the authorities make it quite plain that this Court will in proper cases set aside bankruptcy notices on grounds other than those set out in s.1
(1)(g) of the Bankruptcy Act, 1914, namely, a counterclaim, set-off or cross-demand. The whole question, therefore, is whether the application to set aside the notice has to be given within the three days mentioned in r. 138". In view of the above authorities I hold that a debtor is entitled to apply for the setting aside of a bankruptcy notice on grounds other than those set out in r.40
(2)of the Bankruptcy Rules, but in such a case he has to apply by means of an application and not by means of an affidavit. In this connection, I think, r.16 of the Bankruptcy rules is the rule applicable." Παραπέμπουμε επίσης και στην απόφαση του Δαυίδ, Ε.Δ., στην υπόθεση Αναφορικά με τον Γεώργιο Λαρτίδη, Ειδοποίηση Πτώχευσης Αρ. 583/05, Ε.Δ. Λ/σίας, ημερ. 9.6.05, στην οποία λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να σημειωθεί πως ο οφειλέτης δεν μπορεί να εγείρει με την ως άνω ένορκη δήλωσή του οποιοδήποτε άλλο ζήτημα, πέραν αυτών που αναφέρονται στον K.40.2 των Πτωχευτικών Κανονισμών. (Βλ. Λάρκος ν. Κατσιαρή
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1694 και In Re Costas Luca
(1986)2 J.S.C. 365). ... ... ... ... ... ... ... ... ... ................... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ...... Σημαντικό είναι πάντως να αναφερθεί πως τυχόν άλλοι λόγοι ακύρωσης της ειδοποίησης πτώχευσης, εκτός από αυτούς που αναφέρονται στον Κ. 40.2, όπως παρατυπία στην έκδοση ή κακή επίδοση της ειδοποίησης, ως επίσης ισχυρισμοί για εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους, μπορούν ασφαλώς να προβληθούν, στην περίπτωση όμως αυτή η ορθή διαδικασία είναι η καταχώρηση ξεχωριστής αίτησης και όχι η επιδίωξη ακύρωσης της ειδοποίησης πτώχευσης με την ένορκη δήλωση που προβλέπεται στον Κ.40.2. Στις περιπτώσεις μάλιστα αυτές, ως έχει νομολογηθεί, δεν ισχύει η προθεσμία των τριών ημερών που προβλέπεται για την ένορκη δήλωση του Κ.40 (Βλ. In Re Costas Luca (ανωτέρω) και Williams and Muir Hunter on Bankruptcy, 19η έκδοση, σελ. 38).» Σχετική επί του προκειμένου είναι και η απόφαση του Ναθαναήλ Π.Ε.Δ., (όπως ήταν τότε) στην υπόθεση Αναφορικά με τον Κύπρο Καραβιώτη, Πτωχευτική Ειδοποίηση Αρ. 1805/06, Ε.Δ. Λ/σίας, ημερομηνίας 21.5.07, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 5 της απόφασης: « ... όπου ο χρεώστης επιθυμεί να εγείρει οποιοδήποτε άλλο θέμα, πέραν των αναφερομένων στο Άρθρο 3
(1)(g) του Κεφ.5, που σχετίζονται με ανταπαίτηση, ανταξίωση ή συμψηφισμό, όπως εξόφληση ή αναστολή, τότε είναι δυνατό να καταχωρίσει ειδική προς τούτο αίτηση, δηλαδή αίτηση προς ακύρωση, οπότε και η προθεσμία των τριών ημερών μέσα στην οποία πρέπει να καταχωρίσει ένορκη δήλωση, η οποία επενεργεί ως μέτρο ακύρωσης, δεν ισχύει. Σχετικές είναι οι υποθέσεις In re Costas Louca
(1987)2 J.S.C 428 και Μερκής ν. Intertobacco (Cyprus) Ltd
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 788, καθώς και οι αναφορές στα συγγράμματα των O. Griffiths: The Law Relating to Bankruptcy, 8η έκδ., σελ. 14-15 και Williams on Bankruptcy, 18η Έκδ. σελ. 44.» Στην ίδια γραμμή είναι και δύο αποφάσεις του Φωτίου, Π.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε) στις υποθέσεις Αναφορικά με την Ξένια Σπανού, Ειδοποίηση Πτώχευσης Αρ. 557/01, Ε.Δ. Λ/σίας, ημερομηνίας 2.8.01 και Αναφορικά με τον Αντώνη Βαγιανό, Ειδοποίηση Πτώχευσης Αρ. 425/03, Ε.Δ. Λ/κας, ημερομηνίας 5.3.2004. Το σκεπτικό των πιο πάνω αποφάσεων μας βρίσκει απόλυτα σύμφωνους. Με γνώμονα τα πιο πάνω, βρίσκουμε πως το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα παραμέρισε την ειδοποίηση πτώχευσης, αφού δεν είχε δικαιοδοσία να πράξει κάτι τέτοιο με βάση ένορκη δήλωση. Ο ισχυρισμός της εξόφλησης θα μπορούσε να εγερθεί μόνο σε ξεχωριστή αίτηση για παραμερισμό της ειδοποίησης πτώχευσης». Υπό το φως των πιο πάνω η έφεση πέτυχε και η πρωτόδικη απόφαση παραμερίσθηκε. Συνοψίζοντας προκύπτει από τα πιο πάνω ότι αν ο οφειλέτης επικαλείται ως λόγο ακύρωσης της ειδοποίησης πτώχευσης ότι έχει ανταπαίτηση, δικαίωμα συμψηφισμού ή ανταγωγή η οποία ισοδυναμεί ή υπερβαίνει το ποσό του εξ αποφάσεως χρέους ή το ποσό που διατάχτηκε να πληρωθεί, και την οποία δεν ήταν δυνατό να προβάλει στην αγωγή ή την διαδικασία στην οποία εξασφαλίστηκε η απόφαση ή το διάταγμα, τότε, θα πρέπει να καταχωρήσει ένορκο δήλωση. Η ένορκη αυτή δήλωση επενεργεί ως αίτηση παραμερισμού της ειδοποίησης πτώχευσης και πρέπει να καταχωρηθεί εντός τριών ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης πτώχευσης στον οφειλέτη. Σε μια τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εξετάσει οποιοδήποτε άλλο λόγο παραμερισμού της ειδοποίησης. Το βάρος δε απόδειξης των ισχυρισμών του είναι αποκλειστικά στους ώμους του οφειλέτη (Βλ. Re Ντίνος Ασπρής
(1988)JSC 93). Η ειδοποίηση πτώχευσης μπορεί να ακυρωθεί και για λόγους άλλους από αυτούς που αναφέρονται στον Κανονισμό 40
(2). Στην περίπτωση, όμως, αυτή η πρέπουσα διαδικασία είναι η καταχώρηση ξεχωριστής αίτησης και όχι η επιδίωξη ακύρωσής της με την ένορκο δήλωση που προβλέπει ο Κανονισμός 40
(2). Σε μια τέτοια περίπτωση η αίτηση υποβάλλεται σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κανονισμού 16 των Κανονισμών και δεν έχει εφαρμογή η προθεσμία των 3 ημερών (Βλ. Williams and Muir Hunter on Bankruptcy, 19η έκδοση, σελ. 38, Re Costas Louka
(1986)2 JSC 365 και Μιχαλάκης Αλωνεύτη ν. Alpha Bank Ltd
(2008)1 AΑΔ 475). Υπό το φως όλων των πιο πάνω ακολουθεί ότι το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησης να εξετάσει τους λόγους που σε αυτήν προβάλλονται από τον Αιτητή ως λόγοι παραμερισμού της Ειδοποίησης. Ένας από τους λόγους παραμερισμού της Ειδοποίησης είναι σύμφωνα με τον Αιτητή ότι αυτή αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Στην ποινική υπόθεση Μιχάλης Χαραλαμπίδης ν. Νικόλαου Κωμοδρόμου
(2002)2 ΑΑΔ 522 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την εξουσία του Δικαστηρίου να αναστείλει ή να απορρίψει υπόθεση για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας: «Η αναστολή της δίκης ή η απόρριψη υπόθεσης για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας χωρεί μόνο εφόσο απολήγει σε καταπίεση ή δυσμενή επηρεασμό του αντιδίκου. Η δικαιοδοσία για πάταξη τέτοιων περιπτώσεων είναι σύμφυτη χωρίς να έχει οποιαδήποτε νομοθετική προέλευση. Είναι μια εξουσία αυτονόητη και απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης και την αξιοπιστία των θεσμών και μέσων επίτευξης των στόχων της. Υπήρξε βέβαια αντικείμενο συζητήσεων και πολλών δικαστικών αποφάσεων ποια δικαστήρια έχουν τέτοια αρμοδιότητα και για ποιούς σκοπούς μπορούσαν να την ασκήσουν. Η πληρέστερη ανάπτυξη της θεωρίας της σύμφυτης δικαιοδοσίας έγινε ίσως από τον Sir Jack I.H. Jacob στο άρθρο του "The Inherent Jurisdiction of the Court" [1970] C.L.Ρ. 23, το οποίο άσκησε επιρροή στη διαμόρφωση και εξέλιξη της εξουσίας αυτής: « ... the jurisdiction to exercise these powers was derived, not from any statute or rule of law, but from the very nature of the court as a superior court of law, and for this reason such jurisdiction has been called "inherent" ... the essential character of a superior court of law necessarily involves that it should be invested with a power to maintain its authority and to prevent its process being obstructed and abused. Such a power is intrinsic in a superior court; it is its very lifeblood, its very essence, its immanent attribute ... The jurisdiction which is inherent in a superior court of law is that which enables it to fulfil itself as a court of law. The juridical basis of this jurisdiction is therefore the authority of the judiciary to uphold, to protect and to fulfil the judicial function of administering justice according to law in a regular, orderly and effective manner». Με την πάροδο του χρόνου, η σύμφυτη δικαστική εξουσία εμπεδώθηκε σε διαφορετικούς κλάδους του δικαίου. Ένα παράδειγμα στο οποίο εκδηλώθηκε είναι και η καταχρηστική προσφυγή στις διαδικασίες. Είναι πια εμπεδωμένο ότι επιβάλλεται η περιστολή της χρήσης διαδικασίας όταν διαστρεβλώνεται ο σκοπός ύπαρξής της. Χωρίς να θέλουμε ή να χρειάζεται να καλύψουμε όλη την ιστορία του θέματος είναι αξιοσημείωτο ότι ο προβληματισμός εντάθηκε από τα τέλη του προηγούμενου αιώνα και παραμένει μέχρι σήμερα ένα ζωντανό θέμα, παρόλο που οι βασικές συνισταμένες έχουν διευκρινιστεί. Στην Metropolitan Bank v. Pooley [1885] 10 App. C. 210
(220)ο Λόρδος Blackburn, χωρίς να αισθανθεί την ανάγκη να προσφύγει σε προηγούμενα, είπε: « ... from early times (I rather think, though I have not looked at it enough to say, from the earliest times) the Court had inherently the right to see that its process was not abused by a proceeding without reasonable grounds, so as to be vexatious and harassing - the court had the right to protect itself against such an abuse .... it was done ... by a summary order to stay the action which was brought under such circumstances as to be an abuse of the process of the Court». Ως προς τη νεώτερη αντίκριση του θέματος από την αγγλική νομολογία χαρακτηριστική είναι η διατύπωση του Λόρδου Diplock στην Hunter ν. Chief Constable of West Midlands and Another [1981] 3 All E.R. 727, 729: « ... this is a case about abuse of the process of the High Court. It concerns the inherent power which any court of justice must possess to prevent misuse of its procedure in a way which, although not inconsistent with the literal application of its procedural rules, would nevertheless be manifestly unfair to a party to litigation before it, or would otherwise bring the administration of justice into disrepute among right-thinking people. The circumstances in which abuse of process can arise are very varied; those which give rise to the instant appeal must surely be unique. It would, in my view, be most unwise if this House were to use this occasion to say anything that might be taken as limiting to fixed categories the kinds of circumstances in which the court has a duty (I disavow the word discretion) to exercise this salutary power." Ας σημειωθεί ότι η παραπάνω ανάπτυξη υιοθετείται από το Εφετείο μας στην Μιχάλη Παπόρη ν. Maskinfabriken «510» Α/S
(1996)1(B) A.A.Δ.
  1. Στην υπόθεση R. v. Norwich Crown Court ex p. Belsham 1 W.L.R. 54 (στη σελ. 66), το Divisional Court θεώρησε (άποψη obiter) ότι ήταν προτιμητέα η θεωρία ότι οι σύμφυτες εξουσίες προέρχονται από το κοινοδίκαιο και είναι ανεξάρτητες από τις δικαιοδοτικές νομοθετικές διατάξεις. Η αρχή εξετάστηκε και στην Walpole v. Partidge and Wilson [1994] 1 All E.R. 385, όπου ο δικαστής Ralph Gibson τόνισε πως το δικαστήριο πρέπει να βεβαιώνεται σε κάθε περίπτωση ότι η διαδικασία είναι τόσο καθαρά και έντονα καταχρηστικής φύσεως ώστε να δικαιολογείται η καταστολή της με το κατάλληλο διάταγμα. Στην Director of Public Prosecutions v. Humphrys [1977] A.C. 1 ο Λόρδος Salmon σχολιάζοντας την αρχή καθόρισε και τα όριά της (στη σελίδα 46): «I respectfully agree with [Lord Dilhorne] that a judge has not and should not appear to have any responsibility for the institution of prosecutions; nor has he any power to refuse to allow a prosecution to proceed merely because he considers that, as a matter of policy, it ought not to have been brought. It is only if the prosecution amounts to an abuse of the process of the court and is oppressive and vexatious that the judge has the power to intervene. Fortunately, such prosecutions are hardly ever brought but the power of the court to prevent them is, in my view, of great constitutional importance and should be jealously preserved.» Σε πολλές περιπτώσεις η αγγλική νομολογία έχει υπογραμμίσει ότι η άσκηση τέτοιας δραστικής εξουσίας ασκείται φειδωλά. Βλέπε, για παράδειγμα, R. v. Oxford City Justices, ex p. Smith 75 Crim. App. Rep. 200,
  2. Διαφαίνεται επίσης από αυτές ότι η κάθε υπόθεση εξετάζεται υπό το πρίσμα των δικών της πραγματικών περιστατικών. Βλ. Archbold, έκδ. 1995, παραγρ. 4-44β, σελ. 1/439, όπου δίνονται παραδείγματα στα οποία κρίθηκε πως υπήρξε κατάχρηση, καθώς και περιπτώσεις που αποφασίστηκε το αντίθετο. Από αυτές αναφέρουμε δύο. Στην R. v. Brentford Justices, ex. p. Wong, 73 Cr. App. Rep. 65 D.C., θεωρήθηκε κατάχρηση όταν ο κατήγορος κατέθεσε δίωξη, αλλά δεν επέδιδε για μερικούς μήνες την κλήση, με σκοπό να έχει την ευχέρεια να αποφασίσει αν τελικά θα την προωθούσε. Στην R. v. Grays Justices, ex p. Low 88 Crim. App. R. 291 D.C., δεν επιτράπηκε η συνέχιση ιδιωτικής ποινικής δίωξης σε σχέση με κατηγορία για την οποία οι διωκτικές αρχές απέσυραν προηγούμενη δίωξη κατά του κατηγορούμενου, αφού ο ίδιος δεσμεύθηκε να τηρεί την τάξη. Την ίδια εξουσία καταστολής για κατάχρηση των διαδικασιών έχουν τα κυπριακά δικαστήρια. Στη βασική υπόθεση Διευθυντής Φυλακών ν. Περέλλα Τζεννάρο
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, ο Πικής Π., διέγραψε τα χαρακτηριστικά της γνωρίσματα και το σκοπό που τη διαπνέει, υπογραμμίζοντας ότι: «Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι' αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα, μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου». Στην υπόθεση Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 CLR 348 αποφασίστηκε ότι τα κυπριακά δικαστήρια έχουν την ίδια εξουσία, όπως και τα αγγλικά δικαστήρια, να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεων της δικαστικής διαδικασίας. Η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές· ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδισή της. Στην υπόθεση London Clubs Ltd v. Ρόδου Παπαδόπουλου
(2002)1Γ ΑΑΔ 1699 το 1991 εκδόθηκαν υπέρ των εφεσειόντων και εναντίον του εφεσίβλητου δυο αποφάσεις στις αγωγές 10336/90 και 10342/90 για 5.000 και 9.800 στερλίνες αντίστοιχα. Οι εφεσείοντες ήταν αλλοδαπές εταιρείες, οι οποίες, καθώς και η ονομασία τους δηλώνει, διαχειρίζονταν καζίνα. Μετά την έκδοση των αποφάσεων καταχωρίστηκε εναντίον του εφεσίβλητου αίτηση για την πληρωμή των εξ' αποφάσεως χρεών του με μηνιαίες δόσεις. Το Δικαστήριο διέταξε τον εφεσίβλητο να πληρώνει Λ.Κ.100,00 σεντ μηνιαίως για κάθε μια από τις δυο εκκρεμούσες αποφάσεις εναντίον του με την πρώτη δόση να αρχίζει την 1.2.
  1. Ο εφεσίβλητος δεν ήταν συνεπής με την πληρωμή των μηνιαίων δόσεων και γι' αυτό οι εφεσείοντες επέδωσαν σε αυτόν δύο ειδοποιήσεις πτώχευσης, αναφορικά με τις δυο εκκρεμούσες αποφάσεις, με αριθμούς 1157/98 και 1158/98 αντίστοιχα. Οι ειδοποιήσεις αποσύρθηκαν από τους εφεσείοντες στις 11.2.99 αφού ο εφεσίβλητος συμφώνησε να πληρώνει Λ.Κ.300,00 σεντ μηνιαίως. Ο εφεσίβλητος δεν ανταποκρίθηκε πάλι στην πιο πάνω υπόσχεση του με αποτέλεσμα οι εφεσείοντες να καταχωρήσουν και να επιδώσουν σε αυτόν άλλες δύο ειδοποιήσεις πτώχευσης με αριθμούς 76/01 και 77/
  2. Ο εφεσίβλητος με αίτημα του στο Δικαστήριο ζήτησε την ακύρωση των πιο πάνω ειδοποιήσεων με την εισήγηση πως η πτωχευτική διαδικασία που είχαν αρχίσει οι εφεσείοντες αποτελούσε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας δεδομένου ότι εχρησιμοποιείτο για αλλότριους σκοπούς ολωσδιόλου αντίθετους με αυτούς που σκοπεί η πτωχευτική διαδικασία, όπως διαλαμβάνεται στα άρθρα 4, 9 και 19 του περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ.
  3. Οι εφεσείοντες έφεραν ένσταση στην αίτηση του εφεσίβλητου. Το πρωτόδικο Δικαστήριο συμφώνησε, και ορθά κατά την γνώμη του Εφετείου, με την εισήγηση του δικηγόρου του εφεσίβλητου και διέταξε την ακύρωση των δύο ειδοποιήσεων. Οι εφεσείοντες καταχώρησαν εφέσεις. Στις σελίδες 1701 - 1702 λέχθηκαν τα ακόλουθα από το Εφετείο: «Είναι φανερό πως οι εφεσείοντες χρησιμοποίησαν δυο φορές εναντίον του εφεσίβλητου την πτωχευτική διαδικασία για να τον πιέσουν να πληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος του. Η πτωχευτική, όμως, διαδικασία δεν σκοπεί στον εξαναγκασμό του χρεώστη να εξοφλήσει χρέος του προς συγκεκριμένο άτομο. Σκοπός της πτωχευτικής διαδικασίας είναι η προστασία και διασφάλιση της περιουσίας του υπό πτώχευση ώστε να χρησιμοποιηθεί όπως ο νόμος ορίζει για την ικανοποίηση εξ ολοκλήρου ή μερικώς και κατ' ισονομία όλων των πιστωτών. Δεν εξηγήθηκε στο πρωτόδικο Δικαστήριο γιατί δεν προωθήθηκε η ορθή διαδικασία είσπραξης της εξ αποφάσεως οφειλής του εφεσίβλητου, μετά που προφανώς αμέλησε να καταβάλει τις εξ £100 μηνιαίες δόσεις για το κάθε ένα από τα εξ αποφάσεως χρέη του. Υπήρχε σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου, το οποίο οι ίδιοι οι εφεσείοντες δεν προώθησαν προς εκτέλεση. Και εφόσο υπήρχε αυτό το διάταγμα, σύμφωνα με το οποίο ο εφεσίβλητος μπορούσε να πληρώνει £200 το μήνα και για τα δυο του χρέη, αιωρείται το ερώτημα πώς η κατάσταση του μεταβλήθηκε, μετά την καταχώρηση των πρώτων ειδοποιήσεων πτώχευσης, ώστε να αναλάβει εκουσίως να πληρώνει £300 το μήνα. Τα πιο πάνω γεγονότα αποδεικνύουν καθαρά την ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης. Η διαδικασία που ανελήφθη από τους εφεσείοντες ήταν καταπιεστική εις βάρος του εφεσίβλητου, γιατί δεν απέβλεπε με την ορθή χρήση της δικαστικής διαδικασίας στην εκτέλεση των υπέρ των αποφάσεων, αλλά με την κατάχρηση της να καταπιέσουν τον εφεσίβλητο». Οι εφέσεις κρίθηκαν αβάσιμες και κατ' ακολουθίαν απορρίφθηκαν. Στην υπόθεση Στέλιος Εργατίδης ν. Πανίκου Εργατίδη κ.α.
(2008)1Β ΑΑΔ 741 με αίτηση των εφεσίβλητων / αιτητών ο Πρωτοκολλητής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού εξέδωσε στις 20.10.06 ειδοποίηση πτώχευσης εναντίον του εφεσείοντος / καθ' ου η αίτηση για ποσό Λ.Κ.1.164,25 σεντ που επιδικάστηκε ως έξοδα εναντίον του σε ενδιάμεσο διάταγμα στα πλαίσια αγωγής που εκκρεμούσε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στην οποία ο εφεσείων ήταν ένας από τους ενάγοντες. Εναγόμενοι στην αγωγή, που πέτυχαν στην ενδιάμεση απόφαση, ήταν οι εφεσίβλητοι, οι οποίοι και εξέδωσαν την ειδοποίηση πτώχευσης εναντίον του εφεσείοντος, όταν αυτός δεν κατέβαλε το ποσό των επιδικασθέντων εξόδων. Ο εφεσείων καταχώρησε ένσταση στην ειδοποίηση πτώχευσης αναφέροντας ότι στην προαναφερθείσα αγωγή απαιτούσε εναντίον της εταιρείας Panikkos Ergatides Motors Ltd, που προφανώς ήταν οικογενειακή επιχείρηση των διαδίκων, Λ.Κ.100.000,00 σεντ, εναντίον του πρώτου εφεσίβλητου προσωπικά Λ.Κ.200,000,00 σεντ, και της δεύτερης εφεσίβλητης Λ.Κ.20.000,00 σεντ. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε στον Κανονισμό 40
(2)των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών και κατέληξε πως ο εφεσείων δεν έδειξε κανένα λόγο γιατί να μην προχωρήσει η πτωχευτική διαδικασία. Συγκεκριμένα, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε πως ο εφεσείων δεν αποκάλυψε ότι είχε ανταπαίτηση κατά την ημερομηνία καταχώρησης ή εκδίκασης της ειδοποίησης πτώχευσης. Σύμφωνα, επίσης, με το πρωτόδικο Δικαστήριο αν πετύχαινε η αγωγή του θα είχε να παίρνει από τους εφεσίβλητους τα ποσά που θα επιδικάζονταν υπέρ του. Ο εφεσείων εφεσίβαλε την απόφαση. Το Εφετείο επέτρεψε την έφεση με το εξής σκεπτικό (σελίδα 743): «Έχει επανειλημμένα λεχθεί πως η πτωχευτική διαδικασία δεν χρησιμοποιείται, κατά κανόνα, ως μέθοδος εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων μεταξύ των διαδίκων. Στην περίπτωση που εξετάζουμε οι εφεσίβλητοι, χρησιμοποιώντας τη πτωχευτική διαδικασία, επιδιώκουν την είσπραξη επιδικασθέντων εξόδων σε ενδιάμεση αίτηση προτού αποφασιστεί η ουσία της αγωγής, στην οποία ενδεχομένως ο εφεσείων να επιτύχει. Επιπλέον, αυτό, που καθιστά τη διαδικασία ακόμη πιο ενστάσιμη είναι που απολήγει σε εκβιασμό του εφεσείοντος παρεμβάλλοντας εμπόδια στην προώθηση της αγωγής που έχει καταχωρίσει. Τέτοια διαδικασία οφείλει το Δικαστήριο όχι μόνο να τη σταματήσει, αλλά και στιγματίσει». Τέλος, στην υπόθεση Πέτρος Μ. Πετράκης ν. Πέτρου Κίμωνος
(2006)1Β ΑΑΔ 1311 λέχθηκαν από το Εφετείο στην σελίδα 1317 τα ακόλουθα: «Το όλο θέμα είναι θέμα γεγονότων. Εκεί όπου δεν υπάρχουν στοιχεία δόλου ή αθέμιτης εξασφάλισης χρημάτων ή πλεονεκτημάτων προς όφελος του συγκεκριμένου αιτητή-πιστωτή και εις βάρος του χρεώστη και των άλλων πιστωτών του, αίτηση εκδόσεως διατάγματος παραλαβής δεν θεωρείται ότι γίνεται για παράλληλο και αθέμιτο σκοπό ή κατά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, έστω και αν έχει σαν συνεπαγόμενο αποτέλεσμα κάποιο πλεονέκτημα για τον πιστωτή». Θα με απασχολήσει πρώτα η θέση του κύριου Τσίγκη ότι η υπό κρίση αίτηση είναι καταχρηστική καθότι πριν την καταχώρησή της ο Αιτητής είχε καταχωρήσει ένορκο δήλωση για τον παραμερισμό της Ειδοποίησης την οποία και σε μεταγενέστερο στάδιο απέσυρε. Η θέση αυτή δεν προωθήθηκε με την αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου των Καθ' ων η αίτηση. Για τον λόγο αυτό θεωρώ πως αυτή έχει εγκαταλειφθεί. Σημειώνεται, επίσης, ότι δεν περιλαμβάνεται ούτε και στους λόγους ένστασης. Παρόλα αυτά έχω να αναφέρω τα ακόλουθα. Από τα πρακτικά του Δικαστηρίου ημερομηνίας 24.9.12 και 2.10.12 προκύπτει ότι ο λόγος που η ένορκη δήλωση απεσύρθη ήταν γιατί ο δικηγόρος του Αιτητή αντιλήφθηκε ότι με την διαδικασία της ένορκης δήλωσης δεν μπορούσε να προβάλει ως λόγους ακύρωσης της Ειδοποίησης αυτούς που ο Αιτητής επικαλείτο με την ένορκό του δήλωση. Ζήτησε, έτσι, στις 2.10.12 την άδεια του Δικαστηρίου να αποσύρει την ένορκο δήλωση του Αιτητή που επενεργούσε ως αίτηση παραμερισμού της Ειδοποίησης ενώ είχε ήδη καταχωρήσει εκ μέρους του Αιτητή την υπό κρίση αίτηση από τις 27.9.
  1. Η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση δεν ενέστη στο αίτημα. Η ένορκος δήλωση αποσύρθηκε, έτσι, με Ευρώ 11,00 σεντ έξοδα επίδοσης της Ειδοποίησης τα οποία επιδικάσθηκαν υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή και τα οποία διατάχθηκαν να είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας. Σημειώνεται ότι στις 24.9.12 επιδικάσθηκαν υπέρ Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή Ευρώ 299,00 σεντ συμφωνηθέντα έξοδα πλέον ΦΠΑ για τον λόγο ότι την ημέρα εκείνη ο δικηγόρος του Αιτητή ζήτησε αναβολή της ακρόασης της ένορκης δήλωσης που είχε ορισθεί από το Δικαστήριο, αίτημα στο οποίο η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση δεν είχε φέρει ένσταση. Τα έξοδα αυτά, επίσης, διατάχθηκαν να είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι ο δικηγόρος του Αιτητή αντιλαμβανόμενος ότι οι λόγοι που ο πελάτης του επικαλείτο για παραμερισμό της Ειδοποίησης δεν μπορούσαν να προβληθούν και εξετασθούν από το Δικαστήριο στα πλαίσια της ένορκης δήλωσης είχε διαπράξει σφάλμα. Διόρθωσε δε το σφάλμα αυτό καταχωρώντας την υπό κρίση αίτηση. Υπό το φως των πιο πάνω δεν θεωρώ ότι το γεγονός της απόσυρης της ένορκης δήλωσης που επενεργούσε ως αίτηση για τον παραμερισμό της Ειδοποίησης καθιστά την υπό κρίση αίτηση καταχρηστική. Δύο είναι τα σημεία που με προβληματίζουν. Το πρώτο είναι η δήλωση του κύριου Τσίγκη αναφορικά με το ποσό των Ευρώ 250,00 σεντ το οποίο μετά την απόσυρση της Αίτησης Πτώχευσης με αριθμό 473/11 καταβάλλεται ανελλιπώς από τον Αιτητή προς τους Καθ' ων η αίτηση. Πριν, όμως, ασχοληθώ με την πιο πάνω δήλωση θα ήθελα να σχολιάσω το ακόλουθο σχετικό σημείο. Σύμφωνα με τον Αιτητή ο λόγος που αποσύρθηκε η πιο πάνω Αίτηση Πτώχευσης είναι γιατί οι διάδικοι είχαν καταλήξει σε διακανονισμό που περιλάμβανε την μηνιαία πληρωμή του πιο πάνω ποσού. Επί του προκειμένου η θέση των Καθ' ων η αίτηση είναι εντελώς διαφορετική. Σύμφωνα με τον κύριο Τσίγκη ο λόγος που η πιο πάνω αίτηση αποσύρθηκε είναι γιατί σε αυτήν αναγράφηκε λανθασμένο υπόλοιπο, ήτοι ποσό μεγαλύτερο από το πραγματικά οφειλόμενο. Οι Καθ' ων η αίτηση προτίμησαν να αποσύρουν την αίτηση πτώχευσης παρά να ζητήσουν τροποποίησή της. Η ενέργεια δε του Αιτητή μετά την απόσυρση της Αίτησης Πτώχευσης με αριθμό 473/11 να πληρώνει στους Καθ' ων η αίτηση το ποσό των Ευρώ 250,00 σεντ μηνιαίως ήταν αυτόβουλη ενέργεια του Αιτητή. Ο πιο πάνω ισχυρισμός που προβλήθηκε εκ μέρους των Καθ' ων η αίτηση παρέμεινε αναντίλεκτος, αφού η πλευρά του Αιτητή δεν επιχείρησε να τον αντικρούσει ή να τον αμφισβητήσει είτε με την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είτε διά της αντεξέτασης του κύριου Τσίγκη. Στηριζόμενος δε στον δικό του ισχυρισμό ο Αιτητής βασίζει εν μέρει και την θέση του ότι η Ειδοποίηση είναι καταχρηστική. Υπό το φως τούτου και με δεδομένο ότι το βάρος είναι στον Αιτητή να αποδείξει την κατάχρηση ο πιο πάνω ισχυρισμός του Αιτητή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός αφ' ης στιγμής αυτός αμφισβητείται από την πλευρά των Καθ' ων η αίτηση και, μάλιστα, με άλλο ισχυρισμό, ο οποίος προβλήθηκε με θετικότητα και σαφήνεια και τον οποίο ο Αιτητής δεν επιχείρησε να αντικρούσει ή να αμφισβητήσει. Μεταξύ των δύο θέσεων δέχομαι, λοιπόν, την θέση των Καθ' ων η αίτηση. Το θέμα, όμως, δεν σταματά εδώ. Στην παράγραφο 7(γ) της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Ένσταση ο κύριος Τσίγκης αναφέρει ότι το ποσό των Ευρώ 250,00 σεντ ήταν ευτελές σε σχέση με το εξ' αποφάσεως χρέος και μόλις κάλυπτε τους τόκους. Η Ειδοποίηση επιδόθηκε προς τον Αιτητή όχι με σκοπό την άσκηση πίεσης προς τον τελευταίο ώστε να αποπληρώσει το χρέος του αλλά σύμφωνα με την παράγραφο 7(δ) της της ένορκης του δήλωσης με σκοπό να διαφυλαχθεί η περιουσία του προς όφελος όλων των πιστωτών του. Προβάλλει, λοιπόν, δύο λόγους για την έκδοση της Ειδοποίησης ο κύριος Τσίγκης. Ο πρώτος είναι γιατί το ποσό των Ευρώ 250,00 σεντ μηνιαίως κρίθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση ευτελές για την αποπληρωμή του εξ' αποφάσεως χρέους, ο δεύτερος για την προστασία της περιουσίας του Αιτητή. Μόνο που τα δύο δεν συνδυάζονται. Το πρώτο, μάλιστα, αναιρεί το δεύτερο. Καθότι από την δήλωση ότι το ποσό των Ευρώ 250,00 σεντ μηνιαίως είναι ευτελές για να αποπληρωθεί το σημερινό υπόλοιπο, το οποίο, σημειωτέον, είναι, όπως προκύπτει από την οπισθογράφηση της Ειδοποίησης, αρκετά μεγάλο - Ευρώ 23.824,89 σεντ πλέον τόκο προς 10,5% ετησίως επ' αυτού από 23.2.12 μέχρι τελείας εξόφλησης των τόκων κεφαλαιοποιημένων την 30ην Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου έκαστου έτους πλέον Ευρώ 650,12 σεντ έξοδα αγωγής και απόφασης πλέον τόκο προς 8% ετησίως επ' αυτού από 1.2.05 μέχρι τελείας εξόφλησης πλέον ΦΠΑ πλέον Ευρώ 10,25 σεντ έξοδα επίδοσης - συνάγεται με ενάργεια ότι αυτό που ενδιαφέρει τους Καθ' ων η αίτηση, εξ' ου και η έκδοση της Ειδοποίησης, δεν είναι η προστασία της περιουσίας του Αιτητή, ως ο κύριος Τσίγκης διαλαλεί, αλλά η πληρωμή του εξ' αποφάσεως χρέους. Υπό το φως των πιο πάνω δεν δέχομαι ότι η Ειδοποίηση εκδόθηκε για σκοπούς προστασίας της περιουσίας του Αιτητή. Από την επίμαχη δήλωση του κύριου Τσίγκη συνάγεται με ενάργεια ότι η Ειδοποίηση εκδόθηκε με σκοπό να ασκηθεί πίεση στον Αιτητή να αποπληρώσει το εξ' αποφάσεως χρέος ώστε να αποφύγει τον κίνδυνο της πτώχευσης, κίνδυνος ο οποίος θα έχει δυσμενέστατες συνέπειες για τον ίδιο αφού σύμφωνα με αυτόν η εργασία του είναι αυτή που του εξασφαλίζει και το μοναδικό του εισόδημα, σύμφωνα δε με την ασφαλιστική νομοθεσία δεν θα μπορεί σε περίπτωση που πτωχεύσει να εργάζεται ως ασφαλιστικός αντιπρόσωπος. Το δεύτερο που με προβλημάτισε είναι ότι η Ειδοποίηση εκδόθηκε 7 και πλέον χρόνια μετά την έκδοση της απόφασης στην αγωγή 517/
  2. Μπορεί λογικά να υποστηριχθεί ότι η Ειδοποίηση εκδόθηκε με σκοπό την προστασία της περιουσίας του Αιτητή όταν αυτή εκδόθηκε ύστερα από τόσα χρόνια μετά την έκδοση της απόφασης; Φρονώ πως όχι. Αν αυτό που ενδιέφερε τους Καθ' ων η αίτηση ήταν η προστασία της περιουσίας του Αιτητή γιατί αυτοί δεν προέβηκαν στην έκδοσή της σε εύθετο χρόνο μετά την έκδοση της απόφασης παρά μόνο άφησαν να παρέλθει τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα προτού προβούν στην έκδοσή της; Αξίζει να σημειωθεί ότι κανένα λόγο δεν πρόβαλαν οι Καθ' ων η αίτηση που να δικαιολογεί την πάροδο τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος μεταξύ της έκδοσης της απόφασης και της έκδοσης της Ειδοποίησης. Δεν μου διαφεύγει ότι η προηγούμενη αίτηση πτώχευσης με αριθμό 473/11 αποσύρθηκε γι' αυτό και εκδόθηκε η Ειδοποίηση. Μόνο που κι' αυτή όπως και η προηγούμενη ειδοποίηση πτώχευσης με αριθμό 956/11 καταχωρήθηκαν το έτος 2011 και 6 και πλέον χρόνια, όπως από τα παραδεκτά γεγονότα προκύπτει, μετά την έκδοση της απόφασης στην αγωγή 517/
  3. Κρίνω ότι ο πολύ μεγάλος χρόνος που μεσολάβησε μεταξύ της έκδοσης της απόφασης και της έκδοσης της Ειδοποίησης αναιρεί την θέση του κύριου Τσίγκη ότι ο σκοπός για τον οποίο εκδόθηκε η Ειδοποίηση είναι η προστασία της περιουσίας του Αιτητή. Υπό το φως όλων των πιο πάνω προκύπτει με ενάργεια ότι ο σκοπός για τον οποίο εκδόθηκε η Ειδοποίηση είναι ο εξαναγκασμός του Αιτητή να προβεί σε απευθείας αποπληρωμή του εξ' αποφάσεως χρέους. Όπως είδαμε, η πτωχευτική διαδικασία δεν σκοπεί στον εξαναγκασμό του χρεώστη να ξοφλήσει χρέος του προς συγκεκριμένο άτομο. Σκοπός της πτωχευτικής διαδικασίας είναι η προστασία και διασφάλιση της περιουσίας του υπό πτώχευση ώστε αυτή να χρησιμοποιηθεί όπως ο νόμος ορίζει για την ικανοποίηση εξ ολοκλήρου ή μερικώς και κατ' ισονομία όλων των πιστωτών. Στην παρούσα υπόθεση η Ειδοποίηση δεν καταχωρήθηκε για να προωθήσει τον σκοπό για τον οποίο είναι ταγμένη η πτωχευτική διαδικασία. Τουναντίον, αυτή εκδόθηκε ώστε να αποτελέσει μοχλό πίεσης προς τον Αιτητή για να αποπληρώσει το εξ' αποφάσεως χρέος του και με τον τρόπο αυτό οι Καθ' ων η αίτηση να εξασφαλίσουν για τους ίδιους αθέμιτο, παράλληλο πλεονέκτημα. Υπό το φως των πιο πάνω η Ειδοποίηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Το Δικαστήριο έχει καθήκον να πατάξει μια τέτοια συμπεριφορά ώστε να προστατεύσει και περιφρουρήσει το κύρος του. Όπως είδαμε πιο πάνω όταν διαστρεβλώνεται ο σκοπός της ύπαρξης μιας διαδικασίας επιβάλλεται η περιστολή της χρήσης της. Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω πως η εξέταση οποιουδήποτε άλλου ζητήματος καθίσταται περιττή. Συνακόλουθα η Ειδοποίηση Πτώχευσης παραμερίζεται. Τα έξοδα της υπό κρίση αίτησης επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Ειδοποίηση Πτώχευης Subject: Civil / Bankruptcy Jurisdiction / Final cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.