← Κύπρος

Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Εύης Πατελλά κ.α., Αρ. Αγωγής: 3088/95, 17/5/2013

Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Εύης Πατελλά κ.α., Αρ. Αγωγής: 3088/95, 17/5/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A135 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 3088/95 Μεταξύ: Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ, από την Λευκωσία Ενάγοντες και

  1. Εύης Πατελλά, από τον Λουβαρά
  2. Πρόδρομου Παστελλά, από τον Λουβαρά
  3. Κώστα Νικολάου, από την Λεμεσό
  4. Ανδρέα Ευριπίδου, από την Λεμεσό Εναγόμενοι Ημερομηνία: 17.5.13 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες / Αιτητές: κ. Π. Γ. Πότσης Για τον Εναγόμενο 3 / Καθ' ου η αίτηση: κ. Α. Νικολάου (για να ακούσει την απόφαση ο κ. Χρ. Χαραλάμπους) -------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την έκδοση της παρούσης απόφασης αποτέλεσε αίτηση που υποβλήθηκε από τους Ενάγοντες / Αιτητές με την οποία ζητείται η άδεια του Δικαστηρίου για εκτέλεση της απόφασης που εκδόθηκε στις 29.4.96 στα πλαίσια της παρούσας αγωγής εναντίον του Εναγόμενου 3 λόγω παρέλευσης 10 ετών από την ημερομηνία έκδοσής της. Η υπό κρίση αίτηση υπεβλήθη μονομερώς πλην όμως το Δικαστήριο έκρινε ορθό όπως ασκήσει την διακριτική ευχέρεια που παρέχεται σε αυτό από την Διάταξη 48, θεσμό 8

(3)των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας και διατάξει την επίδοση της αίτησης εν' όψει του πολύ μεγάλου χρονικού διαστήματος που παρήλθε μεταξύ της έκδοσης της πιο πάνω απόφασης και της υποβολής της υπό κρίση αίτησης. Η υπό κρίση αίτηση επιδόθηκε στον Εναγόμενο 3 / Καθ' ου η αίτηση ο οποίος στις 6.7.12, που η αίτηση ήταν ορισμένη για επίδοση, αντιδρώντας σε αυτήν ζήτησε μέσω του δικηγόρου του από το Δικαστήριο χρόνο για να καταχωρήσει την ένστασή του. Εν τέλει καταχωρήθηκε εκ μέρους του Ειδοποίηση Ένστασης στις 17.9.12 και εντός της προθεσμίας που έταξε το Δικαστήριο. Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στην Δ.40, θ.8 και Δ.48, θ.8
(1)(κκ) των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Συνοδεύεται δε από ένορκο δήλωση του Βάσου Βασιλείου ο οποίος βρίσκεται στην υπηρεσία των Αιτητών. Σύμφωνα με την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση στις 29.4.96 εκδόθηκε απόφαση υπέρ των Αιτητών και εναντίον του Καθ' ου η αίτηση για το ποσό των Λ.Κ.2.073,42 σεντ (Ευρώ 3.542,65 σεντ) πλέον τόκους πλέον Λ.Κ.179,00 σεντ (Ευρώ 305,84 σεντ) έξοδα αγωγής και απόφασης πλέον τόκους πλέον ΦΠΑ. Οι επιδικασθέντες τόκοι αναφέρονται με λεπτομέρεια στην ένορκο δήλωση. Ο Καθ' ου η αίτηση ουδέν ποσό πλήρωσε έναντι της πιο πάνω απόφασης. Οι Αιητές δεν έλαβαν οποιοδήποτε μέτρο εκτέλεσης εναντίον του λόγω του ότι προέβησαν κατά καιρούς σε διάφορα μέτρα εκτέλεσης εναντίον των Εναγόμενων 1 και
  1. Ως αποτέλεσμα των διάφορων μέτρων εκτέλεσης εισπράχθηκε σε διάφορες ημερομηνίες έναντι της απαίτησης το συνολικό ποσό των Ευρώ 1.683,44 σεντ με αποτέλεσμα να παραμένει οφειλόμενο ποσό ύψους Ευρώ 7.556,81 πλέον τόκους. Πρόσφατα και μετά από έρευνα στο Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού διαπιστώθηκε ότι ο Καθ' ου η αίτηση είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης ενός χωραφιού το οποίο καλύπτεται από τον τίτλο εγγραφής με αριθμό 0/
  2. Με την υπό κρίση αίτηση οι Αιτητές ζητούν την άδεια του Δικαστηρίου για εκτέλεση της απόφασης ημερομηνίας 29.4.96 ώστε να δυνηθούν να καταθέσουν ΜΕΜΟ επί του πιο πάνω ακινήτου προς τον σκοπό εξασφάλισης του εξ' αποφάσεως χρέους. Διαφορετικά υπάρχει ο σοβαρός κινδυνος ο Καθ' ου η αίτηση να αποξενώσει το εν λόγω ακίνητο με αποτέλεσμα να προκληθεί εις βάρος των Αιτητών ανεπανόρθωτη ζημιά και να μην απονεμηθεί δικαιοσύνη. Η Ειδοποίηση Ένστασης συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του ίδιου του Καθ' ου η αίτηση και σε αυτή προβάλλονται 12 λόγοι ένστασης με τους οποίους ο Καθ' ου η αίτηση ενίσταται στην έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Οι λόγοι υπό παραγράφους (β), (ε) και (στ) είναι επάλληλοι και αναφέρονται σε πολυετή αδράνεια και αδιαφορία εκ μέρους των Αιτητών να προβούν σε μέτρα εκτέλεσης εναντίον του Καθ' ου η αίτηση. Ο λόγος υπό παράγραφο (δ) αναφέρεται στο ότι οι Αιτητές δεν επέδειξαν «ειδικό λόγο» που να υπαγορεύει παρέκκλιση από τον γενικό κανόνα ότι μια απόφαση πρέπει να εκτελείται εντός της καθορισμένης από τους θεσμούς προθεσμία. Οι λόγοι ένστασης υπό παραγράφους (α), (η) και (ι) δεν υποστηρίζονται από ένορκο μαρτυρία και για τον λόγο αυτό δεν θα ληφθούν υπόψη. Κρίνω, όμως, σκόπιμο, αναφορικά με τον λόγο ένστασης υπό παράγραφο (η) να αναφέρω ότι στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει αίτηση φύσεως όπως η υπό κρίση δεν χρειάζεται να παρατεθούν λεπτομέρειες για το πώς προκύπτει το υπό του αιτητή ισχυριζόμενο οφειλόμενο ποσό. Στην Αίτηση της Ελένης Μιχαήλ, Πολιτική Αίτηση 7/12, ημερομηνίας 8.2.12 αναφέρθηκε ότι δεν είναι απαραίτητο να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου πρόσθετα στοιχεία που να εξειδικεύουν τα μέτρα εκτέλεσης που έχουν ληφθεί, ούτε και να επισυνάπτεται κατάσταση λογαριασμού. Αρκεί να δηλώνεται ενόρκως ότι το χρέος δεν έχει ξοφληθεί. Στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Κρίνος Μακρίδης κ.α., Πολιτικές Εφέσεις 122/09 και 124/09, ημερομηνίας 7.6.12 λέχθηκε ότι το ζήτημα αν το εξ' αποφάσεως χρέος έχει ξοφληθεί δεν είναι ζήτημα που αφορά άμεσα στην παραχώρηση άδειας εκτέλεσης της απόφασης. Εφόσον παραχωρηθεί άδεια εκτέλεσης μιας παλιάς απόφασης το ζήτημα του οφειλόμενου υπόλοιπου είναι θέμα ορθού υπολογισμού. Επίσης, στην σελίδα 1020 της Ετήσιας Πρακτικής του 1958 (Annual Practice) αναφέρεται σε σχέση με την παλαιά Αγγλική Δ.42, θ.23, η οποία αντιστοιχεί με την δική μας Δ.40, θ.8, ότι η αίτηση για άδεια εκτέλεσης απόφασης πρέπει να υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση στην οποία να αναφέρονται τα ακόλουθα: η ημερομηνία που εκδόθηκε η απόφαση, το ποσό του αρχικού εξ' αποφάσεως χρέους και το ποσό που παραμένει οφειλόμενο ότι ο αιτητής δικαιούται σε εκτέλεση, ήτοι δεν έχει επέλθει αλλαγή στους διαδίκους ή μεταβίβαση (devolution) συμφέροντος και, αν έχει επέλθει, είτε το ένα είτε το άλλο, η ακριβή φύση της αλλαγής και οι λόγοι της καθυστέρησης. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι η ένορκος δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση συμμορφώνεται πλήρως με την πρώτη προϋπόθεση της πιο πάνω περικοπής από την Ετήσια Πρακτική του
  3. Η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη στην βάση των ενόρκων δηλώσεων. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι επιχειρηματολόγησαν υποστηρίζοντας την θέση του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί. Το θέμα της άδειας εκτέλεσης μιας δικαστικής απόφασης διέπεται από την Διάταξη 40, θεσμό 8 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας η οποία πριν την τροποποίησή της διελάμβανε ως ακολούθως: «Where six years have elapsed since the judgment or date of the order, or where any change has taken place by death or otherwise in the parties entitled or liable to execution, the party alleging himself to be entitled to execution may apply to the Court or a Judge for leave to issue execution accordingly. Any such Court or Judge may, if satisfied that the party so applying is entitled to issue execution, make an order to that effect, or may order that any issue or question necessary to determine the rights of the parties shall be tried in any of the ways in which any question in an action may be tried. And in either case the Court or Judge may impose such terms as to costs or otherwise as shall be just». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Όταν παρέλθουν έξη έτη από την απόφαση ή την ημερομηνία του διατάγματος, ή όταν έχει γίνει οποιαδήποτε αλλαγή στους διαδίκους οι οποίοι δικαιούνται ή υπόκεινται σε εκτέλεση, ο διάδικος ο οποίος ισχυρίζεται ότι δικαιούται σε εκτέλεση μπορεί να υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο ή το Δικαστή για άδεια να εκτελέσει ανάλογα. Και το Δικαστήριο ή ο Δικαστής εάν ικανοποιηθεί ότι ο διάδικος, ο οποίος υποβάλλει την αίτηση αυτή, δικαιούται να εκτελέσει μπορεί να εκδώσει διάταγμα προς αυτό το σκοπό ή μπορεί να διατάξει όπως οποιοδήποτε επίδικο θέμα ή ζήτημα αναγκαίο για να αποφασιστούν τα δικαιώματα των διαδίκων εκδικαστεί με οποιοδήποτε από τους τρόπους με τους οποίους μπορεί να εκδικαστεί οποιοδήποτε ζήτημα σε αγωγή. Και σε κάθε μια από τις περιπτώσεις το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί να επιβάλει τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή διαφορετικά οι οποίοι θα είναι δίκαιοι». Με την τροποποίηση που έλαβε χώρα στις 9.9.11 (Επίσημη Εφημερίδα, Παράρτημα Δεύτερο, Μέρος Ι) τα 6 χρόνια έχουν γίνει
  4. Στην υπόθεση Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοντέας ν. Ανδρέα Αναστάση Μιχαήλ κ.α., Πολιτική Έφεση 459/11, ημερομηνίας 17.7.12 λέχθηκαν τα ακόλουθα από το Ανώτατο Δικαστήριο: «Η ίδια η Δ.40 Κ. 8 δεν απαριθμεί τα κριτήρια που το δικαστήριο θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη προτού ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια για να διατάξει την ανανέωση μιας απόφασης. Όμως όπως προκύπτει από το λεκτικό της εν λόγω διάταξης, ο διάδικος που υποβάλλει την αίτηση θα πρέπει να ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι δικαιούται εκτέλεσης και το όλο πνεύμα της νομολογίας είναι ότι έχει ο αιτητής το βάρος απόδειξης. Επομένως η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των εφεσειόντων ότι το βάρος δεν πρέπει να είναι στον αιτητή για ανανέωση της απόφασης (εδώ τους εφεσείοντες) δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Στην υπόθεση Panaou v. Christofi
(1963)2 CLR 19, 23 γενικά με το θέμα εκτέλεσης μιας απόφασης λέχθηκαν τα ακόλουθα: «The execution of a judgment is a matter under the Court's supervision and control, and cannot be allowed to be used for purposes of unnecessary oppression as the circumstances of the present case would seem to suggest, or, indeed, for any purpose, other than the proper satisfaction of the Court's judgment, under the Court's control." Τα κριτήρια που το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη αναφέρονται σε αγγλικά συγγράμματα όπου ερμηνεύθηκε παρόμοια πρόνοια των αγγλικών θεσμών. (βλ. The Annual Practice 1958 σελ. 1019-1020). Θα πρέπει η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση να περιέχει τα εξής στοιχεία: (α) Την ημερομηνία, το αρχικό ποσό της απόφασης και το οφειλόμενο ακόμα ποσό, (β) ότι ο αιτητής δικαιούται σε εκτέλεση της απόφασης και (γ) να αιτιολογεί την καθυστέρηση. Από αριθμό αγγλικών αποφάσεων (βλ. μεταξύ άλλων W.T.Lamb & Sons v. Rider
(1948)2 All E.R. 402, Good Challenger Nevugante SA v. Metalexportimport SA
(2003)Q.B. 471, Duer v. Frazer
(2001)1 All E.R. 249 και Patel v. Singh
(2002)EWCA 1668) φαίνεται ότι ο κανόνας είναι ότι η διακριτική ευχέρεια πρέπει να είναι ενάντια της έγκρισης της αίτησης μετά την παρέλευση των 6 ετών (τώρα 10) εκτός αν υπάρχουν τέτοια γεγονότα που η δικαιοσύνη εξυπηρετείται καλύτερα με την έγκριση της αίτησης. Στην υπόθεση Pater v. Singh (πιο πάνω) λέχθηκε ότι προτού δοθεί άδεια για εκτέλεση μετά τα 6 χρόνια ο εξ αποφάσεως πιστωτής θα πρέπει να δώσει στο δικαστήριο ικανοποιητική εξήγηση για την καθυστέρηση ενώ αντίθετα ο εξ αποφάσεως χρεώστης δεν έχει υποχρέωση να δείξει δυσμενή επηρεασμό εξαιτίας της καθυστέρησης. Με δεδομένο ότι μετά τα 6 χρόνια δεν επιτρέπεται εκτέλεση χωρίς την άδεια του δικαστηρίου, ο αιτητής υποχρεούται να ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι συντρέχουν τέτοιες περιστάσεις οι οποίες θέτουν την υπόθεση σε ασύνηθες πλαίσιο (take the case out of the ordinary) ούτως ώστε να είναι δίκαιο όπως δοθεί η άδεια για ανανέωση της απόφασης». Η Κυπριακή Νομολογία ευθυγραμμίζεται πλήρως με την Αγγλική επί του προκειμένου. Σύμφωνα με την Αγγλική Νομολογία η χορήγηση άδειας για εκτέλεση απόφασης επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία πρέπει να ασκείται δικαστικά και αφού ληφθούν υπόψη όλα τα περιστατικά της υπόθεσης (Βλ. Good Challenger Navegante S.A. v. Metalexportimport S.A.
(2003)EWCA 1668 και The Society of Lloyd's v. Jean Pierre Longtin
(2005)EWHC 2491). Σύμφωνα δε με την Ετήσια Πρακτική του 1999 (Annual Practice) το Δικαστήριο στις κατάλληλες περιπτώσεις θα αρνηθεί, σύμφωνα με τον κανονισμό και την πρακτική, να παραχωρήσει άδεια για εκτέλεση. Σύμφωνα με την αρχή που διακηρύχθηκε στην Αγγλική υπόθεση Duer v. Frazer
(2001)1 All E R 249 το Δικαστήριο δεν παρατείνει συνήθως την περίοδο των έξι χρόνων εκτός αν είναι εμφανώς δίκαιο (demonstrably just). Το βάρος απόδειξης εναπόκειται στον εξ' αποφάσεως πιστωτή. Κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της περιστατικά, αλλά στην απουσία πολύ ειδικών περιστάσεων το Δικαστήριο θα λάβει υπόψη την εξήγηση που δίνεται από τον εξ' αποφάσεως πιστωτή γιατί δεν προέβηκε σε μέτρα εκτέλεσης εντός της αρχικής περιόδου των έξι ετών ή τον λόγο που καθυστέρησε μετά την λήξη της πιο πάνω περιόδου να αιτηθεί για παράταση του χρόνου καθώς και οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό υπέστη ο εξ' αποφάσεως οφειλέτης από την καθυστέρηση, συμπεριλαμβανομένης, ιδιαίτερα, οποιασδήποτε αλλαγής έχει επέλθει στην κατάστασή του από την καθυστέρηση αυτή. Όσο πιο μακρύς είναι ο χρόνος που αφέθηκε να παρέλθει από την απόφαση τόσο πιο εύκολα το Δικαστήριο θα βρει, ότι ο εξ' αποφάσεως οφειλέτης επηρεάζεται δυσμενώς από την παραχώρηση άδειας για εκτέλεση. Σημειώνεται ότι και ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών αναγνώρισε κατά την αγόρευσή του ότι σε αιτήσεις τέτοιας φύσης ο αιτητής έχει την υποχρέωση να δικαιολογήσει επαρκώς την καθυστέρηση. Στην πιο πάνω υπόθεση η αιτήτρια / εξ' αποφάσεως πιστωτής στις 20.3.1984 εξασφάλισε από Γερμανικό Δικαστήριο την έκδοση απόφασης υπέρ της και εναντίον του εναγόμενου / καθ' ου η αίτηση. Τέσσερις μήνες αργότερα και, συγκεκριμένα στις 24.7.1984, η γερμανική απόφαση με αίτηση της αιτήτριας ενεγράφη στην Αγγλία για σκοπούς εκτέλεσης. Τον Μάρτιο του 1988 η αιτήτρια προσέλαβε ιδιωτικούς πράκτορες με σκοπό να εντοπίσουν τον καθ' ου η αίτηση και να ανακαλύψουν τα περιουσιακά του στοιχεία για σκοπούς εκτέλεσης της απόφασης. Περί τα τέλη του ιδίου έτους η αιτήτρια είχε, τελικά, αποκτήσει σημαντικές πληροφορίες. Σύμφωνα με τις πληροφορίες αυτές ο καθ' ου η αίτηση ζούσε σε συγκεκριμένο νησί της Καραϊβικής και σε γνωστή, πλέον, διεύθυνση, ήταν ιδιοκτήτης ενός ακινήτου στο νησί και είχε συμφέρον σε ξενοδοχείο το οποίο βρισκόταν στο νησί. Μάλιστα, τον Αύγουστο του 1988 εκπρόσωπος των πρακτόρων της αιτήτριας συναντήθηκε με τον καθ' ου η αίτηση στο νησί όπου ζούσε και μίλησε μαζί του. Παρόλα αυτά η αιτήτρια δεν έλαβε οποιαδήποτε διαβήματα για να εκτελέσει την απόφαση μέχρι το 1994 οπότε και προσέλαβε νέους πράκτορες. Οι προηγούμενοι πράκτορες είχαν κλείσει στο μεταξύ την επιχείρησή τους και η αιτήτρια αντιμετώπιζε δυσκολίες στο να συλλέξει έγγραφα και πληροφορίες από αυτούς. Οι νέοι πράκτορες παρά τις προσπάθειές τους δεν είχαν κατορθώσει να εντοπίσουν τον καθ' ου η αίτηση στο νησί. Μάλιστα, εκπρόσωπός τους που είχε επισκεφθεί το νησί έκανε έρευνα στα δημόσια μητρώα του νησιού, πλην όμως, δεν μπόρεσε να τον ανακαλύψει. Τον Απρίλιο του 1997 και ύστερα από, λανθασμένες, όπως αποδείχθηκε, πληροφορίες των πρακτόρων της, ότι ο καθ' ου η αίτηση ζούσε με την κόρη του στην Αυστραλία, η αιτήτρια κατόρθωσε να έρθει σε επαφή με την κόρη του καθ' ου η αίτηση στην Αυστραλία. Αυτή ήταν και η πρώτη περίπτωση από το 1989, που, στην βάση της υπόθεσης ότι η κόρη του μετέφερε στον καθ' ου η αίτηση το γεγονός της πιο πάνω συνάντησης, ο καθ' ου η αίτηση είχε πληροφορηθεί ότι η αιτήτρια επέμενε να εκτελέσει την απόφαση εναντίον του. Περί τα τέλη του 1997 η αιτήτρια κατάφερε, τελικά, να προσλάβει δικηγόρο από το νησί, ο οποίος με οδηγίες της αιτήτριας, απέστειλε επιστολή στον καθ' ου η αίτηση στην διεύθυνσή του στο νησί ζητώντας του εκ μέρους της αιτήτριας την πληρωμή του εξ' αποφάσεως χρέους. Κατά το έτος 1999 η αιτήτρια αιτήθηκε από το Δικαστήριο άδεια για εκτέλεση της απόφασης. Ο λόγος που προβλήθηκε από την αιτήτρια για δικαιολόγηση της καθυστέρησης ήταν ότι ο καθ' ου η αίτηση προσπαθούσε όλο το διάστημα από το 1984 και μέχρι την υποβολή της αίτησης να αποκρύψει τα ίχνη και την περιουσία του από αυτήν. Το Αγγλικό Εφετείο αποδοκίμασε την αναποτελεσματικότητα της αιτήτριας και των πρακτόρων της να εντοπίσουν τον καθ' ου η αίτηση. Η μαρτυρία των πρακτόρων της αιτήτριας, ότι ο καθ' ου η αίτηση δεν ανευρίσκετο στο νησί παρά τις προσπάθειες και τις έρευνές τους ερχόταν σε αντίθεση με μαρτυρία που προσκομίσθηκε εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση, συμπεριλαμβανομένου και του ιδίου, η οποία έγινε τελικά αποδεκτή, σύμφωνα με την οποία, ο καθ' ου η αίτηση ζούσε στο νησί αδιάλειπτα από το 1984 χωρίς να κρύβεται, σε σπίτι που είχε κτίσει ο ίδιος σε γη που είχε αγοράσει. Μάλιστα, τα έγγραφα μεταβίβασης από την αγοραπωλησία της γης βρίσκονταν κατατεθειμένα στο τοπικό κτηματολόγιο και το όνομά του καθ' ου η αίτηση ήταν καταχωρημένο στα δημόσια μητρώα του νησιού. Από καιρού εις καιρό μόνο έφευγε από το νησί και πήγαινε στην Αυστραλία για μικρά χρονικά διαστήματα για να δει την κόρη του. Το νησί είχε 10.000 πληθυσμό και όλοι κι' όλοι οι Βρετανοί μαζί με τους Νοτιοαμερικάνους που είχαν εκπατρισθεί και ζούσαν στο νησί δεν ξεπερνούσαν τους 200. Ήταν γνωστό πρόσωπο στο νησί και το όνομά του ήταν πάντοτε καταχωρημένο στον τοπικό τηλεφωνικό κατάλογο. Εν κατακλείδι το Αγγλικό Εφετείο απέρριψε την θέση της αιτήτριας ότι ο καθ' ου η αίτηση απέκρυβε την ύπαρξή του και την περιουσία του από αυτήν. Εν' όψει του ότι καμία ικανοποιητική δικαιολογία δεν είχε δοθεί για την καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος και ότι για οκτώ ολόκληρα χρόνια, ήτοι από το 1989 μέχρι το 1997, καμία επαφή δεν είχε λάβει χώρα μεταξύ της αιτήτριας και του καθ' ου η αίτηση, ενώ θα μπορούσε, για σκοπούς γνωστοποίησης προς τον καθ' ου η αίτηση ότι η αιτήτρια εξακολουθούσε να προτίθεται και δεν είχε εγκαταλείψει την ιδέα της εκτέλεσης της απόφασης που είχε εξασφαλίσει υπέρ της, το Αγγλικό Εφετείο αποφάσισε ότι η αιτήτρια δεν απέσεισε το βάρος που είχε στους ώμους της. Η ορθότητα της αρχής που διακηρύχθηκε στην υπόθεση Duer v. Frazer επιβεβαιώθηκε από το Αγγλικό Εφετείο δύο χρόνια αργότερα στην Patel v. Singh
(2002)EWCA 1938. Σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση προτού δοθεί άδεια για εκτέλεση μετά τα έξι χρόνια ο εξ' αποφάσεως πιστωτής οφείλει να δώσει στο Δικαστήριο ικανοποιητική εξήγηση για την καθυστέρηση. Ενώ ο αιτητής έχει αυτό το βάρος να αποσείσει, ο εξ' αποφάσεως οφειλέτης δεν έχει υποχρέωση να καταδείξει δυσμενή επηρεασμό εξ' αιτίας της καθυστέρησης. Με δεδομένο ότι μετά τα έξι χρόνια δεν επιτρέπεται εκτέλεση ο πιστωτής υποχρεούται να καταδείξει ότι συντρέχουν τέτοιες περιστάσεις, οι οποίες φέρουν την υπόθεση εκτός του κανονικού (take the case out of the ordinary). Παρόμοια αντιμετώπιση επί του θέματος παρατηρούμε και σε μεταγενέστερες Αγγλικές υποθέσεις. Παραδείγματα αποτελούν οι υποθέσεις Good Challenger Navegante S.A. v. Metalexportimport S.A.
(2003)EWCA 1668 και The Society of Lloyd's v. Jean Pierre Longtin
(2005)EWHC 2491, που πιο πάνω αναφέρθηκαν. Στις πιο πάνω υποθέσεις επιβεβαιώθηκε ο λόγος της Patel v. Singh. Στην υπόθεση Good Challenger Navegante S.A. v. Metalexportimport S.A.
(2003)EWCA 1668, που πιο πάνω μνημονεύεται, το Αγγλικό Εφετείο υπέδειξε, ότι ο χρόνος και μόνο που παρήλθε από την απόφαση δεν διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Αυτό που το Δικαστήριο εξετάζει κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας είναι αν υπάρχει κάτι στα περιστατικά της υπόθεσης που φέρει την υπόθεση εκτός του γενικού κανόνα, σύμφωνα με τον οποίο δεν επιτρέπεται εκτέλεση μετά τα έξι χρόνια, και καθιστά την υπόθεση κατάλληλη για να δοθεί άδεια για εκτέλεση (whether there was something in the circumstances to take the case out of the general rule that execution will not be allowed after six years). Αν η εξήγηση που προβάλλεται για την καθυστέρηση από τον εξ' αποφάσεως πιστωτή είναι τέτοια που φέρει την υπόθεση εκτός του κανονικού (takes the case out of the ordinary) ή αν πρόκειται περί μιας ασυνήθιστης υπόθεσης τα περιστατικά της οποίας είναι τέτοια, ώστε είναι ορθό και δίκαιο να δοθεί άδεια για εκτέλεση, τότε, το Δικαστήριο θα παραχωρήσει άδεια για εκτέλεση παρά την παρέλευση έξι χρόνων. Πιο κάτω παρατίθεται απόσπασμα από την υπόθεση The Society of Lloyd's v. Jean Pierre Longtin
(2005)EWHC 2491 χαρακτηριστικό της προσέγγισης των Αγγλικών Δικαστηρίων επί του θέματος: «The law is this: are there facts which take the case out of the general rule that execution will not be allowed after 6 years? The exercise of my discretion must be directed to doing justice between the parties having regard to all the circumstances of the case». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Ο νόμος έχει ως ακολούθως: υπάρχουν γεγονότα που φέρουν την υπόθεση εκτός του γενικού κανόνα ότι η εκτέλεση δεν επιτρέπεται μετά τα έξι χρόνια; Η άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας πρέπει να ασκηθεί με γνώμονα την απόδοση δικαιοσύνης μεταξύ των διαδίκων λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστατικών της υπόθεσης». Η πιο πάνω αντιμετώπιση αποτελούσε ανέκαθεν την αντιμετώπιση των Αγγλικών Δικαστηρίων επί του θέματος. Στην υπόθεση National Westminster Bank plc v. Powney
(1990)2 All E R 416 η εκτέλεση καθυστέρησε, πρωτίστως, λόγω διοικητικών καθυστερήσεων (administrative delays) για τις οποίες υπεύθυνο ήταν το ίδιο το δικαστήριο στο οποίο ο αιτητής είχε αποταθεί για έκδοση εντάλματος εκτέλεσης. Το Αγγλικό Εφετείο ανατρέποντας τον δικαστή που αρνήθηκε την άδεια παραχώρησε την αιτούμενη άδεια με την αιτιολογία, ότι είναι πρωτεύουσα αρχή της δικονομίας, ότι κανένας διάδικος δεν θα υποφέρει αχρείαστα για καθυστέρηση, η οποία δεν οφείλεται σε δικό του σφάλμα. Τα περιστατικά της υπόθεσης ήταν τέτοια που δικαιολογούσαν την μη εφαρμογή του κανονισμού. Στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση κανένας ικανοποιητικός λόγος δεν καταδείχθηκε που να δικαιολογεί το γεγονός ότι οι Αιτητές σε κανένα μέτρο εκτέλεσης δεν προέβησαν εναντίον του Καθ' ου η αίτηση εντός της αρχικής περιόδου των 6 ετών από της έκδοσης της απόφασης, όπως ήταν τότε ο Κανονισμός. Ως δικαιολογία για την απραξία τους αυτή οι Αιτητές πρόβαλαν το ότι μέτρα εκτέλεσης έλαβαν μόνο εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2. Αυτή είναι η δικαιολογία που οι Αιτητές πρόβαλαν για να δικαιολογήσουν την αίτησή τους και στην οποία ουσιαστικά στηρίζονται για να δικαιολογήσουν το βάσιμό της. Μόνο που το πιο πάνω γεγονός δεν προσφέρει οποιαδήποτε εξήγηση για το ότι εντός του πιο πάνω χρονικού διαστήματος δεν προέβησαν στην λήψη μέτρων εκτέλεσης και εναντίον του Καθ' ου η αίτηση. Ο πιο πάνω λόγος δεν αποτελεί, επομένως, καλό λόγο γι' αυτό που το Δικαστήριο αναζητεί σε αιτήσεις τέτοιας φύσης από τον αιτητή, ο οποίος φέρει και το βάρος να αποδείξει ότι παρά την παρέλευση 6 ετών (τώρα 10) από της έκδοσης της απόφασης δικαιούται σε εκτέλεση. Ούτε και προβάλλεται οποιοσδήποτε λόγος που να δικαιολογεί το γεγονός ότι οι Αιτητές δεν αιτήθηκαν αδείας του Δικαστηρίου για εκτέλεση της απόφασης εναντίον του Καθ' ου η αίτηση μετά την λήξη των 6 ετών από της έκδοσης της απόφασης. Δεν μου διαφεύγει ο ισχυρισμός τους ότι μόλις πρόσφατα διαπίστωσαν την ύπαρξη του ακινήτου το οποίο επιθυμούν να επιβαρύνουν με ΜΕΜΟ και για το οποίο ζητούν την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Αυτό, όμως, δεν παρέχει ικανοποιητική δικαιολογία για την αδράνεια που επέδειξαν για 16 ολόκληρα χρόνια την στιγμή, μάλιστα, που από την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση κανένας λόγος δεν προκύπτει να συντρέχει που τους εμπόδιζε να πράξουν κάτι τέτοιο. Επί του τελευταίου σημείου επιθυμώ να αναφέρω ότι δεν μου διαφεύγουν τα όσα επί του προκειμένου αναφέρθηκαν στην αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Αιτητών. Ότι, δηλαδή, ο λόγος που οι Αιτητές δεν προχώρησαν με μέτρα εκτέλεσης εναντίον του Καθ' ου η αίτηση είναι γιατί μετά από έρευνα στον Έφορο Μηχανοκινήτων Οχημάτων διαπίστωσαν ότι ο Καθ' ου η αίτηση δεν ήταν ιδιοκτήτης μηχανοκίνητου οχήματος, ότι από άλλες πληροφορίες που είχαν λάβει αυτός στερείτο άλλης κινητής περιουσίας και ότι ο Εναγόμενος 2 διαβεβαίωνε και υποσχόταν στους Αιτητές την διευθέτηση του εξ' αποφάσεως χρέους. Θα πρέπει ευθύς εξ αρχής να αναφερθεί ότι δηλώσεις δικηγόρων στα πλαίσια των αγορεύσεων τους δεν υπέχουν μορφή μαρτυρίας και για τον λόγο αυτό δεν δύνανται να λαμβάνονται υπόψη. Αλλά και αν ακόμα μπορούσα να λάβω υπόψη τις πιο πάνω δηλώσεις αυτές δεν θα επηρέαζαν την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας υπέρ των Αιτητών. Πρώτο, η εκτέλεση με ένταλμα κινητών δεν είναι ο μοναδικός τρόπος εκτέλεσης μιας δικαστικής απόφασης. Δεύτερο, δεν αναφέρονται οι πηγές από τις οποίες οι Αιτητές πληροφορήθηκαν ότι ο Καθ' ου η αίτηση στερείτο άλλης κινητής περιουσίας ώστε ο πιο πάνω ισχυρισμός να μπορεί να θεωρείται ως ένας ισχυρισμός βάσιμος. Στην βάση της πιο πάνω δήλωσης δεν θα μπορούσα, επίσης, να δεχθώ ότι οι Αιτητές είχαν τέτοια θετική πληροφόρηση για ό,τι αφορά τον Καθ' ου η αίτηση ώστε να μπορεί να λεχθεί ότι η διεξαγωγή έρευνας, για παράδειγμα, δυνάμει του Μέρους VIII του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, όπως τροποποιήθηκε, θα ήταν αδικαιολόγητη ή αχρείαστη. Προς εξακρίβωση, για παράδειγμα, αν κατά πόσο εναντίον του Καθ' ου η αίτηση θα μπορούσε να εκδοθεί διάταγμα περιοδικών πληρωμών, αν ο Καθ' ου η αίτηση ήταν πιστωτής σε οποιοδήποτε πιστωτικό ίδρυμα για να προχωρήσουν με την διαδικασία της μεσεγγύησης, αν προέβη σε δόλιες μεταβιβάσεις κλπ. Στον ισχυρισμό δε περί διαβεβαιώσεων ή υποσχέσεων από τον Εναγόμενο 2 περί πληρωμής ή διευθέτησης του εξ' αποφάσεως χρέους δεν θα μπορούσε να δοθεί βαρύτητα αφ' ης στιγμής ενόψει του πολύ μεγάλου χρονικού διαστήματος που παρήλθε από την έκδοση της απόφασης εναντίον του Καθ' ου η αίτηση μέχρι την υποβολή της υπό κρίση αίτησης αυτός αναπόδραστα καταλήγει σε κενό γράμμα. Οπότε και πάλι τα πιο πάνω δεν θα αποτελούσαν καλή δικαιολογία για το γεγονός ότι οι Αιτητές όλα αυτά τα χρόνια δεν προέβησαν σε μέτρα εκτέλεσης εναντίον του Καθ' ου η αίτηση. Επίσης, οι Αιτητές δεν διασαφήνισαν πότε προέβησαν σε έρευνα στο Κτηματολόγιο Λεμεσού οπότε και διαπίστωσαν την ύπαρξη του ακινήτου που θέλουν να επιβαρύνουν με ΜΕΜΟ. Με το να αναφέρουν μόνο ότι πρόσφατα προέβησαν σε έρευνα η ασάφεια που υπάρχει πίσω από την πιο πάνω λέξη και η αμφιβολία η οποία ως εξ' αυτής αναδύεται για το αν μεταξύ της πιο πάνω διαπίστωσης και της υποβολής της υπό κρίση αίτησης ο χρόνος που παρήλθε ήταν σύντομος ή όχι παραμένουν. Στην τελευταία δε περίπτωση θα πρέπει να δοθούν εξηγήσεις για την καθυστέρηση. Το σοβαρότερο δε είναι ότι καμία εξήγηση δεν πρόβαλαν γιατί δεν πρόεβησαν σε μια τέτοια έρευνα όλα αυτά τα χρόνια παρά μόνο έπραξαν τούτο πρόσφατα. Συναφώς δεν αναφέρεται ότι για την ύπαρξη του ακινήτου πληροφορήθηκαν από άλλη πηγή και με την έρευνα στο Κτηματολόγιο απλά επιβεβαίωσαν την πληροφόρησή τους. Ό,τι συνάγεται από την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση είναι ότι 16 χρόνια μετά την έκδοση της απόφασης αποφάσισαν να προβούν σε έρευνα στο Κτηματολόγιο από την οποία και διαπίστωσαν την ύπαρξη του ακινήτου. Ούτε και υπάρχει οποιοσδήποτε ισχυρισμός προς την κατεύθυνση ότι ο Καθ' ου η αίτηση πρόσφατα κατέστη ιδιοκτήτης του εν λόγω ακινήτου. Σύμφωνα δε με τον Καθ' ου η αίτηση αυτός ήταν ο ιδιοκτήτης του πριν ακόμα από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης. Σύμφωνα με την Νομολογία, όπως ενωρίτερα είδαμε, ο κανόνας είναι ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου πρέπει να είναι ενάντια της έγκρισης της αίτησης μετά την παρέλευση 10 ετών εκτός αν υπάρχουν τέτοια γεγονότα που η δικαιοσύνη εξυπηρετείται καλύτερα με την έγκριση της αίτησης. Καθοριστικός δε παράγοντας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι η ύπαρξη τέτοιων περιστάσεων οι οποίες θέτουν την υπόθεση σε ασύνηθες πλαίσιο (take the case out of the ordinary) ούτως ώστε να είναι δίκαιο όπως δοθεί η άδεια για εκτέλεση της απόφασης. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνεται ότι δεν έχει καταδειχθεί ότι συντρέχουν τέτοιες περιστάσεις οι οποίες φέρουν την υπόθεση εκτός του γενικού κανόνα, σύμφωνα με τον οποίο δεν επιτρέπεται εκτέλεση μετά τα δέκα χρόνια, και καθιστούν την υπόθεση κατάλληλη για να δοθεί άδεια για εκτέλεση ή ότι συντρέχει κάτι ασύνηθες που καθιστά την υπόθεση κατάλληλη για να δοθεί άδεια για εκτέλεση παρά την έλευση 10 ετών από της έκδοσης της απόφασης. Σύμφωνα επίσης με την Νομολογία ενώ ο εξ' αποφάσεως χρεώστης δεν έχει υποχρέωση να δείξει δυσμενή επηρεασμό εξαιτίας της καθυστέρησης, εντούτοις, αν εξαιτίας της καθυστέρησης αυτής αυτός επηρεάζεται δυσμενώς υπό την έννοια ότι έχει επέλθει αλλαγή στην κατάστασή του, το Δικαστήριο δύναται να λάβει υπόψη την παράμετρο αυτή κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Όσο πιο μακρύς είναι ο χρόνος που αφέθηκε να παρέλθει από την απόφαση τόσο πιο εύκολα το Δικαστήριο θα βρει ότι ο εξ' αποφάσεως οφειλέτης επηρεάζεται δυσμενώς από την παραχώρηση άδειας για εκτέλεση (Βλ. Duer v. Frazer
(2001)1 All E R 249). Συνεπώς θα διαφωνήσω με την θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Αιτητών ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να εξετάσει τους ισχυρισμούς του Καθ' ου η αίτηση περί μεταβολής των προσωπικών του συνθηκών για τον λόγο ότι αυτοί μπορούν να εγερθούν από αυτόν όταν «ζητηθούν μέτρα εκτέλεσης της απόφασης εναντίον του». Στην υπό εξέταση περίπτωση ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι μετά την παρέλευση τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος έχουν αλλάξει οι προσωπικές του συνθήκες. Κατά τον χρόνο έκδοσης της απόφασης ήταν ηλικίας 42 ετών και είχε τρία παιδιά. Σήμερα είναι 58 ετών και έχει τέσσερα παιδιά. Το μικρότερο του δε παιδί είναι ηλικίας μόλις 10 ετών, πράγμα που σημαίνει ότι αυτό γεννήθηκε με την λήξη της προθεσμίας των 6 ετών μετά την έκδοση της απόφασης. Οι οικογενειακές του συνθήκες άλλαξαν άρδην από τότε. Τα δύο από τα παιδιά του είναι φοιτητές, ενώ το τρίτο, ως εκ της ένορκής του δήλωσης προκύπτει, έχει ήδη σήμερα ξεκινήσει την φοίτησή του. Τα έξοδα για τις σπουδές των παιδιών του είναι πολύ μεγάλα και τα εισοδήματα από την εργασία του αρκετά χαμηλά, αφού οι εργασίες της εταιρείας της οποίας είναι ο μοναδικός μέτοχος, διευθυντής και εργοδοτούμενος, είναι πολύ μειωμένες. Επιπλέον, στο ακίνητο το οποίο οι Αιτητές επιθυμούν να επιβαρύνουν με ΜΕΜΟ βρίσκεται κτισμένο το σπίτι του που είναι και η μοναδική του κατοικία. Αυτό δε είναι βεβαρυμένο με υποθήκη η οποία δόθηκε ως εξασφάλιση χρέους που παραχωρήθηκε από πιστωτικό ίδρυμα στην εταιρεία του και το οποίο ο Καθ' ου η αίτηση έχει εγγυηθεί. Κατά τον χρόνο έκδοσης της απόφασης ήταν αρκετά νεότερος και με μεγαλύτερες σωματικές και ψυχικές αντοχές. Επίσης, το χρέος ήταν πολύ μικρότερο και οι προσωπικές του συνθήκες ευνοϊκότερες και, επομένως, η εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους ευκολότερη. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί παρέμειναν αναντίλεκτοι αφού η πλευρά των Αιτητών ούτε συμπληρωματική ένορκο δήλωση ζήτησε να καταχωρήσει με σκοπό την προσκόμιση μαρτυρίας που να αμφισβητεί όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν από τον Καθ' ου η αίτηση, ούτε αιτήθηκε της αδείας του Δικαστηρίου για αντεξέταση του. Τα όσα δε πιο πάνω αναφέρονται αποτελούν επιπρόσθετο λόγο για να μην ασκήσω την διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της έγκρισης της αίτησης. Καθότι το υπό των Αιτητών προτιθέμενο μέτρο εκτέλεσης με όλες τις συνέπειες που αυτό επιφέρει θα προκαλούσε δυσμενέστερες συνέπειες στον Καθ' ου η αίτηση στο στάδιο αυτό παρά αν αυτό γινόταν στο διάστημα των έξι ετών μετά την έκδοση της απόφασης ενόψει της κατάστασης στην οποία σήμερα βρίσκεται ο Καθ' ου η αίτηση, ήτοι με τα τρία του παιδιά να φοιτούν, με έξοδα μεγάλα, με μικρά εισοδήματα και με ένα χρέος του οποίου είναι εγγυητής. Στην υπόθεση Duer v. Frazer
(2001)1 All E R 249, που πιο πάνω μνημονεύεται, στην κρίση του Αγγλικού Εφετείου βάρυνε, επίσης, το ότι 15 χρόνια μετά ο καθ' ου η αίτηση ήταν 73 ετών και η κατάσταση της υγείας του όχι και πολύ καλή, αφού κατά το έτος 1992 είχε υποστεί καρδιακή προσβολή. Λέχθηκε ότι θα ήταν πολύ πιο οδυνηρό για τον καθ' ου η αίτηση να εγκατέλειπε το σπίτι του ή να παρέδιδε την περιουσία του στο στάδιο που η αιτήτρια είχε αιτηθεί της αδείας του Δικαστηρίου, αφού αυτό σήμαινε η εκτέλεση, παρά αν κάτι τέτοιο γινόταν έξι χρόνια μετά την εγγραφή της αλλοδαπής απόφασης. Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω πως δεν είναι εμφανώς δίκαιο όπως η υπό κρίση αίτηση εγκριθεί. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Εναγόμενου 3 / Καθ' ου η αίτηση και εναντίον των Εναγόντων / Αιτητών όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Άδεια για εκτέλεση απόφασης Subject: Civil / Other Actions / Interim cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.