← Κύπρος

CRIST HAGGIPAVLU SONS LTD ν. ΣΤΕΛΙΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 5493/2009, 14/5/2013

CRIST HAGGIPAVLU SONS LTD ν. ΣΤΕΛΙΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 5493/2009, 14/5/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A127 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5493/2009 Μεταξύ: CRIST. HAGGIPAVLU & SONS LTD, εκ Λεμεσού Εναγόντων και 1. ΣΤΕΛΙΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, εκ Λεμεσού 2. ΜΑΡΙΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, εκ Λεμεσού Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 28.01.13 για τροποποίηση τίτλου αγωγής και δικογράφου Ημερομηνία: 14.05.13 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες-Αιτητές: κος Καρατσής (η κα Γιανακίδου για ν' ακούσει απόφαση) Για Εναγομένους-Καθ' ων η αίτηση 1 & 2: κος Χαραλάμπους ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση οι Αιτητές αιτούνται τα εξής: Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να τροποποιείται ο τίτλος της αγωγής δια της προσθήκης των κ.κ. Timeland Properties Limited ως Εναγόντων 2 και της αρίθμησης των υφιστάμενων Εναγόντων ως Ενάγοντες 1. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να τροποποιεί η έκθεση απαίτησης ως ακολούθως: (
  2. i)Δια της προσθήκης του αριθμού «1» μετά την λέξη «Ενάγοντες» στην 1η γραμμή της 1ης παραγράφου. (
  3. ii)Δια της αντικατάστασης της φράσεως «και είναι» στην 2η γραμμή της 1ης παραγράφου μετά την λέξη «Κύπρο», με την φράση «και ήταν μέχρι την 4.7.2006 οι». (iii) Δια της προσθήκης του αριθμού «1» μετά την λέξη «Ενάγοντες» που παρουσιάζεται στην 2η γραμμή της 2ης παραγράφου. (
  4. iv)Δια της προσθήκης της ακόλουθης παραγράφου ως νέας παραγράφου 2 και την αρίθμηση των υπόλοιπων παραγράφων: «Οι Ενάγοντες 2 αποτελούν εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δια μετοχών δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο και κατά ή περί την 4.7.2006 κατέστησαν οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες των τεμαχίων υπ' αρ. εγγραφής 3/33777, Φ/Σχ. 59/020202 Τεμ. 316, τα οποία βρίσκονται στη οδό Αγίας Θέκλας στη Λεμεσό και των επί του εν λόγω ακινήτων υφιστάμενου Υποστατικού». Γ. Τα έξοδα που θα προκύψουν καταβληθούν στο τέλος της αγωγής και ακολουθήσουν το αποτέλεσμα. Δ. Οποιαδήποτε άλλη ή περαιτέρω θεραπεία την οποία το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει ορθή υπό τις περιστάσεις. Η υπό κρίση δια κλήσεως αίτηση εδράζεται στη Διάταξη 9 Κανονισμοί 1, 2, 10 και 11, στη Διάταξη 12 Κανονισμοί 4 και 5, στη Διάταξη 25 Κανονισμοί 1, 2, 3, 4 και 5, στη Διάταξη 48 Κανονισμοί 1, 2, 3 και 9, στη Διάταξη 59 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στο άρθρο 6.1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων η οποία κυρώθηκε με το Ν.39/62, επί της συμφυούς εξουσίας και πρακτικής του Δικαστηρίου. Τα δε γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με τους Αιτητές δικαιολογούν την επιτυχία της περιέχονται σε ένορκο δήλωση ημερομηνίας 28.01.13 του κυρίου Αντρέα Μιχαηλίδη, εκ των διευθυντών των Αιτητών, συνοψίζονται ως εξής: - Κατά την παροχή οδηγιών προς τους δικηγόρους των Αιτητών με σκοπό την έγερση της αγωγής, εκ παραδρομής διέφυγε της προσοχής των Αιτητών οι οποίοι και παρέλειψαν να πληροφορήσουν τους συνηγόρους τους ότι το καλοκαίρι του 2006, στα πλαίσια συμφωνίας των Αιτητών με την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και την εταιρεία Timeland Properties Ltd αποφασίστηκε ότι η ακίνητη ιδιοκτησία υπ' αριθμό εγγραφής 3/40511, Φ/Σχ 59/020202, τεμάχιο 315 και η ακίνητη ιδιοκτησία υπ' αριθμό εγγραφής 3/33777, Φ/Σχ 59/020202, τεμάχιο 316, εντός των οποίων βρίσκεται το επίδικο υποστατικό μεταβιβαστεί επ' ονόματι της εταιρείας Timeland Properties Limited, κάτι που πραγματοποιήθηκε στις 04.07.06. - Εξ' όσων συμβουλεύεται από τους δικηγόρους των Αιτητών και πιστεύει η εν λόγω μεταβίβαση ουδόλως επηρεάζει την ιδιότητα υπό την οποία οι Καθ' ων η αίτηση κατείχαν και εξακολουθούν να κατέχουν το υποστατικό. Επ' αυτού επιστολές ημερομηνίας 29.03.94 και 30.03.94 επισυνάπτονται στην ένορκο δήλωση αυτή ως Τεκμήρια 1 και 2. - Η παράλειψη της προσθήκης της εταιρείας Timeland Properties Limited ως εναγόντων στην αγωγή οφείλεται σε καθαρά καλόπιστο λάθος των Αιτητών που δεν επηρεάζει τα συμφέροντα των Καθ' ων η αίτηση. Η εν λόγω εταιρεία συγκατατέθηκε γραπτώς στην προσθήκη της ως ενάγουσας, αντίγραφο της ημερομηνίας 12.03.12 επισυνάπτεται στην ένορκο δήλωση αυτή ως Τεκμήριο 3. - Οι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις δεν εισάγουν νέα βάση αγωγής, δεν επαναπροσδιορίζουν νέα θέματα και ούτε εκτροχιάζουν τη δίκη αφού δεν έχει ακόμη οριστεί ημερομηνία ακρόασης της αγωγής. Περαιτέρω, οι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις δεν αποτελούν, υπό τις περιστάσεις, κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. - Οι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις κρίνονται απολύτως αναγκαίες αφού μοναδικό στόχο έχουν την πλήρη και αποτελεσματική διεκπεραίωση των πραγματικών και επιδίκων ζητημάτων μέσω των αληθών γεγονότων και του ορθού υποβάθρου καθώς και την παρουσίαση ενώπιον του Δικαστηρίου όλων των απαραίτητων διαδίκων έτσι ώστε μελλοντικά να αποφευχθούν νέες διαδικασίες, πράγμα που θα οδηγήσει στην αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. - Οι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις δεν επηρεάζουν τα δικαιώματα των Καθ' ων η αίτηση και ούτε τους προκαλούν ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευτεί με την έκδοση κατάλληλης διαταγής για έξοδα. Αντίθετα, σε περίπτωση που αυτές δεν εγκριθούν οι Αιτητές θα υποστούν ανεπανόρθωτη αδικία και ζημιές συγκριτικά δυσμενέστερες από εκείνη των Καθ' ων η αίτηση. - Εξ' όσων επίσης συμβουλεύεται από τους δικηγόρους των Αιτητών και πιστεύει η οποιαδήποτε καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας αίτησης οφείλεται στην εκκρεμούσα αγωγή υπ' αριθμό 4961/2008 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με διαδίκους, μεταξύ άλλων, τους Αιτητές και την εταιρεία Timeland Properties Limited, η οποία τελικά αποσύρθηκε στις 23.01.12 με αντάλλαγμα τη συμφωνία που κατέληξαν, το περιεχόμενο της οποίας κατέστη κανόνας Δικαστηρίου. Αντίγραφο της δικαστικής απόφασης και του κανόνα του Δικαστηρίου στην αγωγή υπ' αριθμό 4961/2008 επισυνάπτεται στην ένορκο δήλωση αυτή ως Τεκμήριο 4. - Η οποιαδήποτε δε καθυστέρηση παρατηρείται να υπάρχει σε σχέση με την καταχώρηση της παρούσας αίτησης, δηλαδή από τις 26.11.12, μέχρι και σήμερα δικαιολογείται από την ένορκο δήλωση της αίτησης ημερομηνίας 11.12.12 του δικηγόρου Άγγελου Ονησιφόρου, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται στην ένορκο δήλωση αυτή ως Τεκμήριο 5. Στις 25.02.13 οι Καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης επί των ακόλουθων λόγων: 1. Η αίτηση είναι αδικαιολόγητη, κακόπιστη (mala fide) και επιδιώκει σκοπούς άλλους από αυτούς που θέτει η νομολογία, ο Νόμος και οι Θεσμοί και ασκείται καταχρηστικά. 2. Η αίτηση καταχωρίστηκε κακόπιστα και καταχρηστικά με σκοπό να καθυστερήσει και να περιπλέξει την όλη δικαστική διαδικασία, να παραπλανήσει το Δικαστήριο και αποσκοπεί στη μη δίκαιη απονομή της δικαιοσύνης. 3. Οι Ενάγοντες/Αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια αλλά με κακή πίστη. 4. Οι προθέσεις των Αιτητών δεν είναι γνήσιες. 5. Η αίτηση δεν καταχωρίστηκε εντός εύλογου χρόνου και η καθυστέρηση στην καταχώριση της δεν δικαιολογείται επαρκώς. 6. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. 7. Δεν συντρέχουν λόγοι στην αίτηση και/ή δεν προωθούνται λόγοι που να δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. 8. Η ένορκη δήλωση του Ανδρέα Μιχαηλίδη που στηρίζει την εν λόγω αίτηση ουδόλως δικαιολογεί την παροχή των ζητούμενων διαταγμάτων. 9. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα επιφέρει δυσμενείς επιπτώσεις, πολλαπλότητα διαδικασιών, καθυστέρηση στην υπόθεση των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση καθώς επίσης θα δημιουργήσει αδικία σε βάρος τους. 10. Η αίτηση είναι νόμω και/ή ουσία αβάσιμη. Η ένσταση στηρίζεται στη Διάταξη 9 Κανονισμοί 1, 2, 6, 9 και 10, στη Διάταξη 12 Κανονισμοί 4 και 5, στη Διάταξη 25 Κανονισμοί 1, 2, 3, 4 και 5, στη Διάταξη 48 Κανονισμοί 1, 2, 3, 7, 8 και 9, στη Διάταξη 64 Κανονισμοί 1 και 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στις συμφυείς εξουσίες, στη γενική πρακτική, στη νομολογία, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και ιδιαίτερα στο Άρθρο 30, στις αρχές της επιείκειας και στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκο δήλωση ημερομηνίας 28.02.13 του κυρίου Στέλιου Χαραλάμπους, Καθ' ου η αίτηση 1, της οποίας τα γεγονότα περιληπτικά είναι τα πιο κάτω: · Ο ενόρκως δηλών είναι εξουσιοδοτημένος από τον Καθ' ου η αίτηση 2, Μάριο Χαραλάμπους, να προβεί στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση τους. · Ο ισχυρισμός των Αιτητών ότι διέλαθε της προσοχής τους και παρέλειψαν να πληροφορήσουν τους δικηγόρους τους ότι η υπό αναφορά ακίνητη ιδιοκτησία εντός της οποίας βρίσκεται το επίδικο υποστατικό μεταβιβάστηκε εις το όνομα της εταιρείας Timeland Properties Limited αποτελεί εκ των υστέρων σκέψεις και εφεύρημα των Αιτητών χωρίς να φανερώνει ύπαρξη καλοπιστίας εκ μέρους τους. Οι Αιτητές απέκρυψαν το γεγονός αυτό. Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί ο μέσος και λογικός άνθρωπος να αποδεχτεί ότι μια τόσο σημαντική πληροφορία θα μπορούσε να ξεφύγει της προσοχής των Αιτητών. · Οι Αιτητές καταχώρησαν την αγωγή αυτή διεκδικώντας θεραπείες χωρίς κατά τον ουσιώδη χρόνο να διαθέτουν αγώγιμο δικαίωμα. Τυχόν ενάγοντες στην αγωγή θα έπρεπε εξ' υπαρχής να ήταν μόνο η εταιρεία Timeland Properties Limited. · Η ακίνητη ιδιοκτησία που μεταβιβάστηκε στην εταιρεία Timeland Properties Limited αποτέλεσε ουσιαστικά αντικείμενο του Κανόνα Δικαστηρίου που εκδόθηκε στις 23.01.12 στα πλαίσια της προγενέστερης αγωγής υπ' αριθμό 4961/2008. Ακόμη και αν κάποιος αποδεχόταν ότι οι Αιτητές εκ παραδρομής παρέλειψαν να πληροφορήσουν τους δικηγόρους τους για το θέμα αυτό πριν από την έγερση της παρούσας αγωγής δύσκολα θα αποδεχόταν ότι δεν το έπραξαν ούτε στα πλαίσια στα πλαίσια παροχής οδηγιών με σκοπό την έγερση της προγενέστερης αγωγής υπ' αριθμό 4961/2008. · Η μεταβίβαση της ακίνητης ιδιοκτησίας στην οποία βρίσκεται το επίδικο ακίνητο ήταν κατά το χρόνο έγερσης της παρούσας αγωγής στην άμεση αντίληψη και γνώση των Αιτητών, μεταξύ άλλων, λόγω της σύγχρονης αντιδικίας τους με την εταιρεία Timeland Properties Limited. Συνακόλουθα, οι Αιτητές δεν προσέρχονται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια αλλά με κακή πίστη. · Όπως ο ενόρκως δηλών πληροφορείται από τους δικηγόρους του, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτουμένων διαταγμάτων καθότι η μεταβίβαση του εν λόγω υποστατικού πραγματοποιήθηκε πριν και όχι μετά από την έναρξη του κατ' ισχυρισμού αγώγιμου δικαιώματος. · Επίσης, επειδή σε επιστολή ημερομηνίας 05.06.09 που απέστειλε η εταιρεία Timeland Properties Limited στους Καθ' ων η αίτηση, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται στην ένορκο δήλωση αυτή ως Τεκμήριο 1, γίνεται αναφορά σε ενοικίαση και όχι σε άδεια χρήσης η ιδιότητα των Καθ' ων η αίτηση όπως παρουσιάζεται από τους Αιτητές διαφοροποιείται. · Με τις επιδιωκόμενες τροποποιήσεις η πορεία της διαδικασίας ανατρέπεται ενώ η αγωγή αποκτά χαρακτήρα νέας και ξεχωριστής υπόθεσης. · Με την παρούσα αίτηση εκείνο που επιχειρείται δεν είναι η πλήρης και αποτελεσματική εκδίκαση των επιδίκων θεμάτων και ούτε η παρουσίαση ενώπιον του Δικαστηρίου όλων των αναγκαίων διαδίκων αλλά επί της ουσίας επιδιώκεται η έγερση νέας αγωγής με τη διατήρηση του ιδίου αριθμού ώστε να παρακαμφθεί η κακοπιστία και το κώλυμα έγερσης της αγωγής. · Αμφισβητείται η ύπαρξη συγκατάθεσης της εταιρείας Timeland Properties Limited στην προσθήκη της ως ενάγουσας στην παρούσα αγωγή καθότι η υπογραφή στο έγγραφο της φερόμενης συγκατάθεσης δεν είναι πιστοποιημένη από οποιοδήποτε αρμόδιο πρόσωπο και ούτε φέρει σφραγίδα της εταιρείας. · Η υπό κρίση αίτηση καταχωρίστηκε σε προχωρημένο στάδιο και η καθυστέρηση δεν δικαιολογείται επαρκώς. · Οι Καθ' ων η αίτηση θα υποστούν ζημιά δυσμενέστερης από εκείνης των Αιτητών, η οποία ζημιά δεν μπορεί να θεραπευτεί με διαταγή καταβολής εξόδων αφού τυχόν έγκριση του αιτήματος των Αιτητών για προσθήκη νέου διαδίκου θα αποστερήσει από τους Καθ' ων η αίτηση τη σοβαρή πιθανότητα οριστικού τερματισμού της εναντίον τους παρούσας διαδικασίας μέσω της εγειρόμενης προδικαστικής ένστασης τους. Κατά την ακρόαση της υπό κρίσης αίτησης, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι, στα πλαίσια υποστήριξης των εκατέρωθεν θέσεων και ισχυρισμών τους, περιορίστηκαν στο να υιοθετήσουν το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης τους που υπέβαλαν στο Δικαστήριο για διευκόλυνση του χωρίς έτσι να ασκήσουν το δικαίωμα που τους παρέχεται δυνάμει της Διάταξης 39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για αντεξέταση οποιουδήποτε ενόρκως δηλούντα. Το θέμα της τροποποίησης του τίτλου αγωγής δια της προσθήκης νέου ενάγοντα διέπεται κατ' εξοχή από τη Διάταξη 9 Κανονισμό 2 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ο εν λόγω κανονισμός, ο οποίος μπορεί να θεωρηθεί ως εξειδικευμένη προέκταση του Κανονισμού 10 της Διάταξης 9, προνοεί ρητά τα εξής: "Where an action has been commenced in the name of the wrong person as plaintiff, or where it is doubtful whether it has been commenced in the name of the right plaintiff, the Court or a Judge may, if satisfied that it has been so commenced through a bona fide mistake, and that it is necessary for the determination of the real matter in dispute so to do, order that any other person consenting thereto be substituted or added as plaintiff upon such terms as may be just." Σε ελεύθερη μετάφραση: "Όπου μια αγωγή εγερθεί στο όνομα λανθασμένου προσώπου σαν ενάγοντα, ή όπου αμφισβητείται ότι έχει εγερθεί στο όνομα του κατάλληλου ενάγοντα, το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί, αν ικανοποιηθεί ότι έχει εγερθεί από λάθος καλή τη πίστη και ότι είναι αναγκαίο για τη διεκπεραίωση του πραγματικού ζητήματος να γίνει έτσι, μπορεί να διατάξει όπως οιονδήποτε άλλο πρόσωπο που αποδέχεται να υποκατασταθεί ή προστεθεί σαν ενάγοντας υποκατασταθεί και προστεθεί υπό τέτοιους όρους που θεωρηθούν δίκαιοι." [οι εμφάσεις είναι του Δικαστηρίου] Από το λεκτικό του πιο πάνω κανονισμού (Κανονισμός 2 της Διάταξης 9) προκύπτει ότι η πρόσθεση ενάγοντα σε αγωγή ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία μπορεί να ασκηθεί υπέρ της κατεύθυνσης αυτής στην περίπτωση που συντρέχουν οι πιο κάτω προϋποθέσεις: (α) Όταν η αγωγή εγερθεί από λάθος καλή τη πίστη στο όνομα λανθασμένου ή ακατάλληλου προσώπου ως ενάγοντα και (β) Η πρόσθεση ενάγοντα είναι αναγκαία για τη διεκπεραίωση και επίλυση του πραγματικού ζητήματος και (γ) Το πρόσωπο για το οποίο υπάρχει πρόθεση να προστεθεί ως ενάγοντας στην αγωγή αποδέχεται κάτι τέτοιο. Το βάρος απόδειξης ότι πληρούνται σωρευτικά οι πιο πάνω προϋποθέσεις φέρει ο αιτητής, ο οποίος καλείται να το αποσείσει από τους ώμους του. Περαιτέρω, η εξουσία του Δικαστηρίου να τροποποιεί το περιεχόμενο ενός δικογράφου παρέχεται από τη Διάταξη 25 Κανονισμό 1 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και έχει διακριτικό χαρακτήρα, η οποία ασκείται φιλελεύθερα και χωρίς να διέπεται από άκαμπτους κανόνες αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλέπε Παπαχρυσοστόμου v. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίροι κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 79/2009, ημερομηνίας 04.05.12). Διαχρονικά η νομολογία έχει καθορίσει διάφορες νομικές αρχές και παραμέτρους στο πλαίσιο των οποίων είναι δυνατή η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου: 1. Η τροποποίηση δικογράφου επιτρέπεται σε οποιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας περιλαμβανομένου και του σταδίου αμέσως πριν ή ακόμη και μετά της έναρξης της ακροαματικής συνεδρίασης δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης και με τέτοιο τρόπο και κάτω από τέτοιους όρους που κριθούν αναγκαίοι από το Δικαστήριο (βλέπε Διάταξη 25 Κανονισμό 1, αγγλικό νομικό σύγγραμμα Halsbury's The Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 3, παράγραφος 73, σελίδας 35 και Στέλιος Φοινιώτης v Greenmar Navigation Ltd κ.α.

(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 33). 2. Η τροποποίηση δικογράφου πρέπει κατά κανόνα να εγκρίνεται για να δίδεται η δυνατότητα σε κάθε διάδικο να θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου το σύνολο των πραγματικών διαφορών του με την άλλη πλευρά μέσω καλύτερης, πληρέστερης ή ακριβέστερης διατύπωσης των εκατέρωθεν θέσεων τους έτσι ώστε τα επίδικα θέματα και η ουσία αυτών να προσδιορίζονται, να παρουσιάζονται και να επιλύονται διεξοδικά δια της ίδιας νομικής διαδικασίας στην πραγματική και νομική διάσταση τους αποφεύγοντας την πολλαπλότητα δικαστικών διαμαχών (βλέπε Ετήσια Δικονομική Πρακτική 1958 (The Annual Practice 1958) σελίδα 622, Geto v M/V Vladimir Waslyayer (αρ.4)
(1993)1 Α.Α.Δ. 714 και Συμβούλιο Βελτιώσεως Αγλαντζιάς v Χαρικλείδη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1608). 3. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου (βλέπε Στέλιος Φοινιώτης v Greenmar Navigation Ltd κ.α.
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 33 και Khan και άλλη v. Δημοκρατίας του Πακιστάν, Πολιτική Έφεση Αρ. 295/2010, ημερομηνίας 11.07.11). 4. Κυρίαρχος παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης, χωρίς βέβαια να αγνοείται το στοιχείο του κατά πόσο προκαλείται ζημιά η οποία δεν θεραπεύεται με την επιδίκαση εξόδων (βλέπε Kallice Holding Co Ltd v MTR Metals (Overseas) Ltd, Αγωγή Ναυτοδικείου 40/93 ημερ. 14.02.1996, Fereos Christopoulos v The Attorney-General of the Republic
(1988)1 Α.Α.Δ. 79 και Νικολάου v. Μιλτιάδους και άλλης
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1005). 5. Κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου η 'καθυστέρηση', η οποία αποκτά την έννοια όχι αφεαυτής της μακράς εκκρεμότητας της αγωγής αλλά στην εκδήλωση διαβήματος για άδεια τροποποίησης, εκεί όπου προϋποτίθεται η δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας, συνεκτιμάται ως λογική απόρροια των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος και μαζί με όλα τα δεδομένα της υπόθεσης, χωρίς όμως ο παράγοντας αυτός, αν και σχετικός και για τον οποίο θα πρέπει να εξηγείται τυχόν παράλειψη ή αργοπορία στην υποβολή σχετικού αιτήματος, να είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας ή να ισούται κατ' ανάγκη με κακοπιστία (βλέπε Παπαχρυσοστόμου v. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίροι κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 79/2009, ημερομηνίας 04.05.12, C & A Pelekanos Associates Ltd v Ανδρέα
(2001)1 Α.Α.Δ. 2075, Saba & Co (T.M.P.) v T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, Περικτιόνη Χρίστου v Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. v A.G Lenentis & Company (Nigeria) Ltd και άλλου
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Λτδ κ.α. v Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 237, Ταξί Κυριάκος Λτδ v Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλας
(2002)1Α Α.Α.Δ. 223 και Clive Preece κ.α. v. Νάσου Θεοφίλου Ρωσσίδου, Πολιτική Έφεση 271/2008, ημερομηνίας 16.12.11). 6. Η τροποποίηση δικογράφου επιτρέπεται συνήθως ακόμα και αν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα (βλέπε Στέλιος Φοινιώτης v Greenmar Navigation Ltd κ.α.
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 33, Δόμνα Χριστοδούλου v Αθηναΐδος Ι. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 και Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Κ. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44) ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα, με το διάδικο που ισχυρίζεται θέμα κακοπιστίας να έχει και το βάρος απόδειξης του (βλέπε Ετήσια Δικονομική Πρακτική 1958 (The Annual Practice 1958) σελίδα 624, Mogridge v Clapp
(1892)3 Ch.D. 382 και Περικτιόνη Χρίστου v Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 704). 7. Παρόλο που κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της περιστατικά, εντούτοις παράγοντες όπως 'το συμφέρον της δικαιοσύνης', 'η πρόκληση βλάβης ή ζημιάς στην άλλη πλευρά που δεν αποζημιώνεται με χρήμα', 'ο προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων' και 'η αποφυγή πολλαπλότητας διαδικασιών' είναι μείζονος σημασίας κατά την συνεκτίμηση των δεδομένων μιας υπόθεσης και ασφαλώς υπερισχύουν, πάντοτε συγκριτικά, του παράγοντα 'καθυστέρηση' που απλώς συνεκτιμάται ανάλογα με την αναγκαιότητα ή το βαθμό χρησιμότητας της τροποποίησης (βλέπε Νικολάου v. Μιλτιάδους και άλλης
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1005). Καθοδηγούμενος από το πιο πάνω νομικό πλαίσιο στρέφομαι ευθύς να εξετάσω τους λόγους ένστασης. Θα εξετάσω μαζί τον 6ο, 7ο, 8ο και 10ο λόγους ένστασης καθότι αυτοί ασχολούνται με τις προϋποθέσεις που πρέπει να ισχύουν για την επιτυχή έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων, ήτοι αυτό της προσθήκης νέου προσώπου ως ενάγοντα στην αγωγή και αυτό της τροποποίησης του περιεχομένου της έκθεσης απαίτησης. Θα αρχίσω την εξέταση από το κατά πόσο πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις για την προσθήκη ενάγοντα στην αγωγή. Εξετάζω πρώτα την τελευταία προϋπόθεση που είναι κατά πόσο το πρόσωπο, για το οποίο υπάρχει πρόθεση να προστεθεί ως ενάγοντας στην αγωγή, αποδέχεται κάτι τέτοιο. Επί του πιο πάνω, οι Αιτητές επικαλούνται την ύπαρξη γραπτής συγκατάθεσης της εταιρείας Timeland Properties Limited, για την οποία επιθυμείται η πρόσθεση του ονόματος της ως ενάγοντα στην αγωγή. Υπογεγραμμένο έγγραφο ημερομηνίας 12.03.12 συνοδεύει την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση των Αιτητών. Η θέση αυτή αμφισβητήθηκε έντονα και ξεκάθαρα από τους Καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι ισχυρίστηκαν ότι η υπογραφή στο εν λόγω έγγραφο δεν είναι πιστοποιημένη από οποιοδήποτε αρμόδιο πρόσωπο ή αρχή και ούτε φέρει οποιαδήποτε σφραγίδα της εταιρείας (παράγραφος 11 της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την ένσταση). Οι πιο πάνω θέσεις των Καθ' ων η αίτηση με βρίσκουν σύμφωνο. Πράγματι οι Καθ' ων η αίτηση εύστοχα εντοπίζουν δύο από τις πολλές αδυναμίες που το έγγραφο αυτό παρουσιάζει, η συνύπαρξη των οποίων δεν μπορεί να πείσει το Δικαστήριο ότι το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου αποτελεί συγκατάθεση της εταιρείας Timeland Properties Limited. Πέραν των πιο πάνω αναφορών από μέρους των Καθ' ων η αίτηση τα οποία και υιοθετώ, κατόπιν προσεχτικής μελέτης του εγγράφου, παρατηρώ τις εξής επιπλέον ουσιώδεις αδυναμίες, οι οποίες διαδραματίζουν καταλυτικό ρόλο στην αποτυχία τεκμηρίωσης της προϋπόθεσης αυτής:
  1. Δεν αναγράφεται ποιος υπογράφει τη φερόμενη συγκατάθεση της εταιρείας Timeland Properties Limited και υπό ποια ιδιότητα το πράττει.
  2. Δεν προσκομίστηκε πιστοποιητικό αξιωματούχων της πιο πάνω εταιρείας από το μητρώο του Εφόρου Εταιρειών για να διαπιστωθεί εάν το άτομο που υπογράφει εκ μέρους και για λογαριασμό της εν λόγω εταιρείας ενεργεί ως διευθυντής αυτής.
  3. Η γραπτή συγκατάθεση δεν δίδεται σε επίσημο επιστολόχαρτο της εταιρείας Timeland Properties Limited.
  4. Δεν παρουσιάστηκαν πρακτικά του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας Timeland Properties Limited με τα οποία να δηλώνεται κατηγορηματικά με τον πλέον επίσημο και νόμιμο τρόπο η σαφής θέση της εν λόγω εταιρείας να δώσει γραπτώς της συγκατάθεση της για προσθήκη του ονόματος της ως δεύτερης ενάγουσας στην παρούσα αγωγή. Απέναντι σ' αυτά τα κενά και ιδιαίτερα μπροστά στην σαφή και κατηγορηματική αμφισβήτηση των Καθ' ων η αίτηση για το θέμα αυτό στη βάση συγκεκριμένων λόγων, πράγμα που παρατηρείται μέσα από την ένορκο που συνοδεύει την ένσταση τους, ουδεμία αντίδραση υπήρξε από μέρους των Αιτητών, οι οποίοι και παρέλειψαν να ζητήσουν και να λάβουν την άδεια του Δικαστηρίου για να καταχωρήσουν συμπληρωματική ένορκο δήλωση με σκοπό την αντίκρουση του ισχυρισμού αυτού των Καθ' ων η αίτηση μέσω της παροχής των κατάλληλων εξηγήσεων και αναφορών και παράλληλα της προσκόμισης όποιων εγγράφων που οι ίδιοι κρίνουν ως αναγκαία για τη θεμελίωση της θέσης τους αυτής. Όπως έχω ήδη αναφέρει πιο πάνω, η ευθύνη για την σωρευτική απόδειξη των προϋποθέσεων του Κανονισμού 2 της Διάταξης 9 ανήκει αποκλειστικά στους Αιτητές, οι οποίοι καλούνται να πείσουν το Δικαστήριο μέσω της προσκόμισης κατάλληλης μαρτυρίας μέσα από την ένορκο δήλωση τους. Όταν δε οι Καθ' ων η αίτηση αμφισβητούν ευθέως και σαφώς το γεγονός της παροχής συγκατάθεσης της εταιρείας Timeland Properties Limited για την προσθήκη της ως δεύτερης ενάγουσας στην αγωγή αυτή, ως είναι η θέση των Αιτητών, στη βάση συγκεκριμένων λόγων τότε οι Αιτητές έχουν υποχρέωση, σε ενδιάμεσες αιτήσεις όπως η παρούσα, να αποσείσουν το βάρος απόδειξης από τους ώμους τους αποδεικνύοντας τον ισχυρισμό τους με την προσκόμιση κατάλληλης επιπρόσθετης μαρτυρίας δια της καταχώρησης συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως (βλέπε Κουφού v. Κουφού
(1996)1Α Α.Α.Δ. 104, Fashion Box S.R.L. και ως τροποποιήθηκε σε Fashion Box S.P.A. v. Ferro Fashions Ltd
(1999)1Γ Α.Α.Δ. 1858 και Iacovou Brothers (Constructions) Ltd v. Fashionwise Ltd
(2000)1 Α.Α.Δ. 1377). Από τη στιγμή που οι Αιτητές παρέλειψαν να πράξουν οτιδήποτε από τα πιο πάνω σε συνδυασμό με το αμφισβητούμενο έγγραφο που επισυνάπτεται στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την αίτηση τους μαζί με όλες τις καίριες αδυναμίες που αυτό παρουσιάζει, έχουν αποτύχει να αποσείσουν το βάρος απόδειξης της προϋπόθεσης αυτής, ως όφειλαν να πράξουν. Έπεται ότι ο 6ος, 7ος, 8ος και 10ος λόγοι ένστασης επιτυγχάνουν. Ενόψει της αποτυχίας των Αιτητών να αποδείξουν την πιο πάνω απαραίτητη προϋπόθεση, παρέλκει η εξέταση των υπολοίπων προϋποθέσεων που απαιτείται να συντρέχουν για την έκδοση διατάγματος προσθήκης προσώπου ως ενάγοντα στην αγωγή καθώς επίσης καθίσταται αχρείαστη η εξέταση οποιουδήποτε άλλου λόγου ένστασης. Όσον αφορά τις αιτούμενες τροποποιήσεις επί του περιεχομένου της έκθεσης απαίτησης διαπιστώνω ότι αυτές δεν μπορούν να εξεταστούν αυτούσια, ανεξάρτητα και απομονωμένα επειδή από το λεκτικό τους είναι ξεκάθαρο ότι αυτές απορρέουν από το αίτημα των Αιτητών για προσθήκη της εταιρείας Timeland Properties Limited ως δεύτερου ενάγοντα στην αγωγή. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω το Δικαστήριο κρίνει ότι θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική ευχέρεια του εναντίον της έκδοσης των αιτουμένων διαταγμάτων υπό τα σημεία (Α) και (Β) (i) έως (iv) της υπό κρίσης αίτησης. Συνακόλουθα, η παρούσα αίτηση απορρίπτεται στην ολότητα της. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας, επιδικάζονται υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον των Αιτητών. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other/Interim Αναφορά: Πολιτική Δικονομία/Αίτηση για προσθήκη ενάγοντα/Διάταξη 9 Κανονισμός 2 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.