LAFARGE CEMENT OAO ν. ASITANA HOLDINGS LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 575/2012, 22/5/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A139 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Στυλιανίδη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 575/2012 Μεταξύ: LAFARGE CEMENT OAO, από Ρωσία Ενάγοντες Και
- ASITANA HOLDINGS LIMITED, από Λεμεσό
- ΜΙΧΑΗΛΙΝΑ ΖΗΝΩΝΟΣ, από Λεμεσό
- P.P.T. SECRETARIAL LIMIED, από Λεμεσό
- AGAFISTA TRADING LIMITED, από Λευκωσία
- ΝΑΤΑΛΙ ΚΟΥΡΕΚΙΑΝ, από Λευκωσία
- ΣΤΕΛΛΑ ΙΑΚΩΒΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, από Λευκωσία
- DIAGORAS (SECRETARIAL) LIMITED, από Λευκωσία
- DIAGORAS NOMINEES LIMITED, από Λευκωσία
- GOTHIRA HOLDINGS LIMITED, από Λεμεσό
- ΑΝΝΑ GRIGORIEVA, από Λεμεσό
- REIZOL HOLDINGS LIMITED, από Λεμεσό
- ΑΝΝΑ ΝΙΚΟΛΑΙΔΟΥ, από Λεμεσό Εναγόμενοι -------------- Τροποποιημένη Μονομερής (Εx-Parte) αίτηση των Εναγόντων, ημερ. 7.2.2012, για έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος Ημερομηνία: 22 Μαΐου, 2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες: κ. Μ. Κυριακίδης Για Εναγόμενους: κ. Γ. Μούντης και κα Βικτώρια Παπαγιάννη Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγοντες Αιτητές με την πιο πάνω αίτηση τους, ζητούν από το Δικαστήριο την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων: «Α. Διάταγμα έρευνας (search order) τύπου Anton Piller, με το οποίο να διατάσσονται οι Εναγόμενοι/Καθ΄ων η Αίτηση 1,4,8,9 και 11 και οι διευθυντές και οι αξιωματούχοι και οποιαδήποτε άλλα πρόσωπα ενεργούν κατ΄ εντολή τους να επιτρέψουν στον κ. Νικόλα Θρασυβούλου, δικηγόρο από τη Λεμεσό, ή/και τον κ. Αθανάσιο Κορφιώτη, δικηγόρο από τη Λευκωσία, υπό την ιδιότητα τους ως επιτηρητές δικηγόροι (supervising solicitors) για σκοπούς εκτέλεσης του παρόντος διατάγματος, συνοδευόμενος/ους από τους δικηγόρους των Εναγόντων/Αιτητών κ.κ. Μιχάλη Κυριακίδη ή/και οποιονδήποτε άλλο δικηγόρο από την ΧΑΡΗΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ Δ.Ε.Π.Ε. και αντιπροσώπους των Εναγόντων/Αιτητών που θα τους συνοδεύουν (στο εξής καλούμενοι συλλογικά «Ομάδα Αναζήτησης»), να εισέλθουν στους λειτουργικούς χώρους των υποστατικών των Εναγομένων/ Καθ΄ ων η Αίτηση 1,4,8,9 και 11 που αναφέρονται πιο κάτω, έτσι ώστε να μπορέσουν να αναζητήσουν, να επιθεωρήσουν, να φωτοτυπήσουν, να λάβουν στην κατοχή τους και να παραδώσουν στην ασφαλή φύλαξη του Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού μέχρι της πλήρους εκδίκασης της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής, όλα τα έγγραφα, που αναφέρονται στα ή/και σχετίζονται με τα πιο κάτω:
(1)........................μέχρι
(7)» «Γ. Επιπρόσθετα των αιτούμενων διαταγμάτων υπό των προτιθέμενων διατακτικών Α και Β ανωτέρω, διάταγμα αποκάλυψης τύπου «Norwich Pharmacal» με το οποίο να διατάσσονται οι Εναγόμενοι/Καθ΄ων η Αίτηση 6,10 και 12 ως επίσης και οι Εναγόμενοι/Καθ΄ων η Αίτηση 9 και 11 δια των αξιωματούχων τους όπως εντός 5 ημερών από την ημερομηνία επιδόσεως σε αυτούς του παρόντος διατάγματος, αποκαλύψουν ενόρκως και παραδώσουν στους Ενάγοντες/Αιτητές και στο Δικαστήριο με την κατάρτιση σχετικής Ένορκης Δήλωσης, στην οποία να επισυνάπτονται αντίγραφα όλων των σχετικών εγγράφων ή/και πληροφοριών, και παραδίδοντας την εν λόγω Ένορκη Δήλωση στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού εντός της ανωτέρω καθορισθείσας από το Δικαστήριο προθεσμίας και παραδίδοντας αντίγραφο αυτής και στους δικηγόρους των Εναγόντων/Αιτητών εντός της ανωτέρω καθορισθείσας από το Δικαστήριο προθεσμίας, οποιαδήποτε έγγραφα και/ή πληροφορίες είναι στην κατοχή ή/και γνώση ή/και έλεγχο τους και τα οποία αφορούν:
(1)........................ μέχρι
(7)» Στις 13.2.2012 εκδόθηκε κάτω από την πιο πάνω μονομερή αίτηση διάταγμα έρευνας τύπου Anton Piller ως η παράγραφος Α πιο πάνω. Όσον αφορά το αιτητικό Γ το Δικαστήριο διέταξε η αίτηση να επιδοθεί στην άλλη πλευρά για να λάβει γνώση του περιεχομένου του. Η αίτηση βασίζεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ.6, (όπως αυτός τροποποιήθηκε μεταγενέστερα) και ειδικότερα αλλά χωρίς περιορισμό στα Άρθρα 2,4,5 και 9, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο, Νόμος 14 του 1960, (όπως αυτός τροποποιήθηκε μεταγενέστερα) και ειδικότερα αλλά χωρίς περιορισμό στα Άρθρα 29,30,32, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.1,2 και 3, στην Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σχέση με την έκδοση Παρεμπίπτον Διαταγμάτων τύπου «Anton Piller" και «Norwich Pharmacal» και, ήτοι στην βάση των νομικών αρχών που καθιερώθηκαν από το κοινοδίκαιο Anton Piller KG - v - Manufacturing Processes Ltd
(1976)Ch 55 και Norwich Pharmacal Co and Others - v - Commissioners and Customs Excise
(1973)2 ALL E.R. 943 και/ή σε οποιαδήποτε άλλη σχετική καθοδηγητική Νομολογία, καθώς επίσης και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Ως προς τα γεγονότα η αίτηση βασίζεται πάνω σε αυτά που περιέχονται στην επισυνημμένη σε αυτή ένορκη δήλωση του κ. KIRILL KUKUSHKIN ο οποίος λέγει στην ένορκη δήλωση του μεταξύ άλλων ότι είναι ο υπεύθυνος του νομικού τμήματος των Εναγόντων. Είναι προσοντούχος δικηγόρος στη Ρωσία και είναι εξουσιοδοτημένος από τους ενάγοντες να προχωρήσει στην παρούσα ένορκη δήλωση. Οι Ενάγοντες («Lafarge») ανήκουν στον Όμιλο Lafarge, παγκόσμιο ηγέτη στην παραγωγή οικοδομικών υλικών, όπως τσιμέντο, αδρανή υλικά, σκυρόδεμα και γύψο. Η Asitana είναι ο άμεσος και μοναδικός μέτοχος της Uralcement LLC ( "Ural") καθώς και ο μεγαλύτερος μέτοχος (99%) της Quadro Cement LLC ("Quadro"), οι οποίες αποτελούν και οι δύο οντότητες οργανωμένες και υφιστάμενες κάτω από τους νόμους της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Το 2008 και το 2010 η Lafarge συνήψε προμηθευτική συμφωνία με την Ural, η οποία προνοούσε για τη Lafarge την πώληση προϊόντων διαφόρων ειδών στην Ural στη βάση συμπεφωνημένων τιμών («Συμφωνία»). Στη βάση των πιο πάνω συμφωνιών, η Lafarge απέστειλε τα προϊόντα της στην Ural. Παρά την καθώς πρέπει και πλήρη εκπλήρωση εκ μέρους της Lafarge και παρόλο που η Ural πλήρωνε μέρος της συμφωνηθείσας ανταμοιβής σύμφωνα με την προμηθευτική συμφωνία, η Ural παρέλειψε να πληρώσει στη Lafarge ουσιώδη χρηματικά ποσά και από το Σεπτέμβριο του 2010 (ημερομηνία της τελευταίας αποστολής προϊόντων στην Ural) δεν υπήρξε πληρωμή των οφειλόμενων ποσών και σήμερα υπάρχει υπόλοιπο, το οποίο παραμένει απλήρωτο από την Ural στην Lafarge ως επεξηγείται κατωτέρω και επαναληθεύεται από τις αποφάσεις των δικαστηρίων στη Ρωσική Ομοσπονδία. Τον Απρίλιο του 2011, η Lafarge ακολούθησε δικαστική διαδικασία ενώπιον των Δικαστηρίων της Ρωσικής Ομοσπονδίας εναντίον της Ural για ανάκτηση χρεών με βάση τη Συμφωνία («Ρωσική Διαδικασία»). Κατά τη διάρκεια της εκδίκασης η υπόθεση διαιρέθηκε σε τρεις ξεχωριστές υποθέσεις λόγω των εσωτερικών κανονισμών της ρωσικής διαδικαστικής νομοθεσίας (έπρεπε να υπάρχει ξεχωριστή υπόθεση για κάθε συμβόλαιο ή ομάδα παρόμοιων σχέσεων). Συγκεκριμένα: (α) Υπόθεση Αρ. Α60-10002/
- Στις 25.10.11 λήφθηκε απόφαση από το Διαιτητικό Δικαστήριο της περιοχής Sverdlovsk σύμφωνα με την οποία το αρχικό χρέος ανακτάτο από τον εναγόμενο στο ποσό των 6.052.614 (έξι εκατομμύρια πενήντα δύο χιλιάδες εξακόσια δεκατέσσερα) ρούβλια 09 kopeks. Η έφεση απορρίφθηκε. (β) Υπόθεση Αρ. Α60-12740/
- Στις 25.10.11 λήφθηκε απόφαση από το Διαιτητικό Δικαστήριο της περιοχής Sverdlovsk σύμφωνα με την οποία τα χρήματα ανακτούντο από τον εναγόμενο στο ποσό των 23.450.168 (είκοσι τρία εκατομμύρια τετρακόσιες πενήντα χιλιάδες εκατόν εξήντα οκτώ) ρούβλια 23 kopeks περιλαμβανομένου: 13.450.168 (δεκατρία εκατομμύρια τετρακόσιες πενήντα χιλιάδες εκατόν εξήντα οκτώ) ρούβλια 23 kopeks - το αρχικό χρέος, 10.000.000 (δέκα εκατομμύρια) ρούβλια - δεδουλευμένη ποινή για την περίοδο από 2.5.2010 με 23.6.
- Η έφεση απορρίφθηκε. (γ) Υπόθεση Αρ. Α60-12741/
- Στις 25.10.11 λήφθηκε απόφαση από το Διαιτητικό Δικαστήριο της περιοχής Sverdlovsk σύμφωνα με την οποία τα χρήματα ανακτούντο από τον εναγόμενο στο ποσό των 9.497.510 (εννιά εκατομμύρια τετρακόσιες ενενήντα επτά χιλιάδες πεντακόσια δέκα) ρούβλια 45 kopeks περιλαμβανομένου: 8.270.011 (οκτώ εκατομμύρια διακόσιες εβδομήντα χιλιάδες έντεκα) ρούβλια 32 kopeks - το αρχικό χρέος, 1.227.449 (ένα εκατομμύριο διακόσιες είκοσι επτά χιλιάδες τετρακόσια ενενήντα εννιά) ρούβλια 13 kopeks - τόκος για τη χρήση οικονομικών περιουσιακών στοιχείων κάποιου άλλου, για την περίοδο από 22.5.2009 με 4.4.
- Η έφεση απορρίφθηκε. Κατά την περίοδο που η Lafarge προμήθευε τα προϊόντα της στην Ural, η Ural, κατείχε ακίνητα και περιουσία στη Ρωσική Ομοσπονδία, που αποτελούνταν από τον τερματικό μεταφόρτωσης τσιμέντου (έδρα παραγωγής) όπου η εταιρεία διεξήγαγε τις δραστηριότητες της («Ακίνητο»). Κατά την διάρκεια της Ρωσικής Διαδικασίας δεν έχει εντοπιστεί οποιαδήποτε άλλη περιουσία που να ανήκει στην Ural. Η Lafarge κατάφερε να τεκμηριώσει λίγο πριν την έναρξη των Ρωσικών Διαδικασιών, ότι η Ural μεταβίβασε το Ακίνητο στην Quadro. Αυτή η μεταβίβαση του Ακινήτου επιβεβαιώνεται από αποδεικτικά στοιχεία που κατέχονται από την Lafarge και που λήφθηκαν από το Μητρώο Τίτλων Ακίνητης Ιδιοκτησίας και Συναλλαγών των Ηνωμένων Πολιτειών στη Ρωσική Ομοσπονδία. Η μεταφορά έγινε στις 8 Δεκεμβρίου, 2010, και η συμφωνημένη τιμή πώλησης καθορίστηκε στα 25.000.000 (είκοσι πέντε εκατομμύρια ρούβλια αλλά η πληρωμή δεν πραγματοποιήθηκε σε νομισματική μορφή αλλά δόθηκαν συγκεκριμένα χρεωστικά γραμμάτια, που λήγουν όχι αργότερα από την 1η Νοεμβρίου 2013 και εκδόθηκαν από την Εναγόμενη
- Οι λεπτομέρειες της παραπάνω συναλλαγής και ο τρόπος που διενεργήθηκε καταδεικνύει καθαρά πως η πιο πάνω συναλλαγή συμφωνήθηκε και ολοκληρώθηκε κακόπιστα, με μόνο αντικείμενο να αφαιρέσει τα ακίνητα από την Ural και να καταστήσει αυτή την εταιρεία απρόσβλητη σε δικαστικά μέσα και πτωχεύσασα και να αναχαιτίσει τη Lafarge από το να ενισχύσει τα δικαιώματα της εναντίον της Ural,. Η αξία του Ακινήτου τον κρίσιμο χρόνο ήταν τουλάχιστον 80.000.000 (ογδόντα εκατομμύρια) Ρώσικα ρούβλια, δηλαδή ουσιαστικά περισσότερο από την αξία που δήθεν πουλήθηκε. Οι όροι και προϋποθέσεις της συναλλαγής δεν ήταν προς το εμπορικό συμφέρον της Ural, και ότι η εκτέλεση της συναλλαγής δεν ήταν προς το καλύτερο συμφέρον της Ural. Προφανώς τα χρεωστικά γραμμάτια δεν είναι αληθινής αξίας και μεταβιβάστηκαν μόνο για να δώσουν στη συναλλαγή μια όψη νομιμότητας και την εμφάνιση του ανταλλάγματος. Είναι ξεκάθαρο ότι η πιο πάνω διάθεση δεν έγινε σε καθαρά εμπορική βάση και ο μοναδικός σκοπός της ήταν να αποξενώσει το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο της Ural, σε μια προσπάθεια να προκαταλάβει την ικανότητα της Lafarge να επιδιώξει κατοχύρωση της απαίτησης της εναντίον της Ural και να ικανοποιήσουν πιθανή απόφαση. Επιπλέον στις 27 Δεκεμβρίου 2011, υπέπεσε στην προσοχή της Lafarge ότι η Quadro διέθεσε περαιτέρω το Ακίνητο σε μια εταιρεία υπό την ονομασία Kreativ. Η παραπάνω περαιτέρω μεταφορά του Ακινήτου στην Kreativ συνέβη στις 12.12.2011, δηλαδή λίγες εβδομάδες που η άρση της διαταγής κατάσχεσης επιτεύχθηκε από τη Lafarge εναντίον της Quadro κατά τη διάρκεια των Ρωσικών διαδικαστικών διαδικασιών, όπως περιγράφεται λεπτομερώς παραπάνω. Είναι ξεκάθαρο ότι αυτές οι συναλλαγές θεσπίστηκαν και προχώρησαν από πρόσωπα που είναι πίσω από τους Εναγόμενους 1,4,8 και 11 και είναι σε θέση να παρέχουν οδηγίες στους υπαλλήλους τέτοιων εταιρειών σε σχέση με τις ενέργιες και τις δραστηριότητες τους. Αυτά τα πρόσωπα που κατά πάσα πιθανότητα είναι οι δικαιούχοι των Εναγόμενων 1,4 και 11 και ή οι συνεργάτες τους, είναι προφανώς οι ίδιοι αναφορικά με το σύνολο της Ural, Quadro και Kreativ. Η Ural και η Quadro είναι συνδεδεμένες, στην πραγματικότητα, είναι «αδελφές εταιρείες». Οι νόμιμες διευθύνσεις και τόποι εργασίας της Ural και Quadro μέχρι πρόσφατα ήταν εντελώς ίδιοι. Ο προϊστάμενες λογιστής της Ural και Quadro , που είναι υπεύθυνος υπό τους νόμους της Ρωσικής Ομοσπονδίας για όλα τα λογιστικά της Ural και Quadro και είναι ικανός να υπογράφει τέτοιες οικονομικές δηλώσεις, είναι το ίδιο και το αυτό πρόσωπο, ήτοι η Τ.Τ.Rudnova. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η Lafarge έχει ήδη αρκετές αποφάσεις υπέρ της εναντίον της Ural, όπως εξηγείται πιο πάνω, για το συνολικό ποσό των 39.116.102,44 RUR και, επιπρόσθετα, λαμβάνοντας υπόψη ότι η Ural έχει ήδη διαχύσει τα περιουσιακά της στοιχεία ως έχει ήδη περιγραφεί, η Lafarge στο παρόν στάδιο επιθυμεί να προωθήσει διαδικασίες πτώχευσης στη Ρωσική Ομοσπονδία, στην πορεία των οποίων προτίθεται να επιδιώξει, μεταξύ άλλων την ακύρωση της διάθεσης του Ακινήτου που έλαβε ήδη χώρα, όπως περιγράφεται παραπάνω και την επιστροφή του στην Ural. Οι πληροφορίες που ζητούνται με την παρούσα Αίτηση είναι σχετικές και απαραίτητες για τη Lafarge για να εγείρει, προωθήσει και να αποδείξει τη θέση της στο πλαίσιο της διαδικασίας πτώχευσης που προβλέπεται εναντίον της Ural. Οι πληροφορίες και τα έγγραφα που ζητούνται στο πλαίσιο της παρούσας Αίτησης είναι συναφείς, αναγκαία και ζωτικής σημασίας για την απόδειξη της δόλιας πτώχευσης της Ural. Η Lafarge σχεδιάζει την έναρξη διαδικασίας κατά των δικαιούχων της Ural, Quadro και Kreativ και επιδιώκουν μια δήλωση που να καθιστά τα πρόσωπα αυτά προσωπικά υπεύθυνους για τα χρέη της Ural προς τη Lafarge. Υπάρχουν βασικά δύο λόγοι γιατί οι Ενάγοντες ζητούν να προμηθευτούν με τα έγγραφα και πληροφορίες που παρατίθενται στο προσχέδιο διατάγματος. Ο πρώτος λόγος είναι ότι οι Ενάγοντες χρειάζονται αυτά τα έγγραφα και πληροφορίες ούτως ώστε να επιδιώξουν επιτυχώς την απαίτηση τους για δόλια πτώχευση της Ural. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι οι Ενάγοντες πρέπει να εξακριβώσουν την ταυτότητα των τελικών δικαιούχων της Ural, Quadro και Kreativ. Η Quadro και Kreativ όπως όλα δείχνουν, έχουν χρησιμοποιηθεί ως «καταχρηστικά όργανα» για την αποφυγή των υποχρεώσεων της Ural και της απογύμνωσης της εταιρείας από το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο της χωρίς πραγματικό αντίτιμο. Η Asitana, ως μέτοχος τέτοιων εταιρειών, έχει εγκρίνει ή επιτρέψει τέτοιες παρανομίες. Οι Εναγόμενοι 2 και 3, όπως όλα δείχνουν, αναμείχθηκαν στην αδικοπραξία υπό την ιδιότητα τους ως αξιωματούχοι με τέτοιο τρόπο που διευκόλυναν την παράνομη δραστηριότητα διευθύνοντας την Εναγόμενη 1 με τον τρόπο που απαιτούσε ο δικαιούχος ιδιοκτήτης της Ural και συνεπώς είναι πιθανό να είναι σε θέση να δώσουν τις απαραίτητες πληροφορίες ώστε ο τελικός αδικοπραγήσας να μηνυθεί. Υπάρχει η πιθανότητα ότι οι κατηγορούμενοι, ενεργώντας με δική τους πρωτοβουλία η επί την βάση οδηγιών, ενδέχεται να προσπαθήσουν να καταστρέψουν στοιχεία, εάν ειδοποιηθούν. Η Lafarge ανησυχεί σοβαρά ότι υπάρχει πραγματικός και επείγον κίνδυνος ότι οι κατηγορούμενοι, ενεργώντας μόνοι τους ή κάτω από οδηγίες του τελικού δικαιούχου των Ural, να προβούν σε ενέργειες που έχουν ως αντικείμενο ή αποτέλεσμα την καταστροφή των εγγράφων ή πληροφοριών. Η έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων για έγγραφα και πληροφορίες είναι απαραίτητη για να επιτευχθεί η απόδειξη της αγωγής στα δικαστήρια της Ρωσικής Ομοσπονδίας εναντίον της Ural, των τελικών δικαιούχων ιδιοκτητών της και άλλων πιθανών δραστών οι οποίοι δεν έχουν ακόμη αναγνωριστεί από τους Ενάγοντες. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 συμμετείχαν ή είχαν εμπλοκή με τρόπο που διευκόλυνε τη διάπραξη της αδικοπραξίας από την Ural, τους Εναγόμενους 1 και 4 και τους τελικούς δικαιούχους ιδιοκτήτες και λόγω της ιδιότητας και της εμπλοκής τους, είναι σε θέση να παρέχουν πληροφορίες και έγγραφα. Οι Καθ' ων η Αίτηση 4, 6, 9, 10, 11 και 12 καταχώρησαν ένσταση στην πιο πάνω Αίτηση όπου στην ειδοποίηση ένστασης κατέγραψαν αριθμό λόγων ένστασης. Η ένσταση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.28, Δ.48 Θ.4, στον Περί Δικαστηρίων Νόμου (όπως αυτός τροποποιήθηκε), Ν. 14/60και ειδικότερα αλλά χωρίς περιορισμό στα Άρθρα 29, 30 και 32, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 και ειδικότερα αλλά χωρίς περιορισμό στα Άρθρα 2, 4, 5 και 9, στις πρόνοιες και αρχές του Κοινοδικαίου και ειδικότερα στις υποθέσεις Anton Piller KG v. Manufacturing Processes Ltd
(1976)Ch. 55 και Norwich Pharmacal Co. v. Customs and Excise Commissioners
(1974)Α.C. 133, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και/ή στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου και στη σχετική επί του θέματος νομολογία. Τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η ένσταση εκτίθενται στην επισυνημμένη στην ένσταση ένορκη δήλωση ημερομηνίας 20.4.12 του Artem Pavlovitch Kazantser από τη Ρωσία μετάφραση της οποίας, στην Ελληνική, καταχωρήθηκε στο φάκελο της υπόθεσης. Λέγει στην ένορκη του δήλωση ότι διατελεί Νομικός Σύμβουλος των εταιρειών Asitana Holdings Limited και Agafista Trading Limited, Εναγομένων 1 και 4, από το 2009. Είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τους Εναγόμενους - Καθ' ων η Αίτηση 4, 6, 9, 10 11 και 12 να προβεί στην ένορκη δήλωση. Έχει προσωπική γνώση των γεγονότων λόγω της ανάμειξης του στις Ρωσικές διαδικασίες που έλαβαν χώρα μεταξύ των Lafarge Cement και Ural Cement το 2011. Δυνάμει συμβολαίων ημερομηνίας 29.12.2008 και 25.3.2010 οι Ενάγοντες παρείχαν στην Ural - Cement τσιμέντο διαφόρων ειδών και η Ural παρείχε μερική αντιπαροχή, πληρώνοντας μέρος της τιμής αγοράς στην Lafarge λόγω αμφισβήτησης μέρους της ποσότητας και της τιμής των αγαθών που παρασχέθηκαν σ' αυτήν καθώς και της ποιότητας των αγαθών. Δυνάμει των τριών Δικαστικών αποφάσεων ημερομηνίας 25.10.2011, που εκδόθηκαν στο πλαίσιο των τριών αντίστοιχων υποθέσεων, αποφασίστηκε ότι η Ural όφειλε στη Lafarge στο συνολικό ποσό των RUR 39.000.292,77 πλέον έξοδα και κρατικούς δασμούς. Οι Ενάγοντες παρέλειψαν να αποκαλύψουν στο Δικαστήριο κατά την έκδοση του διατάγματος κάτω από τη μονομερή αίτηση τα ακόλουθα: «
- i)Η Συμφωνία για την Πώληση και Αγορά της Ακίνητης Ιδιοκτησίας ημερομηνίας 8.12.2010, η οποία είχε συναφθεί μεταξύ των Ural και Quadro για την πώληση - αγορά της επίμαχης περιουσίας, είχε στην πραγματικότητα υπογραφεί τέσσερις μήνες πριν από την έναρξη οποιωνδήποτε διαδικασιών στη Ρωσία από τη Lafarge εναντίον της Ural, ήτοι στις 04.04.2011, και επιπλέον, είχε συναφθεί σε χρόνο κατά τον οποίο η Lafarge συνεργαζόταν ακόμη δεόντως με την Ural και καμία επίσημη απαίτηση για την πληρωμή οποιουδήποτε εκκρεμούς ποσού δεν είχε γίνει από την πρώτη εναντίον της δεύτερης. Ως εκ τούτου, δεν υπάρχει οποιοδήποτε στοιχείο που να υποδηλώνει ότι η εν λόγω πώληση ήταν μια προσπάθεια αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων αφού, όχι μόνο δεν υπήρχε εκκαθαρισμένο χρέος κατά το χρόνο αυτό, αλλά επίσης, δεν είχε καν λάβει χώρα και οποιαδήποτε απαίτηση για πληρωμή από τους Ενάγοντες / Αιτητές προς την Ural.
- ii)Οι Ενάγοντες / Αιτητές έχουν παραλείψει να αποκαλύψουν στο Κυπριακό Δικαστήριο, στα πλαίσια της υπό εξέταση Μονομερούς Αίτησης, ότι η εγκυρότητα της συμφωνίας πώλησης - αγοράς ημερομηνίας 8.12.2010 αποτελούσε το αντικείμενο ξεχωριστών δικαστικών διαδικασιών και συγκεκριμένα, της Αστικής Υπόθεσης Αρ. Α60-13730/2011, η οποία είχε προσαχθεί ενώπιον του Arbitrazh Δικαστηρίου της Περιοχής Sverdlovsk από τη Quadro εναντίον της Lafarge. Ειδικότερα, με την εν λόγω διαδικασία, η εταιρεία Quatro αιτήθηκε την απαλλαγή από δέσμευση της επίμαχης ιδιοκτησίας η οποία μεταβιβάστηκε σε αυτήν από την Ural και ανήκε, επομένως, σε αυτήν δυνάμει της συμφωνίας πώλησης - αγοράς ημερομηνίας 8.12.2010 και η οποία είχε μεταγενέστερα κατασχεθεί δυνάμει ενδιάμεσου διατάγματος που εκδόθηκε στις 6.4.2011 από το Arbitrazh Δικαστήριο της Περιοχής Sverdlovsk, στο πλαίσιο της Αγωγής Αρ. Α60-10002/2011 που προσάχθηκε από την Lafarge εναντίον της Ural. Οι Ενάγοντες / Αιτητές έχουν εσκεμμένα και με κακή πίστη αποφασίσει να μην αποκαλύψουν στο Δικαστήριο ότι, στα πλαίσια της εν λόγω διαδικασίας Αρ. Α60-13730/2011, το Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση στις 2.9.2011 εναντίον της Lafarge, επιλύοντας με σαφήνεια το επίμαχο ζήτημα και καθορίζοντας ότι η επίμαχη πώληση ήταν πώληση με καλή πίστη και όχι άκυρη συναλλαγή, και ότι, δεδομένου ότι η Quadro ήταν αγοραστής με καλή πίστη της ιδιοκτησίας και ορθά τη δικαιούτο, η εν λόγω κατασχεθείσα ιδιοκτησία θα έπρεπε να αποδεσμευτεί.» Επιπρόσθετα οι Ενάγοντες έχουν σκοπίμως παραλείψει να αποκαλύψουν στο Δικαστήριο ότι η Ural πληροφόρησε δεόντως τη Lafarge για τις επερχόμενες αλλαγές στη διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της με επιστολή ημερομηνίας 29.12.11. Η Ural δεν προέβη στην αλλαγή αυτή χωρίς ειδοποίηση στους Ενάγοντες ή τους άλλους πιστωτές της. Οι Ενάγοντες δεν έχουν αγώγιμο δικαίωμα και έτσι δεν έχει δικαιοδοσία το Δικαστήριο, δεν έχουν δηλαδή αιτία αγωγής που είναι αγώγιμη στο εν λόγω Δικαστήριο στο πλαίσιο διαδικασιών που έχουν ήδη ξεκινήσει και να υπόκειται στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Η παροχή ενδιάμεσης θεραπείας δεν θα έπρεπε να είναι αυτοσκοπός, αλλά αντίθετα μέτρο το οποίο είναι στενά συνδεδεμένο με την ουσία της κυρίως αγωγής και τις πιθανότητες έκδοσης παρόμοιας θεραπείας κατά τη δίκη. Η προσωρινή θεραπεία που ζητείται είναι ουσιωδώς η ίδια με την τελική θεραπεία που ζητείται με την αγωγή. Δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Νόμου αρ. 14/60. Στις 13.2.12 το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα εναντίον των Εναγομένων υπ' αριθμό 1, 4, 8, 9 και 11 το οποίο είχε τη φύση παρεμπίπτοντος διατάγματος διεξαγωγής έρευνας (τύπου Anton Piller) και αφορούσε τις αξιούμενες θεραπείες υπό στοιχεία Α-Β. Παράλληλα, το Δικαστήριο διέταξε όπως επιδοθεί η Αίτηση σε ότι αφορά τις αξιούμενες θεραπείες υπό Γ, δηλαδή τα επιπρόσθετα διατάγματα αποκάλυψης τύπου «Norwich Pharmacal». Μετά την εκτέλεση του διατάγματος τύπου Anton Piller στη βάση του δικαστικού διατάγματος και αφού αξιολογήθηκαν τα αποτελέσματα της έρευνας, κρίθηκε από τους Ενάγοντες, άσκοπο πλέον να προωθηθεί η αγωγή εναντίον των Εναγομένων 1 - 3, 5 και 7-8 και αποσύρθηκε. Παρέμεινε, με την παρούσα Αίτηση, προς αναθεώρηση το εκδοθέν διάταγμα ημερομηνίας 13.2.12 και προς εξέταση η αξιούμενη θεραπεία υπό Γ στην Αίτηση. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ (α) Μη προσκόμιση μαρτυρίας προς αντίκρουση, ισχυρισμών των Καθ΄ων από τους Αιτητές, ούτε αντεξέτασης του Ενόρκως Δηλούντος Kazantser. Στην απόφαση Iacovou Brothers (Constr.) Ltd ν Fashionwise Ltd
(2000)1 ΑΑΔ σελ. 1377 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι ορθό ότι σε περιπτώσεις αιτήσεων που οι ισχυρισμοί του αιτητή αμφισβητούνται ο αιτητής θα πρέπει να προσκομίσει προφορική μαρτυρία για να αποσείσει το σχετικό βάρος που έχει για την απόδειξη των ισχυρισμών του. (Ίδε Krashias Shoe Factory Ltd ν Adidas Sportschuhfabriken Adi Dossier K.G.
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 750 και Louis Vuitton ν Dermosak Ltd and Orphanidou
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453). Ο αιτητής μπορεί να αποσείσει το σχετικό βάρος της απόδειξης είτε με την παράθεση της δικής του μαρτυρίας είτε με την αποκάλυψη στοιχείων που προκύπτουν από την αντεξέταση στην οποία υποβάλλει τα πρόσωπα τα οποία έχουν προβεί σε ένορκες δηλώσεις εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση. Επισημαίνουμε ότι με την πρόσφατη τροποποίηση του Κανονισμού 4 της Διαταγής 48 (Ίδε ο περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) (Αρ. 3) Διαδικαστικός Κανονισμός του 1999) η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται με βάση τα γεγονότα που περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις με δυνατότητα αντεξέτασης». Στην παρούσα διαδικασία οι Αιτητές δεν καταχώρησαν συμπληρωματική ένορκη δήλωση για να αντικρούσουν τους ισχυρισμούς των Καθ΄ ων όπως αναγράφονται στην ένορκη δήωση του Artem Pavlovitch Kazantser, που επισυνάπτεται στην ένσταση περί παράλειψης των Αιτητών να αποκαλύψουν στο Δικαστήριο, στα πλαίσια της υπό εξέταση Μονομερούς Αίτησης ότι η εγκυρότητα της συμφωνίας πώλησης -αγοράς ημερομηνίας 8.12.2010 αποτελούσε το αντικείμενο ξεχωριστών δικαστικών διαδικασιών και συγκεκριμένα της Αστικής Υπόθεσης Αρ. Α60-13730/2011, η οποία είχε προσαχθεί ενώπιον του Arbitzazh Δικαστηρίου της Περιοχής Sverdlovsk από την Quadro εναντίον της Lafarge. Ειδικότερα, με την εν λόγω διαδικασία, η εταιρεία Quadro αιτήθηκε την απαλλαγή από δέσμευση της επίμαχης ιδιοκτησίας η οποία μεταβιβάστηκε σε αυτήν από την Ural και ανήκε, επομένως, σε αυτήν δυνάμει της συμφωνίας πώλησης -αγοράς ημερομηνίας 8.12.2010 και η οποία είχε μεταγενέστερα κατασχεθεί δυνάμει ενδιάμεσου διατάγματος που εκδόθηκε στις 6.4.11, από το Arbitrazh Δικαστήριο, στο πλαίσιο της Αγωγής Αρ. Α.60-10002/2011, που προσάχθηκε από την Lafarge εναντίον της Ural. Οι Ενάγοντες δεν απεκάλυψαν στο Δικαστήριο ότι, στα πλαίσια της εν λόγω διαδικασίας Αρ. Α60-13730/2011, το Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση στις 2.9.2011 εναντίον της Lafarge, επιλύοντας με σαφήνεια το επίμαχο ζήτημα και καθορίζοντας ότι η επίμαχη πώληση ήταν πώληση με καλή πίστη και όχι άκυρη συναλλαγή, και ότι, δεδομένου ότι η Quadro ήταν αγοραστής με καλή πίστη της ιδιοκτησίας και ορθά τη δικαιούτο, η εν λόγω κατασχεθείσα ιδιοκτησία θα έπρεπε να αποδεσμευτεί. Οι Αιτητές όχι μόνον δεν καταχώρησαν ένορκη δήλωση για να αντικρούσουν τους πιο πάνω ισχυρισμούς των Καθ΄ ων αλλά ούτε και αντεξέτασαν τον πιο πάνω ενόρκως δηλούντα. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί των Καθ΄ ων παρέμειναν αναντίλεκτοι και είναι ουσιώδεις και οι οποίοι θα έπρεπε να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την έκδοση του διατάγματος ημερομηνίας 13.2.12 (β) Απόκρυψη γεγονότων: Είναι θεμελιωμένο ότι το Δικαστήριο μπορεί χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία του προσωρινού διατάγματος να το ακυρώσει αν εντοπισθεί ότι έχει γίνει απόκρυψη γεγονότων κατά το στάδιο της μονομερούς έκδοσης του, τέτοιας μορφής που ενδεχόμενα να επηρέασε το Δικαστήριο. Παράλειψη παρουσίασης τέτοιων γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου σε μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου. Η αποκάλυψη συναρτάται με την καλή πίστη, η οποία έπρεπε να επιδεικνύεται σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Το κριτήριο του τι συνιστά ουσιώδες γεγονός είναι αντικειμενικό. Το στοιχείο δε της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση του διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Σχετική είναι η απόφαση Resola (Cyprus) Ltd v. Χάρη Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ.598. Στην απόφαση Harvardskiy Prumyslovy Holding A.S. v. Deventree Resources Limited κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ.801 έχει νομολογηθεί ότι ένα πρόσωπο που εμφανίζεται ως διάδικος και επιζητεί την έκδοση ενός διατάγματος έχει την υποχρέωση να θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα εκείνα τα ουσιώδη γεγονότα, τα οποία μπορούν να βοηθήσουν το Δικαστήριο να καταλήξει στα ορθά συμπεράσματα. Σε μονομερείς αιτήσεις το Δικαστήριο πρέπει να βρίσκεται σε θέση να αξιολογεί όλα τα στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν τη λήψη μιας απόφασης και μέσα σε αυτά τα πλαίσια δεν έχει άλλη επιλογή παρά να βασίζεται στο περιεχόμενο των δηλώσεων του δικηγόρου και το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων του Αιτητή. Έτσι προκύπτει η ανάγκη της πλήρους αποκάλυψης γεγονότων. Στην ίδια απόφαση αναφέρεται το εξής απόσπασμα: «Η υποχρέωση της πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο εκείνα τα γεγονότα που ήταν γνωστά στον αιτητή, αλλά επεκτείνεται και σε εκείνα τα γεγονότα τα οποία ο αιτητής θα μπορούσε να αποκαλύψει με μια εύλογη έρευνα. (Βλ. Χριστοφόρου ν. Γρηγορίου
(1995)1 Α.Α.Δ.248). Αν ο «αιτητής παραλείψει να συμμορφωθεί με την πιο πάνω υποχρέωση τότε το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να προβεί στην έκδοση του διατάγματος, ανεξάρτητα αν η παράλειψη ήταν αθώα ή σκόπιμη. (Βλ. Lloyds Bowmaker Ltd v. Britannia Arrow Holdings plc (Lavens, third party)
(1988)3 All E.R.178).» Τα γεγονότα τα οποία απέκρυψαν οι Αιτητές είναι ουσιώδη και ενδεχομένως να επηρέασαν το Δικαστήριο κατά την έκδοση του προσωρινού διατάγματος ημερομηνίας 13.2.12. Το Δικαστήριο της Ρωσίας εξέδωσε στις 2.9.2011 απόφαση εναντίον των Εναγόντων -Αιτητών, επιλύοντας με σαφήνεια το επίμαχο ζήτημα της αγοραπωλησίας της επίδικης ιδιοκτησίας και καθορίζοντας ότι η επίμαχη πώληση ήταν πώληση με καλή πίστη, έναντι νόμιμου ανταλλάγματος και δεν αποτελούσε άκυρη συναλλαγή. Η Ural και η Quadro συμφώνησαν ως προς την αξία της εν λόγω ακίνητης ιδιοκτησίας και δεν σύναψαν, επομένως, μια συμφωνία δωρεάς. Τυχόν αποκάλυψη των γεγονότων στο στάδιο που εξεδόθη το διάταγμα πιθανόν ή σχεδόν βέβαιο, ότι δεν θα οδηγούσε το Δικαστήριο στην έκδοση του μονομερούς διατάγματος. Για τον λόγο αυτό το μονομερές διάταγμα θα παύσει να ισχύει. (γ) Προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινού διατάγματος Η νομολογία επί των προσωρινών διαταγμάτων είναι πασίγνωστη και το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, έχει αναλυθεί με σαφήνεια στην υπόθεση Οδυσσέως ν. Pieris Estates Ltd
(1982)1 Α.Α.Δ. 557, η ικανοποίηση δε των τριών κριτηρίων που τίθενται ως προϋποθέσεις αποτελεί το πρωταρχικό μέλημα του Δικαστηρίου πριν δυνηθεί να περάσει στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας, με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων. Το άρθρο 32
(1)του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, προβλέπει την εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει απαγορευτικό διάταγμα όταν κρίνει τούτο δίκαιο ή πρόσφορο με βάση τις περιστάσεις της υπόθεσης που είναι ενώπιον του. Προκειμένου δε για παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα θα πρέπει σύμφωνα με την επιφύλαξη στο ίδιο άρθρο να ικανοποιηθεί επιπρόσθετα ότι συντρέχουν και οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την κυρίως δίκη. β) Ότι υπάρχει πιθανότητα ο ενάγοντας να δικαιούται σε θεραπεία και γ) Ότι εκτός εάν εκδοθεί το παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος ικανοποιείται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα για την αποκάλυψη μιας συζητούμενης υπόθεσης, ενώ το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και σχετίζεται με την ένδειξη ή παρουσίαση μίας ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Τα δύο αυτά κριτήρια είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα και θα μπορούσε να λεχθεί ότι ενώ το πρώτο κριτήριο εξετάζεται σε συσχετισμό με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, το δεύτερο προχωρεί ένα ακόμη βήμα συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Αν ο αιτητής είναι σε θέση να δείξει κάτι πέρα από την απλή πιθανολόγηση αλλά λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων θεωρείται ότι ικανοποιεί το δεύτερο αυτό κριτήριο. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Με δεδομένο ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ' εξοχή στο δίκαιο της επιείκειας, αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα, τότε η έκδοση του ή η διατήρησή του σε ισχύ, αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν δικαιολογεί κατ' ανάγκην την έκδοση διατάγματος όπως έχει υποδείξει η υπόθεση ΚΟΤ ν. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 255. Η διαδικασία ακρόασης ενός προσωρινού διατάγματος γίνεται μέσα στην περιορισμένη σφαίρα της εξέτασης του ερωτήματος κατά πόσο νομότυπα από πλευράς διαδικασίας προωθήθηκε το αίτημα, καθώς και σε σχέση με το υπόβαθρο των γεγονότων που περιβάλλουν την αίτηση, με γνώμονα τη συσχέτιση τους με τα τρία κριτήρια και το ισοζύγιο της ευχέρειας, αλλά το Δικαστήριο δεν προχωρεί στην κατάληξη συμπερασμάτων αναφορικά με την πλήρη εξέταση είτε του πραγματικού είτε του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, δεδομένου ότι, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas
(1984)1 A.A.Δ. 263, αυτό εμπίπτει στην σφαίρα εξέτασης του Δικαστηρίου που εκδικάζει την ουσία της ιδίας της αγωγής. Τα ίδια λέχθηκαν και πιο πρόσφατα στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, 269 - 70. Επιστρέφοντας στην πρώτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/60 και λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης όπως διαφαίνονται από τα δικόγραφα, υπενθυμίζοντας ότι η πρώτη προϋπόθεση αφορά τη νομική θεμελίωση της αξίωσης της ενάγουσας, κρίνω ότι θα πρέπει να εξεταστεί μαζί με την δεύτερη προϋπόθεση προς αποφυγή επαναλήψεων. Η επόμενη προϋπόθεση αφορά στο κατά πόσο υπάρχει πιθανότητα ο Ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία. Είναι φανερό ότι για την προϋπόθεση αυτή απαιτείται κάτι διαφορετικό αλλά και κάτι περισσότερο υπό μορφή απόδειξης από προηγουμένως. Θα πρέπει το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι η αγωγή του ενάγοντα έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας (βλ. Οδυσσέως ν. Pieris Estates (ανωτέρω). Ανατρέχει για το σκοπό αυτό στη μαρτυρία η οποία έχει προσαχθεί με τη μορφή εγγράφων ενόρκων δηλώσεων, όχι βέβαια για να προβεί σε ευρήματα γεγονότων αλλά για να διαπιστώσει τη δυναμική της ήτοι κατά πόσο υπάρχει ορατή πιθανότητα η μαρτυρία στο σύνολό της να μπορεί να αποδώσει στο τέλος της ημέρας τη θεραπεία την οποία επιδιώκει ο Ενάγων με την αγωγή του. Ο Ενάγων πρέπει να αναφερθεί σε γεγονότα που να πείθουν το Δικαστήριο ότι έχει πραγματική προοπτική. Αυτό που ζητείται δεν είναι η λήψη στοιχείων για σκοπούς έγερσης αγωγής εκτός δικαιοδοσίας αλλά, όπως αναφέρουν οι Αιτητές, η λήψη στοιχείων προκειμένου οι ίδιοι να προχωρήσουν με την καταχώρηση αίτησης διάλυσης/εκκαθάρισης εναντίον της εταιρείας Ural. Οι αρχές αυτές μπορούν, όμως, να έχουν εφαρμογή μόνο στις περιπτώσεις όπου έχει καταχωρηθεί αγωγή και όχι πρόθεση για καταχώρηση αίτησης διάλυσης. Ούτε έχει καταχωρηθεί τέτοια διαδικασία στη Ρωσία. Οι Ενάγοντες/Αιτητές δεν έχουν αποδείξει την ύπαρξη οποιασδήποτε ουσιαστικής αιτίας αγωγής εναντίον των Εναγομένων/Καθ΄ ων η Αίτηση στην Κύπρο, αφού μεταξύ άλλων οι απαιτήσεις που παρατίθενται στη Γενική Οπισθογράφηση του Κλητηρίου της πιο πάνω με αριθμό και τίτλο Αγωγής είναι ουσιωδώς οι ίδιες με τις θεραπείες που ζητήθηκαν στο ενδιάμεσο στάδιο και οι οποίες είναι μη αγώγιμες στην Κύπρο. Η ενδιάμεση θεραπεία δεν ζητείται με σκοπό να προωθήσει ή να υποστηρίξει οποιαδήποτε ουσιαστική αιτία αγωγής/απαίτηση, αλλά με αποκλειστικό σκοπό να υποστηρίξει τις φερόμενες πιθανές διαδικασίες πτώχευσης στη Ρωσία, οι οποίες ακόμα δεν έχουν ξεκινήσει. Η πρώτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν.14/60, δηλαδή το κατά πόσο υφίσταται η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, απαιτεί την ύπαρξη μιας συζητήσιμης υπόθεσης, η οποία να προκύπτει από τα δικόγραφα. Όπως έχει νομολογηθεί, στο στάδιο αυτό δεν απαιτείται η απόδειξη των ισχυρισμών των Εναγόντων, αλλά η ικανοποίηση του Δικαστηρίου ότι σύμφωνα με το υλικό που αυτό έχει ενώπιον του, υπάρχει, εκ πρώτης όψεως, σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και καλή συζητήσιμη υπόθεση. Από τα δικόγραφα δεν αποκαλύπτεται μια συζητούμενη υπόθεση. Δεν αποκαλύπτεται οτιδήποτε στην ένορκη δήλωση, που υποστηρίζει την Αίτηση, το οποίο να πείθει το Δικαστήριο ότι ικανοποιείται και η δεύτερη προϋπόθεση. Δεν υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Ούτε η πρώτη ούτε η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60 έχουν ικανοποιηθεί. Το άρθρο 32 αναφέρει ρητά ότι θα πρέπει να ικανοποιούνται και οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει χωρίς οποιαδήποτε εξαίρεση (βλ. Παναγίδου ν. Παναγίδου κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ.396. Ενόψει των πιο πάνω και ειδικά της κατάληξης μου ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60 η παρούσα αίτηση θα πρέπει να αποτύχει και αποτυγχάνει και ως προς τα δύο Αιτητικά, Α και Γ. (δ) Ενδιάμεση θεραπεία ουσιωδώς η ίδια με τη θεραπεία η οποία ζητείται με την αξίωση στην αγωγή. Ηγέρθη από μέρους των Καθ΄ ων -Εναγομένων και το θέμα ότι με την Αίτηση τους, οι Ενάγοντες, επιδιώκουν ανεπίτρεπτα τις ίδιες θεραπείες που αξιώνονται στην αγωγή κατά τρόπο που με την εκδίκαση της επίδικης αίτησης, στην πράξη εκδικάζεται και η ουσία της αγωγής. Αναμφίβολα η νομολογία έχει καθορίσει ότι είναι ανεπιθύμητο για το Δικαστήριο να εκδίδει διατάγματα τα οποία αποφασίζουν τελεσίδικα τα όσα ζητούνται με την αγωγή διότι έτσι δεν διατηρείται απλά το status quo ante, αλλά αποφασίζει επίδικα θέματα της ίδιας αγωγής. Στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Πολ. Έφεση αρ. 85/2010, Αβερκίου ν. ΘΕΟ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΛΤΔ κ.α. ημερ. 31.1.2013, λέχθηκαν τα εξής: «Η έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, που είναι ταυτόσημα με τα αιτούμενα διατάγματα στο πλαίσιο της αγωγής, η δε έκδοση τους επιφέρει, ουσιαστικώς τον τερματισμό της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων ή του ενδιαφέροντος τους να συνεχίσουν με σπουδή στην εκδίκαση της υπόθεσης, συναρτάται άμεσα προς το ισοζύγιο της ευχέρειας και δεν πρέπει να παραχωρούνται. Βλ. AKIS v. Kokkonis
(1998)1 AAΔ 149. Όπως ορθώς επισημαίνεται από το πρωτόδικο δικαστήριο, στο στάδιο έκδοσης ή μη ενός προσωρινού διατάγματος, είναι ανεπιθύμητο να εμπλέκεται ο δικαστής στην εξέταση της ουσίας της αγωγής. Έκαμε αναφορά το πρωτόδικο δικαστήριο στην υπόθεση Τσιερκέζου ν. Dracon
(2009)1 AAΔ 734, για να εξετάσει κατά πόσο η παρουσιασθείσα ενώπιον του μαρτυρία οδηγεί στη διαπίστωση μιας φανερής και ασυνήθιστα δυνατής υπόθεσης, έτσι ώστε να προχωρήσει στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.» Οι αξιώσεις των Εναγόντων στην αγωγή είναι ταυτόσημες με τα αιτούμενα διατάγματα στο πλαίσιο της αγωγής. Η έκδοση των διαταγμάτων επιφέρει ουσιαστικά τον τερματισμό της διαφοράς. Η Αίτηση απορρίπτεται και γι΄ αυτό τον λόγο. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση - Εναγομένων 4,6,9,10,11 και 12 και εναντίον των Εναγόντων - Αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο (Υπ.)........... Γ. Στυλιανίδης, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./ΚΚ Subject: Civil/Appl. Αναφορά: Ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο