ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. Χαράλαμπου Ψαρά, Αρ. Αγωγής: 2818/2010, 24/5/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A141 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2818/2010 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, εκ Λευκωσίας Εναγόντων και Χαράλαμπου Ψαρά (Α.Τ.0417049), εκ Λεμεσού Εναγομένου Αίτηση ημερομηνίας 22.02.13 για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης Ημερομηνία: 24.05.13 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες-Αιτητές: κα Μ. Θεοδώρου Για Εναγόμενο-Καθ' ου η αίτηση: κα Ιωάννου ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση οι Αιτητές αιτούνται τα εξής: Α. Τροποποίηση της πρώτης παραγράφου της σελίδας 2 της Εκθέσεως Απαιτήσεως που υπάγεται εις την παράγραφο 2 (δ) δια της αντικατάστασης της με την ακόλουθη: «Το αρχικό όριο των ρηθέντων πιστωτικών διευκολύνσεων ανήρχετο στο ποσό των €3.417,20 (ΛΚ.2.000) για τους σκοπούς του οποίου ανοίχτηκε και/ή χρησιμοποιήθηκε ο λογαριασμός με πρώην αριθμό 0386-11-002030 μετέπειτα 0330-22-056625 και νυν 0384-22-007382 ο οποίος παραχωρήθηκε από τους Ενάγοντες προς τον Παναγιώτη Ανδριανό με την υπογραφή της εν λόγω Συμφωνίας.» Β. Τροποποίηση της παραγράφου 4 της Εκθέσεως Απαιτήσεως δια της αντικατάστασης της με την ακόλουθη παράγραφο:- «Περαιτέρω δυνάμει εγγράφου συμφωνίας ημερομηνίας 10.07.1995 εις το πλήρες περιεχόμενο και όρους της οποίας οι Ενάγοντες επιφυλάσσονται να αναφερθούν κατά την ακρόαση της παρούσας υποθέσεως, ο Παναγιώτης Ανδριανός ζήτησε και οι Ενάγοντες απεδέχθηκαν, όπως παρέχουν εις αυτόν αύξηση του ορίου στον τρεχούμενο λογαριασμό με πρώην αριθμό 0386-11-002030 μετέπειτα 0330-22-056625 και νυν 384-22-007382 από Λ.Κ.2.000 (€3.417,20) σε ΛΚ.4000 (€6.834,41) υπό τους κάτωθι μεταξύ άλλων όρους-». Γ. Άδεια για συνέχιση της διαδικασίας. Δ. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία που το Δικαστήριο κρίνει εύλογη και δίκαιη υπό τις περιστάσεις. Η υπό κρίση δια κλήσεως αίτηση εδράζεται στις Διατάξεις 25, 48 και 64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στη διακριτική ευχέρεια και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα δε γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με τους Αιτητές δικαιολογούν την επιτυχία της περιέχονται σε ένορκο δήλωση ημερομηνίας 22.02.13 της κυρίας Πέρσας Κυριακίδου, υπαλλήλου στο δικηγορικό γραφείο των Αιτητών και συνοψίζονται ως εξής: - Εξ' όσον την έχει πληροφορήσει ο δικηγόρος που ετοίμασε την έκθεση απαίτησης της παρούσας αγωγής, κατά το χρόνο σύνταξης της λανθασμένα ανάφερε στην πρώτη παράγραφο της σελίδας 2 αυτής ότι ως αρχικό όριο στον επίδικο τρεχούμενο λογαριασμό παραχωρήθηκε το ποσό των Λ.Κ.£10.000,00 αντί το ποσό των Λ.Κ.£2.000,
- - Επίσης, ο εν λόγω δικηγόρος την πληροφόρησε ότι στην παράγραφο 4 της έκθεσης απαίτησης δεν δικογράφησε ότι το όριο του τρεχούμενου λογαριασμού είχε αυξηθεί από Λ.Κ.£2.000,00 σε Λ.Κ.£4.000,00 επειδή κατά τη σύνταξη της έκθεσης απαίτησης δεν είχε στην κατοχή του την έγγραφη κοινοποίηση των πελατών του (Αιτητών) ημερομηνίας 01.06.95 στην οποία αναφέρεται ρητά το ύψος της αύξησης αφού δεν ήταν μεταξύ των εγγράφων που οι Αιτητές του απέστειλαν. - Εξ' όσον την έχει πληροφορήσει ο δικηγόρος που ετοίμασε την έκθεση απαίτησης της παρούσας αγωγής, η ύπαρξη της προαναφερόμενης έγγραφης κοινοποίησης διαπιστώθηκε στο φάκελο της αγωγής υπ' αριθμό 1480/2005 κατά την προετοιμασία της παρούσας υπόθεσης για ακρόαση στις 23.03.12 στα πλαίσια εξέτασης ισχυρισμού των Καθ' ων η αίτηση περί ύπαρξης δεδικασμένου οπότε και καταχωρήθηκε αίτηση για επιστροφή τεκμηρίων, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται στην ένορκο δήλωση αυτή ως Τεκμήριο
- Το εν λόγω έγγραφο περιήλθε στην κατοχή των δικηγόρων των Αιτητών λίγες ημέρες μετά τις 29.03.12, ημερομηνία κατά την οποία το Δικαστήριο έγκρινε την αίτηση για επιστροφή τεκμηρίων. - Ακολούθως, ο δικηγόρος που χειρίζεται την παρούσα αγωγή δεν καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση επειδή ανάμενε να λάβει τις τελικές οδηγίες από τους πελάτες του μετά τις συζητήσεις που είχε μαζί τους για τον τρόπο προώθησης της υπόθεσης αυτής ένεκα των ισχυρισμών του Καθ' ου η αίτηση στην υπεράσπιση του και συγκεκριμένα αυτού περί ύπαρξης δεδικασμένου. Μόλις λήφθηκαν οι σχετικές οδηγίες περί τις αρχές Φεβρουαρίου 2013 καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση. - Οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι αναγκαίες για την ορθή παρουσίαση της υπόθεσης των Αιτητών και κατ' επέκταση θα καταστήσουν σαφές στο Δικαστήριο το ακριβές κατ' ισχυρισμό χρεωστικό υπόλοιπο για το οποίο, σύμφωνα με τους Αιτητές, ευθύνεται ο Καθ' ου η αίτηση. Πέραν αυτού, τυχόν έγκριση τους θα συμβάλει καταλυτικά στην ορθή αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών των διαδίκων και συνεπώς στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης. - Οι αιτούμενες τροποποιήσεις γίνονται καλόπιστα και δεν εισάγουν νέα αιτία αγωγής ή νέα αξίωση εναντίον του Καθ' ου η αίτηση. Περαιτέρω, οι εν λόγω αιτούμενες τροποποιήσεις δεν θα προκαλέσουν οποιαδήποτε ζημιά ή αδικία στον Καθ' ου η αίτηση, πέραν των εξόδων της τροποποίησης που οι Αιτητές είναι διατεθειμένοι να καταβάλουν. - Πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων τροποποίησης, πράγμα που υπό τις περιστάσεις καθίσταται εύλογο, δίκαιο και αναγκαίο. Στις 07.03.13 ο Καθ' ου η αίτηση καταχώρησε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης επί των ακόλουθων λόγων:
- Η ένορκος δήλωση της Πέρσας Κυριακίδου που υποστηρίζει την αίτηση είναι γενική ελλιπής ανεπαρκής και αόριστος κατά τρόπο ώστε το Δικαστήριο να μην έχει την ευχέρεια να λάβει υπόψη του κάποια γεγονότα και να εξασκήσει την διακριτική του ευχέρεια ανάλογα.
- Όπως αναφέρονται στις παραγράφους 4 και 5 της ένορκης δήλωσης της Πέρσας Κυριακίδου η ανάγκη για τροποποίηση έγινε αντιληπτή και κατέστη αναγκαία η καταχώρηση της παρούσας αίτησης τον Μάρτιο του 2012 και οπωσδήποτε υπάρχει καθυστέρηση στην καταχώρηση της.
- Η αιτούμενη τροποποίηση δεν αποβλέπει εις την διακρίβωση των μεταξύ των διαδίκων υφιστάμενων πραγματικών διαφορών.
- Η αίτηση και τα αιτούμενα διατάγματα θα προκαλέσουν σύγχυση, θα περιπλέξουν και θα καθυστερήσουν την δικαία εκδίκαση της υποθέσεως.
- Υπάρχει παντελή έλλειψη μαρτυρίας η οποία δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να αξιολογήσει κατά πόσο συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις ώστε να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια για να επιτρέψει ή όχι την αιτούμενη τροποποίηση.
- Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος για τροποποίηση ήταν στους Ενάγοντες, πλην όμως η μαρτυρία που προσκόμισαν στο Δικαστήριο υπό μορφή ένορκος δήλωσης δεν ήταν κατάλληλη για να δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος για τροποποίηση.
- Η αιτούμενη τροποποίηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση και δεν δίδεται οποιαδήποτε δικαιολογία για την καθυστέρηση κατά τρόπο ώστε να μην δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
- Η παρούσα διαδικασία αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου και τούτο φαίνεται μέσα από την ένορκο δήλωση της Πέρσας Κυριακίδου παράγραφοι 3, 4 και 5 που υπάρχει παραδοχή ότι τα ίδια επίδικα θέματα με τους ίδιους διαδίκους έχουν εκδικασθεί στα πλαίσια της αγωγής υπ' αριθμό 1480/2005 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού εις τα πλαίσια της οποίας έχουν κατατεθεί και τα έγγραφα ως τεκμήρια και ως φαίνεται και στην αίτηση άνευ ειδοποίησης που επισυνάπτεται οι Αιτητές υπέβαλαν αίτηση για επιστροφή τεκμηρίων τα οποία λήφθηκαν υπόψη στην προηγούμενη διαδικασία.
- Υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης διότι η υπεράσπιση του Εναγομένου όπως φαίνεται και στον φάκελο της αγωγής καταχωρίστηκε την 24.09.10 και το θέμα του δεδικασμένου εγέρθηκε στην παράγραφο 1 της εν λόγω υπεράσπισης και γνώριζαν για το δεδικασμένο οι Ενάγοντες από την εν λόγω ημερομηνία και αυτό που αναφέρει η ενόρκως δηλούσα στην παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης της ότι αρχές Φεβρουαρίου του 2013 οι Ενάγοντες έδωσαν οδηγίες στους Δικηγόρους τους να αγνοήσουν το δεδικασμένο και να προχωρήσουν στην εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης δεν μπορεί να ευσταθήσει διότι έπρεπε να παρέλθουν 3 χρόνια για να αποφασίσουν αν θα δεχθούν οι Ενάγοντες το δεδικασμένο. Η ένσταση στηρίζεται στη Διάταξη 39 Κανονισμοί 2, 6 και 20, στη Διάταξη 25 Κανονισμοί 1-6, στη Διάταξη 64 Κανονισμό 1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στην πρακτική και των εξουσιών του Δικαστηρίου. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκο δήλωση ημερομηνίας 07.03.13 του Καθ' ου η αίτηση, της οποίας τα γεγονότα περιληπτικά είναι τα πιο κάτω: · Υπάρχει δεδικασμένο αφού, όπως προκύπτει από την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, υπεβλήθηκε αίτηση για επιστροφή τεκμηρίων τα οποία λήφθηκαν υπόψη σε προηγούμενη διαδικασία για την οποία το Δικαστήριο έκδωσε απόφαση στις 20.03.09 για τα ίδια επίδικα θέματα με την παρούσα αγωγή, χωρίς να έχει εφεσιβληθεί. Αντίγραφο της δικαστικής απόφασης επισυνάπτεται στην ένορκο δήλωση αυτή ως Τεκμήριο 'Α'. · Υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίσης αίτησης διότι η υπεράσπιση του Καθ' ου η αίτηση καταχωρήθηκε στις 24.09.10 και το θέμα του δεδικασμένου εγέρθηκε στην παράγραφο 1 της εν λόγω υπεράσπισης, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται στην ένορκο δήλωση αυτή ως Τεκμήριο 'Β'. Κατά την ακρόαση της υπό κρίσης αίτησης, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι, στα πλαίσια υποστήριξης των εκατέρωθεν θέσεων και ισχυρισμών τους, περιορίστηκαν στο να υιοθετήσουν το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης τους που υπέβαλαν στο Δικαστήριο για διευκόλυνση του χωρίς έτσι να ασκήσουν το δικαίωμα που τους παρέχεται δυνάμει της Διάταξης 39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για αντεξέταση οποιουδήποτε ενόρκως δηλούντα. Η εξουσία του Δικαστηρίου να τροποποιεί το περιεχόμενο ενός δικογράφου παρέχεται από τη Διάταξη 25 Κανονισμό 1 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και έχει διακριτικό χαρακτήρα, η οποία ασκείται φιλελεύθερα και χωρίς να διέπεται από άκαμπτους κανόνες αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλέπε Παπαχρυσοστόμου v. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίροι κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 79/2009, ημερομηνίας 04.05.12). Διαχρονικά η νομολογία έχει καθορίσει διάφορες νομικές αρχές και παραμέτρους στο πλαίσιο των οποίων είναι δυνατή η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου:
- Η τροποποίηση δικογράφου επιτρέπεται σε οποιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας περιλαμβανομένου και του σταδίου αμέσως πριν ή ακόμη και μετά της έναρξης της ακροαματικής συνεδρίασης δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης και με τέτοιο τρόπο και κάτω από τέτοιους όρους που κριθούν αναγκαίοι από το Δικαστήριο (βλέπε Διάταξη 25 Κανονισμό 1, αγγλικό νομικό σύγγραμμα Halsbury's The Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 3, παράγραφος 73, σελίδας 35 και Στέλιος Φοινιώτης v Greenmar Navigation Ltd κ.α.
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 33). 2. Η τροποποίηση δικογράφου πρέπει κατά κανόνα να εγκρίνεται για να δίδεται η δυνατότητα σε κάθε διάδικο να θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου το σύνολο των πραγματικών διαφορών του με την άλλη πλευρά μέσω καλύτερης, πληρέστερης ή ακριβέστερης διατύπωσης των εκατέρωθεν θέσεων τους έτσι ώστε τα επίδικα θέματα και η ουσία αυτών να προσδιορίζονται, να παρουσιάζονται και να επιλύονται διεξοδικά δια της ίδιας νομικής διαδικασίας στην πραγματική και νομική διάσταση τους αποφεύγοντας την πολλαπλότητα δικαστικών διαμαχών (βλέπε Ετήσια Δικονομική Πρακτική 1958 (The Annual Practice 1958) σελίδα 622, Geto v M/V Vladimir Waslyayer (αρ.4)
(1993)1 Α.Α.Δ. 714 και Συμβούλιο Βελτιώσεως Αγλαντζιάς v Χαρικλείδη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1608). 3. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου (βλέπε Στέλιος Φοινιώτης v Greenmar Navigation Ltd κ.α.
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 33 και Khan και άλλη v. Δημοκρατίας του Πακιστάν, Πολιτική Έφεση Αρ. 295/2010, ημερομηνίας 11.07.11). 4. Κυρίαρχος παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης, χωρίς βέβαια να αγνοείται το στοιχείο του κατά πόσο προκαλείται ζημιά η οποία δεν θεραπεύεται με την επιδίκαση εξόδων (βλέπε Kallice Holding Co Ltd v MTR Metals (Overseas) Ltd, Αγωγή Ναυτοδικείου 40/93 ημερ. 14.02.1996, Fereos Christopoulos v The Attorney-General of the Republic
(1988)1 Α.Α.Δ. 79 και Νικολάου v. Μιλτιάδους και άλλης
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1005). 5. Κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου η 'καθυστέρηση', η οποία αποκτά την έννοια όχι αφεαυτής της μακράς εκκρεμότητας της αγωγής αλλά στην εκδήλωση διαβήματος για άδεια τροποποίησης, εκεί όπου προϋποτίθεται η δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας, συνεκτιμάται ως λογική απόρροια των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος και μαζί με όλα τα δεδομένα της υπόθεσης, χωρίς όμως ο παράγοντας αυτός, αν και σχετικός και για τον οποίο θα πρέπει να εξηγείται τυχόν παράλειψη ή αργοπορία στην υποβολή σχετικού αιτήματος, να είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας ή να ισούται κατ' ανάγκη με κακοπιστία (βλέπε Παπαχρυσοστόμου v. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίροι κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 79/2009, ημερομηνίας 04.05.12, C & A Pelekanos Associates Ltd v Ανδρέα
(2001)1 Α.Α.Δ. 2075, Saba & Co (T.M.P.) v T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, Περικτιόνη Χρίστου v Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. v A.G Lenentis & Company (Nigeria) Ltd και άλλου
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Λτδ κ.α. v Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 237, Ταξί Κυριάκος Λτδ v Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλας
(2002)1Α Α.Α.Δ. 223 και Clive Preece κ.α. v. Νάσου Θεοφίλου Ρωσσίδου, Πολιτική Έφεση 271/2008, ημερομηνίας 16.12.11). 6. Η τροποποίηση δικογράφου επιτρέπεται συνήθως ακόμα και αν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα (βλέπε Στέλιος Φοινιώτης v Greenmar Navigation Ltd κ.α.
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 33, Δόμνα Χριστοδούλου v Αθηναΐδος Ι. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 και Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Κ. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44) ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα, με το διάδικο που ισχυρίζεται θέμα κακοπιστίας να έχει και το βάρος απόδειξης του (βλέπε Ετήσια Δικονομική Πρακτική 1958 (The Annual Practice 1958) σελίδα 624, Mogridge v Clapp
(1892)3 Ch.D. 382 και Περικτιόνη Χρίστου v Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 704). 7. Παρόλο που κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της περιστατικά, εντούτοις παράγοντες όπως 'το συμφέρον της δικαιοσύνης', 'η πρόκληση βλάβης ή ζημιάς στην άλλη πλευρά που δεν αποζημιώνεται με χρήμα', 'ο προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων' και 'η αποφυγή πολλαπλότητας διαδικασιών' είναι μείζονος σημασίας κατά την συνεκτίμηση των δεδομένων μιας υπόθεσης και ασφαλώς υπερισχύουν, πάντοτε συγκριτικά, του παράγοντα 'καθυστέρηση' που απλώς συνεκτιμάται ανάλογα με την αναγκαιότητα ή το βαθμό χρησιμότητας της τροποποίησης (βλέπε Νικολάου v. Μιλτιάδους και άλλης
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1005). Καθοδηγούμενος από το πιο πάνω νομικό πλαίσιο θα ασχοληθώ στη συνέχεια με τους λόγους ένστασης, τους οποίους θα εξετάσω σε ενότητες που αποτελούνται, ανάλογα με το αν το αντικείμενο που πραγματεύονται είναι κοινό, είτε από ένα λόγο ένστασης είτε από περισσότερους. Προτού όμως εξετάσω τους λόγους ένστασης της υπό κρίση αίτησης θα ασχοληθώ με τον ισχυρισμό του Καθ' ου η αίτηση ότι η ένορκος δήλωση της κυρίας Πέρσας Κυριακίδου δεν θα πρέπει να γίνει αποδεχτή επειδή: (α) Δεν δίδεται καμία δικαιολογία γιατί ήταν απόλυτα αναγκαίο η ένορκος δήλωση να γίνει από την εν λόγω δικηγορική υπάλληλο και όχι από τη Νικολέττα Καραπαναγιώτη, υπάλληλο των Αιτητών, στην οποία ανατέθηκε ο χειρισμός της υπόθεσης δυνάμει της παραγράφου 3 της ενόρκου δηλώσεως και (β) Το περιεχόμενο της είναι αντικανονικό και δεν συνάδει με τις πρόνοιες των Κανονισμών 1 και 2 της Διάταξης 39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αφού, κατά τον Καθ' ου η αίτηση, η ενόρκως δηλούσα, παρόλο ότι αναφέρει ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης εντούτοις δεν αποκαλύπτει οποιαδήποτε πηγή πληροφόρησης της καθώς επίσης ούτε αναφέρει με ποιο τρόπο έχει προσωπική γνώση των γεγονότων καθώς και πότε χρονικά εξουσιοδοτήθηκε από τους Αιτητές να προβεί στην ένορκο δήλωση. Με παραπομπή στην Ετήσια Πρακτική 1958 και σε αγγλική νομολογία η ευπαίδευτη συνήγορος του Καθ' ου η αίτηση επιχειρεί να τεκμηριώσει τη θέση του πελάτη της. Θα πρέπει όμως εδώ να επισημανθεί ότι η θέση αυτή του Καθ' ου η αίτηση περιλαμβανομένων και των τριών πτυχών που ουσιαστικά την αποτελούν τέθηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου στο στάδιο της νομικής επιχειρηματολογίας της συνηγόρου του. Ο εν λόγω σύνθετος ισχυρισμός όχι μόνο δεν αναφέρεται στην ένορκο δήλωση του Καθ' ου η αίτηση αλλά ούτε καν αποτελεί λόγο ένστασης στην γραπτή ειδοποίηση του που καταχώρησε. Ο Κανονισμός 4
(2)της Διάταξης 48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας υποδεικνύει την εξέταση ειδοποίησης ένστασης στη βάση των συγκεκριμένων λόγων που θα πρέπει να εξειδικεύονται στο σώμα αυτής και επί των οποίων αυτή εδράζεται. Κατά προέκταση οι λόγοι ένστασης αποτελούν το κατ' εξοχήν πλαίσιο εξέτασης μιας ενδιάμεσης αίτησης. Από τη στιγμή που ο ισχυρισμός αυτός του Καθ' ου η αίτηση υποβάλλεται εκ των υστέρων και έξω από ένα τέτοιο πλαίσιο το Δικαστήριο δεν τον εξετάζει. Ανεξαρτήτως όμως του πιο πάνω, αν κάποιος είναι της άποψης ότι ο πιο πάνω ισχυρισμός του Καθ' ου η αίτηση εγείρεται ή ακόμη περιλαμβάνεται ή έστω καλύπτεται από τον έκτο λόγο ένστασης, τότε μπορεί μέσα από το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως της κυρίας Πέρσας Κυριακίδου να αντιληφθεί για ποιο λόγο αυτή έγινε από το συγκεκριμένο πρόσωπο και όχι από κάποιο υπάλληλο των Αιτητών. Το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως οδηγεί από μόνο του σε ικανοποιητική επεξήγηση γιατί η κυρία Πέρσα Κυριακίδου προβαίνει στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση. Εξιστορούνται γεγονότα που βασικά διαδραματίστηκαν στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των Αιτητών στο οποίο η ενόρκως δηλούσα εργάζεται. Συγκεκριμένα, όπως αναφέρονται στην πιο πάνω ένορκο δήλωση, η ανάγκη για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης διαπιστώθηκε από το δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση των Αιτητών, κύριο Καρατσή, κατά την προετοιμασία της υπόθεσης για ακρόαση. Ειδικότερα, ο κύριος Καρατσής εντόπισε από το φάκελο της αγωγής υπ' αριθμό 1480/2005 την ύπαρξη έγγραφης κοινοποίησης των Αιτητών ημερομηνίας 01.06.95 στην οποία, σύμφωνα με τον ίδιο, αναφερόταν ρητά το ύψος της αύξησης του ορίου πιστωτικών διευκολύνσεων σε συγκεκριμένο λογαριασμό εις το όνομα του Παναγιώτη Ανδριανού. Ήταν ο κύριος Καρατσής που μετέπειτα προχώρησε στη λήψη δικονομικού διαβήματος για να εξασφαλίσει το έγγραφο αυτό από το φάκελο της αγωγής υπ' αριθμό 1480/2005 μέσω ενόρκου δηλώσεως της κυρίας Πέρσας Κυριακίδου. Στη συνέχεια, ήταν ο ίδιος δικηγόρος που συζήτησε την ουσία της υπόθεσης με τους Αιτητές και ανάμενε την τελική τους θέση ως προς την πορεία που αυτή θα ακολουθούσε. Επομένως, είναι φανερό από τα πιο πάνω ότι η κυρία Πέρσα Κυριακίδου ήταν σε κάποιο βαθμό προσωπικά αναμεμιγμένη με τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στο εργασιακό χώρο της. Πέραν αυτού, η προηγούμενη συμμετοχή της κυρίας Πέρσας Κυριακίδου στην εξασφάλιση του εγγράφου με ένορκο δήλωση της στην αγωγή υπ' αριθμό 1480/2005 στην οποία γίνεται, μεταξύ άλλων γεγονότων, αναφορά της παρούσας υπόθεσης σε συνδυασμό με την αποκάλυψη ότι μέρος της πηγής γνώσεως της προέρχεται από τους δικηγόρους στο γραφείο που εργάζεται και χειρίζονται την υπόθεση αυτή, δικαιολογεί επαρκώς τη θέση ότι η κυρία Πέρσα Κυριασκίδου γνωρίζει τα γεγονότα που αναφέρει στην ένορκο δήλωση της υπό κρίση αίτησης τόσο προσωπικά όσο και από πληροφορίες που έλαβε κυρίως από τον κύριο Καρατσή αλλά και από τους υπόλοιπους δικηγόρους που χειρίζονται την υπόθεση αυτή. Το πότε χρονικά εξουσιοδοτήθηκε η κυρία Πέρσα Κυριακίδου από τους Αιτητές για να προβεί στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση είναι άνευ σημασίας. Αρκεί ότι δηλώνεται ότι όντως έχει εξουσιοδοτηθεί από τους Αιτητές. Εάν ο Καθ' ου η αίτηση αμφισβητεί την ύπαρξη τέτοιας εξουσιοδότησης τότε όφειλε να προβεί στις δέουσες δικονομικές ενέργειες για να εξασφαλίσει διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αντεξετάσει την ενόρκως δηλούσα στο συγκεκριμένο ζήτημα, πράγμα όμως που δεν έπραξε. Υπό αυτές τις συνθήκες, το Δικαστήριο δεν διαπιστώνει να είναι αντικανονικό το περιεχόμενο της εν λόγω ενόρκου δηλώσεως ή να μην συνάδει με τους θεσμούς πολιτικής δικονομίας. Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός αυτός του Καθ' ου η αίτηση απορρίπτεται ως ανυπόστατος. Προχωρώ ευθύς στην εξέταση των λόγων ή αναλόγως της περίπτωσης των υπολοίπων λόγων ένστασης της υπό κρίση αίτησης. Με τον τέταρτο λόγο ένστασης ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι τυχόν έγκριση της παρούσας αίτησης και κατ' επέκταση η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων θα προκαλέσουν σύγχυση, θα περιπλέξουν και θα καθυστερήσουν την δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης. Το Δικαστήριο αδυνατεί να ακολουθήσει το συλλογισμό αυτό. Από το περιεχόμενο των αιτούμενων τροποποιήσεων καθίσταται σαφές ότι οι Αιτητές απλά επιθυμούν να διορθώσουν το ακριβές ύψος του ποσού που ισχυρίζονται ότι έδωσαν ως αρχικό όριο πιστωτικών διευκολύνσεων στον Παναγιώτη Ανδριανού, τις υποχρεώσεις του οποίου κατόπιν ισχυρισμού των Αιτητών εγγυήθηκε ο Καθ' ου η αίτηση, από €17.086,01 (Λ.Κ.£10.000,00) που είναι σημειωμένο σε €3.417,20 (ΛΚ.2.000,00). Περαιτέρω και σε προέκταση της πιο πάνω θέσης τους, επιθυμούν να δικογραφήσουν τον ισχυρισμό τους περί μεταγενέστερης συνομολόγησης γραπτής συμφωνίας μεταξύ των Αιτητών και του Παναγιώτη Ανδριανού για αύξηση του ορίου στον τρεχούμενο λογαριασμό του, ο αριθμός του οποίου ήδη αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης, από Λ.Κ.2.000,00 (€3.417,20) σε ΛΚ.4.000,00 (€6.834,41) στη βάση συγκεκριμένων όρων. Με γνώμονα τη φύση, το περιεχόμενο και την έκταση των αιτούμενων τροποποιήσεων καθώς και το γεγονός ότι η ακροαματική διαδικασία της παρούσας αγωγής δεν έχει ακόμη αρχίσει αλλά και το ότι ο Καθ' ου η αίτηση δεν καταχώρησε μέχρι σήμερα αίτηση για προδικαστική εκδίκαση των σημείων που εγείρει στις παραγράφους 1 μέχρι 6 της υπεράσπισης του, δυσκολεύομαι να αντιληφθώ πως οι δύο προαναφερόμενες τροποποιήσεις θα προκαλέσουν σύγχυση, ή θα περιπλέξουν ή θα καθυστερήσουν την ακρόαση της ουσίας της υπόθεσης αυτής. Ταυτόχρονα η ένορκος δήλωση που συνοδεύει την ένσταση δεν παρέχει ίχνος μαρτυρίας που να δικαιολογεί τη θέση αυτή. Η δε ευπαίδευτη συνήγορος του Καθ' ου η αίτηση ουδεμία εξήγηση έδωσε για το θέμα αυτό στο στάδιο της νομικής επιχειρηματολογίας της αφήνοντας έτσι τον ισχυρισμό αυτό μετέωρο και κατ' επέκταση έκθετο σε απόρριψη. Συνεπώς, ο λόγος αυτός ένστασης απορρίπτεται ως αβάσιμος. Με τον όγδοο λόγο ένστασης του ο Καθ' ου η αίτηση παραπονιέται ότι η παρούσα διαδικασία αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου καθότι, όπως ισχυρίζεται, υπάρχει θέμα δεδικασμένου που είναι παραδεκτό μέσα από την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι ο προβαλλόμενος λόγος ένστασης εκφεύγει του σκοπού και πλαισίου της παρούσας διαδικασίας. Το επίδικο θέμα του δεδικασμένου μπορεί μεταγενέστερα να αποτελέσει αντικείμενο κανονικής και πλήρους εξέτασης είτε εάν και εφόσον καταχωριστεί σχετική αίτηση για προδικαστική εξέταση του ζητήματος αυτού στηριζόμενη από συμφωνημένο πλέγμα γεγονότων είτε κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης όταν πλέον θα τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου το κατάλληλο πραγματικό υπόβαθρο. Κατά συνέπεια, ο εν λόγω λόγος ένστασης απορρίπτεται ως ανεδαφικός αφού, για τους λόγους που μόλις έχω αναφέρει, στο παρόν στάδιο δεν μπορεί να εξαχθεί οποιοδήποτε συμπέρασμα περί κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας από μέρους των Αιτητών. Σχετικά με τον πρώτο λόγο ένστασης ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι η ένορκος δήλωση της κυρίας Πέρσας Κυριακίδου που υποστηρίζει την αίτηση είναι γενική, ελλιπής, ανεπαρκής και αόριστη κατά τρόπο ώστε το Δικαστήριο να μην έχει την ευχέρεια να λάβει υπόψη του κάποια γεγονότα και να εξασκήσει την διακριτική του ευχέρεια ανάλογα. Όπως έχω ήδη τονίσει, η τροποποίηση ενός δικογράφου επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία παρόλο ότι δεν περιορίζεται από συγκεκριμένους κανόνες εντούτοις ασκείται στη βάση διαφόρων νομικών αρχών και παραμέτρων που διαχρονικά έχουν αναδυθεί μέσα από τη σχετική επί του θέματος νομολογία, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε περίπτωσης. Έχοντας υπόψη τους παράγοντες που έχουν αναγνωριστεί και συνήθως εξετάζονται κρίνω ότι η θέση αυτή του Καθ' ου η αίτηση, όπως αυτή παρουσιάζεται με το λόγο αυτό ένστασης, δεν αποτελεί ένα από αυτούς. Εν πάσει περιπτώσει, η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, είτε υπέρ είτε εναντίον αιτήματος για έκδοση διατάγματος τροποποίησης πραγματοποιείται με βάση τα όποια στοιχεία και γεγονότα τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου και ως εκ τούτου η δικαιολογία ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να ασκήσει τη διακριτική ευχέρεια του λόγω ανεπαρκών ή γενικών ή αόριστων στοιχείων ή στοιχείων που απουσιάζουν δεν ευσταθεί. Κατά συνέπεια, ο λόγος αυτός ένστασης απορρίπτεται ως αβάσιμος. Ακολούθως, θα εξετάσω μαζί τους εναπομείναντες λόγους ένστασης, ήτοι τον δεύτερο, τρίτο, πέμπτο, έκτο (αναλόγως πάντοτε της περίπτωσης), έβδομο και ένατο λόγους ένστασης, καθότι αυτοί ασχολούνται με την ουσία της υπό κρίσης αίτησης. Μια προσεχτική ανάγνωση του περιεχομένου της έκθεσης απαίτησης αποκαλύπτει τον ισχυρισμό των Αιτητών για παροχή δανείων και πιστωτικών διευκολύνσεων προς τον Παναγιώτη Ανδριανού στη βάση όρων όπου για τους σκοπούς των οποίων ανοίχτηκε και λειτουργούσε συγκεκριμένος τρεχούμενος λογαριασμός εις το όνομα του εν λόγω προσώπου. Είναι ακόμη ισχυρισμός των Αιτητών ότι ο Καθ' ου η αίτηση τους εγγυήθηκε προσωπικά όλες τις υποχρεώσεις του Παναγιώτη Ανδριανού μέχρι του ποσού των €20.503,22 (ισότιμο σε Λ.Κ.£12.000,00) πλέον τόκοι, προμήθειες και τραπεζικά δικαιώματα. Επειδή, σύμφωνα με τους Αιτητές, ο Παναγιώτης Ανδριανού δεν ανταποκρίθηκε στις υποχρεώσεις του οι Αιτητές τερμάτισαν με επιστολή τους τη λειτουργία του λογαριασμού πληροφορώντας για την εξέλιξη αυτή τον Καθ' ου η αίτηση, για τον οποίο υπάρχει ισχυρισμός ότι ευθυνόταν ως εγγυητής. Μέσω της αγωγής αυτής οι Αιτητές αξιώνουν από τον Καθ' ου η αίτηση την πληρωμή του χρεωστικού υπολοίπου που ο τρεχούμενος λογαριασμός παρουσιάζει πλέον τόκοι δυνάμει σύμβασης εγγύησης. Στην υπεράσπιση του ο Καθ' ου η αίτηση, εκτός από το ζήτημα του δεδικασμένου που εγείρει, αρνείται όλους τους ισχυρισμούς των Αιτητών που περιέχονται στην έκθεση απαίτησης προβάλλοντας τις δικές του θέσεις. Παράλληλα, παρατηρώντας τις αιτούμενες τροποποιήσεις διαπιστώνω ότι αυτές δεν προσπαθούν για την εισαγωγή νέων βάσεων αγωγών. Αντίθετα, με αυτές επιχειρείται διόρθωση και συμπλήρωση ήδη δικογραφημένων θέσεων των Αιτητών που περιλαμβάνονται στο περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης τους. Απλά επιθυμείται ο ακριβής προσδιορισμός του ύψους των πιστωτικών διευκολύνσεων που οι Αιτητές παρείχαν στον Παναγιώτη Ανδριανού, τις υποχρεώσεις του οποίου απέναντι στους Αιτητές εγγυήθηκε, σύμφωνα πάντοτε με ισχυρισμό των Αιτητών, ο Καθ' ου η αίτηση. Συγκεκριμένα, ζητείται διόρθωση του ύψους του ποσού που δόθηκε ως αρχικό όριο πιστωτικών διευκολύνσεων για τους σκοπούς του οποίου ανοίχτηκε συγκεκριμένος τρεχούμενος λογαριασμός προς όφελος του Παναγιώτη Ανδριανού από €17.086,01 (Λ.Κ.£10.000,00) που είναι ήδη σημειωμένο στην έκθεση απαίτησης σε €3.417,20 (ΛΚ.2.000,00). Περαιτέρω, επιθυμείται συμπλήρωση της ήδη δικογραφημένης θέσης των Αιτητών περί παροχής δανείου και πιστωτικών διευκολύνσεων στον Παναγιώτη Ανδριανού με την προσθήκη αναφοράς για συνομολόγηση μεταγενέστερης γραπτής συμφωνίας μεταξύ των Αιτητών και του εν λόγω προσώπου για αύξηση του ορίου στον προαναφερόμενο τρεχούμενο λογαριασμό από Λ.Κ.2.000,00 (€3.417,20) σε Λ.Κ.4.000,00 (€6.834,41) στη βάση όρων. Από το περιεχόμενο, την έκταση και τη φύση των αιτούμενων τροποποιήσεων, γίνεται αντιληπτό ότι σκοπός τους είναι η δημιουργία του αναγκαίου υποβάθρου πάνω στο οποίο οι Αιτητές να μπορέσουν με την προσαγωγή της κατάλληλης μαρτυρίας να στοιχειοθετήσουν την εκδοχή τους. Διαφορετικά η μαρτυρία που αυτοί θα προσκομίσουν κατά την εκδίκαση της υπόθεσης δεν θα συνάδει με ορισμένους από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς τους πράγμα που θα ισοδυναμούσε με στέρηση ευκαιρίας στους Αιτητές να θέσουν και να παρουσιάσουν ενώπιον του Δικαστηρίου το σύνολο των πραγματικών διαφορών τους με τον Καθ' ου η αίτηση μέσω καλύτερης, πληρέστερης και ακριβέστερης διατύπωσης των θέσεων τους από τα γεγονότα που κατά την άποψη τους διαδραματίστηκαν στο βαθμό, έκταση και διάσταση που αυτοί επιθυμούν. Με αυτόν τον τρόπο θα υπάρξει ακριβής και πραγματικός προσδιορισμός όλων των επιδίκων θεμάτων, τα οποία και θα εκδικαστούν διεξοδικά μέσω μόνο της παρούσας διαδικασίας. Δεν διαφεύγει ακόμη της προσοχής του Δικαστηρίου ότι μέχρι σήμερα δεν έχει ξεκινήσει η εκδίκαση της αγωγής. Ούτε παραγνωρίζεται το γεγονός ότι ο Καθ' ου η αίτηση δεν έχει μέχρι τώρα καταχωρήσει αίτηση για προδικαστική εκδίκαση του ζητήματος του δεδικασμένου που εγείρει στην υπεράσπισης του. Επίσης και παρόλο ότι δεν έχει προβληθεί ευθύς και σαφής ισχυρισμός για κακοπιστία δεν έχω διαπιστώσει οποιοδήποτε στοιχείο που θα με οδηγούσε στο ασφαλές συμπέρασμα ότι η υπό κρίση αίτηση δεν διαπνέεται από καλή πίστη. Από την άλλη είναι γεγονός ότι παρατηρείται κάποια καθυστέρηση στην εκδήλωση του διαβήματος για τροποποίηση, δηλαδή στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης, από τη στιγμή που η αναγκαιότητα της τροποποίησης έγινε αντιληπτή από τους Αιτητές. Συγκεκριμένα, δεν έχει αμφισβητηθεί η θέση της ενόρκως δηλούσα των Αιτητών ότι η ανάγκη για τροποποίηση κατέστη γνωστή από το δικηγόρο που χειρίζεται την παρούσα αγωγή περί τις 23.03.12 στο στάδιο προετοιμασίας της υπόθεσης για ακρόαση. Ωστόσο η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στις 22.02.13, δηλαδή μετά την παρέλευση 11 μηνών. Η δικαιολογία που αποδόθηκε για την καθυστέρηση είναι ότι ο δικηγόρος των Αιτητών ανάμενε τις τελικές οδηγίες των πελατών του για την περαιτέρω πορεία που θα λάμβανε η υπόθεση, οι οποίες δόθηκαν περί τις αρχές Φεβρουαρίου 2013 οπότε και καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση. Κατ' αρχήν θα πρέπει να λεχθεί ότι κατά την εξέταση θέματος καθυστέρησης στην εκδήλωση αιτήματος τροποποίησης οι ενέργειες των Αιτητών δεν μπορούν να διαχωριστούν από ενέργειες του δικηγόρου τους. Συνεπώς, το γεγονός ότι ο δικηγόρος ανάμενε για 11 μήνες τις οδηγίες των πελατών του, οι οποίες τελικά δόθηκαν τον Φεβρουάριο 2013 και ευθύς καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση δεν σημαίνει ότι δεν σημειώθηκε καθυστέρηση υπό την έννοια που έχει εξηγηθεί πιο πάνω, για την οποία δόθηκε κάποια δικαιολογία. Συνεπώς, παρατηρώ να υπάρχει κάποια καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης, πλην όμως αυτή δεν μπορεί να προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στον Καθ' ου η αίτηση, δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Ακόμη όμως κάποιος να ισχυριστεί ότι η καθυστέρηση που παρατηρήθηκε δεν δικαιολογείται, το αποτέλεσμα δεν διαφοροποιείται. Στην υπόθεση Νικολάου v. Μιλτιάδους και άλλης
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1005 τονίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι όπου δεν προκαλείται ζημιά ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί από το διάδικο του δικαιώματος του να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Έχει επίσης λεχθεί ότι το ουσιωδέστερο είναι να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να κριθούν όλες οι πραγματικές διαφορές μεταξύ τους. Αυτό το σκεπτικό του Δικαστηρίου βρίσκει απόλυτα έρεισμα στη δική μας περίπτωση. Περαιτέρω, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις μαζί με το στοιχείο της καθυστέρησης που τις χαρακτηρίζουν δεν προκαλούν ανεπανόρθωτη ζημιά στον Καθ' ου η αίτηση. Ούτε και δημιουργούν αδικία εις βάρος του καθώς επίσης ούτε του επιφέρουν δυσμενείς επιπτώσεις στα δικαιώματα και συμφέροντα του. Μπροστά στα δεδομένα ότι η ακρόαση δεν έχει ακόμη ξεκινήσει, δεν έχει καν καταχωρηθεί αίτηση για προδικαστική εξέταση του θέματος δεδικασμένου, ότι με τις αιτούμενες τροποποιήσεις προσδιορίζονται τα επίδικα θέματα των διαδίκων τα οποία και θα αποφασιστούν όλα με την εκδίκαση της παρούσας αγωγής, η ανυπαρξία στοιχείου κακοπιστίας, το ότι δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον Καθ' ου η αίτηση ή αδικία εις βάρος του και ότι δεν επηρεάζονται δυσμενώς τα δικαιώματα και συμφέροντα του, το ζήτημα της καθυστέρησης είναι ήσσονος βαθμού αφού από μόνο του δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Συνεπώς, ο τρίτος, πέμπτος, έκτος, έβδομος και ένατος λόγοι ένστασης απορρίπτονται ως αβάσιμοι ενώ ο δεύτερος λόγος ένστασης, παρόλο ότι επιτυγχάνει, εντούτοις για τους λόγους που μόλις εξήγησα πιο πάνω δεν μπορεί να διαφοροποιήσει την κατάληξη του Δικαστηρίου. Υπό το φως των προαναφερόμενων και αφού συνεκτίμησα όλους τους παράγοντες και δεδομένων που περιβάλουν την υπό κρίση αίτηση, κρίνω ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης κλίνει προς την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης των αιτούμενων τροποποιήσεων. Ως εκ τούτου, εκδίδονται διατάγματα τροποποίησης ως οι παράγραφοι (Α) και (Β) της αίτησης. Τροποποιημένο ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από τη σύνταξη των διαταγμάτων. Τροποποιημένη υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από την καταχώρηση και παράδοση πιστού αντιγράφου του τροποποιημένου ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος ενώ η τροποποιημένη απάντηση στην υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός 5 ημερών από την καταχώρηση και παράδοση πιστού αντιγράφου της τροποποιημένης υπεράσπισης. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης καθώς επίσης και τα έξοδα που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας, επιδικάζονται υπέρ του Καθ' ου η αίτηση και εναντίον των Αιτητών. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other/Interim Αναφορά: Πολιτική Δικονομία/Αίτηση για τροποποίηση έκθεσης απαίτησης/Διάταξη 25 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο