← Κύπρος

Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Νίκου Λοφίτη κ.α., Aρ. Αγωγής: 721/07, 27/5/2013

Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Νίκου Λοφίτη κ.α., Aρ. Αγωγής: 721/07, 27/5/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A145 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Α.Ε.Δ. Aρ. Αγωγής: 721/07 Μεταξύ: Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων και 1. Νίκου Λοφίτη 2. Ντίνας Λοφίτου 3. Χρυσόστομου Λοφίτη Εναγομένων Ημερομηνία: 27 Μαίου 2013 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κα Λ. Μαλέκου για κκ. Χρυσαφίνης & Πολυβίου Για τους Εναγόμενους 1 και 2: κ. Σ. Παπακυριακού Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή οι ενάγοντες απαιτούν το ποσό των Λ.Κ.92.779,53 πλέον τόκο 9% από 10.10.2006 μέχρι εξοφλήσεως δυνάμει Συμφωνίας Εμπιστευτικής Προεξόφλησης Τιμολογίων (Confidential Invoice Discounting Agreement) που συνάφθηκε μεταξύ της Τράπεζας Κύπρου Φάκτορς Λτδ και της υπό εκκαθάριση εταιρείας Alkioni Fish Farms Ltd, ως πρωτοφειλετών, υπό την εγγύηση των εναγομένων 1-3 και της υπό εκκαθάριση εταιρείας Αλκυόνη Ιχθυογεννητική Λτδ. Στην έκθεση απαίτησης οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι οι πρωτοφειλέτες, κατά παράβαση της εν λόγω συμφωνίας, εισέπραξαν ποσά που οφείλονταν από διάφορους χρεώστες και σταμάτησαν να κάνουν καταθέσεις στον λογαριασμό που διατηρούσαν με τη Φάκτορς, αφήνοντας χρεωστικό υπόλοιπο εκ Λ.Κ.92.779,53 πλέον τόκο 9% από 10.10.2006 μέχρι εξοφλήσεως. Γι΄αυτό η Φάκτορς εξάσκησε το δικαίωμα αναγωγής των τιμολογίων στους πρωτοφειλέτες, δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας, και έτσι το εν λόγω υπόλοιπο κατέστη πληρωτέο και απαιτητό. Η Φάκτορς κίνησε την αγωγή αρ. 6556/2003 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού εναντίον των Alkioni Fish Farms Ltd, Νίκου Λοφίτη, Ντίνας Λοφίτη, Χρυσόστομου Λοφίτη και Αλκύονη Ιχθυογεννητική Λτδ για το ποσό των Λ.Κ.77.650,01 πλέον τόκο και έξοδα, η οποία αποσύρθηκε στις 22.12.2005 άνευ βλάβης. Η Φάκτορς ειδοποίησε τους εναγόμενους με επιστολή ημερ. 11.8.2003 να πληρώσουν το εν λόγω ποσό και τον τόκο, αλλά αυτοί παρέλειψαν να το πράξουν και έτσι με την παρούσα αγωγή αξιώνουν το προαναφερόμενο ποσό και τον τόκο. Στην υπεράσπιση τους οι εναγόμενοι 1 και 2 εγείρουν διάφορα θέματα, μεταξύ των οποίων ότι υπάρχει δεδικασμένο, η παρούσα αγωγή αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και/ή παράβαση των συνταγματικών δικαιωμάτων των εναγομένων, η παρούσα αγωγή είναι πρόωρη καθότι οι ενάγοντες παρέλειψαν να αποστείλουν γραπτή προειδοποίηση 3 μηνών σύμφωνα με τις πρόνοιες της εν λόγω συμφωνίας, και η αγωγή είναι παράτυπη και/ή αποβαίνει εις βλάβη των συμφερόντων των εναγομένων 1 και 2 ως εγγυητών καθότι αυτή ηγέρθη εναντίον των εναγομένων 1-3 ως εγγυητών και προωθείται μόνο εναντίον των εναγομένων 1 και 2 εφόσον αυτή δεν επιδόθηκε στον εναγόμενο 3. Επίσης οι εναγόμενοι 1 και 2 ισχυρίζονται ότι με συμφωνία μεταξύ των εναγόντων και της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας οι ενάγοντες αποδέχθηκαν την απαλλαγή των εγγυητών, οι ενάγοντες μετέβαλαν τους όρους της επίδικης συμφωνίας χωρίς τη συναίνεση ή γνώση των εγγυητών, οι ενάγοντες συνήψαν άλλες συμφωνίες με την πρωτοφειλέτιδα εταιρεία με την οποία η εγγύηση των εναγομένων 1 και 2 είχε ακυρωθεί, περί τα μέσα του 2003 οι ενάγοντες παρέλαβαν μεταχρονολογημένες επιταγές της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας για κάλυψη της διαφοράς του υπολοίπου χωρίς τη συναίνεση ή γνώση των εγγυητών, και οι ενάγοντες παρέλειψαν να εισπράξουν τα χρήματα από τους χρεώστες της εταιρείας ως ανέλαβαν να πράξουν. Κατά την ακροαματική διαδικασία ο πρώτος μάρτυρας για τους ενάγοντες ήταν ο κ. Άγγελος Καρολίδης, ο οποίος βρίσκεται στην υπηρεσία των εναγόντων από το 1993, και κατά πάντα ουσιώδη με την παρούσα αγωγή χρόνο κατείχε τη θέση του Διευθυντή του Τμήματος Προεξόφλησης επιταγών και τιμολογίων στη Bank of Cyprus Factors Ltd. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Ε.1, η Bank of Cyprus Factors Ltd ήταν οργανισμός φάκτοριγκ και διεξήγαγε εργασίες προεξοφλητών, αποδεκτών εκδοχέων, διαπραγματευτών αγοραστών, πωλητών και εμπόρων επιχειρηματικών απαιτήσεων και χρεών εισπρακτέων σε όλη την Κύπρο. Δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερ. 14.12.2005, ολόκληρη η επιχείρηση φάκτοριγκ μεταβιβάστηκε και/ή εκχωρήθηκε και/ή ανατέθηκε και/ή παραχωρήθηκε στους ενάγοντες. Το εν λόγω διάταγμα κατατέθηκε ως Τεκμήριο 11. Ο Μ.Ε.1 κατέθεσε τη Συμφωνία Εμπιστευτικής Προεξόφλησης Τιμολογίων (Confidential Invoice Discounting Agreement) ημερ. 15.12.1997 μεταξύ της Τράπεζας Κύπρου Φάκτορς Λτδ και της Alkioni Fish Farms Ltd, Τεκμήριο 1. Οι όροι λειτουργίας της εν λόγω Συμφωνίας ημερ. 15.12.1997 κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 2. Οι Συμφωνίες Εγγύησης των εναγομένων 1 και 2 ημερ. 15.12.1997, κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 3 και 4 αντίστοιχα. Σύμφωνα πάντα με τον Μ.Ε.1, η Alkioni Fish Farms Ltd, κατά παράβαση της εν λόγω Συμφωνίας, εισέπραξε ποσά που οφείλονταν από διάφορους χρεώστες και σταμάτησε να κάνει καταθέσεις στον λογαριασμό που διατηρούσε με τη Φάκτορς, αφήνοντας χρεωστικό υπόλοιπο Λ.Κ.92.779,53 πλέον τόκο 9% από 10.10.2006 μέχρι εξοφλήσεως. Αναλυτική κατάσταση λογαριασμού κατατέθηκε ως Τεκμήριο 5. Ως αποτέλεσμα τούτου, η Φάκτορς, δυνάμει της εν λόγω Συμφωνίας, εξάσκησε το δικαίωμα αναγωγής των τιμολογίων στην Alkioni Fish Farms Ltd και έτσι το εν λόγω υπόλοιπο κατέστη πληρωτέο και απαιτητό και είναι αυτό που ζητείται με την παρούσα αγωγή. Ο Μ.Ε.1 ανέφερε ακόμα ότι οι διάφοροι χρεώστες κλήθηκαν να καταβάλουν τα εν λόγω ποσά στην Τράπεζα Κύπρου Φάκτορς Λτδ με επιστολές διάφορων ημερομηνιών, αλλά αυτοί παρέλειψαν και/ή αμέλησαν να πράξουν τούτο. Κάποιοι χρεώστες ανταποκρίθηκαν και έκαναν καταθέσεις, και αυτό φαίνεται στην κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 5. Η Τράπεζα Κύπρου Φάκτορς Λτδ, με επιστολές ημερ. 11.8.2003, ειδοποίησε τους εναγόμενους 1 και 2 όσο και την εταιρεία Alkioni Fish Farms καθώς επίσης την εγγυήτρια εταιρεία Αλκύονη Ιχθυογεννητική Λτδ και τους κάλεσε να πληρώσουν το οφειλόμενο υπόλοιπο. Οι επιστολές προς τους εναγόμενους 1 και 2 και τις εταιρείες Alkioni Fish Farms και Αλκύονη Ιχθυογεννητική Λτδ κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 6-9 αντίστοιχα. Ο Μ.Ε.1 είπε ακόμα ότι γνωρίζει ότι υπάρχει σύστημα αποστολής επιστολών τερματισμού και επιστολών προς τους εγγυητές και ότι όταν μία επιστολή δεν επιστραφεί ως αζήτητη, τότε θεωρείται ότι έχει παραληφθεί. Στην υπό κρίση περίπτωση οι επιστολές προς τους εγγυητές στάληκαν στις διευθύνσεις που οι ίδιοι οι εναγόμενοι έδωσαν προς την Τράπεζα. Ο Μ.Ε.1 κατέθεσε την επιστολή ημερ. 22.9.2003 της Φάκτορς προς τον εναγόμενο 1 με την οποία του έδιναν προθεσμία μέχρι τις 30.9.2003 για να ξοφληθεί το χρεωστικό υπόλοιπο, Τεκμήριο 10. Επειδή δεν υπήρξε συμμόρφωση με το περιεχόμενο της επιστολής, τον Οκτώβριο 2003 κινήθηκε η αγωγή αρ. 6556/2003. Τέλος, ο Μ.Ε.1 αναγνώρισε ότι η Φάκτορς παρέλαβε μεταχρονολογημένες επιταγές της εταιρείας, όμως μόνο κάποιες από αυτές τιμήθηκαν, όπως φαίνεται και στο Τεκμήριο 5. Κατά την αντεξέταση του υποδείχθηκαν στον μάρτυρα ακόμα δύο επιστολές της Φάκτορς, ημερ. 10.7.2003 και 20.9.2005, Τεκμήρια 12 και 13 αντίστοιχα, στις οποίες και πάλι γίνεται αναφορά σε τερματισμό του ορίου. Ο Μ.Ε.1 τις αναγνώρισε ότι προέρχονται από τη Φάκτορς, αλλά ο ίδιος δεν τις είχε υπόψη του. Ο Μ.Ε.1 εξήγησε ότι η κα Ειρήνη Λοϊζίδου, υπεύθυνη για τον χειρισμό του λογαριασμού της εταιρείας στο Τμήμα του οποίου ο Μ.Ε.1 ήταν προϊστάμενος, διαπίστωσε ότι γίνονταν εισπράξεις από την εταιρεία οι οποίες δεν κατατίθεντο στον λογαριασμό της Φάκτορς, βάσει κάποιων πρακτικών υπολογισμών της υπηρεσίας τους. Αυτοί ήταν είτε η σύγκριση των εισπράξεων των προηγούμενων μηνών ή χρόνων όπου τα ποσά διαφέρουν σημαντικά, είτε η συμφιλίωση των καταστάσεων που υποβάλλονταν μηνιαίως από την εταιρεία. Από τη συμφιλίωση στην υπό κρίση περίπτωση εξάγεται ξεκάθαρα το συμπέρασμα ότι κάποια ποσά εισπράχθηκαν από την εταιρεία αλλά δεν κατατέθηκαν στον λογαριασμό της Φάκτορς. Η κα Λοϊζίδου ενημέρωσε τον Μ.Ε.1 περί τούτου και η Φάκτορς άσκησε το δικαίωμα που είχε δυνάμει της Συμφωνίας για την αναγωγή των τιμολογίων που οφείλονταν προς την εταιρεία στις 11.8.2003. Γι΄αυτό επίσης στάληκαν οι επιστολές για είσπραξη του ποσού και για τον τερματισμό του ορίου. Η Φάκτορς προσπάθησε να εισπράξει τα ποσά από τους χρεώστες όμως δεν τα κατάφερε. Ο Μ.Ε.1 δεν μπορούσε να απαντήσει για τις επιστολές που η Φάκτορς απέστειλε στους χρεώστες και τα τηλεφωνήματα που έγιναν σε αυτούς καθότι το Τμήμα Είσπραξης ασχολείται με αυτό το θέμα, υπεύθυνος του οποίου είναι ο κ. Κωνσταντίνος Παπαπροδρόμου. Ο Μ.Ε.1 δεν μπορούσε ακόμα να παρουσιάσει αντίγραφα των εν λόγω επιστολών καθότι αυτές καταστράφηκαν μετά την πάροδο 7 ετών. Ο δικηγόρος των εναγομένων αμφισβήτησε τη νομιμότητα του τερματισμού της Συμφωνίας, και ο Μ.Ε.1 είπε ότι με βάση τη μεθοδολογία της Φάκτορς και το όλο ιστορικό του λογαριασμού της εταιρείας, επιβεβαιώθηκε ότι η εταιρεία εισέπραττε τιμολόγια και δεν κατέθετε τα ποσά στη Φάκτορς και επομένως παρέβη τη Συμφωνία, και έτσι οι ενάγοντες είχαν το δικαίωμα να προβούν σε άμεσο τερματισμό της Συμφωνίας. Από την έναρξη της Συμφωνίας, η Φάκτορς είχε δώσει το δικαίωμα στην εταιρεία να εισπράττει η ίδια τα τιμολόγια, όμως μόλις διαπιστώθηκε η παράβαση της Συμφωνίας από την εταιρεία η Φάκτορς ανέλαβε την είσπραξη των εκκρεμούντων υπολοίπων. Η Φάκτορς όμως δεν είχε δικαίωμα, δυνάμει της Συμφωνίας, να εγείρει αγωγές εναντίον των πελατών της εταιρείας που δεν πλήρωσαν τα ποσά καθότι αυτοί είναι εκχωρημένοι χρεώστες με βάση τη Συμφωνία. Ο Μ.Ε.1 δεν ήταν σε θέση να αναφέρει τον λόγο απόσυρσης της αγωγής αρ. 6556/2003 ούτε κατά πόσο είχε γίνει οποιαδήποτε διευθέτηση και γι΄ αυτό η αγωγή αποσύρθηκε, όμως ήταν βέβαιος ότι αυτή δεν αποσύρθηκε λόγω του ότι η πρωτοφειλέτιδα εταιρεία ήταν υπό εκκαθάριση αλλά κατόπιν νομικής συμβουλής που είχαν λάβει. Ο Μ.Ε.1 αναγνώρισε επιστολή της Φάκτορς ημερ. 10.11.2004, Τεκμήριο 14, δυνάμει της οποίας φαίνεται η παραλαβή 39 μεταχρονολογημένων επιταγών από την εταιρεία, εκ των οποίων μόνο οι 3 τιμήθηκαν. Στην εν λόγω επιστολή αναφέρεται ότι η αγωγή αρ. 6556/2003 αποσύρθηκε μετά τη λήψη των 39 επιταγών. Ο Μ.Ε.1 και πάλι δεν μπορούσε να εντοπίσει στοιχεία για τις εν λόγω επιταγές παρά μόνο να αναφέρει ότι, σύμφωνα με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 14, οι 3 πρώτες τιμήθηκαν ενώ οι υπόλοιπες δεν κατατέθηκαν και λογικά πρέπει να επιστράφηκαν στον πελάτη. Ακόμα ο Μ.Ε.1 δεν ήταν σε θέση να δώσει στοιχεία για την αύξηση του ορίου δυνάμει της εν λόγω Συμφωνίας, η οποία γινόταν εσωτερικά, όμως είπε ότι τα πρόσωπα που δέσμευαν την εταιρεία υπέγραφαν την όποια αύξηση έγινε. Κατόπιν έρευνας, ο Μ.Ε.1 παρουσίασε δέσμη εγγράφων που αφορούν την αύξηση του ορίου, Τεκμήριο 16. Ο δικηγόρος των εναγομένων παρουσίασε έγγραφα της Τράπεζας Κύπρου ημερ. 5.6.2001, Τεκμήριο 15, που αφορούν έγκριση αίτησης της Alkioni Fish Farms Ltd για την παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων, δυνάμει της οποίας φαίνεται η απαλλαγή των εγγυητών από όλες τις υποχρεώσεις της εταιρείας. Ο Μ.Ε.1 διαφώνησε με αυτή τη θέση καθότι η εν λόγω αίτηση αφορά διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν από την Τράπεζα Κύπρου και πουθενά δεν γίνεται αναφορά στο όριο και τις διευκολύνσεις/υπηρεσίες που παρείχε η Φάκτορς. Ο Μ.Ε.1 παρέπεμψε στους όρους της Συμφωνίας και ανέφερε ότι τα δικαιώματα διαχείρισης χρεώνονται κάθε φορά που παρουσιάζονται τιμολόγια από την εταιρεία, το ποσό προστίθεται στο χρεωστικό υπόλοιπο και τοκίζεται κανονικά όπως το υπόλοιπο. Γίνεται ανατοκισμός του εκάστοτε χρεωστικού υπολοίπου κάθε 6 μήνες. Κατά την επανεξέταση του ο Μ.Ε.1 κατέθεσε το πρακτικό του Δικαστηρίου στην αγωγή αρ. 6556/2003 ημερ. 22.12.2005 δυνάμει του οποίου η αγωγή απορρίφθηκε, Τεκμήριο 17. Ο επόμενος και τελευταίος μάρτυρας για την πλευρά των εναγόντων ήταν ο κ. Κωνσταντίνος Παπαπροδρόμου, ο οποίος βρίσκεται στην υπηρεσία των εναγόντων από το 1994, και κατά πάντα ουσιώδη με την παρούσα αγωγή χρόνο ήταν Προϊστάμενος του Τμήματος Είσπραξης στην υπηρεσία της Bank of Cyprus Factors Ltd. Ο Μ.Ε.2 με τη σειρά του επανέλαβε ότι σύμφωνα με τις έρευνες της κας Λοϊζίδου παρουσιάστηκε δυσλειτουργία στον λογαριασμό Factoring της εταιρείας και συγκεκριμένα παρατηρήθηκε ότι δεν κατατίθεντο οι εισπράξεις τις οποίες η εταιρεία λάμβανε από τους χρεώστες της. Η κα Λοϊζίδου εφάρμοσε τις πρακτικές που χρησιμοποιεί η Φάκτορς για να προβεί στην πιο πάνω διαπίστωση της, οι οποίες είναι η σύγκριση των εισπράξεων/ τιμολογήσεων συγκεκριμένων χρονικών περιόδων καθώς επίσης η σύγκριση των καταστάσεων ενηλικίωσης (ageing analysis) τις οποίες οι πελάτες πρέπει να κοινοποιούν στη Φάκτορς. Η κα Λοϊζίδου ενημέρωσε τον υπεύθυνο του τμήματος της, τον Μ.Ε.1, ο οποίος στη συνέχεια ενημέρωσε το Τμήμα Είσπραξης. Το Τμήμα έστειλε επιστολές στους χρεώστες της εταιρείας των οποίων είχαν τα στοιχεία επικοινωνίας, με τις οποίες τους ενημέρωναν ότι το ποσό που οφείλουν στην Alkioni Fish Farms Ltd ανήκε με βάση συμφωνία στη Φάκτορς και ότι ο μόνος τρόπος πληρωμής των τιμολογίων και εξόφλησης τους είναι με πληρωμή των ποσών στη Φάκτορς. Αντίγραφα των εν λόγω επιστολών δεν υπάρχουν είτε επειδή καταστράφηκαν λόγω παρέλευσης χρονικού διαστήματος πέραν των 7 ετών είτε γιατί δεν κρατήθηκαν εξ αρχής αντίγραφα. Η επόμενη ενέργεια του Τμήματος ήταν η τηλεφωνική επικοινωνία με όλους τους χρεώστες της εταιρείας των οποίων είχαν τα τηλέφωνα και τους ενημέρωσαν ότι είχαν υποχρέωση να ξοφλήσουν τα τιμολόγια της εταιρείας στη Φάκτορς. Σύμφωνα με τον Μ.Ε.2 οι χρεώστες της εταιρείας με τους οποίους η Φάκτορς επικοινώνησε μέσω επιστολών ή τηλεφωνικώς αναφέρονται στις καταστάσεις τις οποίες η εταιρεία έστειλε προς τη Φάκτορς. Ο Μ.Ε.2 κατέθεσε 3 τέτοιες καταστάσεις που κατείχε, για υπόλοιπα ημερ. 31.5.2002, Τεκμήριο 18, για υπόλοιπα ημερ. 30.6.2002, Τεκμήριο 19, και για υπόλοιπα ημερ. 30.4.2003, Τεκμήριο 20. Ο Μ.Ε.2 σημείωσε ότι οι εν λόγω καταστάσεις παρουσιάζουν τόσο τον αριθμό των χρεωστών όσο και το σύνολο των υπόλοιπων χρεωστών της τελευταίας χρονικής κατάστασης να είναι σαφώς μικρότερο. Ο Μ.Ε.2 δεν ήταν σε θέση να αναφέρει από ποιους χρεώστες εισπράχθηκαν και ποια ποσά, παρόλο που στο Τεκμήριο 5 παρουσιάζονται διάφορες πληρωμές με τον όρο «cash» και συμπίπτουν με τις χρονικές περιόδους των Τεκμηρίων 18-20. Επίσης, στο Τεκμήριο 5 παρουσιάζεται η κατάθεση των δύο επιταγών εκ Λ.Κ.2.000 έκαστη ενώ τρίτη επιταγή που κατατέθηκε για το ίδιο ποσό φαίνεται ότι επιστράφηκε απλήρωτη. Γι΄αυτό οι ενάγοντες αξιώνουν το ποσό των €158.523,23 πλέον τόκο 9% από 10.10.2006 μέχρι εξοφλήσεως πλέον έξοδα. Κατά την αντεξέταση του ο Μ.Ε.2 επανέλαβε βασικά όσα ανέφερε στην κύρια εξέταση του, επιμένοντας ότι η Φάκτορς προέβη σε προσπάθεια είσπραξης των υπολοίπων από τους χρεώστες της εταιρείας σε αντίθετη εισήγηση του δικηγόρου των εναγομένων. Επίσης ο Μ.Ε. 2 ανέφερε ότι η κα Λοϊζίδου πρέπει να έλαβε υπόψη το στοιχείο της εποχικότητας και του επηρεασμού αυτού στην παραγωγή των ψαριών για να καταλήξει στη διαπίστωση της. Ο Μ.Ε.2 επανέλαβε το δικαίωμα της Φάκτορς για άμεσο τερματισμό του ορίου εν όψει της παράβασης των όρων της Συμφωνίας από την εταιρεία και δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει κατά πόσο η Φάκτορς εξάσκησε το δικαίωμα αναγωγής των τιμολογίων. Τέλος, ο Μ.Ε.2 δεν ήταν σε θέση να απαντήσει στις ερωτήσεις της υπεράσπισης για το θέμα της προγενέστερης αγωγής, της απόσυρσης αυτής και τυχόν διευθέτησης που είχε γίνει μεταξύ της εταιρείας και της Φάκτορς με την παραλαβή των μεταχρονολογημένων επιταγών. Ο εναγόμενος 1 κατέθεσε για την πλευρά των εναγομένων 1 και 2. Η μαρτυρία του συνοψίζεται στα ακόλουθα. Είναι ο αναπληρωτής πρόεδρος της εταιρείας Alkioni Fish Farms η οποία ήταν ιδιωτική εταιρεία κατά την υπογραφή της επίδικης Συμφωνίας με τη Φάκτορς, ενώ αργότερα εισήχθη στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. Η εταιρεία ασχολείτο με την παραγωγή ψαριού και τη διεξαγωγή γενετικών ερευνών σε συνεργασία με διεθνή Ινστιτούτα. Η εταιρεία εξήγαγε ψάρια παραγωγής της και στο εξωτερικό, ενώ η παραγωγή σπάνια ήταν σταθερή και αυτή εξαρτάτο από τις καιρικές συνθήκες και τη ζήτηση στην αγορά. Ο εναγόμενος 1 ανέφερε ότι στην αρχή της συνεργασίας της εταιρείας με τη Φάκτορς, η εταιρεία έστελνε ένα αριθμό τιμολογίων της με όριο χρηματοδότησης Λ.Κ.50.000, το οποίο αργότερα αυξήθηκε σε Λ.Κ.70.000 όταν η Φάκτορς είδε ότι υπήρχε αύξηση στις πωλήσεις. Ο εναγόμενος 1 αρνήθηκε έντονα ότι η εταιρεία παραβίασε όρο της εν λόγω Συμφωνίας και παρέπεμψε στις διάφορες επιστολές που έστειλε η Φάκτορς, λέγοντας ότι από τις εν λόγω επιστολές δεν προκύπτει η σταθερή θέση της Φάκτορς περί τερματισμού της Συμφωνίας αλλά ότι σε αυτές αναφέρεται η πρόθεση για λήψη μέτρων για την είσπραξη του οφειλόμενου ποσού. Ο λόγος δε που η Φάκτορς επικαλείτο, δηλαδή τη μη κερδοφορία της εταιρείας, δεν αποτελούσε λόγο τερματισμού με βάση τη Συμφωνία. Επί τούτου ο εναγόμενος 1 κατέθεσε επιστολή της Φάκτορς προς την εταιρεία ημερ. 14.10.2002, Τεκμήριο 21. Ο εναγόμενος 1 κατέθεσε επίσης αντίγραφο της αγωγής αρ. 6556/2003, Τεκμήριο 22, και επέμενε ότι με βάση το Τεκμήριο 15 η Φάκτορς απάλλαξε τους εγγυητές από οποιεσδήποτε υποχρεώσεις της εταιρείας. Ο εναγόμενος 1 αναφέρθηκε επίσης σε μία προσωρινή μείωση των πωλήσεων και της ρευστότητας της εταιρείας η οποία προκάλεσε τη μη έκδοση τιμολογίων και τη μη είσπραξη οποιουδήποτε ποσού για 3 μήνες, με αποτέλεσμα η Φάκτορς να υποθέσει ότι η εταιρεία δεν απέστελλε τα τιμολόγια και τις επιταγές των πελατών που εισέπραττε. Ο διευθυντής της Φάκτορς, κ. Νεοκλής Νεοκλέους, επισκέφθηκε τα γραφεία της εταιρείας και συζήτησε το θέμα με τον εναγόμενο 1 ο οποίος ζήτησε χρόνο για να αρχίσουν εκ νέου οι πωλήσεις της εταιρείας. Ο κ. Νεοκλέους δεν αποδέχθηκε αυτή την εισήγηση και έτσι έγινε διευθέτηση με την οποία η εταιρεία εξέδωσε 39 μεταχρονολογημένες επιταγές τις οποίες παρέδωσε στον κ. Νεοκλέους για πλήρη εξόφληση της Φάκτορς. Αντίγραφα των εν λόγω επιταγών κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 23. Με την παραλαβή των εν λόγω επιταγών, δεν υπήρχε λόγος για συνέχιση της αγωγής αρ. 6556/2003 τόσο εναντίον της εταιρείας όσο και εναντίον των εγγυητών και η απαίτηση της Φάκτορς μετατράπηκε σε απαίτηση επί των επιταγών της εταιρείας. Ο εναγόμενος 1 είπε ακόμα ότι δεν υπήρχε λόγος η Φάκτορς να εισπράξει χρήματα από τους πελάτες της εταιρείας καθότι όλα τα ποσά είχαν εισπραχθεί, και η μόνη ζημιά που η εταιρεία υπέστη κατά τη διάρκεια της συνεργασίας της με τη Φάκτορς είναι για το ποσό των Λ.Κ.5.000 λόγω κάποιων προσωπικών προβλημάτων πελατών της, το οποίο η εταιρεία δεν ζήτησε ποτέ. Τέλος, ο εναγόμενος 1 αναγνώρισε ότι η εταιρεία οφείλει ακόμα ποσό στη Φάκτορς, δυνάμει των επιταγών, και προς τούτο ειδοποιήθηκε ο Έφορος Εταιρειών για τις υποχρεώσεις της υπό εκκαθάριση εταιρείας. Κατά την αντεξέταση του ο εναγόμενος 1 αναγνώρισε ότι οι 39 επιταγές ήταν πληρωτέες από τις 20.5.2004 μέχρι τις 20.7.2007, και μόνο 3 από αυτές εξαργυρώθηκαν. Επίσης 2 αντικαταστάθηκαν με επιταγές της εταιρείας Ιχθυογεννητική, όπως αναφέρεται στο Τεκμήριο 14. Επομένως, η εταιρεία οφείλει στη Φάκτορς το υπόλοιπο ποσό από τις επιταγές που δεν εξαργυρώθηκαν έναντι του ποσού των Λ.Κ.70.000 που ήταν το όριο. Η δικηγόρος των εναγόντων υπέβαλε στον εναγόμενο 1 ότι οι επιταγές της εταιρείας Ιχθυογεννητική δεν τιμήθηκαν, θέση την οποία ο εναγόμενος 1 αρνήθηκε λέγοντας ότι αυτές εξαργυρώθηκαν στην Ελλάδα και τα χρήματα στάληκαν στην Κύπρο. Η δικηγόρος των εναγόντων υπέβαλε επίσης στον εναγόμενο 1 ότι αναφορικά με τις διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν στην Ιχθυογεννητική, κινήθηκε η αγωγή αρ. 6557/2003 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, η οποία αποσύρθηκε άνευ βλάβης, και καταχωρήθηκε η αγωγή αρ. 720/2007 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού η οποία εκδικάζεται ενώπιον άλλου Δικαστή. Ο εναγόμενος 1 απάντησε ότι αυτή η θέση είναι λανθασμένη. Όταν ζητήθηκε από τον εναγόμενο 1 να παρουσιάσει στοιχεία που δείχνουν την είσπραξη όλων των ποσών από τους χρεώστες της εταιρείας, αυτός απάντησε ότι κάτι τέτοιο δεν ήταν δυνατόν, και παρέπεμψε στις καταστάσεις Τεκμήρια 18-20 λέγοντας ότι όλα τα ποσά που αναφέρονται σε αυτές εισπράχθηκαν. Ο εναγόμενος 1 εξήγησε ότι στις εν λόγω καταστάσεις φαίνεται η πληρωμή του υπολοίπου, ενώ η δικηγόρος των εναγόντων υπέβαλε στον εναγόμενο 1 ότι αυτή η ερμηνεία που δίνει είναι λανθασμένη και ότι οι καταστάσεις δείχνουν την ενηλικίωση των υπολοίπων. Ο εναγόμενος 1 επέμενε ότι τα τιμολόγια που εκδόθηκαν δεν έχουν ημερομηνία λήξης ή ωρίμανσης. Η δικηγόρος των εναγόντων αναφέρθηκε σε συγκεκριμένα παραδείγματα για να καταδείξει ότι το ποσό στις προθεσμίες ισοδυναμεί με το αρχικό υπόλοιπο που αναγράφεται στην πρώτη στήλη και είναι οφειλόμενο, όμως ο εναγόμενος 1 δεν συμφώνησε με αυτή τη θέση. Ο εναγόμενος 1 ανέφερε ότι η εταιρεία έκανε πωλήσεις και πληρωνόταν σε μετρητά και αυτά ήταν μικροποσά τα οποία δεν υπήρχε λόγος η εταιρεία να στέλνει στη Φάκτορς τη μία μέρα και να της επιστρέφονται την επομένη, προσθέτοντας ότι η εταιρεία είχε μόνο υποχρέωση να στέλνει τιμολόγια που συμποσούνταν στο ποσό του ορίου που προνοούσε η Συμφωνία. Η δικηγόρος των εναγόντων υπέβαλε στον εναγόμενο 1 ότι δυνάμει της Συμφωνίας η εταιρεία όφειλε να αποστέλλει στη Φάκτορς όλα τα τιμολόγια ενώ ο εναγόμενος 1 αρνήθηκε τέτοια θέση και είπε ότι αν υπάρχει τέτοιος όρος, αυτός είναι καταχρηστικός και δεν εξυπηρετεί οποιονδήποτε σκοπό. Ο εναγόμενος 1 ανέφερε ότι οι πωλήσεις της εταιρείας μειώθηκαν κατά τη συγκεκριμένη περίοδο, με αναφορά στα Τεκμήρια 19 και 20, είτε λόγω των καιρικών συνθηκών είτε λόγω των γιορτών που ο κόσμος δεν αγόραζε ψάρι. Ήταν η βασική θέση του εναγόμενου 1 ότι με το Τεκμήριο 15 οι εγγυητές της εταιρείας είχαν απαλλαγεί σε σχέση με τις υποχρεώσεις τους έναντι της εταιρείας, και ότι με τη διευθέτηση που έγινε και την παραλαβή των 39 επιταγών η σχέση των εγγυητών έληξε και εκ των πραγμάτων οι εγγυητές απαλλάγηκαν από τις υποχρεώσεις τους. Η μη τίμηση των επιταγών δημιουργεί νέα διαφορά επί των επιταγών της εταιρείας που μετατράπηκε σε αξίωση επί των επιταγών. Επί αυτού ο εναγόμενος 1 αναγνώρισε ότι κατά τον χρόνο έκδοσης της επιταγών αυτός δεν γνώριζε ότι μεταγενέστερα η εταιρεία θα τελούσε υπό εκκαθάριση και έτσι οι επιταγές δεν θα πληρώνονταν. Η δικηγόρος των εναγόντων υπέβαλε στον εναγόμενο 1 ότι το Τεκμήριο 15 αφορά τις υποχρεώσεις της εταιρείας έναντι της Τράπεζας Κύπρου μόνο και τις πιστωτικές διευκολύνσεις που παρασχέθηκαν στην εταιρεία από αυτή, ενώ ο εναγόμενος 1 επέμενε ότι αυτό αφορά όλες τις σχέσεις της εταιρείας με την Τράπεζα Κύπρου, συμπεριλαμβανομένων όλων των εταιρειών της Τράπεζας. Επίσης η δικηγόρος των εναγόντων υπέβαλε στον εναγόμενο 1 ότι στο Τεκμήριο 14 δεν αναφέρεται η απαλλαγή των εγγυητών, ενώ ο εναγόμενος επέμενε ότι με τη λήψη των επιταγών έληξε η σχέση των εγγυητών οι οποίοι απαλλάγηκαν από τις υποχρεώσεις τους προς την εταιρεία. Ήταν η θέση της δικηγόρου των εναγόντων ότι οι επιταγές δόθηκαν για εξόφληση του τότε υπολοίπου και έτσι αποσύρθηκε η αγωγή αρ. 6556/2003, χωρίς να απαλλαγούν οι εγγυητές, ενώ ο εναγόμενος 1 είπε ότι οι επιταγές δόθηκαν για τον τερματισμό της Συμφωνίας και την απαλλαγή των εγγυητών που είναι συνεπακόλουθο του τερματισμού της σχέσης μεταξύ τους. Τέλος η δικηγόρος των εναγόντων υπέβαλε στον εναγόμενο 1 ότι η Φάκτορς έστειλε επιστολές ακυρώνοντας το όριο λόγω παράβασης της Συμφωνίας από την εταιρεία, και ο εναγόμενος 1 απάντησε ότι με την παραλαβή των 39 επιταγών η σχέση των μερών τερματίστηκε και οι εγγυητές απαλλάγηκαν. Κατά την αγόρευση του ο δικηγόρος των εναγομένων αρχικά εισηγήθηκε ότι η αγωγή αρ. 6556/2003 αποτελεί δεδικασμένο καθότι αυτή δεν αποσύρθηκε άνευ βλάβης και στην παρουσία των εναγομένων. Ο κ. Παπακυριακού ανέφερε ότι η Φάκτορς προέβη σε μεταβολή των όρων της Συμφωνίας χωρίς αυτό να είναι σε γνώση των εγγυητών, με αποτέλεσμα οι εγγυητές να έχουν απαλλαγεί από τις Συμφωνίες Εγγύησης δυνάμει του περί Συμβάσεως Νόμου, Κεφ. 149. Περαιτέρω ο κ. Παπακυριακού ανέφερε ότι δεν έγινε νόμιμος τερματισμός της Συμφωνίας από τη Φάκτορς, καθότι δεν έχει αποδειχθεί η οποιαδήποτε παράβαση της Συμφωνίας από πλευράς της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας. Ήταν επίσης η εισήγηση του δικηγόρου των εναγομένων ότι η Φάκτορς δεν προέβη σε τερματισμό της Συμφωνίας αλλά μόνο του ορίου του λογαριασμού της εταιρείας, και ότι με την παράδοση των επιταγών από την πρωτοφειλέτιδα εταιρεία προς τη Φάκτορς, η απαίτηση της Φάκτορς έχει μετατραπεί σε απαίτηση επί των επιταγών από την εταιρεία, ενώ οι εγγυητές έχουν απαλλαγεί των υποχρεώσεων τους. Ακόμα, ο κ. Παπακυριακού εξέφρασε τη θέση ότι με βάση το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 15, οι εγγυητές έχουν απαλλαγεί των υποχρεώσεων τους και οι ενάγοντες κωλύονται να ισχυρίζονται ότι οι εναγόμενοι είναι ακόμα εγγυητές των υποχρεώσεων της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας, και ότι οι Συμφωνίες Εγγύησης περιέχουν παράνομους όρους και έτσι αυτές δεν μπορούν να εφαρμοστούν. Τέλος, ο δικηγόρος των εναγομένων αναφέρθηκε στη μαρτυρία των δυο μαρτύρων των εναγόντων για να καταδείξει ότι αυτή παρουσιάζει αντιφάσεις και δεν είναι ικανή να αποδείξει την απαίτηση των εναγόντων στον απαιτούμενο βαθμό. Στη δική της αγόρευση η δικηγόρος των εναγόντων ανέλυσε τη μαρτυρία που προσάχθηκε στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης και κάλεσε το Δικαστήριο να στηριχθεί στη μαρτυρία των εναγόντων ως αξιόπιστη, ενώ εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία του εναγόμενου 1 χαρακτηρίζεται από αντιφάσεις, ανακρίβειες και λανθασμένες τοποθετήσεις. Η δικηγόρος των εναγόντων επεσήμανε ότι ο ισχυρισμός των εναγομένων στην υπεράσπιση τους ότι η αγωγή είναι πρόωρη καθότι οι ενάγοντες παρέλειψαν να στείλουν γραπτή προειδοποίηση 3 μηνών καταρρίπτεται από τη μαρτυρία εκ μέρους των εναγόντων και τα γεγονότα της υπόθεσης. Επίσης η κα Μαλέκου εισηγήθηκε ότι ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι οι ενάγοντες δεν μπορούν να προωθούν την παρούσα αγωγή καταρρίπτεται από το Τεκμήριο 11 και τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 επί τούτου. Ήταν η θέση της κας Μαλέκου ότι η βάση της παρούσας αγωγής είναι η Συμφωνία Εμπιστευτικής Προεξόφλησης Τιμολογίων με την εταιρεία Alkioni Farms Ltd, την οποία εγγυήθηκαν οι εναγόμενοι 1 και 2 με ξεχωριστά έγγραφα εγγύησης και αποζημίωσης, και ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 κωλύονται να προβαίνουν στους ισχυρισμούς που περιέχονται στην υπεράσπιση τους και προώθησαν μέσω της μαρτυρίας του εναγόμενου 1, καθότι αυτοί υπέγραψαν και αποδέχθηκαν τους όρους των εγγυήσεων και αποζημιώσεων. Η κα Μαλέκου ανέφερε ακόμα ότι οι εναγόμενοι δεν κατάφεραν να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους για την απαλλαγή τους από τις εγγυήσεις και αποζημιώσεις τους προς τους ενάγοντες, και κατέληξε ότι οι ενάγοντες απέδειξαν την απαίτηση τους στον απαιτούμενο βαθμό και ζήτησε την έκδοση απόφασης υπέρ τους με έξοδα. Έχω παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο Μ.Ε.1 δημιούργησε θετική εντύπωση προς το Δικαστήριο καθότι το σύνολο της μαρτυρίας του χαρακτηρίζεται από αμεσότητα και συνέπεια. Τόσο στην κύρια εξέταση όσο και κατά την αντεξέταση του ο Μ.Ε.1 αναφέρθηκε στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης τα οποία ήταν σε θέση να γνωρίζει λόγω της ιδιότητας του στη Φάκτορς, και με αναφορά σε έγγραφα προς υποστήριξη των ισχυρισμών του τα οποία κατέθεσε ως Τεκμήρια. Θεωρώ ότι η αδυναμία του μάρτυρα να δώσει απαντήσεις σε σχέση με κάποια θέματα, όπως οι επιστολές της Φάκτορς και τα τηλεφωνήματα προς τους χρεώστες και οι συνθήκες απόσυρσης της αγωγής αρ. 6556/2003, δεν πλήττουν την αξιοπιστία του, αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την πεποίθηση του Δικαστηρίου ότι ο εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε με ειλικρίνεια και ήθελε να αποκαλύψει την αλήθεια στο Δικαστήριο. Ο μάρτυρας ήταν σαφής ότι δεν γνώριζε για τα εν λόγω θέματα κυρίως λόγω της ιδιότητας του και της δικής του εμπλοκής με την υπό κρίση περίπτωση, και δεν δίστασε να προβεί σε περαιτέρω έρευνα στα αρχεία των εναγόντων στην προσπάθεια του να εντοπίσει στοιχεία αναφορικά με θέματα που ηγέρθηκαν από τον δικηγόρο των εναγομένων. Μάλιστα ο Μ.Ε.1 έδωσε επαρκείς απαντήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το θέμα της ισχυριζόμενης παράβασης των όρων της Συμφωνίας εκ μέρους της εταιρείας, και κυρίως τη θέση του αναφορικά με το Τεκμήριο 15 και την ισχυριζόμενη εκ μέρους των εναγομένων απαλλαγή των εγγυητών από τις υποχρεώσεις τους προς την εταιρεία. Γενικά, η μαρτυρία του Μ.Ε.1 χαρακτηρίζεται από σταθερές και ολοκληρωμένες απαντήσεις, έτσι ώστε αυτός να κρίνεται αξιόπιστος και η μαρτυρία του να γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της από το Δικαστήριο. Ο Μ.Ε.2 με τη σειρά του επίσης προκάλεσε καλή εντύπωση προς το Δικαστήριο. Ο Μ.Ε.2 κατέθεσε με ευθύτητα και σταθερότητα καθ΄ όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του, και αυτή παρουσιάζει συνοχή με τα όσα ανέφερε ο Μ.Ε.1. Ο Μ.Ε.2 ήταν σε θέση να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες αναφορικά με τη διαπίστωση της κας Λοϊζίδου για τη δυσλειτουργία στον λογαριασμό Factoring της εταιρείας και τις μετέπειτα ενέργειες της Φάκτορς για την είσπραξη των οφειλομένων ποσών από τους χρεώστες της εταιρείας, λόγω της ιδιότητας του ως Προϊσταμένου του Τμήματος Είσπραξης, και κατέθεσε και εξήγησε τις καταστάσεις τις οποίες η εταιρεία έστειλε προς τη Φάκτορς, Τεκμήρια 18-20. Ακόμα ο Μ.Ε.2 δεν δίστασε να αναφέρει ότι δεν γνώριζε για κάποια θέματα και έτσι δεν μπορούσε να δώσει απαντήσεις σε σχετικές ερωτήσεις του δικηγόρου των εναγομένων, καθότι αυτά δεν ενέπιπταν στα δικά του καθήκοντα και αρμοδιότητες στη Φάκτορς. Το Δικαστήριο δεν υιοθετεί τη θέση του δικηγόρου των εναγομένων κατά την αγόρευση του ότι οι Μ.Ε.1 και 2 παρουσιάζουν αντιφάσεις κατά τη μαρτυρία τους, αλλά αντίθετα διαπιστώνει ότι η μαρτυρία των δύο αυτών μαρτύρων συνάδει μεταξύ τους και ουσιαστικά η μία συμπληρώνει την άλλη ανάλογα με την ιδιότητα και εμπλοκή του καθενός στα γεγονότα που αφορούν τις επίδικες Συμφωνίες. Το Δικαστήριο ακόμα δεν συμφωνεί με τη θέση του δικηγόρου των εναγομένων ότι οι Μ.Ε.1 και 2 επιλεκτικά κράτησαν και παρουσίασαν έγγραφα ενώ κατέστρεψαν τα υπόλοιπα, καθότι και οι δύο μάρτυρες έδωσαν τις απαραίτητες εξηγήσεις γι΄ αυτό και προσπάθησαν να παρουσιάσουν όσα έγγραφα βρίσκονταν στο αρχείο της Φάκτορς. Μάλιστα, αυτοί αναγνώρισαν κάποια από τα έγγραφα που η πλευρά των εναγομένων κατείχε και παρουσίασε στο Δικαστήριο, και ακόμα είναι αξιοσημείωτο ότι και η πλευρά των εναγομένων επικαλέστηκε αδυναμία να παρουσιάσει έγγραφα, και ειδικότερα τις καταστάσεις που δείχνουν τις εισπράξεις των ποσών από τους χρεώστες της εταιρείας. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται πιο πάνω, ικανοποιούμαι ότι η μαρτυρία των Μ.Ε.1 και 2 είναι αξιόπιστη και γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της από το Δικαστήριο. Αντίθετα, ο εναγόμενος 1 δεν προκάλεσε θετική εικόνα προς το Δικαστήριο και γενικά δεν έπεισε για την αλήθεια των όσων έλεγε. Αρχικά το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η μαρτυρία του παρουσιάζει αντιφάσεις μεταξύ της κύριας εξέτασης και της αντεξέτασης του, και ακόμα γενικότητα και αοριστία στις θέσεις του. Συγκεκριμένα, ενώ ο εναγόμενος 1 ισχυρίστηκε ότι δεν υπήρχε λόγος η Φάκτορς να εισπράξει χρήματα από τους πελάτες της εταιρείας καθότι όλα τα ποσά είχαν εισπραχθεί, εν τούτοις αναγνώρισε ότι η εταιρεία οφείλει ακόμα ποσό στη Φάκτορς, δυνάμει των επιταγών που δόθηκαν στη Φάκτορς και δεν τιμήθηκαν. Επίσης, η βασική θέση των εναγομένων για τη μείωση των εργασιών και εισπράξεων της εταιρείας παρέμεινε εντελώς γενική και αόριστη, καθότι ο εναγόμενος 1 δεν ήταν σε θέση να παρουσιάσει οποιαδήποτε στοιχεία για επιβεβαίωση των ισχυρισμών του. Ιδιαίτερη έκπληξη προκάλεσε η θέση του εναγόμενου 1 ότι οι επιταγές της εταιρείας Ιχθυογεννητική εξαργυρώθηκαν στην Ελλάδα και τα χρήματα στάληκαν στην Κύπρο, χωρίς αυτό να παρουσιάζεται στην κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 5, και χωρίς ο εναγόμενος 1 να μπορεί να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση γι΄ αυτό. Αυτή η θέση προβλήθηκε για πρώτη φορά κατά τη μαρτυρία του εναγόμενου 1 και ουδέποτε τέθηκε στους Μ.Ε.1 και 2 για να δώσουν τη δική τους εκδοχή επί τούτης. Ενώ κατά την κύρια εξέταση του ο εναγόμενος 1 είπε ότι η εταιρεία εισέπραττε τα ποσά και έστελνε τις επιταγές και τα τιμολόγια στη Φάκτορς, κατά την αντεξέταση του αναγνώρισε ότι εισέπραττε ποσά τα οποία δεν έστελνε στη Φάκτορς, και ακόμα επέμενε ότι η εταιρεία δεν είχε υποχρέωση να στέλνει όλα τα τιμολόγια στη Φάκτορς δυνάμει της μεταξύ τους Συμφωνίας, ενώ αυτή η θέση του δεν επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο αυτής. Όταν του τέθηκε ο ακριβής όρος της εν λόγω Συμφωνίας από τη δικηγόρο των εναγόντων, ο εναγόμενος 1 περιορίστηκε να απαντήσει ότι αν υπάρχει τέτοιος όρος τότε αυτός είναι καταχρηστικός. Ακόμα και η ερμηνεία του για τα Τεκμήρια 18-20 δεν προκύπτει από το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων. Αυτή η συμπεριφορά του εναγόμενου 1 δημιούργησε την εντύπωση ότι αυτός προσπαθούσε με κάθε τρόπο να προωθήσει τη δική του θέση για να βοηθήσει την πλευρά των εναγομένων, παραπλανώντας έτσι το Δικαστήριο. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου ενδυναμώνεται από τη στάση του εναγόμενου 1 αναφορικά με το Τεκμήριο 15, καθότι αυτό ουδόλως επιβεβαιώνει τη θέση του ότι οι εγγυητές απαλλάγηκαν από όλες τις υποχρεώσεις τους σε σχέση με την πρωτοφειλέτιδα εταιρεία, συμπεριλαμβανομένων αυτών που αφορούν τη Φάκτορς. Το εν λόγω Τεκμήριο αφορά άλλη εταιρεία, και συγκεκριμένα την Τράπεζα Κύπρου Λτδ, και άλλες διευκολύνσεις, χωρίς αναφορά στη Φάκτορς, και μάλιστα κατά χρόνο που η Τράπεζα Κύπρου και η Φάκτορς ήταν δύο ξεχωριστές και ανεξάρτητες νομικές οντότητες. Η όλη μαρτυρία και συμπεριφορά του εναγόμενου 1 στο εδώλιο του μάρτυρα άφησαν την εντύπωση στο Δικαστήριο ότι αυτός πρόβαλλε διάφορες αντικρουόμενες και γενικές θέσεις, οι οποίες δεν βρίσκουν έρεισμα από τα έγγραφα τα οποία ο ίδιος επικαλέστηκε, απλώς και μόνο για να υποστηρίξει την πλευρά των εναγομένων στην προσπάθεια αποποίησης της ευθύνης τους στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής. Με βάση όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, δεν μπορώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία του εναγόμενου 1 ως αξιόπιστη, και ως εκ τούτου αυτή απορρίπτεται στο σύνολο της. Σύμφωνα με την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας και βασιζόμενη στη μαρτυρία των μαρτύρων που κατέθεσαν για τους ενάγοντες, την οποία αποδέχομαι ως πλήρως αξιόπιστη, καταλήγω ότι τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης έχουν ως ακολούθως. Η Bank of Cyprus Factors Ltd ήταν οργανισμός φάκτοριγκ και διεξήγαγε εργασίες προεξοφλητών, αποδεκτών εκδοχέων, διαπραγματευτών αγοραστών, πωλητών και εμπόρων επιχειρηματικών απαιτήσεων και χρεών εισπρακτέων σε όλη την Κύπρο. Δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερ. 14.12.2005 στην Αίτηση αρ. 530/2005 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ολόκληρη η επιχείρηση φάκτοριγκ μεταβιβάστηκε και/ή εκχωρήθηκε και/ή ανατέθηκε και/ή παραχωρήθηκε στους ενάγοντες. Το εν λόγω διάταγμα κατατέθηκε ως Τεκμήριο 11. Οι ενάγοντες είναι τραπεζικός οργανισμός δεόντως εγγεγραμμένος σύμφωνα με τους Νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας και διεξάγουν τραπεζικές εργασίες όλων των ειδών. Οι ενάγοντες λειτουργούσαν με το όνομα Τράπεζα Κύπρου Λτδ μέχρι και τις 11.7.2004, ενώ από τις 12.7.2004 έχουν μετονομασθεί σε Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Στις 15.12.1997 υπεγράφη Συμφωνία Εμπιστευτικής Προεξόφλησης Τιμολογίων (Confidential Invoice Discounting Agreement) μεταξύ της Τράπεζας Κύπρου Φάκτορς Λτδ και της Alkioni Fish Farms Ltd, Τεκμήριο 1. Οι όροι λειτουργίας της εν λόγω Συμφωνίας υπογράφηκαν επίσης στις 15.12.1997 και κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 2. Οι εναγόμενοι 1 και 2 υπέγραψαν Συμφωνίες Εγγύησης της εν λόγω Συμφωνίας Εμπιστευτικής Προεξόφλησης Τιμολογίων στις 15.12.1997, οι οποίες κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 3 και 4 αντίστοιχα. Από την έναρξη ισχύος της Συμφωνίας, η Φάκτορς ανέθεσε στην εταιρεία την υποχρέωση είσπραξης των τιμολογίων από τους πελάτες/χρεώστες της. Η Τράπεζα Κύπρου Φάκτορς Λτδ προέβη σε αύξηση του ορίου της εταιρείας Alkioni Fish Farms Ltd δυνάμει της εν λόγω Συμφωνίας Εμπιστευτικής Προεξόφλησης Τιμολογίων από Λ.Κ.50.000 σε Λ.Κ.70.000 μέχρι τις 30.9.1998 και από Λ.Κ.50.000 σε Λ.Κ.100.000 μέχρι τις 31.5.1999. Σχετικές επιστολές γνωστοποίησης των εν λόγω αποφάσεων της Φάκτορς για την αύξηση του ορίου προς την εταιρεία ημερ. 13.5.1998 και 19.10.1998, καθώς επίσης κατάσταση στην οποία φαίνεται το εκάστοτε όριο του λογαριασμού κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 16. Στις 14.10.2002 η Φάκτορς απέστειλε επιστολή προς την εταιρεία αναφορικά με τη σταδιακή μείωση του ορίου του λογαριασμού, Τεκμήριο 21. Η κα Ειρήνη Λοϊζίδου, υπεύθυνη για τον χειρισμό του λογαριασμού της εταιρείας στο Τμήμα Προεξόφλησης επιταγών και τιμολογίων στη Bank of Cyprus Factors Ltd, διαπίστωσε ότι παρουσιάστηκε δυσλειτουργία στον λογαριασμό Factoring της εταιρείας καθότι γίνονταν εισπράξεις από την εταιρεία οι οποίες δεν κατατίθεντο στον λογαριασμό της Φάκτορς. Η κα Λοϊζίδου εφάρμοσε τις πρακτικές που χρησιμοποιεί η Φάκτορς για να προβεί στην πιο πάνω διαπίστωση της, οι οποίες είναι η σύγκριση των εισπράξεων/ τιμολογήσεων συγκεκριμένων χρονικών περιόδων καθώς επίσης η συμφιλίωση των καταστάσεων ενηλικίωσης (ageing analysis) τις οποίες οι πελάτες πρέπει να κοινοποιούν στη Φάκτορς. Η κα Λοϊζίδου ενημέρωσε τον Διευθυντή του Τμήματος και προϊστάμενο της, Μ.Ε.1, περί τούτου και η Φάκτορς άσκησε το δικαίωμα για την αναγωγή των τιμολογίων που οφείλονταν προς την εταιρεία. Ο Μ.Ε.1 στη συνέχεια ενημέρωσε το Τμήμα Είσπραξης, και συγκεκριμένα τον Προϊστάμενο του Τμήματος, Μ.Ε.2. Το Τμήμα έστειλε επιστολές στους χρεώστες της εταιρείας των οποίων είχαν τα στοιχεία επικοινωνίας, με τις οποίες τους ενημέρωναν ότι το ποσό που οφείλουν στην Alkioni Fish Farms Ltd ανήκε με βάση συμφωνία στη Φάκτορς και ότι ο μόνος τρόπος πληρωμής των τιμολογίων και εξόφλησης τους είναι με πληρωμή των ποσών στη Φάκτορς. Σύμφωνα με τη μαρτυρία των Μ.Ε.1 και 2, την οποία αποδέχθηκα στο σύνολο της, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι αντίγραφα των εν λόγω επιστολών δεν υπάρχουν είτε επειδή καταστράφηκαν λόγω παρέλευσης χρονικού διαστήματος πέραν των 7 ετών είτε γιατί δεν κρατήθηκαν εξ αρχής αντίγραφα. Η επόμενη ενέργεια του Τμήματος ήταν η τηλεφωνική επικοινωνία με όλους τους χρεώστες της εταιρείας των οποίων είχαν τα τηλέφωνα και τους ενημέρωσαν ότι είχαν υποχρέωση να ξοφλήσουν τα τιμολόγια της εταιρείας στη Φάκτορς. Οι χρεώστες της εταιρείας με τους οποίους η Φάκτορς επικοινώνησε μέσω επιστολών ή τηλεφωνικώς αναφέρονται στις καταστάσεις τις οποίες η εταιρεία έστειλε προς τη Φάκτορς. Τρεις τέτοιες καταστάσεις που η Φάκτορς κατείχε, για υπόλοιπα ημερ. 31.5.2002, 30.6.2002 και 30.4.2003, κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 18-20 αντίστοιχα. Κάποιοι χρεώστες ανταποκρίθηκαν και έκαναν καταθέσεις, και αυτό φαίνεται στην κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 5. Εν όψει αυτού, η Φάκτορς απέστειλε επιστολή προς την εταιρεία ημερ. 10.7.2003, με την οποία ζητούσε την τακτοποίηση των εκκρεμοτήτων στον λογαριασμό της, Τεκμήριο 12. Στις 11.8.2003 η Φάκτορς, με επιστολές, ειδοποίησε την εταιρεία Alkioni Fish Farms και τους εναγόμενους 1 και 2, καθώς επίσης την εγγυήτρια εταιρεία Αλκύονη Ιχθυογεννητική Λτδ, και τους κάλεσε να πληρώσουν το οφειλόμενο υπόλοιπο. Οι επιστολές προς τους εναγόμενους 1 και 2 και τις εταιρείες Alkioni Fish Farms και Αλκύονη Ιχθυογεννητική Λτδ κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 6-9 αντίστοιχα. Οι επιστολές προς τους εναγόμενους 1 και 2 στάληκαν στις διευθύνσεις που οι ίδιοι, ως εγγυητές, είχαν δηλώσει προς τη Φάκτορς. Στις επιστολές, Τεκμήρια 12 και 6-9 αναφέρεται ότι σε περίπτωση μη εξόφλησης του υπολοίπου εντός της δοθείσας προθεσμίας αυτές θα θεωρηθούν ως επιστολές τερματισμού του ορίου. Ακολούθησε επιστολή ημερ. 22.9.2003 προς τον εναγόμενο 1, αναπληρωτή πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου του ομίλου Αλκυόνη, για το θέμα της υλοποίησης των υποχρεώσεων της εταιρείας Αλκυόνη για εξόφληση του χρεωστικού της υπολοίπου μέχρι 30.9.2003, Τεκμήριο 10. Στις 15.10.2003 η Φάκτορς καταχώρησε την αγωγή αρ. 6556/2003 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού εναντίον των Alkioni Fish Farms Ltd, Νίκου Λοφίτη, Ντίνας Λοφίτου, Χρυσόστομου Λοφίτη και Αλκύονη Ιχθυογεννητική Λτδ, Τεκμήριο 22. Στις 10.11.2004 η Φάκτορς απέστειλε επιστολή προς την εταιρεία, Τεκμήριο 14, δυνάμει της οποίας φαίνεται η παραλαβή 39 μεταχρονολογημένων επιταγών από την εταιρεία εκ των οποίων μόνο οι 3 τιμήθηκαν. Αντίγραφα των εν λόγω επιταγών κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 23. Στην εν λόγω επιστολή αναφέρεται ότι η αγωγή αρ. 6556/2003 αποσύρθηκε μετά τη λήψη των 39 επιταγών. Η αγωγή αρ. 6556/2003 απορρίφθηκε στις 22.12.2005, σύμφωνα με το σχετικό πρακτικό του Δικαστηρίου, Τεκμήριο 17. Εν τω μεταξύ, στις 20.9.2005 η Φάκτορς απέστειλε νέα επιστολή προς την εταιρεία για την παραχώρηση τελευταίας προθεσμίας εξόφλησης του χρεωστικού υπολοίπου της, Τεκμήριο 13. Στην εν λόγω επιστολή αναφέρεται ότι σε περίπτωση μη εξόφλησης του υπολοίπου εντός της δοθείσας προθεσμίας αυτή θα θεωρηθεί ως επιστολή τερματισμού του ορίου. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της κατάστασης, Τεκμήριο 5, το σημερινό οφειλόμενο υπόλοιπο ανέρχεται στο ποσό των €158.523,23 πλέον τόκο από 10.10.2006 μέχρι εξοφλήσεως. Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός η σύναψη της Συμφωνίας Εμπιστευτικής Προεξόφλησης Τιμολογίων (Confidential Invoice Discounting Agreement) μεταξύ της Τράπεζας Κύπρου Φάκτορς Λτδ και της Alkioni Fish Farms Ltd, Τεκμήριο 1, η υπογραφή των όρων λειτουργίας αυτής, Τεκμήριο 2, καθώς επίσης η υπογραφή των Συμφωνιών Εγγύησης της εν λόγω Συμφωνίας από τους εναγόμενους 1 και 2, Τεκμήρια 3 και 4 αντίστοιχα. Ο όρος 3.1 της Συμφωνίας προνοεί για την αγορά από τη Φάκτορς όλων των χρεών της εταιρείας, τόσο αυτά που υπήρχαν κατά την έναρξη ισχύος της Συμφωνίας όσο και αυτά που θα δημιουργηθούν κατά τη διάρκεια ισχύος αυτής, εκτός από αυτά που αναφέρονται ρητά στον όρο 5 της Συμφωνίας. Επομένως προκύπτει ότι η εν λόγω Συμφωνία καλύπτει και αφορά όλα τα χρέη της εταιρείας από τις εργασίες της ανεξάρτητα του ύψους του ποσού του ορίου. Επίσης, δυνάμει του όρου 3.2. της Συμφωνίας, όλα τα δικαιώματα που απορρέουν από τα χρέη της εταιρείας αυτόματα εκχωρούνται στη Φάκτορς. Περαιτέρω, ο όρος 4.1 δημιουργεί την υποχρέωση προς την εταιρεία να στέλνει αντίγραφα των τιμολογίων στη Φάκτορς εντός 7 ημερών από την παράδοση των εμπορευμάτων στους πελάτες της. Δυνάμει του όρου 10.4, η εταιρεία έχει επίσης υποχρέωση να στέλνει μηνιαίως στη Φάκτορς διάφορα έγγραφα, συμπεριλαμβανομένων αντιγράφων όλων των καταστάσεων προς τους πελάτες, καταστάσεων ενηλικίωσης αναφορικά με τα οφειλόμενα υπόλοιπα δυνάμει των τιμολογίων, κατάστασης συμφιλίωσης και αντιγράφων των καταστάσεων των τραπεζικών λογαριασμών της. Σύμφωνα με τον όρο 12.1 της Συμφωνίας, η Φάκτορς διατηρεί το αποκλειστικό δικαίωμα είσπραξης των χρεών. Αυτά είναι πληρωτέα εντός 90 ημερών. Με βάση τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, από την έναρξη ισχύος της Συμφωνίας τα μέρη συμφώνησαν όπως η εταιρεία αναλάβει την είσπραξη των χρεών των πελατών της για λογαριασμό της Φάκτορς. Παρόλο που η Συμφωνία προνοεί ότι οποιαδήποτε τροποποίηση αυτής μπορεί να γίνει μόνο γραπτώς (όρος 19.1), εν τούτοις από τη στιγμή που τα συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν σε αυτό τότε θεωρώ ότι με τη συμπεριφορά τους δεν επιμένουν στην τήρηση του εν λόγω όρου. Επομένως, η τακτική είσπραξης των χρεών από την εταιρεία είναι καθόλα νόμιμη. Η αρχική Συμφωνία καθόριζε όριο χρηματοδότησης Λ.Κ.50.000, ενώ κατά τη διάρκεια ισχύος αυτής η Φάκτορς προέβη σε διαφοροποίηση του εν λόγω ορίου, όπως φαίνεται στο Τεκμήριο 16. Επίσης στην επιστολή ημερ. 14.10.2002, Τεκμήριο 21, γίνεται αναφορά σε σταδιακή μείωση του ορίου. Όπως φαίνεται από το περιεχόμενο των Συμφωνιών Εγγύησης που υπέγραψαν οι εναγόμενοι 1 και 2, Τεκμήρια 3 και 4 αντίστοιχα, οι εναγόμενοι 1 και 2 εγγυήθηκαν τη δέουσα εκτέλεση της Συμφωνίας Εμπιστευτικής Προεξόφλησης Τιμολογίων και ανέλαβαν την υποχρέωση αποζημίωσης στη Φάκτορς έναντι όλων των απωλειών που ήθελε υποστεί δυνάμει, μεταξύ άλλων, της μη τήρησης ή της παράβασης των όρων της εν λόγω Συμφωνίας από την πρωτοφειλέτιδα εταιρεία. Σχετικοί είναι οι όροι 2 και 3. Ήταν ρητός όρος των Συμφωνιών Εγγύησης ότι τροποποιήσεις στη Συμφωνία, ή οποιαδήποτε άλλη συμφωνία μεταξύ της Φάκτορς και της εταιρείας, και αντικαταστάσεις ή αλλοιώσεις αυτών, μπορούν να γίνουν χωρίς τη συγκατάθεση των εγγυητών ακόμα και αν οι εν λόγω τροποποιήσεις ή αλλοιώσεις πιθανό να αυξήσουν την ευθύνη των εγγυητών έναντι στη Φάκτορς - όρος 4(i). Επίσης στις Συμφωνίες Εγγύησης ρητά προνοείται ότι η παροχή χρόνου στην εταιρεία ή η οποιαδήποτε διευθέτηση μεταξύ της εταιρείας και τη Φάκτορς δεν επηρεάζει με οποιονδήποτε τρόπο την ευθύνη των εγγυητών έναντι στη Φάκτορς, και ότι οι εν λόγω Συμφωνίες παρέχουν συνεχή εγγύηση η οποία συνεχίζει να υφίσταται, ανεξάρτητα της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων της εταιρείας προς τη Φάκτορς ή οποιασδήποτε διευθέτησης έγινε μεταξύ τους, μέχρι την πληρωμή από την εταιρεία ολόκληρων των ποσών που οφείλονται στη Φάκτορς - όροι 4(
  2. ii)και (iii). Οι εγγυητές υπέχουν ευθύνη ως πρωτοφειλέτες, σύμφωνα με τον όρο 4(
  3. ix)των Συμφωνιών Εγγύησης. Βασικό επιχείρημα των εναγομένων ήταν ότι τόσο με την πρακτική είσπραξης των χρεών από την εταιρεία όσο και με την αύξηση του ορίου του λογαριασμού της εταιρείας, χωρίς τη γνώση ή συγκατάθεση των εγγυητών, υπάρχει αλλοίωση των όρων της Συμφωνίας Εμπιστευτικής Προεξόφλησης Τιμολογίων και, με βάση τα άρθρα 91, 92, 93 και 97 του περί Συμβάσεων Νόμου, οι εγγυητές έχουν απαλλαγεί των υποχρεώσεων τους δυνάμει των Συμφωνιών Εγγύησης. Χρήσιμη ανάλυση αυτού του θέματος γίνεται στο σύγγραμμα Σύμβαση Εγγύησης του κ. Χριστάκη Λουκά, στις σελ. 232-262. Στην υπό κρίση περίπτωση, οι εγγυητές υπέγραψαν τις Συμφωνίες Εγγύησης, στις οποίες προνοείται η δυνατότητα μεταβολής των όρων της Συμφωνίας Εμπιστευτικής Προεξόφλησης Τιμολογίων και ακόμα της ύπαρξης οποιασδήποτε συμφωνίας μεταξύ των συμβαλλομένων μερών σε αυτή, δηλαδή τη Φάκτορς και την εταιρεία, και μεταβολής αυτής, ακόμα και αν αυτή η μεταβολή αυξήσει την ευθύνη των εγγυητών έναντι στη Φάκτορς, και ειδικότερα ότι αυτοί υπέχουν ευθύνη ως πρωτοφειλέτες. Από τη στιγμή που οι εναγόμενοι 1 και 2, ως εγγυητές, υπέγραψαν και αποδέχθηκαν αυτές τις πρόνοιες, αναγνωρίζοντας τη δυνατότητα τροποποίησης των όρων της Συμφωνίας Εμπιστευτικής Προεξόφλησης Τιμολογίων έστω και αν αυτή αυξάνει την ευθύνη τους ως εγγυητές, και αναγνωρίζοντας την ευθύνη τους ως πρωτοφειλέτες, τότε αυτοί δεν μπορούν να επικαλούνται τις προαναφερόμενες πρόνοιες του περί Συμβάσεων Νόμου και δεν απαλλάσσονται της ευθύνης τους δυνάμει των Συμφωνιών Εγγύησης. Αυτοί οι όροι αποτελούν ρητή επιφύλαξη των δικαιωμάτων της Φάκτορς έναντι των εγγυητών και έτσι αυτοί δεν απαλλάσσονται της ευθύνης τους. Σχετικά παραπέμπω στο προαναφερόμενο σύγγραμμα, στις σελ. 233, 239 και 245, στο σύγγραμμα Halsbury´s Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 18, σελ. 502, παρ. 922 και στην υποσημείωση (r), και στις υποθέσεις British Motor Trust Co. v. Hyams

(1934)50 T.L.R. 230, Greenwood v. Francis
(1899)1 Q.B. 312, C.A., Perry v. National Provincial Bank of England
(1910)1 Ch. 464, C.A., Yates v. Evans
(1892)61 L.J. Q.B. 446, και Cowper v. Smith
(1838)4 M & W 519. Η υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. Γενικού Εισαγγελέα
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 83, στην οποία ο δικηγόρος των εναγομένων παρέπεμψε το Δικαστήριο, δεν υποστηρίζει τη θέση των εναγομένων. Αντίθετα η εν λόγω απόφαση επιβεβαιώνει τις νομικές αρχές που αναφέρονται πιο πάνω και την κατάληξη του Δικαστηρίου επί αυτού του θέματος. Σε εκείνη την υπόθεση το Δικαστήριο ανέτρεξε στους όρους της συμφωνίας και κατέληξε ότι οι όροι της συμφωνίας για την εγγύηση του δανείου δεν τηρήθηκαν και ότι η τήρηση τους αποτελούσε προϋπόθεση για την ενεργοποίηση της εγγύησης. Υπό το φως αυτών των δεδομένων, το Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία η απαίτηση της τράπεζας εναντίον των εγγυητών απορρίφθηκε. Η υπό κρίση περίπτωση διαφοροποιείται λόγω του περιεχόμενου της Συμφωνίας μεταξύ της Φάκτορς και της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας και των Συμφωνιών Εγγύησης των εναγομένων 1 και 2. Σύμφωνα και πάλι με τα γεγονότα της υπόθεσης, διαπιστώθηκε από τη Φάκτορς ότι η εταιρεία δεν κατέβαλλε όλα τα χρήματα που εισέπραττε από τους πελάτες της στη Φάκτορς. Ο δικηγόρος των εναγομένων ισχυρίστηκε ότι η μαρτυρία που προσάχθηκε γι΄ αυτό το θέμα δεν είναι ικανή να αποδείξει αυτή τη θέση των εναγόντων στον απαιτούμενο βαθμό και απλά αποτελεί μία υπόθεση εκ μέρους τους. Το Δικαστήριο δεν υιοθετεί αυτή τη θέση των εναγομένων. Πράγματι, η μαρτυρία των Μ.Ε.1 και 2 επί τούτου προέρχεται από την κα Λοϊζίδου η οποία ήταν η υπεύθυνη για τη λειτουργία του λογαριασμού της εταιρείας και προέβη σε αυτή τη διαπίστωση. Η κα Λοϊζίδου δεν κλήθηκε ως μάρτυρας ενώ εξακολουθεί να βρίσκεται στην υπηρεσία των εναγόντων, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Ε.2. Εν τούτοις, καθοδηγούμενη από τις πρόνοιες των άρθρων 16 και 17 του περί Αποδειξεως Νόμου, Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε, και λαμβάνοντας υπόψη τη μαρτυρία των Μ.Ε.1 και 2, την ιδιότητα του Μ.Ε.1 ως προϊστάμενου της κας Λοϊζίδου, τα έγγραφα που παρουσιάστηκαν από τον Μ.Ε.2 προς υποστήριξη αυτής της θέσης, Τεκμήρια 18-20, την κοινοποίηση αυτή της θέσης της Φάκτορς προς την εταιρεία και τη συζήτηση του εναγόμενου 1 και του κ. Νεοκλέους για το θέμα, όπως ο εναγόμενος 1 αναγνώρισε κατά τη μαρτυρία του, την επιμονή της Φάκτορς στη δική της θέση και τη μετέπειτα συμπεριφορά της με την αναγωγή των τιμολογίων και την αποστολή επιστολών στις οποίες αναφέρεται ο τερματισμός του ορίου του λογαριασμού της εταιρείας, Τεκμήρια 8 και 12, και την παράλειψη της πλευράς των εναγομένων να κλητεύσει την κα Λοϊζίδου για να την αντεξετάσει, ικανοποιούμαι ότι η μαρτυρία των Μ.Ε.1 και 2 αναφορικά με τις διαπιστώσεις της κας Λοϊζίδου και τον τρόπο κατάληξης της σε αυτές, αποτελεί αποδεκτή αλλά και αξιόπιστη μαρτυρία στην οποία αποδίδω βαρύτητα και την οποία θεωρώ πλήρως αξιόπιστη. Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι η επιστολή ημερ. 14.10.2002, Τεκμήριο 21, δεν επιβεβαιώνει τη θέση των εναγομένων για τη μη αναγνώριση από τη Φάκτορς παράβασης των όρων της Συμφωνίας εκ μέρους της εταιρείας. Σε αυτή γίνεται αναφορά σε σταδιακή μείωση του ορίου/υπολοίπου λόγω των πρόσφατων μη κερδοφόρων αποτελεσμάτων της εταιρείας, όμως διαφαίνεται ότι η διαπίστωση εκ μέρους της κας Λοϊζίδου για την παράλειψη της εταιρείας να πληρώνει στη Φάκτορς όλα τα ποσά που εισέπραττε από τους πελάτες της αφορά χρονικό διάστημα μεταγενέστερο της εν λόγω επιστολής, σύμφωνα και με τις ημερομηνίες των Τεκμηρίων 18-20 που φθάνουν μέχρι και τις 8.5.2003, και η απόφαση της Φάκτορς για την άσκηση του δικαιώματος της αναγωγής των τιμολογίων και τον τερματισμό του ορίου του λογαριασμού έγινε αρκετούς μήνες αργότερα, με αρχή την επιστολή ημερ. 10.7.2003, Τεκμήριο 12, και ακολούθως τις επιστολές ημερ. 11.8.2003, Τεκμήρια 6-9. Επομένως, ικανοποιούμαι ότι η εταιρεία παρέλειψε να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις της δυνάμει της Συμφωνίας, με αποτέλεσμα η Φάκτορς να είχε το δικαίωμα άμεσου τερματισμού αυτής με γραπτή ειδοποίηση, σύμφωνα με τον όρο 18.2(
  1. a)και 2.1(
  2. b)της Συμφωνίας. Η Φάκτορς εξάσκησε το δικαίωμα αναγωγής των τιμολογίων στην εταιρεία και απέστειλε την επιστολή ημερ. 10.7.2003, Τεκμήριο 12. Σε αυτή αναφέρεται ότι «Σε περίπτωση που οι εκκρεμότητες δεν τακτοποιηθούν εντός της προθεσμίας αυτής, η παρούσα να θεωρηθεί ως επιστολή τερματισμού του ορίου.» Ακολούθησαν οι επιστολές ημερ. 11.8.2003 προς την εταιρεία και τους εγγυητές, εναγόμενους 1 και 2, και την εταιρεία Ιχθυογεννητική, Τεκμήρια 6-9 αντίστοιχα. Και σε αυτές τις επιστολές χρησιμοποιείται το ίδιο λεκτικό και προστίθεται ότι σε περίπτωση μη εξόφλησης η Φάκτορς θα προχωρήσει στην είσπραξη του λαβείν της μέσω της νομικής οδού. Ακολούθησε η καταχώρηση της αγωγής αρ. 6556/2003 στις 15.10.2003, Τεκμήριο 22. Η πλευρά των εναγομένων αμφισβητεί την ύπαρξη και ακόμα τη νομιμότητα του τερματισμού της Συμφωνίας από τη Φάκτορς. Αρχικά αναφέρω ότι ο τερματισμός του ορίου του λογαριασμού της εταιρείας συνεπάγεται και αποτελεί τον τερματισμό της Συμφωνίας. Το γεγονός ότι γίνεται αναφορά σε τερματισμό στην επιστολή ημερ. 10.7.2003 και ακολούθως στην επιστολή ημερ 11.8.2003 δεν αναιρεί τον τερματισμό της Συμφωνίας με οποιονδήποτε τρόπο. Το ίδιο λεκτικό χρησιμοποιείται και στις δύο επιστολές για να καταδείξει ότι η παροχή χρόνου για τη διευθέτηση αποπληρωμής του χρεωστικού υπολοίπου της εταιρείας γίνεται χωρίς επηρεασμό του τερματισμού της Συμφωνίας και των δικαιωμάτων της Φάκτορς που απορρέουν από αυτή. Αυτό άλλωστε προνοείται ρητά στην ίδια τη Συμφωνία, στον όρο 20. Οι επιστολές τερματισμού ημερ. 11.8.2003 στάληκαν τόσο στην πρωτοφειλέτιδα εταιρεία όσο και στους εγγυητές αυτής, τους εναγόμενους 1 και 2, και την εταιρεία Ιχθυογεννητική, Τεκμήρια 6-9 αντίστοιχα. Η αποστολή των εν λόγω επιστολών στην πρωτοφειλέτιδα εταιρεία έγινε στη διεύθυνση που αναγράφεται επί της ίδιας της Συμφωνίας και των όρων αυτής, Τεκμήρια 1 και 2, και στους εναγόμενους 1 και 2 στη δοθείσα από τους ίδιους διεύθυνση η οποία φαίνεται επί των Συμφωνιών Εγγύησης, Τεκμήρια 3 και 4 αντίστοιχα. Αυτός ο τρόπος αποστολής των επιστολών συνάδει με τις πρόνοιες της Συμφωνίας, Τεκμήριο 1, και ειδικότερα με τον όρο 19.2 αυτής. Άλλωστε, η παραλαβή των εν λόγω επιστολών ουδέποτε αμφισβητήθηκε από την πλευρά των εναγομένων, η οποία μάλιστα παρουσίασε την επιστολή ημερ. 11.8.2003, Τεκμήριο 12. Με αυτά τα δεδομένα, εν όψει της παράβασης των όρων της Συμφωνίας, Τεκμήριο 1, από την πρωτοφειλέτιδα εταιρεία, η Φάκτορς είχε το δικαίωμα άμεσου τερματισμού αυτής με γραπτή ειδοποίηση, την οποία απέστειλε τόσο στην πρωτοφειλέτιδα εταιρεία όσο και στους εγγυητές, όπως προνοούσε η Συμφωνία. Σχετική είναι η υπόθεση Lombard Natwest Ltd v. Λαζαρίδη
(1999)1(Β) Α.Α.Δ.
  1. Επίσης, δυνάμει του όρου 11.8 της Συμφωνίας, η εταιρεία είχε την υποχρέωση αποζημίωσης της Φάκτορς, όταν της ζητηθεί, έναντι όλων των εξόδων, ζημιών και απαιτήσεων τα οποία η Φάκτορς πιθανό να υποστεί συνεπεία της παράβασης των όρων της Συμφωνίας εκ μέρους της εταιρείας, ανεξάρτητα αν η Φάκτορς γνωρίζει για την παράβαση των όρων ή τις συνθήκες που οδήγησαν στην παράβαση και ανεξάρτητα οποιασδήποτε διευθέτησης της Φάκτορς για να μειώσει τη ζημιά της. Η Φάκτορς συμμορφώθηκε και με αυτή την πρόνοια της Συμφωνίας με την αποστολή των προαναφερόμενων επιστολών ημερ. 10.7.2003 και 11.8.2003, κατόπιν της διαπίστωσης ότι η εταιρεία παραβίασε τους όρους της Συμφωνίας. Σύμφωνα με τα γεγονότα της υπόθεσης, η Φάκτορς απέστειλε επιστολές και επικοινώνησε τηλεφωνικώς με όσους πελάτες της εταιρείας είχε τη δυνατότητα με βάση τις καταστάσεις τις οποίες η εταιρεία έστελνε στη Φάκτορς, καλώντας τους να πληρώσουν το οφειλόμενος χρέος τους προς τη Φάκτορς. Έγιναν κάποιες πληρωμές, οι οποίες περιέχονται στην κατάσταση, Τεκμήριο 5, όμως παρέμεινε οφειλόμενο υπόλοιπο. Επομένως, ικανοποιούμαι ότι η Φάκτορς προέβη σε όλες τις δέουσες ενέργειες για την είσπραξη του λαβείν της από τους πελάτες της εταιρείας, χωρίς όμως αυτό να γίνει κατορθωτό. Λόγω της μη υλοποίησης των υποχρεώσεων της εταιρείας για εξόφληση του οφειλόμενου υπολοίπου, η Φάκτορς απέστειλε επιστολή προς την εταιρεία ημερ. 22.9.2003, σε συνέχεια των επιστολών της ημερ. 10.7.2003 και 11.8.2003, δυνάμει της οποίας την πληροφορεί ότι της δίνει τελευταία προθεσμία μέχρι τις 30.9.2003, Τεκμήριο
  2. Εφόσον δεν υπήρξε αποπληρωμή του οφειλόμενου υπολοίπου της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας, είτε από την ίδια είτε από τους εγγυητές της, η Φάκτορς καταχώρησε την αγωγή αρ. 6556/2003, Τεκμήριο
  3. Η εν λόγω αγωγή απορρίφθηκε από το Δικαστήριο στις 22.12.1995, σύμφωνα με το πρακτικό του Δικαστηρίου, Τεκμήριο
  4. Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η αγωγή αρ. 6556/2003 αποσύρθηκε εφόσον η εταιρεία παρέδωσε στη Φάκτορς 39 μεταχρονολογημένες επιταγές, όπως αναφέρεται στην επιστολή ημερ. 10.11.2004, Τεκμήριο
  5. Η αναφορά στην εν λόγω επιστολή ότι η αγωγή αρ. 6556/2003 αποσύρθηκε, ενώ διαφαίνεται ότι αυτό έγινε σε μεταγενέστερη ημερομηνία, δεν ενέχει οποιαδήποτε σημασία εφόσον τελικά η εν λόγω αγωγή απορρίφθηκε. Στην εν λόγω επιστολή γίνεται αναφορά στη συμφωνία μεταξύ της εταιρείας και της Φάκτορς για τη σταδιακή μερική αποπληρωμή του χρεωστικού υπολοίπου, στην απόσυρση της αγωγής με την παράδοση των 39 επιταγών, στην εξαργύρωση των 3 επιταγών, στην αντικατάσταση άλλων 3 επιταγών, στη μη κατάθεση της επόμενης επιταγής κατόπιν παράκλησης της εταιρείας και στην αδυναμία της εταιρείας να τηρήσει το χρονοδιάγραμμα εξόφληση του υπολοίπου της. Επίσης αναφέρεται ότι περαιτέρω καθυστέρηση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από την πλευρά της Φάκτορς, και αν η εταιρεία δεν συνεργαστεί στην αποπληρωμή του υπολοίπου, τότε η Φάκτορς θα υποχρεωθεί να επαναφέρει τα νομικά μέτρα για την είσπραξη του λαβείν της. Στην εν λόγω επιστολή η Φάκτορς ουδόλως αναφέρει ότι με την παραλαβή των επιταγών απαλλάσσει την εταιρεία από την ευθύνη της για την αποπληρωμή του υπολοίπου και των υποχρεώσεων της δυνάμει της Συμφωνίας με τη Φάκτορς, αλλά αντίθετα επιφυλάσσει ρητά το δικαίωμα καταχώρησης νέας αγωγής για την είσπραξη αυτού σε περίπτωση παράλειψης της εταιρείας να τηρήσει το χρονοδιάγραμμα αποπληρωμής των επιταγών. Επομένως, θεωρώ ότι αυτή η συμπεριφορά εκ μέρους της Φάκτορς, με την παραλαβή των επιταγών από την εταιρεία και την παροχή χρόνου για την αποπληρωμή του υπολοίπου, δεν αποτελεί μεταβολή της σχέσης των συμβαλλομένων μερών δυνάμει της Συμφωνίας. Άλλωστε, η υποχρέωση της εταιρείας προς τη Φάκτορς δυνάμει της Συμφωνίας παραμένει μέχρι την αποπληρωμή όλων των οφειλομένων ποσών δυνάμει της Συμφωνίας και η παροχή χρόνου στην εταιρεία δεν επηρεάζει τα δικαιώματα της Φάκτορς δυνάμει της Συμφωνίας, όπως ρητά προνοείται στους όρους 11.8 και 20 αυτής. Αυτή η στάση εκ μέρους της Φάκτορς δεν αποτελεί αλλοίωση των όρων της Συμφωνίας Εμπιστευτικής Προεξόφλησης Τιμολογίων ούτε και απαλλάσσει τους εναγόμενους 1 και 2, ως εγγυητές, δυνάμει των Συμφωνιών Εγγύησης, καθότι σε αυτές υπάρχει ο όρος 4(ii) που προβλέπει το δικαίωμα στη Φάκτορς να παρέχει στην πρωτοφειλέτιδα εταιρεία παράταση χρόνου για εκπλήρωση των υποχρεώσεων της ή να προβεί σε οποιοδήποτε συμβιβασμό ή διευθέτηση με αυτή χωρίς επηρεασμό της ευθύνης των εγγυητών έναντι στη Φάκτορς. Αυτή η κατάληξη του Δικαστηρίου βρίσκει έρεισμα στο σύγγραμμα Σύμβαση Εγγύησης του κ. Χριστάκη Λουκά, στη σελ.
  6. Η θέση των εναγομένων ότι οι Συμφωνίες Εγγύησης περιέχουν παράνομους και καταχρηστικούς όρους είναι αβάσιμη, σύμφωνα με όσα αναφέρονται πιο πάνω. Οι εν λόγω Συμφωνίες είναι καθ΄ όλα νόμιμες και περιέχουν τους συνήθεις όρους της τραπεζικής πρακτικής, όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα Σύμβαση Εγγύησης του κ. Χριστάκη Λουκά, στις σελ. 239 και
  7. Η πλευρά των εναγομένων παρουσίασε το Τεκμήριο 15 για να ισχυριστεί ότι με αυτό οι εγγυητές απαλλάγηκαν όλων των υποχρεώσεων τους έναντι στην πρωτοφειλέτιδα εταιρεία και επομένως η Φάκτορς κωλύεται/εμποδίζεται να έχει απαίτηση από τους εναγόμενους 1 και
  8. Αυτή η θέση κρίνεται παντελώς αβάσιμη καθότι το Τεκμήριο 15 προέρχεται από διαφορετικό νομικό πρόσωπο κατά τον ουσιώδη χρόνο, δηλαδή την Τράπεζα Κύπρου Λτδ, και αφορά συγκεκριμένες πιστωτικές διευκολύνσεις, οι οποίες παρατίθενται στο συνημμένο Παράρτημα στη σελ. 1, το προϊόν των οποίων θα χρησιμοποιηθεί όπως περιγράφεται στο συνημμένο Παράρτημα στις σελ. 3 και
  9. Αυτές οι διευκολύνσεις δεν σχετίζονται με οποιονδήποτε τρόπο με το πλαίσιο της Συμφωνίας Εμπιστευτικής Προεξόφλησης Τιμολογίων και ούτε περιλαμβάνουν τις εν λόγω υπηρεσίες προεξόφλησης τιμολογίων της εταιρείας. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Ε.1, την οποία έχω αποδεχθεί, και την αναφορά στην επιστολή ημερ. 10.11.2004, Τεκμήριο 14, η αγωγή αρ. 5665/2003 αποσύρθηκε από τους ενάγοντες. Αυτό αποτελεί παραδεκτό γεγονός από τους εναγόμενους 1 και 2 στην υπεράσπιση τους. Από τη στιγμή που στο πρακτικό του Δικαστηρίου, Τεκμήριο 17, αναφέρεται ρητά το δικαίωμα των εναγόντων «να επανέλθουν», τότε η εν λόγω αγωγή απορρίφθηκε από το Δικαστήριο με επιφύλαξη του δικαιώματος των εναγόντων να καταχωρήσουν νέα αγωγή. Το γεγονός ότι κατά την ημερομηνία απόρριψης της αγωγής δεν υπήρχε εμφάνιση από την πλευρά των εναγομένων δεν ενέχει οποιαδήποτε σημασία. Σχετικές επί τούτου είναι οι υποθέσεις Πατσαλίδης v. Δίσπυρου
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 17 και Παμπορίδης v. Κτηματικής Τραπέζης Λτδ
(1995)1 Α.Α.Δ.
  1. Επομένως, ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι η αγωγή αρ. 6556/2003 αποτελεί δεδικασμένο και έτσι οι ενάγοντες δεν μπορούν να εγείρουν την παρούσα αγωγή δεν είναι βάσιμος. Εν τω μεταξύ, στάληκε η επιστολή ημερ. 20.9.2005, Τεκμήριο 13, στην οποία επαναλαμβάνεται η παράλειψη της εταιρείας να ξοφλήσει το οφειλόμενο υπόλοιπο, η αναγνώριση εκ νέου του τερματισμού της Συμφωνίας και η αναφορά στη λήψη νομικών μέτρων για την είσπραξη του οφειλόμενου ποσού. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, από τις 39 μεταχρονολογημένες επιταγές που δόθηκαν από την εταιρεία στη Φάκτορς, μόνο οι 3 τιμήθηκαν. Η ίδια η πλευρά των εναγομένων αναγνώρισε ότι η εταιρεία εξακολουθεί να οφείλει στη Φάκτορς το ποσό των επιταγών που δεν τιμήθηκαν. Επομένως, εν όψει και πάλι της παράλειψης εκ μέρους της εταιρείας ή των εγγυητών να ξοφλήσουν το οφειλόμενο υπόλοιπο, οι ενάγοντες καταχώρησαν την παρούσα αγωγή. Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι οι ενάγοντες νομιμοποιούνται να καταχωρήσουν την παρούσα αγωγή, εν όψει του διατάγματος του Δικαστηρίου, ημερ. 14.12.2005, Τεκμήριο
  2. Ο ισχυρισμός στην υπεράσπιση των εναγομένων περί του αντιθέτου ουδόλως προωθήθηκε είτε κατά την ακρόαση της αγωγής είτε κατά την αγόρευση του δικηγόρου των εναγομένων και επομένως θεωρώ ότι αυτός εγκαταλείφθηκε. Επίσης ο ισχυρισμός στην υπεράσπιση των εναγομένων ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε 10 χρόνια μετά την υπογραφή της Συμφωνίας κατά παράβαση των συνταγματικών δικαιωμάτων των εναγομένων, και πάλι δεν προωθήθηκε από την πλευρά των εναγομένων και επομένως θεωρώ ότι και αυτός εγκαταλείφθηκε. Ο ισχυρισμός για αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής και πάλι δεν προωθήθηκε από την πλευρά των εναγομένων αλλά, εν πάση περιπτώσει, αυτή η θέση αντικρούεται από τα ίδια τα γεγονότα της υπόθεσης και κυρίως την όλη συμπεριφορά της Φάκτορς και ακολούθως των εναγόντων αναφορικά με την απαίτηση τους για το οφειλόμενο υπόλοιπο δυνάμει της Συμφωνίας Εμπιστευτικής Προεξόφλησης Τιμολογίων, όπως περιγράφεται αναλυτικά πιο πάνω. Η θέση των εναγομένων ότι η παρούσα αγωγή είναι πρόωρη λόγω του ότι δεν δόθηκε γραπτή προειδοποίηση 3 μηνών για τον τερματισμό της Συμφωνίας σύμφωνα με τις πρόνοιες αυτής, δεν είναι βάσιμη εν όψει των ευρημάτων του Δικαστηρίου για την παραβίαση των όρων της Συμφωνίας από την εταιρεία και το δικαίωμα άμεσου τερματισμού αυτής από τη Φάκτορς, το οποίο η Φάκτορς άσκησε νόμιμα. Το γεγονός ότι οι ενάγοντες εγείρουν την παρούσα αγωγή μόνο εναντίον κάποιων εκ των εγγυητών, και όχι εναντίον της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας, και ακόμα ότι αυτή προωθείται μόνο εναντίον των εναγομένων 1 και 2 και όχι εναντίον και του εναγόμενου 3, δεν επηρεάζει με οποιονδήποτε τρόπο τη νομιμότητα της παρούσας αγωγής και της απαίτησης των εναγόντων. Άλλωστε το Δικαστήριο σημειώνει ότι, σύμφωνα με το περιεχόμενο του φακέλου της υπόθεσης του Δικαστηρίου, και ειδικότερα το πρακτικό ημερ. 4.6.2009, το κλητήριο ένταλμα δεν επιδόθηκε στον εναγόμενο 3 εντός ενός έτους από την καταχώρηση του και έτσι αυτό έπαυσε να ισχύει για τον εν λόγω εναγόμενο. Το γεγονός της μη επίδοσης της αγωγής στον εναγόμενο 3 αναφέρθηκε από τον Μ.Ε.1 κατά την μαρτυρία του και αποτελεί παραδεκτό γεγονός από τους εναγόμενους στην υπεράσπιση τους. Σχετική επί τούτου είναι η υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Γ. & Κ. Βιονευρολογική Λτδ κ.ά., Πολιτική Έφεση αρ. 123/2010, ημερ. 18.2.
  3. Μετά την έγερση της παρούσας αγωγής και με βάση το περιεχόμενο της κατάστασης, Τεκμήριο 5, παραμένει οφειλόμενο υπόλοιπο δυνάμει της Συμφωνίας ημερ. 15.12.1997, το οποίο ανέρχεται στο ποσό των €158.523,
  4. Οι Μ.Ε.1 και 2 αναφέρθηκαν σε αξίωση τόκου προς 9% επί του οφειλόμενου ποσού. Παρόλο που η Συμφωνία προβλέπει τόκο 8% και ο δικηγόρος των εναγομένων ασχολήθηκε με το θέμα του τόκου κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.1, εν τούτοις η χρέωση του εν λόγω ποσοστού του τόκου όπως και η κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 5, δεν αμφισβητήθηκαν από την πλευρά των εναγομένων οι οποίοι μάλιστα στην υπεράσπιση τους παραδέχονται ότι οι ενάγοντες τροποποίησαν τη συμφωνηθείσα αμοιβή προεξόφλησης από 8% σε 9%. Βέβαια οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι αυτή η τροποποίηση έγινε χωρίς τη γνώση ή συγκατάθεση τους, θέση η οποία όμως δεν προβλήθηκε κατά τη διάρκεια της ακρόασης της υπόθεσης. Με αυτά τα δεδομένα, ικανοποιούμαι ότι οι ενάγοντες απέδειξαν στον απαιτούμενο βαθμό τόσο το ύψος του οφειλόμενου ποσού όσο και του τόκου προς 9%. Από τη στιγμή που το προαναφερόμενο ποσό και ο τόκος παραμένουν απλήρωτα και οφειλόμενα προς τους ενάγοντες δυνάμει της Συμφωνίας Εμπιστευτικής Προεξόφλησης Τιμολογίων, οι εναγόμενοι 1 και 2 υπέχουν ευθύνη αποπληρωμής του εν λόγω ποσού και του τόκου δυνάμει των Συμφωνιών Εγγύησης, Τεκμήρια 3 και
  5. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, ικανοποιούμαι ότι οι ενάγοντες κατάφεραν να αποδείξουν την απαίτηση τους εναντίον των εναγομένων 1 και 2 στον απαιτούμενο βαθμό. Ως εκ τούτου εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για το ποσό των €158.523,23 πλέον τόκο 9% από 10.10.2006 μέχρι εξοφλήσεως. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............................... Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Πολιτική / Τελική Απόφαση Αναφορά: Φάκτορς cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.