ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. Χαράλαμπου Ψαρά, Αρ. Αγωγής: 2818/2010, 24/5/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A142 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2818/2010 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, εκ Λευκωσίας Εναγόντων και Χαράλαμπου Ψαρά (Α.Τ.0417049), εκ Λεμεσού Εναγομένου Αίτηση ημερομηνίας 22.02.13 για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης για αποκάλυψη επιπρόσθετων εγγράφων Ημερομηνία: 24.05.13 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες-Αιτητές: κα Χ. Βοσκαρίδου (η κα Ε. Παναγιώτου για ν' ακούσει απόφαση) Για Εναγόμενο-Καθ' ου η αίτηση: κα Ιωάννου ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση οι Αιτητές ζητούν την άδεια του Δικαστηρίου για να καταχωρήσουν συμπληρωματική ένορκη δήλωση η οποία να συμπληρώνει και/ή να τροποποιεί την ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων του κυρίου Βάσου Βασιλείου εκ Λεμεσού ημερομηνίας 31.03.11. Η υπό κρίση δια κλήσεως αίτηση εδράζεται στη Διάταξη 28, στη Διάταξη 25 Κανονισμό 5, στη Διάταξη 39, στη Διάταξη 48 Κανονισμούς 1, 2, 3, 4
(2), 5, 6 και 7 και στη Διάταξη 64 Κανονισμό 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στις συμφυείς εξουσίες και διακριτική ευχέρεια του Σεβαστού Δικαστηρίου. Τα δε γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με τους Αιτητές δικαιολογούν την επιτυχία της περιέχονται σε ένορκο δήλωση ημερομηνίας 22.02.13 της κυρίας Πέρσας Κυριακίδου, υπαλλήλου στο δικηγορικό γραφείο των Αιτητών και συνοψίζονται ως εξής: - Στις 03.03.11 εκ συμφώνου εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού διάταγμα αποκάλυψης εγγράφων που σχετίζονται με την υπόθεση αυτή, δυνάμει του οποίου καταχωρήθηκε από τον εξουσιοδοτημένο υπάλληλο των Αιτητών, κύριο Βάσο Βασιλείου, σχετική ένορκος δήλωση ημερομηνίας 31.03.11 με την οποία επισυναπτόταν κατάλογος εγγράφων που οι Αιτητές είχαν κατά την εν λόγω ημερομηνία στην κατοχή τους. - Εξ' όσον η ενόρκως δηλούσα έχει πληροφορηθεί από τον δικηγόρο κύριο Κυριάκο Καρατσή που χειρίζεται προσωπικά την υπόθεση αυτή για τους Αιτητές, κατά την προετοιμασία της εν λόγω υπόθεσης για ακρόαση στις 23.03.12 ανάτρεξε στο φάκελο της εκδικασθείσας αγωγής υπ' αριθμό 1480/2005 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού μεταξύ των ιδίων διαδίκων προκειμένου να εξετάσει τον ισχυρισμό του Καθ' ου η αίτηση περί ύπαρξης δεδικασμένου όταν διαπίστωσε ότι τα πιο κάτω ουσιώδη για την απόδειξη της υπόθεσης των Αιτητών έγγραφα δεν αποκαλύφτηκαν: (α) Η κοινοποίηση του αρχικού ορίου που παραχωρήθηκε στον τρεχούμενο λογαριασμό του πρωτοφειλέτη Παναγιώτη Ανδριανού ημερομηνίας 04.02.91 για το οποίο ο Καθ' ου η αίτηση παραχώρησε την εγγύηση ιδίας ημερομηνίας και (β) Η κοινοποίηση του ύψους της μεταγενέστερης αύξησης του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού ημερομηνίας 01.06.95 για την οποία ο Καθ' ου η αίτηση παραχώρησε την εγγύηση ημερομηνίας 10.07.
- - Ευθύς με την πιο πάνω διαπίστωση ο εν λόγω συνήγορος προχώρησε στην καταχώρηση αίτησης επιστροφής τεκμηρίων, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται στην παρούσα ένορκο δήλωση ως Τεκμήριο 1, μέσω της οποίας εξασφαλίστηκε περί τις 29.03.12 σχετικό δικαστικό διάταγμα. Τα εν λόγω έγγραφα περιήλθαν στην κατοχή των δικηγόρων των Αιτητών λίγες ημέρες μετά τη σύνταξη του πιο πάνω διατάγματος. - Περαιτέρω, κατά την προετοιμασία της υπόθεσης αυτής ο κύριος Καρατσής διαπίστωσε ότι εκ παραδρομής δεν περιλήφθηκαν στον κατάλογο των αποκαλυφθέντων εγγράφων τα ακόλουθα έγγραφα: (α) Το ειδικό ψήφισμα για την αλλαγή του ονόματος των Αιτητών και (β) Η ένορκη δήλωση του ιδιώτη επιδότη για την παραλαβή της επιστολής μετά τερματισμού ημερομηνίας 25.01.10 από τον Καθ' ου η αίτηση. - Ακολούθως, ο δικηγόρος που χειρίζεται την παρούσα αγωγή δεν καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση επειδή ανάμενε να λάβει τις τελικές οδηγίες από τους πελάτες του μετά τις συζητήσεις που είχε μαζί τους για τον τρόπο προώθησης της υπόθεσης αυτής ένεκα των ισχυρισμών του Καθ' ου η αίτηση στην υπεράσπιση του και συγκεκριμένα αυτού περί ύπαρξης δεδικασμένου. Μόλις λήφθηκαν οι σχετικές οδηγίες περί τις αρχές Φεβρουαρίου 2013 καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση. - Εξ' όσον την έχει πληροφορήσει ο δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση αυτή και εξ' όσον η ίδια ειλικρινά πιστεύει η παρουσίαση όλων των προαναφερόμενων εγγράφων είναι απαραίτητη για να στοιχειοθετηθεί η αξίωση των Αιτητών και παράλληλα να αντικρουστούν οι ισχυρισμοί του Καθ' ου η αίτηση με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να έχει μια ολοκληρωμένη και ορθή εικόνα. Στις 07.03.13 ο Καθ' ου η αίτηση καταχώρησε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης επί των ακόλουθων λόγων:
- Το Δικαστήριο συμφώνως των Δικαστικών Θεσμών Δ.48 Θ.4
(1)και
(2)μόνο για καλό λόγο μπορεί να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης.
- Το βάρος για να καταδειχθεί καλός λόγος ευρίσκεται στους ώμους των Αιτητών.
- Τόσο η αίτηση όσο και η ένορκος δήλωση περιέχουν μόνο γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς που δεν μπορεί να θεωρηθούν ότι ικανοποιούν το Δικαστήριο ότι συντρέχει καλός λόγος.
- Οι Αιτητές όφειλαν στην αρχική ένορκο δήλωση τους ημερομηνίας 31.03.11 να προβούν σε αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων εις τα οποία εδράζετο η αίτηση του πράγμα που δεν έπραξαν και έτσι δεν είναι ορθό να δοθεί άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης.
- Οι Αιτητές όφειλαν να εξειδικεύσουν τους λόγους και να πείσουν το Δικαστήριο ότι η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είναι αναγκαία για καλό λόγο και ότι τα γεγονότα που προσπαθεί να εισάξει με συμπληρωματική ένορκο δήλωση είναι ουσιαστικά και θα πρέπει να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της εκδίκασης της αίτησης πλην όμως κάτι τέτοιο δεν έχει καταδειχθεί στην συγκεκριμένη περίπτωση και συνεπώς το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει καλός λόγος για να δώσει άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης.
- Η παρούσα διαδικασία αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου και τούτο φαίνεται μέσα από την ένορκο δήλωση της Πέρσας Κυριακίδου όπου υπάρχει παραδοχή ότι τα ίδια επίδικα θέματα με τους ίδιους διαδίκους έχουν εκδικασθεί στα πλαίσια της αγωγής 1480/2005 Ε.Δ. Λεμεσού εις τα πλαίσια της οποίας έχουν κατατεθεί και τα έγγραφα ως τεκμήρια και ως φαίνεται και εις την αίτηση άνευ ειδοποίησης που επισυνάφθη οι Αιτητές υπέβαλαν αίτηση για επιστροφή τεκμηρίων τα οποία λήφθησαν υπόψη στην προηγούμενη διαδικασία.
- Υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης διότι η υπεράσπιση του Εναγομένου όπως φαίνεται και στον φάκελο της αγωγής κατεχωρήθη την 24.09.2010 και το θέμα του δεδικασμένου ηγέρθη στην παράγραφο 1 της εν λόγω υπεράσπισης και γνώριζαν για το δεδικασμένο οι Ενάγοντες από την εν λόγω ημερομηνία και αυτό που αναφέρει η ενόρκως δηλούσα στην παράγραφο 8 της ένορκης δήλωσης της ότι αρχές Φεβρουαρίου του 2013 οι Ενάγοντες έδωσαν οδηγίες στους Δικηγόρους τους να αγνοήσουν το δεδικασμένο και να προχωρήσουν στην εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης δεν μπορεί να ευσταθήσει διότι έπρεπε να παρέλθουν 3 χρόνια για να αποφασίσουν αν θα δεχθούν οι Ενάγοντες το δεδικασμένο.
- Δεν επισυνάφθηκε στην ένορκο δήλωση της Πέρσας Κυριακίδου δείγμα της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης την οποία επιθυμούν να καταθέσουν οι Ενάγοντες. Η ένσταση στηρίζεται στη Διάταξη 48 Κανονισμούς 4
(1)και
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στη διακριτική ευχέρεια και εξουσίες του Δικαστηρίου. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκο δήλωση ημερομηνίας 07.03.13 του Καθ' ου η αίτηση, της οποίας τα γεγονότα περιληπτικά είναι τα πιο κάτω: · Δεν πρέπει να επιτρέπεται προσαγωγή επιπρόσθετης μαρτυρίας διότι θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η ανάγκη να υπάρχει κάποιο τέλος της ενδιάμεσης διαδικασίας. Σε ενδιάμεσα διατάγματα η εκδίκαση της υπόθεσης θα πρέπει να γίνεται στη βάση των ήδη καταχωρημένων ενόρκων δηλώσεων. · Στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση απλά επαναλαμβάνονται τα ήδη ευρισκόμενα ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν μπορεί να επιτραπεί κάτι τέτοιο καθώς οι Αιτητές είχαν την ευκαιρία να αναφερθούν εις τα έγγραφα σε προηγούμενη διαδικασία. · Επειδή όλες οι μεταξύ των διαδίκων διαφορές έχουν ήδη εκδικαστεί στα πλαίσια της αγωγής υπ' αριθμό 1480/2005 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στην οποία εκδόθηκε δικαστική απόφαση στις 20.03.09, αντίγραφο της οποίας μαζί με την υπεράσπιση στην παρούσα αγωγή επισυνάπτονται στην ένορκο δήλωση αυτή ως Τεκμήρια 'Α' και 'Β' αντίστοιχα, οι Αιτητές καταχρούνται τη διαδικασία του Δικαστηρίου και δεν θα πρέπει να τους επιτραπεί να πράττουν κάτι τέτοιο. Κατά την ακρόαση της υπό κρίσης αίτησης, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι, στα πλαίσια υποστήριξης των εκατέρωθεν θέσεων και ισχυρισμών τους, περιορίστηκαν στο να υιοθετήσουν το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης τους που υπέβαλαν στο Δικαστήριο για διευκόλυνση του χωρίς έτσι να ασκήσουν το δικαίωμα που τους παρέχεται δυνάμει της Διάταξης 39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για αντεξέταση οποιουδήποτε ενόρκως δηλούντα. Γενικά η εξουσία του Δικαστηρίου να επιτρέπει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης διέπεται δικονομικά από τον Κανονισμό 4
(2)της Διάταξης 48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ο οποίος όμως θεωρώ ότι απευθύνεται σε και αφορά ενδιάμεσες αιτήσεις. Το σκεπτικό αυτό πηγάζει μέσα από ολόκληρη τη Διάταξη 48, το περιεχόμενο της οποίας παραπέμπει στον τύπο και διαδικασία εκδίκασης μιας ενδιάμεσης αίτησης που συνήθως στηρίζεται σε ένορκο δήλωση που περιέχει το υπόβαθρο στη βάση του οποίου εξετάζεται κατά πόσο αιτιολογείται το αίτημα και το οποίο αντιπαραβάλλεται με την γραπτή ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης, η οποία επίσης συνήθως συνοδεύεται από ένορκο δήλωση και περιέχει στοιχεία περί του αντιθέτου. Το θέμα της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αναδύεται όταν, στα πλαίσια εκδίκασης της ενδιάμεσης αίτησης και εξέτασης κατά πόσο δικαιολογούνται τα αιτήματα του αιτητή στη βάση των στοιχείων που αυτή περιέχει και που σύμφωνα με τον προαναφερόμενο κανονισμό διεξάγεται στη βάση γεγονότων της ενδιάμεσης αίτησης ή των ενόρκων δηλώσεων που τη συνοδεύουν, τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης του ενόρκως δηλούντα από τη Διάταξη 39, προκύπτει ανάγκη για καταχώρηση της. Ωστόσο η παρούσα περίπτωση παρουσιάζει την εξής ιδιορρυθμία: ενώ η αίτηση και η γραπτή ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στη βάση συγκεκριμένων λόγων διέπονται από τη Διάταξη 48, τα γεγονότα τα οποία εξετάζονται για να διαπιστωθεί κατά πόσο δικαιολογείται η παροχή της αιτούμενης άδειας κρίνονται υπό το πρίσμα των παραμέτρων των προνοιών των Κανονισμών 1 και 3 της Διάταξης 28, οι οποίες παραπέμπουν στο να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι ο αιτητής είχε βάσιμη δικαιολογία για να παραλείψει την αποκάλυψη των εγγράφων που εκ των υστέρων επιθυμεί να αποκαλύψει με ότι αυτό συνεπάγεται καθώς επίσης ότι κάτι τέτοιο είναι αναγκαίο και σχετικό για τη δίκαιη επίλυση επίδικου θέματος της υπόθεσης ή για εξοικονόμηση εξόδων. Αυτό, κατά την ταπεινή μου άποψη, ισχύει επειδή η υπό κρίση αίτηση ουσιαστικά αφορά την επιθυμία των Αιτητών για περαιτέρω αποκάλυψη εγγράφων από μέρους τους στα πλαίσια σχετικών οδηγιών που ήδη δόθηκαν στο παρελθόν από το Δικαστήριο. Η επιθυμία για καταχώρηση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως δεν αφορά τη συμπλήρωση υποβάθρου για να εξεταστεί ενδιάμεση αίτηση αλλά για το ίδιο θέμα (αποκάλυψη εγγράφων) που, όπως σημείωσα, το Δικαστήριο έχει ασχοληθεί μαζί του. Είναι με αυτό το συνδυασμένο φακό που η παρούσα αίτηση προσεγγίζεται και αντιμετωπίζεται. Η δε αναφορά των Διατάξεων 28 και 48 στη νομική βάση της υπό κρίση αίτησης δημιουργεί το αναγκαίο δικαιοδοτικό βάθρο που επιτρέπει την εξέταση της. Θα πρέπει επίσης να λεχθεί ότι στο στάδιο των οδηγιών είναι σύνηθες φαινόμενο το Δικαστήριο να εκδίδει διάταγμα αποκάλυψης εγγράφων σύμφωνα με τη Διάταξη 28 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες στα μέρη να προβούν εντός καθορισμένης χρονικής περιόδου σε αποκάλυψη των εγγράφων που βρίσκονταν υπό την κατοχή, έλεγχο, εξουσία ή φύλαξη τους και σχετίζονται με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης αυτής. Αμφότερα μέρη συμμορφώθηκαν με τις οδηγίες αυτές. Ακολούθως, οι Αιτητές διαπίστωσαν την ύπαρξη τεσσάρων συγκεκριμένων εγγράφων που προσδιορίζουν και ονοματίζουν και ζητούν από το Δικαστήριο να τους επιτρέψει να τα αποκαλύψουν πριν από την έναρξη της εκδίκασης της υπόθεσης έτσι ώστε να τα χρησιμοποιήσουν ως μέρος της μαρτυρίας που θα προσκομίσουν κατά την παρουσίαση της εκδοχής τους. Δεν έχω εντοπίσει κυπριακή νομολογία που, ως γενική αρχή, να απαγορεύει συγκεκριμένα σ' ένα διάδικο να αποκαλύπτει ειδικά έγγραφα που, κατόπιν δικής του πρωτοβουλίας, περιέπεσαν στην αντίληψη του ότι βρίσκονται υπό την κατοχή ή φύλαξη ή έλεγχο ή εξουσία του μεταγενέστερα της έκδοσης διατάγματος γενικής αποκάλυψης εγγράφων για σκοπούς ακρόασης της υπόθεσης, νοουμένου ότι εξηγείται ο λόγος της παράλειψης και κατ' επέκταση της εκ των υστέρων αντίληψης και εφόσον βέβαια τούτο είναι αναγκαίο για τη δίκαιη επίλυση της αιτίας αγωγής ή ενός επιδίκου θέματος ή για εξοικονόμηση εξόδων. Αν με βάση τον Κανονισμό 11 της Διάταξης 28 το Δικαστήριο δύναται να διατάξει ένα διάδικο να αποκαλύψει ειδικά συγκεκριμένο έγγραφο ή έγγραφα ανεξάρτητα εάν εκκρεμεί ένορκη δήλωση γενικής αποκάλυψης εγγράφων σύμφωνα με τον Κανονισμό της Διάταξης 28, δεν βλέπω το λόγο γιατί ο ίδιος διάδικος που επιθυμεί να επεκτείνει τον δικό του κατάλογο αποκαλυφθέντων εγγράφων με άλλα συγκεκριμένα έγγραφα που ο ίδιος έφερε στο προσκήνιο και θέλει να τα θέσει υπόψη του αντιδίκου του να μην μπορεί να το πράξει στη βάση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως κατόπιν σχετικής αίτησης ή προφορικού αιτήματος από τον ίδιο, εφόσον τούτο είναι αναγκαίο για τη δίκαιη επίλυση της αιτίας αγωγής ή ενός επιδίκου θέματος ή για εξοικονόμηση εξόδων. Έπεται ότι σε τέτοια περίπτωση ο αιτητής θα πρέπει να δώσει δικαιολογημένη εξήγηση για την εκ των υστέρων ενέργεια του να αποκαλύψει τα επιπρόσθετα έγγραφα που επιθυμεί καθώς επίσης ότι κάτι τέτοιο είναι αναγκαίο και σχετικό για τη δίκαιη επίλυση επίδικου θέματος της υπόθεσης ή για εξοικονόμηση εξόδων (Κανονισμοί 1 και 3 της Διάταξης 28). Καθοδηγούμενος από το πιο πάνω νομικό πλαίσιο προχωρώ στην εξέταση των λόγων ένστασης. Προτού όμως εξετάσω τους λόγους ένστασης της υπό κρίση αίτησης θα ασχοληθώ με τον ισχυρισμό του Καθ' ου η αίτηση ότι η ένορκος δήλωση της κυρίας Πέρσας Κυριακίδου δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη επειδή: (α) Δεν δίδεται καμία εξήγηση με ποιο τρόπο η προαναφερόμενη ενόρκως δηλούσα γνωρίζει αυτά τα γεγονότα προσωπικά και (β) Δεν αποκαλύπτονται τα ονόματα των δικηγόρων των Αιτητών που χειρίζονται την υπόθεση και (γ) Η ένορκη δήλωση βασίζεται σε πληροφορίες που δόθηκαν από το δικηγόρο των Αιτητών και δεν συνιστά μαρτυρία. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί ότι η θέση αυτή του Καθ' ου η αίτηση περιλαμβανομένων και των τριών πτυχών που ουσιαστικά την αποτελούν τέθηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου στο στάδιο της νομικής επιχειρηματολογίας της συνηγόρου του. Ο εν λόγω σύνθετος ισχυρισμός όχι μόνο δεν αναφέρεται στην ένορκο δήλωση του Καθ' ου η αίτηση αλλά ούτε καν αποτελεί λόγο ένστασης στην γραπτή ειδοποίηση του που καταχώρησε. Ο Κανονισμός 4
(2)της Διάταξης 48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας υποδεικνύει την εξέταση ειδοποίησης ένστασης στη βάση των συγκεκριμένων λόγων που θα πρέπει να εξειδικεύονται στο σώμα αυτής και επί των οποίων αυτή εδράζεται. Κατά προέκταση οι λόγοι ένστασης αποτελούν το κατ' εξοχήν πλαίσιο εξέτασης μιας ενδιάμεσης αίτησης. Από τη στιγμή που ο ισχυρισμός αυτός του Καθ' ου η αίτηση υποβάλλεται εκ των υστέρων και έξω από ένα τέτοιο πλαίσιο το Δικαστήριο δεν τον εξετάζει. Ανεξαρτήτως όμως του πιο πάνω, αν κάποιος είναι της άποψης ότι ο πιο πάνω ισχυρισμός του Καθ' ου η αίτηση εγείρεται ή ακόμη περιλαμβάνεται ή έστω καλύπτεται από τον τρίτο λόγο ένστασης, τότε θα διαπιστώσει ότι η ενόρκως δηλούσα Πέρσα Κυριακίδου εξηγεί με επάρκεια ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα που εξιστορεί και που βασικά διαδραματίστηκαν στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των Αιτητών στο οποίο η ενόρκως δηλούσα εργάζεται αλλά και από ενημέρωση που έτυχε από τον κύριο Κυριάκο Καρατσή, τον οποίο και κατονομάζει δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση αυτή εκ μέρους και για λογαριασμό των Αιτητών. Συνεπώς, το επιχείρημα του Καθ' ου η αίτηση ότι δεν αποκαλύπτονται τα ονόματα των δικηγόρων των Αιτητών που χειρίζονται την υπόθεση αυτή δεν ευσταθεί και προς τούτο παραπέμπω στην παράγραφο 4 της ενόρκου δηλώσεως όπου αναφέρεται ρητά το όνομα και ο ρόλος του πιο πάνω δικηγόρου στην παρούσα υπόθεση. Περαιτέρω, η ένορκος δήλωση της κυρίας Πέρσας Κυριακίδου στηρίζεται σε γεγονότα που περιγράφονται και ουσιαστικά παρέμειναν αναντίλεκτα. Συγκεκριμένα, όπως αναφέρονται στην πιο πάνω ένορκο δήλωση, κατά την προετοιμασία της εν λόγω υπόθεσης για ακρόαση στις 23.03.12 ο κύριος Καρατσής, δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση αυτή, ανάτρεξε στο φάκελο της εκδικασθείσας αγωγής υπ' αριθμό 1480/2005 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού μεταξύ των ιδίων διαδίκων προκειμένου να εξετάσει τον ισχυρισμό του Καθ' ου η αίτηση περί ύπαρξης δεδικασμένου όταν διαπίστωσε ότι δύο ουσιώδη για την απόδειξη της υπόθεσης των Αιτητών έγγραφα που προσδιορίζονται και ονομάζονται δεν αποκαλύφτηκαν. Ήταν ο κύριος Καρατσής που μετέπειτα προχώρησε στη λήψη δικονομικού διαβήματος για να εξασφαλίσει το έγγραφο αυτό από το φάκελο της αγωγής υπ' αριθμό 1480/2005 μέσω ενόρκου δηλώσεως της κυρίας Πέρσας Κυριακίδου. Περαιτέρω, ήταν ο κύριος Καρατσής που εντόπισε ότι εκ παραδρομής δεν συμπεριλήφθηκαν στον κατάλογο των αποκαλυφθέντων εγγράφων που υπεβλήθηκε στο Δικαστήριο στις 03.03.11 άλλα δύο ουσιώδη για την απόδειξη της υπόθεσης των Αιτητών έγγραφα που επίσης προσδιορίζονται και ονομάζονται. Στη συνέχεια, ήταν ο ίδιος δικηγόρος που συζήτησε την ουσία της υπόθεσης με τους Αιτητές και ανάμενε την τελική τους θέση ως προς την πορεία που αυτή θα ακολουθούσε. Πέραν αυτού, η προηγούμενη συμμετοχή της κυρίας Πέρσας Κυριακίδου στην εξασφάλιση των δύο εκ των τεσσάρων εγγράφων που επιθυμείται η αποκάλυψη τους με ένορκο δήλωση της στην αγωγή υπ' αριθμό 1480/2005 στην οποία γίνεται, μεταξύ άλλων γεγονότων, αναφορά της παρούσας υπόθεσης σε συνδυασμό με την αποκάλυψη ότι μέρος της πηγής γνώσεως της προέρχεται από τους δικηγόρους στο γραφείο που εργάζεται και χειρίζονται την υπόθεση αυτή, δικαιολογεί επαρκώς τη θέση ότι η κυρία Πέρσα Κυριασκίδου γνωρίζει τα γεγονότα που αναφέρει στην ένορκο δήλωση της υπό κρίση αίτησης τόσο προσωπικά όσο και από πληροφορίες που έλαβε κυρίως από τον κύριο Καρατσή που κατ' εξοχήν χειρίζεται την υπόθεση αυτή αλλά και από τους υπόλοιπους εμπλεκόμενους δικηγόρους. Επομένως, είναι φανερό από τα πιο πάνω ότι η κυρία Πέρσα Κυριακίδου ήταν σε κάποιο βαθμό προσωπικά αναμεμιγμένη με τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στο εργασιακό χώρο της. Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός αυτός του Καθ' ου η αίτηση απορρίπτεται ως ανυπόστατος. Προχωρώ ευθύς στην εξέταση των λόγων ή αναλόγως της περίπτωσης των υπολοίπων λόγων ένστασης της υπό κρίση αίτησης. Σε σχέση με τους δύο πρώτους λόγους που προβάλλονται στην ένσταση του Καθ' ου η αίτηση, παρατηρώ από το λεκτικό τους ότι ουσιαστικά δεν αποτελούν θέσεις που περιέχουν το στοιχείο εναντίωσης παραθέτοντας ισχυρισμούς ένστασης στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αλλά παράγοντες που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και εξόφθαλμα προκύπτουν από τις διατάξεις του Κανονισμού 4
(2)της Διάταξης 48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ο οποίος εν πάσει περιπτώσει, όπως έχω ήδη εξηγήσει πιο πάνω, δεν εφαρμόζεται. Κατ' επέκταση τα σημεία 1 και 2, μεταξύ των οποίων εδράζεται η ειδοποίησης πρόθεσης ένστασης του Καθ' ου η αίτηση και εμφανίζονται ως οι δύο πρώτοι λόγοι ένστασης δεν χρήζουν οποιασδήποτε ενασχόλησης, πέραν του ότι εξ' αντικειμένου δεν ευσταθούν. Στη συνέχεια θα εξετάσω μαζί τον τρίτο (αναλόγως της περίπτωσης) και πέμπτο λόγο ένστασης καθότι και οι δύο ασχολούνται με το ζήτημα του 'καλού λόγου'. Έχω ήδη εξηγήσει ότι η εξέταση των ενώπιον μου στοιχείων για να διαπιστωθεί κατά πόσο δικαιολογείται η παροχή της αιτούμενης άδειας δεν πραγματοποιείται στη βάση του παράγοντα αυτού αλλά επί των παραμέτρων που περιέχονται στους Κανονισμούς 1 και 3 της Διάταξης 28. Επ' αυτού παραπέμπω στις προηγούμενες αναφορές μου, οι οποίες καθιστούν τους λόγους αυτούς ένστασης ως ανεδαφικούς και ως τέτοιοι απορρίπτονται. Ανεξαρτήτως όμως αυτού, έχω εξετάσει το σώμα της αίτησης, την ένορκο δήλωση που την υποστηρίζει καθώς και τα επισυνημμένα σ' αυτή έγγραφα και παρατηρώ ότι οι Αιτητές επιδιώκουν την καταχώρηση ενόρκου δηλώσεως, συμπληρωματικής αυτής που υπέβαλαν στις 31.03.11 έτσι ώστε να αποκαλύψουν στον Καθ' ου η αίτηση τέσσερα επιπρόσθετα έγγραφα, ήτοι αυτό με την κοινοποίηση του αρχικού ορίου που παραχωρήθηκε στον τρεχούμενο λογαριασμό του πρωτοφειλέτη Παναγιώτη Ανδριανού ημερομηνίας 04.02.91 για το οποίο υπάρχει ισχυρισμός ότι ο Καθ' ου η αίτηση παραχώρησε την εγγύηση ιδίας ημερομηνίας, αυτό με την κοινοποίηση του ύψους της μεταγενέστερης αύξησης του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού ημερομηνίας 01.06.95 για το οποίο υπάρχει ισχυρισμός ότι ο Καθ' ου η αίτηση παραχώρησε την εγγύηση ημερομηνίας 10.07.95, το ειδικό ψήφισμα για την αλλαγή του ονόματος των Αιτητών καθώς και την ένορκη δήλωση του ιδιώτη επιδότη για την παραλαβή της επιστολής μετά τερματισμού ημερομηνίας 25.01.10 από τον Καθ' ου η αίτηση, έγγραφα που οι Αιτητές επιθυμούν να χρησιμοποιήσουν ως μέρος της μαρτυρίας που θα προσκομίσουν στο Δικαστήριο κατά την παρουσίαση της εκδοχής τους στο στάδιο της ακρόασης της αγωγής. Αυτό από μόνο του αποτελεί βάσιμη και δικαιολογημένη εξήγηση για να δοθεί μια τέτοια άδεια. Τα σκοπούμενα προς αποκάλυψη έγγραφα κρίνονται αναγκαία και σχετικά για την επίλυση επιδίκων θεμάτων αφού ο Καθ' ου η αίτηση μέσα από την υπεράσπιση του αρνείται ευθέως και κατηγορηματικά όλους τους ισχυρισμούς των Αιτητών περί παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων στον Παναγιώτη Ανδριανό καθώς και με αυτούς που αφορούν παροχή εγγυήσεων από μέρους του Καθ' ου η αίτηση στις υποχρεώσεις του Παναγιώτη Ανδριανού απέναντι στους Αιτητές (παράγραφοι 9, 11, 12 και 13 της υπεράσπισης). Περαιτέρω, από το περιεχόμενο της υπεράσπισης προκύπτει ότι ο Καθ' ου η αίτηση εμμέσως πλην σαφώς αρνείται τη νέα επωνυμία των Αιτητών (παράγραφος 8 της υπεράσπισης) καθώς ακόμη αρνείται τη θέση των Αιτητών περί αποστολής επιστολής επιβεβαίωσης προγενέστερης επιστολής τερματισμού και καλέσματος στον Καθ' ου η αίτηση για εξόφληση του κατ' ισχυρισμό χρεωστικού υπολοίπου (παράγραφος 14 της υπεράσπισης). Επίσης, οι Αιτητές δίνουν εξήγηση τόσο για το πώς και πότε διαπίστωσαν την ύπαρξη των εγγράφων που σχετίζονται με την παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων στον Παναγιώτη Ανδριανό με κατ' ισχυρισμό συμμετοχή του Καθ' ου η αίτηση όσο και για το πώς και πότε αντιλήφθηκαν ότι εκ παραδρομής δεν συμπεριέλαβαν στο κατάλογο τους με τα αποκαλυφθέντα έγγραφα το ειδικό ψήφισμα για την αλλαγή του ονόματος των Αιτητών καθώς και την ένορκη δήλωση του ιδιώτη επιδότη για την παραλαβή της επιστολής τερματισμού ημερομηνίας 25.01.10 από τον Καθ' ου η αίτηση, εξηγήσεις που, υπό τις περιστάσεις, θεωρώ δικαιολογημένες. Παράλληλα, σε περίπτωση που επιτραπεί η αιτούμενη καταχώρηση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως ενδέχεται να εξοικονομηθεί πολύτιμος χρόνος και να αποφευχθεί η δημιουργία περιττών εξόδων. Αντίθετα, θεωρώ ότι τυχόν απόρριψη του αιτουμένου διατάγματος θα προκαλέσει αδικία και ανεπανόρθωτη ζημιά στους Αιτητές καθότι θα τους στερήσει την ευκαιρία να παρουσιάσουν μαρτυρία που κατά την άποψη τους θα βοηθήσει στη στοιχειοθέτηση της εκδοχής τους, με δεδομένο ότι είναι γνωστό ότι η προσκόμιση τέτοιας έγγραφης μαρτυρίας θα περιορίζεται στα έγγραφα που αποκαλύφτηκαν (βλέπε Κανονισμός 3 Διάταξης 28 Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας). Η θέση του Καθ' ου η αίτηση ότι δεν είναι επιτρεπτή η προσαγωγή πρόσθετης μαρτυρίας ή απαντητικής μαρτυρίας εκ μέρους των Αιτητών ή η καταχώρηση πρόσθετων ενόρκων δηλώσεων και η παραπομπή της συνηγόρου του σε νομολογία βρίσκει έρεισμα στην περίπτωση όπου ένας διάδικος πετυχαίνει μονομερώς την έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος εναντίον άλλου διαδίκου στα πλαίσια ενδιάμεσης αίτησης επειδή στο στάδιο αυτό αναμένεται να γίνεται πλήρης και ειλικρινής αποκάλυψη των ουσιωδών γεγονότων, πράγμα που συναρτάται με την αρχή της καλής πίστης που πρέπει να επιδεικνύεται σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Η προκειμένη περίπτωση όμως διαφέρει ουσιωδώς από αυτές που η ευπαίδευτη συνήγορος του Καθ' ου η αίτηση ευσεβάστως εισηγήθηκε επειδή όχι μόνο δεν αφορά την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος που ένας διάδικος επιδιώκει εις βάρους άλλου, επειδή όχι μόνο η εξέταση των γεγονότων και στοιχείων που τη συνθέτουν διεξάγεται με βάση τη Διάταξη 28 και όχι με τη Διάταξη 48 αλλά και επειδή η διαδικασία προχωρεί στη βάση δια κλήσεως αίτησης και όχι μονομερούς (βλέπε Louis Vuitton v. Δερμοσάκ
(1992)1Β Α.Α.Δ. 1453). Κατά συνέπεια, οι λόγοι ένστασης αυτοί απορρίπτονται ως αβάσιμοι. Σε σχέση με τον τέταρτο λόγο ένστασης ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι οι Αιτητές δεν προέβηκαν σε αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων στα οποία εδράζεται η αίτηση και έτσι δεν πρέπει να τους δοθεί άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η υπό κρίση αίτηση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση, της οποίας τα γεγονότα και οι εξηγήσεις που δόθηκαν ουσιαστικά παρέμειναν αναντίλεκτα. Είναι μέσα από τα γεγονότα αυτά και στη βάση των εξηγήσεων που δόθηκαν και κρίθηκαν υπό τις περιστάσεις δικαιολογημένες σε συνδυασμό με τις έγγραφες προτάσεις της αγωγής που το Δικαστήριο κατέληξε ότι ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις των Κανονισμών 1 και 3 της Διάταξης 28 περί ύπαρξης βάσιμης δικαιολογίας για την παράλειψη αποκάλυψης των τεσσάρων συγκεκριμένων εγγράφων καθώς επίσης ότι τα σκοπούμενα προς κατάθεση έγγραφα είναι αναγκαία και σχετικά για την επίλυση επιδίκων θεμάτων. Το Δικαστήριο δεν αντιλαμβάνεται ποια είναι τα γεγονότα που σύμφωνα με τον Καθ' ου η αίτηση δεν έχουν αναφερθεί στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση και που ο ίδιος θεωρεί ουσιώδη. Ούτε και ο ίδιος αναφέρει ποια είναι αυτά μέσα από τη δική του ένορκη δήλωση και πώς αυτά επηρεάζουν τους προαναφερόμενους παράγοντες που το Δικαστήριο έλαβε υπόψη. Ως εκ τούτου, ο εν λόγω λόγος ένστασης δεν ευσταθεί και κατ' επέκταση απορρίπτεται ως ανυπόστατος. Με τον έκτο λόγο ένστασης ο Καθ' ου η αίτηση παραπονιέται ότι η παρούσα διαδικασία αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου καθότι, όπως ισχυρίζεται, υπάρχει θέμα 'δεδικασμένου' που είναι παραδεκτό μέσα από την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι ο προβαλλόμενος λόγος ένστασης εκφεύγει του σκοπού και πλαισίου της παρούσας διαδικασίας. Το επίδικο θέμα του δεδικασμένου μπορεί μεταγενέστερα να αποτελέσει αντικείμενο κανονικής και πλήρους εξέτασης είτε εάν και εφόσον καταχωριστεί σχετική αίτηση για προδικαστική εξέταση του ζητήματος αυτού στηριζόμενη από συμφωνημένο πλέγμα γεγονότων είτε κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης όταν πλέον θα τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου το κατάλληλο πραγματικό υπόβαθρο. Κατά συνέπεια, ο εν λόγω λόγος ένστασης απορρίπτεται ως ανεδαφικός αφού, για τους λόγους που μόλις έχω αναφέρει, στο παρόν στάδιο δεν μπορεί να εξαχθεί οποιοδήποτε συμπέρασμα περί κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας από μέρους των Αιτητών. Αναφορικά με τον έβδομο λόγο ένστασης ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Είναι η θέση του Δικαστηρίου ότι ο παράγοντας 'καθυστέρηση' δεν είναι ο μοναδικός παράγοντας που εξετάζεται αλλά ένας από αυτούς και ούτε είναι αποφασιστικής σημασίας ή έχει βαρύνουσα σημασία στο να κλίνει την πλάστιγγα υπέρ ή εναντίον της έγκρισης τέτοιας αίτησης ή αιτήματος, όπως με την παρούσα. Ο παράγοντας 'καθυστέρηση' απλά συνεκτιμάται μαζί με όλα τα υπόλοιπα δεδομένα της υπόθεσης προκειμένου το Δικαστήριο να καταλήξει κατά πόσο η αίτηση ή το αίτημα θα εγκριθεί ή όχι. Η πιο πάνω θέση υποστηρίζεται από το λεκτικό του Κανονισμού 3 της Διάταξης 28 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας όπου οι διατάξεις αυτού παρέχουν την ευχέρεια στο Δικαστήριο να επιτρέπει την παρουσίαση εγγράφου που δεν αποκαλύφτηκε για να τεθεί ως μαρτυρία με τέτοιους όρους που κρίνει κατάλληλους αν ικανοποιηθεί ότι υπάρχει βάσιμη δικαιολογία για την παράλειψη αυτή, χωρίς να θέτει χρονικούς προσδιορισμούς για κάτι τέτοιο. Αυτό σημαίνει ότι δεν αποκλείεται τέτοια εξήγηση να μπορεί να δοθεί στο στάδιο προσκόμισης μαρτυρίας κατά την ακρόαση της ουσίας της υπόθεσης με αποτέλεσμα, αν το Δικαστήριο τη θεωρήσει βάσιμη, να επιτρέψει στο διάδικο να καταθέσει το έγγραφο για να τεθεί ως μαρτυρία στα πλαίσια παρουσίασης της εκδοχής του. Προτού μια εξήγηση θεωρηθεί βάσιμη θα πρέπει να εκτιμηθούν όλοι οι σχετικοί παράγοντες, χωρίς να αποκλείεται ένας από αυτούς να είναι η 'καθυστέρηση'. Στην προκειμένη περίπτωση αφού εκτίμησα όλα τα δεδομένα που περιβάλουν την υπόθεση, κρίνω ότι η όποια καθυστέρηση που πιθανό να παρατηρείται στην καταχώρηση της υπό εξέταση αίτηση δεν είναι τέτοια που να με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι θα πρέπει να απορριφθεί ένεκα του λόγου αυτού. Συνεπώς, ο λόγος αυτός ένστασης απορρίπτεται ως ανεδαφικός. Σχετικά με τον όγδοο λόγο ένστασης ο Καθ' ου η αίτηση παραπονιέται ότι στην ένορκο δήλωση της κυρίας Πέρσας Κυριακίδου δεν επισυνάπτεται δείγμα της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης την οποία επιθυμούν να καταθέσουν οι Αιτητές. Είναι αλήθεια ότι κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει, πλην όμως αυτό αφορά την περίπτωση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης που ρυθμίζεται από τον Κανονισμό 4
(2)της Διάταξης 48. Εδώ, όπως έχει εκτιμηθεί, ο εν λόγω κανονισμός δεν εφαρμόζεται. Εν πάσει περιπτώσει και να μπορούσε να εφαρμοστεί ο συγκεκριμένος κανονισμός, η επισύναψη δείγματος δεν θα ήταν αναγκαία αφού από τα υπάρχοντα στοιχεία είναι αυτονόητο ότι το περιεχόμενο της συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως θα είναι το ίδιο με αυτό της αρχικής ενόρκου δηλώσεως αποκάλυψης εγγράφων που καταχωρήθηκε στις 31.03.11 από τον κύριο Βάσο Βασιλείου, αρμόδιου υπαλλήλου των Αιτητών, με την απλή διαφορά ότι ο νέος κατάλογος των αποκαλυφθέντων εγγράφων αυτή τη φορά απλά θα περιέχει τα τέσσερα επιπλέον έγγραφα, τα οποία, όπως έχω ήδη αναφέρει, προσδιορίζονται και ονοματίζονται μέσα από την ένορκο δήλωση της κυρίας Πέρσας Κυριακίδου που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση (βλέπε Παπακόκκινου και άλλης v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. 242/2011, ημερομηνίας 10.04.12). Δεν μπορώ επομένως να αντιληφθώ πως στη βάση των πιο πάνω συνθηκών επηρεάζεται η εγκυρότητα και νομιμότητα της παρούσας αίτησης. Ως εκ τούτου, ο εν λόγω λόγος ένστασης απορρίπτεται ως αβάσιμος. Υπό το φως των προαναφερόμενων και αφού συνεκτίμησα όλους τους παράγοντες και δεδομένα που περιβάλουν την υπό κρίση αίτηση, κρίνω ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης κλίνει προς την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης της αίτησης. Ως εκ τούτου, δίδεται άδεια στους Αιτητές να καταχωρήσουν συμπληρωματική ένορκη δήλωση στην οποία να αποκαλύπτονται τα τέσσερα έγγραφα που προσδιορίζονται υπό τα σημεία (α) και (β) της παραγράφου 4 και υπό τα σημεία επίσης (α) και (β) της παραγράφου 7 της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την παρούσα αίτηση. Η συμπληρωματική ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων να καταχωρηθεί από τους Αιτητές εντός 30 ημερών από σήμερα. Πιστό αντίγραφο να επιδοθεί στο δικηγόρο του Καθ' ου η αίτηση. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας, επιδικάζονται υπέρ των Αιτητών και εναντίον του Καθ' ου η αίτηση. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other/Interim Αναφορά: Πολιτική Δικονομία/Αίτηση για καταχώρηση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως αποκάλυψης εγγράφων/Διάταξη 28 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο