← Κύπρος

Αναφορικά με την Εταιρεία Spectec Group Holdings Limited, Αρ. Aίτησης 424/12, 14/5/2013

Αναφορικά με την Εταιρεία Spectec Group Holdings Limited, Αρ. Aίτησης 424/12, 14/5/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A128 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Αρ. Aίτησης 424/12 Αναφορικά με την Εταιρεία Spectec Group Holdings Limited, από τη Λεμεσό και Αναφορικά με το περί Εταιρειών Νόμο Κεφ.113 --------------------------------------- Αίτηση της Spectec Group Holdings Ltd, από τη Λεμεσό ημερ. 12.10.2012 Ημερομηνία: 14 Μαΐου 2013 Για αιτήτρια-καθ' ης η αίτηση στην κυρίως αίτηση: κ. Α. Γιωρκάτζης, για ν' ακούσει η κα Φρ. Χριστοδουλίδου Για καθ' ου η αίτηση-αιτητή στην κυρίως αίτηση: κ. Ονησιφόρου για κ. Χρ. Κληρίδη, για ν' ακούσει απόφαση η κα Ε. Γιαννακίδου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση ζητείται από την Spectec Group Holdings Ltd (στο εξής η εταιρεία) ο παραμερισμός και/ή η απόρριψη και/ή η αναστολή της αίτησης εκκαθάρισης που εγέρθηκε εναντίον της από τον Ing. Mario Pierotti ημερομηνίας 13.9.2012 (στο εξής η κυρίως αίτηση) για το λόγο ότι το αντικείμενο και/ή η αξίωση που εγείρεται και/ή το ισχυριζόμενο χρέος στο οποίο βασίζεται ή θεμελιώνεται η κυρίως αίτηση τελεί υπό αμφισβήτηση και δεν συνιστά εκκαθαρισμένη απαίτηση και ο καθ΄ ου η αίτηση δεν είναι και δεν μπορεί να θεωρείται πιστωτής της εταιρείας και δεν μπορεί να αποφασιστεί στην αίτηση αλλά σε κανονική πολιτική αγωγή ή διαιτησία και/ή για το λόγο ότι η κυρίως αίτηση είναι κακόπιστη, υποβολιμαία και εκδικητική και/ή ότι η καταχώρηση της συνιστά κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών. Περαιτέρω ζητείται διάταγμα που να απαγορεύεται η δημοσίευση της κυρίως αίτησης. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση προκύπτουν από την ένορκη δήλωση της Παυλίνας Κωνσταντινίδου, μίας εκ των διοικητικών συμβούλων της αιτήτριας τα οποία συνοψιζονται ως ακολούθως: Ο καθ΄ ου η αίτηση (αιτητής στην κυρίως αίτηση) επέδωσε στην εταιρεία ειδοποίηση πληρωμής ποσού US$295.094.85 με συνημμένη έκθεση απαίτησης ισχυριζόμενος ότι το ποσό ποσό αυτό του οφείλετο σύμφωνα με συμβόλαιο ημερομηνίας 1.3.2008, όπως τροποποιήθηκε. Το εν λόγω συμβόλαιο (Τεκ.1) αποτελούσε κατ΄ αρχάς συμφωνία εργοδότησης του καθ΄ ου η αίτηση από την εταιρεία το οποίο στις 19.4.2010 τροποποιήθηκε και μετατράπηκε σε συμφωνία παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών και επληρώνετο ανάλογα με τις προσφερθείσες υπηρεσίες μετά την έκδοση τιμολογίων και όχι ημερομίσθια. Στις 11.6.2012 η εταιρεία με επιστολή της προς τον καθ΄ ου η αίτηση τερμάτισε το αναφερόμενο συμβόλαιο, μεταξύ άλλων, λόγω μη ικανοποιητικής εκετέλεσης των καθηκόντων του, παράλειψης του να ακολουθεί τις οδηγίες της εταιρείας και/ή να ενημερώνει την εταιρεία για τις δραστηριότητες του. Ο καθ΄ ου η αίτηση δεν αποδέχθηκε το νόμιμο του τερματισμού και υπέβαλε διάφορες απαιτήσεις ενώ και η εταιρεία υπέβαλε απαίτησεις εναντίον του και ακολούθησε αλληλογραφία μεταξύ των δικηγόρων των δύο πλευρών. Η πλευρά της εταιρείας με βάση πρόνοια του συμβολαίου ότι σε περίπτωση που προέκυπτε οποιαδήποτε διαφορά θα καταβάλλετο αρχικά προσπάθεια φιλικής διευθέτησης και σε περίπτωση που οι προσπάθειες αυτές αποτύγχαναν οι διαφορές θα παραπέμποντο σε διαιτησία, χωρίς να αποδέχονται ευθύνη, κατάβαλαν αυτές τις προσπάθειες υποβάλλοντας προτάσεις καθώς και τις δικές τους απαιτήσεις που είχαν εναντίον του καθ΄ ου η αίτηση. Οι προσπάθειες τους δεν τελεσφόρησαν με αποτέλεσμα να καταφύγουν στο International Chamber of Commerce στο Παρίσι υποβάλλοντας αίτημα για παραπομπή των διαφορών σε Διαιτησία. (Τεκ. 2 η ανταλλαγείσα αλληλογραφία και Τεκ.3 το αίτημα για παραπομπή σε διαιτησία). Επισυνάπτονται επίσης οι επιστολές των Ιταλών δικηγόρων της εταιρείας προς το ICC International Court of Arbitration ημερομηνίας 12.9.2012 και 26.9.2012 (Τεκ.4 και 5) καθώς και η επιστολή του ICC International Court of Arbitration ημερομηνίας 8.10.2012 με την οποία επιβεβαιώνεται ότι πληροφόρησε τον καθ΄ ου η αίτηση γαι την υποβολή του αιτήματος της Εταιρείας (Τεκ.6). Σημειώνεται ότι το αίτημα για διαιτησία γνωστοποιήθηκε στον καθ΄ ου η αίτηση πριν καταχωρηθεί η αίτηση. Από τα εν λόγω τεκμήρια διαφαίνεται ότι η απαίτηση για πληρωμή καθώς και άλλες απαιτήσεις αμφισβητούνται και απορρίπτονται από την εταιρεία. Το ίδιο και η έκθεση απαίτησης που υποβλήθηκε. Επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση η ανάλυση που έγινε από τον κ. Ing. Giampiero Soncini, chief executive officer της εταιρείας, ο οποίος ασχολήθηκε με το θέμα τόσο πριν όσο και μετά τον τερματισμό του συμβολαίου (Τεκ.7). Η καταχώρηση της αίτησης διάλυσης, αναφέρεται στην ένορκη δήλωση, συνιστά κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών και προκαλεί ζημιά και καταπίεση στην εταιρεία. Δεν αποτελεί ορθή διαδικασία έχοντας υπόψη τις αμφισβητήσεις των αξιώσεων του καθ΄ ου η αίτηση και της ύπαρξης απαιτήσεων της εταιρείας που ο καθ΄ ου η αίτηση αποκρύβει, με αποτέλεσμα η ορθή διαδικασία να είναι η προβλεπόμενη από το συμβόλαιο ή αγωγή. Η Εταιρεία είναι αξιόχρεη και φερέγγυος και μπορεί να αντεπεξέλθει στις οικονομικές της υποχρεώσεις, συμπεριλαμβανομένης της αξίωσης του αιτητή. Επισυνάπτονται οι οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας (Τεκ.8) και έγγραφο που δεικνύει, μεταξύ άλλων, τα κέρδη του νέου μετόχου της εταιρείας (Τεκ.9). Η εταιρεία δραστηριοποιείται διεθνώς σε συνεργασία με αδελφικές εταιρείες και τυγχάνει καλής φήμης. Τυχόν έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης εναντίον της θα προκαλούσε καταστροφικές συνέπειες στην ίδια και θα υποχρεούτο να απολύσει τους υπαλλήλους της και να σταματήσει τις δραστηριότητες της. Η εταιρεία διατηρεί γραφεία και προσωπικό στην Κύπρο και συνολικά μαζί με συνδεδεμένες εταιρείες 260 υπαλλήλους και 13 γενικούς αντιπροσώπους. Τυχόν δημοσίευση της αίτησης θα προκαλούσε αναστάτωση στην εταιρεία, παγοποίηση των λογαριασμών της και επηρεασμό των δραστηριοτήτων της, προκαλώντας της ανεπανόρθωτη ζημιά. Σε περίπτωση που δεν γίνει αποδεκτό το αίτημα για παραμερισμό της αίτησης θα μπορούσε να ανασταλεί μέχρι την έκδοση απόφασης από το διαιτητικό Δικαστήριο για να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να ακολουθούνται δύο διαδικασίες ταυτόχρονα. Ο καθ΄ ου η αίτηση καταχώρησε ένσταση η οποία στηρίζεται στους ακόλουθους λόγους: Η ενδιάμεση αίτηση ουσιαστικά συμπεριλαμβάνει υλικό, θέσεις και επιχειρηματολογία η οποία μόνο στο πλαίσιο της ένστασης στην αίτηση για εκκαθάριση θα μπορούσε να τεθεί και όχι υπό την μορφή αίτησης με την οποία επιζητείται ο παραμερισμός, απόρριψη και/ή αναστολή και/ή άλλως πως. Ουσιαστικά πρόκειται για υπεράσπιση στην κυρίως αίτηση που μόνο στο πλαίσιο δίκης με εξέταση και αντεξέταση μαρτύρων μπορεί να αποφασιστεί. Η νομική βάση επί της οποίας βασίζεται η ένσταση πάσχει και δεν παρέχεται δικαιοδοσία στο Δικαστήριο στο στάδιο αυτό να εκδώσει οποιεσδήποτε από τις αιτούμενες θεραπείες. Η αίτηση για εκκαθάριση είναι απόλυτα δικαιολογημένη και βασίζεται πάνω σε γεγονότα και/ή απαίτηση στην οποία δεν υπάρχει οποιαδήποτε καλόπιστη Υπεράσπιση και συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης με δεδομένο ότι δεν υπήρξε συμμόρφωση με την απαίτηση δυνάμει νόμου εντός της προθεσμίας ούτε και ουσιαστική άρνηση του χρέους. Τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που στηρίζει την αίτηση μπορούσαν να τεθούν και θα έπρεπε να τεθούν στη ένταση στην αίτηση και δεν είναι δυνατό το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό να επισέλθει σε αμφισβητούμενα γεγονότα και να αποφασίσει αυτά σαν προϋπόθεση για απόδοση των αιτουμένων θεραπειών. Τα θέματα παραπομπής σε διαιτησία είναι άσχετα με το κατά πόσον υπάρχει νόμιμη οφειλή και άρνηση εξόφλησης της και/ή αδυναμία καταδεικνύουσα αδυναμία της Καθ' ης η Αίτηση να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της η δε παρούσα διαδικασία της αίτησης για εκκαθάριση δεν έχει καμία σχέση με την διαιτησία όπως έχει νομολογηθεί και δύναται να προχωρήσει ανεξάρτητα. Χωρίς βλάβη και επηρεασμό και ούτως ή άλλως τα θέματα στα οποία παρέπεμψε σε διαιτησία η Καθ' ης η Αίτηση είναι άσχετα και αφορούν απαίτηση αυτής κατά του Αιτητή και ουδόλως αφορούν την απαίτηση του Αιτητή δυνάμει συμβατικών υποχρεώσεων. Ούτως ή άλλως με την παραπομπή σε διαιτησία δεν αμφισβητούνται οι απαιτήσεις του Αιτητή ούτε και υπάρχει δικαίωμα αντιλογισμού. Η Καθ' ης η Αίτηση γνώριζε την ύπαρξη της απαίτησης και την τροχoιοδρόμηση της διαδικασίας για εκκαθάριση των υποθέσεων της εφόσον η ειδοποίηση και απαίτηση δυνάμει του νόμου επεδόθηκε στην Καθ' ης η Αίτηση εταιρεία πολύ πριν την παραπομπή εκ μέρους της εταιρείας των δικών της απαιτήσεων εναντίον του Αιτητή και συγκεκριμένα κατά ή περί 6 και 13.8.2012 ενώ η παραπομπή σε διαιτησία προφανώς έγινε 30.8.2012 χωρίς βεβαίως να γνωρίζει άμεσα ο Αιτητής τούτο. Η δε καταχώρηση της παρούσας αίτησης ακολούθησε την εν λόγω επίδοση της ειδοποίησης κατά της οποίας ουδέν νομικό μέτρο έλαβε η Καθ' ης η Αίτηση. Ο Αιτητής επαναλαμβάνει όλους τους ισχυρισμούς του ως η αίτηση και ένορκος δήλωση του και απορρίπτει όλους τους παραγράφους 1 έως 23 της Ένορκης Δήλωσης της Παυλίνας Κωνσταντινίδου που συνοδεύει την αίτηση ημ. 12.10.2012 και καλεί αυτή προς αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών της. Εν πάση περιπτώσει ουδεμία καλόπιστη Υπεράσπιση εγείρει η Καθ' ης η Αίτηση στην απαίτηση του Αιτητή. Συμπεριλαμβάνονται δε εις αυτή έκδηλα μεταγενέστερες και κακόπιστες σκέψεις κάτι το οποίo θα διαφανεί κατά την αντεξέταση μαρτύρων της Καθ' ης η Αίτηση εταιρεία. Η ένσταση στηρίζεται σε ένορκη δήλωση της κας Μαρίας-Άννας Στυλιανού, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο του αιτητή λόγω του ότι ο αιτητής αδυνατεί να ευρίσκεται στη Κύπρο. Στην ένορκη δήλωση ουσιαστικά επαναλαμβάνονται τα γεγονότα που αναφέρονται στην κυρίως αίτηση. Σε συνάρτηση με την επίδικη διαφορά αναφέρονται συνοπτικά τα πιο κάτω: Περί την 1.3.2008 υπεγράφη σύμβαση εργοδότησης μεταξύ των διαδίκων για πέντε χρόνια με ακαθάριστο ετήσιο μισθό US$ 180.000 πλέον ετήσιες προσαυξήσεις και άλλα έξοδα κακθώς και συμμετοχή σε ετήσιο δικαίωμα προσωπικής επιτυχίας (Τεκ. 1 η σύμβαση). Η εν λόγω συμφωνία τροποιήθηκε στις 19.4.2010 και μετετράπη σε συμφωνία παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών (Τεκ.2), με τη θέση του αιτητή να είναι ότι παρέμεινε ουσιαστικά εργοδοτούμενος αλλά άλλαξε απλώς ο τίτλος. Εντελώς απροειδοποίητα και χωρίς νόμιμο λόγο η εταιρεία στις 11.6.2012 απέστειλε στον αιτητή επιστολή τερματισμού (Τεκ. 2Α). Ακολούθησε ανταλλαγή επιστολών μέσω των δικηγόρων του αιτητή και της εταιρείας όπως αναφέρεται στις παραγράφους 15 - 18 της ένορκης δήλωσης (Τεκ.3 - 8). Στις 6.8.2012 απεστάλη επιστολή προς την εταιρεία με την οποία ο αιτητής απαίτησε την πληρωμή του αξιούμενου από αυτόν ποσού των US$ 295,094.85 με έκθεση απαίτησης με την οποία η εταιρεία αρνήθηκε να συμμορφωθεί. Στις 12.9.2012 η εταιρεία κοινοποίησε στον αιτητή παραπομπή σε διαιτησία (Τεκ. 14). Η παραπομπή, αναφέρεται δεν επηρεάζει την παρούσα υπόθεση. Η εταιρεία στη διαιτησία ζήτησε δήλωση ότι νομίμως τερμάτισε το Τεκ.1 και γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για ισχυριζόμενη παράβαση της εν λόγω συμφωνίας. Δεν αμφισβητεί τα οφειλόμενα δυνάμει του Τεκ. 1. Οι συνήγοροι των δύο πλευρών περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις όπου ανέπτυξαν τις αντίστοιχες θέσεις τους. Νομική βάση της αίτησης είναι τα άρθρα 211,212(α), 213 και 218 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113, η Δ.48 ΘΘ1,2,3,7, Δ.27 Θ.3, Δ.19 Θ.26, Δ.64 ΘΘ1 και 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, οι καν. 1,2,3,4,5 και 8 των περί Εταιρειών Κανονισμών, στον καν. 92 των περί Εταιρειών (Διάλυση) Κανονισμών του 1933-1998 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Θα εξετάσω πρώτα τον ισχυρισμό του καθ΄ ου η αίτηση ότι η νομική βάση της αίτησης πάσχει καθότι έπρεπε να στηρίζεται στον καν. 3 των Companies Rules και όχι το καν. 92 των περί Εταιρειών (Διάλυση) Κανονισμών 1933-1998 που αφορούν προτίστως θέματα εκκαθάρισης. Περαιτέρω εφόσον ζητείται η παραπομπή σε διαιτησία θα έπρεπε η αίτηση να εδράζεται στο άρθρο 8 του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4. Στην υπόθεση K.M.C Motors v. Jorephanco Trading and Constructing Company

(1984)1 C.L.R 390 όπου, όπως και στην παρούσα υπόθεση, μετά την επίδοση αίτησης για εκκαθάριση εταιρείας υποβλήθηκε αίτηση για παραμερισμό και ακύρωση της αίτησης, κρίθηκε ότι με βάση τον κανονισμό 92 του περί Εταιρειών (Διάλυση) Κανονισμών 1933 όπου δεν υπάρχει πρόνοια στους εν λόγω κανονισμούς τότε οι περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμοί τυγχάνουν εφαρμογής. Πέραν τούτου η αίτηση βασίζεται και στον καν. 3 των Companies Rules που έχει πανομοιότυπη πρόνοια. Περαιτέρω σε συνάρτηση με το κατά πόσο η αίτηση έπρεπε να εδράζεται στο Κεφ.4 , το άρθρο 8 του Κεφ. 4 προνοεί ως ακολούθως: «Αν ο οποιοσδήποτε συμβαλλόμενος σε συνυποσχετικό ... αρχίζει οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον Δικαστηρίου κατά οποιουδήποτε άλλου προσώπου που είναι συμβαλλόμενος στο συνυποσχετικό αναφορικά με οποιοδήοτε από τα θέματα που συμφωνήθηκε να παραπεμφθούν σε διαιτησία τότε οποισδήποτε από τους διαδίκους στην εν λόγω διαδικασία δύναται οποτεδήποτε μετά την εμφάνιση και πριν παραδώσει οποιεσδήποτε γραπτές προτάσεις ή προβεί σε οποιονδήποτε άλλο στάδιο της διαδικασίας να αποταθεί στο Δικαστήριο για αναστολή της διαδικασίας...» Η παρούσα αίτηση δεν θεωρώ ότι στηρίζεται στις πρόνοιες της πιο πάνω νομοθετικής διάταξης έτσι ώστε να έπρεπε να περιλαμβάνεται στη νομική βάση της αίτησης. Εδώ η θέση της εταιρείας είναι ότι το χρέος επι του οποίου στηρίζεται η κυρίως αίτηση τελεί υπό αμφισβήτηση και δεν συνιστά εκκαθαρισμένη απαίτηση και ως τέτοιο το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποφασίσει αν υφίσταται ή όχι μέσω της παρούσας διαδικασίας αλλά στα πλαίσια αγωγής ή διαιτησίας και πως ο αιτητής δεν μπορεί να θεωρείται πιστωτής της εταιρείας. Η Δ.27 θ.3 επί της οποίας στηρίζεται η αίτηση (και τυγχάνει εφαρμογής όπως αναφέρθηκε πιο πάνω) αναφέρει: «3. The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defense being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered according as may be just». (Βλέπε Annual Practice 1960 - σελ. 574 αντίστοιχη αγγλική διάταξη - Ο.25 R.4). Σύμφωνα με τον πιο πάνω κανονισμό δίδεται η διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να απορρίψει μια αγωγή όταν η αγωγή δεν αποκαλύπτει καλή βάση αγωγής ή είναι επιπόλαιη ή παρενοχλητική (frivolous or vexatious). Η διαγραφή δικογράφου συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικου ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο (In re Pelmako Development Ltd
(1991)1 C.L.R. 246). Εφόσον το δικόγραφο αποκαλύπτει κάποια αιτία αγωγής ή υπεράσπισης ή εγείρει κάποιο ζήτημα το οποίο είναι κατάλληλο για να αποφασισθεί από το Δικαστήριο, το απλό γεγονός ότι η υπόθεση είναι αδύνατη και δεν ενδέχετεαι να πετύχει δεν αποτελεί λόγο για την διαγραφή του (Annual Practice 1960 σελ. 575). (βλ. Cyber Group Ltd v. Κυριάκου Χαραλαμπίδη κ.ά
(2004)1Γ Α.Α.Δ. 1852). Κατά την εξέταση τέτοιου είδους αίτησης όπως η παρούσα, η άσκηση της εξουσίας κρίνεται αποκλειστικά με βάση την αντικειμενική υπόσταση του περιεχομένου της ανεξάρτητα από την μαρτυρία η οποία την υποστηρίζει. (Βλ. In Re Pelmako (πιο πάνω) και Αναφορικά με την Εταιρεία F.K. & S (Varosia) Properties Ltd Αρ. Αιτ.623/10 ημερ. 22.6.2011) Η Δ.19 Θ.26 επί της οποίας επίσης στηρίζεται η αίτηση προνοεί τα εξής: «
  1. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, order to be struck out or amended any matter in any endorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action». Η πιο πάνω αναφερόμενη Δ.19 Θ.26 είναι πανομοιότυπη με το Ο.19 r.27 των παλιών Αγγλικών Θεσμών. Επεξηγείται δε στις σελ. 477-479 του Annual Practice του
  2. Κύριος σκοπός του είναι η συμμόρφωση των διαδίκων με τους κανόνες σύνταξης δικογράφων. Κατά την εξέταση αίτησης δυνάμει της Δ.19 Θ.26 δεν επιχειρείται εξέταση της εγκυρότητας του δικογράφου. Αυτό είναι ζήτημα που εξετάζεται δυνάμει της Δ.27 Θ.
  3. (βλ. Cyber Group Ltd v. Κυριάκου Χαραλαμπίδη κ.ά. (πιο πάνω). Όπως έχει παρατηρηθεί στην υπόθεση Lavar Shipping Co. Ltd & Anoterh v. Souras Bros. Ltd & Another
(1972)4 J.S.C σελ. 416 στις σελ. 423 και 424 «.......though the language of Order 19 Rule 26 is wide, its operation is limited". Για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας όπου εγείρεται θέμα παραμερισμού στα πλαίσια αίτησης εκκαθάρισης εταιρείας, έχει τεθεί ενώπιον μου αγγλική νομολογία και συγγράμματα επί του θέματος τα οποία υπήρξαν αντικείμενο εξέτασης και σε αποφάσεις επαρχιακών δικαστηρίων στις οποίες με παρέπεμψαν οι συνήγοροι, τα οποία παραθέτω: Στην υπόθεση Charles Forte Investments Ltd v. Amanda
(1964)Ch. 240 Court of Appeal στην οποία γίνεται παραπομπή στο σύγγραμμα του L.S. Sealey, Cases and Materials in Company Law σελ. 780 αναφέρεται: "The Court has inherent jurisdiction to strike out a petition for Winding up which is bound to fail, and to grant an injunction restraining the presentation of such petition". Στο σύγγραμμα Pennington's Company Law 3η έκδοση σελ. 663 αναφέρεται στον ορισμό του Πιστωτή: «A creditor is a person who could enforce his claim against the company by an action of debt, and a person cannot petition as a creditor when he merely has a right of action against the company for unliquidated damages.» Περαιτέρω στο σύγγραμμα του L.S. Saley γίνεται αναφορά στην υπόθεση Re London & Paris Banking Corporation
(1984)L R 19 Eq. 44 όπου αναφέρεται: «A Winding up order will not be made on the basis of a debt which is bona fide disputed». Στο σύγγραμμα Commercial Litigation Pre - emptive remedies Sweet & Maxwell 2007 par. AO63 αναφέρονται τα ακόλουθα: "On application by a company for an injunction to restrain the presentation of a winding up - petition, the court must balance an unpaid creditors undoubted right to petition on the basis of an undisputed debt as against the company's right not to have its commercial standing and credit damaged, so being pressured into paying a debt which is not due... If there is doubt as to whether there is a genuine dispute as to whether the debt is owed or not then it should be the company which is entitled to the benefit of it". Στην υπόθεση Bryanston Finance Ltd - v - De Vries (Νο.2)
(1976)Ch. 63) αναφέρονται και τα ακόλουθα: "Where it is sought to restrain presentation of the petition there must be prima facie evidence that the company would succeed in establishing that the proceedings sought to be restrained would constitute an abuse of process". Στην υπόθεση Abbey National Plc - v - JSF Finance & Currency Exchange Co. Ltd
(2006)EWCA Civ. 328 αναφέρθηκε ότι: "In order to establish that there are substantial grounds for disputing the debt the company should be able to show that its contention is fairly arguable and that there is prima facie evidence of the relevant facts to support its contention......:". Kαι παρακάτω επί του θέματος αν υπήρχαν βασικοί λόγοι αμφισβήτησης του χρέους, αναφέρθηκαν και τα εξής: «..it seems to me that the degree of particularity required to support an allegation of fraud in an action is more than that needed to demonstrate substantial grounds for disputing liability such as to make the winding up procedure inappropriate. Similarly once it is established that there are substantial grounds for disputing the claim which may include issues of law and that they are advanced honestly, the court should not go on to consider the prospects of success of either party to the dispute». To ίδιο περίπου εξάγεται και από την Truck and Machinery Sales Ltd v. Marubeni Komatsu Ltd
(1996)1 IR 12 όπου τονίζεται ότι: «Since a winding up petition was not a legitimate means of enforcing payment of a debt which was bona fide disputed the presentation of a petition would in normal circumstances be restrained if the company in good faith and on substantial grounds disputed all liability in respect of the debt claimed» Στην απόφαση Μann and Another v. Goldstein and Another
(1968)1 W.L.R 1091, οι ενάγοντες ζήτησαν διάταγμα που να απαγορεύει στους εναγόμενους να δημοσιεύσουν ή να προχωρήσουν σε οποιαδήποτε διαβήματα σε σχέση με αίτηση διάλυσης. Ισχυρίστηκαν ακόμη ότι οι καθ' ων η αίτηση στην αίτηση για απαγορευτικό διάταγμα δεν ήταν πιστωτές και διαζευκτικά αμφισβητούσαν ότι οι οφειλέτριες εταιρείες όφειλαν το οφειλόμενο ποσό, ότι οι εταιρείες ήταν ικανές να πληρώσουν τα χρέη τους και η αίτηση διάλυσης δεν έγινε καλόπιστα αλλά απεναντίας συνιστούσε κατάχρηση διαδικασίας. Το Δικαστήριο εξέδωσε τα αιτούμενα διατάγματα και αποφάσισε ότι (α) για να προχωρήσει σε αίτηση διάλυσης πρέπει οι αιτητές να είναι «πιστωτές» και αφού οι αξιώσεις ήταν αμφισβητούμενες σε ουσιαστική βάση, τότε δεν μπορούσαν να θεωρηθούν πιστωτές και ως εκ τούτου δεν είχε locus standi η αίτηση στο Δικαστήριο για διάλυση. (β) Ενώ όλα τα αποδεικτικά στοιχεία έδειχναν ότι οι εταιρείες ήταν ανίκανες να πληρώσουν τα χρέη τους, οι αιτήσεις διάλυσης δεν μπορούσαν να προχωρήσουν καθότι οι αξιώσεις των διαδίκων ήταν αμφισβητούμενες (substantially disputed). Το ίδιο αποφασίσθηκε και στη In London and Paris Banking Corporation L.R 19 Eq. 444 (ημερ. 21.11.1874). Το Δικαστήριο ασχολήθηκε ιδιαίτερα με ειδικό άρθρο που δίνει δικαίωμα σε Αιτητή να αιτηθεί διάλυση εταιρείας μετά από επίδοση απαιτώντας πληρωμή, με την παρατήρηση ότι η αμέλεια πληρωμής δεν είναι ισοδύναμη της παράλειψης πληρωμής. "Negligence is a term which is well known to the law. Negligence in paying a debt on demand, as I understand it is omitting to pay without reasonable excuse. Mere omission by itself does not amount to negligence. Therefore I should hold, upon the words of the statute, that where a debt is bona fide disputed by the debtor, and the debtor alleges, for example, that the demand for goods sold and delivered is excessive, and says that he, the debtor, is willing to pay such sum for the goods, then in that case he has not neglected to pay, and is not within the wording of the statute". Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω η εξουσία του Δικαστηρίου να παραμερίσει αίτηση (petition) για εκκαθάριση εταιρείας ασκείται όχι μόνο στα πλαίσια των διαδικαστικών κανονισμών αλλά και στα πλαίσια της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου όταν μία διαδικασία κριθεί καταχρηστική (abuse of process of the Court). Σχετική είναι η υπόθεση Γίγας ν. Ουστά
(1994)1 Α.Α.Δ 1109), όπου αναφέρθηκε: «σύμφυτη είναι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου η οποία ενυπάρχει λόγω της ταύτισης της με το δικαστήριο και της αναγκαιότητας ύπαρξης της για τη λειτουργία του δικαστηρίου ως δικαστηρίου δικαίο». Στην υπόθεση In re A company Chan. Div.
(1984)1 WLR 1090 που με παρέπεμψαν οι συνήγοροι της εταιρείας, το Δικαστήριο απέρριψε αίτηση διάλυσης πιστωτή γιατί η εταιρεία αμφισβήτησε το ύψος το οφειλομένου ποσού με βάση τιμολόγιο και έκρινε ότι η αίτηση διάλυσης δεν ήταν ο νόμιμος τρόπος να διεκδικήσει ο πιστωτής το λαβείν του. (Bλ. επίσης In re A company
(1992)1 WLR 351). Χρήσιμη αναφορά γίνεται και στην υπόθεση Ανδρέας Χατζηγιάννης ν. C & J Kyprianou Promotions Ltd
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 991 όπου εξετάστηκε, μεταξύ άλλων και το θέμα ποιός θεωρείται «πιστωτής» εταιρείας για σκοπούς γραπτής απαίτησης καταβολής οφειλής από εταιρεία. Υπό το φως των πιο πάνω αρχών θα εξετάσω την παρούσα αίτηση έχοντας υπόψη τόσο τα γεγονότα της υπόθεσης όσο και τις θέσεις των δύο πλευρών όπως εκφράζονται στις γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων τους όπου με επιμέλεια ανέλυσαν το εγειρόμενο θέμα. Το κύριο ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο το ισχυριζόμενο χρέος είναι εύλογα αμφισβητούμενο από την εταιρεία. Σύμφωνα με τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μου περί τις 1.3.2008 υπεγράφη σύμβαση εργοδότησης μεταξύ του αιτητή και της εταιρείας για πέντε χρόνια η οποία προνοούσε ετήσιο ακάθαρτο μισθό US$180.000 πλέον προσαυξήσεις και άλλα έξοδα και οφελείματα όπως διαλαμβάνονται στη σύμβαση. Στις 19.4.2010 η εν λόγω συμφωνία τροποποιήθηκε και μετατράπηκε σε συμφωνία παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών (consultancy agreement). Η εταιρεία στις 11.6.2012 προχώρησε σε τερματισμό των εν λόγω συμφωνιών, παράνομα, κατά τον ισχυρισμό του αιτητή. Μετά τον τερματισμό και πριν την παράδοση της εκ του νόμου προβλεπομένης ειδοποίησης από τον αιτητή προς την εταιρεία ανταλλάγηκαν επιστολές μεταξύ των διαδίκων και των δικηγόρων τους. Ο αιτητής αμφισβήτησε τη νομιμότητα του τερματισμού των υπηρεσιών του και αξίωσε διάφορα ποσά. Η εταιρεία, όπως φαίνεται στην επιστολή ημερομηνίας 30.7.2012 επέμεινε στον τερματισμό, δεν αποδέχθηκε την πληρωμή των αξιούμενων ποσών, πρόβαλε τις δικές της απαιτήσεις και ζήτησε συνάντηση στην παρουσία και νομικών συμβούλων των δύο πλευρών με στόχο την εξεύρεση συνεναιτικής λύσης. Σε αντίθετη περίπτωση ζήτησε την παραπομπή της υπόθεσης σε διαιτησία. Ο αιτητής δεν αποδέχθηκε τις θέσεις της εταιρείας επέμενε στις δικές του διεκδικήσεις και απέστειλε ειδοποίηση δυνάμει του νόμου για καταβολή του αξιούμενου ποσού εντός προθεσμίας 21 ημερών. Σύμφωνα με την κυρίως αίτηση η ειδοποίηση που κατ΄ ισχυρισμό επιδόθηκε στην εταιρεία σύμφωνα με τα άρθρα 211(
  1. e)και 212(
  2. a)του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113, απαιτούσε πληρωμή ποσού US$295.094,85 ως η συνημμένη Έκθεση Απαίτησης, ποσό που οφείλεται σύμφωνα με το συμβόλαιο ημερομηνίας 1.3.2008 ως τροποποιήθηκε. Στην έκθεση απαίτησης που επισυνάπτεται γίνεται αναφορά στα διάφορα ποσά που απαιτούνται ως ακολούθως: «Μηνιαίοι μισθοί Μάιος 2012 ................ US$ 18,890.00 Πλέον καταβολή εξόδων .......... US$ 2.820,52 (€ 2,252.στο rate 1.25 στις 30.05.2012) Ιούνιος 2012 pro-rate (01 to 11) .............................. US$ 6,926.33 Αδεια ανάπαυσης (Ορος 3.7 της Συμφωνίας) Ετος 2010 14 ημέρες............................................. US$ 7,326.00 Ετος 2011 6 ημέρες............................................. US$ 3,230.00 Ετος 2012 30 ημέρες.............................................. US$ 16,890.00 Τερματισμός Indemnity (Ορος 5.2 της Συμφωνίας) Ετος 2008 ............................................................... US$ 15,000.00 Ετος 2009 ............................................................... US$ 15,450.00 Ετος 2010 ............................................................... US$ 15,910.00 Ετος 2011 ............................................................... US$ 16,390.00 Ετος 2012 prorate (US$16,890 /352 χ 163)............... US$ 7,542.00 Bonuses (Ορος 3.4 Annex II) Ετος 2009 ............................................................. US$ 36,152.00 Ετος 2010 ........................................................... . US$ 132,568.00 Σύνολο US$ 295,094.85 Η πιο πάνω Έκθεση Απαίτησης εκδόθηκε χωρίς βλάβη όλων των επιπρόσθετων δικαιωμάτων και απαιτήσεων, που έχουν προκληθεί από τη Συμφωνία και αστικά αδικήματα και που ο Ing. Pierotti μπορεί να έχει έναντι της Spectec Group Holdings και χωρίς οποιαδήποτε αποποίηση οποιωνδήποτε και άλλων δικαιωμάτων του Ing. Pierotti». Μετά την αποστολή της ειδοποίησης και πριν την καταχώρηση της κυρίως αίτησης εγινε παραπομπή της υπόθεσης σε διαιτησία από την εταιρεία. Το Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο δεν αποφασίζει ούτε το κατά πόσο η σχέση μεταξύ των δύο διαδίκων ήταν σχέση εργοδότη εργοδοτουμένου ή κυρίου και εργολάβου, ούτε κατά πόσο ο τερματισμός έγινε νόμιμα. Για να μπορέσει όμως το Δικαστήριο να εξετάσει την αίτηση εκκαθάρισης (κυρίως αίτηση) θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο υπάρχει αδιαμφισβήτητα χρέος το οποίο η εταιρεία αρνείται ή παραλείπει να πληρώσει. Οι συνήγοροι του αιτητή εισηγούνται ότι στην επιστολή τερματισμού η οποία παρατίθεται στην παραπομπή σε διαιτησία Τεκ.3 σελ. 4 αναγνωρίστηκε ότι οποιαδήποτε οφειλόμενα ποσά θα καταβληθούν στον αιτητή. Η σχετική αναφορά έχει ως εξής: «I hereby inform you that consequently the aforesaid contract is to be considered resolved and terminated with immediate effect. Any outstanding amounts owning to you up until the resolution date will be credited in your favor». Περαιτέρω, συνεχίζει η εισήγηση, δεν διατυπώθηκε οποιαδήποτε ανταπαίτηση στην εν λόγω επιστολή τερματισμού και αυτό καταδεικνύει την κακοπιστία περί δήθεν ανταπαίτησης. Επίσης αναφέρεται στην αγόρευση ότι με την διαιτησία απαιτείται από την εταιρεία δήλωση νομιμότητας του τερματισμού και ή αποζημιώσεις λόγω ισχυριζόμενων παραβιάσεων του consultancy agreement για τους λόγους που αναφέρονται στην επιστολή τερματισμού και περαιτέρω ότι εφόσον ο τερματισμός είναι νόμιμος ότι ο αιτητής δεν δικαιούται σε οποιαδήποτε αποζημίωση ή άλλες πληρωμές. Καμία λεπτομέρεια δεν δίδεται για την ισχυριζόμενη ανταπαίτηση η οποία σύμφωνα με την εισήγηση των συνηγόρων του αιτητή έγινε εκ των υστέρων. Η θέση ότι η εταιρεία θα καταβάλει οποιαδήποτε αποζημίωση απαιτείται συνεπεία του τερματισμού περιλαμβάνεται και στην επιστολή που απεστάλη εκ μέρους της ημερομηνίας 20.6.2012. Δεν θεωρώ όμως ότι αυτή η θέση της εταιρείας καταδεικνύει την ύπαρξη αδιαμφισβητήτου χρέους προς τον αιτητή. Με τον τρόπο που εξελίχθηκε η όλη υπόθεση, όπως προκύπτει από την ανταλλαγείσα αλληλογραφία που τέθηκε ενώπιον μου και χωρίς να προβαίνω σε οποιαδήποτε αξιολόγηση των εκατέρωθεν θέσεων, προκύπτει ότι ο αιτητής αξιώνει ποσά που αντιστοιχούν κατ΄ ισχυρισμό σε μισθούς και άλλα ωφελήματα, τα οποία η εταιρεία αμφισβητεί και επίσης προβάλλει τις δικές της απαιτήσεις. Από την επιστολή ημερομηνίας 20.6.2012 (μέρος του Τεκ.2 στην αίτηση) είναι εμφανές ότι παρά την εκδηλωθείσα θέση της εταιρείας ότι θα καταβάλει οποιαδήποτε αποζημίωση ήταν πληρωτέα μέχρι το τερματισμό, ζητά κάποιες διευκρινίσεις για πληρωμές που έγιναν στο παρελθόν προς τον αιτητή ιδιαίτερα σε συνάρτηση με έξοδα ταξιδιών. Ακολούθως δε στην επιστολή ημερομηνίας 30.7.2012 (επίσης μέρος του Τεκ.2 στην αίτηση) καθορίζονται ποσά που η εταιρεία απαιτεί την επιστροφή τους και σχετίζονται με την παράγραφο 4.3 του Consultancy Agreement και προβάλλονται επιπρόσθετες απαιτήσεις για συγκεκριμένα ζητήματα. Η εν λόγω αμφισβήτηση έλαβε χώρα πριν την αποστολή της εκ του νόμου προβλεπόμενης ειδοποίησης. Περαιτέρω, η αναφορά σε παραπομπή σε διαιτησία επίσης έγινε πριν την αποστολή της εν λόγω ειδοποίησης (βλ. επιστολή ημερ. 30.7.2012 που περιλαμβάνεται στο Τεκ.2). Με αυτά τα δεδομένα δεν μπορώ να συμφωνήσω με τη θέση των συνηγόρων του αιτητή περί ύπαρξης κακοπιστίας εκ μέρους της εταιρείας. Η καταχώρηση της παρούσας αίτησης έγινε μετά την καταχώρηση της κυρίως αίτησης ενώ θα μπορούσε να προηγηθεί της κυρίως αίτησης έχοντας υπόψη ότι είχε δοθεί η ειδοποίηση των 21 ημερών που απαιτείται από το νόμο, εισηγήθηκαν οι συνήγοροι του αιτητή. Δεν θεωρώ ότι το γεγονός αυτό μπορεί να έχει οποιαδήποτε ουσιαστική σημασία στην υπόθεση. Ειδικότερα έχοντας υπόψη την εκφρασθείσα πρόθεση της εταιρείας πριν την αποστολή της ειδοποίησης για παραπομπή σε διαιτησία και την διαδικασία που ακολούθησε με την παραπομπή μετά την αποστολή της επιστολής. Έχοντας εξετάσει όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου αντικειμενικά ειδωμένα, καταλήγω ότι ενώ υπήρχε ουσιαστική αμφισβήτηση των αξιώσεων του αιτητή, πριν την καταχώρηση της κυρίως αίτησης και πριν την αποστολή της ειδοποίησης που προνοείται στο νόμο, ο αιτητής παρόλα ταύτα προχώρησε με την καταχώρηση αίτηση εκκαθάρισης της εταιρείας. Με αυτά τα δεδομένα δεν μπορώ να καταλήξω ότι καταδεικνύεται ότι υπάρχει αδιαμφισβήτητο χρέος και αδυναμία καταβολής του από την εταιρεία. Ως προς το δεύτερο αυτό ζήτημα λαμβάνω υπόψη μου επίσης τα Τεκ.8 και 9 στην αίτηση. Σημειώνεται ότι αυτό που αμφισβητείται δεν είναι απλά το ύψος του αξιούμενου από τον αιτητή ποσού αλλά απόρριψη των απαιτήσεων του πέραν του ότι προβάλλονται αξιώσεις από την εταιρεία η απόφαση επί των οποίων ενδεχόμενα να απαιτεί την ερμηνεία της συμφωνίας μεταξύ των μερών και της τροποποίησης της καθώς και τη νομιμότητα του τερματισμού. Δεν κρίνω ότι τα θέματα αυτά θα μπορούσαν να διαχωριστούν από την εξέταση του ισχυριζόμενου χρέους όπως ισχυρίζονται οι συνήγοροι του αιτητή. Δεν κρίνω επίσης πως αυτά τα θέματα θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο εξέτασης στα πλαίσια της κυρίως αίτησης όπως ισχυρίζεται ο αιτητής. Η εταιρεία επίσης υπέβαλε μια πρώτη εκτίμηση της απαίτησης της εναντίον του αιτητή με την επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 12.9.2012 (Τεκ.4) για ποσό ΗΠΑ$350,000. Το κατά πόσο υπάρχει ή όχι χρέος και το ύψος του θα μπορούσαν να καθοριστούν σε διαδικασία είτε με αγωγή είτε με διαιτησία. Στο σημείο αυτό επεξηγείται ότι το κατά πόσο η διαδικασία της διαιτησίας είναι ορθή ή όχι δεν αποφασίζεται στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας, ούτε θεωρώ ότι από μόνη της η ύπαρξη διαιτησίας θα δικαιολογούσε επιτυχία της παρούσας αίτησης. Αυτό που ενδιαφέρει είναι κατά πόσο το χρέος είναι εύλογα αμφισβητούμενο, κάτι που όπως ανέλυσα πιο πάνω κρίνω ότι έχει, εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον καταδειχθεί, στη βάση μίας αντικειμενικής θεώρησης των γεγονότων και χωρίς να αξιολογούνται οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί. Η δε αμφισβήτηση του χρέους και ισχυριζόμενες απαιτήσεις της εταιρείας είναι τέτοιες που δεν θεωρώ ότι η κατάλληλη διαδικασία είναι αυτή της αίτησης εκκαθάρισης αλλά πως το θέμα αυτό θα πρέπει να κριθεί στα πλαίσια αγωγής ή διαιτησίας. Περαιτέρω, όπως αναλυτικά εξηγείται στην υπόθεση GIP Constructions Ltd - v - Διευθυντή Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(1991)1 Α.Α.Δ 14, όταν ο αιτητής δεν μπορεί να στηρίξει τη θέση του για ύπαρξη αδιαμφισβήτητου χρέους, αυτή η αδυναμία συμπαρασύρει και την συναφή δυνατότητα εκκαθάρισης της εταιρείας αναφορικά με την αδυναμία πληρωμής των χρεών της. Έχοντας υπόψη τα περιστατικά της υπόθεσης καθώς και την Αγγλική νομολογία που παρέθεσα πιο πάνω καταλήγω ότι η αίτηση (petition) είναι καταχρηστική και το Δικαστήριο με βάση τη σύμφυτη εξουσία του θα πρέπει να την παραμερίσει ως τέτοια. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω η αίτηση εγκρίνεται όσον αφορά τη θεραπεία Α και η κυρίως αίτηση (petition) παραμερίζεται. Τα έξοδα όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο θα βαρύνουν τον αιτητή στην κυρίως αίτηση. (Υπ.) ............ Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής Subject: Civil / Bankruptcy Jurisdiction / Interim Αναφορά: Παραμερισμός αίτησης εκκαθάρισης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.