← Κύπρος

ΚΥΡΙΑΚΟΥ Μ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ν. ΣΥΝΔΕΣΜΟΥ ΑΔΕΙΟΥΧΩΝ ΛΙΜΕΝΙΚΩΝ ΑΧΘΟΦΟΡΩΝ ΛΕΜΕΣΟΥ, δια του Προέδρου αυτού Ανδρέα Χαριλάου, Αρ. Αγωγής: 276/2013, 6/6/2013

ΚΥΡΙΑΚΟΥ Μ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ν. ΣΥΝΔΕΣΜΟΥ ΑΔΕΙΟΥΧΩΝ ΛΙΜΕΝΙΚΩΝ ΑΧΘΟΦΟΡΩΝ ΛΕΜΕΣΟΥ, δια του Προέδρου αυτού Ανδρέα Χαριλάου, Αρ. Αγωγής: 276/2013, 6/6/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A154 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 276/2013 Μεταξύ: ΚΥΡΙΑΚΟΥ Μ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, από τη Λεμεσό Ενάγοντος και ΣΥΝΔΕΣΜΟΥ ΑΔΕΙΟΥΧΩΝ ΛΙΜΕΝΙΚΩΝ ΑΧΘΟΦΟΡΩΝ ΛΕΜΕΣΟΥ, δια του Προέδρου αυτού Ανδρέα Χαριλάου Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 31.01.13 για παραμερισμό επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος Ημερομηνία: 06.06.13 Εμφανίσεις: Για Ανδρέα Χαριλάου-Αιτητή: κος Σ. Πατσαλίδης μαζί με κα Πατσαλίδου (εμφάνιση υπό διαμαρτυρία) Για Ενάγοντα-Καθ' ου η αίτηση: κος Χρ. Τιμοθέου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 23.01.2013 ο Ενάγοντας (στο εξής ο 'Καθ' ου η αίτηση') καταχώρησε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα (O.2 r.6) με το οποίο διεκδικεί εναντίον του Εναγομένου, μεταξύ άλλων, διάφορα ποσά που ισχυρίζεται ότι του οφείλει ως δεδουλευμένες απολαβές, φιλοδωρήματα και εισφορές που έπρεπε να πληρωθούν για λογαριασμό του στο ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων και στον Έφορο Φόρου Εισοδήματος καθώς και άλλα κατ' ισχυρισμό δικαιούμενα ποσά. Στις 31.01.13 ο Εναγόμενος καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία δια συνηγόρου. Η παρούσα δια κλήσεως αίτηση καταχωρήθηκε από τον Ανδρέα Χαριλάου (στο εξής ο 'Αιτητής') στις 31.01.13, ο οποίος στον τίτλο της υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή εμφανίζεται ως ο Πρόεδρος του Συνδέσμου Αδειούχων Λιμενικών Αχθοφόρων Λεμεσού (Εναγομένου στην αγωγή αυτή) και αξιώνει τα ακόλουθα: Α. Παραμερισμό και/ή ακύρωση της προς αυτόν επιδόσεως της υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Β. Παραμερισμό και/ή ακύρωση και/ή απόρριψη της αγωγής ως ανυπόστατου, παράτυπου και/ή παράνομου και/ή ως καταχωρηθείσας εναντίον ανύπαρκτου και/ή συγκροτημένου σώματος ή νομικού προσώπου κατά παράβαση των θεσμών και της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Γ. Τα έξοδα της αγωγής και αίτησης πλέον Φ.Π.Α. καθώς και έξοδα επίδοσης. Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται στη Διάταξη 48 Κανονισμούς 1 μέχρι 9, στη Διάταξη 2 Κανονισμό 4(α), στη Διάταξη 16 Κανονισμό 9, στη Διάταξη 9 Κανονισμούς 1, 2 και 3, στη Διάταξη 7 Κανονισμούς 1, 2, 3, 4 και 7 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και επί της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τα δε γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με τον Αιτητή δικαιολογούν την επιτυχία της περιέχονται σε ένορκο δήλωση ημερομηνίας 31.01.13 του κυρίου Ανδρέα Χαριλάου και συνοψίζονται ως εξής: · Ο ενόρκως δηλών είναι αδειούχος αχθοφόρος του λιμανιού της Λεμεσού. · Ο ενόρκως δηλών είναι εκλεγμένος από το σύνολο των αχθοφόρων ως πρόεδρος πενταμελούς συμβουλίου για σκοπούς εσωτερικής διοίκησης όλων των αδειούχων αχθοφόρων του λιμανιού της Λεμεσού, για σκοπούς κατανομής λιμενικών εργασιών και/ή υπηρεσιών και συμμέτοχος σε οποιεσδήποτε διαβουλεύσεις και ενημέρωσης της Αρχής Λιμένων Κύπρου που είναι η αρμόδια αρχή και η εκδότρια των εξατομικευμένων αδειών ενός εκάστου αχθοφόρου. · Έκαστος αδειούχος αχθοφόρος είναι κάτοχος εξατομικευμένης άδειας αχθοφόρου που εκδόθηκε από την Αρχή Λιμένων Κύπρου και δυνάμει των προνοιών του σχετικού νόμου είναι αυτοεργοδοτούμενοι χωρίς να διαθέτουν εταιρική ιδιότητα ή εταιρικό σχήμα. · Ο ενόρκως δηλών δεν εκπροσωπεί καθ' οιονδήποτε τρόπο δικαστικώς ή άλλως πως τον Εναγόμενο στην παρούσα αγωγή. · Εξ' όσων ο ενόρκως δηλών κάλλιον γνωρίζει και έχει συμβουλευτεί το δικηγόρο του, ο σύνδεσμος που φαίνεται στην αγωγή δεν υφίσταται και κατ' επέκταση ο πρόεδρος του και/ή το πρόσωπο προς το οποίο επιδόθηκε η αγωγή δεν είναι πρόεδρος οποιουδήποτε κατά νόμον εγγεγραμμένου συνδέσμου, νομικού προσώπου ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου, συνεταιρισμού ή κοινοπραξίας και/ή συγκροτημένου σώματος. · Ο Εναγόμενος δεν αποτελεί νόμιμα και/ή νομότυπα εγγεγραμμένο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου, ούτε διαθέτει ιδιότητα οποιουδήποτε εταιρικού ή συνεταιριστικού σχήματος και κατ' επέκταση και κατά συνέπεια δεν δύναται το πρόσωπο, προς το οποίο επιδόθηκε η αγωγή, να τυγχάνει πρόεδρος ανύπαρκτου οργανισμού ή εταιρείας ή συγκροτημένου σώματος. Στις 21.03.13 ο Καθ' ου η αίτηση καταχώρησε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης επί των ακόλουθων λόγων: 1. Η αίτηση είναι παράτυπη καθότι στερείται της απαραίτητης νομικής βάσης, δυνάμει της οποίας το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να εξετάσει την αίτηση. 2. Ο Αιτητής δεν νομιμοποιείται (δεν έχει locus standi) να αιτηθεί στο όνομα του τις αιτούμενες θεραπείες. 3. Η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος είναι καθ' όλα νόμιμη και σύμφωνη με τις πρόνοιες της Διάταξης 5 Θεσμό 7 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. 4. Ο Αιτητής ως Πρόεδρος του συνδέσμου αντιπροσωπεύει αυτόν δικαστικώς σύμφωνα με το άρθρο 17

(1)του Περί Σωματείων και Ιδρυμάτων Νόμου του
  1. Ο Αιτητής δεν προσκόμισε οτιδήποτε που να καταδεικνύει ότι η αγωγή στρέφεται εναντίον ανύπαρκτων Εναγομένων. Η ένσταση στηρίζεται στη Διάταξη 2 Κανονισμό 4(α), στη Διάταξη 5 Κανονισμό 7, Διάταξη 7 Κανονισμούς 1, 2, 3, 4 και 7, στη Διάταξη 9 Κανονισμούς 1, 2 και 3, στη Διάταξη 16 Κανονισμό 9, στη Διάταξη 27 Κανονισμό 3, στη Διάταξη 48 Κανονισμό 4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο άρθρο 17
(1)του Περί Σωματείων και Ιδρυμάτων Νόμου του 1972, στις συμφυείς εξουσίες, πρακτική και νομολογία του Δικαστηρίου. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκο δήλωση ημερομηνίας 21.03.13 του Καθ' ου η αίτηση, μέσα από το περιεχόμενο της οποίας ουσιαστικά επαναλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης. Κατά την ακρόαση της υπό κρίσης αίτησης, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις προς υποστήριξη των θέσεων και ισχυρισμών τους, χωρίς έτσι να ασκήσουν το δικαίωμα που τους παρέχεται δυνάμει της Διάταξης 39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για αντεξέταση οποιουδήποτε ενόρκως δηλούντα. Στην αγόρευση του ο ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι το νομικό καθεστώς των αδειούχων λιμενικών αχθοφόρων καθορίζεται από τον Περί Λιμενεργατών Νόμο (Κεφ.184) μέσα από το οποίο κάθε ένας διαθέτει εξατομικευμένη άδεια που εκδίδεται από την Αρχή Λιμένων Κύπρου δυνάμει συγκεκριμένης διαδικασίας. Είναι η νομική θέση του κυρίου Πατσαλίδη ότι κάθε αδειούχος αχθοφόρος θεωρείται αυτοεργοδοτούμενο πρόσωπο, υπογράφει και φορολογείται ξεχωριστά και προσωπικά και με την αμοιβή του για την προσφορά υπηρεσιών στη λιμενική βιομηχανία να καθορίζεται από την Αρχή Λιμένων Κύπρου με τη σύμφωνο γνώμη διαφόρων άλλων φορέων. Σύμφωνα με τον εν λόγω συνήγορο, οι αδειούχοι λιμενικοί αχθοφόροι Λεμεσού επιλέγουν ανά διετία πενταμελές συμβούλιο και αρχιαχθοφόρους για σκοπούς προσφοράς των λιμενικών υπηρεσιών τους και για σκοπούς εσωτερικής και μόνο διοίκησης. Περαιτέρω, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι ο εναγόμενος στην παρούσα αγωγή είναι ανύπαρκτο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου και/ή συγκροτημένο σώμα οποιασδήποτε μορφής ή τύπου, κάτι που μπορεί να διαπιστωθεί από το αρμόδιο τμήμα του Εφόρου Εταιρειών και ως εκ τούτου αποτελεί νομική ουτοπία να εκπροσωπείται από πρόεδρο στην υπόθεση αυτή. Με παραπομπή σε νομολογία ο κύριος Πατσαλίδης υπέδειξε ότι αποτελεί διαχρονική αρχή ότι τα μη συγκροτημένα σώματα (unicorporated bodies) δεν μπορούν να ενάγουν ή να ενάγονται με αποτέλεσμα η επίδοση της αγωγής και η μέχρι τώρα διαδικασία να είναι νομικώς ανυπόστατη, αβάσιμη, εξ' υπαρχής πάσχουσα, θνησιγενής από την καταχώρησης της, μη ιάσιμη και χωρίς να επιδέχεται οποιαδήποτε τροποποίηση ή διόρθωση. Η δε σκέψη ότι ο εναγόμενος στην αγωγή αυτή αποτελεί εταιρικό σχήμα ή εταιρεία ή συνεταιρισμό ή συγκροτημένο σώμα προσκρούει μετωπικά τόσο στον Περί Λιμενεργατών Νόμο (Κεφ.184) όσο και στον Περί Αρχής Λιμένων Κύπρου Νόμο (Ν.38/73). Στη βάση αυτών ο ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή ζήτησε την έγκριση όλων των αιτημάτων που αξιώνονται. Αντίθετα ο ευπαίδευτος συνήγορος του Καθ' ου η αίτηση ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι το μέσο για την αμφισβήτηση της οντότητας του εναγομένου είναι η αίτηση για διαγραφή της αγωγής δυνάμει της Διάταξης 27 Κανονισμού 3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ο οποίος όμως δεν συμπεριλαμβάνεται στη νομική βάση της υπό κρίση αίτησης καθιστώντας την έτσι αθεράπευτα παράτυπη και στερούμενης του δικαιώματος προώθησης και εξέτασης της αφού, όπως ο ίδιος νομικά επιχειρηματολόγησε μέσα από σχετική νομολογία που παράθεσε, ο καθορισμός του αναγκαίου νομικού βάθρου με αναφορά στα άρθρα νομοθεσιών και θεσμούς αποτελεί, σύμφωνα με τη Διάταξη 48 Κανονισμό 1, όρο απαράβατο για την εγκυρότητα του δικονομικού μέτρου. Περαιτέρω, είναι η νομική θέση του κυρίου Τιμοθέου ότι ο εφόσον ο Αιτητής δεν μπορεί να θεωρηθεί, με βάση τη Διάταξη 48 Κανονισμό 8
(4), άμεσα επηρεαζόμενο πρόσωπο στα ουσιαστικά ζητήματα που αφορούν την παρούσα αγωγή αφού δεν θίγονται οποιαδήποτε συμφέροντα του δεν έχει locus standi να καταχωρήσει την υπό κρίση αίτηση και να αξιώνει μέσα από αυτή τις αιτούμενες θεραπείες. Σύμφωνα ακόμη με τον εν λόγω συνήγορο, η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος είναι καθ' όλα έγκυρη καθότι έγινε στον Αιτητή που εκείνη τη στιγμή βρισκόταν στα γραφεία του Εναγομένου στην επαρχία Λεμεσού, σύμφωνα έτσι με τις πρόνοιες της Διάταξης 5 Κανονισμού 7. Καταλήγοντας, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Καθ' ου η αίτηση ισχυρίστηκε ότι ο Αιτητής δεν προσκόμισε οτιδήποτε που να καταδεικνύει ότι η αγωγή στρέφεται εναντίον ανύπαρκτου εναγομένου αλλά περιορίζεται μόνο στην αναφορά γενικών ισχυρισμών. Με βάση τα πιο πάνω, ο κύριος Τιμοθέου ζήτησε την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης. Θα ασχοληθώ πρώτα με τον δεύτερο λόγο ένστασης που είναι η θέση του Καθ' ου η αίτηση ότι ο Αιτητής δεν νομιμοποιείται (δεν έχει locus standi) να αιτηθεί στο όνομα του τις αιτούμενες θεραπείες καθότι τυχόν επιτυχία του θα προδιαγράψει το αποτέλεσμα της υπό κρίση αίτησης καθιστώντας αναπόφευκτα σε τέτοια περίπτωση την περαιτέρω εξέταση της αχρείαστη και απλά ακαδημαϊκή συζήτηση. Ο Καθ' ου η αίτηση προκειμένου να στηρίξει τη θέση του επικαλείται την Διάταξη 48 Κανονισμό 8
(4)και τονίζει ότι ο Αιτητής δεν αποτελεί εντός της έννοιας του κανονισμού αυτού επηρεαζόμενο πρόσωπο αφού δεν επηρεάζονται οικονομικά ή προσωπικά συμφέροντα του. Ανατρέχοντας στο φάκελο της υπόθεσης παρατηρώ ότι η αγωγή, η οποία καταχωρήθηκε στις 23.01.13, εμφανίζει τον Κυριάκο Μ. Κωνσταντίνου ως Ενάγοντα και αποδίδει στον Σύνδεσμο Αδειούχων Λιμενικών Αχθοφόρων Λεμεσού δια του Προέδρου αυτού Ανδρέα Χαριλάου την ταυτότητα του Εναγομένου. Από τις νομικές επιχειρηματολογίες των συνηγόρων των μερών προκύπτει ότι το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στον Αιτητή (Ανδρέα Χαριλάου), ο οποίος εκείνη τη στιγμή βρισκόταν στα γραφεία του Εναγομένου (Σύνδεσμος Αδειούχων Λιμενικών Αχθοφόρων Λεμεσού) στην επαρχία Λεμεσού. Είναι πρόδηλο ότι επιδιώχθηκε επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στον Ανδρέα Χαριλάου (Αιτητή) υπό την ιδιότητα του 'αξιωματούχου' του Συνδέσμου Αδειούχων Λιμενικών Αχθοφόρων Λεμεσού (Εναγόμενος). Ακολούθως της επιδόσεως και συγκεκριμένα στις 31.01.13 ο Σύνδεσμος Αδειούχων Λιμενικών Αχθοφόρων Λεμεσού καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία δια συνηγόρου συνοδευόμενο από υπογραμμένο έντυπο διορισμού δικηγόρου τύπος 12Α με το οποίο ο Αιτητής εξουσιοδοτεί συγκεκριμένο δικηγόρο να χειριστεί την υπεράσπιση του στην υπό τον άνω και τίτλο αγωγή. Την ίδια ημέρα ο Αιτητής καταχωρεί την υπό κρίση αίτηση επικαλούμενος νομική ανυπαρξία του Εναγομένου, ως μη νομικά συγκροτημένο και εγγεγραμμένο σώμα (unincorporated body), στην αγωγή και με συνεπαγόμενη επίπτωση στην επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στο διάδικο αυτό μέσω του ιδίου ένεκα του 'αξιώματος' που κατέχει. Ο Κανονισμός 8
(4)της Διάταξης 48, τον οποίο επικαλείται ο Καθ' ου η αίτηση, προνοεί τα ακόλουθα: "Any person (other than the applicant) affected by an order made ex parte may apply by summons to have it set aside or varied and the Court or Judge may set aside or vary such order on such terms as may seem just." Αυστηρή ερμηνεία των προνοιών του πιο πάνω κανονισμού μέσα από το λεκτικό που χρησιμοποιείται δημιουργεί εύλογα σε κάποιο την εντύπωση ότι οποιοσδήποτε που επηρεάζεται από την έκδοση ενός μονομερούς διατάγματος ή άδειας που δόθηκε μονομερώς δύναται να αποταθεί στο Δικαστήριο με δια κλήσεως αίτηση και να ζητήσει τον παραμερισμό ή την τροποποίηση του διατάγματος ή της άδειας που δόθηκε στην απουσία του. Η παρούσα όμως περίπτωση δεν αφορά προσφυγή προσώπου στο Δικαστήριο με σκοπό την ακύρωση ή την τροποποίηση διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς ή άδειας που δόθηκε στην απουσία του επειδή επηρεάζεται, αλλά σχετίζεται με την δικονομική ενέργεια τρίτου προσώπου να προβεί απευθείας στην καταχώρηση αίτησης για παραμερισμό και/ή ακύρωσης της επίδοσης κλητηρίου εντάλματος και επιπλέον να ζητήσει την απόρριψη της αγωγής στη βάση του ότι καταχωρήθηκε εναντίον ενός κατ' ισχυρισμό νομικά ανύπαρκτου και μη συγκροτημένου σώματος (unicorporated body). Συνεπώς, η Διάταξη 48 Κανονισμός 8
(4)δεν έχει άμεση εφαρμογή στη δική μας περίπτωση, η οποία δεν μπορεί έτσι να εξεταστεί με βάση την πιο πάνω διάταξη. Παρόλο ότι η νομολογία που μπόρεσα να εντοπίσω αναφορικά με επηρεαζόμενο πρόσωπο ήταν περιπτώσεις που καλύπτονταν από το μανδύα της Διάταξης 48 Κανονισμού 8
(4), εντούτοις έχω την ταπεινή άποψη ότι το πεδίο εξέτασης του δόγματος locus standi δεν περιορίζεται στις ενέργειες που προσδιορίζουν οι πρόνοιες του προαναφερόμενου κανονισμού αλλά δύναται με βάσει τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου να συμπεριλάβει τέτοιες δικονομικές ενέργειες και διαβήματα που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν εις βάρος κάποιου μια κατάσταση με τετελεσμένα αποτελέσματα. Κλασσικό παράδειγμα είναι η δική μας περίπτωση όπου, χωρίς προηγουμένως να έχει εκδοθεί μονομερώς διάταγμα ή άδεια, με δια κλήσεως αίτηση ζητείται ο παραμερισμός επίδοσης κλητηρίου εντάλματος σε κατ' ισχυρισμό νομικά ανύπαρκτη οντότητα και νομικά μη συγκροτημένο σώμα. Επειδή αυστηρά δεν μπορεί να γίνει επίκληση και εξέταση της περίπτωσης αυτής με βάση τη Διάταξη 48 Κανονισμό 8
(4), θα αφεθεί να αιωρείται η αμφισβητούμενη νομιμότητα της διαδικασίας τη στιγμή που υπάρχει ισχυρισμός ότι ο Εναγόμενος είναι νομικά ανύπαρκτη οντότητα και νομικά μη συγκροτημένο σώμα; Πως είναι δυνατό αίτηση, όπως την παρούσα, να καταχωρηθεί από νομικά ανύπαρκτη οντότητα και νομικά μη συγκροτημένο σώμα και γιατί αυτόματα να κωλύεται να καταχωρηθεί από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που να είναι σε θέση να πείσει το Δικαστήριο ότι διαθέτει locus standi στην υπόθεση; Κατά την ταπεινή μου γνώμη ποιος διαθέτει ικανότητα δικονομικής παράστασης (locus standi) και κατ' επέκταση ποιος δικαιούται να καταχωρήσει και να προωθήσει αίτηση, όπως την υπό κρίση, είναι οποιοδήποτε πρόσωπο προκύπτει ως ενδιαφερόμενο και κρίνεται επηρεαζόμενο από δικονομική ενέργεια άλλου ατόμου. Αυτό κρίνεται στη βάση των περιστατικών κάθε περίπτωσης ξεχωριστά. Εδώ άντλησα καθοδήγηση από νομολογία σχετική με το συγκεκριμένο θέμα αυτό, πλην όμως σε περιπτώσεις όπου εξετάστηκε η εφαρμογή των προνοιών της Διάταξης 48 Κανονισμού 8
(4). Στην υπόθεση Κουή v. Χριστοδούλου
(2010)1Α Α.Α.Δ. 401 αποφασίστηκε ότι η Διάταξη 48 Κανονισμός 8
(4)δεν παρέχει δικαίωμα, σε τρίτα πρόσωπα (μη διαδίκους), γενικά, υποβολής αίτησης δια κλήσεως με σκοπό την ακύρωση ή την τροποποίηση ενός παρεμπίπτοντος διατάγματος το οποίο εκδόθηκε σε διαδικασία στην οποία τα τρίτα πρόσωπα δεν είναι διάδικοι. Λέχθηκε ακόμη ότι οι λέξεις «any person» (οποιοδήποτε πρόσωπο) που αναφέρονται στο περιεχόμενο του πιο πάνω κανονισμού δεν καλύπτουν πρόσωπα για τα οποία δεν έχει καταχωρηθεί οποιαδήποτε αίτηση για συνένωση τους ως διάδικους, σε διαδικασία στην οποία τα επίδικα θέματα είναι ανοικτά. Το πιο πάνω σκεπτικό προέρχεται από την υπόθεση Heli-Air v. Drescher
(1988)1 Α.Α.Δ. 234 ενώ ακολούθως υιοθετήθηκε και στην μεταγενέστερη υπόθεση Μινέρβα Ασφαλιστική Εταιρεία (Δημόσια) Λτδ v. Λόντου, Πολιτική Έφεση Αρ. 146/2009, ημερομηνίας 25.04.12. Ωστόσο διαφορετική ερμηνεία της Διάταξης 48
(8)
(4)δόθηκε στην υπόθεση ABP Holdings Ltd κ.ά. v. Κιταλίδη κ.ά.
(1996)1Α Α.Α.Δ. 557 στην οποία είχαν δοθεί οδηγίες να επιδοθεί αίτηση τροποποίησης του τίτλου της αγωγής σε πρόσωπο που δεν ήταν διάδικος στην υπόθεση, ο οποίος όμως είχε ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο διάδικο που ζητούσε (ο διάδικος) να συνεχίσει μόνος του την αγωγή δια της απαλοιφής της πιο πάνω ιδιότητας (δηλαδή ο διάδικος να συνεχίσει μόνος του τη διαδικασία χωρίς την ιδιότητα του πληρεξούσιου αντιπροσώπου άλλου προσώπου), με το σκεπτικό ότι έπρεπε να εκφραστούν οι απόψεις του τρίτου αυτού προσώπου που δεν ήταν διάδικος στην αγωγή. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικυρώνοντας τη διαταγή αυτή του πρωτόδικου δικαστηρίου σημείωσε ότι η αναφορά σε "επηρεαζόμενα πρόσωπα" και "οιονδήποτε πρόσωπο" δεν σημαίνουν κατ' ανάγκη μόνο το διάδικο στην αγωγή αλλά ουσιαστικά οποιοδήποτε άτομο που επηρεάζεται μέσα από δικονομικές πράξεις στην εκκρεμούσα δικαστική διαδικασία. Συγκεκριμένα στην εν λόγω υπόθεση τονίστηκαν, ανάμεσα σ' άλλα, τα εξής: "Είναι η γνώμη μου ότι η υπόθεση Heli - Air v. Drescher διακρίνεται από την παρούσα Έχω προς αυτή την κατεύθυνση τρεις επισημάνσεις. Ο κανόνας [(Δ.48 θ.8
(4)], όπως ερμηνεύθηκε, αφήνει περιθώρια για εξαιρέσεις. Δεύτερον, και πιο σημαντικό, δεν πρόκειται για τις ίδιες πρόνοιες όπως προκύπτει από το περιεχόμενό τους, το ουσιαστικό μέρος του οποίου παρέθεσα πιο πάνω. Και, τρίτον, τα γεγονότα στις δύο περιπτώσεις είναι εντελώς διαφορετικά. Έτσι οι λέξεις "all persons affected" (θ.3) και "any person" (θ.4) δε σημαίνουν κατ' ανάγκη μόνο το διάδικο στην αγωγή. Άλλωστε δε θα υπήρχε δυσκολία, αν αυτή ήταν η πρόθεση των συντακτών του δικονομικού κανονισμού, να περιορίσουν την επίδοση και το δικαίωμα ακρόασης μόνο στους διαδίκους, χρησιμοποιώντας τη λέξη "party" (διάδικος)." Θεωρώ ότι το σκεπτικό της απόφασης στην ABP Holdings Ltd κ.ά. v. Κιταλίδη κ.ά.
(1996)1Α Α.Α.Δ. 557 εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση. Προσεχτική εξέταση των περιστατικών που περιβάλουν την παρούσα υπόθεση καθιστούν τον Αιτητή, μετά την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος, ενδιαφερόμενο και συνάμα επηρεαζόμενο πρόσωπο. Είναι κοινό έδαφος των μερών ότι η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος έγινε στον ίδιο τον Αιτητή. Από τη στιγμή που προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι ο Εναγόμενος στην αγωγή δεν αποτελεί νομική οντότητα υπό οποιοδήποτε τύπο ή μορφή ή σχήμα τότε ο ισχυρισμός αυτός δύναται κατάλληλα να προωθηθεί δικονομικά από το πρόσωπο που είναι κοινά αποδεχτό ότι εκτελεί χρέη προέδρου του υπό αμφισβήτηση διαδίκου και προς τον μόνο που έχει γίνει η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος. Η θέση που κατέχει ο Αιτητής στον Εναγόμενο, υπό οποιονδήποτε καθεστώς, σε συνδυασμό με την εμπλοκή του στη δικαστική διαδικασία ως παραλήπτη του πιο πάνω δικαστικού εγγράφου, του αναθέτουν συγκεκριμένο ρόλο και λόγο. Ο ίδιος σχετίζεται με την επίδοση του εν λόγω δικαστικού εγγράφου. Με αυτόν τον τρόπο επηρεάζεται και ταυτόχρονα αποτελεί ενδιαφερόμενο πρόσωπο στη διαδικασία. Δεδομένου του υπό εξέταση ισχυρισμού περί νομικής ανυπαρξίας του Εναγομένου, η καταχώρηση και προώθηση της παρούσας αίτησης από τον Αιτητή υπό την προσωπική του ιδιότητα φαντάζει ως τη μοναδική διέξοδο. Θα ήταν σχήμα οξύμωρο από τη μια να προβάλλεται ισχυρισμός ότι ο Εναγόμενος είναι νομικά ανύπαρκτη οντότητα και από την άλλη ο ίδιος ο Εναγόμενος, ως κατ' ισχυρισμό μη νομικά συγκροτημένο και εγγεγραμμένο σώμα, να καταχωρεί και να προωθεί ενδιάμεση αίτηση και να ισχυρίζεται ότι είναι νομικά ανύπαρκτος. Είναι προφανώς γι' αυτό το λόγο που το έντυπο διορισμού δικηγόρου φαίνεται να έγινε από τον Αιτητή προσωπικά. Είναι για τον ίδιο λόγο που η ένορκος δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση έγινε από τον Αιτητή υπό την προσωπική ιδιότητα του. Οι απόψεις του Αιτητή αλλά και του Καθ' ου η αίτηση στο παρόν στάδιο θα βοηθήσουν στο να δοθεί απάντηση στο υπό κρίση ζήτημα από το οποίο θα εξαρτηθεί η νομιμότητα και εγκυρότητα της περαιτέρω δικαστικής διαδικασίας. Υπό αυτή την έννοια ο Αιτητής έχει locus standi και ως εκ τούτου ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του Καθ' ου η αίτηση, όπως καταγράφεται μέσα από το δεύτερο λόγο ένστασης του, απορρίπτεται ως ανεδαφικός. Θα εξετάσω τώρα την αξίωση για παραμερισμό της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος υπό το φως των υπολοίπων λόγων ένστασης. Το θέμα παραμερισμού επίδοσης κλητηρίου εντάλματος διέπεται από τη Διάταξη 16 Κανονισμό 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ενώ παράλληλα υπήρξε αντικείμενο εξέτασης σε διάφορες κυπριακές αποφάσεις. Η Διάταξη 16 Κανονισμός 9 έχει ως εξής: "A defendant before appearing shall be at liberty, without obtaining an order to enter or entering a conditional appearance, to take out a summons to set aside the service upon him of the writ or of notice of the writ, or to discharge the order authorizing such service." Mελετώντας προσεχτικά τις πρόνοιες της προαναφερόμενης διάταξης και αντλώντας καθοδήγηση από σχετική νομολογία η οποία ασχολήθηκε με την ερμηνεία τους διαπιστώνω ότι το ζήτημα αυτό μπορεί να προσεγγιστεί με δύο τρόπους. Πρώτο ο εναγόμενος, προτού προβεί σε οποιοδήποτε νέο δικονομικό ή άλλο διάβημα στη διαδικασία ('fresh step in action'), δικαιούται χωρίς να εξασφαλίσει άδεια του Δικαστηρίου να καταχωρήσει, ή καταχωρώντας εμφάνιση υπό διαμαρτυρία, να υποβάλει αίτηση δια κλήσεως για ακύρωση της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος ή της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος που του έγινε ή για ακύρωση του διατάγματος που εξουσιοδοτεί τέτοια επίδοση. Εναλλακτικά η διαμαρτυρία του εναγομένου ως προς το κλητήριο ένταλμα που καταχωρείται εναντίον του μπορεί να εκδηλωθεί κατόπιν εξασφάλισης άδειας του Δικαστηρίου για εμφάνιση υπό αίρεση ή υπό διαμαρτυρία με την ταυτόχρονη λήψη οδηγιών για καταχώρηση αίτησης παραμερισμού του κλητηρίου εντάλματος εντός τακτού χρονικού διαστήματος μέσω σχετικής μονομερούς αίτησης (βλέπε G.J. Magdon Ltd v. A.L. Metal Trading Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2064, Γεωργιάδης v. Χάσικου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 1136, Παπακόκκινου v. Εταιρείας Landbroke Group P.L.C. κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 1090 και Blue Island Fish Farming Ltd v. Lefkaritis Bros (Maritime) Ltd κ.α.
(2004)1Γ Α.Α.Δ. 2033). Νοείται ότι οποιαδήποτε ενέργεια επιλεγεί αυτή θα πρέπει να εκδηλωθεί προτού καταχωρηθεί συνήθης σημείωμα εμφάνισης. Ο χρόνος καταχώρησης αίτησης δια κλήσεως για παραμερισμό της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος δεν παραμένει στην ελεύθερη επιλογή του εναγομένου ο οποίος δεν έχει απεριόριστο δικαίωμα να ενεργεί κατά το δοκούν ενώ εκκρεμεί εναντίον του καταχωρηθείσα αγωγή αλλά θα πρέπει να γίνεται ταχέως και με την πρώτη ευκαιρία καθότι σε αντίθετη περίπτωση δημιουργείται το υπόβαθρο για παραίτηση του δικαιώματος διαμαρτυρίας ως προς την επίδοση κλητηρίου εντάλματος από μέρους του εναγομένου (βλέπε G.J. Magdon Ltd v. A.L. Metal Trading Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2064 και Κοινοπραξία και/ή Συνδικάτο Ασφαλιστών P.D. Upton & others κ.α. v. G.N. Ellinas Imports-Exports Limited
(2005)1B A.A.D. 1327). Η νομολογία ακόμη επισημαίνει ότι το θέμα της καθυστερημένης υποβολής μιας τέτοιας αίτησης είναι αυτοτελές και εξετάζεται ανεξάρτητα από τους παράγοντες που καθοδηγούν το Δικαστήριο στην προσέγγιση επί της ουσίας της (βλέπε Κατσουρίδης v. Αντωνίου και άλλης
(2005)1Β Α.Α.Δ. 835). Παράλληλα, όπως έχει σημειωθεί πιο πάνω, η λήψη από μέρους του εναγομένου νέου δικονομικού ή άλλου μέτρου στη διαδικασία επίσης οδηγεί σε αποποίηση δικαιώματος διαμαρτυρίας του σε σχέση με την επίδοση κλητηρίου εντάλματος. Μελετώντας προσεχτικά αγγλικά νομικά συγγράμματα διαπιστώνω ότι η καταχώρηση υπεράσπισης αποτελεί από μέρους του εναγομένου νέο βήμα σε μια πολιτική διαδικασία, όπως στη δική μας περίπτωση (βλέπε 'Russel on the Law of Arbitration' του Anthony Walton, 19η έκδοση, σελίδες 182-184, 'A Practical Approach to Arbitration Law' των Keren Tweeddale & Andrew Tweeddale, σελίδες 22-23 και 'Handbook of Arbitration Practice' των Ronald Bernstein, John Tackaberry, Arthur L. Marriott & Derek Wood, 3η έκδοση, σελίδα 39). Στην υπόθεση Protopapas v. Vassiliou V24 CLR 132, Πολιτική Έφεση Αρ. 4281, αποφασίστηκε ότι η καταχώρηση υπεράσπισης αποτελούσε νέο διάβημα στη διαδικασία η οποία καταχωρήθηκε εν γνώσει των εφεσειόντων για την παρατυπία που εντοπίστηκε ως προς τη δυνατότητα καταχώρησης ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος με αποτέλεσμα σχετική προδικαστική ένσταση να απορριφθεί. Όπως έχει προαναφερθεί, από το φάκελο της παρούσας υπόθεσης παρατηρώ ότι στις 31.01.13 καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία και την ίδια ημέρα καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση. Συνεπώς, υπήρξε έγκαιρη εκδήλωση διαμαρτυρίας ως προς την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος σε σχέση με τον ισχυρισμό ότι ο Εναγόμενος είναι νομικά ανύπαρκτο και νομικά μη συγκροτημένο σώμα, χωρίς παράλληλα να ληφθεί οποιοδήποτε νέο δικονομικό ή άλλο μέτρο στη διαδικασία αυτή. Με τον πρώτο λόγο ένστασης ο Καθ' ου η αίτηση παραπονιέται ότι η αίτηση είναι παράτυπη καθότι στερείται της απαραίτητης νομικής βάσης, δυνάμει της οποίας το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να εξετάσει την αίτηση. Είναι η θέση του Καθ' ου η αίτηση ότι η Διάταξη 27 Κανονισμός 3 θα έπρεπε να περιλαμβάνεται στη νομική βάση της υπό κρίση αίτησης και από τη στιγμή που δεν υπάρχει η εν λόγω αίτηση υπόκειται σε απόρριψη. Το Δικαστήριο δεν συμμερίζεται τη θέση αυτή. Η επίκληση της Διάταξης 27 γίνεται για να εκδικαστεί ένα αμιγώς νομικό σημείο πριν από την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης υπό το πλέγμα συμφωνημένων γεγονότων κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα. Κατ' επέκταση αφορά νομικά σημεία που εγείρονται από τα δικόγραφα και χρήζουν προδικαστικής εξέτασης. Ο δε Κανονισμός 3 της Διάταξης 27 πραγματεύεται το ενδεχόμενο διαγραφής δικογράφου για το λόγο ότι δεν περιέχει λογικό αγώγιμο δικαίωμα ή απάντηση ή ακόμη αναστολής ή απόρριψης είτε της αγωγής είτε της υπεράσπισης με ταυτόχρονη έκδοση σχετικής απόφασης. Αυτό προϋποθέτει τη συμπλήρωση των έγγραφων προτάσεων της υπόθεσης και δικογραφημένη τέτοια θέση. Στην προκειμένη περίπτωση μόνο η έκθεση απαίτησης έχει καταχωρηθεί και δεν θα μπορούσε να καταχωρηθεί υπεράσπιση επειδή κάτι τέτοιο θα εκλαμβανόταν ως νέο διάβημα στη διαδικασία με αποτέλεσμα να εμπόδιζε την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης και γενικά να εξουδετέρωνε τον ισχυρισμό περί νομικής ανυπαρξίας του Εναγομένου. Παράλληλα, έχω ανατρέξει στη νομική βάση της υπό κρίση αίτησης και από τη στιγμή που σ' αυτή περιλαμβάνεται η Διάταξη 7, η Διάταξη 16 Κανονισμός 9 και η Διάταξη 48 κρίνω ότι παρέχεται το αναγκαίο δικαιοδοτικό βάθρο για την εξέταση της. Όσον αφορά τη θέση του Καθ' ου η αίτηση ότι το μέσο για την αμφισβήτηση της οντότητας των Εναγομένων είναι η αίτηση για διαγραφή της αγωγής δεν με βρίσκει σύμφωνο. Τέτοια αίτηση γίνεται σύμφωνα με τις πρόνοιες της Διάταξης 27, για την οποία έχω ήδη αναφέρει πότε και κάτω από ποιες προϋποθέσεις εξετάζεται. Αντίθετα, ορθά κατά την ταπεινή μου γνώμη, καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία και ταυτόχρονα αίτηση παραμερισμού της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος αφού με αυτόν τον τρόπο αντιμετωπίζεται δικονομικά ο ισχυρισμός για επίδοση σε ανύπαρκτη νομική οντότητα έξω από τις πρόνοιες της Διάταξης 7, κάτι που αν ευσταθήσει αποτελεί αντικανονική επίδοση. Η παρούσα περίπτωση ταυτίζεται με την υπόθεση Κάρμιος κ.ά. v. British East Mediterranean Relay Station of Foreign and Commonwealth, γνωστοί ως B.E.M.R.S. of Eco κ.ά.
(1996)1Β Α.Α.Δ. 1123 στην οποία οι εφεσίβλητοι καταχώρησαν εμφάνιση υπό διαμαρτυρία και στη συνέχεια αίτηση με την οποία ζήτησαν την ακύρωση της έκδοσης και επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος λόγω αντικανονικότητας ισχυριζόμενοι ότι ο μεν εφεσίβλητος 1 δεν είναι εταιρεία ή εγγεγραμμένη εμπορική επωνυμία και δεν έχει νομική οντότητα ενώ οι δε εφεσίβλητοι 2 και 3 ότι ενάγονταν υπό αντιπροσωπευτική ιδιότητα μη υφιστάμενης νομικής οντότητας. Η εξέταση του νομικού αυτού θέματος και γενικά η προσέγγιση του πρωτόδικου δικαστηρίου στην υπόθεση αυτή επικροτήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Η εν λόγω υπόθεση τυγχάνει εδώ εφαρμογή, καθότι και στις δύο περιπτώσεις το νομικό ζήτημα που προέκυψε είναι το ίδιο όπως ίδιες είναι και οι δικονομικές ενέργειες που λήφθηκαν. Η απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου να απορρίψει την αγωγή που εγέρθηκε εναντίον μη συγκροτημένου σώματος καθώς και των διευθυντών μιας τέτοιας νομικά ανύπαρκτης οντότητας επικυρώθηκε κατ' έφεση. Ταυτόχρονα η παρούσα περίπτωση διακρίνεται από την υπόθεση Lioufis and Co Ltd v. Ανδρονίκου και άλλου
(1996)1 Α.Α.Δ. 773, στην οποία με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος του Καθ' ου η αίτηση επειδή εκεί διαπιστώθηκε ότι ανύπαρκτος ήταν ο ενάγοντας και όχι ο εναγόμενος, όπως στη δική μας περίπτωση. Στην υπόθεση εκείνη τονίστηκε ότι το μέσο για την αμφισβήτηση της οντότητας του ενάγοντα είναι αίτηση για διαγραφή της αγωγής διότι η ύπαρξη των εναγόντων δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αντιδικίας μέσω των δικογράφων, πράγμα βεβαίως που δεν έχει έρεισμα στη δική μας περίπτωση. Με κάθε σεβασμό προς τον ευπαίδευτο συνήγορο του Καθ' ου η αίτηση, θα ήταν αντιφατικό από μέρους του Αιτητή αν ακολουθούσε τον προαναφερόμενο συλλογισμό του (του συνηγόρου) και ιδιαίτερα πως θα μπορούσε ο Εναγόμενος να είναι πειστικός στο εκ των υστέρων πλέον επιχείρημα του ότι είναι νομικά ανύπαρκτο σώμα τη στιγμή που προγενέστερα θα είχε αποδεχτεί επίδοση και θα είχε καταχωρήσει κανονικό σημείωμα εμφάνισης υπό την επωνυμία που θα αμφισβητήσει μεταγενέστερα. Στη βάση των πιο πάνω, ο λόγος αυτός ένστασης απορρίπτεται ως αβάσιμος. Θα εξετάσω τώρα μαζί τον τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγο ένστασης επειδή πραγματεύονται το ζήτημα επίδοσης στον πρόεδρο συγκεκριμένου οργανισμού ή συνδέσμου, ήτοι τον Εναγόμενο, που σύμφωνα με τον ισχυρισμό του Αιτητή είναι νομικά ανύπαρκτο πρόσωπο ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου, συνεταιρισμό ή κοινοπραξία και μη εγγεγραμμένο και νομικά συγκροτημένο σώμα ή σχήμα και/ή κατά νόμο εγγεγραμμένο σύνδεσμο, θέση με την οποία βέβαια διαφωνεί ο Καθ' ου η αίτηση. Παρόλο ότι κανένα εμπλεκόμενο μέρος προσκόμισε στο Δικαστήριο την ένορκο δήλωση του ιδιώτη επιδότη για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος αλλά ούτε και αυτή τυγχάνει να βρίσκεται στο δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης, εντούτοις αποτελεί κοινό έδαφος των μερών ότι η αγωγή επιδόθηκε στον Αιτητή. Αυτό όμως που ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται είναι ότι το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στον Αιτητή υπό την ιδιότητα του προέδρου του Εναγομένου σε αντίθεση με τον Αιτητή που ισχυρίζεται ότι ο Εναγόμενος είναι νομικά ανύπαρκτη οντότητα, δεν είναι εγγεγραμμένο σωματείο ή νομικά συγκροτημένο σώμα ή οργανισμός και έτσι ο ίδιος δεν μπορεί να είναι πρόεδρος υπό την νομική έννοια και σημασία που του αποδίδουν αλλά ότι απλά είναι εκλεγμένος πρόεδρος πενταμελούς συμβουλίου ενός οργανωμένου συνόλου για σκοπούς μόνο εσωτερικής διοίκησης και κατανομής υπηρεσιών των αδειούχων αχθοφόρων στο λιμάνι Λεμεσού. Το ερώτημα που απασχόλησε το Δικαστήριο είναι κατά πόσο ο Σύνδεσμος Αδειούχων Λιμενικών Αχθοφόρων Λεμεσού (Εναγόμενος), ως οντότητα, είναι ή όχι ένας νομικά υπαρκτός οργανισμός (corporated ή unicorporated body). Κατά πόσο είναι εταιρεία, συνεταιρισμός, κοινοπραξία, σωματείο ή μια λέσχη-όμιλος (club) ή μια άλλη οργάνωση μη νομικά συγκροτημένη και δίχως νομική προσωπικότητα. Ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι ο Εναγόμενος εμπίπτει στην κατηγορία του νομικά συγκροτημένου σωματείου. Σύμφωνα με τον Περί Σωματείων και Ιδρυμάτων Νόμο του 1972 (Ν.57/72)μετά των συναφών τροποποιήσεων, 'σωματείο' σημαίνει οργανωμένη ένωση τουλάχιστο είκοσι προσώπων προς επίτευξη ορισμένου σκοπού μη κερδοσκοπικού (άρθρο 2-ερμηνευτικό πλαίσιο). Κάθε σωματείο που ιδρύεται δεν αποκτά αυτόματα νομική προσωπικότητα αλλά για να γίνει κάτι τέτοιο θα πρέπει να τηρηθούν οι διατάξεις του Ν.57/72 (άρθρο 4 του Ν.57/72). Αν θεωρήσουμε ότι στην προκειμένη περίπτωση ο Σύνδεσμος Αδειούχων Λιμενικών Αχθοφόρων Λεμεσού αποτελείται από ομάδα τουλάχιστο είκοσι ατόμων τότε για να αποκτήσει, δυνάμει του νόμου, νομική προσωπικότητα ως σωματείο θα πρέπει να εγγραφεί στο μητρώο σωματείου που τηρείται από τον Έφορο, το οποίο είναι το πρόσωπο που διορίζεται από το Υπουργικό Συμβούλιο ως αρμόδιο για την εγγραφή σωματείων και ιδρυμάτων (άρθρα 2, 6
(1)και 6
(2)του Ν.57/72). Για να εγγραφεί ένα σωματείο στο σχετικό μητρώο θα πρέπει πρώτα να υποβληθεί αίτηση στον Έφορο από τους ιδρυτές του ή τη διοίκηση του στην οποία να επισυνάπτονται η συστατική πράξη, τα ονόματα και οι διευθύνσεις των μελών της διοίκησης, χρονολογημένο καταστατικό υπογραμμένο από τα μέλη, το έμβλημα του σωματείου και περιγραφή της κινητής και/ή ακινήτου ιδιοκτησίας που είτε ανήκουν είτε κατέχονται από το σωματείο κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης (άρθρο 6
(3)του Ν.57/72). Εφόσον ο Έφορος αποδεχτεί την αίτηση εγγράφει το σωματείο στο μητρώο με την καταβολή του καθορισμένου τέλους και εκδίδει πιστοποιητικό εγγραφής επί του καθορισμένου τύπου. Το πιστοποιητικό αυτό εγγραφής δημοσιεύεται στην επίσημη εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας και αποτελεί πλήρη απόδειξη περί της ημερομηνίας εγγραφής και περί της τηρήσεως όλων των νομίμων προϋποθέσεων (άρθρο 6
(4)του Ν.57/72). Με την έκδοση του πιστοποιητικού εγγραφής το εγγεγραμμένο σωματείο αποκτά πλήρη νομική προσωπικότητα, η οποία χάνεται με τη διάλυση του σωματείου (άρθρο 7 του Ν.57/72). Η ικανότητα ενός σωματείου που απέκτησε νομική προσωπικότητα δεν επεκτείνεται σε έννομες σχέσεις που προϋποθέτουν ιδιότητα φυσικού προσώπου (άρθρο 5 του Ν.57/72). Τα σωματεία διοικούνται από ένα ή περισσότερα άτομα τα οποία, αν το καταστατικό δεν ορίζει, είναι μέλη του σωματείου (άρθρο 15 του Ν.57/72). Ο δε έχων την διοίκηση επιμελείται των υποθέσεων του σωματείου και αντιπροσωπεύει τούτο δικαστικώς και εξωδίκως (άρθρο 17
(1)του Ν.57/72). Παράλληλα, οποιαδήποτε δικαιοπραξία επιχειρηθεί από το όργανο που διοικεί το σωματείο εντός των ορίων της εξουσίας του δεσμεύει το σωματείο (άρθρο 17
(3)του Ν.57/72). Επίσης, το σωματείο ευθύνεται για τις πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έλαβε χώραν κατά την εκτέλεση των ανατιθεμένων σ' αυτά καθηκόντων και συνεπάγεται υποχρέωση αποζημιώσεως ενώ ευθύνεται επιπλέον σε ολόκληρο και το υπαίτιον πρόσωπο (άρθρο 17
(4)του Ν.57/72). Από την άλλη υπάρχουν οντότητες υπό τη μορφή λέσχης. Στο αγγλικό νομικό ερμηνευτικό λεξικό 'Osborn's Concise Law Dictionary', των Leslie Rutherford & Sheila Bone, 8η έκδοση, σελίδα 73 παρέχεται ο νομικός ορισμός της λέσχης, τον οποίο και καταγράφω αυτούσια: "club. A voluntary association of persons for social or other purposes. A club is regulated by the rules agreed to by the members and for the time being in force." Ακολούθως καταγράφω αυτούσια την εξίσου σημαντική αναφορά: "It is not a partnership [εννοεί μια λέσχη] and must sue or be sued in the names of the members of the committee, or the officers, on behalf of themselves and all other members of the club. Members are liable only to the extent of their subscriptions." Η ιδία νομική αρχή φαίνεται να εφαρμόζεται και στο κυπριακό δίκαιο (βλέπε G.W. Stow and others v. F. Houry and others, Πολιτική Έφεση Αρ. 4307). Στην Ετήσια Πρακτική του 1952 (Annual Practice 1952), σελίδα 75 σημειώνονται τα εξής: "Club. A member's club is not a society or fellowship for which provision has been made, and service on the secretary is bad (Grossman v. The Granville Club, 28 S. J. 513). And such a club cannot be a defendant to an action in the club name. " [οι υπογραμμίσεις του Δικαστηρίου] (βλέπε ακόμη The Club "Limassol Patriotic Union", Πολιτική Έφεση Αρ. 3782). Η νομοθεσία που διέπει τη λέσχη στην Κύπρο είναι ο Περί Εγγραφής Λεσχών, Κεφ.112 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Στο άρθρο 2 που είναι το ερμηνευτικό πλαίσιο της νομοθεσίας δίδεται ο ορισμός της λέσχης που είναι η ένωση τουλάχιστο είκοσι προσώπων που ενώνονται για σκοπούς κοινωνικών σχέσεων ή αμοιβαίας ψυχαγωγίας και άνεσης ή για οποιοδήποτε άλλο νόμιμο σκοπό μη κερδοσκοπικό. Δυνάμει των άρθρων 3, 4 και 5 του Κεφ.112, ο γραμματέας, που σύμφωνα με το ερμηνευτικό πλαίσιο περιλαμβάνει οποιοδήποτε λειτουργό της λέσχης ή άλλο πρόσωπο που εκτελεί τα καθήκοντα γραμματέα, είναι υποχρεωμένος να μεριμνήσει ώστε η λέσχη να εγγραφεί στο μητρώο λεσχών που τηρείται από τον Έφορο σύμφωνα με τις πρόνοιες της εν λόγω νομοθεσίας. Σε σχέση με αγωγές ή άλλες νομικές διαδικασίες από ή εναντίον λεσχών υπάρχει νομοθετική ρύθμιση αφού στο άρθρο 19 του Κεφ.112 σημειώνεται ρητά ότι αυτές εγείρονται από ή εναντίον του γραμματέα της λέσχης αυτής ως αντιπροσώπου των μελών αυτής. Σε σχέση με το θέμα αυτό ανάτρεξα για περαιτέρω διαφώτιση μέσα από σχετικές νομοθεσίες. Ο Περί Λιμενεργατών (Ρύθμιση Απασχόλησης) Νόμος, Κεφ.184 μετά των συναφών τροποποιήσεων, καθορίζει ως αδειούχο αχθοφόρο κάθε πρόσωπο το οποίο διαθέτει άδεια που εκδόθηκε από το Διευθυντή του Τμήματος Λιμένων και απασχολείται στο να μεταφέρει εντός οποιουδήποτε λιμανιού οποιαδήποτε πράγματα μετά την εκφόρτωση τους από οποιοδήποτε πλοίο, αεροσκάφος ή άλλο σκάφος σε αποβάθρα ή προκυμαία μέχρι την παράδοση των πραγμάτων αυτών πέρα από τον τελωνειακό έλεγχο (άρθρο 2-ερμηνευτικό πλαίσιο του Κεφ.184). Η ίδια νομοθεσία επιτρέπει στον αδειούχο αχθοφόρο να εργοδοτεί λιμενεργάτες, τα οποία είναι τα πρόσωπα που ασχολούνται με τη φόρτωση, εκφόρτωση, μετακίνηση ή αποθήκευση εμπορευμάτων ή με εργασία που αφορά την προετοιμασία πλοίων, αεροσκαφών ή άλλων σκαφών για την παραλαβή ή εκφόρτωση εμπορευμάτων. Άντλησα ακόμη καθοδήγηση από σχετική νομολογία. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση Καπνίση v. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(2001)1 Α.Α.Δ. 1515 λέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι οι αδειούχοι αχθοφόροι δεν είναι υπάλληλοι της Αρχής Λιμένων Κύπρου αλλά στην ουσία είναι ανεξάρτητοι επαγγελματίες, οι οποίοι συναλλάσσονται με τους πράκτορες των πλοίων και είναι από αυτούς που εισπράττουν αμοιβή. Περαιτέρω, στην Θεόδωρος Καπνίσης ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου, Προσφυγή 170/96, ημερομηνίας 13.03.1998, αναφέρθηκε ότι οι αδειούχοι αχθοφόροι έχουν στην πράξη μετεξελιχθεί σε είδος επιχειρηματιών. Επισημάνθηκε ακόμη ότι δεν είναι καθόλου ασύνηθες οι αδειούχοι αχθοφόροι να μην προσφέρουν καν οποιουδήποτε είδους προσωπική εργασία. Συνέπηξαν σύνδεσμο αδειούχων λιμενικών αχθοφόρων (ΣΑΛΑ) που είναι ιδιωτικό σχήμα, αγόρασαν βαρύ και άλλο εξοπλισμό μεγάλης αξίας και εργοδοτούν οι ίδιοι υπαλλήλους προς διεκπεραίωση της εργασίας. Η δε περιγραφή τους ως αχθοφόρων (από το ρήμα 'φέρω' και το ουσιαστικό 'άχθος', δηλαδή βάρος) είναι πλέον ευφημισμός. Στην προκειμένη περίπτωση προβλήθηκαν διάφορες θέσεις από τον Αιτητή σχετικά με το καθεστώς που διέπει τον Εναγόμενο, οι οποίοι ουσιαστικά παρέμειναν όλες αναντίλεκτες. Ειδικότερα, δεν αμφισβητήθηκαν τα εξής: - Έκαστος αδειούχος αχθοφόρος είναι κάτοχος εξατομικευμένης άδειας αχθοφόρου που εκδόθηκε από την Αρχή Λιμένων Κύπρου και δυνάμει των προνοιών του σχετικού νόμου είναι αυτοεργοδοτούμενοι χωρίς να διαθέτουν εταιρική ιδιότητα ή εταιρικό σχήμα. - Ο Εναγόμενος δεν υφίσταται νομικά αφού δεν είναι κατά νόμον εγγεγραμμένος σύνδεσμος, δεν αποτελεί νόμιμα και/ή νομότυπα εγγεγραμμένο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου και ούτε διαθέτει ιδιότητα οποιουδήποτε εταιρικού ή συνεταιριστικού σχήματος ή κοινοπραξία ή άλλης μορφής συγκροτημένου σώματος. - Ο Αιτητής προς τον οποίο επιδόθηκε η αγωγή δεν είναι πρόεδρος οποιουδήποτε κατά νόμον εγγεγραμμένου συνδέσμου, νομικού προσώπου ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου, συνεταιρισμού ή κοινοπραξίας και/ή συγκροτημένου σώματος. - Ο Αιτητής δεν εκπροσωπεί καθ' οιονδήποτε τρόπο δικαστικώς ή άλλως πως τον Εναγόμενο στην παρούσα αγωγή. - Ο Αιτητής είναι απλά αδειούχος αχθοφόρος του λιμανιού της Λεμεσού. - Ο Αιτητής είναι εκλεγμένος από το σύνολο των αχθοφόρων ως πρόεδρος πενταμελούς συμβουλίου για σκοπούς εσωτερικής διοίκησης όλων των αδειούχων αχθοφόρων του λιμανιού της Λεμεσού, για σκοπούς κατανομής λιμενικών εργασιών και/ή υπηρεσιών και συμμέτοχος σε οποιεσδήποτε διαβουλεύσεις και ενημέρωσης της Αρχής Λιμένων Κύπρου που είναι η αρμόδια αρχή και η εκδότρια των εξατομικευμένων αδειών ενός εκάστου αχθοφόρου. Από τα ενώπιον μου στοιχεία δεν υπάρχει κάτι το συγκεκριμένο που να με οδηγεί με βεβαιότητα στο συμπέρασμα ότι ο Εναγόμενος είναι όντως ένα εγγεγραμμένο σωματείο, όπως ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται. Κατ' ακρίβεια δεν υπάρχει μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι ο Εναγόμενος είναι νομικό πρόσωπο ή νομικά συγκροτημένο σώμα οποιασδήποτε μορφής ή σχήματος. Αντίθετα, η μαρτυρία που παρέμεινε χωρίς αντίκρουση ενώπιον μου φανερώνει ότι ο Εναγόμενος δεν είναι εγγεγραμμένος σύνδεσμος, ούτε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου, ούτε συνεταιρισμός, ούτε κοινοπραξία αλλά ούτε και σωματείο. Είναι προφανές ότι ο Εναγόμενος είναι ένα νομικά ανύπαρκτο πρόσωπο και μη νομικά συγκροτημένο σώμα, χωρίς όμως να ανήκει ειδικά στην κατηγορία της λέσχης ή του ομίλου. Στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας, έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο Εναγόμενος αποτελείται από μια ομάδα αδειούχων αχθοφόρων στο λιμάνι Λεμεσού, οι οποίοι ένωσαν τις δυνάμεις, γνώσεις και ικανότητες τους, είτε αυτές είναι οικονομικές είτε τεχνικές-επαγγελματικές είτε διοικητικές είτε διαχειριστικές, με σκοπό την καλύτερη δυνατή διεκπεραίωση των υπηρεσιών και της αποστολής τους, χωρίς όμως η ομάδα αυτή να διαθέτει νομική ύπαρξη ή να έχει εγγραφεί ή νομικά συγκροτηθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο. Από τη στιγμή που ο Εναγόμενος κρίνεται νομικά ανύπαρκτη οντότητα, δεν μπορεί να θεωρείται κανονική η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στον Αιτητή όταν αυτό που του παραδόθηκε έγινε με την ετικέτα του προέδρου μιας οντότητας που στερείται νομικής υπόστασης. Η νομολογία διαχρονικά υποδεικνύει με συνέπεια ότι μη συγκροτημένα σώματα (unicorporated bodies) είναι νομικά ανύπαρκτα πρόσωπα τα οποία εφόσον δεν διαθέτουν νομική προσωπικότητα δεν μπορούν να ενάγουν ή να ενάγονται (βλέπε Κάρμιος κ.ά. v. British East Mediterranean Relay Station of Foreign and Commonwealth, γνωστοί ως B.E.M.R.S. of Eco κ.ά.
(1996)1Β Α.Α.Δ. 1123, Κυριακίδης v. Διαχειριστικής Επιτροπής Ταμείου Προνοίας Προσωπικού Κυπριακού Διυλιστηρίου Πετρελαίου Λτδ
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1271 και G.W. Stow and others v. F. Houry and others, Πολιτική Έφεση Αρ. 4307). Ο ισχυρισμός του Εναγομένου ότι ο Αιτητής ως Πρόεδρος του συνδέσμου αντιπροσωπεύει αυτόν δικαστικώς σύμφωνα με το άρθρο 17
(1)του Περί Σωματείων και Ιδρυμάτων Νόμου του 1972 δεν είναι ορθός επειδή εκλαμβάνει ως δεδομένο ότι ο Εναγόμενος έχει εγγραφεί ως σωματείο σύμφωνα με τις πρόνοιες του Ν.57/72. Δεν υπάρχει όμως ενώπιον μου μαρτυρία που να αποδεικνύει τη θέση αυτή του Καθ' ου η αίτηση και συνεπώς δεν μπορεί να γίνει δεχτή. Στη βάση αυτών ο τρίτος, τέταρτος και πέμπτος λόγος ένστασης απορρίπτονται ως αβάσιμοι. Υπό το φως όλων των πιο πάνω και για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω εκδίδεται διάταγμα με το οποίο παραμερίζεται και ακυρώνεται η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στον Αιτητή εκ μέρους και για λογαριασμό του Εναγομένου. Περαιτέρω, ένεκα του ότι η αγωγή καταχωρήθηκε εναντίον ενός νομικά ανύπαρκτου προσώπου και νομικά μη συγκροτημένου σώματος δεν μπορεί παρά να απορριφθεί με έξοδα. Ως εκ τούτου, η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα της αγωγής και της αίτησης, όπως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον του Καθ' ου η αίτηση. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Αctions/Interim Αναφορά: Πολιτική Δικονομία/Αίτηση για παραμερισμό επίδοσης κλητηρίου εντάλματος cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.