← Κύπρος

Στέλιου Αντωνίου ν. Νίκου Σοφοκλέους κ.α., Αρ. Αγωγής: 666/2007, 13/5/2013

Στέλιου Αντωνίου ν. Νίκου Σοφοκλέους κ.α., Αρ. Αγωγής: 666/2007, 13/5/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A125 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 666/2007 Μεταξύ: Στέλιου Αντωνίου, από τη Λεμεσό Ενάγοντα και

  1. Νίκου Σοφοκλέους, από τη Λεμεσό
  2. Κώστα Κωνσταντίνου, από τη Λεμεσό
  3. Μάριου Τσαγγαρίδη, από τη Λεμεσό
  4. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ως ο κατά Νόμο Εκπρόσωπος της Κυπριακής Δημοκρατίας Εναγόμενων ........... ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 13.5.2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντα: κ. Παναούτας Για εναγόμενους 1 μέχρι 4: κα Τσιντίδου Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αξίωση του ενάγοντα εναντίον των εναγόμενων 1 μέχρι 4, σύμφωνα με το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της αγωγής του είναι για: «Α. Γενικές και Ειδικές αποζημιώσεις δια σωματικές βλάβες, ζημίες, απώλεια, πόνους, ταλαιπωρίες και έξοδα τα οποία υπέστη ο Ενάγων κατά/ή περί την 2/1/06, εις Λεμεσόν, συνεπεία παρανόμου επιθέσεως υπό των Εναγόμενων αρ.1, αρ.2 & αρ.3 καθ' ον χρόνον ούτοι ηργάζοντο ως μέλη της Αστυνομικής Δύναμις της Κυπριακής Δημοκρατίας, του Εναγομένου αρ.4 ευθυνομένου ως εκ προστήσεως υπεύθυνου (VICARIOUSLY LIABLE). Β. Αποζημιώσεις δια ζημίες και/ή απώλειας προκληθείσας στο Ενάγοντα συνεπεία δυσφημίσεως γενομένης υπό των Εναγόμενων αρ. 1, αρ.2 & αρ.3 κατά/ή περί 2/1/06 ενώ ευρίσκετο υπό νόμιμο κράτηση στη Λεμεσόν. Γ. Παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις. Δ. Τόκους προς 8% ετησίως επί του ποσού των Γενικών Αποζημιώσεων από 2/1/06 και/ή από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής μέχρι πλήρους και τελείας εξοφλήσεως. Ε. Νόμιμους Τόκους. Στ. Τα έξοδα, πλέον 15% Φ.Π.Α. και έξοδα επιδόσεως.» Η εκδοχή του ενάγοντα αναφορικά με τα ουσιαστικά γεγονότα της υπόθεσης, σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του εκτίθεται στις παραγράφους 1 μέχρι 3 της έκθεσης απαίτησης, το περιεχόμενο των οποίων παρατίθεται αυτούσιο: «
  5. Ο Ενάγοντας κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο ήταν ηλικίας 31 χρονών, υγιές άτομο και φιλήσυχος και νομιμόφρων πολίτης.
  6. Οι Εναγόμενοι 1-3 κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο ήσαν εν ενεργεία μέλη της Αστυνομικής Δύναμης Κύπρου και υπηρετούσαν στο Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων (Τ.Α.Ε) της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λεμεσού, ο δε Εναγόμενος 4 ενάγεται βάσει του άρθρου 57 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Αρ. 14/
  7. Ο Ενάγοντας κατά ή περί την 2/1/2006 μεταφέρθηκε με συνοδεία αστυνομικών οργάνων και έχοντας δεμένα τα χέρια του με χειροπέδες στο γραφείο του Εναγόμενου 1, ο οποίος τότε ήταν ο προϊστάμενος του Τ.Α.Ε. της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λεμεσού, για σκοπούς ανάκρισης για διερευνώμενη υπόθεση εμπρησμού και κακόβουλης ζημιάς σε περιουσία προσώπου και τον έβαλαν να καθίσει σε μια καρέκλα ενώ είχε ακόμη στα χέρια του δεμένα με τις χειροπέδες. Ο Εναγόμενος 1 όπως και οι Εναγόμενοι 2-3, οι οποίοι ευρίσκοντο εκεί χωρίς προηγουμένως να τον προειδοποιήσουν σχετικά με τα συνταγματικά δικαιώματα που είχε ως ύποπτο πρόσωπο, άρχισαν όλοι μαζί να τον ανακρίνουν αρχικά κατά τρόπο εκφοβιστικό και/ή απειλητικό με άγριες φωνές, οι οποίες ακουόταν στα διπλανά γραφεία και διαδρόμους της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λεμεσού και σε επήκοον άλλων αστυνομικών και πολιτών που ευρίσκοντο εκεί αποκαλώντας τον «εμπρηστή, πληρωμένο εγκληματικό στοιχείο και άτομο χωρίς ηθικές αρχές» και ακολούθως παράνομα και άνευ οιουδήποτε νομίμου δικαιώματος του επιτέθηκαν με τραβήγματα των ενδυμάτων του και κουνώντας τον δεξιά και αριστερά και/ή με σπρωξίματα και μετά με τα χέρια τους του κατάφεραν και/ή έδωσαν ελαφρά κτυπήματα στο πρόσωπο και άλλα μέρη του σώματος του και όταν ο Ενάγοντας αρνήθηκε να τους απαντήσει στις ερωτήσεις που του υπέβαλαν ασκώντας τα συνταγματικά του δικαιώματα, οι Εναγόμενοι 1-3 εκνευρίστηκαν από την στάση του και τότε παράνομα και άνευ οιουδήποτε νομίμου δικαιώματος κλώτσησαν την καρέκλα που καθόταν ο Ενάγοντας με αποτέλεσμα αυτή να ανατραπεί και να πέσει βίαια στο πάτωμα μαζί με τον σιδηροδέσμιο Ενάγοντα, ο οποίος τραυματίστηκε από την πτώση του στο δάπεδο. Ενώ ο Ενάγοντας ήταν στο πάτωμα τραυματισμένος από την βίαιη πτώση του λόγω της παράνομης επίθεσης των Εναγομένων 1-3 εδέχθητε νέα παράνομη επίθεση από τους Εναγόμενους 1-3 οι οποίοι επιτέθηκαν και κτύπησαν τον Ενάγοντα δυνατά με τα χέρια και τα πόδια τους σε διάφορα μέρη του σώματος του και τον τραυμάτισαν και τον απειλούσαν ότι θα συνεχίσουν την ανάκριση του με πιο σκληρό και βίαιο τρόπο και η παράνομη επιθετική συμπεριφορά όπως και οι παράνομες επιθετικές ενέργειες των Εναγόμενων δημιούργησαν τους να προκαλέσουν σ' αυτόν φόβο ότι θα τον κακοποιούσαν (Ο Ενάγοντας επιφυλάσσεται να αναφερθεί με λεπτομέρειες για τα ανωτέρω συμβάντα κατά τη διάρκεια της ακρόασης της αγωγής).» Οι λεπτομέρειες σωματικών βλαβών που υπέστη ο ενάγοντας, σύμφωνα πάντοτε με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του εκτίθενται στην παράγραφο 4 της έκθεσης απαίτησης. Τέλος, με την παράγραφο 5 ισχυρίζεται ότι κατάγγειλε την επίθεση που υπέστηκε στον Αστυνομικό Διευθυντή Λεμεσού, ο οποίος του ζήτησε να αποσύρει την καταγγελία του εναντίον των εναγόμενων 1 μέχρι 3, με αντάλλαγμα να αποσυρθούν και οι εναντίον του καταγγελίες. Από την άλλη, η εκδοχή των εναγόμενων για το επίδικο περιστατικό, σύμφωνα με τους δικούς τους δικογραφημένους ισχυρισμούς είναι η εξής: Ο ενάγοντας, την 1η
  8. 2006 συνελήφθηκε βάσει δικαστικού εντάλματος και τέθηκε υπό κράτηση, σε σχέση με διερευνώμενη υπόθεση εμπρησμού και κακόβουλης ζημιάς δύο αυτοκινήτων, ιδιοκτησίας της πρώην συζύγου του το ένα και της μητέρας της το άλλο. Την επομένη, 2.1.2006 παρουσιάστηκε στο Ε. Δ. Λεμεσού το οποίο εξέδωσε εναντίον του διάταγμα προσωποκράτησης για περίοδο δύο ημερών. Κατά την επιστροφή του από το Δικαστήριο στο Τ.Α.Ε. Λεμεσού, όπου συνοδευόταν από τον εναγόμενο 3 και τον αστυφύλακα 2129 Κ. Γιωργούδη, ο υπεύθυνος του τμήματος - εναγόμενος 1 ζήτησε από τους υπό αναφορά αστυφύλακες να τον ενημερώσουν για το αποτέλεσμα της δικαστικής διαδικασίας καθώς και να συνομιλήσει με τον ενάγοντα για την υπόθεση για την οποία τελούσε υπό κράτηση. Αφού ο ενάγοντας οδηγήθηκε στο γραφείο του και του προσφέρθηκε καρέκλα να κάτσει, παρέμεινε όρθιος και άρχισε να φωνάζει δυνατά και να διαμαρτύρεται ότι η Αστυνομία το συλλαμβάνει κατ' επανάληψη. Όταν του ζητήθηκε να σταματήσει να φωνάζει, συνέχισε να φωνάζει και να βρίζει τους αστυνομικούς που ήταν εκεί, με αποτέλεσμα ο εναγόμενος 1 να τον πλησιάσει και ακουμπήσει ελαφριά στον ώμο, πληροφορώντας τον ότι διαπράττει αδίκημα, εφιστώντας του και την προσοχή στο νόμο. Ο ενάγοντας τότε του επιτέθηκε, σπρώχνοντάς τον στο στήθος, ενώ συνέχιζε να φωνάζει και να απειλεί τους αστυνομικούς, ανάμεσά τους και τον εναγόμενο 2, ο οποίος πήγε εκεί αφού άκουσε τις φωνές του. Τότε, ο εναγόμενος 1 τον πληροφόρησε και πάλι για το αδίκημα που διέπραξε και του επέστησε την προσοχή στο νόμο. Προκειμένου να επιτευχθεί η σύλληψή του ασκήθηκε η απολύτως αναγκαία υπό τις περιστάσεις βία. Ακολούθως οδηγήθηκε στα αστυνομικά κρατητήρια. Την ίδια μέρα, μετά από αίτημά του μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού όπου εξετάστηκε από τον επί καθήκοντι γιατρό, χωρίς όμως να διαπιστωθεί κανένα ίχνος κακοποίησής του, παρά μόνο επιφανειακές εκδορές, οι οποίες προφανώς προκλήθηκαν κατά τη σύλληψή του. Αργά το απόγευμα της ίδιας πάντοτε μέρας, επισκέφθηκε τον Αστυνομικό Διευθυντή Λεμεσού, ο οποίος το συμβούλευσε να είναι προσεκτικός στη συμπεριφορά του με την Αστυνομία. Ο Αστυνομικός Διευθυντής δεν παρατήρησε να έφερε ίχνη κακοποίησης ο ενάγοντας, ο οποίος έφυγε από το γραφείο του ικανοποιημένος, ευχαριστώντας τον για τις συμβουλές του. Ούτε και του ζήτησε να αποσύρει οποιοδήποτε παράπονο που πιθανόν είχε με την Αστυνομία, με αντάλλαγμα την απόσυρση υποθέσεων εναντίον του. Αντίθετα, κατόπιν οδηγιών του, εναντίον του ενάγοντα καταχωρήθηκαν τέσσερις ποινικές υποθέσεις. Τέλος αποτελεί θέση των εναγόμενων ότι σε καμιά περίπτωση επιτέθηκαν στον ενάγοντα αστυνομικοί ή του προκάλεσαν σωματικές βλάβες είτε τέλος ότι του συμπεριφέρθηκαν καθ' ον τρόπο ισχυρίζεται ο ίδιος. Διαζευκτικά ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, ότι αν ο ενάγοντας αποδείξει τις ισχυριζόμενες από τον ίδιο σωματικές βλάβες, αυτές οφείλονται και/ή έχουν προκληθεί σαν αποτέλεσμα της δικής του επίθεσης και/ή συμπεριφοράς και/ή των ενεργειών του. Κατά την ακρόαση έδωσαν μαρτυρία υπέρ του ενάγοντα, εκτός από τον ίδιο, η γιατρός Χρυσούλα Κυριάκου και ο δικηγόρος Αντώνης Βασιλείου (Μ.Ε.1 μέχρι 3 αντίστοιχα). Από την άλλη, οι εναγόμενοι 1 και 2 καθώς και ο Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού στον ουσιώδη χρόνο, Ανδρέας Ιατρόπουλος, ήταν οι τρεις μάρτυρες που κατάθεσαν για τους εναγόμενους (Μ.Υ.1 μέχρι 3 αντίστοιχα). Τα βασικά επίδικα θέματα που καλούμαι να επιλύσω είναι τα εξής: Επιτέθηκαν ή όχι οι εναγόμενοι 1 μέχρι 3 στον ενάγοντα κατά τον ουσιώδη χρόνο; Εάν η απάντηση είναι καταφατική, συνεπεία της επίθεσης που δέχθηκε ο ενάγοντας, υπέστη ή όχι τις σωματικές βλάβες που ισχυρίζεται ότι υπέστη; Και σε τέτοια περίπτωση, δηλαδή καταφατικής απάντησης και στα δύο παραπάνω ερωτήματα, τι είδους αποζημιώσεις δικαιούται ο ενάγοντας, εναντίον ποιων από τους εναγόμενους θα πρέπει αυτές να επιδικαστούν και τέλος, ποιο το ύψος τους; Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες (περιλαμβανομένων των διαδίκων) ενώ κατάθεταν ενόρκως ενώπιόν μου. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με τα διαδραματισθέντα κατά τον ουσιώδη χρόνο καθώς και την ύπαρξη τυχόν προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση. Αντιπαραβάλλοντας τις εκατέρωθεν εκδοχές, με βάθρο τόσο τους εκατέρωθεν δικογραφημένους ισχυρισμούς όσο και την προσαχθείσα μαρτυρία προς υποστήριξη της εκδοχής κάθε πλευράς, είμαι βέβαιος ότι τα πραγματικά και ουσιαστικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο είναι σύμφωνα με την εκδοχή του ενάγοντα, η οποία, για λόγους που θα διαφανούν στη συνέχεια, μου φαίνεται και πιο λογική, συν τοις άλλοις, από την αντίστοιχη των εναγόμενων. Ο ενάγοντας ως μάρτυρας σε γενικές γραμμές μου έκανε αρκετά καλή εντύπωση. Ήταν άμεσος και σταθερός καθ' όλη τη διάρκεια που έδινε μαρτυρία, κυρίως σε σχέση με τα ουσιαστικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο. Περαιτέρω, η μαρτυρία του και κατ' επέκταση η εκδοχή του, επί της ουσίας πάντοτε, σε σημαντικό βαθμό, ενισχύεται και/ή επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο, άλλης ανεξάρτητης και ιατρικής μαρτυρίας, η οποία, καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Γεωργίου ν. Αστυνομίας

(1997)2 Α.Α.Δ. 439): «.σε τέτοιες υποθέσεις είναι πολύ ζωτικής σημασίας. Αποτελεί και πραγματική μαρτυρία η οποία συνιστά αξιόπιστο βοήθημα και σταθερό οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων» Δε μου διαφεύγει ότι ο ενάγοντας υπέπεσε σε κάποιες μικροαντιφάσεις. Ωστόσο, δεν αποδίδω ιδιαίτερη σημασία σ' αυτές, αφού αφορούν σε μικρολεπτομέρειες και είναι τόσο ασήμαντες, σε βαθμό που, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν την αξιοπιστία του ως μάρτυρα, αλλά, αντίθετα, την ενδυναμώνουν. Οι εν λόγω αντιφάσεις, όπου υπάρχουν, αν αποδεικνύουν κάτι είναι ότι ο ενάγοντας κατάθεσε στο Δικαστήριο αυθόρμητα και χωρίς προσχεδιασμό. Ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας, δίκαιος και ειλικρινής αποδεικνύεται και από το εξής: Αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο, ήταν παρών ακόμη ένας αστυφύλακας, ο 2129 Γιωργούδης, ο οποίος, μάλιστα, προηγουμένως, μαζί με τον εναγόμενο 3 οδήγησαν τον ενάγοντα με χειροπέδες στο Δικαστήριο για έκδοση διατάγματος προσωποκράτησης και ακολούθως το μετέφεραν πίσω στο σταθμό με τον ίδιο τρόπο, δηλαδή με χειροπέδες, οπότε και τον οδήγησαν στο γραφείο του εναγόμενου
  1. Παρόλα αυτά, ο ενάγοντας, που όπως του υποβλήθηκε καταχώρησε την παρούσα αγωγή, ουσιαστικά για αντιπερισπασμό, υπό το βάρος όσων του καταμαρτυρείται από τους εναγόμενους 1 μέχρι 3 ότι έκανε εναντίον τους και όχι μόνο, όχι απλώς δε συμπεριέλαβε και τον αστυφύλακα Γιωργούδη ως εναγόμενο στην αγωγή του, αλλά και στο Δικαστήριο, ήταν η θέση του, ότι, μολονότι ο τελευταίος ήταν παρών κατά το χρόνο που ο ίδιος δεχόταν την επίθεση των εναγόμενων 1 μέχρι 3, ο υπό αναφορά αστυφύλακας, δε συμμετείχε στην επίθεση. Φρονώ ότι εάν ο ενάγοντας δεν ήταν μάρτυρας της αλήθειας και ενήγαγε τους εναγόμενους για αλλότριους σκοπούς, δεν είχε κανένα λόγο να χαριστεί στο αστυφύλακα Γιωργούδη και να μην ενάγει και αυτόν. Η Χρυσούλα Κυριάκου (Μ.Ε.2) στον ουσιώδη χρόνο ήταν γιατρός στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών και Ατυχημάτων του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού. Από τη μαρτυρία της, η οποία βασικά παρέμεινε αναντίλεκτη, επομένως την αποδέχομαι προκύπτουν τ' ακόλουθα: Εξέτασε τον ενάγοντα στο τμήμα πρώτων βοηθειών στις 2.1.
  2. Προσκομίσθηκε από την Αστυνομία εκεί ο ενάγοντας στις 17:08 και της ανάφερε ότι χτυπήθηκε από άλλα άτομα. Κατά την εξέτασή του έφερε επιφανειακές εκδορές στην περιοχή του θώρακα (εμπρόσθια περιοχή), περιοχή τραχήλου δεξιά και πλάτης (περιοχή οσφυϊκής χώρας), μικρό μώλωπα δεξιού άνω βλεφάρου και άλγος δεξιού ζυγωματικού χωρίς οίδημα. Απολύθηκε με οδηγίες. Τα παραπάνω απορρέουν από το περιεχόμενο του ιατρικού πιστοποιητικού που εξέδωσε η μάρτυρας αναφορικά με τον ενάγοντα (βλ. το τεκμήριο 1). Στην κυρίως εξέταση η μάρτυρας επεξήγησε ότι μώλωπας είναι κάκωση μαλακών μορίων που μπορεί να συνδέεται από αλλαγή χρώματος του δέρματος ή από οίδημα περιοχής και ότι μπορεί να προκληθεί από πτώσεις, χτυπήματα, ατυχήματα, αλλά και από γρονθοκοπήματα. Δεχτή στο σύνολό της είναι και η μαρτυρία του Αντώνη Βασιλείου (Μ.Κ.3), ο οποίος, μολονότι αντεξετάστηκε και σε κάποιο βαθμό αμφισβητήθηκε από την ευπαίδευτη δικηγόρο των εναγόμενων, εντούτοις κατέστη αδύνατο να κλονιστεί η αξιοπιστία του επί της ουσίας όσων ανάφερε. Επισημαίνεται ότι η μαρτυρία και αυτού του μάρτυρα, σε σημαντικό βαθμό ενισχύεται από το περιεχόμενο της ιατρικής μαρτυρίας, είτε ακόμη παρέμεινε αναντίλεκτη. Συγκρατώ από τη μαρτυρία του τα εξής: Στον ουσιώδη χρόνο και συγκεκριμένα το πρωί στις 2.1.2006 εκπροσώπησε τον ενάγοντα στο Δικαστήριο, στα πλαίσια διαδικασίας έκδοσης διατάγματος προσωποκράτησης. Όταν τον είδε δεν έφερε εμφανή χτυπήματα. Το απόγευμα της ίδιας μέρας, του τηλεφώνησαν από την Αστυνομία και του είπαν ότι θέλει να το δει ο ενάγοντας. Μετέβη εκεί και όταν τον είδε πρόσεξε ότι πάνω στο δεξιό του μάτι και στο ζυγωματικό υπήρχε κάποιο κοκκίνισμα, ένας μώλωπας. Όταν το ρώτησε τι το θέλει και πώς το έπαθε τού ανάφερε ότι χτυπήθηκε από αστυνομικούς. Του είπε ακόμη ο ενάγοντας ότι είπε στους αστυνομικούς να το μεταφέρουν στο νοσοκομείο και δεν τον έπαιρναν. Τότε ανέβηκε στα γραφεία του Τ.Α.Ε. και τους είπε ότι ο πελάτης του θέλει να πάει στο νοσοκομείο και ότι είναι υποχρέωσή τους να τον πάρουν. Του υποσχέθηκαν ότι θα τον έπαιρναν και έφυγε. Η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία και των τριών μαρτύρων που κατάθεσαν για την υπόθεση των εναγόμενων είναι αρνητική. Και οι τρεις μάρτυρες προέβαλαν ισχυρισμούς που στερούνταν λογικής και πειστικότητας, ενώ ήρθαν σε σύγκρουση και με το περιεχόμενο της ιατρικής μαρτυρίας που αποτελεί και πραγματική μαρτυρία, με ό, τι αυτό συνεπάγεται για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων. Είναι σαφές ότι η μαρτυρία τους και κατ' επέκταση η εκδοχή τους είναι κατασκευασμένη προκειμένου να αποστούν της ευθύνης τους για όσα και οι τρεις έκαναν ή αναλόγως δεν έκαναν κατά τον ουσιώδη χρόνο, τα οποία απέβησαν σε βάρος του ενάγοντα. Τέλος, από τη μαρτυρία τους αναδύεται και το κίνητρό τους να συμπεριφερθούν όπως συμπεριφέρθηκαν κατά του ενάγοντα. Για όλους τους παραπάνω λόγους και για διάφορους άλλους που θα παραθέσω στη συνέχεια ειδικά για κάθε μάρτυρα, η μαρτυρία και των τριών, επί της ουσίας, στο βαθμό που είναι αντίθετη με τη μαρτυρία του ενάγοντα, απορρίπτεται ως αναξιόπιστη και ψευδής. Ακολουθούν μερικά παραδείγματα που κατά τη γνώμη μου αιτιολογούν επαρκώς όλες τις παραπάνω διαπιστώσεις μου. Ειδικότερα: Ο Αστυνόμος Β΄ Νίκος Σοφοκλέους (Μ.Υ.1) είναι ο εναγόμενος 1 στην αγωγή. Όπως αναφέρει στη γραπτή του δήλωση (βλ. το τεκμήριο 3) το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης, στον ουσιώδη χρόνο ήταν ο υπεύθυνος του Τ.Α.Ε. Λεμεσού. Την 1η 1.2006, το Τ.Α.Ε. διερευνούσε υπόθεση εμπρησμού δύο αυτοκινήτων, αδίκημα που διαπράχθηκε στις 27.12.2005, για το οποίο εξασφαλίστηκε μαρτυρία εναντίον του ενάγοντα. Τίθεται το ερώτημα γιατί ο μάρτυρας αισθάνθηκε την ανάγκη να προβεί στην παραπάνω αναφορά, επτά ολόκληρα χρόνια μετά, τη στιγμή που αντεξεταζόμενος, απαντώντας σε σχετική ερώτηση ανάφερε ότι σε σχέση με την υπό αναφορά υπόθεση, δεν πρόεκυψε κάτι εναντίον του ενάγοντα μα ούτε και καταχωρήθηκε υπόθεση εναντίον του. Προφανής ο στόχος του εναγόμενου 1 και αυτό που θα πω αφορά και τον εναγόμενο 2 καθώς και τον τότε Αστυνομικό Διευθυντή Λεμεσού, ο οποίος κατάθεσε υπέρ των εναγόμενων. Και οι τρεις, προκειμένου να με πείσουν να δεχθώ την εκδοχή τους για όσα διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο και την ίδια ώρα να απορρίψω αυτή του ενάγοντα, με τη μαρτυρία τους, δεν περιορίστηκαν να αναφερθούν σε όσα έλαβαν χώρα στον ουσιώδη χρόνο, αλλά και σε διάφορα άλλα, από τα οποία, η εικόνα που σχηματίζεται για τον ενάγοντα είναι ότι πρόκειται για έναν εγκληματικό στοιχείο που όπως ανάφερε ο εναγόμενος 1 απασχόλησε το τμήμα του σε διάφερες υποθέσεις, επομένως, όπως αφήνεται να νοηθεί, είναι ανάξιος ο λόγος του για να γίνει πιστευτός. Σε συνέχεια των παραπάνω, ο ισχυρισμός του εναγόμενου 1 - από τη γραπτή του δήλωση και πάλι - ότι ζητήθηκε από τον ενάγοντα να δώσει κατάθεση, πλην όμως αρνήθηκε να απαντήσει σ' οποιαδήποτε ερώτηση, ενώ αποτελεί γεγονός, σε συνδυασμό και μ' όσα ακολουθούν, πάντοτε από τη γραπτή δήλωση του εναγόμενου 1, αποκαλύπτουν και το κίνητρο των εναγόμενων 1 μέχρι 3 να μεταχειριστούν όπως μεταχειρίστηκαν τον ενάγοντα κατά τον ουσιώδη χρόνο καθώς και πόσο σεβάστηκαν το αναφαίρετο δικαίωμά του να μην απαντήσει στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν. Ειδικότερα: «..εγώ τον συμβούλεψα να συνεργαστεί με τον ανακριτή εάν τυχόν εμπλέκεται στην υπό διερεύνηση υπόθεση.» αναφέρει σ' ένα σημείο της γραπτής του δήλωσης ο εναγόμενος 1, ενώ στην παράγραφο 9 αναφέρει τα εξής: «Ο Αστ. 2129 κάλεσε τον Στέλιο Αντωνίου να καθίσει και να μη φωνάζει και στην προσπάθειά μου να του εξηγήσω ότι η Αστυνομία διερευνά τη συγκεκριμένη υπόθεση και έχει υποχρέωση εφόσον είναι αθώος να συνεργαστεί για να αποδείξει την αθωότητά του,..». Ότι οι ανακριτικές αρχές, εξακολουθούν δυστυχώς να μετέρχονται παράνομες μεθόδους και να χρησιμοποιούν αθέμιτα μέσα προκειμένου να διερευνήσουν μία ποινική υπόθεση, αποτελεί κοινό μυστικό. Ότι όμως θα έφθανε στο σημείο ο υπεύθυνος αξιωματικός του Τ.Α.Ε., κατά παράβαση του τεκμηρίου της αθωότητας, να ομολογεί ενόρκως ότι εναπόκειται στον ύποπτο να αποδείξει την αθωότητά του και όχι στις διωκτικές αρχές την ενοχή του, δεν ανάμενα ποτέ να το ακούσω σε αίθουσα Δικαστηρίου. Αν αυτή είναι η αντίληψή του υπεύθυνου του Τ.Α.Ε. αναφορικά με το τεκμήριο αθωότητας και την λειτουργία του, είναι εύκολο να αντιληφθεί κάποιος, γιατί ο ίδιος και οι συνεναγόμενοι του μεταχειρίστηκαν όπως μεταχειρίστηκαν τον ενάγοντα κατά τον ουσιώδη χρόνο. Υπάρχει όμως και μία σοβαρή αντίφαση στην οποία υπέπεσε ο εναγόμενος 1, που αφορά το λόγο για τον οποίο ο ενάγοντας βρέθηκε στο γραφείο του κατά τον ουσιώδη χρόνο και που με κάνει να διερωτώμαι τι ισχύει απ' όσα ακολουθούν: Ζήτησε από τους συναδέλφους του να μεταφέρουν τον ενάγοντα στο γραφείο του, όπου το συμβούλεψε να συνεργαστεί με τον ανακριτή, αν τυχόν εμπλέκεται στην υπό διερεύνηση υπόθεση και ακολούθως όταν άρχισε να φωνάζει του είπε ότι έχει υποχρέωση να συνεργαστεί για να αποδείξει την αθωότητά του κ.ο.κ., όπως αναφέρει στη γραπτή του δήλωση ή τον κάλεσε στο γραφείο του, επειδή, όπως ανάφερε απαντώντας σε σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε κατά το στάδιο της αντεξέτασης, το συνηθίζει πάντοτε να μιλά, συμβουλεύει και καθοδηγεί άτομα που απασχολούν συνεχώς τη Δικαιοσύνη, με την ελπίδα ότι θα βρουν το σωστό δρόμο; Παρά τα προηγούμενα, αυτό που εκθέτει πλήρως τον εναγόμενο 1 είναι η ιατρική μαρτυρία. Ισχυρίζεται ο εναγόμενος στη γραπτή του δήλωση ότι για να καταστεί δυνατή η σύλληψη του ενάγοντα, που ας σημειωθεί, αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών ότι στον ουσιώδη χρόνο έφερε χειροπέδες - μόνο επίδικο επί του προκειμένου αποτελεί το κατά πόσο ήτανε δεμένος πισθάγκωνα ή τα χέρια του ήτανε μπροστά - χρησιμοποιήθηκε και από τους τρεις εναγόμενους καθώς και από τον αστυφύλακα Γιωργούδη η ανάλογη βία. Στην τελευταία παράγραφο της δήλωσής του, ισχυρίζεται ο εναγόμενος, ότι οι οποιεσδήποτε ισχυριζόμενες από τον ενάγοντα σωματικές βλάβες στον ίδιο, προκλήθηκαν συνεπεία της δικής του βίαιης και προκλητικής συμπεριφοράς. Μια πρώτη παρατήρηση είναι ότι, δεδομένης της κρίσης μου για την αξιοπιστία του ενάγοντα ως μάρτυρα, δέχομαι και τον ισχυρισμό του ότι στον ουσιώδη χρόνο ήτανε δεμένος με χειροπέδες πισθάγκωνα, επομένως, εξ αντικειμένου ήτανε αδύνατο να επιτεθεί σπρώχνοντας με τα χέρια τον εναγόμενο 1 όπως ήταν η θέση του. Εξ αντικειμένου επίσης καταρρίπτεται και η θέση του εναγόμενου, ότι, ουσιαστικά, πρόκειται για αυτοτραυματισμό οι σωματικές βλάβες που αποδεδειγμένα έφερε την ίδια μέρα ο ενάγοντας, οι οποίες πιστοποιούνται από τη γιατρό Κυριάκου που τον εξέτασε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Για παράδειγμα, διερωτώμαι πώς θα μπορούσε να προκαλέσει το μώλωπα στο δεξιό άνω βλέφαρο του ο ενάγοντας, όντας δεμένα τα χέρια του και μάλιστα πίσω από τη πλάτη του; Υπάρχει όμως και συνέχεια. Αντεξεταζόμενος ο εναγόμενος 1, κληθείς να πει τι ανάλογη βία ασκήθηκε πάνω στον ενάγοντα ισχυρίστηκε ότι και οι τρεις εναγόμενοι κρατώντας τον από τα χέρια και με λόγια προσπάθησαν να τον πείσουν να καθίσει στην πολυθρόνα για να το συμβουλέψει, ωστόσο, αυτός συνέχισε να είναι αντιδραστικός, να σπρώχνει και να απειλεί. Όταν όμως στη συνέχεια κλήθηκε να δικαιολογήσει τα ευρήματα της γιατρού Κυριάκου και τέθηκε ενώπιόν του το ιατρικό της πιστοποιητικό (τεκμήριο 1) απάντησε περίπου ως εξής που αποκαλύπτει και την αμηχανία που τον είχε κυριεύσει: «Αναφέρει μώλωπες το πιστοποιητικό και όχι χτυπήματα. Μώλωπες, οι οποίοι, προφανώς και σίγουρα πρέπει να προκλήθηκαν κατά την ανάλογη βία που εξασκήθηκε για να καθηλωθεί στην πολυθρόνα.». Πέραν από την προφανή αντίφαση που εντοπίζω, αν ληφθεί υπόψη η αμέσως προηγούμενη θέση του εναγόμενου για το θέμα της ανάλογης βίας, είναι και το γεγονός, ότι, ο ισχυρισμός του ότι αναφέρει μώλωπες το πιστοποιητικό και όχι χτυπήματα έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με τον ισχυρισμό της γιατρού Κυριάκου, η οποία ανάφερε χωρίς μάλιστα να έχει αμφισβητηθεί από την ευπαίδευτη δικηγόρο των εναγόμενων, ότι οι μώλωπες μπορούν να προκληθούν και από χτυπήματα, μεταξύ άλλων. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ, προκειμένου να αναδείξω το μέγεθος της αναξιοπιστίας του εναγόμενου 1 ως μάρτυρα και να εξηγήσω γιατί απορρίπτω τη μαρτυρία του στην έκταση που αναφέρω σε άλλο σημείο πιο πάνω. Για τους ίδιους περίπου λόγους απορρίπτω και τη μαρτυρία του εναγόμενου 2, αφού αυτή και κατ' επέκταση η εκδοχή του είναι επίσης κατασκευασμένη και προσχεδιασμένη, σε συνεννόηση με τους άλλους δύο εναγόμενους, προκειμένου να αποστούν των ευθυνών τους για όσα τους καταμαρτυρεί ο ενάγοντας. Ακολουθούν μερικά παραδείγματα που αιτιολογούν πιστεύω την κρίση μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία και αυτού του εναγόμενου ως μάρτυρα. Ειδικότερα: Αντεξεταζόμενος ο εναγόμενος, στην υποβολή ότι το μόνο που ήθελαν από τον ενάγοντα και του ζητούσαν ήταν να τους δώσει κατάθεση με την οποία να παραδέχεται αδικήματα που δεν έκανε απάντησε περίπου ως εξής: «Γνωρίζω πάρα πολύ καλά ότι η λήψη μιας κατάθεσης από τον οποιοδήποτε πολίτη όταν είναι υπό πίεση, πάρα πολύ εύκολα μπορεί να αμφισβητηθεί στο Δικαστήριο και η σημασία της θα είναι μηδέν. Άρα δε θέλαμε να δώσει κατάθεση ασκώντας του οποιαδήποτε βία.» Το πόσο «συνάδουν» τα παραπάνω που είπε ο εναγόμενος 2, με την ομολογία του προϊσταμένου του κατά τον ουσιώδη χρόνο - εναγόμενου 1, ο οποίος, όπως αναφέρει στη γραπτή του δήλωση προσπάθησε να εξηγήσει στον ενάγοντα ότι η Αστυνομία διερευνά την υπόθεση για την οποία το συνέλαβε και έχει υποχρέωση εφόσον είναι αθώος να συνεργαστεί για να αποδείξει την αθωότητά του, διαφορετικά αφήνει αμφιβολίες γι' αυτή, είναι ολοφάνερο. Φυσικά, αυτή δεν είναι και η μόνη αντίφαση που εντοπίζω ανάμεσα σε όσα ανάφεραν οι δύο εναγόμενοι για το ίδιο θέμα. Ενώ ο εναγόμενος 1 ισχυρίστηκε για την ανάλογη βία που ασκήθηκε εναντίον του ενάγοντα ότι τον έπιασαν και οι τέσσερις από τα χέρια, ο εναγόμενος 2 ισχυρίστηκε ότι τον έπιασαν και από τα χέρια και από το πλευρό - μέση και πάνω -, αλλά έδωσαν έμφαση κυρίως στα χέρια. Πέραν από την προφανή αντίφαση διερωτώμαι και για την ανάγκη που υπήρχε να δώσουν έμφαση στα χέρια του ενάγοντα, τα οποία, για να επαναλάβω ήταν δεμένα πισθάγκωνα, χωρίς να σημαίνει ότι θα του περεχόταν ουσιωδώς καλύτερη δυνατότητα δράσης με αυτά, ακόμη και αν ήσαν δεμένα με χειροπέδες μπροστά, αν ληφθεί υπόψη, ότι, απέναντί του βρίσκονταν τέσσερεις αστυνομικοί. Και πόσο συνάδει ο ισχυρισμός του εναγόμενου 2 ότι έδωσαν έμφαση κυρίως στα χέρια με αυτά που είπε όταν κι αυτός βρέθηκε αντιμέτωπος με το περιεχόμενο της ιατρικής μαρτυρίας, που με τη σειρά τους έρχονται σε σύγκρουση και με όσα ανάφερε για το ίδιο θέμα ο εναγόμενος 1; Ειδικότερα: Κληθείς να εξηγήσει τα ευρήματα της γιατρού Κυριάκου και ειδικά τα τραύματα στο βλέφαρο του ενάγοντα, απάντησε περίπου ως εξής: «Φυσικά δεν είμαι γιατρός, όμως τα όσα αναφέρονται δεν μπορούν να θεωρηθούν ως κακοποίηση. Οι εκδορές και τα όσα αναφέρονται θεωρώ ότι δύνανται να προκληθούν στην προσπάθεια των μελών της Αστυνομίας να συλλάβουν ή καθηλώσουν ένα πρόσωπο, τον κ. Αντωνίου εδώ που ήταν υπό σύλληψη.» Τώρα γιατί τα όσα αναφέρονται στο πιστοποιητικό της γιατρού Κυριάκου, ενώ μπορούν να προκληθούν για το λόγο που ανάφερε ο εναγόμενος, δεν μπορούν να θεωρηθούν κακοποίηση, μόνο ο ίδιος πρέπει να γνωρίζει. Πάντως, η γιατρός Κυριάκου, δε συμφωνεί μαζί του, αφού, για να επαναλάβω, κατά την ίδια, οι μώλωπες, μπορούν να προκληθούν και από χτυπήματα και από γρονθοκοπήματα, τα οποία ασφαλώς και συνιστούν κακοποίηση, για τον αποδέκτη τους. Τα όσα ανάφερε στη συνέχεια ο εναγόμενος υπό μορφή εξήγησης, αναφορικά με το μώλωπα που έφερε ο ενάγοντας στο δεξί βλέφαρο, τον εκθέτουν ακόμη περισσότερο. Ακολουθεί το σχετικό απόσπασμα: «Αντιδρούσε ο κ. Αντωνίου, κινούσε και τα χέρια και τα πόδια και το κεφάλι φυσικά, οπότε είναι πάρα πολύ φυσιολογικό σε τέτοιες περιπτώσεις είτε να αυτοτραυματιστεί με τις χειροπέδες είτε κάποιος από εμάς στην προσπάθειά μας να τον καθηλώσουμε να προκλήθηκε ο συγκεκριμένος τραυματισμός και αυτό το λέω χωρίς να αφήνω οποιοδήποτε ενδεχόμενο ανοιχτό, ότι ναι, κάποιος από μας το χτύπησε ηθελημένα, αυτό το αποκλείω κατηγορηματικά.» Εκτός του ότι υπεισέρχονται και τα πόδια πια του ενάγοντα, ως μέσο αντίδρασης, διερωτώμαι και για το εξής: Εάν αντιδρούσε και με τα πόδια ο ενάγοντας, οι ίδιοι, στην προσπάθειά τους να τον καθηλώσουν και να το συλλάβουν, γιατί έδωσαν έμφαση κυρίως στα χέρια, που ήτανε και δεμένα και όχι στα πόδια; Ακολούθως, εάν ο ενάγοντας αντιδρούσε τόσο βίαια, όπως και οι δύο εναγόμενοι ανάφεραν, πώς εξηγείται να είναι και ο μόνος που έχει τραυματιστεί, τη στιγμή που οι τέσσερις αστυνομικοί περιορίστηκαν απλώς να το καθηλώσουν και να το συλλάβουν, χωρίς οποιοσδήποτε από αυτούς να υποστεί, έστω και μια απλή γρατσουνιά; Μολονότι ο τρίτος μάρτυρας που κατάθεσε για την υπόθεση των εναγόμενων, δεν εμπλέκεται με τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν κατά τον κρίσιμο χρόνο, εντούτοις, ομολογώ ότι η εντύπωσή μου για τη ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του ως μάρτυρα είναι απολύτως αρνητική. Απ' όσα ακολουθούν είναι φανερό, ότι ο μάρτυρας ενήργησε όπως ενήργησε στον ουσιώδη χρόνο, όχι για να φέρει σε πέρας την αποστολή που του ανατέθηκε και παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και κατάθεσε όπως κατάθεσε, δυστυχώς, όχι για να πει την αλήθεια, αλλά και στη μια και στην άλλη περίπτωση, με πρόθεση να βοηθήσει τους υφισταμένους συναδέλφους του να αποστούν των ευθυνών τους για όσα τους προσάπτει ο ενάγοντας, που σαφώς και είναι επιλήψιμα. Επιπλέον, τα αισθήματα και αυτού έναντι του ενάγοντα, δεν είναι διαφορετικά απ' ό, τι των εναγόμενων. Ειδικότερα: Ο μάρτυρας που στον ουσιώδη χρόνο ήταν Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού, για σκοπούς κυρίως εξέτασης υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής έκθεσης που ετοίμασε αναφορικά με τον ισχυρισμό του ενάγοντα για κακομεταχείρισή του από την Αστυνομία, για την οποία υπόβαλε σχετικό παράπονο στην Επίτροπο Διοίκησης (βλ. το τεκμήριο 7, η έκθεση ). Χωρίς να επαναλαμβάνω πλήρως το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου, η ουσία του έγκειται στα εξής: Ο μάρτυρας, σε ό, τι αφορά τα επίδικα γεγονότα υιοθετεί πλήρως την εκδοχή των τριών εναγόμενων. Για σκοπούς τεκμηρίωσης δε υιοθετεί την «σχετική» όπως την αποκαλεί έκθεση του υπό κατηγορία και υποκείμενου στην έρευνά του, εναγόμενου
  3. Αναφορικά με τα γεγονότα αναφέρει τα εξής, μεταξύ άλλων: Την ημέρα του επίδικου επεισοδίου, ο ενάγοντας ζήτησε να εξεταστεί από κυβερνητικό γιατρό, με τον ισχυρισμό ότι κακοποιήθηκε. Οδηγήθηκε αμέσως στις Α΄ Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού, όπου εξετάστηκε από τον επί καθήκοντι γιατρό, χωρίς να διαπιστωθεί κανένα στοιχείο κακοποίησης ή τραύμα στο σώμα του. Αργά το απόγευμα της ίδιας μέρας, προστίθεται, δέχθηκε στο γραφείο του τον ενάγοντα, ο οποίος του παραπονέθηκε ότι η Αστυνομία το συλλαμβάνει κάθε φορά που η πρώην σύζυγός του προβαίνει σε καταγγελία για κακόβουλη ζημιά στα οχήματά της καθώς και σ' αυτά της οικογένειάς της. Του εξήγησε ότι η Αστυνομία έχει υποχρέωση να διερευνά τις υποθέσεις που της καταγγέλλονται, ενώ το συμβούλευσε κιόλας να είναι προσεκτικός κ.λ.π. και του συνέστησε όσα αναφέρονται στη συνέχεια. Ο ενάγοντας δεν έφερε κανένα ίχνος κακοποίησης και έφυγε από το γραφείο του ικανοποιημένος, ευχαριστώντας τον μάλιστα για τις συμβουλές του. Σε καμιά περίπτωση δεν του ζήτησε να αποσύρει κανένα παράπονο που πιθανόν να είχε εναντίον της Αστυνομίας, με αντάλλαγμα την απόσυρση υποθέσεων εναντίον του. Είναι της άποψης αναφέρει καταληχτικά, ότι ο ενάγοντας υπόβαλε παράπονο προς την Επίτροπο Διοίκησης, όχι γιατί πραγματικά κακοποιήθηκε, αλλά γιατί η Αστυνομία καταχώρησε τις υποθέσεις εναντίον του στο Δικαστήριο, ενώ ανάμενε ότι θα τύγχανε ευνοϊκής μεταχείρισης όταν προσποιήθηκε ότι κακοποιήθηκε. Χωρίς να υπεισέρχομαι ακόμη και σε αυτά που ανάφερε αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας, από τα παραπάνω και μόνο είναι ήδη εκτεθειμένος. Ειδικότερα: Ανέλαβε να ετοιμάσει έκθεση αναφορικά με παράπονο που υπέβαλε ο ενάγοντας για κακοποίησή του από την Αστυνομία ενώ τελούσε υπό κράτηση και για τις διαπιστώσεις του, αναφορικά με την ουσία των γεγονότων που συνθέτουν το υπό διερεύνηση παράπονο βασίστηκε στην έκθεση που ετοίμασε ο υποκείμενος στην έρευνα εναγόμενος 1, χωρίς να ακούσει και τη θέση του καταγγέλλοντος ενάγοντα. Ισχυρίστηκε ότι δέχθηκε στο γραφείο του τον ενάγοντα την ίδια μέρα, δηλαδή του επίδικου επεισοδίου - που δεν είναι αλήθεια, αφού ο ενάγοντας το συνάντησε μετά τη λήξη της κράτησής του - χωρίς να φέρει κανένα ίχνος κακοποίησής ανάφερε, ισχυρισμός που καταρρίπτεται από το περιεχόμενο της ιατρικής μαρτυρίας και όχι απλά της μαρτυρίας του ενάγοντα, την οποία δέχομαι και επί του προκειμένου. Ο ισχυρισμός του επίσης ότι ο ενάγοντας εξετάστηκε την ίδια μέρα στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού - που είναι αλήθεια - χωρίς να διαπιστωθεί κανένα ίχνος κακοποίησης ή τραύμα στο σώμα του αποδεικνύει την ευκολία με την οποία ο μάρτυρας καταφεύγει στο ψεύδος, με μόνο λόγο να βοηθήσει τους συναδέλφους του, οι οποίοι αντιμετώπιζαν καταγγελία κακοποίησης πολίτη, καθ' ον χρόνο τελούσε υπό κράτηση. Απλή ανάγνωση του περιεχομένου του ιατρικού πιστοποιητικού της γιατρού Κυριάκου (τεκμήριο 1) αιτιολογεί πλήρως την κρίση μου αναφορικά με την αξιοπιστία ή ορθότερα, την αναξιοπιστία του μάρτυρα. Φυσικά, ούτε όταν το συνάντησε ο ενάγοντας δέχομαι ότι τα όσα διαμείφθηκαν μεταξύ τους είναι σύμφωνα με την εκδοχή του. Η αλήθεια και επί του προκειμένου προέρχεται και πάλι από τον ενάγοντα, ο οποίος ανάφερε ότι μετά που τέλειωσε η κράτησή του πήγε στις μικροπαραβάσεις να κάνει παράπονο - καταγγελία - ότι χτυπήθηκε και δεν του έπαιρναν κατάθεση και ακολούθως πήγε στο μάρτυρα, ο οποίος του είπε να μην κάνει καταγγελία για να μην τον καταγγείλουν και εκείνοι, δηλαδή οι αστυνομικοί και να έχουν παράπονο. Υπεισέρχομαι τώρα σε μέρος όσων ανάφερε αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας. Ειδικότερα: Έκανε έρευνα για να κάνει την έκθεσή του συναφώς με το παράπονο του ενάγοντα (τεκμήριο 7). Συγκεκριμένα συμβουλεύτηκε τους ποινικούς φακέλους που είχαν τότε εναντίον του στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού και ζήτησε σχετική έκθεση από τον εναγόμενο
  4. Εκ των υστέρων και συγκεκριμένα μια δυο μέρες προτού ετοιμάσει την έκθεσή του έμαθε ότι ο ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι χτυπήθηκε και ήθελε να πάει στο νοσοκομείο. Ερωτηθείς εάν για τη διεξαγωγή της έρευνάς του ρώτησε στις μικροπαραβάσεις αν υπήρχε παράπονο, «Γιατί να ρωτήσω; είχα πάρει τους φακέλους, ότι έκαμα, τα ευρήματά μου αναφέρονται στην απαντητική επιστολή» ήταν η απάντησή του. Η επόμενη ερώτηση που του υποβλήθηκε ήταν η εξής: «Δεν είναι λογικό, αφ' ης στιγμής 2 του μηνός τον είδες και δεν σου έκαμε παράπονο και στις 25 με 26 του Μάρτη ήρθε κάποια καταγγελία στην αντίληψή σας, δεν είναι λογικό να του φωνάξετε και να του πείτε, γιατί δεν μου έκαμες παράπονο όταν ήρθες και είδες με;» Και η απάντηση του: «Όχι. Αλίμονο να κάνει κάτι τέτοιο ένας Αστυνομικός Διευθυντής. Εξάλλου, το θεωρώ ανυπόστατο το παράπονό του. Πρώτα είχε την ευκαιρία να το αναφέρει στο Δικαστήριο. Μετά έπρεπε να κάνει το παράπονό του αμέσως και όχι στις 7.3.» Μολονότι οι παραπάνω απαντήσεις του μάρτυρα είναι αρκούντως αποκαλυπτικές του πόσο «αντικειμενικά» και «αμερόληπτα» διεξήγαγε την έρευνά του αναφορικά με το παράπονο του ενάγοντα καθώς και πόσο «δίκαιος» υπήρξε έναντι του τελευταίου, εντούτοις θα συνεχίσω. Τόσο «ενδελεχής» ήταν η έρευνά του, σε βαθμό που δεν ήξερε και ποιο ήταν ακριβώς το περιεχόμενο της καταγγελίας του ενάγοντα, με αναφορά στο χρόνο που διαδραματίστηκαν όσα συνθέτουν το παράπονό του. Διαφορετικά, όταν του υποβλήθηκε ότι ο ισχυρισμός του ενάγοντα είναι ότι χτυπήθηκε μετά που τέλειωσε το Δικαστήριο δε θα έπρεπε να διαφωνήσει και να ισχυριστεί ότι ο ισχυρισμός του ενάγοντα είναι ότι χτυπήθηκε μετά τη σύλληψή του και προτού πάει στο Δικαστήριο και να επιμένει μάλιστα ότι αυτό το λέει και στην έκθεσή του για να εκτεθεί ακόμη περισσότερο, αφού δεν λέει κάτι τέτοιο στην έκθεσή του. Άξια αναφοράς είναι και η απάντηση που έδωσε στην απόλυτα ορθή υποβολή που του έγινε, ότι έκανε την έκθεσή του με σκοπό να προστατεύσει τους αστυνομικούς που κατάγγειλε ο ενάγοντας. Όπως ανάφερε: «Ο βίος και η πολιτεία μου στην Αστυνομία δεν μου επιτρέπουν κάτι τέτοιο. Δεν ρώτησα τον ενάγοντα, γιατί αν ένας Αστυνομικός Διευθυντής ασχολείται με αυτά δε θα μπορεί να βγει ποτέ από μέσα. Ούτε να κοιμηθεί θα μπορεί ούτε να φάει.» Ισχυρίστηκε και τα εξής ακόμη ο μάρτυρας: Χωρίς παράπονο δεν μπορούσε να βάλει κάποιο αστυνομικό να διερευνήσει τον ισχυρισμό του ενάγοντα. Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης που εκκρεμούσε εναντίον του στο Δικαστήριο για το επίδικο συμβάν είχε την ευκαιρία να πει ότι κακοποιήθηκε και τότε μόνο, ο ίδιος, εκ καθήκοντος, θα έπρεπε να αποταθεί στον Αρχηγό για να ορίσει ερευνών αξιωματικό για να διερευνήσει το παράπονό του. Κάτι τέτοιο δεν είχε. Ότι ο μάρτυρας δεν ήταν ειλικρινής και δεν έλεγε την αλήθεια όταν ισχυριζόταν τα παραπάνω καταφαίνεται από τα εξής: Στη σελίδα 3 της αιτιολογημένης απόφασης του Δικαστηρίου που εκδίκασε την υπόθεση στην οποία αναφέρθηκε ο μάρτυρας (βλ. το τεκμήριο 6) καταγράφεται συνοπτικά η εκδοχή του ενάγοντα - τότε κατηγορούμενου στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας - που είναι η ίδια με την εκδοχή του στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής. Επομένως, δεν μπορεί να ισχυρίζεται ο μάρτυρας ότι ο ενάγοντας δεν ανάφερε στο πλαίσιο της ποινικής δίκης ότι κακοποιήθηκε και να θέλει να γίνει πιστευτός. Το πόσο προκατειλημμένος ήταν ο μάρτυρας έναντι του ενάγοντα, καθ' ον χρόνο ανέλαβε να ετοιμάσει έκθεση αναφορικά με το παράπονό του για κακοποίηση καταφαίνεται από τον ισχυρισμό του πως δε θυμάται να έχει ζητήσει να μάθει το αποτέλεσμα της ιατρικής εξέτασης του ενάγοντα, επειδή θεώρησε ότι δεν είχε κακοποιηθεί. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Κατ' ακολουθία των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου βρίσκω ότι τα πραγματικά και ουσιαστικά γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση είναι τα εξής: Στον ουσιώδη χρόνο για την αγωγή, ο εναγόμενος 1 ήταν ο υπεύθυνος του Τμήματος Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λεμεσού. Κατά τον ίδιο χρόνο, οι εναγόμενοι 2 και 3 ήταν αστυφύλακες και υπηρετούσαν στο ίδιο τμήμα. Ο ενάγοντας, την 1η 1.2006 συνελήφθηκε ως ύποπτος δυνάμει δικαστικού εντάλματος και τέθηκε υπό κράτηση στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού, σε σχέση με διερευνώμενη υπόθεση εμπρησμού και κακόβουλης ζημιάς δύο αυτοκινήτων. Το πρωί της επομένης 2.
  5. οδηγήθηκε από τον εναγόμενο 3 και το συνάδελφό του αστυφύλακα 2129 Κ. Γιωργούδη στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, το οποίο εξέδωσε εναντίον του διάταγμα προσωποκράτησης δύο ημερών. Μετά που επέστρεψαν από το Δικαστήριο και ενώ ο ενάγοντας ήταν δεμένος με χειροπέδες πισθάγκωνα, οι παραπάνω αστυφύλακες, αντί να το μεταφέρουν στα κελία τον οδήγησαν στο γραφείο του εναγόμενου
  6. Ο εναγόμενος 1 καθόταν στο γραφείο του εκείνη την στιγμή και μόλις είδε τον ενάγοντα, απευθυνόμενος σ' αυτόν με εκφοβιστικό ύφος τον αποκάλεσε παλιόπαιδο, εμπρηστή και διάφορα άλλα. Δεν του απάντησε ο ενάγοντας οπότε αφού σηκώθηκε και πήγε κοντά του και αφού στο μεταξύ τον ύβρισε ξανά, το χτύπησε στο πρόσωπο και συγκεκριμένα στο μάτι. Την ίδια ώρα τον κλώτσησε ο εναγόμενος 3 οπότε και έπεσε κάτω. Τότε άρχισαν και οι δύο να το χτυπούν με τα πόδια σε διάφορα μέρη του σώματος και να του φωνάζουν ότι θα δώσει κατάθεση και θα παραδεχθεί. Τους απάντησε ότι δεν έκανε τίποτε και δεν έχει να πει κάτι. Τότε το σήκωσαν και τον έβαλαν να κάτσει σε μια καρέκλα. Κάποια στιγμή μπήκε στο γραφείο και ο εναγόμενος 2, ο οποίος κατευθύνθηκε αμέσως προς το μέρος του και αφού τον εξύβρισε το χτύπησε στο πρόσωπο. Την ίδια ώρα του επιτέθηκε εκ νέου ο εναγόμενος 1, ενώ κάποιος από τους τρεις κλώτσησε την καρέκλα που τον έβαλαν προηγουμένως να κάτσει με αποτέλεσμα να πέσει κάτω και να χτυπήσει με το κεφάλι στο πάτωμα. Ακόμη και τότε και οι τρεις εναγόμενοι συνέχισαν να το χτυπούν κλωτσώντας τον σε διάφορα μέρη του σώματος και του φώναζαν να παραδεχθεί ότι αυτός διέπραξε τα υπό διερεύνηση αδικήματα, διαφορετικά θα το χτυπούσαν μέχρι το βράδυ. Αργότερα την ίδια μέρα, στα κελιά όπου είχε μεταφερθεί ο ενάγοντας ζήτησε να τον πάρουν στο νοσοκομείο επειδή ήταν χτυπημένος, ζαλιζόταν και πονούσε το κεφάλι του, χωρίς να του δώσουν σημασία. Ζήτησε τότε να έρθει ο δικηγόρος του. Ο τελευταίος (Μ.Ε.3 Αντώνης Βασιλείου) ήρθε στο σταθμό το απόγευμα. Όταν είδε τον ενάγοντα και το ρώτησε τι το θέλει και πρόσεξε ότι πάνω στο δεξί του μάτι και στο ζυγωματικό υπήρχε κάποιο κοκκίνισμα, ένας μώλωπας και το ρώτησε πώς το έπαθε, ο ενάγοντας του ανάφερε ότι χτυπήθηκε από αστυνομικούς και ότι όταν τους είπε να το μεταφέρουν στο νοσοκομείο αυτοί δεν τον έπαιρναν. Μετά από ενέργειες στις οποίες προέβη αμέσως ο μάρτυρας, ο οποίος μετέβη στα γραφεία του Τ.Α.Ε, ο ενάγοντας την ίδια, πάντοτε, μέρα διακομίσθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού και συγκεκριμένα στο τμήμα Α΄ βοηθειών. Κατά την εξέτασή του από τη γιατρό Χρυσούλα Κυριάκου (Μ.Ε.2) στις 17:08 - στην οποία ανάφερε ότι χτυπήθηκε από άλλα άτομα - διαπιστώθηκε ότι έφερε τ' ακόλουθα: Επιφανειακές εκδορές στην περιοχή του θώρακα (εμπρόσθια περιοχή), περιοχή τραχήλου δεξιά και πλάτης (περιοχή οσφυϊκής χώρας), μικρό μώλωπα δεξιού άνω βλεφάρου και άλγος δεξιού ζυγωματικού χωρίς οίδημα. Η κινητικότητα της γνάθου ήταν φυσιολογική, ενώ ο ακτινολογικός έλεγχος δεν έδειξε κάποιο κάταγμα. Απελύθη με οδηγίες. Ο ενάγοντας με την αγωγή του αξιώνει εναντίον όλων των εναγόμενων αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα: Α. Γενικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες, πόνους και ταλαιπωρία που υπέστηκε συνεπεία της παράνομης επίθεσης των εναγόμενων 1 μέχρι
  7. Β. Αποζημιώσεις και/ή απώλειες που υπέστηκε συνεπεία δυσφήμισης εκ μέρους των εναγόμενων 1 μέχρι 3 και, Γ. Γενικές και/ή παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις και για τους δύο λόγους, ως ανωτέρω. Το αστικό αδίκημα της επίθεσης κατά το άρθρο 26 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα των Αρτέμη & Ερωτοκρίτου «Κεφάλαιο 148 Αστικά Αδικήματα Δίκαιο και Αποφάσεις» τόμος 1, σελ. 93 περιλαμβάνει τα δύο συναφή αδικήματα του κοινού δικαίου της απειλής χρήσης βίας και της εφαρμογής βίας. Τα συστατικά του αδικήματος προστίθεται είναι πρώτο, η απειλή χρήσης βίας ή η χρήση βίας, δεύτερο, η ύπαρξη πρόθεσης και τρίτο, η έλλειψη συναίνεσης. Η όλη συμπεριφορά που επέδειξαν οι εναγόμενοι 1 μέχρι 3 έναντι του ενάγοντα κατά τον ουσιώδη χρόνο, οι οποίοι, ενώ αυτός τελούσε υπό κράτηση στο σταθμό και ήταν δεμένος με χειροπέδες πισθάγκωνα, το χτυπούσαν επανειλημμένα με τα χέρια και τα πόδια σε διάφορα μέρη του σώματος, ενώ κάποιος από αυτούς, κάποια στιγμή κλώτσησε και την καρέκλα στην οποία το είχαν βάλει υποχρεωτικά να κάτσει με αποτέλεσμα να πέσει στο πάτωμα και να χτυπήσει στο κεφάλι και τέλος, η απειλή και από τους τρεις προς αυτό, ότι, εκτός και αν παραδεχόταν τα υπό διερεύνηση αδικήματα για τα οποία τελούσε υπό κράτηση ως ύποπτος, θα συνέχιζαν να το χτυπούν μέχρι το βράδυ, συνιστούν εκ προθέσεως χρήση βίας και απειλή χρήση βίας εναντίον του ενάγοντα. Και, με δεδομένο ότι δεν υπήρξε οποτεδήποτε συναίνεση του ενάγοντα για την εφαρμογή της, η ευθύνη και των τριών εναγόμενων για τη διάπραξη του αδικήματος της επίθεσης στοιχειοθετείται πλήρως. Στο βαθμό που ενάγοντας αξιώνει εναντίον των εναγόμενων αποζημιώσεις και για δυσφήμιση, σε συμφωνία με την ευπαίδευτη δικηγόρο των εναγόμενων, από την όλη μαρτυρία του ενάγοντα, σε συνδυασμό και με το περιεχόμενο της τελικής αγόρευσης του ευπαίδευτου δικηγόρου του, θεωρώ ότι η συγκεκριμένη βάση αγωγής έχει εγκαταλειφθεί. Επομένως, δεν προτίθεμαι να ασχοληθώ περαιτέρω με το συγκεκριμένο αδίκημα. Προτού υπεισέλθω στο θέμα του ύψους καθώς και του είδους των αποζημιώσεων που δικαιούται ο ενάγοντας, θα εξηγήσω γιατί δε δέχομαι τη θέση της ευπαίδευτης δικηγόρου των εναγόμενων, σύμφωνα με την οποία, η Δημοκρατία δεν υπέχει ευθύνης στην παρούσα υπόθεση. Καταρχήν, το άρθρο 28 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου δεν έχει θέση στην παρούσα υπόθεση, επειδή, όπως κρίθηκε στην υπόθεση Georghiou v. Attorney - General
(1982)1 C.L.R. 938 (βλ. το σύγγραμμα των Αρτέμη & Ερωτοκρίτου, ανωτέρω, σελ. 29) αυτό, δε σχετίζεται με την ευθύνη του κράτους για τις πράξεις υπαλλήλων του, αλλά κι αν σχετιζόταν, θα ήταν αντίθετο προς το Άρθρο 172 του Συντάγματος. Το άρθρο 28 προστίθεται, ενσωματώθηκε στο Κεφ. 148 σε συνάρτηση με άλλες πρόνοιες του νόμου αυτού, περιλαμβανομένου και του άρθρου 4
(1)που απαγορεύει ρητά αγωγές κατά του κράτους για αδικοπραξίες των υπηρετών του που είχε ήδη κριθεί ως αντισυνταγματικό και δεν στόχευε στη ρύθμιση της ευθύνης της Δημοκρατίας με βάση το Άρθρο 172 του Συντάγματος. Τα τελευταίο διαλαμβάνει ότι: «Η Δημοκρατία ευθύνεται δια πάσαν ζημιογόνον άδικον πράξιν ή παράλειψιν των υπαλλήλων ή Αρχών της Δημοκρατίας εν τη ασκήσει των καθηκόντων αυτών ή κατ' επίκλησιν ασκήσεως των καθηκόντων αυτών. Νόμος θέλει καθορίσει τα περί της ευθύνης της Δημοκρατίας.» Το συγκεκριμένο άρθρο του Συντάγματος, όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα «Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας» του Α. Ν. Λοϊζου, σελ 410 δίδει από μόνο του αγώγιμο δικαίωμα, αφού οι διατάξεις του είναι δηλωτικές και οριστικές των δικαιωμάτων που δημιουργούνται, ώστε να μπορούν να επιβάλλονται χωρίς περαιτέρω ρύθμιση και εκτείνεται και σε πράξεις στον τομέα του Δημοσίου Δικαίου. Από τα παραπάνω είναι σαφές ότι η ευθύνη της Δημοκρατίας επί του προκειμένου είναι αντικειμενική. Και, με δεδομένο ότι τα ουσιαστικά γεγονότα στην παρούσα υπόθεση διαδραματίστηκαν καθ' ον χρόνο ο ενάγοντας τελούσε υπό κράτηση και το αδίκημα διαπράχτηκε από εν ενεργεία μέλη της Αστυνομίας που είναι υπάλληλοι της Δημοκρατίας, ορθώς ο ενάγοντας συμπεριέλαβε και τη Δημοκρατία στην αγωγή του ως εναγόμενη. Βέβαια, όπως θα διαφανεί αμέσως, το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα για αποζημιώσεις εναντίον του κράτους δε διασφαλίζεται μόνο από το άρθρο 172 του Συντάγματος, αλλά και από τις πρόνοιες του περί των Δικαιωμάτων Προσώπων που Συλλαμβάνονται και Τελούν υπό Κράτηση Νόμου 163(Ι)/2005. Σύμφωνα με το άρθρο 19 του εν λόγω νόμου: «
(1)Κάθε κρατούμενος δικαιούται: (α) σεβασμού του δικαιώματός του να μην υποβάλλεται σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή ταπεινωτική τιμωρία ή μεταχείριση ή σε οποιαδήποτε σωματική ή ψυχολογική ή διανοητική βία, (β) αξιοπρεπούς μεταχείρισης, συμπεριφοράς, και διαβίωσης, (γ) .................................
(2)Αποτελεί υποχρέωση του κράτους να διασφαλίζει τα δικαιώματα που αναφέρονται στο εδάφιο
(1).» Το άρθρο 36 του ίδιου νόμου, με πλαγιότιτλο «Αγώγιμο δικαίωμα σε αποζημιώσεις» προνοεί ότι: «
(1)Πρόσωπο του οποίου παραβιάζεται δικαίωμα που του παρέχει ο παρών Νόμος έχει αγώγιμο δικαίωμα σε αποζημιώσεις για την παραβίαση αυτή εναντίον του κράτους και του μέλους της Αστυνομίας ή του προσωπικού της φυλακής ή υπεύθυνου του κρατητηρίου που ευθύνεται για την παραβίαση του δικαιώματός του και δικαιούται για την παραβίαση δίκαιη αποζημίωση, ανεξάρτητα από το κατά πόσο έχει υποστεί οποιαδήποτε πραγματική βλάβη ή ζημιά ή χρηματική ή άλλη απώλεια ως αποτέλεσμα αυτής.
(2)Πρόσωπο που έχει αγώγιμο δικαίωμα δυνάμει του εδαφίου
(1)δεν παρεμποδίζεται από το να διεκδικήσει αποζημιώσεις ή άλλη θεραπεία για την παραβίαση στη βάση αγώγιμου δικαιώματος που του παρέχεται ή αναγνωρίζεται δυνάμει οποιουδήποτε άλλου νόμου ή και να διεκδικήσει ταυτόχρονα θεραπεία στη βάση του αγώγιμου δικαιώματος του πιο πάνω εδαφίου και οποιουδήποτε άλλου αγώγιμου δικαιώματος.» Ότι η όλη μεταχείριση που έτυχε ο ενάγοντας από τους εναγόμενους 1 μέχρι 3 στον ουσιώδη χρόνο συνιστά κατάφορη παραβίαση των παραπάνω δικαιωμάτων του που διασφαλίζονται από το άρθρο 19 του νόμου 163(Ι)/2005, ανωτέρω, αλλά και απευθείας από το ίδιο το Σύνταγμα της Δημοκρατίας είναι ολοφάνερο. Επομένως, η ευθύνη τόσο των εναγόμενων 1 μέχρι 3 όσο και της Δημοκρατίας να αποζημιώσουν τον ενάγοντα, θεμελιώνεται αυτοτελώς και γι' αυτό το λόγο. Σύμφωνα και πάλι με τους Δικαστές Αρτέμη και Ερωτοκρίτου και το σύγγραμμά τους «Κεφάλαιο 148 Αστικά Αδικήματα Δίκαιο και Αποφάσεις» , σελ. 99, όπως σε κάθε αστικό αδίκημα, έτσι και στο αδίκημα της επίθεσης, οι αποζημιώσεις έχουν βασικά αντισταθμιστικό χαρακτήρα με σκοπό την αποκατάσταση του ενάγοντα. Σ' αυτές, προστίθεται, μπορεί να περιλαμβάνονται και επαυξημένες αποζημιώσεις ανάλογα με τις περιστάσεις του αδικήματος, που δίδονται στον ενάγοντα για τη βλάβη στα αισθήματα αξιοπρέπειάς του. Παρατηρώ τα εξής: Στον ουσιώδη χρόνο ο εναγόμενος 1 ήταν αξιωματικός της Αστυνομίας και συγκεκριμένα ο υπεύθυνος του Τ.Α.Ε. της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λεμεσού. Κατά τον ίδιο χρόνο, οι εναγόμενοι 2 και 3 ήταν αστυφύλακες και υπηρετούσαν στο ίδιο τμήμα με τον εναγόμενο 1. Και οι τρεις, κατά τον κρίσιμο χρόνο, δηλαδή της διάπραξης του αδικήματος επιτέθηκαν στον ενάγοντα εντελώς απρόκλητα και υπαίτια, επειδή, ως είχε δικαίωμα, δεν ενέδιδε στην παράνομη απαίτησή τους να τους δώσει κατάθεση με τη οποία να ομολογεί τη διάπραξη των υπό διερεύνηση τότε αδικημάτων, για τα οποία τελούσε υπό κράτηση, ως ύποπτος. Η όλη συμπεριφορά τους έναντί του ήταν ιδιαίτερα σκληρή, βάναυση, επώδυνη, μειωτική, ταπεινωτική και εξευτελιστική, αν ληφθεί υπόψη ότι έφερε χειροπέδες και δεν μπορούσε να υπερασπιστεί τον εαυτό του και οι επιτιθέμενοι ήταν τρεις και σε χώρο καθ' όλα οικείο γι' αυτούς (της εργασίας τους). Η εναντίον του συμπεριφορά τους, που δεν ήταν στιγμιαία, είχε ως αποτέλεσμα τον τραυματισμό του. Το γεγονός ότι οι τραυματισμοί του, ευτυχώς, δεν ήταν ιδιαίτερα σοβαροί, δεν αποχαρακτηρίζει την όλη στάση των εναγόμενων ως ιδιαίτερα αποκρουστική, εκτός από παράνομη. Αποτιμώντας όλα τα παραπάνω είναι σαφές ότι η βλάβη που υπέστη ο ενάγοντας δεν είναι απλώς σωματική, αλλά και ηθική, υπό τη έννοια της βλάβης και στα αισθήματα αξιοπρέπειάς του. Επομένως, οι αποζημιώσεις που θα του επιδικαστούν θα πρέπει να είναι επαυξημένες (aggravated). Σταθμίζοντας όλα τα δεδομένα της υπόθεσης και όλους τους σχετικούς παράγοντες που διέπουν το θέμα, έχω τη γνώμη ότι ένα ποσό της τάξης των €8.000,00 αποτελεί δίκαιη αποζημίωση για σκοπούς πλήρους αποκατάστασης του ενάγοντα. Ο ενάγοντας δε δικαιούται στην καταβολή παραδειγματικών και/ή τιμωρητικών αποζημιώσεων, καταρχήν, επειδή δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας αναφορικά με την οικονομική κατάσταση των εναγόμενων 1 μέχρι 3, παράγοντας που καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Papakokkinou and Others v. Kanther
(1982)1 C.LR. 65 και Κωνσταντίνου ή Μήτα ν. Γ. & Κ. Σοφοκλέους Λτδ
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1952) πρέπει να λαμβάνεται υπόψη αναφορικά με το ύψος των συγκεκριμένων αποζημιώσεων. Ειδικά όμως έναντι του εναγόμενου 4, ο οποίος ενάγεται ως αντιπρόσωπος της Δημοκρατίας και για τον επιπλέον λόγο ότι οι αποζημιώσεις κάτω από το άρθρο 172 του Συντάγματος, δεν περιλαμβάνουν παραδειγματικές αποζημιώσεις, εκτός κι αν ο εργοδότης ενθαρρύνει την παράνομη πράξη, κάτι που δεν ισχύει ασφαλώς στην παρούσα υπόθεση (βλ. το σύγγραμμα του Α. Ν. Λοϊζου, ανωτέρω, σελ.411). Αναφορικά με τον τόκο που θα φέρει το ποσό της απόφασης, δεδομένου ότι δεν έχει αναδειχθεί από τη μαρτυρία του ενάγοντα κάποιος λόγος, για το γεγονός ότι η αγωγή καταχωρήθηκε ένα και πλέον χρόνο μετά τη γένεση του αγώγιμου δικαιώματος, η απόφαση θα φέρει νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της αγωγής. Και κάτι ακόμη προτού καταλήξω: Δε συμφωνώ με τη θέση της ευπαίδευτης δικηγόρου των εναγόμενων ότι η μαρτυρία του ενάγοντα αποκλίνει από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του σε τέτοιο βαθμό, έτσι ώστε αυτός να κριθεί αναξιόπιστος και να απορριφθεί η αγωγή του γι' αυτό το λόγο. Όλοι οι ουσιαστικοί ισχυρισμοί του ενάγοντα, με αναφορά στον κρίσιμο χρόνο, τους εμπλεκόμενους και τις επιπτώσεις στον ίδιο, απότοκο της επίθεσης που δέχθηκε, καλύπτονται επαρκώς από τα δικόγραφά του. Αναφέρομαι ασφαλώς στον ισχυρισμό του ότι και οι τρεις εναγόμενοι του επιτέθηκαν με τον ένα ή άλλο τρόπο ενώ τελούσε υπό κράτηση και έφερε χειροπέδες, ότι το αδίκημα διαπράχθηκε στο γραφείο του εναγόμενου 1 και ότι εξαιτίας αυτού τραυματίστηκε ο ίδιος. Ούτε και μου διαφεύγει τέλος, ότι ο ενάγοντας, με την παράγραφο 3 της έκθεσης απαίτησης επιφυλάχθηκε να αναφερθεί με λεπτομέρειες στα επίδικα συμβάντα κατά την ακρόαση της αγωγής. Κατ' ακολουθία όλων όσων ανέφερα εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον των εναγόμενων 1, 2, 3 και 4 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, για το ποσό των €8.000,00, με νόμιμο τόκο επί του ποσού αυτού, πλέον έξοδα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) . ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ-TA Subject: Civil/Other Actions /Final Αναφορά: Πολιτική - επίθεση - Αποζημιώσεις. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.