← Κύπρος

Cerney Trading Limited ν. Vienina Holding Limited, Aρ. Αγωγής: 595/2013, 7/6/2013

Cerney Trading Limited ν. Vienina Holding Limited, Aρ. Αγωγής: 595/2013, 7/6/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A158 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Α.Ε.Δ. Aρ. Αγωγής: 595/2013 Μεταξύ: Cerney Trading Limited Ενάγουσας και Vienina Holding Limited Εναγόμενης Αίτηση για προσωρινό διάταγμα ημερ. 29.3.2013 Ημερομηνία: 7 Ιουνίου 2013 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια : κα Μ. Σωκράτους για κκ. A. CHR. THEOFILOU LLC Για την Εναγόμενη - Καθ΄ης η Αίτηση : κ. Γ. Μίτλετον για κκ. Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 11.2.2013 η ενάγουσα καταχώρησε την παρούσα αγωγή με την οποία απαιτεί το ποσό των €250.000 με τόκο δυνάμει συμφωνίας δανείου που υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων στις 28.7.2008 και προνοούσε για την αποπληρωμή του ποσού το αργότερο μέχρι τις 28.7.

  1. Την ίδια μέρα η ενάγουσα καταχώρησε μονομερή αίτηση δυνάμει της οποίας εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα δέσμευσης μετόχων, ιδιοκτησίας της εναγόμενης, σε δύο γαλλικές εταιρείες. Η εναγόμενη καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή στις 25.2.2013, ημερομηνία που το προσωρινό διάταγμα ήταν επιστρεπτέο, και στο πλαίσιο της αίτησης η εναγόμενη εμφανίστηκε μέσω δικηγόρου ο οποίος ζήτησε χρόνο για να καταχωρήσει ένσταση. Στις 29.3.2013 η ενάγουσα ζήτησε την άδεια του Δικαστηρίου και απέσυρε άνευ βλάβης την αίτηση, καθότι οι επίδικες μετοχές είχαν ήδη πωληθεί και μεταβιβαστεί σε τρίτο πρόσωπο και έτσι το προσωρινό διάταγμα κατέστη άνευ αντικειμένου. Την ίδια ημερομηνία καταχωρήθηκε νέα μονομερής αίτηση, η υπό κρίση αίτηση, δυνάμει της οποίας το Δικαστήριο εξέδωσε προσωρινό διάταγμα δέσμευσης οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου της εναγόμενης συνολικής αξίας €350.000 περιλαμβανόμενων ποσών που υπάρχουν κατατεθειμένα σε συγκεκριμένο τραπεζικό λογαριασμό. Αναφορικά με τα υπόλοιπα αιτητικά της αίτησης, που αφορούν διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν δικαιολογείτο η έγκριση τους μονομερώς και διέταξε την επίδοση της αίτησης. Η εναγόμενη καταχώρησε ένσταση τόσο στο προσωρινό διάταγμα όσο και στο μέρος της αίτησης που αφορά τα διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal. Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, στη Δ.28 Θθ.1-4 και 11, τη Δ.48 Θθ.1-4, 8, 9 και 11, και τη Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στις αρχές έκδοσης διαταγμάτων Mareva και/ή Anton Piller και/ή διαταγμάτων αποκάλυψης Norwich Pharmacal, στη νομολογία, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση περιέχονται στη συνημμένη σε αυτή ένορκη δήλωση της κας Μηχαηλίνας Ζήνωνος, διευθύντριας της ενάγουσας. Σε αυτή η κα Ζήνωνος αναφέρει ότι τόσο η ενάγουσα όσο και η εναγόμενη είναι Κυπριακές εταιρείες δεόντως εγγεγραμμένες και η εναγόμενη έχει την έδρα της στη Λεμεσό. Η κα Ζήνωνος αναφέρεται στα γεγονότα που οδήγησαν στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής, με οφειλόμενο υπόλοιπο περί τις €320.000, καθώς επίσης στην αναμονή της ότι η εναγόμενη θα παραλείψει να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της και δυνάμει άλλης συμφωνίας δανείου μεταξύ των διαδίκων ημερ. 6.10.2008 για το ποσό των €200.000, πληρωτέο στις 6.10.
  2. Η κα Ζήνωνος αναφέρει περαιτέρω ότι εξ όσον γνωρίζει η εναγόμενη δεν είχε άλλα περιουσιακά στοιχεία είτε στην Κύπρο είτε στο εξωτερικό πλην των μετοχών στις δύο γαλλικές εταιρείες, οι οποίες, όπως ανέφεραν οι δικηγόροι της εναγόμενης στους δικηγόρους της ενάγουσας, πουλήθηκαν στις 24.1.
  3. Σύμφωνα πάντα με την κα Ζήνωνος, η εναγόμενη γνώριζε για την οφειλή της προς την ενάγουσα καθώς επίσης για τρίτες απαιτήσεις και εκκρεμείς διαδικασίες εναντίον της στη Γαλλία και αλλού και προσπάθησε από τα μέσα του 2012 να πουλήσει τις μετοχές και να κρύψει το ποσό πώλησης από την ενάγουσα. Τον Ιούλιο 2012 η πώληση των μετοχών ακυρώθηκε και τελικά ακολούθησε η πώληση στις 24.1.2013 στους ίδιους αγοραστές. Η εναγόμενη ανήκει σε αλλοδαπούς (πραγματικούς) μετόχους και δεν έχει άλλη περιουσία στην Κύπρο γνωστή στην κα Ζήνωνος εκτός από τις μετοχές στις γαλλικές εταιρείες οι οποίες αντικαταστάθηκαν με το προϊόν της πώλησης που πρέπει να βρίσκεται σε τραπεζικούς λογαριασμούς της εναγόμενης, τους οποίους η κα Ζήνωνος δεν γνωρίζει και είναι αδύνατο να διακριβώσει. Από έγγραφα τα οποία δόθηκαν ανεπίσημα από τους δικηγόρους της εναγόμενης, η κα Ζήνωνος δηλώνει βέβαιη ότι το προϊόν της πώλησης των μετοχών δεν θα έρθει ποτέ στην Κύπρο και θα χρησιμοποιηθεί με τρόπο που αποκλείει την ικανοποίηση της ενάγουσας. Γι΄ αυτό είναι επείγον να απαγορευθεί η διάθεση του. Επίσης η κα Ζήνωνος εκφράζει την πεποίθηση ότι η εναγόμενη, στην προσπάθεια αποξένωσης των περιουσιακών της στοιχείων, πούλησε τις μετοχές και θα αποξενώσει και/ή αποκρύψει και το προϊόν της πώλησης των μετοχών. Η κα Ζήνωνος αναφέρει ότι τυχόν επίδοση της υπό κρίση αίτησης θα δώσει την ευκαιρία στην εναγόμενη να αποξενώσει το προϊόν πώλησης των μετοχών, ενώ η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων αποκάλυψης διασφαλίζει την αποτελεσματικότητα του διατάγματος παγοποίησης των περιουσιακών στοιχείων της εναγόμενης και εξασφαλίζει την ικανοποίηση τυχόν απόφασης εκδοθεί υπέρ της ενάγουσας. Σύμφωνα με την κα Ζήνωνος, η ρήτρα διαιτησίας στην επίδικη συμφωνία δεν καταργεί τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, και δεν υπάρχει καθυστέρηση ή μοιραία καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης καθότι το γεγονός της πώλησης των μετοχών επιβεβαιώθηκε μέσα από τα έγγραφα που στάληκαν από τους δικηγόρους της εναγόμενης στις 26.3.2013 και η καθυστέρηση οφείλεται στην ανάγκη μετάφρασης των εν λόγω εγγράφων. Τέλος, η κα Ζήνωνος αναφέρει ότι αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα δέσμευσης της περιουσίας της εναγόμενης, υπάρχει σοβαρή πιθανότητα η εναγόμενη να αποξενώσει την προαναφερόμενη περιουσία της, και ότι η ίδια δεν γνωρίζει για την ύπαρξη άλλης περιουσίας της εναγόμενης που θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο μέτρων εκτέλεσης για ικανοποίηση τυχόν απόφασης εκδοθεί υπέρ της ενάγουσας, και έτσι θα είναι πολύ δύσκολο και/ή αδύνατο η ενάγουσα να ικανοποιήσει την απαίτηση της. Οι λόγοι ένστασης είναι ότι η υπό κρίση αίτηση συνιστά κατάχρηση διαδικασίας εκ μέρους της εναγόμενης, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, δεν συντρέχει το στοιχείο του κατεπείγοντος, το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την παρούσα αγωγή λόγω της ύπαρξης ρήτρας διαιτησίας στην επίδικη συμφωνία, η εναγόμενη παραβίασε το καθήκον της για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη, η εναγόμενη δεν θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα, η νομική βάση της αίτησης αναφορικά με τα αιτούμενα διατάγματα αποκάλυψης είναι ελλιπής και αυτά αποσκοπούν στην αλίευση πληροφοριών εκ μέρους της ενάγουσας εν όψει και της ύπαρξης άλλων διαδικασιών εναντίον της εναγόμενης από την ενάγουσα και/ή συνδεδεμένα πρόσωπα της. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Νικόλα Κουρσάρη, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την εναγόμενη. Σε αυτή ο κ. Κουρσάρης αναφέρει ότι ο ίδιος προβαίνει στην ένορκη δήλωση καθότι οι διευθυντές της εναγόμενης βρίσκονται στο εξωτερικό. Ο κ. Κουρσάρης αναφέρει ότι η εναγόμενη δεν απεκάλυψε ουσιώδη γεγονότα προς το Δικαστήριο και δεν αποτάθηκε σε αυτό με καθαρά χέρια. Ειδικότερα, η ενάγουσα παρέλειψε να αποκαλύψει ότι ο κ. Evgeny Kalabin, ο οποίος παρουσιάζεται ως ο αντιπρόσωπος της ενάγουσας και ο υπογράφων την επίδικη συμφωνία εκ μέρους της, ήταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της εναγόμενης δυνάμει πληρεξουσίου ημερ. 19.9.2011 το οποίο ανακλήθηκε από την εναγόμενη στις 3.7.
  4. Αυτό το γεγονός ήταν εν γνώσει της ενάγουσας και αυτό διαφαίνεται από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της κας Ζήνωνος που συνοδεύει την πρώτη αίτηση της ενάγουσας για προσωρινό διάταγμα. Αυτή η διπλή ιδιότητα του κ. Kalabin ενδεχομένως επηρεάζει τη γνησιότητα και/ή δεσμευτικότητα της επίδικης συμφωνίας και είναι μεγάλης σημασίας, επομένως η παράλειψη αποκάλυψης του συνηγορεί υπέρ της απόρριψης της αίτησης. Επίσης η ενάγουσα παρέλειψε να αποκαλύψει ότι η εταιρεία Inter-Republican Winey Trading House Limited («IRWT») καταχώρησε αίτηση στο Ρωσικό Δικαστήριο με την οποία ζητούσε την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος για δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων της εναγόμενης, και συγκεκριμένα των μετοχών της στις δύο γαλλικές εταιρείες, και η εν λόγω αίτηση απορρίφθηκε από το Δικαστήριο. Διαφαίνεται ότι η IRWT είναι ο μοναδικός μέτοχος της ενάγουσας, και ο κ. Kalabin είναι ο διευθύνων σύμβουλος και επικεφαλής του εκτελεστικού οργάνου της IRWT. Ο κ. Κουρσάρης αναφέρει ακόμα ότι η ενάγουσα παραπλανεί το Δικαστήριο αναφορικά με τη θέση της για τη δυνατότητα λήψης προσωρινών μέτρων στα πλαίσια διαιτητικής διαδικασίας. Σύμφωνα με τον κ. Κουρσάρη, η ενάγουσα δεν θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά καθότι οι αποζημιώσεις που ήθελε επιδικαστούν μπορούν να υπολογιστούν και καταβληθούν από την εναγόμενη η οποία είναι φερέγγυα εταιρεία. Άλλωστε η ίδια η πλευρά της ενάγουσας αναγνωρίζει ότι το ποσό πώλησης των μετοχών της εναγόμενης ανέρχεται στις €5.694.765, που υπερκαλύπτει το ποσό της απαίτησης της ενάγουσας στην παρούσα αγωγή. Ο κ. Κουρσάρης αναφέρει ότι η υπό κρίση αίτηση δεν πληροί την προϋπόθεση του κατεπείγοντος, καθότι δεν προβάλλεται ισχυρισμός για την αδικαιολόγητη και υπέρμετρη καθυστέρηση της ενάγουσας να εγείρει την παρούσα διαδικασία και την καθυστέρηση 20 μηνών στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής και της πρώτης αίτησης, και εφόσον η εναγόμενη καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης τότε δεν δικαιολογείται η μονομερής αίτηση και η αίτηση έπρεπε να γίνει διά κλήσεως. Ο κ. Κουρσάρης αναφέρει ακόμα ότι το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την παρούσα αγωγή, η αίτηση είναι καταχρηστική καθότι η ενάγουσα καταχώρησε δύο αιτήσεις σε διάστημα λίγων ημερών και τη δεύτερη αφού καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης από την εναγόμενη, και δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων αποκάλυψης, τα οποία αποσκοπούν στην αλίευση πληροφοριών. Τέλος, ο κ. Κουρσάρης αναφέρει ότι η νομική βάση της αίτησης για τα αιτούμενα διατάγματα αποκάλυψης είναι ελλιπής, γενική και αόριστη, και ότι η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί με έξοδα υπέρ της εναγόμενης. Κατά την αγόρευση της η δικηγόρος της ενάγουσας έκανε εκτενή ανάλυση των νομικών αρχών που διέπουν την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος και διαταγμάτων αποκάλυψης και παρέπεμψε στα γεγονότα της παρούσας αίτησης για να καταδείξει ότι τηρούνται οι προϋποθέσεις οριστικοποίησης του εκδοθέντος διατάγματος και έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Η κα Σωκράτους επεσήμανε ότι τα γεγονότα τα οποία η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα παρέλειψε να αποκαλύψει δεν είναι ουσιώδη. Ήταν η θέση της κας Σωκράτους ότι έστω και αν το Δικαστήριο αποφασίσει ότι αυτή η παράλειψη αφορά ουσιαστικά γεγονότα, το Δικαστήριο διατηρεί τη διακριτική ευχέρεια να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του διατάγματος ή να εκδώσει νέο διάταγμα με όρους. Επίσης η κα Σωκράτους εισηγήθηκε ότι η καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης καθορίζεται από τον χρόνο γνώσης της πλευράς της ενάγουσας για τον κίνδυνο αποξένωσης της περιουσίας της εναγόμενης και όχι της δημιουργίας του αγώγιμου δικαιώματος, και ότι εν πάση περιπτώσει δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων αποκάλυψης. Στη δική του αγόρευση ο δικηγόρος της εναγόμενης επεσήμανε ότι τυχόν ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος απολήγει στη μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων αποκάλυψης, και ανέλυσε τους λόγους ένστασης με παραπομπή στη σχετική νομολογία. Ο κ. Μίτλετον τόνισε την παράλειψη της ενάγουσας να προβεί σε αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων στο πλαίσιο της υπό κρίση αίτησης, και ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα δεν κατάφερε να καταδείξει ότι μη έκδοση των διαταγμάτων θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στην ενάγουσα. Ο κ. Μίτλετον έκανε ιδιαίτερη αναφορά στο γεγονός ότι η ενάγουσα δεν απέδειξε επαρκώς το στοιχείο του κατεπείγοντος για να δικαιούται σε μονομερή θεραπεία, τονίζοντας ότι υπάρχει υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής και τόσο της πρώτης όσο και της δεύτερης αίτησης για την έκδοση διατάγματος μονομερώς. Πριν προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της αίτησης, κρίνω σκόπιμο να ασχοληθώ με τον λόγο ένστασης ότι η υπό κρίση αίτηση συνιστά κατάχρηση διαδικασίας. Η πλευρά της εναγόμενης, μέσω της ένορκης δήλωσης του κ. Κουρσάρη, βασίζει αυτόν τον λόγο ένστασης στο ότι η ενάγουσα καταχώρησε δύο αιτήσεις εναντίον της εναγόμενης στα πλαίσια της ίδιας αγωγής, κάτι το οποίο είναι από μόνο του επιλήψιμο, και ότι η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε αφού η εναγόμενη καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης και οι δικηγόροι της εμφανίστηκαν στο πλαίσιο της πρώτης αίτησης και εξέφρασαν την επιθυμία να ενστούν σε αυτή, ενώ τελικά η πρώτη αίτηση αποσύρθηκε. Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου προς παρεμπόδιση διαδικασιών που αποτελούν κατάχρηση της διαδικασίας είναι σύμφυτη και αποβλέπει στην αποτροπή υπονόμευσης της ίδιας της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Διευθυντής των Φυλακών v. Τζεννάρο Περρέλλα

(1995)1 Α.Α.Δ. 217 και Constantinides v. Vima Ltd.
(1983)1 C.L.R. 348. Το γεγονός της καταχώρησης των δύο αιτήσεων δεν αποτελεί από μόνο του κατάχρηση της διαδικασίας. Όπως προκύπτει από τον φάκελο του Δικαστηρίου, η εναγόμενη καταχώρησε εμφάνιση στην αγωγή και εμφανίστηκε την ημερομηνία που το πρώτο εκδοθέν προσωρινό διάταγμα είχε οριστεί επιστρεπτέο από το Δικαστήριο και δήλωσε την πρόθεση της να καταχωρήσει ένσταση. Στις 29.3.2013, η δικηγόρος της ενάγουσας δήλωσε στο Δικαστήριο ότι οι μετοχές ήδη πωλήθηκαν και μεταβιβάστηκαν σε άλλο πρόσωπο, και γι΄ αυτό ζήτησε την άδεια του Δικαστηρίου να αποσύρει την αίτηση με επιφύλαξη. Την ίδια ημερομηνία καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση. Όπως φαίνεται από το αιτητικό της υπό κρίση αίτησης και το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της κας Ζήνωνος που τη συνοδεύει, η πλευρά της ενάγουσας πληροφορήθηκε για την πώληση των μετοχών από τους δικηγόρους της εναγόμενης μετά την εμφάνιση τους ενώπιον του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της πρώτης αίτησης, και γι΄ αυτό ζήτησε την άδεια του Δικαστηρίου να την αποσύρει. Αμέσως με την απόσυρση της, η πλευρά της ενάγουσας καταχώρησε τη δεύτερη μονομερή αίτηση για να εξασφαλίσει τη δέσμευση του προϊόντος της πώλησης των μετοχών λόγω της πιθανότητας αποξένωσης και αυτού του περιουσιακού της στοιχείου καθότι η ίδια δεν γνωρίζει την ύπαρξη άλλης περιουσίας της εναγόμενης και επιδιώκει τη διασφάλιση ικανοποίησης της σε περίπτωση έκδοσης απόφασης υπέρ της στην παρούσα αγωγή. Θεωρώ ότι αυτά τα δεδομένα, και κυρίως ο λόγος απόσυρσης της αίτησης, η απόσυρση αυτής με επιφύλαξη του δικαιώματος της ενάγουσας να καταχωρήσει νέα, η πεποίθηση εκ μέρους της ενάγουσας ότι αν η εναγόμενη λάβει γνώση της νέας αίτησης θα προβεί σε αποξένωση του προϊόντος πώλησης των μετοχών και ο σκοπός της υπό κρίση αίτησης, καταδεικνύουν ότι η ενάγουσα καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση στο πλαίσιο της γνήσιας προσπάθειας της να προστατεύσει τα δικαιώματα της και να διαφυλάξει το λαβείν της σε περίπτωση έκδοσης απόφασης υπέρ της. Το γεγονός της εμφάνισης εκ μέρους της εναγόμενης τόσο στο πλαίσιο της αγωγής όσο και της πρώτης αίτησης και η δήλωση της επιθυμίας της να καταχωρήσει ένσταση δεν διαφοροποιεί την πιο πάνω θέση του Δικαστηρίου καθότι η πλευρά της ενάγουσας πρόβαλε λόγο για την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης μονομερώς και εν πάση περιπτώσει αυτή αφορούσε πλέον άλλο αντικείμενο, επομένως η εναγόμενη θα είχε τη δυνατότητα να τοποθετηθεί επί τούτης, χωρίς απαραίτητα να δεσμεύεται από τη θέση της στην πρώτη αίτηση. Η υπόθεση Loucos Trading Co. Ltd κ.ά. v. Ρέινμποου Πλήτσιηγκ
(2000)2 (Β) Α.Α.Δ. 1014, στην οποία ο δικηγόρος της εναγόμενης παρέπεμψε κατά την αγόρευση του, διαφοροποιείται στα γεγονότα της από την υπό κρίση περίπτωση. Σε εκείνη την υπόθεση το Εφετείο τόνισε ότι δεν είχε δοθεί οποιαδήποτε και/ή ικανοποιητική εξήγηση αναφορικά με τις προηγούμενες δύο αιτήσεις και έτσι θεωρήθηκε ότι η καταχώρηση τρίτης αίτησης συνιστούσε κλασική περίπτωση κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Ως εκ τούτου δεν ικανοποιούμαι ότι η καταχώρηση της υπό κρίση μονομερούς αίτησης αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Το επόμενο θέμα που χρήζει εξέτασης από το Δικαστήριο είναι ο λόγος ένστασης ότι η ενάγουσα παρέλειψε να αποκαλύψει ουσιώδη γεγονότα στην ένορκη δήλωση της κας Ζήνωνος που συνοδεύει την αίτηση. Αποτελεί βασική νομική αρχή ακολουθούμενη σταθερά τόσο από την Αγγλική όσο και την Κυπριακή νομολογία ότι στις μονομερείς αιτήσεις ο αιτητής έχει υποχρέωση να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου όλα τα ουσιώδη γεγονότα που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική του κρίση. Παράλειψη αποκάλυψης όλων των ουσιαστικών γεγονότων θεωρείται ως είδος «εξαπάτησης» του Δικαστηρίου και έχει ως συνέπεια την άρνηση του Δικαστηρίου να τον ακούσει ακυρώνοντας το προσωρινό διάταγμα που εξέδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία του. Η πιο πάνω καθιερωμένη νομική αρχή αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθότι η έκδοση προσωρινού διατάγματος μονομερώς συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί, όπως έχει χαρακτηριστικά λεχθεί στην υπόθεση Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ. κ.ά.
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453. Στην υπόθεση Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 το Εφετείο τόνισε για ακόμα μια φορά ότι η μονομερής αίτηση είναι υψίστης πίστεως ('uberrima fides'), και επομένως ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Η υποχρέωση πλήρους αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων εκτείνεται ακόμα και σε αναφορά σε τυχόν υπεράσπιση που ο αιτητής έχει λόγο να πιστεύει ότι μπορεί να προβάλει η άλλη πλευρά - βλ. Global Cruises v. Metro Shipping
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ.
  1. Συγκεκριμένα η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα παρέλειψε να αποκαλύψει στο Δικαστήριο τη διπλή ιδιότητα του κ. Kalabin ως αντιπροσώπου των διαδίκων. Επί αυτού αρχικά αναφέρω ότι ο κ. Kalabin δεν φέρεται να υπέγραψε την επίδικη συμφωνία δανείου εκ μέρους της ενάγουσας, σε αντίθεση με τον ισχυρισμό του κ. Κουρσάρη στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Όπως φαίνεται από την επίδικη συμφωνία δανείου, η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Β στην ένορκη δήλωση της κας Ζήνωνος που συνοδεύει την αίτηση, δύο διευθυντές της ενάγουσας υπέγραψαν αυτή εκ μέρους της ενώ ο κ. Kalabin φέρεται απλώς να πιστοποίησε τη γνησιότητα του αντιγράφου της συμφωνίας ως δικαιούχος να υπογράφει εκ μέρους της ενάγουσας. Ο κ. Κουρσάρης παραπέμπει στις επιστολές του κ. Kalabin ημερ. 29.10.2012 και 31.10.2012, Τεκμήριο Γ στην ένορκη δήλωση της κας Ζήνωνος που συνοδεύει την πρώτη μονομερή αίτηση. Σε αυτές φαίνεται ότι ο κ. Kalabin ήταν πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της εναγόμενης δυνάμει πληρεξουσίου ημερ. 19.9.2011, και το πληρεξούσιο ανακλήθηκε στις 3.7.
  2. Επομένως, αυτό το γεγονός ήταν σε γνώση της ενάγουσας και δεν αναφέρεται στην ένορκη δήλωση της κας Ζήνωνος που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση. Η θέση της δικηγόρου της ενάγουσας κατά την αγόρευση της ότι η ενάγουσα συμμορφώθηκε με αυτή την υποχρέωση της καθότι απεκάλυψε αυτό το γεγονός στην ένορκη δήλωση της κας Ζήνωνος που συνοδεύει την πρώτη μονομερή αίτηση δεν ευσταθεί για τον σκοπό εξέτασης της υπό κρίση αίτησης, καθότι η εν λόγω ένορκη δήλωση αποτελούσε τη μαρτυρία προς υποστήριξη της πρώτης αίτησης και το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να ανατρέξει σε αυτή και να τη λάβει υπόψη προς υποστήριξη της υπό κρίση αίτησης. Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται και αποφασίζεται στη βάση των δικών της γεγονότων που περιέχονται στη συνημμένη σε αυτή ένορκη δήλωση, στην οποία πουθενά δεν γίνεται αναφορά γι ΄αυτό το θέμα και ούτε καν γίνεται παραπομπή στην προγενέστερη ένορκη δήλωση για να μπορούσε το Δικαστήριο να ανατρέξει σε αυτή. Δεν θεωρώ ότι το γεγονός της διπλής ιδιότητας του κ. Kalabin, ως αντιπροσώπου τόσο της ενάγουσας όσο και της εναγόμενης υπό τις συνθήκες που περιγράφονται πιο πάνω, είναι ουσιώδους σημασίας και θα επηρέαζε την κρίση του Δικαστηρίου κατά την εξέταση της υπό κρίση αίτησης. Η επίδικη συμφωνία φέρεται να έγινε μεταξύ των διαδίκων, δύο νομικών προσώπων, και υπογράφεται από τους διευθυντές της ενάγουσας και την πληρεξούσιο αντιπρόσωπο της εναγόμενης, χωρίς να φαίνεται η εμπλοκή του κ. Kalabin στην εν λόγω συμφωνία όσον αφορά την ιδιότητα του ως πληρεξουσίου αντιπροσώπου της εναγόμενης. Άλλωστε επισημαίνω ότι στο Τεκμήριο Γ στην ένορκη δήλωση της κας Ζήνωνος που συνοδεύει την πρώτη αίτηση γίνεται αναφορά τόσο σε γενικό όσο και ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο προς τον κ. Kalabin. Η θέση του κ. Κουρσάρη ότι η διπλή ιδιότητα του κ. Kalabin ενδεχομένως επηρεάζει τη γνησιότητα και/ή δεσμευτικότητα της επίδικης συμφωνίας, και κατ΄ επέκταση θα είχε τη σημασία της στην κρίση του Δικαστηρίου, δεν με βρίσκει σύμφωνη. Τα δεδομένα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου γι΄ αυτό το θέμα δεν είναι τέτοιας σημασίας έτσι ώστε θεωρώ ότι η ενάγουσα δεν είχε υποχρέωση αποκάλυψης τους στο πλαίσιο της υπό κρίση αίτησης. Η εναγόμενη ισχυρίζεται επίσης ότι η ενάγουσα παρέλειψε να αποκαλύψει την προσφυγή της εταιρείας IRWT στο Ρωσικό Δικαστήριο και την ανεπιτυχή προσπάθεια της για την έκδοση διατάγματος δέσμευσης των μετοχών των δύο γαλλικών εταιρειών, καθότι η αίτηση της απορρίφθηκε από το Ρωσικό Δικαστήριο. Και πάλι θεωρώ ότι αυτό το γεγονός δεν είναι ουσιαστικό στο πλαίσιο της υπό κρίση αίτησης, καθότι προέρχεται από άλλο νομικό πρόσωπο και αφορά άλλη περιουσία, δηλαδή τις μετοχές των δύο γαλλικών εταιρειών, και μάλιστα προκύπτει από το Τεκμήριο Γ στην ένορκη δήλωση της κας Ζήνωνος που συνοδεύει την πρώτη μονομερή αίτηση, ότι η εταιρεία IRWT και η εναγόμενη είχαν και άλλες δοσοληψίες από τις οποίες προέκυψε διαφορά μεταξύ τους. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι η κα Ζήνωνος κάνει κάποια αποκάλυψη του θέματος με την αναφορά της σε τρίτες απαιτήσεις σε εκκρεμείς διαδικασίες εναντίον της εναγόμενης στη Γαλλία και αλλού, ενώ στους λόγους ένστασης γίνεται επίσης αναφορά σε άλλες διαδικασίες εναντίον της εναγόμενης από την ενάγουσα και/ή συνδεδεμένα πρόσωπα της. Τέλος, το Δικαστήριο δεν υιοθετεί τη θέση της εναγόμενης ότι η ενάγουσα απέκρυψε ή παραπλάνησε το Δικαστήριο αναφορικά με τη θέση της ότι η ύπαρξη ρήτρας διαιτησίας στην επίδικη συμφωνία δεν εμποδίζει τη δυνατότητα λήψης προσωρινών μέτρων. Η ενάγουσα απεκάλυψε, ως όφειλε, την ύπαρξη της ρήτρας διαιτησίας και μάλιστα επισύναψε αντίγραφο της συμφωνίας, Τεκμήριο Β στην ένορκη δήλωση της κας Ζήνωνος που συνοδεύει την αίτηση, και εξέφρασε τη δική της νομική θέση επί του θέματος. Αυτό δεν αποτελεί γεγονός το οποίο η ενάγουσα είχε υποχρέωση να αποκαλύψει, αλλά τη νομική ερμηνεία που η κα Ζηνώνος παραθέτει κατόπιν νομικής συμβουλής που έλαβε από τους δικηγόρους της ενάγουσας, και ως τέτοια δεν είναι ικανή να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Επομένως, με βάση όσα αναφέρονται πιο πάνω, καταλήγω ότι η ενάγουσα δεν παρέλειψε να αποκαλύψει ουσιαστικά γεγονότα στο πλαίσιο της υπό κρίση αίτησης, έτσι ώστε η αίτηση να οδηγείται σε απόρριψη. Το άρθρο 32 του Ν. 14/60 παρέχει το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων, κάτι το οποίο επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι προϋποθέσεις που πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του Ν. 14/60 είναι: (α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) Η ύπαρξη πιθανότητας ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, και (γ) Θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd. and Others
(1982)1 C.L.R. 557, το θέμα δεν τελειώνει εδώ, και το Δικαστήριο πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα - βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ'Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152. Σε τέτοιου είδους αιτήσεις, ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προαναφερόμενες προϋποθέσεις του άρθρου 32 για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο το Δικαστήριο στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Το Δικαστήριο, σ' αυτό το στάδιο, δεν καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, κάτι το οποίο αποτελεί την κρίση του Δικαστηρίου κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης. Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η διαπίστωση κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 663 και Γρηγορίου και άλλων ν. Χριστοφόρου και Άλλων
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, δηλαδή της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται με βάση τα δικόγραφα συζητήσιμη υπόθεση. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του ενάγοντα στην αγωγή. Ενδεικτικά παραπέμπω το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Κυτάλα και Άλλοι ν. Χρυσάνθου και Άλλων
(1996)1 Α.Α.Δ. 253: «Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας που αποτελεί προϋπόθεση γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: Βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd. and Others
(1982)1 C.L.R.557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Το Εφετείο στην υπόθεση Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R.585, παρέθεσε επιδοκιμαστικά το εξής απόσπασμα από την απόφαση του δικαστή Slade J., στη Re Lord Cable (deceased) Garatt and Others v. Waters and Others
(1976)3 All E.R.417 (σελ.430) στην οποία εξηγείται ότι, ακόμα και μετά την απόφαση στην American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R.504, η προοπτική επιτυχίας δε μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας: "Nevertheless, in my judgment it is still necessary for any plaintiff who is seeking interlocutory relief to adduce sufficiently precise factual evidence to satisfy the Court that he has a real prospect of succeeding in his claim for a permanent injunction at the trial. If the facts adduced by him in support of his motion do not by themselves suffice to satisfy the Court as to this, he cannot in my judgment expect it to assist him by inventing hypotheses of fact on which he might have a real prospect of success. For example, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that another person has at all material times held certain assets as nominee for a third party, he must adduce sufficient factual evidence to show both the grounds on which such claim is made and that he has a real prospect of establishing that such assets are so held. Likewise, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that certain trustees have in the past been acting in breach of trust, he must adduce factual evidence sufficient to show not only what acts or omissions are relied on but also that he has a real prospect of establishing that they constituted a breach of trust under the relevant system of law."» Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60 συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, και όπως τονίστηκε στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd. and Others (ανωτέρω), το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια αυτής της προϋπόθεσης. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά επαρκή θεραπεία η θεραπεία των αποζημιώσεων, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32. Αν η υπόθεση εκ της φύσης της δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων ή ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να λεχθεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθεί ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Άλλη περίπτωση είναι όταν αν δεν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα θα είναι αδύνατη η ικανοποίηση, λόγω της κακής οικονομικής κατάστασης του εναγόμενου, τυχόν απόφασης που θα εκδοθεί υπέρ του ενάγοντα. Διαφωτιστικό επί τούτου είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση M. Ch. Mitsingas Trading Ltd. and Another ν. Timberland Co.
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791: «Το ίδιο ισχύει και για το εύρημα του Δικαστηρίου ότι στην απουσία του προσωρινού διατάγματος θα ήταν, σε περίπτωση τελικής επιτυχίας, αδύνατη η πλήρης αποκατάσταση των δικαιωμάτων τους. Όπως επισημαίνεται στην Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231, 240, την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο επικαλείται στην απόφαση του, το κριτήριο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά, με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία. Ο αθέμιτος ανταγωνισμός έχει προεκτάσεις, μεταξύ των οποίων και ο επηρεασμός της εμπορικής εύνοιας, που είναι δύσκολο να αποτιμηθούν σε χρήμα ή να εξακριβωθούν με βεβαιότητα.» Επιπλέον, η αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 5 του Κεφ. 6, το οποίο, σύμφωνα με τη νομολογία, δεν αφαιρεί οτιδήποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν. 14/60, που, όπως αναφέρεται πιο πάνω, προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου στην έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Επομένως, το Δικαστήριο καλείται να εφαρμόσει και το εν λόγω άρθρο όσον αφορά την ειδική ρύθμιση της κατάστασης στην οποία αναφέρεται - βλ. ABΡ Holdings Ltd. ν. Κιταλίδης κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. 692. Σύμφωνα με το άρθρο 5
(1)του Κεφ. 6, το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει τον εναγόμενο όπως μη αποξενώσει τόσο μέρος της ακίνητης περιουσίας που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του όσο, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, θα είναι αρκετό για να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα και τα έξοδα της αγωγής. Για να εκδοθεί διάταγμα με βάση το άρθρο 5
(1), το Δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί ότι τηρούνται οι δύο προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 5
(2)του Νόμου: (α) ο ενάγοντας έχει καλή βάση αγωγής, και (β) με την πώληση ή μεταβίβαση της περιουσίας σε τρίτο πρόσωπο να είναι πιθανόν ο ενάγοντας να εμποδιστεί στην ικανοποίηση απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του. Σύμφωνα με την απόφαση στην υπόθεση Τσιολάκκη και άλλη ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 782, ο όρος «καλή αιτία αγωγής» προσδιορίζει το βάσιμο της αγωγής για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος αναφορικά με ακίνητη ιδιοκτησία, που δεν αποτελεί επίδικο θέμα της αγωγής, και έχει την ίδια έννοια με τον όρο «υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση» που τίθεται στο άρθρο 32 του Ν. 14/60. Και στις δύο περιπτώσεις είναι αναγκαία η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης. Το δεύτερο κριτήριο ουσιαστικά αντιστοιχεί προς την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, όπως αυτή ερμηνεύτηκε σε σχέση με παρεμπίπτοντα διατάγματα - βλ. C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd. ν. Σκυροποιΐα «Λεωνίκ» Λτδ.
(2001)1 Α.Α.Δ.
  1. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω κατά πόσο τηρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/
  2. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης, η ενάγουσα ζητά το ποσό των €250.000 με τόκο προς 6% από 28.7.2008 μέχρι εξοφλήσεως δυνάμει γραπτής συμφωνίας δανείου μεταξύ των διαδίκων ημερ. 28.7.2008, η οποία προνοούσε την αποπληρωμή του ποσού το αργότερο μέχρι τις 28.7.2011, και η εναγόμενη παρέλειψε να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της δυνάμει της επίδικης συμφωνίας. Όπως αναφέρεται πιο πάνω, κατά την εξέταση της υπό κρίση αίτησης, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε τελική απόφαση επί της ουσίας των επίδικων θεμάτων της παρούσας αγωγής, παρά μόνο περιορίζεται στη διαπίστωση κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Έχοντας υπόψη τη βάση της απαίτησης της ενάγουσας και το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης, καταλήγω ότι η ενάγουσα έχει αποκαλύψει στο δικόγραφο της σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Με βάση το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της κας Ζήνωνος που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση, αυτή επικαλείται και παρουσιάζει αντίγραφο της επίδικης συμφωνίας, Τεκμήριο Β, και αναφέρεται στην παράλειψη της εναγόμενης να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της δυνάμει αυτής. Στο Τεκμήριο Β διαφαίνεται ότι η επίδικη συμφωνία έγινε μεταξύ των διαδίκων, ποιοι εκπροσωπούν και υπογράφουν εκ μέρους αυτών και όλο το περιεχόμενο αυτής. Η πλευρά της εναγόμενης, μέσω της ένορκης δήλωσης του κ. Κουρσάρη που συνοδεύει την ένσταση, επιφυλάσσει το δικαίωμα να αμφισβητήσει τη γνησιότητα και/ή δεσμευτικότητα της επίδικης συμφωνίας και/ή να καταχωρήσει υπεράσπιση. Ο κ. Κουρσάρης αναγνωρίζει ότι αυτό το θέμα αφορά την εκδίκαση της αγωγής, και όχι αυτό το ενδιάμεσο στάδιο, επομένως αυτή η θέση δεν μπορεί να τύχει αξιολόγησης στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. Ένας από τους λόγους ένστασης είναι ότι το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την παρούσα αγωγή λόγω της ύπαρξης της ρήτρας διαιτησίας στην επίδικη συμφωνία. Η κα Ζήνωνος, στη δική της ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, εκφράζει αντίθετη άποψη. Ο κ. Κουρσάρης παραθέτει τη δική του νομική θέση επί τούτου. Παρόλο που η πλευρά της εναγομένης αντικρούει τη θέση της ενάγουσας περί ύπαρξης δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου, εν τούτοις θεωρώ ότι αυτό το θέμα αφορά τη νομική ερμηνεία του περιεχόμενου της επίδικης συμφωνίας, κάτι το οποίο θα αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης κατά την ακρόαση της αγωγής. Στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο, το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε τελικά συμπεράσματα αναφορικά με τη νομική ισχύ και ερμηνεία της επίδικης συμφωνίας. Με βάση όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, και κυρίως λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο της επίδικης συμφωνίας και την ισχυριζόμενη παράλειψη της εναγόμενης να τηρήσει τις πρόνοιες αυτής, ικανοποιούμαι ότι η ενάγουσα αποκαλύπτει καλή βάση αγωγής και ορατή πιθανότητα επιτυχίας της απαίτησης της. Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι περιορίζεται στη θεώρηση των εγγράφων που έχουν τεθεί ενώπιον του στο πλαίσιο της υπό κρίση αίτησης και ακόμα βασίζεται στις θέσεις εκ μέρους των διαδίκων, όπως αυτές σχολιάζονται πιο πάνω. Το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε ευρήματα ή συμπεράσματα αναφορικά με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, καθότι αυτό αποτελεί έργο του στο πλαίσιο ακρόασης της ουσίας της αγωγής. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60 και τη δεύτερη του άρθρου 5
(2)του Κεφ. 6, έχει λεχθεί στην υπόθεση Larticon Co. v. Detergent Developers Ltd.
(2004)1 A.A.Δ. 1121 ότι δεν είναι απαραίτητη η παρουσίαση μαρτυρίας για την απόδειξη της πραγματικής πρόθεσης ενός εναγόμενου για τη μεταβίβαση ή επιβάρυνση της περιουσίας του. Στην υπόθεση C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd. v. Σκυροποιΐα Λεωνίκ Λτδ. (ανωτέρω) τονίστηκε ότι: «Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε πως αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πράγματι πρόθεση του εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μη ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία. (Βλ. Lakatamitis (ανωτέρω) στη σελ. 525). Έχουμε υπόψη την Κυριάκος Παναγιώτου v. Σταυρινής Κολλάτου
(1999)1 Α.Α.Δ.
  1. Εκεί έγινε αναφορά σε πρόθεση αποξένωσης αλλά αυτή ήταν η μαρτυρία που υπήρχε και δεν απασχόλησε τέτοιο θέμα. Όπως δε εξηγήθηκε στην απόφαση του Λοΐζου Π. στην Ζεμενίδης (ανωτέρω) εκδίδεται το διάταγμα «ώστε να αποφευχθεί τέτοια αποξένωση ως αποτέλεσμα της οποίας να μη μπορεί να ικανοποιηθεί ο ενάγων». Τα ίδια και στην Τσιολάκκη και Άλλη (ανωτέρω). Όπως αναφέρεται και στην απόφαση του Πική Δ., όπως ήταν τότε, στη σελίδα 785, εκείνο που απαιτείται είναι «η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος.» Στην ένορκη δήλωση της κας Ζήνωνος που συνοδεύει την αίτηση, αυτή επικαλείται την πώληση των μετοχών στις δύο γαλλικές εταιρείες από την εναγόμενη, αναφέρει τη βεβαιότητα της ότι το προϊόν της πώλησης δεν θα έρθει στην Κύπρο και ότι η εναγόμενη, σε μία προσπάθεια αποφυγής της πληρωμής της επίδικης οφειλής της, αποξένωσε τις μετοχές και τώρα θα αποξενώσει και/ή αποκρύψει το προϊόν της πώλησης των μετοχών, που είναι τα μόνα περιουσιακά στοιχεία τα οποία η πλευρά της ενάγουσας γνωρίζει ότι η εναγόμενη κατέχει. Η κα Ζήνωνος αναφέρει επίσης ότι εν όψει των περιστατικών της υπόθεσης και της πρόσφατης αποξένωσης των μοναδικών περιουσιακών στοιχείων της εναγόμενης τα οποία η ενάγουσα γνώριζε, προκύπτει η κατεπείγουσα ανάγκη να προστατευθεί το προϊόν πώλησης των μετοχών, και σε αντίθετη περίπτωση θα είναι δύσκολο αν όχι αδύνατο η ενάγουσα να ικανοποιηθεί σε περίπτωση έκδοσης απόφασης υπέρ της. Η πλευρά της εναγόμενης, μέσω της ένορκης δήλωσης του κ. Κουρσάρη, αρνείται γενικά το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της κας Ζήνωνος στην παράγραφο 3 της ένορκης δήλωσης του, και ειδικότερα στην παράγραφο 11 αυτής αναφέρει ότι η ενάγουσα δεν θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά εφόσον οι οποιεσδήποτε αποζημιώσεις επιδικαστούν εναντίον της μπορούν να υπολογιστούν και να καταβληθούν από την εναγόμενη η οποία είναι φερέγγυα εταιρεία. Μάλιστα, ο κ. Κουρσάρης παραπέμπει στη θέση της ενάγουσας προς υποστήριξη της θέσης του, ότι το ποσό πώλησης των μετοχών ανέρχεται στις €5.694.765, το οποίο υπερκαλύπτει το συνολικό ποσό της παρούσας αγωγής που είναι γύρω στις €350.
  2. Όπως αναφέρεται πιο πάνω, το κριτήριο στο πλαίσιο της παρούσας αίτησης είναι κατά πόσο με την αποξένωση της εν λόγω περιουσίας, δηλαδή του προϊόντος πώλησης των μετοχών, είναι πιθανό να εμποδιστεί η ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ήθελε εκδοθεί υπέρ της ενάγουσας. Ιδιαίτερα διαφωτιστική επί τούτου είναι η υπόθεση Κιτρομηλίδου v. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2005)1 (Β) Α.Α.Δ. 1165, στην οποία αποφασίστηκε ότι δεν είναι αναγκαίο να αποδειχθεί με μαρτυρία η πρόθεση του εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Με τα δεδομένα που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, θεωρώ ότι ο ισχυρισμός του κ. Κουρσάρη για τη φερεγγυότητα της εναγόμενης δεν είναι ικανός να αντικρούσει τις θέσεις της κας Ζήνωνος. Η κα Ζήνωνος αναφέρει ότι η ενάγουσα δεν γνωρίζει ότι η εναγόμενη κατέχει οποιαδήποτε άλλη περιουσία εκτός των μετοχών και κατ΄ επέκταση του προϊόντος πώλησης αυτών, ενώ ο κ. Κουρσάρης προβάλλει τον γενικό και αόριστο ισχυρισμό για τη φερεγγυότητα της εταιρείας χωρίς οποιαδήποτε στοιχεία που να επιβεβαιώνουν τον ισχυρισμό του και ειδικότερα που να δείχνουν ότι η εναγόμενη κατέχει τέτοια περιουσία που την καθιστά ικανή να ικανοποιήσει τυχόν απόφαση εκδοθεί υπέρ της ενάγουσας. Μάλιστα, το Δικαστήριο υιοθετεί τη θέση της δικηγόρου της ενάγουσας κατά την αγόρευση της ότι η παραπομπή του κ. Κουρσάρη στο ύψος του χρηματικού ποσού της πώλησης των μετοχών, από μόνη της, δεν είναι ικανή να αποδώσει φερεγγυότητα στην εναγόμενη, καθότι ο κ. Κουρσάρης παραλείπει να αναφέρει κατά πόσο αυτό το ποσό εξακολουθεί να βρίσκεται στην κατοχή της εναγόμενης και ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να καλύψει το ποσό τυχόν απόφασης εκδοθεί υπέρ της ενάγουσας. Πριν προβώ στην κατάληξη μου επί της αίτησης, κρίνω σκόπιμο να ασχοληθώ με τον λόγο ένστασης που αφορά τη μη ύπαρξη του κατ' επείγοντος στην έκδοση του διατάγματος δέσμευσης του ποσού, το οποίο υπενθυμίζω ότι στην προκειμένη περίπτωση εκδόθηκε μονομερώς. Σύμφωνα με το άρθρο 9
(1)του Κεφ. 6, κάθε διάταγμα το οποίο το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει, δύναται, όταν καταδειχθεί το κατ' επείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις, να εκδοθεί με αίτηση του ενός από τους διαδίκους χωρίς ειδοποίηση στον άλλο. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Vraets
(1999)1 A.A.Δ. 1475, η οποία αναφέρεται στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd. v. Χρίστου
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1179: «Το επείγον, όπως παρατηρείται στην υπόθεση Resola (ανωτέρω), αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο, εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικώς η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από τον θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση.» Χρήσιμη καθοδήγηση επί του θέματος προσφέρει επίσης η απόφαση στις υποθέσεις Έλενας Αμβροσιάδου v. Martin Coward και Martin Coward v. Έλενας Αμβροσιάδου, Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου, Εφέσεις αρ. 3/2011 και 4/2011, ημερ. 15.1.2013. Στην υπόθεση Parico Aluminium Designs Ltd. v. Muskita Aluminium Co. Ltd. κ.ά.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015, το Δικαστήριο, με αναφορά στην υπόθεση Τσιαντή ν. Hellenic Bank (Investments) Ltd.
(2001)1(Γ) A.A.Δ. 2029, έθεσε τις αρχές που προκύπτουν από τη νομολογία ως ακολούθως: «
(1)Η καθυστέρηση, εκτός αν επεξηγηθεί, στην προώθηση της αίτησης για προσωρινό διάταγμα, είναι γενικώς μοιραία.
(2)Το ζήτημα της καθυστέρησης πρέπει να σταθμίζεται με την πιθανότητα του ενάγοντα να επιτύχει τελικά την αγωγή του και να λαμβάνεται υπόψη κατά πόσο ο εναγόμενος έχει επηρεασθεί με οποιοδήποτε τρόπο λόγω της καθυστέρησης ή έχει καθησυχασθεί ότι όλα ήταν ασφαλή ή έχει πλανηθεί λόγω της απραξίας του ενάγοντα.
(3)Το κατεπείγον του θέματος μπορεί να προκύψει και μετά τη γένεση της βάσης της αγωγής.
(4)Η έκταση της καθυστέρησης η οποία είναι αναγκαία για να αποτρέψει τη χορήγηση θεραπείας, εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και δεν μπορεί να διατυπωθούν άκαμπτοι κανόνες.» Τέλος, στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Vraets (ανωτέρω), ο έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Χ'Χαμπής παρατήρησε ότι: «Το κρίσιμο σημείο για την αίτηση, δεν ήταν ο χρόνος έγερσης της αιτίας αγωγής, αλλά ο χρόνος πληροφόρησης του εφεσίβλητου για την δυνατότητα του να πετύχει την ενδιάμεση θεραπεία.» Με βάση το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της κας Ζήνωνος που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση, προκύπτουν τα ακόλουθα. Η επίδικη συμφωνία υπογράφηκε στις 28.7.2008 και το ποσό του δανείου κατέστη οφειλόμενο και απαιτητό στις 28.7.2011. Περί τα μέσα Ιουλίου 2012, ενώ η εναγόμενη γνώριζε για την επίδικη οφειλή της και άλλες απαιτήσεις της ενάγουσας από αυτή, η εναγόμενη πούλησε τις μετοχές των δύο γαλλικών εταιρειών όμως αυτή η πώληση ακυρώθηκε. Τελικά οι μετοχές πουλήθηκαν στους ίδιους αγοραστές έναντι του ποσού των €5.694.765 στις 24.1.2013, με βάση την πληροφόρηση και τα έγγραφα που έχουν δοθεί από τους δικηγόρους της εναγόμενης προς τους δικηγόρους της ενάγουσας. Όπως ορθά επισημαίνει η πλευρά της εναγόμενης, μέσω της ένορκης δήλωσης του κ. Κουρσάρη που συνοδεύει την ένσταση, η καταχώρηση της παρούσας αγωγής και της υπό κρίση αίτησης έγιναν 20 μήνες αφότου το ποσό δυνάμει της επίδικης συμφωνίας κατέστη πληρωτέο και οφειλόμενο. Η πλευρά της ενάγουσας δεν προβάλλει οποιαδήποτε δικαιολογία για την καθυστέρηση καταχώρησης της αγωγής. Είναι επίσης αξιοσημείωτο το γεγονός ότι ενώ η ενάγουσα δεν έλαβε οποιοδήποτε διάβημα προγενέστερα για να απαιτήσει την οφειλή της δυνάμει της επίδικης συμφωνίας, 20 μήνες μετά κίνησε την παρούσα αγωγή και μάλιστα καταχώρησε την πρώτη αίτηση για τη δέσμευση των μετοχών. Μετά την εμφάνιση των δικηγόρων της εναγόμενης, η ενάγουσα πληροφορήθηκε για την πώληση των μετοχών και το ποσό είσπραξης από αυτή την πώληση. Επίσης η κα Ζήνωνος στην ένορκη της δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση αναφέρει ότι η εναγόμενη γνώριζε για την επίδικη οφειλή της προς την ενάγουσα και άλλες απαιτήσεις σε εκκρεμείς διαδικασίες εναντίον της σε άλλες χώρες, και ότι η ενάγουσα προσπάθησε από τα μέσα Ιουλίου 2012 να πουλήσει τις μετοχές. Μάλιστα τον Ιούλιο 2012 αυτή η πώληση έγινε. Και πάλι η πλευρά της ενάγουσας δεν αναφέρει πότε αυτό το γεγονός περιήλθε σε γνώση της και ούτε το συνδέει με την πληροφόρηση από τους δικηγόρους της εναγόμενης μετά που αυτοί εμφανίστηκαν στο πλαίσιο της πρώτης αίτησης. Επομένως, προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι ενώ το ποσό κατέστη οφειλόμενο και απαιτητό στις 28.7.2011, και περί τα μέσα Ιουλίου 2012 η εναγόμενη προέβαινε σε διαβήματα πώλησης των μετοχών, γεγονός που βρισκόταν εν γνώσει της ενάγουσας, η ενάγουσα ενήργησε με υπέρμετρη καθυστέρηση στη λήψη νομικών μέτρων εναντίον της εναγόμενης με την καταχώρηση της αγωγής και της υπό κρίση αίτησης. Αναφορικά με την υπό κρίση αίτηση, δεν μου διαφεύγει ότι η ενάγουσα προβάλλει ως λόγο καθυστέρησης αυτής την καταχώρηση της πρώτης αίτησης, την όλη εξέλιξη των γεγονότων, την επιβεβαίωση της πώλησης των μετοχών μέσα από τα έγγραφα που στάληκαν από τους δικηγόρους της εναγόμενης στις 26.3.2013 και τη μετάφραση των εγγράφων που αποστάληκαν από τους δικηγόρους της εναγόμενης στους δικηγόρους της ενάγουσας με την οποία η πλευρά της ενάγουσας επιβεβαίωσε το γεγονός της πώλησης των μετοχών. Χωρίς να παραγνωρίζω το γεγονός ότι η ενάγουσα πληροφορήθηκε για την αποξένωση των μετοχών από την εναγόμενη μετά την καταχώρηση της πρώτης αίτησης και την πληροφόρηση από τους δικηγόρους της εναγόμενης, και ότι η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε την ίδια μέρα απόσυρσης της πρώτης αίτησης, η πλευρά της ενάγουσας παραλείπει να προσφέρει οποιαδήποτε και/ή ικανοποιητική δικαιολογία για την καθυστέρηση στην καταχώρηση της αγωγής και ακόμα την προώθηση του αιτήματος της για την έκδοση προσωρινού διατάγματος. Επαναλαμβάνω ότι η ενάγουσα καταχώρησε την παρούσα αγωγή 20 μήνες μετά τη δημιουργία της οφειλής και ειδικότερα 7 μήνες αφότου η εναγόμενη ξεκίνησε διαβήματα πώλησης των μετοχών, τα οποία υλοποίησε και ακολούθως ακύρωσε. Αυτό το χρονικό διάστημα είναι υπερβολικό και παραμένει παντελώς ανεξήγητο από την πλευρά της ενάγουσας. Αυτή η συμπεριφορά της εναγόμενης έπρεπε να έθετε σε εγρήγορση την ενάγουσα για να προβεί άμεσα σε διαβήματα προώθησης της απαίτησης της και διαφύλαξης του δικαιώματος ικανοποίησης της για την είσπραξη του λαβείν της σε περίπτωση έκδοσης απόφασης υπέρ της. Η ενάγουσα όχι μόνο δεν προέβη σε οποιοδήποτε διάβημα, αλλά ούτε δίνει οποιαδήποτε εξήγηση για την καθυστέρηση προώθησης του αιτήματος της για τη δέσμευση της περιουσίας της εναγόμενης, και δεν μπορεί τώρα να προβάλλει το επιχείρημα περί κατεπείγουσας ανάγκης δέσμευσης της περιουσίας της εναγόμενης. Η δικηγόρος της ενάγουσας κατά την αγόρευση της εισηγήθηκε ότι η τυχόν καθυστέρηση πρέπει να κριθεί με γνώμονα το χρονικό σημείο της αποξένωσης της περιουσίας της εναγόμενης και όχι της γένεσης του αγώγιμου δικαιώματος. Αυτή η θέση όμως παραγνωρίζει ότι η ίδια η πλευρά της ενάγουσας, μέσω της κας Ζήνωνος στην ένορκη δήλωση της που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση, αναφέρεται στην προσπάθεια και μάλιστα πώληση των μετοχών από την εναγόμενη περί τα μέσα Ιουλίου 2012, χωρίς όμως να λαμβάνει οποιαδήποτε μέτρα από τότε παρά μόνο 7 μήνες αργότερα και χωρίς να προβάλλει οποιαδήποτε δικαιολογία γι΄ αυτή την καθυστέρηση. Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει η υπόθεση Bacardi & Co. Ltd. v. Vinco Ltd.
(1996)1 Α.Α.Δ.788, στην οποία το Δικαστήριο τόνισε ότι τελικά η καθυστέρηση αποτελεί ένα παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη όταν εξετάζεται το ισοζύγιο της ευχέρειας («balance of convenience») και η διατήρηση του status quo, και έθεσε ακόμα τις παραμέτρους της εξέτασης της καθυστέρησης σε υποθέσεις ενδιάμεσων διαταγμάτων γενικά ως ακολούθως: «Η «καθυστέρηση, εκτός αν επεξηγηθεί, στην προώθηση αίτη­σης για προσωρινό διάταγμα, είναι γενικώς μοιραία, αν και τα Δικαστήρια θα σταθμίσουν το ζήτημα της καθυστέρησης έναντι της πιθανότητας του ενάγοντα να πετύχει τελικά στην αγωγή του, και θα λάβουν υπόψη κατά πόσο ο Εναγόμενος έχει οδηγηθεί σε έξοδα ή έχει καθησυχασθεί ότι όλα ήταν ασφαλή ή παραπλανήθηκε λόγω της απραξίας του Ενάγοντα. Ωστόσο η τάση της σύγχρονης νομολογίας είναι να μη απορρίπτεται αξίωση για διάταγμα κατά την ακρόαση της αγωγής απλώς και μόνο λόγω της καθυστέρησης στην καταχώρηση της αγωγής τηρουμένων των προνοιών του περί Παραγραφής Νόμου, 1939. (Copinger and Skone James on Copyright, 12η έκδοση, παρά.633).» Επίσης, στην υπόθεση Ρένα Αριστοτέλους Λτδ. κ.ά. ν. Benfleet Enterprises Ltd. κ.ά.
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 280, λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Στην παρούσα υπόθεση καταλήγουμε ότι δεν υπήρξε μη εύλογη καθυστέρηση έναρξης της διαδικασίας, ενώ δεν υποστηρίχτηκε καν από τους Εφεσείοντες ότι υπέστηκαν οποιαδήποτε αρνητική συνέπεια από την καθυστέρηση. Εξάλλου, αν δεχόμαστε το επιχείρημα των Εφεσειόντων, θα καταλήγαμε στη λανθασμένη θέση ότι εκτός αν η αγωγή εγείρεται αμέσως μετά τη δημιουργία του αγώγιμου δικαιώματος, ο Ενάγων δε δικαιούται της προστασίας συντηρητικού διατάγματος. Ούτε η καθυστέρηση μεταξύ αγωγής και αίτησης για συντηρητικό διάταγμα λειτουργεί αρνητικά εναντίον του Αιτητή, εκτός αν από την καθυστέρηση επηρεάζονται τα δικαιώματα του αντιδίκου του.» Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, καταλήγω ότι η ενάγουσα επέδειξε υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην έναρξη της παρούσας διαδικασίας με την καταχώρηση της αγωγής και προώθηση της υπό κρίση μονομερούς αίτησης, κάτι που αναπόφευκτα οδηγεί στην ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Εν όψει της εν λόγω απόφασης του Δικαστηρίου για την ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος, το Δικαστήριο δεν μπορεί να προχωρήσει να εξετάσει κατά πόσο δικαιολογείται η έκδοση των διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Avila Management Services Ltd κ.ά. v. Frantisek Stepanek κ.ά., Πολ. Έφεση αρ. 54/2012, ημερ. 27.6.2012. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, καταλήγω ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την οριστικοποίηση του εκδοθέντος διατάγματος και την έκδοση των υπολοίπων αιτούμενων διαταγμάτων αποκάλυψης. Ως εκ τούτου το εκδοθέν διατάγμα ημερ. 4.4.2013 ακυρώνεται και η αίτηση αναφορικά με τις παραγράφους Β και Γ απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ της εναγόμενης-καθ΄ ης η αίτηση και εναντίον της ενάγουσας-αιτήτριας, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας αγωγής. (Υπ.) ................................ Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Πολιτική / Ενδιάμεση Απόφαση Αναφορά: Προσωρινό Διάταγμα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.