← Κύπρος

IKOS CIF LTD ν. Martin Coward κ.α., Aρ. Αγωγής: 5467/2009, 12/6/2013

IKOS CIF LTD ν. Martin Coward κ.α., Aρ. Αγωγής: 5467/2009, 12/6/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A163 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Α.Ε.Δ. Aρ. Αγωγής: 5467/2009 Μεταξύ: IKOS CIF LTD Ενάγουσας και Martin Coward Εναγόμενου Όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερ. 6.5.2011 Μεταξύ: IKOS CIF LTD Ενάγουσας και

  1. Martin Coward
  2. George Dowdye
  3. David Anthony Francis Burns
  4. Eric Westphal
  5. Hans Drescher
  6. Vincent Pfister
  7. Sam Gover
  8. Peter Ho
  9. Simon Jones
  10. Dan Bower
  11. Nathalie Pratico
  12. Zoe Efford
  13. Marmidons (Cyprus) Ltd Εναγομένων Αίτηση για τροποποίηση οπισθογράφησης του κλητηρίου εντάλματος ημερ. 6.7.2012 Ημερομηνία: 12 Ιουνίου 2013 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια: κ. Λ. Παπαφιλίππου με κ. Γ. Χριστοδούλου και κα Αγγέλοβα για κκ. Λ. Παπαφιλίππου & Σία και κα Παπαγιάννη για κκ. Δρ. Κ. Χρυσοστομίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τους εναγόμενους 1, 4, 5, 12 και 13 - Καθ΄ων η Αίτηση: κ. Γ. Τριανταφυλλίδης με κα Κότσαπα για κκ. Άντης Τριανταφυλλίδης και Υιοί Δ.Ε.Π.Ε. και κ. Δ. Αραούζος για κκ. Χρύσης Δημητριάδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο 6 - Καθ΄ου η Αίτηση: κ. Κ. Κυριακόπουλος και για κκ. LC LAW ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ & ΔΡΑΚΟΥ Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 23.12.2009 η ενάγουσα καταχώρησε γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα εναντίον του εναγόμενου με το οποίο αξιώνει αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης, αποζημιώσεις για παράβαση καθήκοντος επιμέλειας και καθήκοντος εμπιστευτικότητας και/ή αναφορά και/ή αποκάλυψη κερδών που ο εναγόμενος πραγματοποίησε ως αποτέλεσμα της παράβασης του καθήκοντος επιμέλειας και του καθήκοντος εμπιστευτικότητας, αποζημιώσεις για παράβαση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, διάταγμα του Δικαστηρίου για τη λήψη και εξέταση των εσόδων του εναγόμενου από την παράβαση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, αναγνωριστική απόφαση του Δικαστηρίου ότι τα ηλεκτρονικά προγράμματα που περιέχονται στον συνημμένο κατάλογο ανήκουν στην ενάγουσα και διάταγμα που να απαγορεύει στον εναγόμενο να χρησιμοποιεί ή αποκαλύπτει οποιεσδήποτε εμπιστευτικές πληροφορίες που ανήκουν στην ενάγουσα, να προβαίνει σε επιβλαβείς δηλώσεις σχετικά με την ενάγουσα και να χρησιμοποιεί ή αποκαλύπτει οποιοδήποτε αντίγραφο σε οποιαδήποτε μορφή ηλεκτρονικών προγραμμάτων που ανήκουν στην ενάγουσα και περιέχονται στον συνημμένο κατάλογο. Ο εναγόμενος καταχώρησε εμφάνιση στην παρούσα αγωγή. Στις 8.7.2010 η ενάγουσα καταχώρησε έκθεση απαίτησης. Στις 23.12.2010 η ενάγουσα καταχώρησε αίτηση για την τροποποίηση του τίτλου της αγωγής με την προσθήκη των εναγομένων 2-13, και την τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης. Στις 6.5.2011 η πλευρά της ενάγουσας περιόρισε το αίτημα της στην τροποποίηση του τίτλου της αγωγής με την προσθήκη των εναγομένων και απέσυρε το αίτημα της για την τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης άνευ βλάβης των δικαιωμάτων της. Ο δικηγόρος του εναγόμενου δεν έφερε ένσταση στην προσθήκη των 12 εναγομένων, επιφυλάσσοντας τα δικαιώματα του εναγόμενου, και έτσι το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα για την τροποποίηση του τίτλου της αγωγής με την προσθήκη των εναγομένων 2-
  14. Στις 25.5.2011 η ενάγουσα καταχώρησε το τροποποιημένο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα με όλους τους εναγόμενους 1-13, ως το σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου. Στις 6.7.2012 η ενάγουσα καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητά την τροποποίηση της οπισθογράφησης του κλητηρίου εντάλματος. Συγκεκριμένα, η ενάγουσα ζητά την προσθήκη αξιώσεων εναντίον όλων των εναγομένων αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως για αποζημιώσεις για εξαπάτηση της ενάγουσας και/ή συνομωσία των εναγομένων να προκαλέσουν ζημιά στην ενάγουσα και/ή συνομωσία με τη χρήση παράνομων μέσων και/ή ενεργειών, αποζημιώσεις για ιδιοποίηση κινητής ιδιοκτησίας της ενάγουσας και/ή αθέμιτο ανταγωνισμό και/ή επιζήμια ψευδολογία και/ή αδικαιολόγητο πλουτισμό και/ή παράνομη επέμβαση στην επιχείρηση της ενάγουσας και/ή πρόκληση παράβασης συμφωνίας και/ή παράνομη κατακράτηση και/ή κατοχή περιουσιακών στοιχείων και/ή επέμβαση επί των στοιχείων και/ή κινητής ιδιοκτησίας της ενάγουσας. Επίσης με την αιτούμενη τροποποίηση επιδιώκεται η προσθήκη αξιώσεων για διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τους εναγόμενους να καταθέσουν ενόρκως και/ή αποδώσουν λογαριασμό για όλα τα κέρδη και/ή ωφελήματα που είχαν ή θα έχουν ως αποτέλεσμα της συνομωσίας και/ή του αδικαιολογήτου πλουτισμού και/ή να κρατούν τα ποσά που προκύπτουν ως εξ υπαγωγής εμπιστευματοδόχοι της ενάγουσας και/ή να επιστρέψουν την κατακρατούμενη ιδιοκτησία της ενάγουσας, για διάταγμα του Δικαστηρίου ότι η ενάγουσα δικαιούται να παρακολουθεί οποιαδήποτε χρήματα αποτελούν προϊόν κέρδους ή ωφελήματος που οι εναγόμενοι είχαν συνεπεία της συνομωσίας και/ή του αδικαιολογήτου πλουτισμού, για απόφαση για το ποσό που θα προκύψει από την απόδοση του λογαριασμού, για απαγορευτικό διάταγμα εναντίον όλων των εναγομένων όπως αυτό που περιέχεται στην οπισθογράφηση του κλητηρίου εντάλματος που καταχωρήθηκε εναντίον του εναγόμενου 1, για γενικές και/ή επαυξημένες και/ή τιμωρητικές και/η παραδειγματικές αποζημιώσεις και, τέλος, για διάταγμα του Δικαστηρίου εναντίον του εναγόμενου 1 που να τον διατάσσει να καταθέσει ενόρκως και/ή να αποδώσει λογαριασμό για όλα τα κέρδη και/ή ωφελήματα που είχε και θα έχει ως αποτέλεσμα της παράβασης σύμβασης και/ή παράβασης των καθηκόντων πίστης και/ή ανέντιμης βοήθειας και να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό οφείλεται μετά την απόδοση λογαριασμού, για απόφαση για το εν λόγω ποσό, και για δήλωση του Δικαστηρίου ότι ο εναγόμενος 1 δεσμευόταν από τους όρους της σύμβασης εργοδότησης του και/ή από τα καθήκοντα εμπιστοσύνης. Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στη Δ.25 Θθ.1-6, και τη Δ.48 Θθ.1, 2

(1), 2
(2), 3, 4, και 7-9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στη διακριτική ευχέρεια και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση περιέχονται στη συνημμένη σε αυτή ένορκη δήλωση του κ. Έρικ Γεωργιάδη, ο οποίος βρίσκεται στην υπηρεσία της ενάγουσας. Σε αυτή ο κ. Γεωργιάδης αναφέρεται στην ημερομηνία καταχώρησης της παρούσας αγωγής, στην καταχώρηση μονομερούς αίτησης δυνάμει της οποίας εκδόθηκε προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα εναντίον του εναγόμενου 1 το οποίο κατέστη απόλυτο στις 15.7.2010, και στο ιστορικό τροποποίησης του τίτλου της αγωγής με την προσθήκη των 12 εναγομένων. Ο κ. Γεωργιάδης αναφέρει περαιτέρω ότι στις 22.8.2011 η ενάγουσα προέβη σε αλλαγή δικηγόρου και οι νέοι δικηγόροι παρέλαβαν ένα τεράστιο αριθμό εγγράφων που αφορούν τόσο την παρούσα αγωγή όσο και αριθμό άλλων υποθέσεων που εκκρεμούν μεταξύ των διαδίκων και άλλων συνδεδεμένων προσώπων τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό, ακολούθησε αριθμός συνεντεύξεων με υπαλλήλους και/ή αξιωματούχους της ενάγουσας στην Κύπρο και στο εξωτερικό (Μονακό, Ελλάδα και Ηνωμένο Βασίλειο), και οι νέοι δικηγόροι της ενάγουσας έκριναν ότι το κλητήριο ένταλμα χρήζει τροποποίησης έτσι ώστε να αποκρυσταλλώνονται όλες οι απαιτήσεις της ενάγουσας στο σύνολο της. Σύμφωνα με τον κ. Γεωργιάδη, η αιτούμενη τροποποίηση είναι αναγκαία για να έχει το Δικαστήριο όλα τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης, αυτή δεν θα προκαλέσει οποιαδήποτε ζημιά που δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί μεταγενέστερα, στην υπόθεση των εναγομένων, ενώ τυχόν απόρριψη της αίτησης στερεί από την ενάγουσα την ορθή παρουσίαση της υπόθεσης της. Οι εναγόμενοι 1, 4, 5, 12 και 13 καταχώρησαν ένσταση, και ο εναγόμενος 6, ο οποίος εκπροσωπείται από άλλους δικηγόρους, επίσης καταχώρησε ένσταση στην υπό κρίση αίτηση. Οι λόγοι ένστασης των εναγομένων 1, 4, 5, 12 και 13 είναι ότι δεν δικαιολογείται επαρκώς και/ή καθόλου η προβολή νέου αγώγιμου δικαιώματος και/ή αιτίας αγωγής στο στάδιο αυτό και ως εκ τούτου ελλείπει το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης, με την αιτούμενη τροποποίηση επιχειρείται στην ουσία η εισαγωγή εκτεταμένων πραγματικών ισχυρισμών που θεμελιώνουν νέα βάση αγωγής και/ή επιδιώκεται η διεύρυνση των νομικών και πραγματικών πλαισίων της δίκης με αποτέλεσμα τον επαναπροσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και τον εκτροχιασμό της δίκης, δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα με το υφιστάμενο κλητήριο ένταλμα και την έκθεση απαίτησης εναντίον των εν λόγω εναγομένων, και έτσι είναι ανεπίτρεπτο να δημιουργηθεί νέο αγώγιμο δικαίωμα και/ή νέα αιτία αγωγής εναντίον τους. Επίσης, η ενάγουσα όφειλε να προβεί στην τροποποίηση του κλητηρίου εντάλματος πριν την προσθήκη των εναγομένων ως διαδίκων και πριν την επίδοση της αγωγής σε αυτούς, με την αιτούμενη τροποποίηση επιχειρείται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής κατά τρόπο που θα προκαλέσει δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων των εν λόγω εναγομένων σε ανεπανόρθωτο βαθμό και κατά τρόπο που η επιδίκαση εξόδων δεν αποτελεί επαρκή αποζημίωση, η αίτηση υποβάλλεται με μεγάλη καθυστέρηση, και η ενάγουσα επέδειξε κωλυσιεργία, κακοπιστία και αδιαφορία χωρίς να δίνει οποιαδήποτε εξήγηση γι΄ αυτή την καθυστέρηση. Επιπρόσθετος λόγος ένστασης είναι ότι τυχόν αποδοχή της αίτησης θα καθυστερήσει ακόμα περισσότερο την τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής κατά τρόπο που επηρεάζονται ανεπανόρθωτα τα συνταγματικά δικαιώματα του εναγόμενου 1 αναφορικά με την εκδίκαση της υπόθεσης του εντός εύλογου χρόνου. Τα γεγονότα στα οποία βασίζεται η ένσταση περιέχονται στη συνημμένη σε αυτή ένορκη δήλωση του κ. Λούκα Πασχαλίδη, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους εν λόγω εναγόμενους. Ο κ. Πασχαλίδης ουσιαστικά αναλύει τους λόγους ένστασης και αναφέρει επίσης ότι ενώ στην αρχική έκθεση απαίτησης της η ενάγουσα προβάλλει μία απλή απαίτηση με αιτία αγωγής παράβαση σύμβασης και/ή καθήκοντος εκ μέρους του εναγόμενου 1, με την αιτούμενη τροποποίηση η ενάγουσα επιχειρεί να προσθέσει βάση αγωγής για συνομωσία και/ή συνομωσία με τη χρήση παράνομων μέσων και ενεργειών και/ή για ιδιοποίηση κινητής ιδιοκτησίας και/ή αθέμιτο ανταγωνισμό και/ή επιζήμια ψευδολογία και/ή αδικαιολόγητο πλουτισμό και/ή παράνομη επέμβαση στην επιχείρηση της ενάγουσας και/ή πρόκληση παράβασης συμφωνίας και/ή παράνομη κατακράτηση και/ή κατοχή περιουσιακών στοιχείων και/η επέμβαση επί στοιχείων και/ή κινητής ιδιοκτησίας της ενάγουσας, χωρίς να υφίσταται οποιοδήποτε υπάρχον αγώγιμο δικαίωμα εναντίον τους. Ήταν η θέση του κ. Πασχαλίδη ότι με την αιτούμενη τροποποίηση η ενάγουσα επιχειρεί να περιπλέξει τα πράγματα, εφόσον η απαίτηση της εναντίον του εναγόμενου 1 ουσιαστικά παραμένει ως έχει αλλά επιχειρείται η προσθήκη απαιτήσεων σε σχέση με τους υπόλοιπους εναγόμενους που δεν έχουν θέση στην παρούσα αγωγή. Επίσης ο κ. Πασχαλίδης αναφέρει ότι τα γεγονότα και οι ισχυρισμοί τους οποίους η ενάγουσα εγείρει ήταν γνωστά και εύλογα μπορούσαν να εντοπιστούν από τα πρώτα στάδια της διαδικασίας, οι ισχυρισμοί του κ. Γεωργιάδη είναι ατεκμηρίωτοι, ασαφείς και δεν εξειδικεύουν τα στοιχεία που καθιστούν αναγκαία την αιτούμενη τροποποίηση, και ακόμα ότι η μη συνεννόηση πελάτη-δικηγόρου δεν συνιστά λόγο για την τροποποίηση δικογραφίας ούτε και δικαιολογεί την καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης για τροποποίηση. Οι λόγοι ένστασης του εναγόμενου 6 είναι ότι η καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, η υπό κρίση αίτηση δεν αποκαλύπτει βάσιμο λόγο γιατί οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν μπορούσαν να διαπιστωθούν και περιληφθούν εξ αρχής με αποτέλεσμα αυτές να παραμένουν αδικαιολόγητες, καταχρηστικές, ατεκμηρίωτες και αβάσιμες, επιχειρείται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής χωρίς να δίνεται επαρκής δικαιολογία και έτσι η αιτούμενη τροποποίηση είναι ανεπίτρεπτη, και η υπό κρίση αίτηση υποβάλλεται με μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Επίσης, με την αιτούμενη τροποποίηση επιχειρείται ουσιαστικά η εισαγωγή ταυτόσημων αιτημάτων με αυτά στην αγωγή αρ. 3200/2010 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, την οποία η ενάγουσα έχει εγείρει εναντίον του εναγόμενου 6, με αποτέλεσμα να δημιουργείται καταχρηστικά παράλληλη διαδικασία εναντίον του εναγόμενου 6, και επιχειρείται η εισαγωγή αιτημάτων για τα οποία το Δικαστήριο αποφάσισε στα πλαίσια διαδικασίας παρακοής διατάγματος στην προαναφερόμενη αγωγή. Ακόμα, είναι ανεπίτρεπτο να δημιουργηθεί αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του εναγόμενου 6 ενώ η υφιστάμενη αγωγή δεν αποκαλύπτει οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του, το κλητήριο ένταλμα όφειλε να είχε τροποποιηθεί πριν την προσθήκη του εναγόμενου 6 ως εναγόμενου, τυχόν έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης θα έχει ως αποτέλεσμα τον εκτροχιασμό της δίκης, και με την αιτούμενη τροποποίηση η ενάγουσα επιδιώκει εσκεμμένα καθυστέρηση και παραβιάζονται τα δικαιώματα του εναγόμενου 6 για δίκαιη δίκη. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση του εναγόμενου 6 περιέχονται στη συνημμένη σε αυτή ένορκη δήλωση της κας Παναγιώτας Σάββα, δικηγόρου σε ένα εκ των δικηγορικών γραφείων που εκπροσωπούν τον εναγόμενο
  1. Σε αυτή η κα Σάββα ουσιαστικά αναλύει τους λόγους ένστασης. Κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, η ενάγουσα καταχώρησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση στην ένσταση του εναγόμενου
  2. Η εν λόγω ένορκη δήλωση γίνεται από την κα Ίβα Αγγέλοβα, δικηγόρο στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την ενάγουσα, και στην οποία ουσιαστικά αρνείται τους ισχυρισμούς της κας Σάββα αναφορικά με την αγωγή αρ. 3200/2010 και ισχυρίζεται ότι στην εν λόγω αγωγή η ενάγουσα επιφύλαξε τα δικαιώματα της εναντίον του εναγόμενου 6, έτσι ώστε να δικαιούται να προωθήσει την απαίτηση της για το αστικό αδίκημα της συνομωσίας εναντίον του εναγόμενου 6 μαζί με τους άλλους συναδικοπραγούντες. Με σχετική απόφαση του Δικαστηρίου, η πλευρά του εναγόμενου 6 καταχώρησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση της κας Παναγιώτας Σάββα. Σε αυτή η κα Σάββα αρνείται τους ισχυρισμούς της κας Αγγέλοβα, και παραθέτει το μέρος των παραγράφων των δύο αγωγών που κατά τον ισχυρισμό της είναι ταυτόσημες, καθώς επίσης επισυνάπτει την απόφαση του Δικαστηρίου στο πλαίσιο εκδίκασης της αίτησης παρακοής στην αγωγή αρ. 2300/
  3. Κατά την αγόρευση του ο δικηγόρος της ενάγουσας αρχικά έκανε μία λεπτομερή αναδρομή στο ιστορικό της διαδικασίας στην παρούσα αγωγή και εισηγήθηκε ότι η διαδικασία βρίσκεται σε πολύ πρώιμο στάδιο αφού ακόμα δεν έχουν κλείσει τα δικόγραφα και ότι οι εναγόμενοι επέδειξαν καθυστέρηση στην όλη διαδικασία προκαλώντας κωλυσιεργία και απώλεια χρόνου. Επομένως, ήταν η θέση του κ. Παπαφιλίππου ότι το όλο ιστορικό της υπόθεσης καταρρίπτει τον ισχυρισμό των εναγομένων για παραβίαση του δικαιώματος τους για δίκαιη δίκη εντός εύλογου χρόνου. Ο κ. Παπαφιλίππου επεσήμανε ότι η ενάγουσα δεν επέδειξε καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος τροποποίησης και ότι αυτή δίνει πλήρη εξήγηση για τον χρόνο υποβολής αυτού. Ήταν η θέση του κ. Παπαφιλίππου ότι έστω και αν το Δικαστήριο κρίνει ότι η αίτηση καταχωρήθηκε καθυστερημένα, αυτός ο παράγοντας δεν μπορεί να είναι καθοριστικός καθότι αυτός συνυπολογίζεται με τους υπόλοιπους παράγοντες που καθιέρωσε η νομολογία και τόνισε ότι στην υπό κρίση περίπτωση δεν προκαλείται ζημιά στους εναγόμενους και ότι η οποιαδήποτε καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί τον διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα επίδικα ζητήματα που εγείρει. Ακολούθως, ο δικηγόρος της ενάγουσας ανέφερε ότι είναι ανεπίτρεπτο ο εναγόμενος 1 να εγείρει θέμα αντικανονικότητας της διαδικασίας που ακολουθήθηκε αναφορικά με το γεγονός ότι πρώτα έγινε η προσθήκη των εναγομένων, από τη στιγμή που η πλευρά του συγκατατέθηκε στο σχετικό αίτημα εκ μέρους της ενάγουσας, ενώ η θέση των υπολοίπων εναγομένων αναφορικά με την ορθότητα της διαδικασίας που η ενάγουσα έχει ακολουθήσει είναι νομικά εσφαλμένη. Ο κ. Παπαφιλίππου αναγνώρισε ότι με την αιτούμενη τροποποίηση εισάγεται νέα βάση αγωγής, όμως αυτός ο παράγοντας δεν οδηγεί από μόνος του σε απόρριψη της αίτησης. Ακολούθως ο κ. Παπαφιλίππου ισχυρίστηκε ότι η θέση του εναγόμενου 6 για την ταυτοσημία των αιτητικών της παρούσας αγωγής με την αγωγή αρ. 2300/2010 είναι παντελώς αβάσιμη και ανυπόστατη, και μάλιστα η πλευρά του εναγόμενου 6 απέκρυψε στοιχεία αναφορικά με την εν λόγω αγωγή, κάτι που δείχνει την κακοπιστία του και ότι ο μοναδικός σκοπός του είναι η παρακώλυση και κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Επομένως, ήταν η τελική εισήγηση του κ. Παπαφιλίππου ότι η ενάγουσα ενεργεί με καλή πίστη και ότι αυτή είναι μία κλασική περίπτωση όπου το Δικαστήριο οφείλει να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα τροποποίησης. Ο δικηγόρος των εναγομένων 1, 4, 5, 12 και 13, κατά τη δική του αγόρευση επεσήμανε και ανέπτυξε τα ακόλουθα θέματα. Το υφιστάμενο κλητήριο ένταλμα και η έκθεση απαίτησης αφορούν αποκλειστικά τον εναγόμενο 1 και δεν αποκαλύπτουν αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των εν λόγω εναγομένων, και έτσι δεν τίθεται θέμα τροποποίησης είτε του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος είτε της έκθεσης απαίτησης, καθότι το Δικαστήριο καλείται να δημιουργήσει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των εν λόγω εναγομένων σε αγωγή στην οποία δεν υφίσταται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον τους. Γι΄ αυτό ο κ. Τριανταφυλλίδης κάλεσε το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια δυνάμει της Δ.9 Θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και να διαγράψει τους εν λόγω εναγόμενους καθότι δεν υφίσταται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον τους. Ο κ. Τριανταφυλλίδης πρόσθεσε ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να εφαρμόσει τις πρόνοιες της Δ.25 από τη στιγμή που δεν υφίσταται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των εν λόγω εναγομένων. Δεν δικαιολογείται επαρκώς και/ή καθόλου η προβολή νέου αγώγιμου δικαιώματος και/ή αιτίας αγωγής στο στάδιο αυτό και/ή ουδεμία εξήγηση ή δικαιολογία προβάλλεται στην αίτηση είτε για την καθυστέρηση είτε για την αναγκαιότητα έγκρισης αυτής, και ως εκ τούτου ελλείπει το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης. Επί τούτου, ο κ. Τριανταφυλλίδης παρέπεμψε σε νομολογία για να υποστηρίξει τη θέση ότι η αλλαγή δικηγόρου δεν δικαιολογεί αφ΄ εαυτής την έγκριση της αίτησης. Τέλος, ο κ. Τριανταφυλλίδης ανέφερε ότι η αίτηση υποβάλλεται καθυστερημένα, ενώ τα γεγονότα ήταν εξ αρχής γνωστά στην ενάγουσα, μόνο ο εναγόμενος 1 ήταν διάδικος κατά το στάδιο του αιτήματος προσθήκης των εναγομένων 2-13 και απλώς δεν έφερε ένσταση σε αυτό, επιφυλάσσοντας πλήρως τα δικαιώματα του, και ότι η τροποποίηση θα οδηγήσει σε ανάπλαση της δίκης με την προσθήκη εντελώς νέων αιτιών αγωγής οι οποίες θα περιπλέξουν τη διαδικασία και θα καθυστερήσουν την εκδίκαση της υπόθεσης. Στη δική του αγόρευση ο δικηγόρος του εναγόμενου 6 υιοθέτησε την αγόρευση του δικηγόρου των υπολοίπων εναγομένων, προσθέτοντας ότι το κλητήριο ένταλμα και η έκθεση απαίτησης δεν αποκαλύπτουν αξίωση εναντίον του εναγόμενου 6 και επομένως δεν μπορεί να εισαχθεί αξίωση εναντίον του, και ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν υποστηρίζεται από επαρκή μαρτυρία και επιχειρείται με μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση, κάτι το οποίο παραβιάζει τα δικαιώματα του εναγόμενου 6 με βάση το άρθρο 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Τέλος, ο κ. Κυριακόπουλος ανέπτυξε το επιχείρημα για την ύπαρξη των δύο αγωγών εναντίον του εναγόμενου 6, κάτι το οποίο αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Η Δ.25 Θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών, στην οποία στηρίζεται η αίτηση, προνοεί ως ακολούθως: «
  4. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties.» Η αντίστοιχη Αγγλική πρόνοια είναι η Δ.28 Θ.
  5. Στο The Annual Practice 1958, σελ. 622, η γενική αρχή εκτίθεται ως εξής: «In Tildesley v. Harper, 10 Ch.D. pp.396, 397, Bramwell, L.J., said: "My practice has always been to give leave to amend unless I have been satisfied that the party applying was acting mala fide, or that, by his blunder, he had done some injury to his opponent which could not be compensated for by costs or otherwise". "However negligent or careless may have been the first omission, and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side. There is no injustice if the other side can be compensated by costs" (per Brett, M.R., Clarapede v. Commercial Union Association, 32 W.R. p.263; Weldon v. Neal, 19 Q.B. D. p.396; Australian Steam Navigation Co. v. Smith, 14 App. Cas. p.320; Hunt v. Rice & Son, 53 T.L.R.931, C.A.; and see the remarks of Bowen, L.J., Cropper v. Smith, 26 Ch.D. pp. 710, 711; of Lindley, L.J., Indigo Co. v. Ogilvy, [1891] 2 Ch.39,; and of Pollock, B., Steward v. North Metropolitan Tramways Co., 16 Q. B. D. p.180, and C.A. p.558). An amendment ought to be allowed if thereby "the real substantial question can be raised between the parties", and multiplicity of legal proceedings avoided.» Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του θέματος είναι πλούσια και ιδιαίτερα διαφωτιστική. Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι ότι η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμα εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 Α.Α.Δ. 11, και Χρίστου v. Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 704. Στην υπόθεση Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου & άλλης
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, λέχθηκε ότι η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με έξοδα. Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 223, η πιο πάνω αρχή περιορίστηκε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ. v. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, όπου τονίστηκε ότι το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης. Στο πλαίσιο της υπό κρίση αίτησης, το πρώτο θέμα που χρήζει εξέτασης είναι ο λόγος ένστασης που προβάλλεται από την πλευρά τόσο των εναγομένων 1, 4, 5, 12 και 13, όσο και του εναγόμενου 6, ότι δεν ακολουθήθηκε η ορθή διαδικασία αναφορικά με την τροποποίηση στην παρούσα αγωγή, καθότι η προσθήκη των εναγομένων 2-13 δεν μπορεί να προηγηθεί αλλά έπρεπε να ακολουθούσε την τροποποίηση της οπισθογράφησης του κλητηρίου εντάλματος. Το Δικαστήριο δεν υιοθετεί αυτή τη θέση, καθότι, ως γενική αρχή, είναι δυνατή η τροποποίηση του τίτλου της αγωγής με την προσθήκη των εναγομένων, η οποία ακολούθως καθιστά αναγκαία την τροποποίηση του κλητηρίου εντάλματος και της έκθεσης απαίτησης ούτως ώστε αυτά να συνάδουν με τα ονόματα των διαδίκων και την ιδιότητα αυτών με την οποία ενάγονται. Σχετικά παραπέμπω στο The Annual Practice 1958, σελ. 623, κάτω από τον τίτλο «Parties». Αναφορικά με την ουσία της υπό κρίση αίτησης, με μία προσεκτική ανάγνωση του περιεχόμενου του αρχικού κλητηρίου εντάλματος και του προτιθέμενου τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος, προκύπτει ξεκάθαρα ότι η βάση της απαίτησης της ενάγουσας εναντίον του εναγόμενου 1 και αυτή εναντίον των εναγομένων 2-13 είναι εντελώς διαφορετικές. Συγκεκριμένα, η βάση της απαίτησης της ενάγουσας εναντίον του εναγόμενου 1 αφορά παράβαση σύμβασης, παράβαση καθήκοντος επιμέλειας και εμπιστευτικότητας και παράβαση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, ενώ η βάση της απαίτησης της ενάγουσας εναντίον του εναγόμενου 1 και των υπολοίπων εναγομένων 2-13 αφορά εξαπάτηση της ενάγουσας και/ή συνομωσία των εναγομένων να προκαλέσουν ζημιά στην ενάγουσα και/ή συνομωσία με τη χρήση παράνομων μέσων και/ή ενεργειών, ιδιοποίηση κινητής ιδιοκτησίας της ενάγουσας και/ή αθέμιτο ανταγωνισμό και/ή επιζήμια ψευδολογία και/ή αδικαιολόγητο πλουτισμό και/ή παράνομη επέμβαση στην επιχείρηση της ενάγουσας και/ή πρόκληση παράβασης συμφωνίας και/ή παράνομη κατακράτηση και/ή κατοχή περιουσιακών στοιχείων και/η επέμβαση επί στοιχείων και/ή κινητής ιδιοκτησίας της ενάγουσας. Μάλιστα η πλευρά της ενάγουσας αναγνωρίζει ότι με την αιτούμενη τροποποίηση η ενάγουσα ζητά την προσθήκη νέας βάσης αγωγής, όμως ήταν η εισήγηση του δικηγόρου της ενάγουσας, κατά την αγόρευση του, ότι αυτό από μόνο του δεν οδηγεί σε απόρριψη της αίτησης για τροποποίηση. Η υπό κρίση περίπτωση παρουσιάζει μία ιδιαιτερότητα αναφορικά με αυτό το θέμα. Με την αιτούμενη τροποποίηση η νέα βάση αγωγής που επιχειρείται να εισαχθεί από την πλευρά της ενάγουσας δεν αφορά μόνο τον υφιστάμενο διάδικο, δηλαδή τον εναγόμενο 1, αλλά εδώ επιδιώκεται η προσθήκη νέας βάσης αγωγής που αφορά όλους τους εναγόμενους. Με αυτόν τον τρόπο η πλευρά της ενάγουσας ουσιαστικά επιδιώκει να δημιουργήσει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των εναγομένων 2-13, καθότι η αρχική βάση αγωγής που περιέχεται στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα δεν αφορά τους εν λόγω εναγόμενους αλλά περιορίζεται στον εναγόμενο 1. Επομένως, με την αιτούμενη τροποποίηση η ενάγουσα επιδιώκει τη συνέχιση της αγωγής εναντίον του εναγόμενου 1, ως έχει, με την προσθήκη κάποιων επιπρόσθετων αξιώσεων εναντίον αυτού, και ταυτόχρονα τη δημιουργία αγώγιμου δικαιώματος εναντίον των υπολοίπων εναγομένων. Οι υποθέσεις στις οποίες ο δικηγόρος της ενάγουσας στηρίχθηκε προς υποστήριξη της πιο πάνω θέσης του διαφοροποιούνται από τα δεδομένα της υπό κρίση περίπτωσης. Στις εν λόγω υποθέσεις Χρίστου v. Στυλιανού
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 704, Saba & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, και Κώστας Παφίτης &Υιοί Λτδ v. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Πολ. Έφεση αρ. 402/2009, ημερ. 25.4.2012, οι αιτούμενες τροποποιήσεις αφορούσαν τους υφιστάμενους διάδικους και υπήρχε ήδη βάση αγωγής εναντίον των εναγομένων. Από τη στιγμή που με την υπό κρίση αίτηση ουσιαστικά επιζητείται η δημιουργία αγώγιμου δικαιώματος και βάσης αγωγής εναντίον των εναγομένων 2-13, οι οποίοι προστέθηκαν στον τίτλο της αγωγής χωρίς όμως να υφίσταται οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον τους, θεωρώ ότι στην υπό κρίση περίπτωση δεν τίθεται θέμα τροποποίησης της οπισθογράφησης του κλητηρίου εντάλματος και κατ΄ επέκταση της εφαρμογής της Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η Δ.25 και η προβλεπόμενη σε αυτή χορήγηση άδειας του Δικαστηρίου για τροποποίηση δικογράφων ισχύει στις περιπτώσεις όπου υπάρχει ήδη αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του διαδίκου και όχι όπου υπάρχει μεν διάδικος εναντίον του οποίου όμως δεν υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα. Η δημιουργία αγώγιμου δικαιώματος εναντίον κάποιου εναγόμενου δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσω της αίτησης τροποποίησης, αλλά μέσω της καταχώρησης νέας αγωγής. Το γεγονός ότι η επιδιωκόμενη βάση απαίτησης αφορά τόσο τους νέους εναγόμενους όσο και τον υφιστάμενο εναγόμενο δεν διαφοροποιεί την πιο πάνω θέση του Δικαστηρίου. Ούτε και το γεγονός ότι με την αιτούμενη τροποποίηση ζητείται διάταγμα αναφορικά με τους εναγόμενους 2-13, όπως αυτό αναφορικά με τον εναγόμενο 1, που να απαγορεύει στους εν λόγω εναγόμενους να χρησιμοποιούν ή αποκαλύπτουν οποιεσδήποτε εμπιστευτικές πληροφορίες που ανήκουν στην ενάγουσα, να προβαίνουν σε επιβλαβείς δηλώσεις σχετικά με την ενάγουσα και να χρησιμοποιούν ή αποκαλύπτουν οποιοδήποτε αντίγραφο σε οποιαδήποτε μορφή ηλεκτρονικών προγραμμάτων που ανήκουν στην ενάγουσα και περιέχονται στον συνημμένο κατάλογο, μεταβάλλει την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου. Αυτή η θεραπεία αποτελεί μία από τις αξιώσεις της ενάγουσας εναντίον των εναγομένων και είναι παρεμφερής με τις βασικές αξιώσεις εναντίον των εναγομένων, οι οποίες, όπως επισημαίνεται πιο πάνω, είναι παντελώς ξεχωριστές και καινούργιες σε σχέση με τις υφιστάμενες εναντίον του εναγόμενου
  1. Δεν μου διαφεύγει ότι στην αρχική έκθεση απαίτησης που καταχωρήθηκε εναντίον του εναγόμενου, γίνεται αναφορά στους εναγόμενους 2-13, την ιδιότητα τους σε σχέση με την ενάγουσα και ακόμα την εμπλοκή τους σε σχέση με τον εναγόμενο
  2. Όμως, αυτοί οι ισχυρισμοί της ενάγουσας προβάλλονται καθ΄ όσον αφορούν μόνο την απαίτηση της εναντίον του εναγόμενου 1 και ουδόλως αποτελούν τη βάση για απαίτηση της ενάγουσας εναντίον των υπολοίπων εναγομένων, η οποία προκύπτει για πρώτη φορά με την αιτούμενη τροποποίηση της οπισθογράφησης του κλητηρίου εντάλματος, και που δεν είναι επιτρεπτή στο πλαίσιο της αιτούμενης τροποποίησης σύμφωνα με όσα αναφέρονται πιο πάνω. Στο σημείο αυτό, κρίνω σκόπιμο να σχολιάσω ότι η πλευρά της ενάγουσας προβάλλει ως μόνη αιτιολογία για την αναγκαιότητα της αιτούμενης τροποποίησης την αποκρυστάλλωση των απαιτήσεων της ενάγουσας και την παρουσίαση ενώπιον του Δικαστηρίου όλων των πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης. Η ενάγουσα δεν δίνει οποιαδήποτε άλλη και/ή επαρκή εξήγηση για την αναγκαιότητα της αιτούμενης τροποποίησης και ειδικότερα για την αναγκαιότητα της περίληψης της εν λόγω αξίωσης της ενάγουσας εναντίον όλων των εναγομένων στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής. Ο ισχυρισμός του κ. Γεωργιάδη στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση, ότι τυχόν απόρριψη της αίτησης στερεί την ενάγουσα από την ορθή παρουσίαση της υπόθεσης της είναι γενική και αόριστη, και παραμένει ατεκμηρίωτη, καθότι η ενάγουσα μπορεί να προωθήσει την παρούσα αγωγή εναντίον του εναγόμενου 1 και να εγείρει νέα αγωγή εναντίον όλων των εναγομένων 1-
  3. Άλλωστε, ο κ. Γεωργιάδης δεν επικαλείται αδυναμία της ενάγουσας να εγείρει νέα αγωγή εναντίον των εναγομένων με τις νέες αξιώσεις της εναντίον αυτών. Επομένως, πέραν της βασικής διαπίστωσης του Δικαστηρίου ότι η υπό κρίση αίτηση δεν μπορεί να εγκριθεί καθότι δεν τίθεται θέμα τροποποίησης στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, το Δικαστήριο θεωρεί ότι η πλευρά της ενάγουσας παρέλειψε να θέσει ενώπιον του το αναγκαίο υπόβαθρο για να δικαιολογήσει επαρκώς το αίτημα της για τροποποίηση. Εν όψει της εν λόγω κατάληξης του Δικαστηρίου, η πλευρά των εναγομένων 1, 4, 5, 12 και 13 ζήτησε τη διαγραφή των εν λόγω εναγομένων δυνάμει των προνοιών της Δ.9 Θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Θεωρώ ότι το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εξετάσει αυτό το ζήτημα λόγω της φύσης του αιτήματος και της κλίμακας της αγωγής, για το οποίο εν πάση περιπτώσει η πλευρά των εν λόγω εναγομένων επεφύλαξε το δικαίωμα της να προβεί σε ξεχωριστή αίτηση προς τούτο. Τέλος, αναφέρω ότι η αιτούμενη τροποποίηση αναφορικά με την προσθήκη αξιώσεων εναντίον του εναγόμενου 1, και ειδικότερα ως το αιτητικό (viii) της αίτησης, δεν μπορεί να εγκριθεί καθότι, στο πλαίσιο της υπό κρίση αίτησης, η πλευρά της ενάγουσας δεν διαχώρισε οποιοδήποτε μέρος του αιτητικού αυτής αλλά προώθησε την αίτηση στο σύνολο της, και ακόμα το εν λόγω αιτητικό αφορά και μέρος των αξιώσεων που αφορούν τη νέα βάση αγωγής αναφορικά με όλους τους εναγόμενους και όχι μόνο τον συγκεκριμένο εναγόμενο, εφόσον σε αυτό γίνεται αναφορά σε ανέντιμη βοήθεια εκ μέρους του εναγόμενου
  4. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, καταλήγω ότι η παρούσα αίτηση δεν μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται εις βάρος της ενάγουσας- αιτήτριας και υπέρ των εναγομένων 1, 4, 5, 12 και 13 - καθ΄ ων η αίτηση, και υπέρ του εναγόμενου 6 - καθ΄ ου η αίτηση. (Υπ.) ........... Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Πολιτική / Ενδιάμεση Απόφαση Αναφορά: Τροποποίηση οπισθογράφησης κλητηρίου εντάλματος cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.