← Κύπρος

Στέλιου Μαρκίδη ν. Μυριάνθη Πιδία, Αρ. Αγωγής: 2810/10, 11/6/2013

Στέλιου Μαρκίδη ν. Μυριάνθη Πιδία, Αρ. Αγωγής: 2810/10, 11/6/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A161 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 2810/10 Μεταξύ: Στέλιου Μαρκίδη, από την Λεμεσό Ενάγοντα και Μυριάνθη Πιδία την Λεμεσό Εναγόμενης Ημερομηνία: 11.6.13 Εμφανίσεις: Για την Εναγόμενη / Αιτήτρια: κ. Μ. Κονής για κκ Π. Α. Λεωνίδου & Σία Για τον Ενάγοντα / Καθ' ου η αίτηση: κ. Στέφανος Αγιομαμίτης για κ. Φ. Τσαγκαρίδη -------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την έκδοση της παρούσης απόφασης αποτέλεσε αίτηση που υποβλήθηκε από την Εναγόμενη / Αιτήτρια με την οποία ζητεί τον παραμερισμό της εναντίον της εκδοθείσας απόφασης ημερομηνίας 16.9.10 καθώς και αναστολή της εκτέλεσης της μέχρι εκδίκασης της αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Όπως προκύπτει από τον φάκελο της υπόθεσης η απόφαση της οποίας ζητείται ο παραμερισμός εκδόθηκε κατόπιν αίτησης η οποία υποβλήθηκε από τον Ενάγοντα / Καθ' ου η αίτηση στις 3.8.10 και με την οποία ζητείτο απόφαση υπέρ του και εναντίον της Αιτήτριας λόγω παράλειψης καταχώρησης από την Αιτήτρια σημειώματος εμφάνισης δυνάμει της Διάταξης 17 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Η υπό κρίση αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση του Καθ' ου η αίτηση. Η Δ.48, θ.4

(1)των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας προβλέπει πως όταν ένα πρόσωπο στο οποίο επιδίδεται αίτηση προτίθεται να ενστεί οφείλει τουλάχιστον δύο ημέρες πριν την ημερομηνία κατά την οποία η αίτηση ορίζεται για πρώτη εμφάνιση να καταχωρήσει ειδοποίηση αυτής της πρόθεσής του και να αφήσει αντίγραφο της στην διεύθυνση επίδοσης του αιτητή. Η υπό κρίση αίτηση ορίσθηκε από το Πρωτοκολλητείο για πρώτη εμφάνιση στις 6.11.12. Ο Καθ' ου η αίτηση δεν είχε καταχωρήσει την ένστασή του εντός του χρόνου που προβλέπει ο πιο πάνω θεσμός. Στις 22.11.12, ημερομηνία κατά την οποία η υπό κρίση αίτηση ορίσθηκε για οδηγίες από το Δικαστήριο, ο δικηγόρος που εμφανίσθηκε για τον Καθ' ου η αίτηση ζήτησε την άδεια του Δικαστηρίου για να καταχωρήσει ένσταση εκ μέρους του Καθ' ου η αίτηση, αίτημα στο οποίο η πλευρά της Αιτήτριας δεν ενέστη. Το Δικαστήριο υπό το φως των εξουσιών που του παρέχονται από την Δ.57, θ.2 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας ενέκρινε το αίτημα. Όρισε την υπό κρίση αίτηση για οδηγίες στις 20.12.12 και έδωσε οδηγίες όπως η ένσταση καταχωρηθεί επτά μέρες προηγουμένως. Ο Καθ' ου η αίτηση δεν καταχώρησε την Ένστασή του εντός της πιο πάνω προθεσμίας. Η Ένσταση καταχωρήθηκε στις 18.12.12 κατά παράβαση των οδηγιών του Δικαστηρίου και εκπρόθεσμα. Οι συνέπειες από την εκπρόθεσμη καταχώρηση της ένστασης θα πρέπει να εξετασθούν. Στην υπόθεση Μαίρη Α. Αθανασιάδη ν. Ηρώς Αλεξάνδρου
(1991)1 ΑΑΔ 945 η εφεσίβλητη / ενάγουσα καταχώρησε αίτηση για να δοθούν οδηγίες για διεξαγωγή επιτόπιας έρευνας. Η αίτηση καταχωρήθηκε την ενδέκατη ημέρα μετά την ημερομηνία κατά την οποία οι γραπτές προτάσεις θεωρούνταν ότι είχαν κλείσει και, κατά συνέπεια, ήταν εκπρόθεσμη κατά μία ημέρα, διότι σύμφωνα με την Δ.30, θ.1(β) των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας αυτή θα έπρεπε να είχε υποβληθεί μέσα σε δέκα μέρες από το κλείσιμο των γραπτών προτάσεων. Η εφεσείουσα / εναγόμενη στην ένστασή της που καταχώρησε στην πιο πάνω αίτηση ήγειρε, μεταξύ άλλων, το θέμα του εκπρόθεσμου της αίτησης και επέμενε στο θέμα αυτό μέχρι τέλους. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού έκρινε ότι η εκπρόθεσμη κατάθεση της αίτησης ήταν απλή παρατυπία και όχι θεμελιώδες ελάττωμα που επέφερε ακυρότητα, προχώρησε στην εξέταση της ουσίας της αίτησης και εξέδωσε διάταγμα για επιτόπια έρευνα. Το Εφετείο αποφάσισε ότι το γεγονός ότι η εκπρόθεσμη κατάθεση της αίτησης ήταν μια απλή παρατυπία και όχι θεμελιώδες ελάττωμα που οδηγούσε σε ακυρότητα της όλης διαδικασίας δεν εσήμαινε αυτόματα και την ανοχή της παρατυπίας. Εφόσο η εφεσίβλητη επέμενε στην ένστασή της και δεν συνέτρεχαν οποιοιδήποτε λόγοι που να καταδεικνύουν ότι εθεωρείτο ότι είχε παραιτηθεί ή εκωλύετο να προβάλει την ένστασή της η αίτηση έπρεπε να είχε απορριφθεί σαν εκπρόθεσμη, και δεν υπήρχε οποιοδήποτε περιθώριο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.64 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Λέχθηκαν συγκεκριμένα τα ακόλουθα: «Η κατάταξη μιας παράβασης των κανονισμών στην κατηγορία των παρατυπιών που μπορούν να θεραπευθούν δεν σημαίνει αυτόματα και ανοχή της. Οι κανονισμοί είναι θεσπισμένοι για να τηρούνται. Ειδικά σε ό,τι αφορά τις προθεσμίες επανηλειμμένα τονίστηκε η ανάγκη τήρησής τους. (Βλ. μεταξύ άλλων The Attorney- General Cooperative Carob Marketing Society Ltd v. Lufti Kiamil and Another
(1973)1 CLR
  1. *Βλ. και Sheldon v. Brown etc Ltd [1953] 2 All ER
  2. H παρέλευση μιας προθεσμίας που προβλέπουν οι κανονισμοί δεν είναι βέβαια μοιραία. Η Δ.57 κ.2 προσδιορίζει τον τρόπο για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Κάθε διάδικος μπορεί πρίν από την πάροδο της προθεσμίας αλλά και μετά από αυτή να υποβάλει αίτηση για την παράταση της. * Η Δ.64 δεν είναι εναλλακτικός τρόπος για την εξασφάλιση τέτοιου αποτελέσματος. Θα λέγαμε ότι η Δ.64 προσφέρει διορθωτική δυνατότητα στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η εκ των υστέρων διαπίστωση μιας παρατυπίας δεν θα ήταν ενδεδειγμένο, μέσα στα πλαίσια του συνόλου των περιστατικών, να αφεθεί να οδηγήσει σε ακύρωση της διαδικασίας. Έτσι, νοουμένου ότι δεν παρεμποδίζεται ένας διάδικος από του να επικαλεστεί μια παρατυπία είτε επειδή καθυστέρησε να το κάμει είτε επειδή έκαμε άλλα διαδικαστικά διαβήματα μετά τη γνώση της παρατυπίας, (Βλ. Δ.64 κ. 2), το Δικαστήριο, ασκώντας την διακριτική του εξουσία, μπορεί, αντί να ακυρώσει τη διαδικασία, να διατάξει τροποποίηση ή να επιλέξει άλλο κατάλληλο χειρισμό. Στην παρούσα περίπτωση δεν μπορεί να γίνεται λόγος για καθυστέρηση από την πλευρά της εφεσείουσας να εγείρει το θέμα ή για νέα βήματα στη διαδικασία. Αμέσως μετά την επίδοση της εκπρόθεσμης αίτησης η εφεσείουσα είχε εγείρει το θέμα. Θα αναμέναμε ότι κάτω από αυτές τις συνθήκες η εφεσίβλητη θα απέσυρε την αίτηση προκειμένου να προηγηθεί η προβλεπόμενη διαδικασία για την εξασφάλιση παράτασης της προθεσμίας. Η εφεσίβλητη όμως απλώς προώθησε την αίτησή της υποστηρίζοντας ουσιαστικά πως η παρατυπία θα έπρεπε να αγνοηθεί μιας και δεν καθιστούσε άκυρη την αίτηση. Η Δ.64 αφήνει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου το κατά πόσο θα ακυρώσει μια παράτυπη διαδικασία *Βλ. και Eleftheriades and another v. Mavrellis and another
(1985)1 CLR 440, αναφορικά με ανάλογη συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου. ή το κατά πόσο θα επιτρέπει κάποια τροποποίηση ή θα επιλέξει άλλο χειρισμό. Η άσκηση διακριτικής εξουσίας προϋποθέτει στάθμιση δεδομένων. Στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει ο,τιδήποτε πέρα από το ότι η αιτήτρια επέμενε στην προώθηση μιας εκπρόθεσμης αίτησης. Δεν υπήρχε οποιοσδήποτε λόγος που θα μπορούσε να δικαιολογήσει τη διάσωση της αίτησης αυτής. Η αίτηση θα έπρεπε να είχε απορριφθεί ως εκπρόθεσμη. Σε τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο θα μπορούσε στα πλαίσια αίτησης για παράταση της προθεσμίας, ασκώντας τη διακριτική του εξουσία, να θεωρήσει ως σχετικούς παράγοντες τόσο το γεγονός ότι είχε παρέλθει ελάχιστος χρόνος από την εκπνοή της προθεσμίας όσο και τις πρόνοιες της Δ.30 κ.7. Θα προσθέταμε όμως πως με κανένα τρόπο δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η Δ.30 κ.7 αποδυναμώνει τη Δ.30 κ.2 ως προς την οριζόμενη προθεσμία ή ότι εισάγει μηχανισμούς άλλους από εκείνους που προβλέπονται από τους κανονισμούς». Στην αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Αιτήτριας δεν γίνεται καμία απολύτως αναφορά στο εκπρόθεσμο της καταχώρησης της Ένστασης του Καθ' ου η αίτηση. Η ευπαίδευτη συνήγορος δεν ήγειρε το θέμα αυτό κατά την αγόρευσή της ούτε και ανέφερε ότι για τον πιο πάνω λόγο έχει ένσταση στο να ληφθεί υπόψη η Ένσταση. Συναφώς δεν κάλεσε το Δικαστήριο να μην λάβει υπόψη το περιεχόμενο της ένστασης. Συνάγεται από τα πιο πάνω ότι η πλευρά του Καθ' ου η αίτηση παραιτήθηκε από το δικαίωμά της να εγείρει το θέμα του εκπρόθεσμου της καταχώρησης της Ένστασης με αποτέλεσμα να μπορεί να θεωρηθεί ότι ουδεμία ένσταση έχει στην εκπρόθεσμη καταχώρηση της. Στην υπόθεση Μαίρη Α. Αθανασιάδη ν. Ηρώς Αλεξάνδρου
(1991)1 ΑΑΔ 945, που πιο πάνω μνημονεύεται, είδαμε ότι σημαντικός παράγοντας για την απόφαση του Εφετείου αποτέλεσε το γεγονός ότι η πλευρά της εφεσίβλητης είχε ένσταση στην εκπρόθεσμη καταχώρηση της αίτησης και επέμεινε στο παράτυπο της μέχρι τέλους. Στην υπό εξέταση περίπτωση δεν συντρέχει κάτι τέτοιο. Στην αγόρευσή της κατά την οποία και είχε την δυνατότητα να εγείρει το ζήτημα του εκπρόθεσμου της καταχώρησης της Ένστασης η ευπαίδευτη συνήγορος της Αιτήτριας ουδέν παράπονο ή ένσταση εξέφρασε επί του ζητήματος τούτου. Υπό το φως των δοσμένων περιστάσεων θεωρώ ότι η μη συμμόρφωση του Καθ' ου η αίτηση στο διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 22.11.12 θεραπεύθηκε με την εκ των υστέρων συμπεριφορά της Αιτήτριας όπως αυτή πιο πάνω περιγράφηκε. Σημαντική επί του προκειμένου είναι και η απόφαση του Λόρδου Denning στην Αγγλική υπόθεση McFoy v. United Africa Co. Ltd
(1961)All E R 1169 στην οποία έγινε αναφορά στην Μαίρη Α. Αθανασιάδη, που πιο πάνω μνημονεύεται. Στην υπόθεση εκείνη ο ενάγων είχε καταχωρήσει την έκθεση απαίτησής του αντικανονικά, ήτοι κατά την διάρκεια των διακοπών, χωρίς να εξασφαλίσει προηγουμένως την αναγκαία άδεια. Ο εναγόμενος παρέλειψε να καταχωρήσει υπεράσπιση και εκδόθηκε απόφαση εναντίον του. Στα πλαίσια αίτησης του εναγομένου για παραμερισμό της απόφασης υποστηρίχτηκε ότι το βάθρο στο οποίο είχε στηριχθεί η έκδοση της απόφασης ήταν ανύπαρκτο. Ο Λόρδος Denning, αφού εξήγησε τις επιπτώσεις ανάλογα με το κατά πόσο μια διαδικασία είναι απλώς παράτυπη ή άκυρη από την αρχή, υιοθέτησε ως μέθοδο διάκρισης μεταξύ των δύο το κατά πόσο θα ήταν δίκαιο διάδικος που παραιτήθηκε από το δικαίωμά του να εγείρει θέμα σε σχέση με υπάρχον ελάττωμα ή που έκαμε νέα βήματα στη διαδικασία αφότου το ελάττωμα περιήλθε σε γνώση του μπορεί να παραπονείται γι' αυτό εκ των υστέρων. Με βάση το πιο πάνω κριτήριο θεωρήθηκε ότι η καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης ήταν απλώς αντικανονική και πως η παρατυπία θεραπεύθηκε από τους μετέπειτα χειρισμούς του εναγομένου. Το Εφετείο θεώρησε ανάλογη και την περίπτωση στην υπόθεση Nigerian Produce v. Sonora Shipping
(1979)1 CLR 409 στην οποία λέχθηκε ότι παρά τις πρόνοιες των κανονισμών σύμφωνα τους οποίους κανένα κλητήριο ένταλμα δεν παραμένει σε ισχύ μετά την πάροδο 12 μηνών από την έκδοσή του η επίδοσή του μετά την περίοδο αυτή χωρίς προηγουμένως να έχει εξασφαλισθεί παράτασή της ισχύος του αποτελεί απλή παρατυπία που μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει θεραπευθεί με την καταχώρηση εμφάνισης χωρίς όρους. Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στην Δ.5, θ.1, 2, 6, Δ.17, θ.10, και Δ.48, θ.1-3 και 9(h) των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν. 14/60, όπως τροποποιήθηκε, άρθρα 32 και 47, στο άρθρο 30 του Συντάγματος και στις συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από ένορκο δήλωση της Αιτήτριας. Σύμφωνα με την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση η υπεράσπιση της Αιτήτριας έγκειται στο ότι αυτή ουδέποτε υπέγραψε γραμμάτιο ή έγγραφη αναγνώριση χρέους ή το έγγραφο που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Καθ' ου η αίτηση στην Έκθεση Απαίτησής του αυτή υπέγραψε στις 5.12.09. Συνεπώς δεν οφείλει στον Καθ' ου η αίτηση το ποσό των Ευρώ 32.000,00 σεντ. Ό,τι δε υποψιάζεται είναι ότι το αναφερόμενο στην Έκθεση Απαίτησης γραμμάτιο υπεγράφη από τον σύζυγό της ο οποίος γνωρίζει τον Καθ' ου η αίτηση. Όπως πληροφορήθηκε ο Καθ' ου η αίτηση έχει πρακτορείο στοιχημάτων. Υποψιάζεται ότι ο σύζυγός της χρωστά στον Καθ' ου η αίτηση και ότι αυτός υπέγραψε το γραμμάτιο εν αγνοία της. Η ίδια δεν γνωρίζει τον Καθ' ου η αίτηση, ούτε και τα πρόσωπα που φαίνονται στο γραμμάτιο ως μάρτυρες. Το βέβαιο είναι ότι δεν υπέγραψε οποιοδήποτε γραμμάτιο στην παρουσία τους. Για το θέμα που προέκυψε αποτάθηκε στην Αστυνομία μια εβδομάδα πριν την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης και έκανε καταγγελία. Οι δικηγόροι της την συμβουλεύουν ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή. Δεν γνώριζε για την αγωγή που καταχωρήθηκε εναντίον της αφού αυτή επιδόθηκε στον σύζυγό της ο οποίος και την παρέλαβε για την ίδια. Ο σύζυγός της της απέκρυψε το γεγονός της επίδοσης. Για την αγωγή και την απόφαση που εκδόθηκε στις 16.9.10 έμαθε μόλις πρόσφατα όταν της επιδόθηκε η Ειδοποίηση Πτώχευσης με αριθμό 661/12, από τώρα και στο εξής «η Ειδοποίηση Πτώχευσης». Αυτός είναι ο λόγος που δεν προέβη σε οποιαδήποτε διαβήματα ενωρίτερα. Σημειώνεται ότι η Αιτήτρια δεν αμφισβητεί το νομότυπο της επίδοσης της αγωγής. Πράγματι, από την ένορκο δήλωση επίδοσης του ιδιώτη επιδότη, η οποία καταχωρήθηκε για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης εναντίον της Αιτήτριας στα πλαίσια της αίτησης ημερομηνίας 3.8.10 και βρίσκεται στον φάκελο του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι η αγωγή επιδόθηκε στις 21.6.10 στον σύζυγο της Αιτήτριας, Νίκο Πιδιά, ο οποίος είναι συγκάτοικος. Η επίδοση συμμορφούται, λοιπόν, με τις πρόνοιες της Διάταξης 5, θεσμός 2
(1)των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Είναι η θέση της Αιτήτριας ότι είναι ορθό και δίκαιο και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως η υπό κρίση αίτηση εγκριθεί για να μπορέσει να υπερασπισθεί τον εαυτό της. Στην Ειδοποίηση Ένστασης του Καθ' ου η αίτηση εκτίθενται οκτώ λόγοι ένστασης. Η Ειδοποίηση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του Κωνσταντίνου Γρηγορίου ο οποίος είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων του Καθ' ου η αίτηση και δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Καθ' ου η αίτηση να προβεί στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση. Χειρίσθηκε προσωπικά την παρούσα υπόθεση και γνωρίζει καλά και προσωπικά τα γεγονότα μετά την έκδοση της απόφασης κατά το στάδιο της εκτέλεσης αφού είχε προβεί για λογαριασμό του Καθ' ου η αίτηση σε διάφορα μέτρα εκτέλεσης και είχε διάφορες συνομιλίες με την Αιτήτρια και τον σύζυγό της. Στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την Ειδοποίηση Ένστασης αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: ο Καθ' ου η αίτηση πριν την καταχώρηση της Ειδοποίησης Πτώχευσης είχε καταχωρήσει ένταλμα κινητών με αριθμό σιέριφ 2317/11 και αριθμό εντάλματος 044303 ημερομηνίας 30.8.11 το οποίο δεν εκτελέσθηκε με την δικαιολογία ότι η Αιτήτρια στερείτο κινητής περιουσίας. Ακολουθεί ότι η Αιτήτρια γνώριζε για την έκδοση της απόφασης εναντίον της πολύ πριν την επίδοση σε αυτήν της Ειδοποίησης Πτώχευσης και συγκεκριμένα εδώ και 1 ½ χρόνο οπότε και είχε ειδοποιηθεί σχετικά από τον δικαστικό επιδότη. Η Αιτήτρια επέδειξε υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της υπό κρίση αίτησης της τάξης των 2 ετών και πλέον αφού η αγωγή καταχωρήθηκε 2 ½ χρόνια πριν, αυτή της επιδόθηκε κανονικά και έλαβε γνώση για την εναντίον της εκδοθείσα απόφαση τουλάχιστον από της καταχώρησης του εντάλματος κινητών. Επίσης, η Αιτήτρια δεν αντέδρασε ούτε και όταν ο Καθ' ου η αίτηση στις 25.10.10 δυνάμει της εναντίον της εκδοθείσας απόφασης καταχώρησε το ΜΕΜΟ με αριθμό 2119/10 στο Κτηματολόγιο Λεμεσού. Αντέδρασε μόνο όταν εναντίον της καταχωρήθηκε και της επιδόθηκε η Ειδοποίηση Πτώχευσης. Σημειώνεται ότι μετά την καταχώρηση του πιο πάνω ΜΕΜΟ ο Καθ' ου η αίτηση επικοινώνησε με τον κύριο Γρηγορίου δίδοντάς του οδηγίες να μην προχωρήσει με μέτρα εκτέλεσης για ορισμένο χρονικό διάστημα καθότι η πλευρά της Αιτήτριας του είχε ζητήσει παράταση χρόνου για να διευθετήσει το εξ' αποφάσεως χρέος. Επειδή είχε παρέλθει ένας ολόκληρος χρόνος χωρίς να υπάρξει οποιαδήποτε ανταπόκριση από την πλευρά της Αιτήτριας ο Καθ' ου η αίτηση προχώρησε με το πιο πάνω αναφερόμενο ένταλμα κινητών. Μετά την καταχώρηση του πιο πάνω εντάλματος κινητών η Αιτήτρια και ο σύζυγός της επικοινώνησαν τηλεφωνικώς με τον κύριο Γρηγορίου ζητώντας του να μην προχωρήσουν σε άλλα μέτρα εκτέλεσης εναντίον τους καθότι αντιμετώπιζαν οικονομικές δυσκολίες. Οι πιο πάνω είχαν επικοινωνήσει και με τον Καθ' ου η αίτηση ο οποίος ανέφερε στον κύριο Γρηγορίου ότι είχε αποδεχθεί να τους δώσει ακόμα μερικούς μήνες παράταση. Μετά την παρέλευση ακόμη ενός χρόνου η πλευρά του Καθ' ου η αίτηση προχώρησε με την καταχώρηση της Ειδοποίησης Πτώχευσης. Μετά την επίδοσή της προς την Αιτήτρια η τελευταία επικοινώνησε με τον κύριο Γρηγορίου τηλεφωνικώς αναφέροντάς του, μεταξύ άλλων, ότι δεν ήθελε να πτωχεύσει και ότι θα έκανε ό,τι μπορούσε για να αποφύγει την πτώχευση. Ενώ, επίσης, στην αρχή της συνομιλίας τους η Αιτήτρια ανέφερε στον κύριο Γρηγορίου ότι δεν γνώριζε τον Καθ' ου η αίτηση, στην συνέχεια ανέφερε ότι ο Καθ' ου η αίτηση δήθεν είχε αναφέρει παλαιότερα σε αυτήν και τον σύζυγό της ότι δεν θα έκανε οποιεσδήποτε ενέργειες σε σχέση με το εξ' αποφάσεως χρέος, κάτι το οποίο ο Καθ' ου η αίτηση αρνείται κατηγορηματικά. η επίδοση της αγωγής είναι καθόλα νομότυπη και σύμφωνα με τους Κανονισμούς. Άλλωστε η Αιτήτρια δεν ισχυρίζεται ούτε και πρόβαλε οποιουσδήποτε λόγους που να καθιστούν την επίδοση της αγωγής άκυρη και/ή αντικανονική. Ο ισχυρισμός δε της Αιτήτριας ότι ο σύζυγός της δεν την είχε ενημερώσει για την επίδοση της αγωγής δεν είναι πειστικός, αφού η Αιτήτρια ουδεμία αναφορά κάνει στις σχέσεις της με τον σύζυγό της, προφανώς, γιατί αυτές είναι άριστες, κάτι το οποίο δεν θα εξυπηρετούσε τους κακόπιστους σκοπούς τους οποίους επιδιώκει να προωθήσει με την αίτησή της. Περαιτέρω, και αν ακόμα οι ισχυρισμοί της περί μη κοινοποίησης σε αυτήν της επίδοσης της αγωγής στον σύζυγό της είναι αληθείς η οποιαδήποτε ασυνεννοησία μεταξύ της Αιτήτριας και του συζύγου της δεν αφορά τον Καθ' ου η αίτηση ή το Δικαστήριο. Με την τελευταία θέση θα διαφωνήσω. Αν η Αιτήτρια δεν έλαβε γνώση της αγωγής ο ισχυρισμός αυτός εν' όψει της Νομολογίας καθίσταται το πρωταρχικό ζήτημα που πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο. Και αυτό γιατί σύμφωνα με την απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Ανδρέα Μιχαήλ
(2003)1 ΑΑΔ 1044 το δικαίωμα κάθε ατόμου να λαμβάνει γνώση της δικαστικής διαδικασίας που τον αφορά και να ακούεται σε αυτήν είναι αυτονόητο και αυτόδηλο. Αν ο εναγόμενος δεν έλαβε γνώση της δικαστικής διαδικασίας που κινήθηκε εναντίον του, τότε έχει καθαρό δικαίωμα παραμερισμού της απόφασης για να προβάλει την όποια υπεράσπισή του. η Αιτήτρια δεν αποκάλυψε εκ πρώτης όψεως βάσιμη και καλή υπεράσπιση. Ενισχυτικό τούτου είναι ότι πριν την καταχώρηση της παρούσης αγωγής είχε καταβάλει έναντι του επίδικου γραμματίου ποσό Ευρώ 2.700,00 σεντ όπως αναφέρεται και στην Έκθεση Απαίτησης αναγνωρίζοντας έτσι την ύπαρξή του και την οφειλή της η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε κακόπιστα και καταχρηστικά με μοναδικό σκοπό την καθυστέρηση της πτωχευτικής διαδικασίας. Στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση επισυνάπτονται τα ακόλουθα έγγραφα ως τεκμήρια:
  1. απόδειξη εγγραφής δικαστικής απόφασης του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού με αριθμό 729807 και ημερομηνία 25.10.10 - Τεκμήριο 1 και
  2. αντίγραφο επιστολής του δικαστικού επιδότη προς τους δικηγόρους του Καθ' ου η αίτηση ημερομηνίας 31.10.11 - Τεκμήριο
  3. Σύμφωνα με την εν λόγω επιστολή το ένταλμα κινητών που εκδόθηκε στην παρούσα αγωγή στις 31.8.11 δεν εκτελέσθηκε για τον λόγο ότι η Αιτήτρια στερείτο κινητής περιουσίας στην δοθείσα διεύθυνση. Υπό το φως όλων των πιο πάνω είναι η πεποίθηση του κύριου Γρηγορίου ότι η Αιτήτρια δεν κατέδειξε καλή υπεράσπιση, ούτε και σοβαρό λόγο για την παράλειψή της να εμφανισθεί. Ως εκ τούτου η υπό κρίση θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα σε βάρος της Αιτήτριας. Η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη στην βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την υπό κρίση αίτηση και την Ένσταση. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι επιχειρηματολόγησαν υποστηρίζοντας την θέση του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί. Σύμφωνα με την Διαταγή 17, Θεσμό 10 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας απόφαση η οποία εκδίδεται ύστερα από παράλειψη καταχώρησης εμφάνισης μπορεί να παραμερισθεί από το Δικαστήριο με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως πως όπως το Δικαστήριο ήθελε κρίνει πρέπον (Βλ. Olga Kourbatova v. G. Roussos Leisure Industries Ltd
(2001)1 AAΔ 345). Οι αρχές που διέπουν τον τρόπο άσκησης της εξουσίας του Δικαστηρίου έχουν διατυπωθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι οποίες υιοθέτησαν τις αρχές όπως αυτές συνοψίσθηκαν στην Αγγλική απόφαση Evans v. Bartlam
(1937)2 All E R 646 ή
(1937)Α.C. 473. Η Νομολογία επί του θέματος είναι αρκούντως διαφωτιστική. Ο παραμερισμός απόφασης που λήφθηκε νομότυπα και ερήμην του εναγόμενου επαφίεται στην διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου (Βλ. Μilouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 ΑΑΔ 941). Το Δικαστήριο δεν θέτει και είναι αμφίβολο αν μπορεί να θέσει άκαμπτους κανόνες που να αποστερούν τη δικαιοδοσία του. Η αρχή που έχει διατυπωθεί είναι ότι εκτός και μέχρις ότου εκδοθεί απόφαση επί της ουσίας της υπόθεσης ή τη συναινέσει των δύο πλευρών το Δικαστήριο έχει την δυνατότητα και την ευχέρεια να παραμερίσει απόφασή του όταν αυτή είναι αποτέλεσμα της παράλειψης τήρησης κάποιου δικονομικού κανόνα (Βλ. Ioannis Kotsapas and Sons Ltd v. Titan Construction and Engineering Co.
(1961)1 CLR 317 και Ζήνωνας Μερκής v. Yiannoukas Holiday Inns κ.α.
(1994)1 ΑΑΔ 736). Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο επιδιώκει την εξισορρόπηση δύο παραγόντων, θεμελιακών για την απονομή της δικαιοσύνης. Την ανάγκη να διασφαλίσει, αφενός, αποτελεσματικά το δικαίωμα του διαδίκου να ακουσθεί στην υπόθεσή του και, αφετέρου, την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων. Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με έναν άλλο λόγο, επίσης, σημαντικό για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας. Αν ο διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα της υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας, την οποία φέρει η απόφαση και όλα όσα εξυπακούει καθώς και η βεβαιότητα την οποία εισάγει στην διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου θα απωλεσθούν με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης. Το απαύγασμα της Νομολογίας είναι ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουσθεί στην υπόθεσή του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, αν η διαγωγή του διαδίκου που επιζητεί τον παραμερισμό εναντίον του εκδοθείσας απόφασης είναι τέτοια που πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπου η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου το Δικαστήριο δύναται ενασκώντας την διακριτική του ευχέρεια να αρνηθεί να παραμερίσει απόφαση (Βλ. Μilouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 ΑΑΔ 941). Πρωταρχικής σημασίας για το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας είναι κατά πόσο ο Αιτητής έχει καταδείξει συζητήσιμη ή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Το βάρος απόδειξης είναι στον Αιτητή, όχι για να αποδείξει την υπεράσπισή του, όπως θα έπραττε αν η υπόθεσή του εκδικαζόταν, αλλά για να δείξει στο Δικαστήριο ότι έχει καλή και εύλογη υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης. Ο αιτητής θα πρέπει, επίσης, να δώσει ικανοποιητική εξήγηση για την μη εμφάνισή του στη διαδικασία όπως και για τυχόν καθυστέρηση του να αποταθεί στο Δικαστήριο για τον παραμερισμό της απόφασης. Ο λόγος που θα δοθεί είναι ένας από τους παράγοντες που επενεργούν σοβαρά στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (Βλ. Eros Travel & Tours (Limassol-Paphos) Ltd v. D.E.L. Kirzis Tourist Enterprises Ltd
(1997)1 ΑΑΔ 712). Η άνευ αποχρώντος λόγου παράλειψη του εναγόμενου να εμφανισθεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρησή του να αποταθεί για τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, μπορεί βάσιμα να αποτελέσουν λόγο για την απόρριψη του αιτήματός του. Διαφορετικά η πορεία της δικαστικής διαδικασίας και τα αποτελέσματά της θα αφήνονταν αιωρούμενα μέχρι την εκδήλωση της θέσης του εναγόμενου σε σχέση με την εναντίον του αγωγή (Βλ. Mine & Quarry Services Ltd v. Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 ΑΑΔ 26). Στην υπόθεση Mine & Quarry Services Ltd v. Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 ΑΑΔ 26 τονίσθηκε, επίσης, ότι η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγοντας που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεσή του. Στην υπόθεση Eros Travel & Tours (Limassol-Paphos) Ltd v. D.E.L. Kirzis Tourist Enterprises Ltd
(1997)1 ΑΑΔ 712 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το βάρος απόδειξης ότι η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας από το πρωτόδικο δικαστήριο δεν ήταν η ενδεδειγμένη με βάση τα γεγονότα κείται επί των ώμων του εφεσείοντος. Δεν θα πρέπει να ξεχνούμε ότι η απόφαση έχει κανονικά εκδοθεί και ο αιτητής θα πρέπει να δείξει σοβαρούς λόγους γιατί η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου για ακύρωση μιας τέτοιας κανονικά εκδοθείσας απόφασης θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ του. Στην υπόθεση Costas Christoforou ν. Kyriacoullis Kyriacoulli
(1963)2 C.L.R. 159, το Δικαστήριο τόνισε ότι απόφαση που εξασφαλίστηκε από τον ενάγοντα θα πρέπει να εξακολουθεί να ισχύει, εκτός αν ο εναγόμενος μπορεί να αποδείξει, επιπροσθέτως της εξήγησης για την παράλειψή του να εμφανιστεί, ότι η υπεράσπισή του είναι τόσο ουσιαστική, που να δικαιολογεί επανέναρξη της διαδικασίας. Η πρώτη προϋπόθεση που θα πρέπει να ικανοποιηθεί είναι βέβαια η ύπαρξη υπεράσπισης στην οποία το δικαστήριο μπορεί να δώσει σημασία. Αν ο εναγόμενος διαθέτει υπεράσπιση το δικαστήριο εκ πρώτης όψεως δεν πρέπει να αφήσει απόφαση που εξασφαλίστηκε χωρίς κανονική εκδίκαση να παραμείνει σε ισχύ. Το δικαστήριο επίσης θα πρέπει να εξετάσει τις εξηγήσεις του αιτητή για το λόγο που παρέλειψε να παρουσιαστεί μετά την επίδοση, αν και κατά κανόνα η παράλειψή του μπορεί ικανοποιητικά να τιμωρηθεί με διαταγή ως προς τα έξοδα ή με άλλους όρους που το δικαστήριο έχει την εξουσία να επιβάλει». Είναι μόνο όταν η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου που το Δικαστήριο δεν θα επιτρέψει τον παραμερισμό απόφασης ακόμα και αν ο διάδικος αυτός έχει καταδείξει συζητήσιμη υπεράσπιση (Βλ. Μilouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 ΑΑΔ 941). Θα εξετάσω πρώτα το θέμα της αιτιολόγησης της παράλειψης της Αιτήτριας να εμφανισθεί στην διαδικασία. Πριν, όμως, θα με απασχολήσει ο ισχυρισμός του κύριου Γρηγορίου σύμφωνα με τον οποίο πριν την καταχώρηση της αγωγής η Αιτήτρια κατέβαλε στον Καθ' ου η αίτηση έναντι του επίδικου γραμματίου το ποσό των Ευρώ 2.700,00 σεντ. Πρόκειται για εξ' ακοής μαρτυρία αναφορικά με την οποία δεν αποκαλύπτεται η πηγή της πληροφόρησης του κύριου Γρηγορίου. Στην υπόθεση Louis Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ κ.α.
(1992)1 ΑΑΔ 1453 λέχθηκε τα ακόλουθα. Σε ενδιάμεσες αιτήσεις η ένορκη δήλωση μπορεί να αναφέρεται και σε γεγονότα για τα οποία ο ομνύων δεν έχει προσωπική γνώση, νοουμένου ότι αποκαλύπτει την πηγή από την οποία αντλείται η πληροφόρηση του. Το θέμα ρυθμίζεται από τις διατάξεις της Δ. 39 θ. 2, η οποία βασίζεται στους Αγγλικούς Θεσμούς που ίσχυαν μέχρι το 1893. Η Αγγλική νομολογία, ερμηνευτική των παλαιών Αγγλικών Θεσμών, υποστηρίζει ότι ένορκη δήλωση η οποία δεν βασίζεται σε γεγονότα για τα οποία ο καταθέτων έχει προσωπική γνώση και δεν αποκαλύπτει την πηγή πληροφοριών είναι αντικανονική (Βλ. In κ J.L. Young Manufacturing Company Limited [1900] 2 Ch. 753, C.A. και Lumley v. Osborne [1901] 1 K.B. 532). Λέχθηκε, επίσης, ότι η Δ.39 θ.2 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα που διέπει την απόδειξη γεγονότων, σύμφωνα με το δίκαιο της απόδειξης, που απέκλειε την εξ ακοής μαρτυρία. Όπως κάθε εξαίρεση από τον κανόνα έτσι και η εξαίρεση που προβλέπεται από την Δ.39, θ.2 συναρτάται με την τήρηση των προϋποθέσεων που τίθενται για την επίκλησή της. Υπό το φως των πιο πάνω η ένορκη δήλωση η οποία στοιχειοθετούσε την αίτηση στην πιο πάνω υπόθεση κρίθηκε πρόδηλα αντικανονική. Η πηγή προέλευσης των πληροφοριών της ενόρκως δηλούσας για τα ουσιώδη γεγονότα στα οποία αυτή αναφέρετο, όπως η φήμη και η εμπορική εύνοια που απολάμβαναν τα προϊόντα των εφεσειόντων στην τοπική αγορά και διεθνώς, καθώς και οι συνέπειες από τις ενέργειες των εφεσιβλήτων, δεν είχαν αποκαλυφθεί. Το κενό δεν πληρώνετο με την πίστη της ομνύουσας για την ορθότητα των αόριστων πληροφοριών της. Στην μεταγενέστερη υπόθεση Χριστάκης Αντωνίου Σοφιανού ν. Minas Makris Developers Ltd κ.α., Πολιτική Έφεση 378/08, ημερομηνίας 23.9.11, ο ενάγων / εφεσείων υπέβαλε αίτηση με την οποία ζητούσε την προσθήκη τρίτου εναγόμενου στην αγωγή, τροποποίηση του τίτλου της αγωγής και συνέχιση της διαδικασίας μεταξύ των υφισταμένων και του νέου διαδίκου. Το πρωτόδικο Δικαστήριο με αναφορά στην υπόθεση Louis Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ κ.α.
(1992)1 ΑΑΔ 1453 έκρινε ότι ο αιτητής είχε παραλείψει να αναφέρει στην ένορκό του δήλωση την πηγή των πληροφοριών του αναφορικά με συγκεκριμένο ισχυρισμό. Η παράλειψη αυτή κρίθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι καθιστούσε την ένορκο δήλωση αντικανονική και την υπό κρίση αίτηση μετέωρη. Λέχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι οι τροποποιήσεις που υπέστη ο Περί Αποδείξεως Νόμος, Κεφ. 9, μετά την Louis Vuitton, διαφοροποίησαν την προϋπάρχουσα κατάσταση με βάση τα νομολογηθέντα στην πιο πάνω υπόθεση. Προκύπτει από την τελευταία απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι η Δ.39, θ.2 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας υπερκεράσθηκε από τον τροποποιητικό Νόμο 32(Ι)/2004 σύμφωνα με τον οποίο καμία μαρτυρία δεν αποκλείεται για τον λόγο και μόνο ότι είναι εξ' ακοής. Επομένως, το γεγονός ότι ένας ενόρκως δηλών δεν αποκαλύπτει την πηγή της πληροφόρησής του αναφορικά με ένα ισχυρισμό τον οποίο εκθέτει στην ένορκό του δήλωση δεν καθιστά τον ισχυρισμό αυτό μη αποδεκτή μαρτυρία. Όπως κάθε εξ' ακοής μαρτυρία έτσι και ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία, το θέμα δε της αξιολόγησης του και πόσο βάρος θα πρέπει να προσδωθεί σε αυτόν επαφίεται στο Δικαστήριο. Σημαντικό στοιχείο για σκοπούς αξιολόγησης του πιο πάνω ισχυρισμού θεωρώ ότι θα πρέπει να διαδραματίσει το γεγονός ότι η πλευρά της Αιτήτριας δεν επιχείρησε να τον αμφισβητήσει είτε με την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, είτε με αντεξέταση του κύριου Γρηγορίου. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι ο υπό συζήτηση ισχυρισμός θα πρέπει να γίνει αποδεκτός και τον αποδέχομαι. Δεν είναι, όμως, μόνο ο πιο πάνω ισχυρισμός του κύριου Γρηγορίου που δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά της Αιτήτριας. Ουσιαστικά κανένας ισχυρισμός του κύριου Γρηγορίου που άπτεται των γεγονότων που αναφέρονται στην ένορκό του δήλωση δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά της Αιτήτριας είτε με την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, είτε με την αντεξέταση του κύριου Γρηγορίου. Οι ισχυρισμοί του κύριου Γρηγορίου παρέμειναν, έτσι, αναντίλεκτοι. Επίσης, αυτοί προβλήθηκαν με σαφήνεια και θετικότητα. Είναι, επομένως, αποδεκτοί στην ολότητά τους και αποτελούν ευρήματά μου. Υπό το φως των πιο πάνω ο ισχυρισμός της Αιτήτριας ότι αυτή πληροφορήθηκε για την εναντίον της εκδοθείσα απόφαση με την επίδοση σε αυτήν της Ειδοποίησης Πτώχευσης και όχι ενωρίτερα καταρρίπτεται και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Κατεδείχθη από την πλευρά του Καθ' ου η αίτηση ότι μετά την έκδοση της απόφασης ο Καθ' ου η αίτηση προχώρησε με ένταλμα κινητών για το οποίο η Αιτήτρια έλαβε γνώση αφού ο αρμόδιος δικαστικός επιδότης προέβη σε προσπάθειες εκτέλεσής του. Από το Τεκμήριο 3 συνάγεται ότι αυτή πληροφορήθηκε για την εναντίον της εκδοθείσα απόφαση μεταξύ της 31.8.11, ημερομηνία κατά την οποία, όπως από το Τεκμήριο 2 προκύπτει, εκδόθηκε το ένταλμα, και της 31.10.11, που είναι η ημερομηνία που φέρει το εν λόγω τεκμήριο. Επίσης, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του κύριου Γρηγορίου, οι οποίοι δεν αμφισβητήθηκαν, μετά την εκτέλεση του εντάλματος κινητών και πριν την καταχώρηση της Ειδοποίησης Πτώχευσης η Αιτήτρια και ο σύζυγός της επικοινώνησαν τηλεφωνικώς με τον κύριο Γρηγορίου ζητώντας του να μην προχωρήσει με άλλα μέτρα εκτέλεσης εναντίον τους καθότι αντιμετώπιζαν οικονομικές δυσκολίες. Οι πιο πάνω είχαν επικοινωνήσει και με τον Καθ' ου η αίτηση ο οποίος δέχθηκε να τους δώσει παράταση χρόνου. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω πως ο Καθ' ου η αίτηση κατέδειξε προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου και αποτελεί εύρημά μου ότι η Αιτήτρια έλαβε γνώση για την εναντίον της εκδοθείσα απόφαση όχι με την επίδοση της Ειδοποίησης Πτώχευσης, ως η Αιτήτρια διατείνεται, αλλά με την εκτέλεση του εντάλματος κινητών. Δεν μου διαφεύγει ο ισχυρισμός του κύριου Γρηγορίου ότι της καταχώρησης του εντάλματος κινητών είχε προηγηθεί η καταχώρηση ΜΕΜΟ. Και ότι μετά την καταχώρηση του ΜΕΜΟ ο Καθ' ου η αίτηση επικοινώνησε με τον κύριο Γρηγορίου δίδοντάς του οδηγίες να μην προχωρήσει με μέτρα εκτέλεσης για ορισμένο χρονικό διάστημα καθότι η πλευρά της Αιτήτριας του είχε ζητήσει παράταση χρόνου για να διευθετήσει το εξ' αποφάσεως χρέος. Η αναφορά, όμως, σε «πλευρά της Αιτήτριας» δεν είναι σαφής και δεν μπορεί να εκληφθεί ότι παραπέμπει απαραίτητα και δίχως άλλο στην ίδια την Αιτήτρια. Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί ότι και ο κύριος Γρηγορίου δεν ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια έλαβε γνώση για την απόφαση που εκδόθηκε εναντίον της καθ' οιονδήποτε χρόνο πριν την εκτέλεση του εντάλματος κινητών. Θέση του είναι ότι αυτή έλαβε γνώση για την απόφαση με την εκτέλεση του πιο πάνω εντάλματος. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι η Αιτήτρια αποδείχθηκε ότι σε δύο σημεία δεν ήταν ειλικρινής και δεν ανέφερε την αλήθεια. Πρώτο, αναφορικά με το πότε πληροφορήθηκε για την έκδοση της εναντίον της απόφασης. Όπως είδαμε, αυτή διατείνετο ότι για την εν λόγω απόφαση πληροφορήθηκε με την επίδοση σε αυτήν της Ειδοποίησης Πτώχευσης, ισχυρισμός ο οποίος καταρρίφθηκε από την πλευρά του Καθ' ου η αίτηση και εν τέλει δεν έγινε αποδεκτός από το Δικαστήριο. Τουναντίον, έγινε αποδεκτός ο επί του προκειμένου προβληθείς ισχυρισμός του Καθ' ου η αίτηση. Ότι, δηλαδή, αυτή πληροφορήθηκε για την εναντίον της εκδοθείσα απόφαση με την εκτέλεση του εντάλματος κινητών. Δεύτερο, αναφορικά με την γνώση της για την ύπαρξη του επίδικου γραμματίου. Η ίδια διατείνεται ότι δεν έχει την πραμικρή ιδέα για το επίδικο γραμμάτιο ή ότι δεν γνωρίζει τον Καθ' ου η αίτηση. Άκουσε μόνο ότι αυτός έχει πρακτορείο στοιχημάτων. Ισχυρισμοί που υπό το φως των ισχυρισμών του κύριου Γρηγορίου, οι οποίοι έγιναν αποδεκτοί, καταρρίπτονται αφού με αυτούς αποδείχθηκε ακριβώς το αντίθετο. Σύμφωνα με τον κύριο Γρηγορίου η Αιτήτρια πριν την καταχώρηση της αγωγής είχε καταβάλει στον Καθ' ου η αίτηση το ποσό των Ευρώ 2.700,00 σεντ έναντι του επίδικου γραμματίου. Ο ισχυρισμός αυτός καταδεικνύει ότι η Αιτήτρια γνώριζε για το εν λόγω γραμμάτιο πριν από την καταχώρηση της αγωγής παρά τον περί του αντιθέτου ισχυρισμό της. Καταδεικνύει, επίσης, ότι πριν την καταχώρηση της αγωγής γνώριζε και τον Καθ' ου η αίτηση. Θεωρώ ότι τα πιο πάνω σημεία στα οποία η Αιτήτρια απεδείχθη ανειλικρινής είναι τόσο σημαντικά που μολύνουν το σύνολο της μαρτυρίας της σε βαθμό που η εμπιστοσύνη μου στην μαρτυρία που αυτή παρουσίασε να έχει κλονισθεί ουσιωδώς. Υπό το φως των πιο πάνω δεν μπορώ να αποδεχθώ τους ισχυρισμούς που αναφέρονται στην ένορκό της δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Αυτοί απορρίπτονται ως αναξιόπιστοι. Συνακόλουθα δεν δέχομαι τον ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι ο σύζυγός της δεν την ενημέρωσε για την επίδοση που διενεργήθηκε σε αυτόν της αγωγής και ότι αυτή δεν έλαβε γνώση αυτής με την εν λόγω επίδοση. Ούτε και τους ισχυρισμούς της οι οποίοι άπτονται της υπό αυτής προβληθείσας υπεράσπισής της. Υπό το φως των πιο πάνω συνάγεται ότι η δήλωση της ότι θα έκανε το παν για να μην πτωχεύσει με την προβολή των ισχυρισμών που αναφέρει στην ένορκό της δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση πήρε σάρκα και οστά. Στην προσπάθειά της η Αιτήτρια να αποφύγει την πτωχευτική διαδικασία δεν δίστασε να προβεί σε αναληθείς ισχυρισμούς με σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστήριο και αυτό να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια υπέρ της. Επί του ζητήματος της υπό της Αιτήτριας προβληθείσας υπεράσπισης έχω να προσθέσω τα ακόλουθα. Ο όρος εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση αποδόθηκε από τα Δικαστήρια με διαφορετικούς χαρακτηρισμούς σε διαφορετικές υποθέσεις. Στην υπόθεση Νεάρχου ν. Χαραλάμπους
(1991)1 ΑΑΔ 954 γίνεται αναφορά σε «συζητήσιμη υπόθεση», ενώ στην υπόθεση KCP Commission Agents & Importers Ltd και άλλη ν. Μιχαήλ
(1993)1 ΑΑΔ 415 γίνεται λόγος για «γνήσια προβολή εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης». Στην υπόθεση Takis Phylactou and Others v. Evagoras Michael
(1982)1 CLR 204 αναφέρθηκε ότι το καθήκον του Δικαστηρίου είναι να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτονται επαρκή θετικά στοιχεία (merits) ώστε να δικαιολογείται το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Στην Αγγλική απόφαση Day v. RAC Motoring Services Ltd
(1999)1 All ER 1007 ο Ward Lord Justice προβαίνοντας σε μια ενδιαφέρουσα ιστορική αναδρομή των κριτηρίων που κατά καιρούς τέθηκαν από τα Αγγλικά Δικαστήρια σε αιτήσεις για παραμερισμό απόφασης κατέληξε ότι το Δικαστήριο δεν χρειάζεται να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει πραγματική πιθανότητα ότι ο Εναγόμενος θα πετύχει στην υπεράσπισή του, αλλά, απλώς, ότι με βάση την κοινή λογική έχει μια συζητήσιμη υπεράσπιση η οποία φέρει κάποιο βαθμό πειστικότητας (an arguable case which carries some degree of conviction). Το Δικαστήριο στα πλαίσια της διαδικασίας για παραμερισμό απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του εναγόμενου δεν προχωρεί στην αξιολόγηση της ενώπιόν του μαρτυρίας (Βλ. Ζήνωνας Μερκής και Μαρία Γεώργαινα Λευκίδου ν. Άριστου Κανναουρίδου
(1999)1 ΑΑΔ 528). Εξετάζει μόνο κατά πόσο τα στοιχεία που υπάρχουν ενώπιόν του στοιχειοθετούν εξ' αντικειμένου υπεράσπιση επί της ουσίας της αξίωσης ή διαφορετικά δημιουργούν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην οποία το Δικαστήριο να μπορεί να δώσει σημασία (Βλ. Γιαννάκης Χρυσάνθου και άλλοι ν. Mariala Construction Ltd
(1996)1 AAΔ 1129). Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας περί πλαστογράφησης της υπογραφής της από τον σύζυγό της εξ αντικειμένου καταδεικνύουν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση (Βλ. Κώστας Φραντζής ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(1996)1 ΑΑΔ 1094). Στο σημείο αυτό θα διαφωνήσω με την περί του αντιθέτου θέση του κύριου Γρηγορίου. Το θέμα, όμως, δεν είναι μόνο αυτό. Είναι και αν ο ισχυρισμός αυτός είναι αποδεκτός από το Δικαστήριο. Για τους λόγους που πιο πάνω αναφέρθηκαν αυτός κρίθηκε μη αποδεκτός. Θεωρώ δε ότι αυτός καταρρίφθηκε, επίσης, και από τους ισχυρισμούς του κύριου Γρηγορίου που αναφέρονται στην ένορκό του δήλωση, οι οποίοι δεν αμφισβητήθηκαν από την πλευρά της Αιτήτριας και εν τέλει έγιναν αποδεκτοί από το Δικαστήριο. Επικεντρώνομαι στα ακόλουθα ευρήματά μου: η Αιτήτρια πριν την καταχώρηση της αγωγής κατέβαλε στον Καθ' ου η αίτηση το ποσό των Ευρώ 2.700,00 σεντ έναντι του επίδικου γραμματίου η Αιτήτρια μετά την εκτέλεση του εντάλματος κινητών επικοινώνησε τηλεφωνικώς τόσο με τον κύριο Γρηγορίου όσο και με τον Καθ' ου η αίτηση ζητώντας τους να μην προχωρήσουν με άλλα μέτρα εκτέλεσης καθότι αυτή και ο σύζυγός της αντιμετώπιζαν οικονομικές δυσκολίες η Αιτήτρια μετά την επίδοση σε αυτήν της Ειδοποίησης Πτώχευσης επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον κύριο Γρηγορίου αναφέροντας του ότι δεν ήθελε να πτωχεύσει και ότι θα έκανε ό,τι μπορούσε για να αποφύγει την πτώχευση. Ποιο είναι το σωρευτικό αποτέλεσμα των πιο πάνω ισχυρισμών; Αν η Αιτήτρια δεν είχε υπογράψει το επίδικο γραμμάτιο θα κατέβαλλε το ποσό των Ευρώ 2.700 σεντ έναντι του και θα ζητούσε από τον Καθ' ου η αίτηση μετά την έκδοση της απόφασης να μην προχωρήσει με μέτρα εκτέλεσης εναντίον της; Και, μάλιστα, χωρίς να αναφέρει στον κύριο Γρηγορίου ότι δεν ήταν υπόλογη για την πληρωμή του για τον λόγο ότι η υπογραφή της είχε πλαστογραφηθεί και, ουσιαστικά, χωρίς να διαμαρτυρηθεί για την απάτη που ως εκ των ισχυρισμών της προκύπτει είχε διαπράξει ο Καθ' ου η αίτηση εις βάρος της; Θα επικαλείτο, επίσης, ως δικαιολογία για την πιο πάνω παράκλησή της το ότι αυτή και ο σύζυγός της αντιμετώπιζαν οικονομικές δυσκολίες και όχι τον ισχυρισμό που προβάλλει στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησης ότι η υπογραφή της είχε πλαστογραφηθεί; Ο κύριος Γρηγορίου ανέφερε στην ένορκό του δήλωση αυτά που του είχαν λεχθεί από την Αιτήτρια στις τηλεφωνικές τους επικοινωνίες. Δεν θεωρώ ότι αυτός όφειλε και να αναφέρει ρητά αυτό που πρόδηλα αναδεικνύεται από τα πιο πάνω λεχθέντα της Αιτήτριας, ότι, δηλαδή, η Αιτήτρια κατά τις τηλεφωνικές της επικοινωνίες δεν είχε παραπονεθεί στον κύριο Γρηγορίου ότι δεν ήταν υπόλογη για την πληρωμή του επίδικου γραμματίου για τον λόγο ότι η υπογραφή της είχε πλαστογραφηθεί. Αν η Αιτήτρια αμφισβητούσε τους ισχυρισμούς του κύριου Γρηγορίου και ό,τι εύλογα προκύπτει από αυτούς όφειλε, κατά την κρίση μου, να πράξει τούτο ζητώντας την άδεια του Δικαστηρίου είτε για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, είτε για αντεξέταση του κύριου Γρηγορίου. Αυτή, όμως, σε κανένα τέτοιο διάβημα δεν προέβη. Κρίνω πως τα πιο πάνω σωρευτικά ιδωμένα καταρρίπτουν την υπό της Αιτήτριας προβληθείσα υπεράσπιση. Υπό το φως των πιο πάνω η υπό κρίση αίτηση δεν μπορεί να έχει παρά απορριπτική κατάληξη. Ένας επιπρόσθετος λόγος που συνηγορεί με απόρριψη της υπό κρίση αίτησης είναι η περιφρονητική στάση που επέδειξε η Αιτήτρια η οποία αγγίζει τα όρια της κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του Καθ' ου η αίτηση. Στην υπόθεση Μilouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 ΑΑΔ 941 οι εναγόμενοι / εφεσείοντες δεν καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης στο ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, ούτε εμφανίσθηκαν όταν ήταν ορισμένη η αίτηση για την έκδοση απόφασης λόγω της παράλειψής τους να εμφανισθούν. Η εξήγηση που έδωσαν ήταν ότι η πιο πάνω αίτηση, η οποία τους είχε επιδοθεί, καταχωρήθηκε σε κάποιο φάκελο και ξεχάστηκε. Μετά την έκδοση της απόφασης καταχώρησαν εμφάνιση. Ισχυρίστηκαν ότι αφέθηκαν με την εντύπωση ότι η υπόθεση είχε οριστεί για ακρόαση σε μεταγενέστερο χρόνο. Μετά από πάροδο εννέα περίπου μηνών από την έκδοση της απόφασης καταχώρησαν αίτηση για επαναφορά της υπόθεσης. Η αίτηση απορρίφθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο παρά το εύρημα ότι οι εφεσείοντες είχαν αποκαλύψει συζητήσιμη υπεράσπιση. Αποφασίσθηκε, μεταξύ άλλων, ότι καμία εξήγηση δεν είχε δοθεί από τους εφεσείοντες για την παράλειψή τους να εμφανισθούν στην αγωγή αλλά και καμία ικανοποιητική εξήγηση για την παράλειψή τους να εμφανισθούν στην αίτηση για απόφαση. Λέχθηκε από το Εφετείο ότι σύμφωνα με την Νομολογία η αίτηση για επαναφορά μπορεί να απορριφθεί παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης εφόσον διαπιστωθεί ότι ο εναγόμενος επέδειξε αδιαφορία για την αγωγή, η οποία προσλαμβάνει την μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου. Κρίθηκε ότι οι εφεσείοντες επέδειξαν πλήρη αδιαφορία για την τύχη της αγωγής και αποτάθηκαν για παραμερισμό της απόφασης μόνο όταν ήλθαν αντιμέτωποι με την εκτέλεσή της στοχεύοντας στην αποφυγή των συνεπειών της. Στην υπόθεση Έλλη Χατζηνικολάου ν. Τράπεζας Κύπρου
(2001)1 ΑΑΔ 1179 η αίτηση για παραμερισμό της απόφασης καταχωρήθηκε από τους εναγόμενους / εφεσίβλητους δύο μήνες μετά την έκδοση της απόφασης. Το πρωτόδικο Δικαστήριο ικανοποιήθηκε για την ύπαρξη καλής υπεράσπισης και προέβη σε εύρημα ότι δεν υπήρξε διαγωγή των εφεσίβλητων που να πλήττει την ταχεία απονομή της δικαιοσύνης. Το Εφετείο επικρότησε την πρωτόδικη κρίση. Αναφορικά με το τελευταίο προσμέτρησαν στην κρίση του Εφετείου τα ακόλουθα: (α) η εμφάνιση των εφεσίβλητων είχε καταχωρηθεί αμέσως μετά την έκδοση της απόφασης (β) οι εφεσίβλητοι δεν είχαν γνώση για την αίτηση για απόφαση στην βάση της οποίας είχε εκδοθεί η προσβληθείσα απόφαση καθότι αυτή είχε υποβληθεί μονομερώς από την ενάγουσα / εφεσείουσα και (γ) η αίτηση για παραμερισμό καταχωρήθηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα μετά την έκδοση της απόφασης. Η πιο πάνω υπόθεση διαφοροποιήθηκε από την υπόθεση Μilouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 ΑΑΔ 941, που πιο πάνω μνημονεύται. Εκεί υπήρξε καθυστέρηση 9 μηνών για να ληφθούν μέτρα εναντίον της εκδοθείσας απόφασης και, επίσης, είχε αγνοηθεί και η αίτηση για απόφαση η οποία είχε επιδοθεί στους εναγόμενους. Στην υπόθεση Εταιρεία Βοθροκαθαριστών Λεμεσού «Βοθροτέξ» Λτδ ν. Πραξιτέλη Φαντάκη
(2001)1 ΑΑΔ 339 ο εναγόμενος αντέδρασε με αίτηση για παραμερισμό της εναντίον του εκδοθείσας απόφασης 16 ολόκληρους μήνες αφότου έλαβε γνώση της αγωγής και όταν πλέον είχε έρθει αντιμέτωπος με τις συνέπειες της εκτέλεσης εντάλματος κινητών εναντίον του. Κρίθηκε ότι ήταν πρόδηλο ότι η αίτησή του στόχευε αποκλειστικά στην αποφυγή των συνεπειών της εκτέλεσης. Κάτω από αυτές τις συνθήκες κρίθηκε πως ο εναγόμενος είχε επιδείξει πλήρη αδιαφορία για την αγωγή, η οποία προσλάμβανε την μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων των εναγόντων. Κατ' επέκταση, κρίθηκε ότι αν και είχε καταδειχθεί συζητήσιμη υπεράσπιση λανθασμένα η απόφαση είχε με την πρωτόδικη απόφαση παραμερισθεί. Στην υπόθεση Steven Bush κ.α. ν. Γιαννάκη Γιαννή
(2001)1 ΑΑΔ 1342 η αίτηση για παραμερισμό της απόφασης υποβλήθηκε από τους εναγόμενους / εφεσείοντες ένα χρόνο μετά την έκδοση της εναντίον τους απόφασης. Οι λόγοι που προβλήθηκαν για δικαιολόγηση της καθυστέρησης απορρίφθηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο και ορθά κατά την κρίση του Εφετείου. Κρίθηκε από το Εφετείο πως η αδράνεια των εφεσειόντων εν' όψει της μακράς καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης για παραμερισμό δεν θα μπορούσε να τύχει ευμενούς αντίκρυσης. Τέλος, στην υπόθεση Γιώργος Ανδρέου ν. Severis & Athienitis Securities Ltd
(2003)1 ΑΑΔ 1694 ο εναγόμενος / εφεσείων καταχώρησε αίτηση για παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του λόγω παράλειψης καταχώρησης Υπεράσπισης. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε ότι ο εφεσείων είχε επιδείξει περιφρονητική της διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου του διαγωγή. Συν τοις άλλοις, έκρινε ότι η υπό αυτού προβληθείσα υπεράσπιση δεν ήταν πειστική. Το Εφετείο ενέκρινε την πρωτόδικη απόφαση σύμφωνα με την οποία με την ένορκό του δήλωση ο αιτητής δεν είχε αποκαλύψει οποιοδήποτε στοιχείο που να μετριάζει την αδιαφορία του για την τύχη της αγωγής. Η αγωγή είχε καταχωρηθεί στις 20.3.01 και ο εφεσείων καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης μετά από μικρή καθυστέρηση και, συγκεκριμένα, στις 23.4.
  1. Η αίτηση για ακύρωση της απόφασης που εκδόθηκε στις 10.10.01 καταχωρήθηκε στις 4.4.02, ήτοι ένα χρόνο μετά την καταχώριση σημειώματος εμφάνισης και έξι μήνες μετά την έκδοση της απόφασης. Στην ένορκη του δήλωση ο αιτητής δεν έδωσε οποιαδήποτε δικαιολογία για την καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης και καμία δικαιολογία για την παράλειψη του να καταχωρήσει υπεράσπιση. Υπό το φως των πιο πάνω κρίθηκε πως το ενδιαφέρον του ζωοπυρώθηκε όταν ήλθε αντιμέτωπος με την εκτέλεση της απόφασης. Τότε είναι που αποτάθηκε για τον παραμερισμό της. Κέντρισμα αποτέλεσε η επιθυμία του για την αποφυγή των συνεπειών της εκτέλεσης. Στην υπό εξέταση περίπτωση η Αιτήτρια πληροφορήθηκε για την έκδοση της εναντίον της απόφασης μεταξύ της 31.8.11 και της 31.10.
  2. Ακόμα και αν θεωρήσω ότι η πληροφόρηση αυτή έγινε εντός του μηνός Οκτωβρίου του 2011 ο χρόνος που μεσολάβησε από τότε μέχρι την υποβολή της υπό κρίση αίτησης - 28.9.12 - είναι της τάξης του ενός έτους. Καμία, όμως, ικανοποιητική δικαιολογία δεν καταδείχθηκε γιατί η Αιτήτρια άφησε να παρέλθει ένα τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα μέχρι να δυνηθεί να προβεί στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. Τουναντίον, όπως από τα ευρήματά μου προκύπτει ο λόγος που παρήλθε τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα μέχρι την υποβολή της υπό κρίση αίτησης είναι γιατί η Αιτήτρια αδιαφόρησε για την εναντίον της εκδοθείσα απόφαση όταν γι' αυτήν πληροφορήθηκε με την εκτέλεση του εντάλματος κινητών και ενδιαφέρον επέδειξε μόνο όταν βρέθηκε αντιμέτωπη με την πτωχευτική διαδικασία. Τότε μόνο ενδιαφέρθηκε να προβεί σε διαβήματα για τον παραμερισμό της εναντίον της εκδοθείσας απόφασης. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω πως η Αιτήτρια επέδειξε παντελή έλλειψη ενδιαφέροντος καθώς και αδιαφορία για την αγωγή συνεπεία της οποίας ήταν στις 16.9.10 να εκδοθεί απόφαση εναντίον της. Το ενδιαφέρον της για παραμερισμό της εναντίον της εκδοθείσας απόφασης ζωπυρώθηκε με την επίδοση προς αυτήν της Ειδοποίησης Πτώχευσης και όταν, επομένως, η Αιτήτρια ήρθε πλέον αντιμέτωπη με την πτωχευτική διαδικασία. Τότε είναι που αποτάθηκε για τον παραμερισμό της απόφασης. Κέντρισμα αποτέλεσε ως εκ της πιο πάνω συμπεριφοράς της προκύπτει η επιθυμία της για την αποφυγή των συνεπειών της πτωχευτικής διαδικασίας. Υπό το φως των δοσμένων περιστάσεων κρίνω πως η Αιτήτρια δεν αιτιολόγησε την απραξία της σε βαθμό που ο Καθ' ου η αίτηση θα πρέπει να στερηθεί των ευεργετημάτων που του παρέχει η νομότυπη απόφαση που εξασφάλισε προς όφελός του. Η Αιτήτρια επέδειξε αδιαφορία για την αγωγή η οποία προσλαμβάνει την μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου. Συμπεριφορά που πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Επομένως, και αν ακόμα έκρινα ότι αυτή είχε καταδείξει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση η αίτηση θα ήταν και πάλι καταδικασμένη σε αποτυχία. Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω πως η Ένσταση ευσταθεί. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Καθ' ου η αίτηση / Ενάγοντα και εναντίον της Αιτήτριας / Εναγόμενης όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Παραμερισμός απόφασης Subject: Civil / Other Actions / Interim cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.