← Κύπρος

Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας ν. Νέαρχου Φιλήτα, Aρ. Αγωγής: 5681/2007, 19/6/2013

Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας ν. Νέαρχου Φιλήτα, Aρ. Αγωγής: 5681/2007, 19/6/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A169 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Α.Ε.Δ. Aρ. Αγωγής: 5681/2007 Μεταξύ: Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας Ενάγοντα και Νέαρχου Φιλήτα Εναγόμενου Αίτηση για τροποποίηση ημερ. 9.1.2013 Ημερομηνία: 19 Ιουνίου 2013 Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο - Αιτητή: κα Μιχαήλ για κ. Σ. Σωφρονίου Για τον Ενάγοντα - Καθ' ου η Αίτηση: κα Παναγιώτου για κ. Ν. Νεοφύτου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή ο ενάγοντας ζητά δήλωση του Δικαστηρίου ότι ο εναγόμενος και/ή οι αντιπρόσωποι του παράνομα κατέχουν και/ή χρησιμοποιούν την επίδικη κρατική οικία, και διατάγματα του Δικαστηρίου με τα οποία ο εναγόμενος και/ή οι αντιπρόσωποι του να διατάσσονται να παύσουν να επεμβαίνουν επί της επίδικης οικίας και να εκκενώσουν και παραδώσουν ελεύθερη την κατοχή της εν λόγω οικίας. Στην έκθεση απαίτησης ο ενάγοντας επικαλείται συμφωνία ημερ. 13.9.2004 μεταξύ του Διευθυντή του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως, κ. Γ. Παπαδόπουλου, και της κας Λουκίας Α. Φιλήτα, για παραχώρηση άδειας χρήσης της επίδικης οικίας σε αυτή και τα μέλη της οικογένειας της, συμπεριλαμβανομένου του εναγόμενου που είναι γιος της, και ισχυρίζεται ότι μετά τον θάνατο της ο εναγόμενος κατακρατεί την οικία παράνομα, και παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις εκ μέρους του ιδιοκτήτη, αυτός αρνείται να την παραδώσει. Ο εναγόμενος καταχώρησε υπεράσπιση στην οποία αρνείται την ισχύ της συμφωνίας ημερ. 13.9.2004 όσον αφορά αυτόν και επικαλείται ότι η μόνη ισχύουσα και δεσμευτική συμφωνία για τον ίδιο είναι αυτή ημερ. 19.11.1981, στην οποία ο εναγόμενος αναγράφεται ως ο δικαιούχος αποκλειστικής χρήσης της επίδικης οικίας ως ιδιωτικής κατοικίας του ίδιου και της υπόλοιπης πατρικής του οικογένειας. Ο εναγόμενος ισχυρίζεται περαιτέρω ότι ο ενάγοντας και/ή υπηρεσιακοί παράγοντες ξεγέλασαν και/ή ανάγκασαν και/ή απέκρυψαν από τη μητέρα του ότι η νέα συμφωνία αλλοίωνε την προτέρα κατάσταση και επομένως αυτή είναι παράνομη και/ή ενάντια στη συμφωνία ημερ. 19.11.

  1. Γι΄ αυτό ο εναγόμενος έχει ανταπαίτηση με την οποία ζητά δήλωση του Δικαστηρίου με την οποία να αναγνωρίζεται η ισχύς της συμφωνίας ημερ. 19.11.1981 και ότι αυτός είναι ο νόμιμος δικαιούχος ιδιοκατοίκησης, κατοχής και χρήσης της επίδικης οικίας, και διατάγματα του Δικαστηρίου με τα οποία να απαγορεύεται στον ενάγοντα και τις κρατικές υπηρεσίες να ζητούν την έξωση του εναγόμενου και να επεμβαίνουν στην ελεύθερη χρήση και απόλαυση της επίδικης οικίας από τον εναγόμενο. Στην απάντηση στην υπεράσπιση ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι με βάση τη συμφωνία ημερ. 13.9.2004 ο ενάγοντας έχει κάθε δικαίωμα να αξιώσει ανάκτηση της επίδικης οικίας. Η υπόθεση ορίστηκε σε αρκετές δικασίμους είτε για ακρόαση είτε για οδηγίες, έγινε αλλαγή δικηγόρου του ενάγοντα, οι δύο πλευρές προέβηκαν σε ένορκη αποκάλυψη εγγράφων, ακολούθησε νέα αλλαγή δικηγόρου του ενάγοντα, και την 1.2.2013, που η αγωγή ήταν ορισμένη για ακρόαση, ήταν επίσης ορισμένη η υπό κρίση αίτηση για την τροποποίηση της υπεράσπισης, η οποία είχε καταχωρηθεί στις 9.1.
  2. Με την υπό κρίση αίτηση ζητείται ουσιαστικά η προσθήκη της ακόλουθης παραγράφου: «
  3. Ο Εναγόμενος διά της παρούσης εγείρει προδικαστική ένσταση και θέμα δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου καθ΄ότι βάσει του επίδικου Συμβολαίου η επίδικη Συμφωνία θεωρείται ως ενοικίασης και όχι ως άδεια χρήσης του επίδικου ακινήτου και άρα το παρόν Δικαστήριο θεωρείται αναρμόδιο να επιληφθεί της υπόθεσης και το πλέον αρμόδιο Δικαστήριο είναι το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων.» Επίσης με την υπό κρίση αίτηση ζητείται η προσθήκη στη λέξη «χρήσης», όπου αυτή περιέχεται στην υπεράσπιση, της φράσης «και/ή ενοικίασης». Η αίτηση βασίζεται στις Δ.9 Θθ.1-13, Δ.25 Θθ.1-5, Δ.48 Θθ.1-3 και 9 και Δ.63 Θθ.1 και 2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση περιέχονται στη συνημμένη σε αυτή ένορκη δήλωση του εναγόμενου. Σε αυτή ο εναγόμενος ουσιαστικά αναφέρει ότι πρόσφατα, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης με τον δικηγόρο του, διαπίστωσαν ότι από την επίδικη συμφωνία και ειδικότερα τον όρο 2(μ) αυτής, προκύπτει ότι η εν λόγω συμφωνία αφορά ενοικίαση και όχι χρήση του επίδικου ακινήτου, επομένως το παρόν Δικαστήριο είναι αναρμόδιο να εκδικάσει την παρούσα αγωγή. Επίσης ο εναγόμενος αναφέρει ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι απαραίτητη για την ολοκληρωμένη παρουσίαση της υπόθεσης του ενώπιον του Δικαστηρίου και ότι είναι προς το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα τροποποίησης. Οι λόγοι της ένστασης είναι ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι άσκοπη καθότι η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου εξετάζεται και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο, ο αιτητής δεν προβάλλει δικαιολογία και/ή βάσιμο λόγο για την υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης, και οι ισχυρισμοί με την αιτούμενη τροποποίηση μπορούσαν να είχαν περιληφθεί στην υπεράσπιση που καταχωρήθηκε εκ μέρους του εναγόμενου καθότι η συμφωνία και το περιεχόμενο αυτής ήταν από τότε γνωστά στον εναγόμενο. Επίσης, η αιτούμενη τροποποίηση είναι κακόπιστη και αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας, και η αγωγή ορίστηκε αρκετές φορές για ακρόαση και έτσι ο εναγόμενος είχε την ευκαιρία να μελετήσει κατάλληλα την υπόθεση του και να προχωρήσει εντός εύλογου χρόνου στην αίτηση τροποποίησης της υπεράσπισης. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση φαίνονται στη συνημμένη σε αυτή ένορκη δήλωση της κας Αντωνίας Ράφτη, δικηγορικής υπαλλήλου στο δικηγορικό γραφείο του δικηγόρου που εκπροσωπεί τον ενάγοντα. Σε αυτή η κα Ράφτη αρνείται τη νομική ερμηνεία της συμφωνίας περί ενοικίασης της επίδικης οικίας και της έλλειψης αρμοδιότητας του Δικαστηρίου να εκδικάσει την παρούσα αγωγή. Ήταν επίσης η θέση της κας Ράφτη ότι η καθυστέρηση πέραν των 5 ετών στην υποβολή της υπό κρίση αίτησης παραβιάζει το θεμελιώδες δικαίωμα του ενάγοντα για εκδίκαση της υπόθεσης του εντός εύλογου χρόνου, και ότι η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε κακόπιστα και με σκοπό να εμποδίσει την εξέλιξη της διαδικασίας και ειδικότερα την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης. Γι΄ αυτό η κα Ράφτη ζητά την απόρριψη της παρούσας αίτησης. Κατά την αγόρευση της η δικηγόρος του εναγόμενου έκανε εκτενή αναφορά στη νομολογία που διέπει το θέμα της τροποποίησης δικογράφων, και εισηγήθηκε ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι αναγκαία για την ολοκληρωμένη παρουσίαση των γεγονότων και του αναγκαίου υπόβαθρου για τη βάση της υπεράσπισης και ανταπαίτησης του εναγόμενου. Η κα Μιχαήλ εξέφρασε τη θέση ότι η αιτούμενη τροποποίηση αφορά ουσιώδη γεγονότα και με αυτή δεν προκαλείται δυσμενής επηρεασμός στην πλευρά του ενάγοντα η οποία μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα. Τέλος, η κα Μιχαήλ εισηγήθηκε ότι η υπό κρίση αίτηση είναι καλόπιστη, η ακρόαση της αγωγής δεν έχει αρχίσει και έτσι ο χρόνος υποβολής της αίτησης δεν είναι τέτοιος που να δικαιολογήσει απόρριψη της αίτησης, κυρίως εν όψει της φύσης της αιτούμενης τροποποίησης. Ως εκ τούτου η δικηγόρος των εναγόμενου ζήτησε την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Η δικηγόρος του ενάγοντα με τη σειρά της παρέπεμψε στη σχετική νομολογία και εισηγήθηκε ότι παρατηρείται μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης, και τόσο το θέμα της ερμηνείας της συμφωνίας όσο και το θέμα της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου μπορούσαν να εντοπιστούν πολύ ενωρίτερα με την άσκηση της δέουσας προσοχής και επιμέλειας από την πλευρά του εναγόμενου. Η κα Παναγιώτου ανέφερε ακόμα ότι η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου εξετάζεται αυτεπάγγελτα από αυτό έτσι ώστε η απόρριψη της αίτησης να μη δημιουργεί αδικία στον εναγόμενο ο οποίος δεν θα στερηθεί του δικαιώματος εξέτασης του θέματος της αρμοδιότητας. Έτσι η κα Παναγιώτου ζήτησε την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης. Η Δ.25 Θ.1 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών, στην οποία στηρίζεται η αίτηση, προνοεί ως ακολούθως: «
  4. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties.» Η αντίστοιχη Αγγλική πρόνοια είναι η Δ.28 Θ.
  5. Στο The Annual Practice 1958, σελ. 622, η γενική αρχή εκτίθεται ως εξής: «In Tildesley v. Harper, 10 Ch.D. pp.396, 397, Bramwell, L.J., said: "My practice has always been to give leave to amend unless I have been satisfied that the party applying was acting mala fide, or that, by his blunder, he had done some injury to his opponent which could not be compensated for by costs or otherwise". "However negligent or careless may have been the first omission, and however late the proposed amendment , the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side. There is no injustice if the other side can be compensated by costs" (per Brett, M.R., Clarapede v. Commercial Union Association, 32 W.R. p.263; Weldon v. Neal, 19 Q.B. D. p.396; Australian Steam Navigation Co. v. Smith, 14 App. Cas. p.320; Hunt v. Rice & Son, 53 T.L.R.931, C.A.; and see the remarks of Bowen, L.J., Cropper v. Smith, 26 Ch.D. pp. 710, 711; of Lindley, L.J., Indigo Co. v. Ogilvy, [1891] 2 Ch.39,; and of Pollock, B., Steward v. North Metropolitan Tramways Co., 16 Q. B. D. p.180, and C.A. p.558). An amendment ought to be allowed if thereby "the real substantial question can be raised between the parties", and multiplicity of legal proceedings avoided.» Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του θέματος είναι πλούσια και ιδιαίτερα διαφωτιστική. Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι ότι η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμα εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.

(1999)1 Α.Α.Δ. 11, και Χρίστου v. Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 704. Στην υπόθεση Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου & άλλης
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, λέχθηκε ότι η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με έξοδα. Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 223, η πιο πάνω αρχή περιορίστηκε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ. v. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, όπου τονίστηκε ότι το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης. Αναφορικά με τον χρόνο στον οποίο υποβάλλεται αίτηση για τροποποίηση, παραπέμπω στην υπόθεση Astor Co. κ.ά. v. A & G Leventis Ltd. κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, στην οποία λέχθηκε ότι σε αιτήσεις για τροποποίηση δικογράφων ο παράγοντας χρόνος είναι μεν σχετικός, δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας, όπως και για τους υπόλοιπους παράγοντες που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντα ρόλο. Στην προκειμένη περίπτωση διαφωτιστική επίσης για το θέμα του χρόνου κατά τον οποίο υποβάλλεται αίτηση για τροποποίηση, είναι η υπόθεση Evripidou v. Kannaourou
(1985)1 C.L.R. 24, από την οποία παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα: «... it is well settled that as a rule of conduct, however negligent or careless may have been the first omission, and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side, and there is no injustice if the other side can be compensated by costs. Before the hearing leave is readily granted on payment of the cost occasioned, unless the opponent will be placed in a worse position than he would have been if the amended pleading had been delivered in the first instance. Leave to amend is sometimes given at the hearing but the Court will not readily allow at the trial an amendment, the necessity of which was abundantly apparent months ago and then not asked for. At any rate it would be wrong to allow an amendment at the close of the evidence or even at an extremely late stage of the trial where it could result in a party being confronted with an entirely new case.» Στις περιπτώσεις που υπάρχει καθυστέρηση απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης. Στην υπόθεση Saba & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, κρίθηκε ότι η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή τον βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην παρούσα περίπτωση η αίτηση καταχωρήθηκε 6 χρόνια μετά την καταχώρηση της υπεράσπισης και ανταπαίτησης του εναγόμενου. Η πλευρά του εναγόμενου επικαλείται ότι πρόσφατα, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης με τον δικηγόρο του, τόσο ο εναγόμενος όσο και ο δικηγόρος του διαπίστωσαν ότι η επίδικη συμφωνία αφορά ενοικίαση και όχι χρήση και επομένως τίθεται θέμα αρμοδιότητας του παρόντος Δικαστηρίου. Υπό το φως αυτών των δεδομένων, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το περιεχόμενο της επίδικης συμφωνίας ήταν εξ αρχής γνωστό στον εναγόμενο. Αυτός προβάλλει λόγο και δικαιολογία για τη μακρόχρονη καθυστέρηση στον εντοπισμό του θέματος και την υποβολή αίτησης τροποποίησης, και ειδικότερα ότι μόλις πρόσφατα διαπίστωσε την εν λόγω ερμηνεία της συμφωνίας κατόπιν συζήτησης με τον δικηγόρο του. Επομένως, αυτή η καθυστέρηση οφείλεται στην παράλειψη τόσο του εναγόμενου όσο και του δικηγόρου του να εντοπίσουν την ορθή, κατά τους δικούς τους ισχυρισμούς, ερμηνεία της επίδικης συμφωνίας. Θεωρώ ότι αυτός ο λόγος είναι βάσιμος, και επομένως δεν υιοθετώ τον λόγο ένστασης ότι η πλευρά του εναγόμενου δεν προβάλλει δικαιολογία και/ή καλό λόγο για την καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. Η πλευρά του ενάγοντα ασχολείται με την ουσία του ισχυρισμού του εναγόμενου για την ερμηνεία της επίδικης συμφωνίας και την έλλειψη αρμοδιότητας του Δικαστηρίου, τον οποίον ο εναγόμενος επιθυμεί να περιλάβει στην υπεράσπιση του με την παρούσα αίτηση, και αναφέρει ότι διαφωνεί με αυτόν. Θεωρώ ότι, στο πλαίσιο της υπό κρίση αίτησης, η πλευρά του εναγόμενου παραθέτει στοιχεία με τα οποία επεξηγεί και υποστηρίζει τον ισχυρισμό του, και έτσι δικαιολογεί την αναγκαιότητα της αιτούμενης τροποποίησης και της περίληψης των σχετικών ισχυρισμών στην υπεράσπιση του. Σχετική επί τούτου είναι η υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα (ανωτέρω). Στο παρόν στάδιο και για τον σκοπό εξέτασης της υπό κρίση αίτησης, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποφασίσει επί της ουσίας του ισχυρισμού του εναγόμενου, κάτι το οποίο αποτελεί αντικείμενο εξέτασης κατά την ακρόαση της αγωγής. Το Δικαστήριο δεν υιοθετεί τον λόγο ένστασης ότι το θέμα αρμοδιότητας μπορεί να εξεταστεί αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο και επομένως η αιτούμενη τροποποίηση δεν είναι αναγκαία, καθότι η αιτούμενη τροποποίηση περιλαμβάνει πρώτα τον ισχυρισμό του εναγόμενου αναφορικά με τη νομική ερμηνεία της επίδικης συμφωνίας, ο οποίος πρέπει να περιληφθεί στο δικόγραφο του για να μπορεί να τον προωθήσει στο πλαίσιο της δίκης, και κατ΄ ακολουθία τον ισχυρισμό για το θέμα της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου. Επομένως, θεωρώ ότι η φύση της αιτούμενης τροποποίησης είναι τέτοια που καθιστά αναγκαία την περίληψη των σχετικών ισχυρισμών του εναγόμενου στην υπεράσπιση του. Με βάση τα δεδομένα που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι η υπό κρίση αίτηση είναι κακόπιστη ή καταχρηστική, αλλά θεωρώ ότι αυτή γίνεται σε μία γνήσια προσπάθεια εκ μέρους του εναγόμενου για την πλήρη παρουσίαση της υπόθεσης του. Παρά τη μεγάλη καθυστέρηση που παρατηρείται στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει ακόμα αρχίσει, ότι ο εναγόμενος προβάλλει ικανοποιητική δικαιολογία για την καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος του, τη φύση της αιτούμενης τροποποίησης, την αναγκαιότητα περίληψης των σχετικών ισχυρισμών στην υπεράσπιση του εναγόμενου, το γεγονός ότι δεν θα προκληθεί μεγάλη καθυστέρηση με την έγκριση της αίτησης, και ότι με αυτή τα δικαιώματα του ενάγοντα δεν επηρεάζονται δυσμενώς και αυτός μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα, καταλήγω ότι η υπό κρίση αίτηση πρέπει να εγκριθεί. Με αυτόν τον τρόπο η πλευρά του εναγόμενου θα έχει την ευκαιρία να παρουσιάσει ολοκληρωμένη την υπεράσπιση του και το Δικαστήριο να αποφασίσει επί όλων των επίδικων θεμάτων που αφορούν την παρούσα αγωγή. Κατά την εξέταση της παρούσας αίτησης, το Δικαστήριο έχει λάβει υπόψη τις πρόνοιες του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος που επιτάσσουν τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης εντός εύλογου χρονικού διαστήματος - βλ. Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλας (ανωτέρω) και Φοινιώτη ν. Greenmar Navigation Ltd. κ.ά. (ανωτέρω). Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει η υπόθεση Νικολάου v. Μιλτιάδους κ.ά.
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1005, στην οποία αναφέρθηκε ότι «ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί το διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Το ουσιωδέστερο είναι . να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να κριθούν όλες οι πραγματικές διαφορές μεταξύ τους.» Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω δεδομένα και έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστάσεων της υπό κρίση υπόθεσης, κρίνω ότι η παρούσα αίτηση πρέπει να πετύχει. Ως εκ τούτου η αίτηση εγκρίνεται. Εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης της υπεράσπισης ως οι παράγραφοι Α και Γ αυτής. Η τροποποιημένη υπεράσπιση και ανταπαίτηση να καταχωρηθούν εντός 10 ημερών από σήμερα. Μετά να ακολουθηθούν οι Θεσμοί. Τα έξοδα της αίτησης και αυτά που θα σπαλατηθούν λόγω της τροποποίησης, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται εις βάρος του εναγόμενου - αιτητή και υπέρ του ενάγοντα - καθ΄ ου η αίτηση, και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ........................... Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Πολιτική / Ενδιάμεση Απόφαση Αναφορά: Τροποποίηση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.