AVONLEA VENTURES INC ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ κ.α., Aρ. Αγωγής: 1229/2013, 26/6/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A179 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Α.Ε.Δ. Aρ. Αγωγής: 1229/2013 Μεταξύ: AVONLEA VENTURES INC., από τις Βρετανικές Παρθένους Νήσους Εναγόντων -και-
- ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ, Λεωφ. Κολωνακίου 25, Kolonakiou Shopping Center, 4103 Αγ. Αθανάσιος, Λεμεσός
- M&M TRADE HOLDINGS LIMITED, από τις Βρετανικές Παρθένους Νήσους
- M&M OIL TRADING LIMITED, από τις Βρετανικές Παρθένους Νήσους
- Orna Hana Chen, από το Ισραήλ
- Moderhai (Molle) Chen, από το Ισραήλ
- Batia Epstein-Buchnick, από το Ισραήλ Εναγομένων Αίτηση για διατάγματα αποκάλυψης και φίμωσης ημερ. 14.3.2013 Ημερομηνία: 26 Ιουνίου 2013 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: Δρ. Π. Ν. Κούρτελλος για κκ. Π.Ν. ΚΟΥΡΤΕΛΛΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Για τους εναγόμενους 1 - Καθ΄ων η Αίτηση: Κα Μ. Ιεροκηπιώτου για κκ. Άντης Τριανταφυλλίδης & Υιοί Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 14.3.2013 οι ενάγοντες καταχώρησαν γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα με το οποίο ζητούν διατάγματα αποκάλυψης και φίμωσης εναντίον των εναγομένων 1 και διάταγμα δέσμευσης χρηματικού ποσού μέχρι $1.925,000 ή του ισόποσου σε ευρώ εναντίον των εναγομένων 2-
- Την ίδια ημερομηνία οι ενάγοντες καταχώρησαν μονομερή αίτηση, την υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητούν την έκδοση των ίδιων διαταγμάτων. Το Δικαστήριο προχώρησε μονομερώς στην έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος φίμωσης εναντίον των εναγομένων 1 και ενδιάμεσου διατάγματος δέσμευσης του εν λόγω χρηματικού ποσού εναντίον των εναγομένων 2-6, και έδωσε οδηγίες για την επίδοση της αίτησης αναφορικά με το υπόλοιπο μέρος του αιτητικού αυτής. Τόσο το διάταγμα φίμωσης όσο και η αίτηση επιδόθηκαν στους εναγόμενους 1, οι οποίοι καταχώρησαν εμφάνιση στην παρούσα αγωγή και ένσταση στην υπό κρίση αίτηση. Η παρούσα αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στη Δ.39, τη Δ.48 Θθ.1-3 και 7-9 και τη Δ.64 Θθ.1 και 2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, τα άρθρα 4 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, τα άρθρα 29, 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, όπως τροποποιήθηκε, τα άρθρα 1-9 του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου, Ν.101/87, το κοινοδίκαιο και το δίκαιο της επιείκειας, τις αρχές που σχετίζονται με τα διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal, τις αρχές της ιχνηλάτησης και την εγγενή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση περιέχονται στην ένορκη δήλωση του κ. Glenn John Stuart Laing, από τον Καναδά, που είναι ο διευθυντής και ο μοναδικός μέτοχος των εναγόντων-αιτητών. Η εν λόγω ένορκη δήλωση είναι μακροσκελής καθότι σε αυτή γίνεται λεπτομερής αναφορά στα γεγονότα που οδήγησαν στην επίδικη διαφορά και στην αναγκαιότητα έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Για τον σκοπό έκδοσης της παρούσας απόφασης του Δικαστηρίου, θα παραθέσω επιγραμματικά το ιστορικό των γεγονότων. Οι ενάγοντες είναι εταιρεία δεόντως συσταθείσα σύμφωνα με τους νόμους των Βρετανικών Παρθένων Νήσων και οι εναγόμενοι 1 διεξάγουν τραπεζικές εργασίες στην Κύπρο από το
- Οι ενάγοντες έχουν χρησιμοποιήσει τις υπηρεσίες των εναγομένων 1 στη Λεμεσό, και γι΄ αυτό καταχώρησαν την παρούσα αγωγή εντός της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου. Οι εναγόμενοι 2 είναι επίσης εταιρεία δεόντως συσταθείσα σύμφωνα με τους νόμους των Βρετανικών Παρθένων Νήσων. Η συνεργασία των εναγόντων με τους εναγόμενους 2 ξεκίνησε περί τον Αύγουστο 2010 (η αναφορά στο 2011 είναι προφανώς λανθασμένη εν όψει της υπόλοιπης αναφοράς στα γεγονότα που ακολούθησαν). Ως εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος των εναγομένων 2 εμφανίστηκε ο εναγόμενος 5, ο οποίος αποκαλούσε την εταιρεία ως M&M. Η εν λόγω συνεργασία αφορούσε τη συμφωνία μεταξύ των δύο εταιρειών για την πώληση και προμήθεια πετρελαίου από τους εναγόμενους 2 στους ενάγοντες, το οποίο οι ενάγοντες θα προμήθευαν σε Κινέζο αγοραστή. Οι ενάγοντες διέθεσαν US$405,000 ως Εγγύηση Καλής Πίστης προς τον Κινέζο αγοραστή ως εγγύηση εκτέλεσης από τον προμηθευτή, τους εναγόμενους
- Αργότερα, εμφανίστηκε ως συνεργάτιδα του εναγόμενου 5 η εναγόμενη 6, η οποία συμμετείχε στη διαπραγμάτευση των συμβάσεων και στη διοίκηση των εναγομένων 2, και ακολούθησε η εμφάνιση και της εναγόμενης 4, συζύγου/συντρόφου του εναγόμενου 5, ως της μοναδικής διευθύνουσας συμβούλου και μετόχου των εναγομένων 2 και η οποία υπέγραψε τις συμβάσεις μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων
- Στο πλαίσιο της συνεργασίας των δύο εταιρειών, είχε οικοδομηθεί σχέση εμπιστοσύνης και επιχειρηματικότητας μεταξύ τους. Τελικά προέκυψαν κάποιες δυσκολίες αναφορικά με την Κινητή Επιστολή Πίστωσης ποσού US$20.25 εκατομμυρίων που μεταφέρθηκε από τον Κινέζο αγοραστή στον λογαριασμό των εναγόντων. Το εν λόγω ποσό θα μεταφερόταν αργότερα στον προμηθευτή που διευθέτησαν οι εναγόμενοι
- Οι εναγόμενοι 2 πρόβαλαν πάμπολλες δικαιολογίες και υποσχέσεις εκ μέρους του προμηθευτή αναφορικά με την αδυναμία αποδοχής της Επιστολής Πίστωσης, και προσκόμισαν επιστολή Ρωσικού Διυλιστηρίου ότι το πετρέλαιο ήταν διαθέσιμο και αναμενόταν η αποδοχή της Επιστολής Πίστωσης, όμως τελικά φάνηκε ότι η εν λόγω επιστολή ήταν δόλια και ο προμηθευτής πετρελαίου αποτελούσε απάτη. Έτσι η Επιστολή Πίστωσης επιστράφηκε στον Κινέζο αγοραστή και η Εγγύηση Εκτέλεσης από τους ενάγοντες κατέπεσε λόγω της μη εκτέλεσης από τους εναγόμενους 2, με αποτέλεσμα οι ενάγοντες να υποστούν ζημιά πέραν των US$520,
- Οι σχέσεις μεταξύ των δύο εταιρειών επιδεινώθηκαν ενώ η προσπάθεια διακανονισμού εκ μέρους των εναγόντων με τους εναγόμενους 2 δεν καρποφόρησε. Ταυτόχρονα, ενώ οι σχέσεις των δύο εταιρειών ήταν ακόμα καλές, οι εναγόμενοι 5 και 6 προσέγγισαν τους ενάγοντες με μία πρόταση χρηματοδότησης δυνάμει της οποίας οι ενάγοντες θα χρηματοδοτούσαν συγκεκριμένες εμπορικές συμφωνίες πετρελαίου Μ-100 στις οποίες οι εναγόμενοι 2 θα έβρισκαν τον προμηθευτή και τον αγοραστή. Σε αυτές τις συμφωνίες η Εγγυητική Επιστολή Πιστής Εκτέλεσης θα πρέπει να διατίθεται από τον προμηθευτή, δηλαδή τους εναγόμενους 2, ως εγγύηση στον αγοραστή ότι οι εναγόμενοι 2 θα εφοδιάσουν το πετρέλαιο. Σε περίπτωση μη παράδοσης του πετρελαίου, οι εναγόμενοι 2 θα χάσουν την Εγγυητική Επιστολή Πιστής Εκτέλεσης, η οποία ανερχόταν στο 2% της αξίας του πετρελαίου. Οι ενάγοντες, ως χρηματοδότες, θα συνεισέφεραν στις Εγγυητικές Επιστολές Πιστής Εκτέλεσης και θα μοιράζονταν τα κέρδη που θα προέκυπταν από τη συναλλαγή μεταξύ του αγοραστή και του πωλητή με τους εναγόμενους
- Λόγω του ικανοποιητικού επιπέδου εμπιστοσύνης που υπήρχε τότε μεταξύ των δύο εταιρειών, και κατόπιν διαβουλεύσεων μεταξύ του κ. Laing και των εναγομένων 5 και 6, υπογράφηκαν 3 Συμφωνίες Αμετάκλητης Πληρωμής, στις 18.3.2011, 29.3.2011 και 29.4.2011, οι οποίες επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 6-8 στην ένορκη δήλωση του κ. Laing. Όλες οι εν λόγω Συμφωνίες προνοούσαν ότι όλες οι διαφορές ή διαφωνίες οι οποίες θα προκύψουν από τις Εντολές Πληρωμής θα πρέπει να διευθετηθούν από το Διαιτητικό Δικαστήριο του Λονδίνου, και η απόφαση αυτού θα θεωρείται τελική και δεσμευτική τόσο για τους ενάγοντες όσο και για τους εναγόμενους
- Ήταν όρος των Αμετάκλητων Εντολών Πληρωμής ότι αυτές θα υποβάλλονταν στους εναγόμενους 1 οι οποίοι ορίζονταν ως ο ταμίας που θα διένεμε στους ενάγοντες και τους εναγόμενους 2 τα έσοδα που θα προέκυπταν από τη συμφωνία πώλησης πετρελαίων. Οι εναγόμενοι 2 ήταν υπεύθυνοι να υποβάλουν τις εκτελεσθείσες Αμετάκλητες Εντολές Πληρωμής στους εναγόμενους 1, να λάβουν την έγκριση τους ότι έγιναν αποδεκτές και να επιστρέψουν αντίγραφα τέτοιων Εντολών στους ενάγοντες και τους εναγόμενους 5 και
- Σύμφωνα με τους όρους των 3 Αμετάκλητων Εντολών Πληρωμής και κατόπιν αιτήματος της εναγόμενης 4, εκπρόσωπου των εναγομένων 2, τα ποσά των US$600,000, US$800,000 και US$575,000 μεταφέρθηκαν από τον λογαριασμό των εναγόντων στον λογαριασμό των εναγομένων 2 που διατηρούν στους εναγόμενους
- Αντίγραφα των τραπεζικών καταστάσεων που δείχνουν τη μεταφορά των εν λόγω ποσών επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 4 και 5 στην ένορκη δήλωση του κ. Laing. Στις πρώτες 3 βδομάδες οι εναγόμενοι 2, μέσω των εναγομένων 5 και 6, ενημέρωναν τους ενάγοντες για την πρόοδο ως προς την εφαρμογή των Συμφωνιών, και έριχναν ευθύνες στους εναγόμενους 1 αναφορικά με τις Εγγυητικές Επιστολές Πιστής Εκτέλεσης. Μετά τα γεγονότα που αφορούν τη Συμφωνία με τον Κινέζο αγοραστή και τις πολλές καθυστερήσεις κατά την εκτέλεση των συμφωνιών πετρελαίου που βρίσκονταν πίσω από τις 3 Αμετάκλητες Εντολές Πληρωμής, στις 20.5.2011 ο κ. Laing απέστειλε Υπόμνημα Απαίτησης μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος, Τεκμήριο 9 στην ένορκη του δήλωση, στους εναγόμενους 5 και 6, και στον δικηγόρο τους στο Ισραήλ, κ. Ayal Shenhav, για την άμεση επιστροφή του ποσού των US$1.975 εκατομμυρίων στον τραπεζικό λογαριασμό των εναγόντων που διατηρούν στους εναγόμενους
- Οι εναγόμενοι 5 και 6 απάντησαν ότι δεν απέτυχαν να εκπληρώσουν τις δεσμεύσεις τους προς τους ενάγοντες, και τον Μάιο 2011 ο κ. Laing μετέβη στο Ισραήλ για να έχει συνάντηση με τους εναγόμενους 5 και 6 αναφορικά με τη δόλια επιστολή του Ρωσικού Διυλιστηρίου και τη μη εκτέλεση της Σύμβασης από τους εναγόμενους 2 αναφορικά με την προμήθεια πετρελαίου στους ενάγοντες. Ο εναγόμενος 5 δεν παρευρέθηκε στη συνάντηση, ενώ η εναγόμενη 6 παραδέχθηκε ότι οι εναγόμενοι 2 δεν εκπλήρωσαν τις υποχρεώσεις τους, θα καταχωρούσαν αγωγή στο Διεθνές Εμπορικό Επιμελητήριο εναντίον του προμηθευτή του πετρελαίου που προέβη στην απάτη, και βρίσκονταν σε διαπραγματεύσεις με νέους προμηθευτές πετρελαίου προς αντικατάσταση των προηγούμενων για την εκτέλεση των Συμφωνιών Ενταλμάτων Πληρωμής. Η εναγόμενη 6 ανέφερε ακόμα στον κ. Laing ότι οι εναγόμενοι 2 θα αποζημίωναν τους ενάγοντες με το ποσό των US$500.000 για τη ζημιά που υπέστηκαν λόγω της μη εκτέλεσης της συμφωνίας με τον Κινέζο αγοραστή εκ μέρους των εναγομένων
- Έτσι, οι ενάγοντες απέσυραν την Απαίτηση τους για την επιστροφή του ποσού των US$1.975 εκατομμυρίων και επέτρεψαν στους εναγόμενους 2 να προχωρήσουν με τις 3 Συμφωνίες Ενταλμάτων Πληρωμής. Μάλιστα, ενώ αρχικά συμφωνήθηκε όπως το εν λόγω ποσό κατατεθεί σε λογαριασμό μεσεγγύησης, τελικά αυτό δεν έγινε ποτέ καθότι οι εναγόμενοι 5 και 6 ισχυρίστηκαν ότι αυτό θα ήταν χρονοβόρο και έτσι θα εμποδιζόταν η πρόοδος της Συμφωνίας αναφορικά με το τρίτο ένταλμα πληρωμής. Σε αυτό το σημείο ο κ. Laing κατηγορεί τον εαυτό του που έδειξε εμπιστοσύνη στους εναγόμενους αναφορικά με τις προαναφερθείσες συναλλαγές, καθότι οι ενάγοντες κατέληξαν να είναι θύματα δόλου και συνομωσίας με τεράστιες οικονομικές απώλειες. Τα προβλήματα και οι καθυστερήσεις με την εφαρμογή των Εγγυητικών Επιστολών Πιστής Εκτέλεσης συνεχίζονταν, και, όπως ο κ. Laing ανακάλυψε αργότερα, οι εναγόμενοι 2 εξασφάλισαν επιστολή των εναγομένων 1, ημερ. 14.6.2011, με την οποία βεβαιωνόταν ότι στις 10.6.2011 οι εναγόμενοι 2 κατείχαν το ποσό των US$1,060,980.40 στον λογαριασμό τους. Η εν λόγω επιστολή επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 11 στην ένορκη δήλωση του κ. Laing. Προφανώς αυτή θα χρησιμοποιείτο ως βεβαίωση της ύπαρξης ποσού US$1 εκατομμυρίου, την οποία ζητούσε ένας αγοραστής, όπως του είχε αναφέρει η εναγόμενη
- Ακολούθως ο κ. Laing απευθυνόταν προς την εναγόμενη 6 εκφράζοντας την ανησυχία του για την ασφάλεια και την τύχη του ποσού των US$1.975 εκατομμυρίων, αλλά ούτε αυτή ούτε και ο εναγόμενος 5 ήταν διαθέσιμοι. Τον Ιούλιο 2011 η εναγόμενη 6 ενημέρωσε τον κ. Laing για τις Συμφωνίες Ενταλμάτων Πληρωμής και περί τα τέλη Ιουλίου 2011 η εναγόμενη 6 ενημέρωσε τον κ. Laing ότι μία εταιρεία Saharaneft ήταν η κινητήρια δύναμη για την προμήθεια του πετρελαίου προς τους εναγόμενους
- Στις 12.8.2011 η εναγόμενη 6 ενημέρωσε τον κ. Laing ότι αντίγραφα των συμβάσεων μεταξύ της εν λόγω εταιρείας και των εναγομένων 2 παραλήφθηκαν από τους δικηγόρους των τελευταίων στο Ισραήλ. Δεν υπήρχε μόνο η Απόδειξη Προϊόντος, η οποία προφανώς θα αποστελλόταν κατ΄ ευθείαν στους εναγόμενους
- Περί τα μέσα Αυγούστου 2011 ο κ. Laing ζήτησε από τους εναγόμενους 5 και 6 την επιστροφή ποσού US$800,000 από τα χρήματα των εναγόντων, όμως η εναγόμενη 6 του είπε ότι αυτό δεν ήταν εφικτό επειδή χρειάζονταν όλο το κεφάλαιο για να ολοκληρώσουν τις συναλλαγές. Διαβεβαίωσε τον κ. Laing ότι η Απόδειξη Προϊόντος βρισκόταν καθ΄ οδόν. Η κατάσταση δεν προχωρούσε και παρόλο που ο κ. Laing ζήτησε επανειλημμένα από τους εναγόμενους 5 και 6 λεπτομερή ανάλυση των 3 Συμφωνιών, δεν έλαβε απάντηση. Έτσι, στις 26.8.2011 ζήτησε επιστροφή του ποσού των US$1.975 εκατομμυρίων στον λογαριασμό των εναγόντων. Στις αρχές Σεπτεμβρίου 2011 διευθετήθηκε συνάντηση με τους εναγόμενους 5 και 6 στη Χάιφα, αλλά τελικά ο κ. Laing συνάντησε μόνο την εναγόμενη 6 καθότι ο εναγόμενος 5 αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα υγείας. Η εναγόμενη 6 του είπε ότι η Απόδειξη Κεφαλαίων που είχε τεθεί στα US$38 εκατομμύρια στον ενδεχόμενο αγοραστή πετρελαίου στοίχισε περίπου US$70,000, ποσό το οποίο αφαιρέθηκε από το κεφάλαιο των εναγόντων. Ο κ. Laing δυσαρεστήθηκε πολύ με αυτή την εξέλιξη καθότι δεν έδωσε την έγκριση του γι΄ αυτή την κίνηση. Επίσης ο κ. Laing πληροφορήθηκε από την εναγόμενη 6 ότι περίπου ποσό US$800,000 των εναγόντων είχε μετατραπεί σε Ομόλογα των Ηνωμένων Πολιτειών επειδή ο εναγόμενος 5 φοβόταν την πτώση του Δολαρίου των ΗΠΑ και οι εναγόμενοι 1 ενδεχομένως να χρεοκοπούσαν, και τότε η εναγόμενη 6 του παρουσίασε την επιστολή των εναγομένων 1, Τεκμήριο
- Ακόμα του ανέφερε ότι το ποσό των US$70,000 είχε χρησιμοποιηθεί για τους σκοπούς της Saharaneft, όπως αναφέρεται πιο πάνω, και ότι ποσό US$1.86 εκατομμυρίων βρισκόταν στον λογαριασμό των εναγομένων 2 σε μετρητά και ομόλογα, χωρίς όμως να μπορεί να παρουσιάσει βεβαίωση του τραπεζικού λογαριασμού των εναγομένων 2 που διατηρούν στους εναγόμενους
- Η εναγόμενη 6 επέρριψε ευθύνη στους εναγόμενους 1 για την καθυστέρηση στην επικύρωση της Απόδειξης Προϊόντος προς υλοποίηση των συμβάσεων με τη Saharaneft. Ο κ. Laing ζήτησε την αναθεώρηση των 3 Συμφωνιών Εντολών Πληρωμής και τότε πληροφορήθηκε ότι η εταιρεία M&M, στην οποία γίνεται αναφορά στις εν λόγω Συμφωνίες, δεν ήταν οι εναγόμενοι 2 αλλά άλλη εταιρεία, οι εναγόμενοι 3, που είναι επίσης εταιρεία νομίμως συσταθείσα στις Βρετανικές Παρθένους Νήσους. Ο κ. Laing οδηγήθηκε στο συμπέρασμα ότι η M&M ήταν οι εναγόμενοι 2, και γι΄ αυτό μετέφερε το ποσό των US$1.975 εκατομμυρίων στον τραπεζικό λογαριασμό που οι εναγόμενοι 2 διατηρούν στους εναγόμενους 1 με βάση τα στοιχεία του λογαριασμού που του δόθηκαν από την εναγόμενη 6, βασιζόμενος στην εμπιστοσύνη. Η εναγόμενη 6 είπε στον κ. Laing ότι αυτή είναι κάτοχος του 50% και διευθύνουσα σύμβουλος των εναγομένων 3, και ότι σκοπός τους ήταν να ανοίξουν λογαριασμό στο όνομα των εναγομένων 3 στους εναγόμενους 1, όμως αυτό δεν έγινε ποτέ. Ούτε τέθηκε σε ισχύ οποιαδήποτε αναθεωρημένη συμφωνία μεταξύ των εναγομένων 2 ή 3 και των εναγόντων. Επειδή δεν υπήρχε πρόοδος, στις 11.9.2011 ο κ. Laing ζήτησε από τους εναγόμενους 5 και 6 τη μεταφορά ποσού US$100,000 καθότι το χρειαζόταν για άλλη συμφωνία. Παρά τη βεβαίωση της εναγόμενης 6 ότι το έμβασμα θα γινόταν και μετά την προβολή διαφόρων προφάσεων, στις 20.9.2011 η εναγόμενη 6 ενημέρωσε τον κ. Laing ότι έγινε μεταφορά ποσού US$75,000 μόνο, λόγω εσφαλμένου υπολογισμού των ομολόγων που είχαν πωληθεί, και ότι η μεταφορά του υπολοίπου θα γινόταν σύντομα. Παρά τη διαβεβαίωση της εναγόμενης 6 ότι δόθηκαν οδηγίες προς τους εναγόμενους 1 για τη μεταφορά του υπολοίπου ποσού με την πώληση ομολόγων, διαπιστώθηκε ότι τέτοιες οδηγίες δεν είχαν δοθεί στους εναγόμενους
- Παρόλες τις συνεχείς επικοινωνίες μεταξύ του κ. Laing και της εναγόμενης 6, η μεταφορά των US$25,000 δεν έγινε. Ακολούθησε συνεχής ενημέρωση από την εναγομένη 6 για την εκτέλεση των αναθεωρημένων Εντολών Πληρωμής, όμως στις 3.10.2011 διαφάνηκε ότι η Saharaneft προσπαθούσε δόλια να εισπράξει πληρωμή ποσού US$38 εκατομμυρίων και να διαπράξει απάτη εις βάρος των εναγομένων 2 με πλαστά έγγραφα. Η εναγόμενη 6 του είπε ότι θα παρέδιδε τα έγγραφα στους δικηγόρους για σκοπούς καταγγελίας της εταιρείας. Ταυτόχρονα, η εναγόμενη 6 είπε στον κ. Laing ότι υπήρχε εναλλακτικός προμηθευτής, η Novoil, και θα χρειάζονταν το ποσό των US$1,230 εκατομμυρίων υπό μορφή Εγγύησης Πιστής Εκτέλεσης, προμήθειες και διαβουλευτικά τέλη, από το οποίο το ποσό των US$130,000 ως διαβουλευτικά τέλη έπρεπε να τεθούν ως η πρώτη πληρωμή σε αυτή, και ότι ζήτησε πολλές φορές από τον εναγόμενο 5 τη μεταφορά του εν λόγω ποσού, χωρίς αποτέλεσμα, και έτσι παρουσιάστηκε πρόβλημα με τη συμφωνία με την εν λόγω εταιρεία. Η εναγόμενη 6 επανέφερε το θέμα της Saharaneft η οποία πρότεινε να παρουσιάσει γνήσια έγγραφα για την Απόδειξη Προϊόντος, και τελικά διευθετήθηκε συνάντηση μεταξύ του κ. Laing και της εναγόμενης 6 στο Τελ Αβίβ με σκοπό τη ρευστοποίηση των ομολόγων και τη μεταφορά του κεφαλαίου στον λογαριασμό των εναγόντων. Στην εν λόγω συνάντηση που έγινε στις 8.11.2011, ο κ. Laing συνάντησε την εναγόμενη 6, η οποία ήταν ιδιαίτερα ανήσυχη, και του είπε ότι μίλησε με τον εναγόμενο 5 ο οποίος την πληροφόρησε ότι θα έπαιρνε διαζύγιο από την εναγόμενη 4, και ότι η τελευταία, υπό την ιδιότητα της ως διευθύνουσας συμβούλου και αποκλειστικής υπογράφουσας εκ μέρους των εναγομένων 2, μετέφερε ένα μεγάλο ποσό από το κεφάλαιο των εναγόντων σε προσωπικό της λογαριασμό που διατηρεί στους εναγόμενους 1 και χρησιμοποιήθηκε για την αγορά ομολόγων και την κάλυψη προσωπικών της εξόδων, και ότι μέρος του κεφαλαίου των εναγόντων μεταφέρθηκε σε λογαριασμό προσωπικού καταπιστεύματος ή διαχειριστών κεφαλαίων που ήταν γνωστά στην εναγόμενη
- Η εναγόμενη 6 τον πληροφόρησε επίσης ότι είχε παραδώσει στους εναγόμενους 4 και 5 την Ειδοποίηση Απαίτησης για επιστροφή του ποσού στον λογαριασμό των εναγόντων. Ο κ. Laing έμεινε σοκαρισμένος από αυτές τις αποκαλύψεις, και τότε αντιλήφθηκε γιατί δεν μπορούσε να γίνει η μεταφορά των US$25,000 και η πληρωμή των US$130,000, και ότι αυτός και οι ενάγοντες έπεσαν θύματα δόλου και τα χρήματα των εναγόντων υπεξαιρέθηκαν για αλλότριους προς τις Συμφωνίες σκοπούς. Ενώ αναφορικά με τις Αμετάκλητες Εντολές Πληρωμής, ο ίδιος δικηγόρος στο Ισραήλ, κ. Ayal Shenhav, ενεργούσε ως σύμβουλος τόσο των εναγόντων όσο και των εναγομένων 2, μετά την εξέλιξη των πιο πάνω γεγονότων, ο κ. Laing προσέλαβε δικηγόρο που εδρεύει στο Τελ Αβίβ, τον κ. Avi Pick, και του έδωσε οδηγίες να λάβει τα απαραίτητα δικαστικά μέτρα για την προστασία των συμφερόντων των εναγόντων. Έτσι κινήθηκε η αγωγή αρ. 54085-11-11 στο Οικονομικό Περιφερειακό Δικαστήριο του Τελ Αβίβ εκ μέρους των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 4 και 5 με βάση τις προσωπικές ενέργειες αυτών. Από τις εν λόγω ενέργειες των εναγομένων 4 και 5 προκύπτει ότι αυτοί υπέχουν προσωπική ευθύνη για παράβαση σύμβασης και υποχρέωση αποκατάστασης, για αδικαιολόγητο πλουτισμό, και για έλλειψη καλής πίστης και υποχρέωση αποζημίωσης, δυνάμει των Νόμων του Ισραήλ. Η επιστολή του δικηγόρου των εναγόντων, κ. Avi Pick, ημερ. 26.2.2012, αναφέρεται σε επιστολή του κ. Ayal Shenhav στην οποία αναγνωρίζει τις υπογραφές των εναγομένων στις μεταφορές του κεφαλαίου των εναγόντων από τον λογαριασμό των εναγομένων 2 (σχετικό είναι το Τεκμήριο 31 στην ένoρκη δήλωση του κ. Laing), και αυτή αποτελεί ισχυρό αποδεικτικό στοιχείο ότι τα χρήματα που μεταφέρθηκαν στον λογαριασμό των εναγομένων 2 που διατηρούν στους εναγόμενους 1 έχουν ήδη υπεξαιρεθεί. Επίσης διαφάνηκε ότι τα χρήματα μεταφέρθηκαν σε λογαριασμό καταπιστεύματος τον οποίον χειρίζονται οι εναγόμενοι. Επίσης, επιστολή του δικηγόρου των εναγομένων 2, κ. Ayal Shenhav, ημερ. 20.2.2012 προς τον δικηγόρο των εναγόντων, κ. Avi Pick, επιβεβαιώνει ότι στον Ιούνιο 2011 τα χρήματα που ήταν το αντικείμενο των Συμφωνιών μεταφέρθηκαν από τον λογαριασμό των εναγομένων 2 στον λογαριασμό της εναγόμενης 4 που διατηρεί στους εναγόμενους 1, και ότι η συζήτηση αυτού του θέματος έγινε με τον εναγόμενο 5 ενώ τα έγγραφα για τη μεταφορά υπογράφηκαν από την ίδια την εναγόμενη
- Η εν λόγω επιστολή αποτελεί το Τεκμήριο 32 στην ένορκη δήλωση του κ. Laing. Στο πλαίσιο της αγωγής στο Ισραήλ οι ενάγοντες αξίωσαν την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος δέσμευσης, και το Δικαστήριο δήλωσε ότι θα εξέταζε το αίτημα με εύνοια νοουμένου ότι οι ενάγοντες θα παρουσίαζαν τραπεζικά έγγραφα που θα καθόριζαν τις αξιώσεις τους. Έτσι, η αξίωση για τα προσωρινά διατάγματα αποσύρθηκε προσωρινά μέχρις ότου τα εν λόγω έγγραφα είναι διαθέσιμα και οι ενάγοντες διατηρούν το δικαίωμα να καταχωρήσουν νέα αίτηση ενώπιον του Δικαστηρίου του Ισραήλ για τον ίδιο σκοπό. Με βάση τα γεγονότα, είναι πλέον εμφανές ότι η εναγόμενη 4 διατηρεί προσωπικό λογαριασμό στους εναγόμενους 1, και ότι μέρος ή ολόκληρο το ποσό που είχε αρχικά κατατεθεί στον λογαριασμό των εναγομένων 2 δυνάμει των 3 Συμφωνιών μεταφέρθηκε στον προσωπικό λογαριασμό της εναγόμενης 4 που διατηρεί στους εναγόμενους 1 ή σε άλλο λογαριασμό στο εξωτερικό, όπως τον προαναφερόμενο λογαριασμό καταπιστεύματος. Οι ενάγοντες υποψιάζονται ότι ενδεχομένως να μην έχει απομείνει οποιοδήποτε κεφάλαιο στον τραπεζικό λογαριασμό που οι εναγόμενοι 2 διατηρούν στους εναγόμενους
- Επίσης οι ενάγοντες υποψιάζονται ότι οι εναγόμενοι 2 και κυρίως η εναγόμενη 4 χρησιμοποίησαν το κεφάλαιο που μεταφέρθηκε στον λογαριασμό των εναγομένων 2 για προσωπικούς τους σκοπούς και όχι για τον σκοπό των 3 Συμφωνιών, και οι ενάγοντες έλαβαν όλα τα απαραίτητα μέτρα αλλά δεν είναι σε θέση να καθορίσουν ολόκληρη την αλυσίδα των γεγονότων ή τις ταυτότητες των προσώπων που εμπλέκονται στο εν λόγω σχέδιο απάτης, και γι΄ αυτό η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων είναι αναγκαία για τον σκοπό επανέναρξης δικαστικής διαδικασίας στο Ισραήλ, πιθανής λήψης δικαστικών μέτρων εντός δικαιοδοσίας και παραπομπής της επίδικης διαφοράς σε Διεθνή Διαιτησία. Οι ενάγοντες ήδη απέστειλαν Ειδοποίηση Πρόθεσης υποβολής της διαφοράς μεταξύ τους και των εναγομένων 3 σε Διεθνή Διαιτησία στο Λονδίνο, όμως λόγω της σύγχυσης που προκλήθηκε από τους εναγόμενους 2-5, αυτή στάληκε στους εναγόμενους 2 αντί στους εναγόμενους
- Η εν λόγω Ειδοποίηση είναι το Τεκμήριο 34 στην ένορκη δήλωση του κ. Laing. Οι ενάγοντες αποσκοπούν στην υποβολή Αίτησης για Διαιτησία με βάση τη ρήτρα διαιτησίας στις Συμφωνίες, και αναφορά της διαφοράς τους με τους εναγόμενους 3 στις Διεθνείς Διαδικασίες Διαιτησίας με έδρα το Λονδίνο. Οι αξιώσεις των εναγόντων εναντίον τόσο των εναγομένων 3 όσο και των υπολοίπων αδικοπραγούντων αφορούν συνομωσία, αδικαιολόγητο πλουτισμό, σφετερισμό, ανέντιμη βοήθεια και διάρρηξη σύμβασης, με αποτέλεσμα την παράνομη στέρηση από τους ενάγοντες του ποσού των US$1,925 εκατομμυρίων. Σύμφωνα με πληροφορίες που ο κ. Laing έχει λάβει από τον δικηγόρο των εναγόντων, κ. Avi Pick, οι εναγόμενοι 4 και 5 οφείλουν χρήματα και σε άλλα πρόσωπα και έχουν τοποθετηθεί από τις αρμόδιες Ισραηλινές αρχές στον κατάλογο των προσώπων των οποίων η έξοδος από το Ισραήλ απαγορεύεται. Οι εν λόγω εναγόμενοι διατηρούν τραπεζικό λογαριασμό σε 2 και 3 τράπεζες αντίστοιχα, ενώ οι εναγόμενοι 2 φαίνονται στην επίσημη λίστα «OPEC Blacklist». Ο δικηγόρος των εναγόντων, κ. Avi Pick, επικοινώνησε με τον δικηγόρο της εναγόμενης 4 για διακανονισμό της επίδικης διαφοράς, όμως διαφάνηκε ότι η όλη επικοινωνία ήταν ακόμα μία τακτική παραπληροφόρησης και καθυστέρησης εκ μέρους της εναγόμενης
- Τέλος, ο κ. Laing εκφράζει τη θέση ότι οι ενάγοντες έχουν δείξει ότι ο σκοπός τους είναι η αποκατάσταση της δικαιοσύνης, και έτσι ζητά την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Οι λόγοι ένστασης είναι ότι δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των διαταγμάτων Norwich Pharmacal, οι ενάγοντες δεν αποκαλύπτουν αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των εναγομένων 1, και τα ενδιάμεσα αιτούμενα διατάγματα είναι ταυτόσημα με τις θεραπείες που ζητούνται στην αγωγή και σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης, η αγωγή θα καταστεί άνευ αντικειμένου. Επίσης, οι εναγόμενοι 1 δεσμεύονται συμβατικά και/ή νομικά κατ΄ εφαρμογή της αρχής της εμπιστευτικότητας και από το Τραπεζικό Απόρρητο να μην αποκαλύψουν οποιαδήποτε στοιχεία στο πλαίσιο της επαγγελματικής τους ιδιότητας σε σχέση με εταιρείες, δεν δικαιολογείται επαρκώς η αναγκαιότητα έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων ούτε και στοιχειοθετείται η ανάμειξη των εναγομένων 1 στην ισχυριζόμενη αδικοπραξία, οι ενάγοντες καταχώρησαν ήδη αγωγή στο Ισραήλ και επομένως γνωρίζουν εναντίον ποιων προσώπων θα κινηθούν και ποια είναι η βάση των αξιώσεων τους, και έτσι η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δεν εξυπηρετεί οποιονδήποτε σκοπό, αλλά αυτά ουσιαστικά αποτελούν προσπάθεια «ψαρέματος μαρτυρίας». Τέλος, το διάταγμα φίμωσης είναι καταχρηστικό και/ή έχει καταστεί άνευ αντικειμένου, εφόσον τα μέρη στα οποία απαγορεύεται να μιλήσουν οι εναγόμενοι 1 αποτελούν εναγόμενους στην παρούσα αγωγή και θα πρέπει να ενημερωθούν για τη διαδικασία. Τα γεγονότα στα οποία βασίζεται η ένσταση περιέχονται στη συνημμένη σε αυτή ένορκη δήλωση του κ. Δημήτρη Ζησιμίδη, υπάλληλου των εναγομένων 1, στην οποία ουσιαστικά επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης και αναφέρει ακόμα τα ακόλουθα. Οι αρχές των υποθέσεων Norwich Pharmacal και Banker's Trust δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση, καθότι οι ενάγοντες δεν απεκάλυψαν τη διάπραξη οποιασδήποτε αδικοπραξίας εναντίον τους και η αγωγή στο Ισραήλ εναντίον της εναγόμενης 5 απορρίφθηκε. Τα αιτούμενα στοιχεία δεν είναι αναγκαία για να καταστεί δυνατή η έγερση αγωγής ή η καταχώρηση έκθεσης απαίτησης, καθότι οι ενάγοντες έχουν καταχωρήσει αγωγή στο Ισραήλ εναντίον των εναγομένων 4 και 5 μόνο και όχι και εναντίον των εναγομένων 2, 3 και
- Επίσης, στην εν λόγω αγωγή φαίνεται ότι οι αιτίες αγωγής έχουν αποκρυσταλλωθεί και σε αυτές δεν περιλαμβάνονται η υπεξαίρεση, ο δόλος και η απάτη, και συνεπώς τα αιτούμενα διατάγματα δεν είναι απαραίτητα για την περαιτέρω πορεία της αγωγής ή για την έγερση άλλων νομικών μέτρων. Ο κ. Ζησιμίδης αναφέρει περαιτέρω ότι οι ενάγοντες ουσιαστικά επιζητούν την εξασφάλιση μαρτυρίας προς υποστήριξη των θέσεων τους, τυχόν παραπομπή σε διαιτησία θα είναι καταχρηστική εφόσον η απαίτηση των εναγόντων εναντίον της εναγόμενης 5 έχει απορριφθεί από το Δικαστήριο του Ισραήλ, οι ενάγοντες γνωρίζουν πολύ καλά την υπόθεση τους που αφορά τη μη τήρηση των Εντολών Πληρωμής, και οι εναγόμενοι 1 δεν έχουν οποιαδήποτε ανάμειξη σε αυτή, δεσμεύονται από το Τραπεζικό Απόρρητο και δεν έχει εξειδικευθεί δημόσιο συμφέρον που να δικαιολογεί την άρση του Τραπεζικού Απορρήτου. Γι΄ αυτό ο κ. Ζησιμίδης ζήτησε την απόρριψη των αιτούμενων διαταγμάτων εναντίον των εναγομένων
- Οι δικηγόροι των δύο πλευρών κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις στο πλαίσιο της ακρόασης της υπό κρίση αίτησης, οι οποίες ήταν πολύ εμπεριστατωμένες και ιδιαίτερα διαφωτιστικές για το Δικαστήριο. Στην αγόρευση του ο δικηγόρος των εναγόντων έκανε μία αναφορά στα γεγονότα και στη νομική πτυχή της υπό κρίση αίτησης, και επεσήμανε ότι με αυτή οι ενάγοντες επιδιώκουν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων αποκάλυψης εναντίον των εναγομένων 1, καθότι αυτοί αναμείχθηκαν αθώα στην αδικοπραξία που διαπράχθηκε εναντίον των εναγόντων, για να εντοπίσουν τυχόν αδικοπραγήσαντες που βοήθησαν τους εναγόμενους 2-6 να διαπράξουν παράνομες και δόλιες πράξεις εναντίον τους, να εντοπίσουν περιουσιακά στοιχεία (διαδρομή κίνησης κεφαλαίων) τα οποία οι εναγόμενοι 2-6 παράνομα και δόλια αποξένωσαν με τη βοήθεια ενδιάμεσων τρίτων προσώπων, και να δικογραφήσουν και αποδείξουν τις αδικοπραξίες που διαπράχθηκαν σε βάρος τους. Ήταν η εισήγηση του Δρα Κούρτελλου ότι το γεγονός ότι με την υπό κρίση αίτηση ζητούνται ταυτόσημες θεραπείες με την αγωγή δεν αποκλείει την επιτυχία της αίτησης, και επεξήγησε ότι αναφορικά με το θέμα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου η παρούσα περίπτωση παρουσιάζει μία ιδιαιτερότητα. Ενώ η συνήθης διαδικασία είναι η καταχώρηση γενικής αίτησης προς επικουρία σκοπούμενης Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας, εδώ καταχωρήθηκε αγωγή λόγω της φύσης των αιτούμενων διαταγμάτων που περιλαμβάνουν διατάγματα αποκάλυψης που δεν είναι «συντηρητικά» όπως καθορίζει το άρθρο 9 του Ν.101/
- Ο συνδυασμός των αιτητικών για την έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης και φίμωσης, δυνάμει του άρθρου 32 του Ν.14/60 και του δίκαιου της επιείκειας, καθώς επίσης του συντηρητικού επικουρικού διατάγματος δυνάμει του άρθρου 9 του Ν.101/87 (που δεν αποτελεί επίδικο αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας) παρέχουν δικαιοδοσία στο Δικαστήριο για την παροχή των αιτούμενων θεραπειών στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής. Με μία εκτενή ανάλυση και παραπομπή στη σχετική νομολογία, ήταν η θέση του Δρα Κούρτελλου ότι οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων ικανοποιούνται. Ειδικότερα, ο Δρ. Κούρτελλος ανέφερε ότι οι εναγόμενοι 1 είναι τρίτο αθώο πρόσωπο το οποίο έχει αναμειχθεί στην παράνομη πράξη, και ότι η αιτούμενη θεραπεία μπορεί να δοθεί ακόμα και στις περιπτώσεις όπου η ταυτότητα του αδικοπραγήσαντος είναι γνωστή αλλά επιζητείται η αποκάλυψη σημαντικών πληροφοριών για να καταστεί δυνατή η καταχώρηση της απαίτησης ή όπου ο αιτητής επιζητεί ελλείπον μέρος της υπόθεσης του. Ο Δρ. Κούρτελλος εισηγήθηκε ότι τηρούνται όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 και το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει σε μεγάλο βαθμό υπέρ των εναγόντων, και ότι οι ενάγοντες έλαβαν όλα τα απαραίτητα μέτρα αλλά αδυνατούν να σκιαγραφήσουν όλο το μωσαϊκό των γεγονότων ή να αναγνωρίσουν άλλα πρόσωπα που πιθανό να εμπλέκονται στις καταδολιευτικές ενέργειες εναντίον τους, και έτσι να μπορούν να προωθήσουν την υπόθεση τους ενώπιον Δικαστηρίων, είτε εντός είτε εκτός δικαιοδοσίας, ή άλλων σωμάτων. Ο δικηγόρος των εναγόντων απέρριψε τον λόγο ένστασης ότι οι ενάγοντες επιζητούν αλίευση μαρτυρίας, λέγοντας ότι αυτοί προέβηκαν με ειλικρίνεια και λεπτομέρεια σε περιγραφή όλων των γεγονότων που ήταν σε γνώση τους και από τα οποία διαφαίνεται ότι αυτοί έχουν εξαπατηθεί καθότι το κεφάλαιο που πληρώθηκε στους εναγόμενους 2 δεν χρησιμοποιήθηκε για τους συμφωνηθέντες σκοπούς. Η αποτυχία της αγωγής του Ισραήλ καταδεικνύει, κατά την άποψη του Δρα Κούρτελλου, ότι οι ενάγοντες δεν κατέχουν στοιχεία ικανά να προωθήσουν τις διαδικασίες και η ανάγκη άσκησης της εξουσίας του Δικαστηρίου δυνάμει των αρχών της επιείκειας καθίσταται πρόδηλη για να αποδοθεί δικαιοσύνη. Το δημόσιο συμφέρον για αποκάλυψη προέχει έναντι της εμπιστευτικότητας, την οποία οι εναγόμενοι 1 επικαλούνται, για την επιδίωξη της καταστολής δόλιων πράξεων. Το δε διάταγμα φίμωσης είναι παρεπόμενο του διατάγματος αποκάλυψης. Επομένως, ο Δρ. Κούρτελλος ανέφερε ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα. Η δικηγόρος των εναγομένων 1, με τη σειρά της, εισηγήθηκε ότι οι ενάγοντες δεν αποκαλύπτουν γεγονότα από τα οποία να φαίνεται ότι έχει διαπραχθεί αδικοπραξία εις βάρος τους, καθότι τα ενδιάμεσα διατάγματα που καταχωρήθηκαν στο Δικαστήριο του Ισραήλ είτε δεν προωθήθηκαν είτε απορρίφθηκαν, όπως επίσης απορρίφθηκε η αγωγή εναντίον της εναγόμενης
- Επομένως, η θέση των εναγόντων για παραπομπή σε Διαιτησία αποτελεί παραπλάνηση και κατάχρηση διαδικασίας, καθότι οι Συμφωνίες προνοούν ότι οι διαφορές για τις εν λόγω Συμφωνίες θα επιλύονται από τα Δικαστήρια του Ισραήλ, κάτι το οποίο έγινε αλλά απέτυχε. Το γεγονός ότι οι ενάγοντες καταχώρησαν την αγωγή στο Ισραήλ καταδεικνύει ότι αυτοί έχουν εξασφαλίσει ικανοποιητική πληροφόρηση για την έναρξη δικαστικών διαδικασιών και ότι αυτή είναι τέτοια που τους οδήγησε στο ποια πρόσωπα εμπλέκονται και πρέπει να εναχθούν. Η δε πρόθεση των εναγόντων να κινήσουν διαιτητική διαδικασία είναι καταχρηστική καθότι αυτό αποτελεί μέσο για να εμπλέξουν τους εναγόμενους 2, 3 και 6, εναντίον των οποίων δεν κινήθηκαν στο πλαίσιο της αγωγής του Ισραήλ. Η κα Ιερωκηπιώτου εξέφρασε τη θέση ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 δεν τηρούνται στην παρούσα περίπτωση και ότι, σε περίπτωση έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, η αγωγή θα καταστεί άνευ αντικειμένου και έτσι η αίτηση δεν μπορεί να εγκριθεί. Ήταν ακόμα η θέση της κας Ιερωκηπιώτου ότι στην υπό κρίση περίπτωση οι εναγόμενοι 1 δεσμεύονται από το Τραπεζικό Απόρρητο και το καθήκον εμπιστευτικότητας και δεν μπορούν να προβούν σε αποκάλυψη των αιτούμενων πληροφοριών, αυτές αποσκοπούν στην αλίευση μαρτυρίας, και το διάταγμα φίμωσης θα καταστεί άνευ αντικειμένου μετά την ακρόαση της αίτησης και/ή μέχρι την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου. Η αίτηση θα πρέπει να επιδοθεί και στους υπόλοιπους εναγόμενους για να θέσουν τα γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου πριν αυτό αποφασίσει κατά πόσο οι αιτούμενες πληροφορίες είναι αναγκαίες, και εν πάση περιπτώσει το διάταγμα φίμωσης δεν μπορεί να έχει αντικείμενο από τη στιγμή που οι εναγόμενοι 2-6 εμποδίζονται να διαθέσουν οποιοδήποτε ποσό βρίσκεται στους λογαριασμούς τους εντός ή εκτός δικαιοδοσίας. Ήταν, τέλος, η εισήγηση της δικηγόρου των εναγομένων 1 ότι τα αιτούμενα διατάγματα αποκάλυψης πρέπει να απορριφθούν και το διάταγμα φίμωσης να ακυρωθεί. Σε περίπτωση, όμως, που το Δικαστήριο ήθελε εγκρίνει το αίτημα των εναγόντων, τότε η δικηγόρος των εναγομένων 1 ζήτησε την παροχή όρων από την πλευρά των εναγόντων για αποζημίωση των εναγομένων 1 για οποιεσδήποτε ζημιές ήθελαν υποστεί λόγω της συμμόρφωσης τους με τα διατάγματα και για την καταβολή των εξόδων που θα υποστούν για τον σκοπό συμμόρφωσης τους με τα διατάγματα. Η υπό κρίση αίτηση αφορά σε διατάγματα αποκάλυψης τα οποία εκδίδονται με βάση τις αρχές του δικαίου της επιείκειας και τα οποία έχουν καθιερωθεί μέσα από τις Αγγλικές αποφάσεις Norwich Pharmacal Co and others v. Commissioners of Customs & Excise
(1973)2 All E.R. 943 και Banker's Trust v. Shabira
(1980)1 W.L.R.
- Οι εν λόγω αποφάσεις έχουν υιοθετηθεί και εφαρμοστεί από τα Κυπριακά Δικαστήρια σε αριθμό αποφάσεων, στις οποίες αναγνωρίστηκε ότι για την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν τόσο οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου όσο και οι υπόλοιπες προϋποθέσεις έκδοσης των διαταγμάτων αποκάλυψης. Ενδεικτικά παραπέμπω στην υπόθεση Avila Management Services Ltd κ.ά. v. Frantisek Stepanek κ.ά, Πολ. Έφεση αρ. 54/2012, ημερ. 27.6.
- Όπως είναι καθιερωμένο, το άρθρο 32 του Ν.14/60 παρέχει το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων, κάτι το οποίο επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι προϋποθέσεις που πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του Ν. 14/60 είναι: (α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) Η ύπαρξη πιθανότητας ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, και (γ) Θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd. and Others
(1982)1 C.L.R. 557, το θέμα δεν τελειώνει εδώ, και το Δικαστήριο πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα - βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ'Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152. Σε τέτοιου είδους αιτήσεις, ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προαναφερόμενες προϋποθέσεις του άρθρου 32 για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο το Δικαστήριο στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Το Δικαστήριο, σ' αυτό το στάδιο, δεν καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, κάτι το οποίο αποτελεί την κρίση του Δικαστηρίου κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης. Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η διαπίστωση κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 663 και Γρηγορίου και άλλων ν. Χριστοφόρου και Άλλων
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, δηλαδή της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται με βάση τα δικόγραφα συζητήσιμη υπόθεση. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του ενάγοντα στην αγωγή. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Κυτάλα και Άλλοι ν. Χρυσάνθου και Άλλων
(1996)1 Α.Α.Δ.
- Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60 συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, και όπως τονίστηκε στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd. and Others (ανωτέρω), το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια αυτής της προϋπόθεσης. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά επαρκή θεραπεία η θεραπεία των αποζημιώσεων, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου
- Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Κυρισάββας κ.ά. v. Χάρη Κίζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245, λέχθηκε ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, και ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Σχετικές επί τούτου είναι επίσης οι υποθέσεις Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd, Πολ. Έφεση αρ. 304/2008, ημερ. 21.10.2011, και Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R. 231. Η φιλοσοφία πίσω από την αναγκαιότητα διάπλασης και συνεχούς εξέλιξης του δικαίου, μέσα από τις αρχές της επιείκειας, για την αντιμετώπιση των απαιτήσεων της ραγδαία αναπτυσσόμενης επιχειρηματικής και οικονομικής δραστηριότητας τόσο τοπικώς αλλά και διεθνώς, όπως αυτή προκύπτει μέσα από την έκδοση των διαταγμάτων αποκάλυψης γνωστών ως Norwich Pharmacal, αναλύεται με ιδιαίτερη λεπτομέρεια στην απόφαση στην προαναφερθείσα υπόθεση Avila Management Services Ltd κ.ά. v. Frantisek Stepanek κ.ά (ανωτέρω). Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του έντιμου Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Ναθαναήλ, το οποίο περιέχει καθοδηγητική σύνοψη των νομικών αρχών που διέπουν την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων: «Από το 1871, με την υπόθεση Upmann v. Elkan
(1871)L.R. 12 Eq. 140, αναγνωρίσθηκε η ύπαρξη δικαιοδοσίας που επιβάλλει καθήκον σε ένα άτομο που αναμείχθηκε με αδικοπραξίες άλλων ώστε να τις διευκολύνει, παρά το γεγονός ότι μπορεί να μην έχει το ίδιο προσωπική ευθύνη, να παραχωρήσει τη βοήθεια του δίδοντας πλήρεις πληροφορίες, αποκαλύπτοντας και τα ονόματα των αδικοπραγούντων. Η αρχή αυτή υιοθετήθηκε από τη Βουλή των Λόρδων στη Norwich Pharmacal - ανωτέρω - , η οποία στη συνέχεια εφαρμόστηκε και αναπτύχθηκε σε σειρά άλλων υποθέσεων, όπως την P v. T Ltd
(1997)1 WLR 1309. Σ' αυτήν, η Norwich Pharmacal επεκτάθηκε έτσι ώστε η αποκάλυψη εναντίον εναγομένου να είναι δυνατό να προσφέρει στον ενάγοντα τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει τους καρπούς της αποκάλυψης για να εγερθεί αγωγή εναντίον τρίτου προσώπου έστω και αν δεν θα ήταν δυνατό να διακριβωθεί χωρίς τις πληροφορίες, κατά πόσο το τρίτο αυτό πρόσωπο, διέπραξε αστικό αδίκημα εναντίον του ενάγοντα. Περαιτέρω, στην Ashworth Hospital Authority v. MGN Ltd
(2002)UKHL 29, η Βουλή των Λόρδων αποφάσισε ότι ως θέμα αρχής δεν χρειάζεται η δικαιοδοσία αποκάλυψης να περιορίζεται στην αποκάλυψη της ταυτότητας του αδικοπραγούντος εναντίον τρίτου προσώπου που αναμείχθηκε στην αδικοπραξία μόνο σε υποθέσεις αστικών αδικημάτων, αλλά η δικαιοδοσία αυτή είναι γενικής φύσεως, στο δίκαιο της επιείκειας, εφαρμόσιμη οποτεδήποτε ένα πρόσωπο, εναντίον του οποίου διατάσσεται η αποκάλυψη, αναμείχθηκε («mixed up») σε παράνομες ενέργειες που επεμβαίνουν και παραβιάζουν τα νόμιμα δικαιώματα του ενάγοντα. Και ενώ αρχικά το διάταγμα εκδιδόταν με αναφορά στην αναγκαιότητα αποκάλυψης της ταυτότητας του αδικοπραγούντος, στην πορεία μετεξελίχθηκε ώστε να είναι δυνατή και η συλλογή διαφόρων σχετικών πληροφοριών, (Mercantile Group (Europe) AG v. Aiyela
(1994)Q.B. 366). Στην Carlton Film Distributors Ltd v. VCI Plc
(2003)EWHC 616, η αρχή επεκτάθηκε ακόμη περαιτέρω ώστε να είναι δυνατή η εφαρμογή της σε προτιθέμενη αγωγή παραβίασης συμβατικών υποχρεώσεων. Η υπόθεση αφορούσε την αποκάλυψη πληροφοριών από τρίτο άτομο το οποίο κατασκεύαζε εμπορεύματα εκ μέρους του προτιθέμενου εναγόμενου στην αγωγή που θα εγειρόταν, ώστε ο προτιθέμενος ενάγων να μπορούσε να διαμορφώσει με ακρίβεια την αξίωση του. Οι πρϋποθέσεις εξέτασης και έκδοσης διατάγματος Norwich Pharmacal συνοψίστηκαν στην Mitsui & Co Ltd v. Nexen Petroleum UK Ltd
(2005)EWHC 625, όπου λέχθηκε ότι: «(
- i)a wrong must have been carried out, or arguably carried out, by an ultimate wrongdoer; (
- ii)there must be the need for an order to enable action to be brought against the ultimate wrongdoer; and (iii) the person against whom the order is sought must: (
- a)be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing; and (
- b)be able or likely to provide the information necessary to enable the ultimate wrongdoer to be sued.» Σε μετάφραση: «(
- i)πρέπει να έχει λάβει χώραν ή κατ΄ ισχυρισμόν να έχει λάβει χώραν μια αδικοπραξία από ένα τελικό αδικοπραγούντα, (
- ii)πρέπει να διαπιστώνεται ανάγκη για την έκδοση διατάγματος ώστε να είναι δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος και (iii) το πρόσωπο εναντίον του οποίου επιδιώκεται η έκδοση πρέπει: (α) να έχει αναμειχθεί κατά τρόπο που να έχει διευκολύνει την αδικοπραξία και (β) να είναι σε θέση ή πιθανόν να είναι σε θέση να παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες που θα καταστήσουν δυνατή την έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος.» Βεβαίως, η δυνατότητα έκδοσης του διατάγματος τελεί πάντοτε υπό την αίρεση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου το οποίο δεν θα ικανοποιήσει το αίτημα εάν οι πληροφορίες μπορούν να ληφθούν με κάποιο άλλο διαθέσιμο τρόπο ή το Δικαστήριο δεν πεισθεί ότι υπάρχει πράγματι πρόθεση έγερσης αγωγής εναντίον του αδικοπραγούντος. Περαιτέρω, το Δικαστήριο θα ζυγίσει παράγοντες όπως τη σοβαρότητα της συμπεριφοράς του κατ΄ ισχυρισμόν αδικοπραγούντος, (Interbrew SA v. Financial Times Ltd The Times 4.1.2002). Το ζητούμενο δεν είναι η ευκολία ή η επιθυμία λήψης των πληροφοριών, αλλά η αναγκαιότητα του όλου εγχειρήματος. Εάν υπάρχουν γεγονότα τα οποία χρήζουν διερεύνησης κατά τη δίκη, δεν θεωρείται πρέπον να εκδοθεί διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal επί αιτήματος πριν την ίδια τη δίκη. Το διάταγμα δεν αποσκοπεί στην απλή ικανοποίηση της λήψης στοιχείων για σκοπούς περιέργειας.» Πριν προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της υπό κρίση αίτησης, θεωρώ σκόπιμο να ασχοληθώ με το θέμα της δικαιοδοσίας που έθεσε ο δικηγόρος των εναγόντων. Αρχικά αναφέρω ότι η πλευρά των εναγομένων 1 ουδόλως αμφισβήτησε τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής και των αιτούμενων σε αυτή θεραπειών καθώς επίσης στο πλαίσιο της υπό κρίση αίτησης. Η νομική αρχή που καθιερώθηκε στην υπόθεση Norwich Pharmacal Co and others v. Commissioners of Customs & Excise (ανωτέρω) αποτελεί αυτοτελή αιτία αγωγής, η οποία μπορεί να προωθηθεί με αγωγή, όπως και έγινε στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής εναντίον των εναγομένων 1. Τέτοια αγωγή στρέφεται εναντίον των προσώπων τα οποία κατέχουν πληροφορίες, λόγω της ανάμειξης ή της διευκόλυνσης που παρείχαν στην τέλεση της παράνομης πράξης, έστω και αν οι ίδιοι δεν έχουν προσωπική ευθύνη. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις British Steel Corp. v. Granada Television Ltd
(1981)1 All E.R. 417 και Harrington v. North Polytechnic
(1984)3 All E.R.
- Επομένως, θεωρώ ότι το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία αναφορικά με την παρούσα αγωγή και την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων εναντίον των εναγομένων 1, ειδικότερα εφόσον, σύμφωνα με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του κ. Laing που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση, διαφαίνεται ότι σκοπός των εναγόντων δεν είναι μόνο η παραπομπή της επίδικης διαφοράς σε Διεθνή Διαιτησία στο Λονδίνο, αλλά και η προώθηση αγωγής στο Ισραήλ και/ή στην Κύπρο. Το Δικαστήριο τώρα θα προβεί στην εξέταση του κατά πόσο τηρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Με βάση τα δεδομένα που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της παρούσας αίτησης, και κυρίως το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του κ. Laing που συνοδεύει την αίτηση και την παράθεση των γεγονότων σε αυτή, διαφαίνεται ότι διαπράχθηκε αδικοπραξία εις βάρος των εναγόντων. Όπως αναφέρεται πιο πάνω, ο όρος αδικοπραξία περιλαμβάνει και την παράβαση σύμβασης. Στην υπό κρίση περίπτωση, οι ενάγοντες παρουσίασαν τις 3 Συμφωνίες Αμετάκλητης Εντολής Πληρωμής, Τεκμήρια 6-8 στην ένορκη δήλωση του κ. Laing, τις οποίες συνήψαν μαζί με τους εναγόμενους
- Η εναγόμενη 4 τις υπέγραψε εκ μέρους των τελευταίων. Το ποσό των US$1,975 εκατομμυρίων των εναγόντων μεταφέρθηκε στον λογαριασμό που οι εναγόμενοι 2 διατηρούσαν στους εναγόμενους 1, δυνάμει των εν λόγω Συμφωνιών και για τον σκοπό εκτέλεσης αυτών. Στην πορεία, διαφάνηκε ότι οι εναγόμενοι 2 δεν εκπλήρωσαν τις υποχρεώσεις τους δυνάμει των εν λόγω Συμφωνιών, ισχυρίστηκαν ότι χρησιμοποίησαν μέρος των χρημάτων για προτιθέμενο σκοπό των Συμφωνιών, χωρίς αυτές να υλοποιηθούν, επέστρεψαν μόνο το ποσό των US$75,000 στους ενάγοντες κατόπιν απαίτησης των τελευταίων, όμως η δήλωση ότι έδωσαν οδηγίες στους εναγόμενους 1 για την επιστροφή και ποσού US$25,000 ήταν αναληθής και ουδέποτε υλοποιήθηκε, υπάρχει πληροφόρηση ότι μέρος των χρημάτων μεταφέρθηκε σε προσωπικό λογαριασμό της εναγόμενης 4 και ότι τα χρήματα μεταφέρθηκαν σε λογαριασμό καταπιστεύματος τον οποίο ελέγχουν οι εναγόμενοι, ενώ σε όλη αυτή την υπόθεση φαίνεται να εμπλέκονται και οι εναγόμενοι 5 και 6, οι οποίοι φαίνεται να ενεργούσαν εκ μέρους των εναγομένων 2 και να λάμβαναν μέρος στις συζητήσεις για την υπογραφή και υλοποίηση των επίδικων Συμφωνιών. Ακόμα, σε κάποιο στάδιο, διαφάνηκε ότι η εταιρεία που είναι το συμβαλλόμενο μέρος στις εν λόγω Συμφωνίες δεν είναι οι εναγόμενοι 2 αλλά πρόκειται για τους εναγόμενους
- Η εναγόμενη 6 εμφανίστηκε ως η κάτοχος του 50% και διευθύνουσα σύμβουλος των εναγομένων
- Με βάση τα πιο πάνω γεγονότα, διαφαίνεται συζητήσιμο θέμα προς εκδίκαση, το οποίο δεν περιορίζεται μόνο σε παράβαση σύμβασης, αλλά και σε συνομωσία, δόλο και απάτη, αδικαιολόγητο πλουτισμό, σφετερισμό και ανέντιμη βοήθεια εκ μέρους όλων των εναγομένων 2-
- Σε αυτό το σημείο δεν υιοθετώ τον ισχυρισμό του κ. Ζησιμίδη στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την ένσταση ότι οι αιτίες αγωγής έχουν αποκρυσταλλωθεί, σύμφωνα με την παράγραφο 87 της ένορκης δήλωσης του κ. Laing, και ότι σε αυτές δεν περιλαμβάνονται η υπεξαίρεση, ο δόλος και η απάτη. Η παράγραφος 87 της ένορκης δήλωσης του κ. Laing περιορίζεται στις βάσεις αγωγής εναντίον των εναγομένων 4 και 5 υπό την προσωπική τους ιδιότητα στο πλαίσιο της αγωγής που κινήθηκε εναντίον τους στο Ισραήλ. Μέσα από το σύνολο της ένορκης δήλωσης του κ. Laing, και ειδικότερα τις παραγράφους 95, 101, 104, 111 και 112, οι ενάγοντες επικαλούνται και άλλες βάσεις αγωγής που προκύπτουν από τα επίδικα γεγονότα και οι οποίες αφορούν όλους τους εναγόμενους και όχι μόνο τους εναγόμενους 4 και
- Επίσης ο λόγος ένστασης ότι οι ενάγοντες δεν έχουν αποκαλύψει οποιαδήποτε αδικοπραξία εναντίον τους καθότι σύμφωνα με το Τεκμήριο 35 που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του κ. Laing που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση, το Δικαστήριο του Τελ Αβίβ απέρριψε την αγωγή εναντίον της εναγόμενης 5, δεν βρίσκει έρεισμα από τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα. Αρχικά επισημαίνω ότι το Τεκμήριο 35 είναι επιστολή του Ισραηλινού δικηγόρου κ. Yoni Abadi, ημερ. 19.12.2012, προς τον Δρα Κούρτελλο, ο οποίος ενεργεί εκ μέρους της εναγόμενης 4, και είναι σε αυτή που αφορά η εν λόγω επιστολή και η θέση που εκφράζεται σε αυτή, ότι δηλαδή η αγωγή του Ισραήλ απορρίφθηκε εναντίον της. Ενώπιον του Δικαστηρίου έχει επίσης τεθεί η επιστολή του Ισραηλινού δικηγόρου κ. Pick Avi, ημερ. 19.11.2012, προς τον Δρα Κούρτελλο, Τεκμήριο 33 στην ένορκη δήλωση του κ. Laing. Σε αυτή γίνεται εκτενής αναφορά σχετικά με τη δικαστική διαδικασία στο πλαίσιο της αγωγής στο Ισραήλ εναντίον των εναγομένων 4 και 5, δυνάμει της οποίας προκύπτει ότι οι ενάγοντες απέσυραν το αίτημα τους για προσωρινό διάταγμα δέσμευσης περιουσίας λόγω της μη ύπαρξης των απαραίτητων στοιχείων για να το υποστηρίξουν, και ειδικότερα τραπεζικών εγγράφων, με επιφύλαξη των δικαιωμάτων τους και, επομένως, οι ενάγοντες διατηρούν το δικαίωμα να καταχωρήσουν εκ νέου την αγωγή και το εν λόγω αίτημα τους αφού εξασφαλίσουν την αναγκαία μαρτυρία προς τούτο. Επομένως, πάντοτε με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και χωρίς να καταλήγω σε τελικά συμπεράσματα, ικανοποιούμαι ότι υπάρχει μαρτυρία η οποία να καταδεικνύει ότι οι ενάγοντες έχουν και συζητήσιμο θέμα και ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην παρούσα αγωγή η οποία προκύπτει από την αδικοπραξία που φαίνεται να έχει διαπραχθεί εναντίον τους όπως αυτή καθορίζεται πιο πάνω. Σύμφωνα με την υπόθεση Ashworth Hospital Authority v. MGN Ltd (ανωτέρω), η δικαιοδοσία έκδοσης διατάγματος Norwich Pharmacal δεν εξαρτάται από το κατά πόσο το διάταγμα στρέφεται εναντίον του αδικοπραγήσαντα ή παραβάτη των συμβατικών του υποχρεώσεων. Είναι ικανοποιητικό να αποδειχθεί ότι πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται το διάταγμα έλαβε μέρος ή αναμείχθηκε στην παράνομη πράξη που είναι η βάση της αίτησης για αποκάλυψη. Εδώ, με βάση το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του κ. Laing που συνοδεύει την αίτηση, έχει καταδειχθεί η εμπλοκή των εναγομένων 1, ως ανυπαίτιου αθώου τρίτου μέρους, στον τρόπο δράσης των εναγομένων 2-
- Συγκεκριμένα, διαφαίνεται ότι οι εναγόμενοι 2 διατηρούν λογαριασμό στους εναγόμενους 1, στον οποίο έγινε η μεταφορά του ποσού των US$1,975 εκατομμυρίων, και ακολούθως όλες οι υπόλοιπες μεταφορές των ποσών και για τους σκοπούς που αναφέρονται πιο πάνω, έγιναν από τους εναγόμενους 1, κατόπιν εντολών κάποιων των εναγομένων ή άλλως πως, σε προσωπικό λογαριασμό της εναγόμενης 4 τον οποίο και πάλι διατηρεί στους εναγομένους 1, σε λογαριασμό καταπιστεύματος ή άλλως πως. Επομένως, οι εναγόμενοι 1, ως η τράπεζα όπου οι εναγόμενοι 2 και η εναγόμενη 4 διατηρούν λογαριασμό, μετέφεραν χρήματα από το ποσό των US$1,975 εκατομμυρίων των εναγόντων, από τον λογαριασμό των εναγομένων 2 στον προσωπικό λογαριασμό της εναγόμενης 4, και ακολούθησαν και άλλες οδηγίες σε σχέση με το εν λόγω ποσό. Με αυτές τους τις ενέργειες, οι εναγόμενοι 1 διευκόλυναν τους εναγόμενους στις διάφορες ενέργειες μεταφοράς των χρημάτων, και έτσι αυτοί γνωρίζουν τα ποσά που παραμένουν στον λογαριασμό των εναγομένων 2, αυτά που μεταφέρθηκαν από τον λογαριασμό των εναγομένων 2, πού μεταφέρθηκαν τα εν λόγω χρήματα, το είδος των λογαριασμών στους οποίους μεταφέρθηκαν και τους δικαιούχους αυτών, και τα πρόσωπα που έδωσαν εντολή για τη μεταφορά τους και πιθανόν τον σκοπό της μεταφοράς. Με αυτή την εμπλοκή και υπό αυτή την ιδιότητα τους, το διάταγμα Norwich Pharmacal μπορεί να στραφεί εναντίον των εναγομένων 1, όπως άλλωστε έχει αναγνωριστεί στην υπόθεση Banker's Trust v. Shabira (ανωτέρω). Επομένως, με αυτά τα δεδομένα, ο λόγος ένστασης ότι δεν προκύπτει οποιαδήποτε ανάμειξη, άμεση ή έμμεση, των εναγομένων 1 σε σχέση με τη μη τήρηση των Εντολών Πληρωμής, δεν βρίσκει έρεισμα, καθότι η αδικοπραξία εις βάρος των εναγόντων επεκτείνεται πέραν της παράβασης σύμβασης με τη μη τήρηση των Εντολών Πληρωμής και οι εναγόμενοι 1 αναμείχθηκαν σε αυτή την αδικοπραξία με τον τρόπο που περιγράφεται πιο πάνω. Η πλευρά των εναγόντων θεωρεί ότι η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων εναντίον των εναγομένων 1 είναι απαραίτητη για να καθορίσουν ολόκληρη την αλυσίδα των γεγονότων ή τις ταυτότητες των προσώπων που εμπλέκονται στο σχέδιο απάτης και έτσι να μπορέσουν να προωθήσουν τις δικαστικές και άλλες διαδικασίες για την προστασία των συμφερόντων τους. Με βάση το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της υπό κρίση αίτησης, ικανοποιούμαι ότι οι πληροφορίες που ζητούνται με τα αιτούμενα διατάγματα είναι αναγκαίες για να καταδείξουν τη συμμετοχή και τον βαθμό αυτής καθενός των εναγομένων σε αυτή τη αδικοπραξία εις βάρος των εναγόντων. Τα αιτούμενα διατάγματα αποσκοπούν στη λήψη των απαραίτητων πληροφοριών αναφορικά με τον τρόπο και τον βαθμό συμμετοχής του καθενός των εναγομένων ξεχωριστά και/ή μαζί σε σχέση με τη σύναψη των επίδικων 3 Συμφωνιών μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων 2, αναφορικά με την τύχη και τον τρόπο χρήσης του ποσού των US$1,975 εκατομμυρίων των εναγόντων που μεταφέρθηκε στον λογαριασμό των εναγομένων 2 για τον σκοπό εκτέλεσης των Συμφωνιών κάτι το οποίο φαίνεται ότι δεν έγινε, αναφορικά με τον τρόπο διακίνησης του κεφαλαίου των εναγόντων, και ακόμα αναφορικά με το ποιος από τους εναγόμενους τελικώς επωφελήθηκε του εν λόγω χρηματικού ποσού. Επίσης, με τη λήψη των πληροφοριών δυνάμει των αιτούμενων διαταγμάτων θα διαφανεί κατά πόσο εμπλέκονται και άλλα πρόσωπα τα οποία δεν είχαν οποιαδήποτε επαφή με τους ενάγοντες στο πλαίσιο των επίδικων Συμφωνιών και είναι στο παρόν στάδιο άγνωστα σε αυτούς. Μέσα από τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, διαφαίνεται μία περιπλεγμένη αλυσίδα γεγονότων, με διάφορες μεταφορές χρημάτων, διαφορετικούς τρόπους χρήσης αυτών και διαφορετικούς δικαιούχους αυτών, που επιβάλλουν τη χρήση του διατάγματος Norwich Pharmacal για τον εντοπισμό της ταυτότητας των αδικοπραγούντων, τον εντοπισμό του κεφαλαίου και την ανεύρεση των γεγονότων που θα βοηθήσουν στην προώθηση των νομικών δικαιωμάτων των εναγόντων. Παρόλο που η πλευρά των εναγόντων αποκαλύπτει την ταυτότητα των προσώπων που εμπλέκονται στη φερόμενη αδικοπραξία εναντίον τους με βάση τα δεδομένα που είναι σε γνώση της, εν τούτοις θεωρώ ότι αυτό δεν είναι αρκετό για την παροχή όλων των πληροφοριών που είναι απαραίτητες για την προώθηση των προτιθέμενων νομικών διαδικασιών από τους ενάγοντες. Είναι προφανές ότι οι ενάγοντες δεν κατέχουν όλα εκείνα τα στοιχεία που περιγράφονται πιο πάνω και με τα οποία θα διαφανεί τελικώς ποιος και σε ποιον βαθμό εμπλέκεται στη φερόμενη αδικοπραξία εναντίον των εναγόντων και έτσι οι ενάγοντες να μπορούν να προωθήσουν τις κατάλληλες νομικές διαδικασίες. Η πλευρά των εναγομένων 1 ισχυρίζεται ότι τα στοιχεία τα οποία οι ενάγοντες ζητούν δεν είναι αναγκαία για τη δυνατότητα έγερσης αγωγής στο Ισραήλ ή καταχώρησης έκθεσης απαίτησης στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής, καθότι οι ενάγοντες έχουν ήδη καταχωρήσει αγωγή στο Ισραήλ εναντίον των εναγομένων 4 και 5 μόνο, και οι αιτίες αγωγής εναντίον τους έχουν αποκρυσταλλωθεί και γνωρίζουν τις λεπτομέρειες των γεγονότων για την κατ΄ ισχυρισμό αδικοπραξία εναντίον τους. Το Δικαστήριο αρχικά επισημαίνει ότι, σύμφωνα με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του κ. Laing, η αγωγή στο Ισραήλ καταχωρήθηκε εναντίον των εναγομένων 4 και 5 μόνο υπό την προσωπική τους ιδιότητα και με βάση τις προσωπικές τους ενέργειες, λόγω της άμεσης γνώσης και εμπλοκής τους στις επίδικες Συμφωνίες και υπό την ιδιότητα τους ως μέτοχοι και/ή αξιωματούχοι των εναγομένων 2 και/ή ως δικαιούχοι υπογράφοντες εκ μέρους τους και βασικά ως το άλλο πρόσωπο των εναγομένων
- Σχετική είναι η επιστολή του κ. Pick Avi ημερ. 19.11.2012, Τεκμήριο 33 στην ένορκη δήλωση του κ. Laing. Επίσης, προκύπτει ότι οι ενάγοντες δεν κατείχαν τα απαραίτητα στοιχεία προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου του Ισραήλ για την έκδοση των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων δέσμευσης της περιουσίας των εναγομένων 4 και 5, και έτσι οι ενάγοντες απέσυραν το αίτημα τους με το δικαίωμα επανακαταχώρησης της αγωγής και του αιτήματος τους. Με βάση αυτά τα δεδομένα, το Δικαστήριο αδυνατεί να καταλήξει ότι οι ενάγοντες έχουν πλήρη γνώση των γεγονότων που αφορούν την επίδικη διαφορά που απορρέει από τις 3 Συμφωνίες, και ότι έχουν αποκρυσταλλώσει τις αιτίες αγωγής και τα πρόσωπα εναντίον των οποίων πρέπει να κινηθούν νομικά για την προστασία των συμφερόντων τους. Η αγωγή στο Ισραήλ φαίνεται να περιορίστηκε στα δύο πρόσωπα που είχαν άμεση εμπλοκή στις εν λόγω Συμφωνίες, αυτή δεν μπορούσε να πετύχει ελλείψει των απαραίτητων στοιχείων προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, ενώ οι ενάγοντες διατηρούν το δικαίωμα να επανέλθουν ενώπιον του Δικαστηρίου του Ισραήλ με το ίδιο αίτημα, και έλαβαν ήδη διαβήματα για την παραπομπή της επίδικης διαφοράς σε Διεθνή Διαιτησία μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων 2, ως η εταιρεία με την οποία θεωρούσαν ότι συμβλήθηκαν, εν όψει της πρόθεσης τους για παραπομπή της επίδικης διαφοράς σε Διεθνή Διαιτησία μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων 3, ενώ δεν αποκλείεται και η προώθηση των νομικών μέτρων εντός Κύπρου ή σε άλλες κατάλληλες δικαιοδοσίες. Μάλιστα, οι ενάγοντες επιθυμούν να λάβουν μέτρα εναντίον όλων των εμπλεκόμενων προσώπων, μόλις γίνει κατορθωτή η εξασφάλιση των αναγκαίων πληροφοριών μέσω των αιτούμενων διαταγμάτων. Υπό το φως των δεδομένων που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, και πάντοτε για τον σκοπό εξέτασης της υπό κρίση αίτησης, ικανοποιούμαι ότι τόσο η διαδικασία αναφορικά με την αγωγή στο Ισραήλ όσο και η προτιθέμενη παραπομπή της επίδικης διαφοράς σε Διεθνή Διαιτησία αποσκοπούν στην προώθηση και προστασία των συμφερόντων των εναγόντων μέσα στα νομικά πλαίσια που υπάρχουν στη διάθεση τους. Το Δικαστήριο δεν υιοθετεί τον λόγο ένστασης ότι η προτιθέμενη παραπομπή της επίδικης διαφοράς σε Διεθνή Διαιτησία αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας, καθότι η αγωγή που καταχωρήθηκε εναντίον της εναγόμενης 5 στο Ισραήλ έχει απορριφθεί, με παραπομπή στην επιστολή Τεκμήριο 35 στην ένορκη δήλωση του κ. Laing. Επαναλαμβάνω ότι η επιστολή και η αναφορά σε αυτή στην απόρριψη της αγωγής στο Ισραήλ αφορούν στην εναγόμενη 4 και όχι στον εναγόμενο 5 και τις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου αναφορικά με τις δύο διαδικασίες και τις προθέσεις των εναγόντων σε σχέση με αυτές, και επισημαίνω ότι η παραπομπή της επίδικης διαφοράς σε Διεθνή Διαιτησία αφορά μόνο την εταιρεία με την οποία οι ενάγοντες συνήψαν τις επίδικες Συμφωνίες για παράβαση των επίδικων Συμφωνιών και απαίτηση αποζημιώσεων δυνάμει της εν λόγω παράβασης. Με βάση όσα αναφέρονται πιο πάνω, θεωρώ ότι οι εν λόγω διαδικασίες και κυρίως η αγωγή στο Ισραήλ όχι μόνο δεν επηρεάζουν την έκβαση της υπό κρίση αίτησης αλλά επιβεβαιώνουν τη μη δυνατότητα λήψης των αναγκαίων πληροφοριών με άλλο τρόπο και την αναγκαιότητα λήψης των αιτούμενων πληροφοριών ούτως ώστε οι ενάγοντες να έχουν πλήρη γνώση των απαραίτητων στοιχείων για να μπορέσουν να προωθήσουν τις νενομισμένες διαδικασίες για την προστασία τους. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι οι ενάγοντες-αιτητές προέβηκαν σε μία λεπτομερή και πλήρη αποκάλυψη όλων των γεγονότων που αφορούν την υπό κρίση αίτηση, επισυνάπτοντας όλα τα σχετικά έγγραφα και προβάλλοντας τη θέση της άλλης πλευράς, μέσω του Τεκμηρίου 35 που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του κ. Laing. Το Δικαστήριο αξιολόγησε το σύνολο της μαρτυρίας ενώπιον του για να καταλήξει ότι οι αιτούμενες πληροφορίες είναι αναγκαίο να δοθούν για την πλήρη εξακρίβωση των γεγονότων που αφορούν τη φερόμενη αδικοπραξία εις βάρος των εναγόντων για τον σκοπό προώθησης δικαστικών και άλλων νομικών διαδικασιών, και έτσι θεωρεί ότι ο λόγος ένστασης ότι τα αιτούμενα διατάγματα αποτελούν προσπάθεια «ψαρέματος μαρτυρίας» δεν ευσταθεί. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου η περίληψη στις επίδικες Συμφωνίες πρόνοιας ότι όλες οι διαφορές που απορρέουν δυνάμει των Συμφωνιών θα επιλύονται από τα Δικαστήρια του Ισραήλ τα οποία έχουν αποκλειστική δικαιοδοσία και η απόφαση τους θα είναι τελεσίδικη και δεσμευτική και για τα δύο μέρη των Συμφωνιών. Με μίαν ανάγνωση των επίδικων Συμφωνιών, Τεκμήρια 6-8 στην ένορκη δήλωση του κ. Laing, διαφαίνεται η ύπαρξη τέτοιας πρόνοιας στη σελίδα 6 αυτών (ελλείπει αυτή η σελίδα στην τρίτη Συμφωνία, Τεκμήριο 8) όπως επίσης πρόνοιας για την επίλυση των διαφορών που απορρέουν από τις επίδικες Συμφωνίες από το Διαιτητικό Δικαστήριο Λονδίνου, του οποίου η απόφαση θα είναι τελεσίδικη και δεσμευτική και στα δύο μέρη των Συμφωνιών, στη σελίδα 2 αυτών. Στο πλαίσιο εξέτασης της υπό κρίση αίτησης, το Δικαστήριο δεν μπορεί να υπεισέλθει στην ερμηνεία των επίδικων Συμφωνιών και να προβεί σε συμπεράσματα επί αυτής, παρά μόνο περιορίζεται στον εντοπισμό της ύπαρξης των εν λόγω προνοιών με βάση τις οποίες οι ενάγοντες έχουν και προτίθενται να λάβουν μέτρα αναφορικά με τις διαφορές που έχουν προκύψει δυνάμει των εν λόγω Συμφωνιών. Η πλευρά των εναγομένων 1 προβάλλει ως λόγο ένστασης ότι δεσμεύεται συμβατικά και/ή νομικά κατ΄ εφαρμογή της αρχής της εμπιστευτικότητας και/ή από το Τραπεζικό Απόρρητο να μην αποκαλύψει οποιαδήποτε στοιχεία. Η δικηγόρος των εναγομένων 1 κατά την αγόρευση της επικαλέστηκε το άρθρο 29
(1)και
(2)του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου, Ν.66(Ι)/97, και εισηγήθηκε ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν συντρέχει οποιοδήποτε δημόσιο συμφέρον που να υποστηρίζει την ανάγκη αποκάλυψης των αιτούμενων πληροφοριών, καθότι οι ενάγοντες γνωρίζουν πολύ καλά όλα τα απαραίτητα στοιχεία. Όπως ήδη αναλύεται πιο πάνω, το Δικαστήριο δεν αποδέχθηκε αυτή τη θέση των εναγομένων 1, ότι δηλαδή οι ενάγοντες γνωρίζουν όλα τα στοιχεία και επομένως η αποκάλυψη των αιτούμενων πληροφοριών δεν είναι αναγκαία, αλλά προέβη στην αντίθετη κατάληξη. Στην υπό κρίση περίπτωση, λαμβάνω υπόψη τη φύση των αιτούμενων πληροφοριών και τον σκοπό αναζήτησης αυτών, που δεν είναι άλλος από την καταστολή δόλιων πράξεων οι οποίες φαίνεται να διαπράχθηκαν εις βάρος των εναγόντων προκαλώντας τους ζημιά ύψους US$1,95 εκατομμυρίων περίπου. Με αυτό το δεδομένο, υπάρχει δημόσιο συμφέρον για την αποκάλυψη το οποίο υπερτερεί έναντι της προστασίας της σχέσης εμπιστευτικότητας μεταξύ τράπεζας και πελάτη. Η εν λόγω διαπίστωση του Δικαστηρίου βρίσκει έρεισμα από την υπόθεση Banker's Trust v. Shabira (ανωτέρω) και το ακόλουθο διαφωτιστικό απόσπασμα: «The plaintiff who has been defrauded has a right in equity to follow the money. He is entitled, in Lord Atkin's words, to lift the latch of the banker's door: see Banque Belge pour l' Entranger v. Hambrouck [1921] 1 K.B. 321, 355. The customer, who has prima facie been guilty of fraud, cannot bolt the door against him. Owing to his fraud, he is disentitled from relying on the confidential relationship between him and the bank: see Initial Services Ltd v. Putterill [1968] 1 Q.B. 396, 405. If the plaintiff's equity is to be of any avail, he must be given access to the bank's books and document - for that is the only way of tracing the money or knowing what has happened to it: see Mediterranea Raffineria Siciliana Petroli S.p.a. v. Mabanaft G.m.b.h. (unreported). So the court, in order to give effect to equity, will be prepared in a proper case to make an order on the bank for their discovery.» Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει επίσης η υπόθεση I.B.L. v. Planet
(1990)J.L.R. 294, η οποία παραπέμπει στην υπόθεση Norwich Pharmacal επί του θέματος, ως εξής: «The issue of confidentiality was considered in the Norwich Pharmacal case. The court was entitled to order discovery of documents for the purpose of legal proceedings if the public interest in the administration of justice required it. The court found that in the circumstances of the case the public interest in the confidentiality of the information was outweighed by the interests of justice. The court applies the incidental test in the present case. Of course, we have weighed confidentiality in the balance in reaching our decision. But we do not share Mr O'Connell's fears for the future of the finance industry. Confidentiality depends upon legitimate private business affairs being properly conducted, Here, there is strong prima facie case to the contrary..» Άλλος λόγος ένστασης των εναγομένων 1 είναι ότι τα ενδιάμεσα αιτούμενα διατάγματα είναι ταυτόσημα με τις θεραπείες που ζητούνται στην παρούσα αγωγή, επομένως σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης, η αγωγή θα καταστεί άνευ αντικειμένου. Αυτό το θέμα αποτέλεσε και πάλι αντικείμενο εξέτασης στην απόφαση στην υπόθεση Avila Management Services Ltd κ.ά. v. Frantisek Stepanek κ.ά (ανωτέρω), από την οποία παραθέτω το σχετικό απόσπασμα: «Τέθηκε επίσης ζήτημα ότι δεν ήταν ορθή η χορήγηση των αιτούμενων διαταγμάτων εφόσον μ' αυτά ουσιαστικά αποφασιζόταν και η ίδια η αγωγή. Δεν χορηγείται με άλλα λόγια ουσιαστική θεραπεία από το ενδιάμεσο στάδιο με αίτηση για προσωρινό μέτρο (Michael v. Brevinos
(1969)1 C.L.R. 578). Το ανεπιθύμητο όμως δεν εξισούται με απαγόρευση. Δεν υπάρχει άκαμπτος κανόνας αποκλεισμού της θεραπείας ενδιαμέσως, αν αυτή ορθά και δικαίως ζητείται, επειδή η αγωγή ουσιαστικά επιδιώκει το ίδιο πράγμα. Κατ' αρχάς η ενδιάμεση θεραπεία παραμένει ενδιάμεση, αναθεωρήσιμη ανά πάσα στιγμή θεωρηθεί ότι οι περιστάσεις έχουν διαφοροποιηθεί προς τροποποίηση ή ακόμη και ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Πρόσθετα, ενώ το εκδοθέν διάταγμα παραχωρείται ως λύση επείγουσας και παρεμπίπτουσας μορφής, οι ίδιες οι θεραπείες που ζητούνται με το κλητήριο, εάν επιτύχουν, χορηγούνται τελεσίδικα και στο διηνεκές (δέστε και Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd - ανωτέρω -). Εξαρτάται από την κρίση του Δικαστηρίου, αναλόγως των περιστάσεων (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015).» Στο πλαίσιο της υπό κρίση αίτησης, λαμβάνω υπόψη το γεγονός ότι οι ενάγοντες-αιτητές έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου ικανοποιητικά στοιχεία για διάπραξη εκ πρώτης όψεως αδικοπραξίας με αποτέλεσμα την οικειοποίηση μεγάλου χρηματικού ποσού εις βάρος τους, και ότι χωρίς τις αιτούμενες πληροφορίες οι ενάγοντες δεν θα μπορούν να εντοπίσουν όλους τους αδικοπραγήσαντες και τα χρήματα που έχουν απωλέσει και να προωθήσουν τις διαδικασίες και τα μέτρα για τη διαφύλαξη των δικαιωμάτων τους. Ως εκ τούτου θεωρώ ότι η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων όχι μόνο είναι επιθυμητή αλλά και καθίσταται αναγκαία στο παρόν στάδιο στο πλαίσιο της υπό κρίση αίτησης. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι τηρούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση του εν λόγω άρθρου, θεωρώ ότι αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, θα είναι δύσκολη η προώθηση των δικαστικών διαδικασιών στο Ισραήλ, στην Κύπρο και πιθανόν σε άλλες αρμόδιες δικαιοδοσίες, και της Διαιτητικής Διαδικασίας, καθότι οι ενάγοντες δεν θα είναι σε θέση να προσκομίσουν τα απαραίτητα στοιχεία που χρειάζεται για να καταδείξουν την παράβαση των επίδικων Συμφωνιών, την ισχυριζόμενη συνομωσία εναντίον τους σε σχέση με αυτή και την οικειοποίηση του χρηματικού ποσού που απώλεσαν. Σε περίπτωση που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, θα είναι αδύνατον να αποδοθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, επομένως το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει σαφώς υπέρ των εναγόντων και της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Με βάση όσα αναφέρονται πιο πάνω, ικανοποιούμαι ότι συντρέχουν σωρευτικά τόσο οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 όσο και αυτές για την έκδοση του διατάγματος Norwich Pharmacal στο πλαίσιο της υπό κρίση αίτησης. Τέλος, όσον αφορά το διάταγμα φίμωσης, θεωρώ ότι αυτό είναι επικουρικής φύσης και εκδίδεται για να προσδώσει αποτελεσματικότητα στην άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου αναφορικά με την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και στον σκοπό έκδοσης αυτών. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Banker's Trust Co v. Shapira (ανωτέρω) και TBF (Cuprus) Ltd κ.ά. v. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού κ.ά.
(2001)1(Α) Α.Α.Δ.
- Ο λόγος ένστασης ότι οι εναγόμενοι 2-6 αποτελούν ήδη μέρος της διαδικασίας δεν επηρεάζει την έκδοση του διατάγματος φίμωσης καθότι αυτό έχει τη δική του σημασία σε σχέση με την έκδοση των διαταγμάτων που αφορούν τους εναγόμενους
- Ούτε η θέση των εναγομένων 1 ότι για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων πρέπει να ακουστούν πρώτα οι εναγόμενοι 2-6 ευσταθεί, καθότι τα αιτούμενα διατάγματα στρέφονται και αφορούν μόνο τους εναγόμενους 1, οι οποίοι πρόβαλαν τις δικές τους θέσεις στο πλαίσιο της υπό κρίση αίτησης πριν το Δικαστήριο αποφασίσει επί της έκδοσης ή μη αυτών και το οποίο καθοδηγείται και εφαρμόζει τις νομικές αρχές που διέπουν το θέμα για να καταλήξει στην απόφαση του. Με βάση όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, καταλήγω ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως τα αιτούμενα διατάγματα εκδοθούν. Επομένως, εκδίδεται διάταγμα με το οποίο οι εναγόμενοι 1 διατάσσονται να ετοιμάσουν και επιδώσουν στους δικηγόρους των εναγόντων ένορκη δήλωση από διευθυντή και/ή εξουσιοδοτημένο αξιωματούχο και/ή αντιπρόσωπο και/ή υπάλληλο των εναγομένων 1 όπως αναφέρεται στην παράγραφο Α
(1)(Ι)-(VI) και
(2)(Ι)-(V) της αίτησης. Ο χρόνος συμμόρφωσης καθορίζεται σε 15 μέρες από την επίδοση του διατάγματος. Καθοδηγούμενη και πάλι από την απόφαση στην υπόθεση Avila Management Services Ltd κ.ά. v. Frantisek Stepanek κ.ά (ανωτέρω) και λαμβάνοντας υπόψη την αναφορά του κ. Laing στην παράγραφο 126 της ένορκης του δήλωσης ότι οι ενάγοντες είναι έτοιμοι να καλύψουν οποιοδήποτε κόστος ή πληρωμές πιθανόν να προκύψουν στους εναγόμενους 1 αν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, ανάλογη δήλωση του δικηγόρου των εναγόντων-αιτητών στο πλαίσιο της αγόρευσης του ότι οι αιτητές θα καταβάλουν τα έξοδα που ήθελαν προκύψει από τη συμμόρφωση των εναγομένων 1 με τα αιτούμενα διατάγματα, και την εμπλοκή των εναγομένων 1 όπως αυτή παρουσιάζεται από την πλευρά των αιτητών, το εν λόγω διάταγμα εκδίδεται υπό τους ακόλουθους όρους:
(1)Οι ενάγοντες αναλαμβάνουν να αποζημιώσουν τους εναγόμενους 1 για οποιαδήποτε ζημιά αυτοί ήθελαν υποστεί λόγω της συμμόρφωσης τους με το εν λόγω διάταγμα,
(2)Οι ενάγοντες αναλαμβάνουν όπως καλύψουν τους εναγόμενους 1 για οποιαδήποτε έξοδα αυτοί ήθελαν υποστεί λόγω της συμμόρφωσης τους προς το εν λόγω διάταγμα, και
(3)Οι ενάγοντες αναλαμβάνουν όπως μη χρησιμοποιήσουν οποιαδήποτε έγγραφα και/ή πληροφορίες και/ή στοιχεία ήθελαν αποκαλυφθεί στα πλαίσια του εν λόγω διατάγματος για οποιονδήποτε άλλο σκοπό εκτός από τον σκοπό που αναφέρεται στην παράγραφο Γ της αίτησης, και ως εκ τούτου εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος Γ της αίτησης. Επίσης το διάταγμα φίμωσης που εκδόθηκε ως η παράγραφος Β της αίτησης καθίσταται απόλυτο και θα ισχύει μέχρι την πλήρη συμμόρφωση των εναγομένων 1 με το πιο πάνω εκδοθέν διάταγμα αναφορικά με την παράγραφο Α της αίτησης. Αναφορικά με τα έξοδα της αίτησης, λαμβάνω υπόψη την επιτυχία των εναγόντων, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες οι εναγόμενοι 1 παρουσιάζονται ως διάδικοι και πάλι την εμπλοκή τους όπως αυτή παρουσιάζεται από την πλευρά των εναγόντων-αιτητών, και ειδικότερα την αναφορά του κ. Laing στην παράγραφο 120 της ένορκης δήλωσης του ότι οι εναγόμενοι 1 δεσμεύονται από το προνόμιο τράπεζας-πελάτη και δεν μπορούν να αποκαλύψουν τις αιτούμενες πληροφορίες χωρίς διάταγμα του Δικαστηρίου, και γι' αυτό ενδεχομένως καταχώρησαν ένσταση. Έτσι κρίνω ότι η ορθότερη διαταγή είναι όπως η κάθε πλευρά επωμισθεί τα έξοδα της. (Υπ.) .................................. Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Πολιτική / Ενδιάμεση Απόφαση Αναφορά: Διατάγματα αποκάλυψης (Norwich Pharmacal) και φίμωσης (gagging) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο