Αντώνης Παπαϊωάννου ν. Νίκος Νικολάου, Αρ. Αγωγής: 6920/00, 26/6/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A180 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 6920/00 Μεταξύ: Αντώνης Παπαϊωάννου, από την Λεμεσό Ενάγοντος και Νίκος Νικολάου, από την Λεμεσό Εναγόμενου ........................... Ημερομηνία: 26.6.13 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κα Ρ. Χ΄΄Αράπη για κκ Κώστα Μελά & Συνεργάτες (για να ακούσει την απόφαση η κα Β. Γιατρού) Για τον Εναγόμενο: κα Στ. Ερωτοκρίτου για κκ Α. Π. Ερωτοκρίτου & Σία ---------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την έκδοση της παρούσης απόφασης αποτέλεσε τροχαίο δυστύχημα που επισυνέβη στις 23.9.00 στην συμβολή της Λεωφόρου Αμαθούντος με την οδό Προύσης στην επαρχία Λεμεσού με ενεχόμενα το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής MZ 212, τύπου jeep, το οποίο οδηγείτο από τον Ενάγοντα και το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής WP 650, τύπου Pajero, το οποίο οδηγείτο από τον Εναγόμενο. Η παρούσα υπόθεση είναι μια ταλαιπωρημένη υπόθεση αφού προηγουμένως ακούσθηκε από δύο προηγούμενα Δικαστήρια οι αποφάσεις των οποίων εφεσιβλήθηκαν και εν τέλει ακυρώθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο. Η εκδίκασή της από το παρόν Δικαστήριο είναι το αποτέλεσμα της τελευταίας απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 20.10.11 με την οποία διατάχθηκε η επανεκδίκαση της υπόθεσης για δεύτερη φορά. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης το επίδικο δυστύχημα επισυνέβη όταν ο Εναγόμενος οδηγώντας το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής WP 650 επί της Λεωφόρου Αμαθούντος με ανατολική κατεύθυνση συγκρούσθηκε με το αυτοκίνητο του Ενάγοντα με αριθμούς εγγραφής MZ 212 το οποίο οδηγείτο επί της ιδίας Λεωφόρου και με την ίδια κατεύθυνση και προπορεύετο του αυτοκινήτου του Εναγόμενου. Η σύγκρουση έλαβε χώρα όταν ο Ενάγων ετοιμαζόταν να στρίψει αριστερά για να εισέλθει στον δρόμο που οδηγεί στο ξενοδοχείο Caravel. Ο Εναγόμενος που ακολουθούσε το αυτοκίνητο του Ενάγοντα αμελώς και κατά παράβαση των νομικών του καθηκόντων συγκρούσθηκε στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου του Ενάγοντα προκαλώντας σε αυτό ζημίες και έξοδα. Με την αγωγή του ο Ενάγων αξιώνει γενικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες που υπέστη συνεπεία της πιο πάνω σύγκρουσης καθώς και το ποσό των Λ.Κ.688,90 σεντ ως ειδικές αποζημιώσεις. Με την τροποποιημένη Υπεράσπισή του ο Εναγόμενος παραδέχεται μόνο ότι στις 23.9.00 επισυνέβη τροχαίο δυστύχημα μεταξύ του οχήματος του και του οχήματος του Ενάγοντα. Αρνείται όλους τους υπόλοιπους ισχυρισμούς του Ενάγοντα οι οποίοι εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησής του και είναι, μεταξύ άλλων, η θέση του ότι το επίδικο δυστύχημα οφείλεται στην αποκλειστική και/ή συντρέχουσα αμέλεια του Ενάγοντα. Σύμφωνα με τις Λεπτομέρειες αμέλειας του Ενάγοντα το επίδικο δυστύχημα επισυνέβη όταν ο Ενάγων ενώ βρισκόταν στην δεξιά πλευρά του δρόμου σε σχέση με την πορεία του Εναγόμενου απότομα και χωρίς καμία ένδειξη έστριψε αριστερά για να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και/ή με σκοπό στην συνέχεια να στρίψει αριστερά αποκόπτοντας την πορεία του Εναγόμενου. Υπό το φως των πιο πάνω ο Εναγόμενος εξαιτείται την απόρριψη της αγωγής. Με την Ανταπαίτησή του ο Εναγόμενος αξιώνει, μεταξύ άλλων, συνεισφορά και/ή αποζημιώσεις για οποιοδήποτε ποσό τυχόν ήθελε επιδικασθεί εναντίον του στην αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με αριθμό 6921/00 η οποία ηγέρθη εναντίον του Εναγομένου από τον ιδιοκτήτη του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Ενάγων κατά τον ουσιώδη χρόνο και με την οποία ο εν λόγω ιδιοκτήτης αξιώνει αποζημιώσεις για ισχυριζόμενη ζημιά στο αυτοκίνητό του. Επίδικο είναι μόνο το θέμα της ευθύνης αφού μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε ευθύς εξ' αρχής το ποσό των Λ.Κ.1.300,00 σεντ ως γενικές και ειδικές αποζημιώσεις επί πλήρους ευθύνης. Για την πλευρά του Ενάγοντα κατέθεσαν ο Αστ 1585, Παναγιώτης Κεραυνός (ΜΕ 1), ο Ενάγων (ΜΕ 2) και ο Πέτρος Δαμιανού (ΜΕ 3). Για την πλευρά του Εναγόμενου κατέθεσε μόνο ο Εναγόμενος. Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες ενόσω έδιναν μαρτυρία ενώπιόν μου και είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τόσο τον τρόπο με τον οποίο αυτοί απάντησαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους τέθηκαν όσο και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Κατ' αρχή, θα πρέπει να λεχθεί ότι η παρούσα υπόθεση ως πολιτική τοιαύτη κρίνεται επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων και ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου είτε μερικώς (Βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου
(1988)1 ΑΑΔ 263 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207). Λέχθηκε, επίσης, ότι η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (Βλ. Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454). Πρώτος μάρτυρας κατέθεσε ο Αστ 1585, Παναγιώτης Κεραυνός, ο οποίος είναι ο εξεταστής του επίδικου δυστυχήματος. Κατά τον ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε στον Αστυνομικό Σταθμό Γερμασόγειας και τα καθήκοντά του περιλάμβαναν την διερεύνηση τροχαίων δυστυχημάτων που λάμβαναν χώρα στην εδαφική δικαιοδοσία του πιο πάνω σταθμού. Όταν έφθασε στην σκηνή του δυστυχήματος βρήκε τους ενεχόμενους οδηγούς και τα εμπλεκόμενα οχήματα. Στην σκηνή ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος και σε μεταγενέστερο χρόνο συμμετρικό. Τα σχέδια αυτά είχαν κατατεθεί ως τεκμήρια στα πλαίσια προηγούμενης ακροαματικής διαδικασίας η οποία διεξήχθη ενώπιον άλλου αδελφού Δικαστή. Η ευπαίδευτη συνήγορος του Ενάγοντα τα ζήτησε από τον φάκελο του Δικαστηρίου όπου και βρίσκονταν και ο μάρτυρας τα είδε και τα αναγνώρισε. Ο μάρτυρας υιοθέτησε τόσο το πρόχειρο όσο και το τελικό σχέδιο, τα όσα αναφέρονται σε αυτά υπό μορφή σημειώσεων καθώς και το ευρετήριο που φαίνεται στο κάτω μέρος του τελικού σχεδίου και υποστήριξε ότι το τελευταίο σχέδιο το ετοίμασε με βάση τα ευρήματά του από την σκηνή του δυστυχήματος και τις πληροφορίες που έλαβε από τους ενεχόμενους οδηγούς. Ανέφερε, επίσης, ότι έλαβε γραπτές καταθέσεις από τους ενεχόμενους οδηγούς καθώς και από τρεις αυτόπτες, όπως τους αποκάλεσε, μάρτυρες. Όπως από την μαρτυρία του μάρτυρα προκύπτει τα πρόσωπα αυτά είναι οι Αντρέας Κουμπαρής, Μάριος Γαϊτανής και Παναγιώτης Μιχαήλ. Οι καταθέσεις των προσώπων αυτών βρίσκονταν και αυτές στον φάκελο της υπόθεσης αφού είχαν κατατεθεί ως τεκμήρια στα πλαίσια προηγούμενης διαδικασίας. Η ευπαίδευτη συνήγορος του Ενάγοντα ζήτησε να της παραδοθούν από τον φάκελο του Δικαστηρίου οι γραπτές καταθέσεις των διαδίκων καθώς και οι γραπτές καταθέσεις των (α) Αντρέα Κουμπαρή, (β) Μάριου Γαϊτανή και (γ) Παναγιώτη Μιχαήλ τις οποίες ο μάρτυρας είδε και αναγνώρισε. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του ζητήθηκε από τον μάρτυρα να καταθέσει διάφορα έγγραφα. Η Υπεράσπιση δεν έφερε ένσταση στην κατάθεση τους, επιφύλαξε, όμως, το δικαίωμα της να αντεξετάσει επί του περιεχομένου τους. Όσον αφορά τις γραπτές καταθέσεις των προσώπων που ο μάρτυρας αποκάλεσε αυτόπτες μάρτυρες η ευπαίδευτη συνήγορος Υπεράσπισης αναγνώρισε το δικαίωμα της άλλης πλευράς να παρουσιάσει εξ ακοής μαρτυρία, δήλωσε, όμως, ότι δεν αποδεχόταν το περιεχόμενό τους εκτός από την γραπτή κατάθεση του Παναγιώτη Μιχαήλ για την οποία δήλωσε ότι το περιεχόμενο της είναι παραδεκτό. Δήλωσε, επίσης, ότι οι μάρτυρες τους οποίους ο μάρτυρας ονόμασε αυτόπτες δεν ήταν κατά την Υπεράσπιση αυτόπτες μάρτυρες του δυστυχήματος. Η ευπαίδευτη συνήγορος του Ενάγοντα εν τέλει επέλεξε να καταθέσει τις γραπτές καταθέσεις των διαδίκων και των Αντρέα Κουμπαρή και Μάριου Γαϊτανή. Οι πιο πάνω καταθέσεις κατατέθηκαν υπό του μάρτυρος ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους με εξαίρεση την γραπτή κατάθεση του Εναγόμενου η οποία κατατέθηκε ως η κατάθεση και μόνο που λήφθηκε από τον Εναγόμενο. Τα πιο κάτω έγγραφα κατατέθηκαν υπό του μάρτυρος και σημειώθηκαν ως τεκμήρια από το Δικαστήριο: πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος - Τεκμήριο 1 τελικό σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος - Τεκμήριο 2 γραπτή κατάθεση του Αντρέα Κουμπαρή ημερομηνίας 1.10.00 - Τεκμήριο 3 γραπτή κατάθεση του Μάριου Γαϊτανή ημερομηνίας 23.9.00 - Τεκμήριο 4 γραπτή κατάθεση του Ενάγοντα ημερομηνίας 27.9.00 - Τεκμήριο 5 και, τέλος, γραπτή κατάθεση του Εναγόμενου ημερομηνίας 28.9.00 - Τεκμήριο
- Σημειώνεται ότι σύμφωνα με το Τεκμήριο 5 ο Ενάγων στις 11.2.01 έδωσε και συμπληρωματική κατάθεση. Η εν λόγω κατάθεση αποτελείται από 11 γραμμές και είναι γραμμένη στην τελευταία σελίδα του Τεκμηρίου
- Τέλος, η ευπαίδευτη συνήγορος του Ενάγοντα ζήτησε από το Δικαστήριο όπως της παραδοθούν από τον φάκελο του Δικαστηρίου οι φωτογραφίες που είχαν κατατεθεί στα πλαίσια προηγούμενης διαδικασίας. Παραδόθηκε, έτσι, από τον φάκελο της υπόθεσης βιβλιάριο αποτελούμενο από 11 φωτογραφίες και ευρετήριο. Δηλώθηκε από κοινού ως παραδεκτό γεγονός ότι οι φωτογραφίες αυτές είναι οι φωτογραφίες που λήφθηκαν από την σκηνή του δυστυχήματος. Ύστερα από την πιο πάνω δήλωση το εν λόγω βιβλιάριο κατατέθηκε ως δέσμη εγγράφων αποτελούμενη από 11 φωτογραφίες και το ευρετήριο και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
- Κατά την αντεξέταση ο μάρτυρας ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Από την επίδικη σύγκρουση το αυτοκίνητο του Ενάγοντα έγειρε προς την δεξιά του πλευρά και πριν αυτός φθάσει στην σκηνή του δυστυχήματος αυτό είχε επαναφερθεί στους τέσσερεις τροχούς. Διευκρίνισε ότι κατόπιν έρευνας που έκανε διαπίστωσε ότι η θέση που το εν λόγω αυτοκίνητο έλαβε μέσα στον δρόμο όταν αυτό επαναφέρθηκε στους τέσσερεις τροχούς δεν ήταν η θέση που αυτό είχε μετά την σύγκρουση και πριν ανατραπεί. Καθότι κατά την διαδικασία επαναφοράς του στους τέσσερεις τροχούς το αυτοκίνητο μετακινήθηκε. Αυτός ήταν και ο λόγος που στο τελικό σχέδιο - Τεκμήριο 2 - δεν σημείωσε την θέση του αυτοκινήτου του Ενάγοντα. Η θέση δε που αυτό έλαβε μέσα στον δρόμο όταν επαναφέρθηκε στους τέσσερεις τροχούς φαίνεται στις φωτογραφίες του Τεκμηρίου
- Ερωτηθείς γιατί σημείωσε το αυτοκίνητο του Ενάγοντα επί του πρόχειρου σχεδίου απάντησε ότι στο πρόχειρο σχέδιο σημείωσε την θέση που το εν λόγω αυτοκίνητο έλαβε μέσα στον δρόμο όταν αυτό επαναφέρθηκε στους τέσσερεις τροχούς. Σημειώνεται ότι στην θέση αυτή το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου του Ενάγοντα σύμφωνα με το Τεκμήριο 1 έχει βορειοδυτική κατεύθυνση, όπως ορθά υποστήριξε και ο Ενάγων κατά την αντεξέτασή του, και όχι δυτική όπως ήταν η θέση της Υπεράσπισης με την οποία λανθασμένα συμφώνησε ο μάρτυρας. Αναφορικά με το αν όταν έφθασε στην σκηνή του δυστυχήματος βρήκε εκεί τους μάρτυρες που αποκάλεσε στην μαρτυρία του αυτόπτες όχι μόνο δεν ήταν θετικός αλλά δεν θα ήταν και υπερβολή να λεχθεί ότι οι θέσεις του μάρτυρα επί του προκειμένου μεταβάλλονταν συνέχεια. Πάντως, κατά την κυρίως εξέταση και ερωτηθείς ποιους βρήκε όταν έφθασε στην σκηνή ο μάρτυρας απάντησε ότι όταν έφθασε στην σκηνή του δυστυχήματος συνάντησε τους ενεχόμενους οδηγούς και δεν θυμόταν αν εκεί είχε συναντήσει και τα υπόλοιπα τρία πρόσωπα. Επί του προκειμένου υποστήριξε ότι στην σκηνή έγινε αναφορά - αν και δεν καθόρισε από ποιον - σε τρία άτομα από τους οποίους έλαβε καταθέσεις. Αντεξετασθείς επί του προκειμένου ζητήματος από την ευπαίδευτη συνήγορο Υπεράσπισης ο μάρτυρας ανέφερε, αρχικά, ότι οι πιο πάνω μάρτυρες ήταν παρόντες όταν αυτός είχε φθάσει στην σκηνή του δυστυχήματος. Ακολούθως, διαφοροποίησε την θέση του για να υποστηρίξει ως τελική του θέση ό,τι επί του προκειμένου υποστήριξε και στην κυρίως του εξέταση, ότι, δηλαδή, δεν θυμόταν αν όταν έφθασε στην σκηνή του δυστυχήματος τα πιο πάνω πρόσωπα ήταν παρόντα, αν και σε ερώτηση που του υπεβλήθη από την Υπεράσπιση πώς είχε βρει τα ονόματά τους υποστήριξε ότι του τα είχαν δώσει οι ίδιοι στην σκηνή, κάτι το οποίο δεν συνάδει με την τελική του θέση. Σημειώνεται ότι στην προηγούμενη διαδικασία, όπως από το Τεκμήριο 8 προκύπτει, ο μάρτυρας είχε ισχυρισθεί ότι τους εν λόγω μάρτυρες τους είχε συναντήσει στην σκηνή με την άφιξή του εκεί, κάτι το οποίο δεν υιοθέτησε, όπως είδαμε, ως την τελική του θέση στην παρούσα διαδικασία. Πάντως, από την κατάθεση του Αντρέα Κουμπαρή δεν προκύπτει ότι ο τελευταίος ήταν παρών όταν ο μάρτυρας έφθασε στην σκηνή του δυστυχήματος. Στην εν λόγω κατάθεση αναφέρεται, μεταξύ άλλων, από τον καταθέτοντα ότι αφού μετά την σύγκρουση σταμάτησε στην σκηνή, ακολούθως, αποχώρησε και συνέχισε την πορεία του. Ο μάρτυρας δέχθηκε ότι από την πιο πάνω κατάθεση συνάγεται ότι ο Αντρέας Κουμπαρής δεν ήταν παρών όταν ο μάρτυρας έφθασε στην σκηνή του δυστυχήματος. Η Υπεράσπιση ζήτησε από τον φάκελο της υπόθεσης την γραπτή κατάθεση που ο μάρτυρας έλαβε από τον Παναγιώτη Μιχαήλ. Η εν λόγω κατάθεση είχε κατατεθεί, όπως και ενωρίτερα αναφέρθηκε, στα πλαίσια προηγούμενης διαδικασίας. Ο μάρτυρας είδε και αναγνώρισε εκ νέου την εν λόγω κατάθεση, η οποία κατατέθηκε από την Υπεράσπιση και σημειώθηκε από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο 9 με περιορισμένη, όμως, αποδεικτική αξία κατ' απαίτηση της ευπαίδευτης συνηγόρου του Ενάγοντα στην οποία η Υπεράσπιση συγκατατέθηκε. Έτσι, η εν λόγω κατάθεση κατατέθηκε ως η κατάθεση και μόνο που λήφθηκε από τον εν λόγω Παναγιώτη Μιχαήλ. Στην εν λόγω κατάθεση αναφέρονται ισχυρισμοί από τους οποίους θα μπορούσε να συναχθεί συμπέρασμα αν κατά πόσο ο καταθέτων ήταν ή όχι αυτόπτης μάρτυρας της σκηνής του δυστυχήματος. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν είναι επιτρεπτό, αφού, όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε, το πιο πάνω έγγραφο δεν κατατέθηκε ως προς την αλήθεια του περιεχομένου του αλλά με την περιορισμένη αποδεικτική αξία που πιο πάνω υποδείχθηκε. Υποστήριξε, επίσης, ότι το σημείο της σύγκρουσης ήταν, όπως από τα σχέδια - Τεκμήρια 1 και 2 - προκύπτει, στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας για οχήματα που οδηγούνται επί της οδού Προύσης με βόρεια κατεύθυνση, ήτοι προς το ξενοδοχείο Caravel. Ανέφερε, επίσης, ότι το πλάτος του αυτοκινήτου του Ενάγοντα ήταν 1,50 με 1,60 μέτρα. Στην βάση τούτου σε συνδυασμό με το ότι το σημείο σύγκρουσης απέχει από την νοητή προέκταση της ανατολικής πλευράς της οδού Προύσης κάθετα επί της συμβολής της με την Λεωφόρο Αμαθούντος απόσταση το μήκος της οποίας προκύπτει από το Τεκμήριο 2 αλλά και του ότι η σύγκρουση έγινε στο αριστερό πλευρό του αυτοκινήτου του Ενάγοντα δέχθηκε ότι κατά την στιγμή της σύγκρουσης η δεξιά πλευρά του εν λόγω αυτοκινήτου ήταν εκτός της τελευταίας καθέτου και, επομένως, εκτός του πλάτους της οδού Προύσης όπως αυτό οριοθετείται από τις νοητές προεκτάσεις της ανατολικής και της δυτικής της πλευράς κάθετα επί της συμβολής της με την Λεωφόρο Αμαθούντος. Σημειώνεται ότι η απόσταση που πιο πάνω αναφέρθηκε ως απόσταση που προκύπτει από το Τεκμήριο 2 είναι η διαφορά που προκύπτει από τις μετρήσεις 46,00 και 47,
- Αυτή είναι η νοητή οριζόντια κάθετος από το σημείο της σύγκρουσης επί της νοητής προέκτασης της ανατολικής πλευράς της οδού Προύσης κάθετα επί της συμβολής της με την Λεωφόρο Αμαθούντος. Η μέτρηση 46,00 είναι η απόσταση από το σταθερό σημείο Ο μέχρι το σημείο που η νοητή προέκταση από το σημείο της σύγκρουσης τέμνει κάθετα την βασική γραμμή μέτρησης του μάρτυρα, ενώ η μέτρηση 47,00 είναι η απόσταση από το σταθερό σημείο Ο μέχρι το σημείο που η νοητή προέκταση της ανατολικής πλευράς της οδού Προύσης τέμνει κάθετα την βασική γραμμή μέτρησης του μάρτυρα. Από τους πιο πάνω αριθμούς προκύπτει ότι η απόσταση αυτή είναι ένα μέτρο. Ο μάρτυρας την υπέδειξε ως έχουσα μήκος 80 εκατοστά. Και αυτό γιατί η μέτρηση που σύμφωνα με το Δικαστήριο είναι 46,00 μέτρα για τον μάρτυρα είναι 46,20 μέτρα. Σύμφωνα με τον μάρτυρα αυτός ο αριθμός είναι που αναγράφεται επί του Τεκμηρίου
- Δεν μπορώ να δεχθώ ότι στο Τεκμήριο 2 αναγράφεται ο αριθμός 46,
- Είναι σαφές ότι αναγράφεται ο αριθμός 46,
- Βεβαίως αυτό δεν μεταβάλλει την θέση του μάρτυρα αφού και ένα μέτρο να είναι η πιο πάνω απόσταση στην βάση του ότι το πλάτος του αυτοκινήτου του Ενάγοντα ήταν 1,50 με 1,60 μέτρα κατά την στιγμή της σύγκρουσης αναπόφευκτα η δεξιά του πλευρά κατά τον χρόνο της σύγκρουσης ήταν εκτός του πλάτους της οδού Προύσης από την ανατολική του πλευρά. Σημειώνεται, όμως, ότι η πιο πάνω θέση του μάρτυρα, που ήταν και θέση της Υπεράσπισης, θα εδύνατο να εκληφθεί ως ασφαλής μόνο αν κατά την στιγμή της σύγκρουσης το αυτοκίνητο του Ενάγοντα είχε κατακόρυφη θέση επί της οδού Προύσης κάτι για το οποίο δεν παρουσιάσθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία. Ο μάρτυρας υποστήριξε, όπως και ενωρίτερα είδαμε, ότι δεν σημείωσε το αυτοκίνητο του Ενάγοντα επί του Τεκμηρίου 2 καθότι αυτό που σημειώθηκε επί του Τεκμηρίου 1 και φαίνεται στις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 7 δεν ήταν η θέση που το εν λόγω αυτοκίνητο είχε κατά την σύγκρουση ή πριν ανατραπεί. Όπως και ενωρίτερα υποδείχθηκε, κατά την διαδικασία της επαναφοράς του στους τέσσερεις τροχούς το αυτοκίνητο του Ενάγοντα είχε μετακινηθεί. Σημειώνεται ότι παρά την θέση του μάρτυρα ότι αυτός δεν σημείωσε το αυτοκίνητο του Ενάγοντα στο Τεκμήριο 2, εντούτοις, από το εν λόγω τεκμήριο φαίνεται επ' αυτού σημειωμένο, αλλά με διαφορετικό χρώμα, συγκεκριμένα με μπλε μελάνι, και δεύτερο όχημα εκτός από αυτό του Εναγόμενου και, μάλιστα, σε θέση σύγκρουσης με το τελευταίο. Ο μάρτυρας δεν αμφισβητήθηκε επί του προκειμένου ζητήματος από την Υπεράσπιση. Υπό το φως τούτου ο ισχυρισμός του μάρτυρα ότι το αυτοκίνητο του Ενάγοντα δεν σημειώθηκε από αυτόν επί του Τεκμηρίου 2 κατά την ετοιμασία του είναι αποδεκτός. Υπό το φως των πιο πάνω δεν αποκλείεται η σημείωση αυτή να έγινε από κάποιον εκ των μαρτύρων, προδήλως κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου, που παρήλασαν στις δύο προηγούμενες διαδικασίες που έλαβαν χώρα κατά την διάρκεια της μαρτυρίας τους συμπεριλαμβανομένου και του μάρτυρα. Στην τελική της αγόρευση η ευπαίδευτη συνήγορος της Υπεράσπισης καταλόγισε μεροληψία στον μάρτυρα που το εύρημά του αυτό ενώ ο μάρτυρας το σημείωσε στο πρόχειρο σχέδιο - Τεκμήριο 1 - στο τελικό - Τεκμήριο 2 - παρέλειψε να το σημειώσει. Και αυτό γιατί η θέση του αυτοκινήτου του Ενάγοντα, όπως αυτή σημειώθηκε στο Τεκμήριο 1 από τον μάρτυρα, δεν συνάδει με τον δικογραφημένο ισχυρισμό του Ενάγοντα ότι η σύγκρουση έγινε στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου του και ενώ ο Ενάγων ετοιμαζόταν να στρίψει αριστερά. Ήταν η θέση της Υπεράσπισης ότι όταν ένα αυτοκίνητο ετοιμάζεται να στρίψει αριστερά το μπροστινό του μέρος βλέπει ευθεία - στην υπό εξέταση περίπτωση ανατολικά - με αποτέλεσμα σε αυτή την φάση να μην αποκτά διαγώνια θέση όταν δεχθεί κτύπημα στο πίσω μέρος. Κατ' αρχή, δεν συμφωνώ με την θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου Υπεράσπισης ότι η σημειωθείσα υπό του μάρτυρα επί του Τεκμηρίου 1 θέση του αυτοκινήτου του Ενάγοντα ήταν η θέση που αυτό είχε πριν την ανατροπή του. Η θέση του μάρτυρα επί του σημείου τούτου ήταν ξεκάθαρη. Όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε η θέση που σημειώθηκε για το αυτοκίνητο του Ενάγοντα στο Τεκμήριο 1 ήταν η θέση που αυτό απέκτησε μετά την επαναφορά του στους τέσσερεις τροχούς. Κατά την επαναφορά του, όμως, στους τέσσερεις τροχούς αυτό μετακινήθηκε, σύμφωνα με τον μάρτυρα, ισχυρισμός ο οποίος δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Η θέση δε που αυτό είχε όταν επαναφέρθηκε στους τέσσερεις τροχούς φαίνεται από τις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 7, όπως ο μάρτυρας υπέδειξε με την μαρτυρία του, και δεν είναι διάφορη από την θέση που σημειώθηκε από τον ίδιο στο Τεκμήριο
- Ποια, όμως, ήταν η ακριβής του θέση κατά την στιγμή της σύγκρουσης ή πριν αυτό ανατραπεί δεν κατέστη δυνατόν να διασαφηνισθεί. Ερωτηθείς δε από την Υπεράσπιση αν αυτό κατά την επαναφορά του είχε σπρωχθεί προς διάφορες κατευθύνσεις ο μάρτυρας υπέδειξε ότι δεν είχε προβεί σε τέτοιου είδους έρευνα. Ό,τι μόνο διαπίστωσε από τους παρευρισκόμενους σύμφωνα με την μαρτυρία του ήταν ότι κατά την διαδικασία της επαναφοράς του το αυτοκίνητο του Ενάγοντα είχε απλά μετακινηθεί. Υπό το φως των πιο πάνω και μόνο θεωρώ ότι οποιαδήποτε συμπεράσματα για την αξιοπιστία του μάρτυρα από το γεγονός και μόνο ότι αυτός το υπό συζήτηση εύρημά του ενώ το σημείωσε στο Τεκμήριο 1 δεν το σημείωσε και στο Τεκμήριο 2 θα ήταν αυθαίρετα. Αλλά και αν ακόμα υποθέσομε ότι η θέση που είχε το αυτοκίνητο του Ενάγοντα όταν αυτό επαναφέρθηκε στους τέσσερεις τροχούς δεν ήταν διάφορη αυτής που είχε μέσα στον δρόμο πριν την ανατροπή του στην απουσία μαρτυρίας που να συνδέει χρονικά την ετοιμασία του Τεκμηρίου 2 με γνώση από μέρους του μάρτυρα για τις δικογραφημένες θέσεις του Ενάγοντα το βάσιμο της θέσης της Υπεράσπισης εξανεμίζεται. Καμία μαρτυρία δεν παρουσιάσθηκε, πάντως, που να καταδεικνύει τον χρόνο κατά τον οποίο ετοιμάσθηκε το Τεκμήριο
- Ή μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι όταν αυτό ετοιμάσθηκε ο μάρτυρας γνώριζε για τις δικογραφημένες θέσεις του Ενάγοντα ή ότι αυτό ετοιμάσθηκε κατόπιν συνεννόησης με τον Ενάγοντα για το τι αυτός θα δικογραφούσε στην Έκθεση Απαίτησής του. Ούτε και παρουσιάσθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι το Τεκμήριο 2 ετοιμάσθηκε μετά την καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης. Για να υπάρχει έδαφος στην βάση του οποίου να μπορεί το Δικαστήριο αν έκρινε ορθό να αχθεί σε συμπέρασμα ότι ο λόγος που ο μάρτυρας δεν σημείωσε το αυτοκίνητο του Ενάγοντα στο Τεκμήριο 2 είναι αυτός που υπέδειξε η Υπεράσπιση, ήτοι για να μην καθίσταται έκδηλη η διάσταση μεταξύ των δικογραφημένων θέσεων του Ενάγοντα και ό,τι λογικά υποδηλοί σύμφωνα με την Υπεράσπιση η θέση του αυτοκινήτου του Ενάγοντα όπως αυτή σημειώθηκε επί του Τεκμηρίου
- Το κυριότερο, όμως, είναι ότι στην απουσία επιστημονικής μαρτυρίας δεν θα μπορούσα να δεχθώ ότι η δικογραφημένη θέση του Ενάγοντα ότι η σύγκρουση έγινε στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου του αναιρείται από την θέση που είχε το αυτοκίνητό του, όπως αυτή σημειώθηκε από τον μάρτυρα επί του Τεκμηρίου
- Δηλαδή, και αν ακόμα υποθέσομε ότι η θέση που σημειώθηκε από τον μάρτυρα επί του Τεκμηρίου 1 ήταν η θέση που το αυτοκίνητο του Ενάγοντα είχε πριν την ανατροπή του, η οποία δεν ήταν δυτική, όπως υποστήριξε η ευπαίδευτη συνήγορος Υπεράσπισης, αλλά βορειοδυτική, δεν θα μπορούσα στην απουσία επιστημονικής μαρτυρίας να αποκλείσω ότι και δεχόμενο το κτύπημα στο πίσω μέρος του το αυτοκίνητο του Ενάγοντα δεν θα λάμβανε την θέση αυτή μετά την σύγκρουση. Η απουσία σχετικής επιστημονικής μαρτυρίας εξανεμίζει το βάσιμο και άλλης θέσης της Υπεράσπισης που αναπτύχθηκε, ότι, δηλαδή, η θέση του αυτοκινήτου του Ενάγοντα, όπως αυτή σημειώθηκε από τον μάρτυρα επί του Τεκμηρίου 1, «αποτυπώνει την διαγώνια πορεία του από αριστερά προς δεξιά», προδήλως, εννοείτο από αριστερά προς δεξιά σύμφωνα με την πορεία του αυτοκινήτου του Ενάγοντα, όπως αυτή καταλογίσθηκε από την Υπεράσπιση πριν την σύγκρουση, ήτοι από την είσοδο του ξενοδοχείου Ποσειδώνια προς την οδό Προύσης. Είναι η θέση της Υπεράσπισης ότι η θέση στην οποία σημειώθηκε το αυτοκίνητο του Ενάγοντα επί του Τεκμηρίου 1 επιβεβαιώνει την θέση της Υπεράσπισης ότι πριν την σύγκρουση το αυτοκίνητο του Ενάγοντα διέγραψε διαγώνια πορεία από το ξενοδοχείο Ποσειδώνια προς την οδό Προύσης. Μόνο που και πάλι στην απουσία επιστημονικής μαρτυρίας που να τεκμηριώνει την πιο πάνω θέση της Υπεράσπισης δεν θα μπορούσα να δεχθώ ότι η θέση που σημειώθηκε από τον μάρτυρα επί του Τεκμηρίου 1 για το αυτοκίνητο του Ενάγοντα και αν ακόμα αυτή ήταν η θέση που αυτό είχε πριν την ανατροπή του παραπέμπει απαραίτητα και δίχως άλλο στο συμπέρασμα ότι πριν την σύγκρουση ο Ενάγων είχε κινηθεί μέσα στον δρόμο όπως η Υπεράσπιση εισηγήθηκε. Είναι, επίσης, σημαντικό να σημειωθεί ότι ο Εναγόμενος δεν υποστήριξε με την μαρτυρία του μια τέτοια θέση, ότι, δηλαδή, ο Ενάγων είχε εισέλθει εντός της Λεωφόρου Αμαθούντος αφού προηγουμένως είχε εξέλθει από το ξενοδοχείο Ποσειδώνια διαγράφοντας διαγώνια πορεία με δυτική ή βορειοδυτική κατεύθυνση, αλλά από σημείο δυτικότερα του εν λόγω ξενοδοχείου διαγράφοντας διαγώνια πορεία με κατεύθυνση ανατολική. Ένας επιπρόσθετος λόγος που δεν μπορώ να δεχθώ την τελευταία πιο πάνω θέση είναι ο εξής. Και αν ακόμα κάνομε την ίδια υπόθεση που κάναμε πιο πάνω, ότι, δηλαδή, η θέση που είχε το αυτοκίνητο του Ενάγοντα όταν αυτό επαναφέρθηκε στους τέσσερεις τροχούς δεν ήταν διάφορη αυτής που είχε πριν την ανατροπή του η πιο πάνω θέση της Υπεράσπισης είναι τρωτή πρωτίστως γιατί δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία προς την κατεύθυνση ότι μετά την σύγκρουση και πριν ανατραπεί το αυτοκίνητο του Ενάγοντα δεν είχε μετακινηθεί. Η Υπεράσπιση αμφισβήτησε τα όσα ο μάρτυρας σημείωσε στο Τεκμήριο 1 αναφορικά με τις ζημιές του αυτοκινήτου του Ενάγοντα, κάτι το οποίο η ευπαίδευτη συνήγορος του Εναγόμενου σχολίασε και στην τελική της αγόρευση. Κατά την ευπαίδευτη συνήγορο της Υπεράσπισης ο μάρτυρας ψευδώς και αναληθώς σημείωσε επί του Τεκμηρίου 1 ότι το αυτοκίνητο του Ενάγοντα υπέστη ζημιές «στην αριστερή πίσω πλευρά (πάνω από τον αριστερό πισινό τροχό)». Η ζημιά, όπως φαίνεται και από τις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 7, ήταν στο αριστερό πλαϊνό του αυτοκινήτου. Με αφορμή την πιο πάνω σημείωση του μάρτυρα επί του Τεκμηρίου 1 η Υπεράσπιση καταλόγισε στον μάρτυρα εσκεμμένη πρόθεση να υποστηρίξει την δικογραφημένη θέση του Ενάγοντα. Σύμφωνα με την Υπεράσπιση η εν λόγω σημείωση είναι ενισχυτική της εκδοχής του Ενάγοντα όπως αυτή δικογραφείται στην Έκθεση Απαίτησής του σύμφωνα με την οποία αυτός δέχθηκε το κτύπημα στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου του ενώ «ετοιμαζόταν να στρίψει αριστερά στο δρόμο που οδηγεί στο ξενοδοχείο Caravel». Αξίζει να σημειωθεί ότι ο μάρτυρας στην πιο πάνω περιγραφή του δεν αναφέρθηκε σε ζημιά στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου του Ενάγοντα αλλά σε ζημιά στην πίσω του πλευρά. Και συγκεκριμένα στην αριστερή. Εν' όψει τούτου δεν θεωρώ ότι η σχετική του σημείωση επί του Τεκμηρίου 1 παραπέμπει σε ζημιά στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου του Ενάγοντα ή στο αριστερό πισινό φτερό και αυτό παρά το ότι η πιο πάνω περιγραφή αναφέρεται σε ζημιά πάνω από τον πισινό αριστερό τροχό. Από την φωτογραφία 9 του Τεκμηρίου 7 προκύπτει ότι οι πισινοί τροχοί του αυτοκινήτου του Ενάγοντα βρίσκονται κάποια ουσιαστική για το θέμα που συζητούμε απόσταση από το πίσω μέρος του αυτοκινήτου του Ενάγοντα. Από την εν λόγω φωτογραφία προκύπτει ότι το κέντρο του αριστερού πισινού τροχού δεν αποκλείεται να απέχει και ένα ολόκληρο μέτρο από το τέλος του αυτοκινήτου. Προκύπτει δε ευκρινώς από την πιο πάνω φωτογραφία ότι ο αριστερός πισινός τροχός βρίσκεται στο πλευρό του αυτοκινήτου του Ενάγοντα και όχι στο πίσω ή στο εντελώς πίσω μέρος. Επομένως, δεν θεωρώ ότι υπάρχει διάσταση μεταξύ της περιγραφής ότι η ζημιά ήταν στο πλευρό και της περιγραφής ότι αυτή ήταν πάνω από τον πισινό αριστερό τροχό. Η φωτογραφία 9 του Τεκμηρίου 7 καταδεικνύει με καθαρότητα την ζημιά. Η ζημιά βρίσκεται στην αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου του Ενάγοντα, όπως σημείωσε και ο μάρτυρας επί του Τεκμηρίου 1, και στο αριστερό πλαϊνό, όπως υπέδειξε η ευπαίδευτη συνήγορος Υπεράσπισης. Ακριβολογώντας δε η ζημιά αυτή δεν είναι πάνω από τον αριστερό πισινό τροχό, αλλά πάνω από το αριστερό άνω άκρο του τροχού αυτού με κατεύθυνση προς την πόρτα του συνοδηγού. Και όχι στην αριστερή πίσω πλευρά αλλά στο μέσο περίπου της αριστερής πλευράς. Υπό το φως των πιο πάνω και παρά τα όσα ενωρίτερα αναφέρθηκαν δεν θεωρώ ότι η περιγραφή της ζημιάς που σημειώνεται επί του Τεκμηρίου 1 είναι ακριβής. Δεν θα έλεγα, όμως, ότι αυτή απέχει και κατά πολύ από αυτό που κάποιος που ήθελε να την περιγράψει χοντρικά θα ανέφερε. Η μόνη ανακρίβεια που υπάρχει είναι ότι αυτή περιγράφεται να βρίσκεται στην πίσω αριστερή πλευρά, ενώ, όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε, αυτή βρίσκεται στο μέσο περίπου της αριστερής πλευράς. Και πάλι, όμως, θεωρώ ότι η ζημιά θα μπορούσε να περιγραφεί και με τον τρόπο που ο μάρτυρας την περίγραψε με την υπό συζήτηση σημείωση. Ότι, δηλαδή, αφ' ης στιγμής η ζημιά ήταν πάνω από τον αριστερό πισινό τροχό αυτή ήταν στην αριστερή πίσω πλευρά αν και πάνω από το αριστερό άνω άκρο του αριστερού πισινού τροχού και προς την πόρτα του συνοδηγού. Επίσης, ο μάρτυρας δεν θα μπορούσε να γνωρίζει τις δικογραφημένες θέσεις του Ενάγοντα κατά τον χρόνο ετοιμασίας του Τεκμηρίου
- Ούτε και παρουσιάσθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να παραπέμπει σε συμπέρασμα ότι ο μάρτυρας κατά τον χρόνο ετοιμασίας του Τεκμηρίου 1 γνώριζε ποιες θα ήταν οι θέσεις αυτές. Και αν ακόμα αυτό που υποβόσκει στην θέση της Υπεράσπισης είναι ότι ο μάρτυρας συνεννοήθηκε με τον Ενάγοντα στην σκηνή του δυστυχήματος ώστε οι δύο να εφεύρουν μια εκδοχή που εν τέλει συνάδει με τις δικογραφημένες θέσεις του Ενάγοντα κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε να εξαχθεί από μόνο το γεγονός ότι ο μάρτυρας περίγραψε την ζημιά με τον τρόπο που πιο πάνω την περίγραψε, αφενός, για τον λόγο που πιο πάνω αναφέρθηκε, αφετέρου, γιατί η ζημιά και με τον τρόπο που περιγράφηκε από τον μάρτυρα στο Τεκμήριο 1 δεν θεωρώ ότι συνάδει με τις δικογραφημένες θέσεις του Ενάγοντα. Όταν κάποιος «ετοιμάζεται» να στρίψει αριστερά δέχεται το κτύπημα από το αυτοκίνητο που τον ακολουθεί στο πίσω του μέρος και όχι στην αριστερή πίσω πλευρά. Υπό το φως των πιο πάνω δεν θεωρώ βάσιμη την θέση της Υπεράσπισης, ούτε και την επισήμανσή της επιλήψιμη για την αξιοπιστία του μάρτυρα. Άλλωστε, ο μάρτυρας βλέποντας τις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 7 δέχθηκε ότι οι ζημιές που έφερε το αυτοκίνητο του Ενάγοντα ήταν αυτές που κατεδείνυαν οι πιο πάνω φωτογραφίες. Δεν αρνήθηκε τις φωτογραφίες, ούτε και προσπάθησε μέσω της μαρτυρίας του να υποδείξει άλλες ζημιές από αυτές που οι φωτογραφίες του Τεκμηρίου 7 κατεδείκνυαν. Από την μαρτυρία του δε προκύπτει ευκρινώς ότι η θέση των ζημιών ήταν θέμα αντίληψης για τον μάρτυρα και ότι η υπό συζήτηση σημείωσή του επί του Τεκμηρίου 1 αντανακλά την πιο πάνω αντίληψη. Αναφορικά με το πλάτος της οδού Προύσης ο μάρτυρας κατά την κυρίως εξέτασή του ανέφερε ότι αυτό ήταν γύρω στα 4 μέτρα. Κατά την πρώτη δικάσιμο της αντεξέτασής του του υποβλήθηκε από την Υπεράσπιση ότι αυτό ήταν πέραν των 4 μέτρων. Εις απάντηση ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν υπήρχε ακριβής μέτρηση. Τέθηκε, τότε, στην προσοχή του μάρτυρα απόσπασμα από την σελίδα 13 του Τεκμηρίου
- Το Τεκμήριο 8 είναι τα πρακτικά της διαδικασίας που έλαβε χώρα μετά από απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου με την οποία είχε διαταχθεί για πρώτη φορά η επανεκδίκαση της υπόθεσης και η οποία ακούσθηκε από άλλο αδελφό Δικαστή. Αυτά κατατέθηκαν από την ευπαίδευτη συνήγορο της Υπεράσπισης και σημειώθηκαν από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο
- Σύμφωνα με την πιο πάνω σελίδα στα πλαίσια της προηγούμενης διαδικασίας είχε ζητηθεί από τον μάρτυρα από την Υπεράσπιση να πει αν το πλάτος της οδού Προύσης ήταν περί τα 4,70 μέτρα, αρχικά, και, ακολούθως, περί τα 4,50 μέτρα. Ο μάρτυρας είχε συμφωνήσει και με τους δύο αριθμούς. Όταν δε του υποβλήθηκε στα πλαίσια της παρούσης διαδικασίας να δώσει την θέση του αν κατά πόσο η μαρτυρία του επί του προκειμένου ζητήματος στην προηγούμενη διαδικασία ήταν διαφορετική από την μαρτυρία του στην παρούσα διαδικασία ο μάρτυρας διαφώνησε. Κατά την τρίτη δικάσιμο της αντεξέτασής του στην παρούσα διαδικασία ο μάρτυρας υποστήριξε ότι το πλάτος της οδού Προύσης ήταν περίπου 5 μέτρα συμφωνώντας με την θέση της Υπεράσπισης επί του προκειμένου. Αυτό, όπως διεφάνη από την μαρτυρία του, στην βάση του ότι τα ίχνη τροχοπέδησης του αυτοκινήτου του Ενάγοντα τελείωναν στην μέτρηση 41,70, ήτοι σε απόσταση 41,70 μέτρα από το σταθερό σημείο, και του ότι η νοητή προέκταση της ανατολικής πλευράς της Προύσης τέμνει κάθετα την βασική γραμμή μέτρησης του μάρτυρα στην μέτρηση 47,00, ήτοι σε απόσταση 47,00 μέτρα από το σταθερό σημείο. Κατέληξε δε στον πιο πάνω αριθμό αφού, προδήλως, αφαίρεσε από τον αριθμό 5,30, που είναι η διαφορά των αριθμών 47,00 και 41,70, μιαν απόσταση για την οποία δεν υπήρχε μέτρηση από τον ίδιο. Η απόσταση αυτή είναι το τμήμα εκείνο που αρχίζει από τον αριθμό 41,70 και τελειώνει στο σημείο στο οποίο η νοητή προέκταση της δυτικής πλευράς της Προύσης τέμνει κάθετα την βασική γραμμή μέτρησης του μάρτυρα. Αναμφίβολα η θέση του μάρτυρα κατά την πρώτη δικάσιμο της αντεξέτασής του στην παρούσα διαδικασία είναι διάφορη από την θέση που ο μάρτυρας είχε επί του προκειμένου ζητήματος στην προηγούμενη. Άλλο είναι να ισχυρίζεσαι ότι μια απόσταση δεν ξεπερνά τα 4 μέτρα, αφού αυτό είναι ό,τι λογικά προκύπτει από τον ισχυρισμό ότι το πλάτος ήταν «περί τα 4 μέτρα», και άλλο να ισχυρίζεσαι ότι αυτή μπορεί να είναι 4,70 ή 4,50 μέτρα. Διάφορη, επίσης, ήταν η θέση του μάρτυρα κατά την κυρίως εξέτασή του από την τελευταία θέση που αυτός υιοθέτησε επί του προκειμένου κατά την αντεξέταση. Θα πρέπει, όμως, να λεχθεί ότι αφ' ης στιγμής δεν υπήρχε μέτρηση για το πλάτος της οδού Προύσης ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να δώσει ακριβή απάντηση. Οι απαντήσεις δε που είχε δώσει στην προηγούμενη διαδικασία ήταν η γνώμη του και μόνο όπως γνώμη του ήταν και ό,τι επί του προκειμένου υποστήριξε στην παρούσα διαδικασία. Επίσης, στην παρούσα διαδικασία ο μάρτυρας δεν ήταν καθόλου θετικός, όπως είδαμε, στις θέσεις του. Στην κυρίως εξέταση υποστήριξε ότι το πλάτος της οδού Προύσης ήταν περί τα 4 μέτρα για να υποστηρίξει στην αντεξέταση κάτι που απέχει κατά πολύ από τον πιο πάνω ισχυρισμό, ότι ήταν περί τα 5 μέτρα. Και αυτό βασιζόμενος, όπως διεφάνη, στην βάση ενός υπολογισμού που δεν είχε τα εχέγγυα να είναι ακριβής, αφού όπως και πιο πάνω καταδείχθηκε, αυτός ήταν αυθαίρετος. Υπό το φως όλων των πιο πάνω το γεγονός ότι ο μάρτυρας εν τέλει συμφώνησε επί του προκειμένου με την Υπεράσπιση δεν μπορεί να αποτελέσει ικανοποιητικό λόγο για να αποδεχθώ την τελευταία του θέση. Κρίνω δε ότι από τις απαντήσεις του μάρτυρα δεν μπορώ να προβώ σε ασφαλές εύρημα αναφορικά με το συγκεκριμένο ζήτημα. Ούτε και από το Τεκμήριο 2 μπορώ να προβώ σε ασφαλές εύρημα για το ακριβές πλάτος της οδού Προύσης αφ' ης στιγμής αυτό δεν είναι επί κλίμακος. Ό,τι μετά βεβαιότητας μπορώ να δεχθώ στην βάση του Τεκμηρίου 2 είναι ότι το πλάτος της οδού Προύσης ήταν μικρότερο από 5,30 μέτρα, που είναι, όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε, η διαφορά μεταξύ των μετρήσεων 41,70 και 47,
- Όσον δε αφορά τις θέσεις της Υπεράσπισης επί του προκειμένου σημειώνεται ότι η Υπεράσπιση καμία μαρτυρία δεν παρουσίασε που να τις υποστηρίζει. Όσον αφορά την θέση της Υπεράσπισης η οποία αναπτύχθηκε στην τελική αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου ότι η μαρτυρία του μάρτυρα επί του προκειμένου ζητήματος καταδεικνύει μεροληψία και προσπάθεια από μέρους του μάρτυρα να βοηθήσει την υπόθεση του Ενάγοντα, ο οποίος στην μαρτυρία του ισχυριζόταν ότι η οδός Προύσης είναι δρόμος στενός και δεν χωρούσε δύο αυτοκίνητα στην στροφή, κρίνω πως αυτή δεν ευσταθεί. Και αυτό γιατί ο μάρτυρας, όπως και ενωρίτερα αναφέρθηκε, συμφώνησε εν τέλει με την θέση της Υπεράσπισης ότι το πλάτος της Προύσης ήταν πέντε μέτρα, άσχετα αν η θέση του αυτή δεν έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο. Τέλος, ο μάρτυρας υποστήριξε ότι η στροφή είναι απότομη, κάτι το οποίο δεν είναι αποδεκτό από την Υπεράσπιση. Επί του σημείου τούτου η μαρτυρία του είναι αποδεκτή. Σχετικά είναι τα όσα επί του προκειμένου διεξοδικά αναφέρονται κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Ενάγοντα και δεν χρειάζεται να αναφερθούν στο στάδιο αυτό. Από τα ευρήματα του μάρτυρα όπως αυτά σημειώνονται επί των Τεκμηρίων 1 και 2 η Υπεράσπιση αμφισβήτησε μόνο τις πορείες των ενεχόμενων οχημάτων. Με αφορμή τούτο η Υπεράσπιση αμφισβήτησε γενικότερα την αμεροληψία του μάρτυρα αφού θέση της ήταν ότι με τις υπό του μάρτυρος επί των πιο πάνω τεκμηρίων σημειωθείσες πορείες ο μάρτυρας υιοθέτησε κατ' επιλογή την θέση του Ενάγοντα επί του προκειμένου αγνοώντας εσκεμμένα την θέση του Εναγόμενου κατά παράβαση των καθηκόντων του. Με αυτό τον τρόπο θέλησε ο μάρτυρας κατά την Υπεράσπιση να δείξει ότι η σύγκρουση έγινε με τον τρόπο που διαλαλούσε ο Ενάγων με απώτερο σκοπό την εξασφάλιση οφέλους για τον Ενάγοντα, ήτοι για να βοηθήσει τον Ενάγοντα να αποδείξει ότι ευθύνη για την επίδικη σύγκρουση έφερε ο Εναγόμενος. Συγκεκριμένα αναφέρονται τα ακόλουθα. Ο μάρτυρας σημείωσε τόσο στο πρόχειρο σχέδιο - Τεκμήριο 1 - όσο και το τελικό - Τεκμήριο 2 - τις πορείες των ενεχόμενων οχημάτων. Με το γράμμα Α σημείωσε επί του Τεκμηρίου 2 την πορεία του οχήματος του Εναγόμενου και με το γράμμα Β την πορεία του οχήματος του Ενάγοντα. Οι πιο πάνω πορείες σημειώθηκαν με τρόπο ώστε να φαίνεται ότι και τα δύο οχήματα πριν την σύγκρουση οδηγούνταν επί της Λεωφόρου Αμαθούντος με ευθεία πορεία και με κατεύθυνση ανατολική και το όχημα του Ενάγοντα προπορεύονταν του αυτοκινήτου του Εναγόμενου. Κρίνω σκόπιμο να αναφέρω τι ακριβώς υπεβλήθη στον μάρτυρα από την Υπεράσπιση προτού ο μάρτυρας δώσει την θέση του ώστε να καταδειχθεί, αφενός, τι αρχικά αυτός υποστήριξε ως θέση του επί του προκειμένου ζητήματος, αφετέρου, πώς σε μεταγενέστερο στάδιο της αντεξέτασης διαφοροποίησε την θέση του αυτή. Σημειώνεται ότι της εν λόγω υποβολής είχε προηγηθεί σειρά ερωτήσεων από την Υπεράσπιση στις οποίες ο μάρτυρας άλλοτε δεν απαντούσε ευθέως, άλλοτε έδινε απαντήσεις που δεν καθόριζαν επακριβώς την θέση του. Η υποβολή ήταν ότι ο Εναγόμενος είχε αναφέρει ευθύς εξ αρχής στον μάρτυρα στην σκηνή του δυστυχήματος ότι ο Ενάγων δεν οδηγούσε επί της Λεωφόρου Αμαθούντος με ανατολική κατεύθυνση και ευθεία πορεία, αλλά ότι είχε βγει εντός της εν λόγω λεωφόρου από τα δεξιά σύμφωνα με την πορεία του Εναγόμενου και ακολούθως έστριψε αριστερά αποκόπτοντας την πορεία του. Θέση του μάρτυρα ήταν ότι ο Εναγόμενος συμφώνησε στην σκηνή με την πορεία που ο Ενάγων είχε υποδείξει για τον εαυτό του και ότι ο μοναδικός λόγος που δεν είχε υπογράψει το πρόχειρο σχέδιο - Τεκμήριο 1 - στην σκηνή του δυστυχήματος ήταν γιατί δεν συμφωνούσε με τα ίχνη τροχοπέδησης του οχήματός του όπως αυτά είχαν σημειωθεί από τον μάρτυρα επί του εν λόγω τεκμηρίου. Υποστήριξε, ακόμα, ότι ο Εναγόμενος είχε δεχθεί την πορεία του Ενάγοντα και ότι την θέση που του υπεβλήθη από την Υπεράσπιση ο Εναγόμενος δεν την πρόβαλε στην σκηνή του δυστυχήματος αλλά για πρώτη φορά στην γραπτή του κατάθεση. Στην προηγούμενη, όμως, διαδικασία, η οποία έλαβε χώρα μετά από απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου με την οποία είχε διαταχθεί για πρώτη φορά η επανεκδίκαση της υπόθεσης και τα πρακτικά της οποίας κατατέθηκαν από την ευπαίδευτη συνήγορο της Υπεράσπισης και σημειώθηκαν από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο 8, ο μάρτυρας είχε δώσει διαφορετική θέση. Υποδείχθηκε στον μάρτυρα απόσπασμα από την σελίδα 10 του Τεκμηρίου 8 στην οποία φαίνονται καταγραμμένες οι ερωτήσεις που είχαν τότε τεθεί στον μάρτυρα από την τότε συνήγορο Υπεράσπισης επί του προκειμένου καθώς και οι απαντήσεις του μάρτυρα στις ερωτήσεις αυτές. Από την εν λόγω σελίδα προκύπτουν τα ακόλουθα. Όταν ο μάρτυρας ρωτήθηκε αν την πορεία που επί του Τεκμηρίου 2 σημειώνεται με το γράμμα Β την είχε υποδείξει ο Εναγόμενος αυτός απάντησε ότι δεν θυμόταν. Σε δεύτερη, όμως, ερώτηση σύμφωνα με την οποία ο Εναγόμενος ουδέποτε είχε αναφέρει στον μάρτυρα ότι η πορεία του Ενάγοντα ήταν αυτή που σημειώθηκε επί του Τεκμηρίου 2 με το γράμμα Β, ότι οι πορείες που σημειώθηκαν επί του τελικού σχεδίου με τα γράμματα Α και Β ως οι πορείες που το όχημα του Εναγόμενου και το όχημα του Ενάγοντα αντίστοιχα ακολουθούσαν πριν την επίδικη σύγκρουση σημειώθηκαν από τον ίδιο κατόπιν υποδείξεων μόνο του Ενάγοντα και ότι αυτό που ο Εναγόμενος είχε αναφέρει στον μάρτυρα ήταν ότι ο Ενάγων πριν την σύγκρουση είχε εξέλθει από την είσοδο του ξενοδοχείου Ποσειδώνια και εισέλθει εντός της οδού Προύσης με κάθετη κλίση ο μάρτυρας δέχθηκε ότι έτσι είχαν τα πράγματα. Σημειώνεται ότι τόσο από την σελίδα 10 του Τεκμηρίου 8 όσο και από την προηγούμενη συνάγεται ευκρινώς ότι οι πιο πάνω ερωτήσεις από την προηγούμενη διαδικασία ως προς τι είχε ή δεν είχε αναφέρει στον μάρτυρα ο Εναγόμενος και ως προς το τι είχε υποδείξει σε αυτόν ο Ενάγων αναφέρονταν χρονικά στην σκηνή του δυστυχήματος. Συν τοις άλλοις η χρήση του ρήματος «υποδεικνύω» λογικά παραπέμπει σε υπόδειξη στην σκηνή του δυστυχήματος και όχι σε δήλωση που γίνεται στα πλαίσια λήψης γραπτής κατάθεσης. Τούτο σε συνδυασμό με το ότι η χρονική ταύτιση που ευκρινώς υποβόσκει στην πιο πάνω υποβολή μεταξύ υπόδειξης από τον Ενάγοντα και αναφοράς από τον Εναγόμενο συνηγορεί με το ότι η αναφορά από τον Εναγόμενο ήταν αναφορά στην σκηνή του δυστυχήματος και όχι αναφορά στην γραπτή του κατάθεση. Τέλος, στην γραπτή του κατάθεση ο Εναγόμενος δεν ανέφερε αυτό που τότε είχε υποβάλει στον μάρτυρα η τότε συνήγορος Υπεράσπισης και που πιο πάνω αναφέρθηκε ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ότι ο μάρτυρας με την πιο πάνω απάντησή του δεν αναφερόταν στην σκηνή του δυστυχήματος αλλά στον χρόνο λήψης της γραπτής κατάθεσης του Εναγόμενου. Ό,τι ο Εναγόμενος ανέφερε στη γραπτή του κατάθεση ήταν σύμφωνα με το Τεκμήριο 6 τα ακόλουθα: «... σε κάποιο σημείο του δρόμου παρά το ξενοδοχείο «Poseidonia» αντιλήφθηκα ένα άσπρο αυτοκίνητο να βγαίνει από τα δεξιά στα 15 μέτρα απότομα και εγώ υπολόγισα ότι θα πήγαινε ευθεία αμέσως μετά έστριψε αριστερά και μου έκοψε το δρόμο κατά την γνώμη μου υπολογίζω ότι θα έκανε επαναστροφή ... σε απόσταση 8-10 μέτρων αντιλήφθηκα ότι μου έκοφκε το δρόμο με αποτέλεσμα να τον χτυπήσω με την δεξιά μπροστινή γωνιά του προφυλακτήρα μου». Υπό το φως όλων των πιο πάνω συνάγεται ευκρινώς ότι ο μάρτυρας απαντώντας καταφατικά στην υποβολή της Υπεράσπισης κατά την προηγούμενη διαδικασία δέχθηκε ότι αυτά που του είχαν υποδειχθεί από την Υπεράσπιση ο Εναγόμενος τα είχε αναφέρει στην σκηνή του δυστυχήματος. Και ότι ορθά είχε αντιληφθεί ότι γι' αυτόν τον χρόνο ερωτείτο. Επίσης, στην προηγούμενη διαδικασία ο μάρτυρας ανέφερε τα ακόλουθα όπως αυτά είναι καταγραμμένα στην σελίδα 11 του Τεκμηρίου
- Ερωτηθείς ο μάρτυρας αν ήταν παράλειψή του που στο Τεκμήριο 2 δεν σημείωσε την πορεία του Ενάγοντα όπως αυτή υποδείχθηκε από τον Εναγόμενο παρά μόνο σημείωσε τις πορείες των ενεχόμενων οχημάτων όπως τις υπέδειξε στην σκηνή μόνο ο Ενάγων ο μάρτυρας συμφώνησε. Πρόσθεσε, χρησιμοποιώντας, τον αντιθετικό σύνδεσμο «όμως», ότι ο Εναγόμενος συμφώνησε με το πρόχειρο σχέδιο το οποίο ο μάρτυρας είχε δείξει σε αυτόν και στο οποίο φαίνονταν οι υπό του μάρτυρος επ' αυτού σημειωθείσες πορείες. Ανέφερε, επιπλέον, ότι ο λόγος που ο Εναγόμενος δεν είχε υπογράψει το πρόχειρο σχέδιο ήταν γιατί δεν συμφωνούσε με τα ίχνη τροχοπέδησης. Προκύπτει ξεκάθαρα από την πιο πάνω μαρτυρία ότι θέση του μάρτυρα στην προηγούμενη διαδικασία ήταν ότι ο Εναγόμενος στην σκηνή είχε υποδείξει ως πορεία του Ενάγοντα άλλη από αυτή που σημειώθηκε από τον μάρτυρα στο πρόχειρο σχέδιο, παρόλα αυτά όταν ο μάρτυρας του είχε δείξει το πρόχειρο σχέδιο στην σκηνή ο Εναγόμενος συμφώνησε με αυτό. Το πιο πάνω συμπέρασμα επιβεβαιώνεται και από την απάντηση που ο μάρτυρας είχε δώσει σε άλλη σχετική ερώτηση της Υπεράσπισης στην προηγούμενη διαδικασία. Συγκεκριμένα στην ερώτηση πώς εξηγείται να είχε συμφωνήσει ο Εναγόμενος με το πρόχειρο σχέδιο αφού ο ισχυρισμός του ήταν ότι ο Ενάγων είχε ακολουθήσει πορεία από το ξενοδοχείο Ποσειδώνια με κάθετη κλίση προς την οδό Προύσης ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν γνώριζε. Συνάγεται ότι σύμφωνα με τον μάρτυρα ο Εναγόμενος του είχε αναφέρει στην σκηνή άλλη πορεία για τον Ενάγοντα, αλλά δεν μπορούσε να εξηγήσει γιατί ενώ αυτό συνέβη ο Εναγόμενος είχε συμφωνήσει με το πρόχειρο σχέδιο. Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί ότι δεν υποστήριξε ότι αυτό εξηγείτο από το ότι ο Εναγόμενος δεν είχε προβάλει στην σκηνή του δυστυχήματος αυτό που του είχε υποβληθεί ως θέση της Υπεράσπισης στην προηγούμενη διαδικασία, οπότε γι' αυτό τον λόγο ο Εναγόμενος είχε συμφωνήσει με το πρόχειρο σχέδιο. Τέλος, υποδείχθηκε στον μάρτυρα απόσπασμα από την σελίδα 12 του Τεκμηρίου
- Από την εν λόγω σελίδα προκύπτει ότι ερωτηθείς ο μάρτυρας αν πάγια θέση του Εναγόμενου ήταν ότι η πορεία που ο Ενάγων είχε ακολουθήσει πριν την σύγκρουση ήταν από το ξενοδοχείο Ποσειδώνια κάθετα απέναντι στην οδό Προύσης ο μάρτυρας απάντησε καταφατικά. Σημειώνεται ότι ο μάρτυρας σε καμία περίπτωση δεν αμφισβήτησε τις ερωτήσεις και τις απαντήσεις του σε αυτές όπως αυτές του διαβάσθηκαν από το Τεκμήριο 8 και του υποβλήθηκαν από την Υπεράσπιση. Από τα πιο πάνω προκύπτει ευκρινώς ότι οι θέσεις που ο μάρτυρας υιοθέτησε στα πλαίσια της παρούσης διαδικασίας επί του υπό συζήτηση ζητήματος διαφέρουν άρδην από τις θέσεις που αυτός είχε υιοθετήσει επί του ιδίου ζητήματος στα πλαίσια της προηγούμενης διαδικασίας. Ενώ στα πλαίσια της προηγούμενης διαδικασίας δέχθηκε, όπως είδαμε, ότι ο Εναγόμενος του είχε αναφέρει στην σκηνή του δυστυχήματος για την πορεία του Ενάγοντα η οποία, όπως και πιο πάνω υποδείχθηκε, ήταν διάφορη από αυτή που είχε υποδειχθεί στην σκηνή από τον Ενάγοντα και σημειωθεί από τον μάρτυρα επί των σχεδίων - Τεκμήρια 1 και 2 - στην παρούσα διαδικασία αρνήθηκε ότι συνέβη κάτι τέτοιο. Θέση του στην παρούσα διαδικασία ήταν ότι ο Εναγόμενος δέχθηκε ότι η πορεία του Ενάγοντα ήταν αυτή που είχε υποδείξει ο Ενάγων για τον εαυτό του στην σκηνή του δυστυχήματος και σημειωθεί από τον ίδιο στο πρόχειρο σχέδιο που ο μάρτυρας ετοίμασε στην σκηνή. Σημειώνεται ότι σε άλλο σημείο της αντεξέτασης στην παρούσα διαδικασία και ερωτηθείς τι του είχε πει στην σκηνή ο Εναγόμενος για την πορεία του Ενάγοντα ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο Εναγόμενος δεν είχε αναφέρει οτιδήποτε επί του προκειμένου. Παρά μόνο ότι ό,τι του είχε αναφέρει ήταν για την δική του πορεία και μόνο και ότι για την πορεία του Ενάγοντα ο Εναγόμενος αναφέρθηκε για πρώτη φορά στην γραπτή του κατάθεση. Υποστήριξε, ακόμα, ότι ο ίδιος δεν είχε καν ρωτήσει τον Εναγόμενο για την πορεία του αυτοκινήτου του Ενάγοντα. Μα αν ο Εναγόμενος δεν του είχε αναφέρει στην σκηνή οτιδήποτε για την πορεία του Ενάγοντα πώς ο μάρτυρας στα πλαίσια της παρούσης διαδικασίας διατείνετο ότι ο Εναγόμενος του είχε αναφέρει ότι συμφωνούσε με την πορεία που είχε υποδείξει για τον εαυτό του ο Ενάγων; Τα πιο πάνω έρχονται, επίσης, σε αντίθεση με τον ισχυρισμό που ο μάρτυρας πρόβαλε και στην παρούσα διαδικασία ότι, δηλαδή, πάγια θέση του Εναγόμενου ήταν αυτή που υποδείχθηκε στον μάρτυρα από την Υπεράσπιση. Μα αν η πάγια θέση του Εναγόμενου ήταν αυτή που υποδείχθηκε στον μάρτυρα από την Υπεράσπιση πώς μπορεί να ισχυρίζεται ο μάρτυρας ότι την θέση αυτή ο Εναγόμενος την πρόβαλε μόνο μια φορά, στην γραπτή του κατάθεση; Αφού η πιο πάνω θέση ήταν η πάγια θέση του Εναγόμενου ακολουθεί ότι αυτή προβλήθηκε από τον Εναγόμενο όχι μόνο στην γραπτή του κατάθεση αλλά και στην σκηνή του δυστυχήματος. Σημειώνεται ότι σύμφωνα με τον μάρτυρα όλες κι' όλες δύο φορές αυτός συνάντησε τον Εναγόμενο, μια, στην σκηνή του δυστυχήματος, και, μια, στον αστυνομικό σταθμό κατά την λήψη της γραπτής του κατάθεσης. Διαφορετικά δεν θα ήταν πάγια η θέση αυτή. Θα ήταν η θέση και μόνο που ο Εναγόμενος είχε δώσει για πρώτη φορά στην γραπτή του κατάθεση. Ερωτηθείς δε επί του προκειμένου από την Υπεράσπιση η απάντησή του ήταν ανεπαρκής. Ανέφερε ότι η θέση αυτή ήταν η πάγια θέση του Εναγόμενου καθότι αυτή προβλήθηκε από τον Εναγόμενο στην γραπτή του κατάθεση. Τέλος, έρχονται σε αντίθεση με όσα επί του προκειμένου ο μάρτυρας ανέφερε κατά την προηγούμενη διαδικασία και που πιο πάνω αναφέρθηκαν. Εν τέλει ο μάρτυρας υποστήριξε ως τελική του θέση ότι οι υπό αυτού επί του Τεκμηρίου 1 σημειωθείσες πορείες των ενεχόμενων οχημάτων ήταν αυτές που του υπέδειξαν οι οδηγοί ο καθένας για τον εαυτό του, ήτοι ότι η πορεία Α ήταν η πορεία που του είχε υποδείξει ο Εναγόμενος ως την δική του πορεία και η πορεία Β η πορεία που του είχε υποδείξει ο Ενάγων ως την πορεία του τελευταίου. Βλέπομε, δηλαδή, ότι ενώ αρχικά η θέση του μάρτυρα ήταν ότι οι σημειωθείσες επί του Τεκμηρίου 1 πορείες ήταν οι πορείες των ενεχομένων οδηγών όπως τις είχε υποδείξει ο Ενάγων και με τις οποίες ο Εναγόμενος είχε συμφωνήσει ο μάρτυρας αργότερα διαφοροποίησε την θέση του για να υποστηρίξει ως τελική του θέση ότι αυτές ήταν οι πορείες που είχε υποδείξει ο καθένας από τους ενεχόμενους οδηγούς για τον εαυτό του. Η αντεξέταση του μάρτυρα ήταν μακρά και διήρκησε τέσσερεις δικασίμους. Στην δεύτερη δικάσιμο ο μάρτυρας πρόβαλε την θέση ότι ό,τι κατά την πρώτη δικάσιμο της αντεξέτασής του υποστήριξε ήταν ό,τι αποτελεί και την τελική του θέση η οποία είναι αυτή που αναφέρθηκε στην προηγούμενη παράγραφο. Πώς όμως συνάδει η τελική του θέση με την θέση που αρχικά εξέφρασε στην υποβολή που του έγινε από την ευπαίδευτη συνήγορο Υπεράσπισης και η οποία ενωρίτερα αναφέρθηκε; Στο στάδιο εκείνο της μαρτυρίας του υποστήριξε, όπως είδαμε, ότι ο Εναγόμενος είχε δεχθεί στην σκηνή την πορεία που υπέδειξε για τον εαυτό του ο Ενάγων και ότι την θέση που του υπεβλήθη από την Υπεράσπιση ο Εναγόμενος την πρόβαλε για πρώτη φορά στην γραπτή του κατάθεση και όχι στην σκηνή του δυστυχήματος. Υποστήριξε, επίσης, ότι ο λόγος που ο Εναγόμενος δεν είχε υπογράψει το πρόχειρο σχέδιο στην σκηνή του δυστυχήματος ήταν γιατί δεν συμφωνούσε με τα ίχνη τροχοπέδησης του οχήματός του όπως αυτά είχαν σημειωθεί από τον μάρτυρα επί του εν λόγω τεκμηρίου και όχι γιατί δεν συμφωνούσε με τις επ' αυτού σημειωθείσες πορείες. Δεν μπορεί, επομένως, ο μάρτυρας να διατείνεται ότι η τελική του θέση επί του υπό συζήτηση ζητήματος προβλήθηκε από τον ίδιο εξ αρχής. Κάθε άλλο. Άλλη ήταν η αρχική του θέση και άλλη η τελική του. Σημειώνεται, επίσης, ότι σε ερώτηση που υπεβλήθη στον μάρτυρα κατά την αντεξέταση αφότου ο τελευταίος πρόβαλε την τελική του θέση επί του υπό συζήτηση ζητήματος γιατί δεν είχε σημειώσει στο πρόχειρο σχέδιο την πορεία του Ενάγοντα όπως του την είχε υποδείξει στην σκηνή ο Εναγόμενος απάντησε ότι δεν είχε υποχρέωση να την σημειώσει. Ο μάρτυρας δεν ρωτείτο γιατί δεν είχε σημειώσει την πορεία του Ενάγοντα στο τελικό σχέδιο αλλά στο πρόχειρο. Με την πιο πάνω απάντηση, όμως, που έδωσε φαίνεται να αναίρεσε την τελική του θέση. Καθότι από αυτήν συνάγεται ότι ο μάρτυρας δέχθηκε ότι ο Εναγόμενος του είχε αναφέρει στην σκηνή του δυστυχήματος για την πορεία του Ενάγοντα σε αντίθεση με ό,τι υποστήριξε ως τελική του θέση. Σημειώνεται, επίσης, ότι και κατά την κυρίως εξέταση ερωτηθείς ο μάρτυρας τι του είχε πει ο Εναγόμενος για την πορεία του Ενάγοντα ανέφερε ότι ο Εναγόμενος του είπε ότι ο Ενάγων του είχε αποκόψει την πορεία του. Η ερώτηση που είχε τεθεί στον μάρτυρα είχε προηγηθεί άλλης ερώτησης της ευπαίδευτης συνηγόρου του Ενάγοντα η οποία αναφερόταν χρονικά στην σκηνή του δυστυχήματος και από την οποία προκύπτει ότι και η δεύτερη πιο πάνω ερώτηση στον ίδιο χρόνο αναφερόταν. Η προηγηθείσα ερώτηση ήταν αν οι εμπλεκόμενοι οδηγοί είχαν συμφωνήσει με το πρόχειρο σχέδιο που ο μάρτυρας είχε ετοιμάσει στην σκηνή. Αντιδρώντας στην απάντηση που ο μάρτυρας έδωσε στην δεύτερη ερώτηση η ευπαίδευτη συνήγορος του Ενάγοντα ρώτησε τον μάρτυρα αν ήταν σίγουρος για όσα ανωτέρω είχε αναφέρει. Η ερώτηση προσέκρουσε στην ένσταση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Υπεράσπισης η οποία έτυχε της έγκρισης του Δικαστηρίου με αποτέλεσμα αυτή να μην επιτραπεί. Η ευπαίδευτη συνήγορος του Ενάγοντα με νέα ερώτηση της έθεσε στον μάρτυρα το ίδιο ακριβώς ζήτημα. Συγκεκριμένα ο μάρτυρας ρωτήθηκε αν ο Εναγόμενος του είπε ξεκάθαρα ότι είχε δει τον Ενάγοντα να βγαίνει από την έξοδο του ξενοδοχείου Ποσειδώνια. Και αυτή η ερώτηση προσέκρουσε σε ένσταση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Υπεράσπισης. Εν τέλει η ερώτηση δεν επιτράπηκε από το Δικαστήριο. Υπό το φως των πιο πάνω αντιφάσεων, ασαφειών και σοβαρών διακυμάνσεων στην μαρτυρία του η εντύπωση που μου έκανε ο μάρτυρας αναφορικά με το υπό συζήτηση ζήτημα ήταν το λιγότερο απαγοητευτική με αποτέλεσμα η εκδοχή του ότι ο Εναγόμενος δεν του είχε αναφέρει στην σκηνή του δυστυχήματος για την πορεία του Ενάγοντα παρά μόνο για την δική του πορεία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Δεν αποδέχομαι ότι ο Εναγόμενος δεν είχε αναφέρει ή υποδείξει στον μάρτυρα στην σκηνή του δυστυχήματος την πορεία του Ενάγοντα. Ο Εναγόμενος είχε αναφέρει στον μάρτυρα στην σκηνή του δυστυχήματος για την πορεία του Ενάγοντα. Αυτό υποστήριξε ο Εναγόμενος με την διά ζώσης μαρτυρία του. Μόνο που ο μάρτυρας δεν την σημείωσε επί του Τεκμηρίου
- Συνέχισε δε αυτή την στάση και με το τελικό σχέδιο της σκηνής - Τεκμήριο
- Καθότι ενώ στο στάδιο εκείνο είχε πλέον και επίσημα την εκδοχή του Εναγόμενου διά της γραπτής κατάθεσης του τελευταίου και πάλι εξακολούθησε να τηρεί την ίδια στάση με αυτή που τήρησε στην σκηνή του δυστυχήματος. Δεν σημείωσε την εκδοχή του Εναγόμενου ως προς την πορεία του Ενάγοντα επί του Τεκμηρίου
- Και αν ακόμα γινόταν αποδεκτό ό,τι ο μάρτυρας υποστήριξε επί του προκειμένου ως τελική του θέση, ότι, δηλαδή, στην σκηνή του δυστυχήματος είχε εξακριβώσει μόνο τις πορείες που ο κάθε οδηγός ακολουθούσε σύμφωνα με τον ίδιο και ότι για τον λόγο αυτό ο μάρτυρας δεν είχε σημειώσει επί του πρόχειρου σχεδίου άλλη πορεία για τον Ενάγοντα παρά μόνο αυτή που του είχε υποδείξει ο Ενάγων για την δική του, γιατί όταν πλέον είχε την γραπτή κατάθεση του Εναγομένου στην οποία γίνεται λόγος για άλλη πορεία του Ενάγοντα δεν σημείωσε την πορεία αυτή στο τελικό σχέδιο - Τεκμήριο 2; Αυτό δείχνει ότι η στάση που ο μάρτυρας τήρησε στην σκηνή του δυστυχήματος δεν ήταν τυχαία και ότι εσκεμμένα αυτός δεν είχε σημειώσει επί του Τεκμηρίου 1 την πορεία του Ενάγοντα όπως αυτή υποδείχθηκε από τον Εναγόμενο στην σκηνή. Και αυτό φαίνεται από το γεγονός που μόλις πιο πάνω αναφέρθηκε. Ότι, δηλαδή, ούτε και στο Τεκμήριο 2 ο μάρτυρας σημείωσε την εκδοχή του Εναγόμενου ως προς την πορεία του Ενάγοντα. Ερωτηθείς από την Υπεράσπιση γιατί στο Τεκμήριο 2 δεν σημείωσε την εκδοχή του Εναγόμενου για την πορεία του Ενάγοντα πρόβαλε την δικαιολογία ότι στο σχέδιο δεν σημειώνει ισχυρισμούς. Σημειώνει τις πορείες που ο κάθε οδηγός αναφέρει για τον εαυτό του και, ακολούθως, λαμβάνει καταθέσεις για οποιοδήποτε ισχυρισμό τυχόν οι οδηγοί προβάλουν. Ο ισχυρισμός του μάρτυρα ότι το καθήκον του ήταν να σημειώσει επί των σχεδίων την πορεία που ο κάθε οδηγός είχε υποδείξει για τον εαυτό του στην σκηνή του δυστυχήματος ή ότι καθήκον του στην σκηνή του δυστυχήματος ήταν να εξακριβώσει από τον κάθε ενεχόμενο οδηγό μόνο την εκδοχή του για την πορεία που ακολουθούσε ο ίδιος και όχι και την εκδοχή του για την πορεία που ακολουθούσε ο άλλος είναι φαιδρός. Θεωρώ ότι ο μάρτυρας όφειλε και ήταν καθήκον του, πρώτο, να εξακριβώσει στην σκηνή του δυστυχήματος την εκδοχή του κάθε οδηγού για την πορεία που ακολουθούσε τόσο ο ίδιος όσο και ο άλλος ενεχόμενος οδηγός και, δεύτερο, να σημειώσει όλες τις εκδοχές τόσο στο πρόχειρο σχέδιο όσο και στο τελικό. Ο μάρτυρας δεν παρέλειψε να πράξει τα πιο πάνω. Εξακρίβωσε στην σκηνή του δυστυχήματος και την εκδοχή του Εναγόμενου για την πορεία του Ενάγοντα μόνο που δεν την σημείωσε ούτε στο πρόχειρο σχέδιο, ούτε στο τελικό. Η ενέργειά του να μην την σημειώσει αντιβαίνει του καθήκοντός του. Το ότι ήταν παράλειψή του που στο Τεκμήριο 2 δεν σημείωσε και την εκδοχή του Εναγόμενου για την πορεία του Ενάγοντα το είχε παραδεχθεί στην προηγούμενη διαδικασία παρά το ότι στα πλαίσια της παρούσης διαδικασίας ο μάρτυρας αναθεώρησε την θέση του υποστηρίζοντας ότι δεν είχε τέτοια υποχρέωση και απέσυρε, όπως ενδεικτικά ανέφερε, την δήλωσή του εκείνη, κάτι το οποίο αποτελεί άλλη μια αντίφαση στην μαρτυρία του. Με το να μην πράξει ως όφειλε ο μάρτυρας έδωσε εσφαλμένα την εντύπωση ότι οι πορείες που σημείωσε στο Τεκμήριο με τα γράμματα Α και Β είναι αποδεκτές και από τους δύο διαδίκους, κάτι το οποίο δεν ισχύει. Επίσης, για τον πιο πάνω λόγο τόσο το πρόχειρο σχέδιο όσο και το τελικό είναι αναφορικά με την πτυχή αυτή της υπόθεσης παραπλανητικά για κάποιον που είναι σε θέση να τα ερμηνεύσει. Η δικαιολογία δε που ο μάρτυρας πρόβαλε για να δικαιολογήσει την θέση του είναι πέρα από ισχνή. Ήταν ισχυρισμός, είπε, του Εναγόμενου και έτσι δεν έπρεπε να τον σημειώσει στο τελικό σχέδιο. Γι' αυτόν έλαβε από τον Εναγόμενο γραπτή κατάθεση. Τα όσα, δηλαδή, του ανέφερε ο Ενάγων τόσο στην σκηνή όσο και στην γραπτή του κατάθεση τι ήταν; Δεν ήταν ισχυρισμοί; Ασφαλώς και ήταν ισχυρισμοί. Γιατί, τότε, ο μάρτυρας επέλεξε να σημειώσει στα Τεκμήρια 1 και 2 τους ισχυρισμούς μόνο του Ενάγοντα και να αγνοήσει τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου; Με ποια λογική και για ποιο λόγο; Τίποτα το βάσιμο δεν προβλήθηκε από μέρους του μάρτυρα γι' αυτό. Τουναντίον, θεωρώ ότι ο μάρτυρας κρύβεται πίσω από τον φαιδρό, όπως χαρακτηρίσθηκε και ενωρίτερα, ισχυρισμό ότι επί των σχεδίων σημειώνει μόνο τις πορείες που υποδεικνύουν οι ενεχόμενοι οδηγοί, ο καθένας για τον εαυτό του, και όχι και τους ισχυρισμούς του ενός για την πορεία του άλλου, αλλά και από το ότι η εκδοχή του Ενάγοντα στην σκηνή, όπως από την μαρτυρία του προκύπτει, ταυτιζόταν με την εκδοχή του στην γραπτή του κατάθεση. Ή μήπως το αστυνομικό όργανο θεώρησε ότι υπέχει θέση δικαστή και έπρεπε να αποφασίσει πού βρίσκεται η αλήθεια αναφορικά με το θέμα των πορείων που οι διάδικοι ακολουθούσαν πριν την σύγκρουση; Αυτό είναι δίχως άλλο θέμα που επαφίεται στο Δικαστήριο να αποφασίσει και όχι στον εξεταστή-ανακριτή. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνεται ότι ο μάρτυρας δεν έπραξε ως όφειλε να πράξει και δεν συμπεριφέρθηκε στον Εναγόμενο με τρόπο αμερόληπτο και ακριβοδίκαιο. Αυτό, άλλωστε, υπέδειξε και ο ίδιος ο Εναγόμενος με την διά ζώσης μαρτυρία του. Σύμφωνα με τον Εναγόμενο ο μάρτυρας συνομιλούσε στην σκηνή με τον Ενάγοντα με τρόπο που φάνηκε στον Εναγόμενο ότι ξέφευγε των επαγγελματικών πλαισίων και σε βαθμό που έδωσε την εντύπωση στον Εναγόμενο ότι αυτός δεν θα τύγχανε δίκαιης μεταχείρησης από τον μάρτυρα. Το δικαιολογημένο της εντύπωσης που δημιουργήθηκε στον Εναγόμενο επιβεβαιώνεται από τα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν ως διαπιστώσεις του Δικαστηρίου. Ούτε και δέχομαι ότι ο Εναγόμενος συμφώνησε με το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος ως ήταν η θέση του μάρτυρα κατά την κυρίως εξέτασή του. Κατά την αντεξέτασή του ο μάρτυρας διαφοροποίησε, όπως είδαμε, την πιο πάνω θέση του υποστηρίζοντας ότι ο Εναγόμενος δεν συμφωνούσε με τα ίχνη τροχοπέδησης του αυτοκινήτου του όπως αυτά είχαν σημειωθεί επί του εν λόγω σχεδίου από τον μάρτυρα και ότι για τον λόγο αυτό δεν είχε υπογράψει το πρόχειρο σχέδιο. Βλέπομε, δηλαδή, ότι την θέση που ο μάρτυρας πρόβαλε κατά την κυρίως εξέτασή του την αναίρεσε με άλλη αντίθετη θέση που πρόβαλε κατά την αντεξέταση. Επίσης, σύμφωνα με τον Εναγόμενο αυτός δεν υπέγραψε το πρόχειρο σχέδιο καθότι για τους λόγους που αναφέρθηκαν στην αμέσως προηγούμενη παράγραφο δημιουργήθηκαν σε αυτόν αμφιβολίες για την αμεροληψία του μάρτυρα. Υπό το φως των πιο πάνω η θέση που ο μάρτυρας πρόβαλε κατά την κυρίως εξέτασή του δεν είναι αποδεκτή. Επί του σημείου τούτου δέχομαι ότι ο μάρτυρας έδειξε στον Εναγόμενο το πρόχειρο σχέδιο στην σκηνή του δυστυχήματος - κάτι το οποίο επιβεβαιώνεται από την μαρτυρία του Εναγόμενου - δεν δέχομαι, όμως, ότι ο Εναγόμενος συμφώνησε με αυτό. Ένας από τους λόγους είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην αμέσως προηγούμενη παράγραφο. Ένας δεύτερος λόγος είναι γιατί ο Εναγόμενος δεν γνώριζε, όπως ανέφερε στην διά ζώσης μαρτυρία του, πόσο ήταν το μήκος των ιχνών τροχοπέδησης που άφησαν οι τροχοί του οχήματός του. Αναφορικά με τις καταθέσεις των Αντρέα Κουμπαρή και Μάριου Γαϊτανή - Τεκμήρια 3 και 4 αντίστοιχα - έχω να αναφέρω τα ακόλουθα. Προκύπτει από το περιεχόμενό τους ότι και οι δύο καταθέσεις παραπέμπουν στο επίδικο δυστύχημα. Αυτές αναφέρονται σε τροχαίο δυστύχημα που επισυνέβη κατά την ίδια ημερομηνία και την ίδια περίπου ώρα που ανέφεραν σε σχέση με τα πιο πάνω τόσο ο μάρτυρας όσο και οι διάδικοι. Μιλούν, επίσης, για ένα αυτοκίνητο pajero χρώματος ασημί και ένα αυτοκίνητο Isuzu χρώματος άσπρου, που ανταποκρίνονται στα αυτοκίνητα του Εναγόμενου και του Ενάγοντα αντίστοιχα. Και για το ότι το Isuzu είχε γείρει στην δεξιά του πλευρά εντός της οδού Προύσης. Προκύπτει, επίσης, από το περιεχόμενό τους ότι και οι δύο καταθέσεις ευνοούν την εκδοχή του Ενάγοντα. Στην κατάθεση του Αντρέα Κουμπαρή γίνεται αναφορά σε ένα pajero χρώματος ασημί το οποίο πλησίον του ξενοδοχείου Ποσειδώνια παρεξέκλεινε της πορείας του με αποτέλεσμα να βρεθεί μέσα σε πακέτο στα αριστερά του δρόμου. Το άλλο ενεχόμενο όχημα ήταν «γυρισμένο στην άσφαλτο». Ο καταθέτων δεν είδε πώς είχε γίνει η σύγκρουση. Δήλωσε, όμως, ότι σε καμία περίπτωση δεν είδε το άλλο ενεχόμενο αυτοκίνητο είτε να έρχεται από το ξενοδοχείο Ποσειδώνια, είτε να βγαίνει από τα δεξιά του με πρόθεση να εισέλθει εντός της οδού Προύσης η οποία οδηγεί στο ξενοδοχείο Caravel. Θυμάται ότι υπήρχαν αυτοκίνητα που οδηγούνταν εξ' αντιθέτου, κανένα, όμως, από αυτά δεν είχε εισέλθει δεξιά εντός της οδού Προύσης. Την στιγμή που έγινε το δυστύχημα ο καταθέτων βρισκόταν σε απόσταση 20 με 30 μέτρα «από πίσω του», προδήλως, εννοώντας πίσω από το Pajero, αφού αυτό ήταν το αυτοκίνητο, που σύμφωνα με το Τεκμήριο 3, ο καταθέτων ακολουθούσε. Στην κατάθεση του Μάριου Γαϊτανή αναφέρονται, μεταξύ άλλων τα ακόλουθα. Ο καταθέτων ακολουθούσε ένα pajero χρώματος ασημί το οποίο λίγο πριν το ξενοδοχείο Ποσειδώνια φρέναρε απότομα και λοξοδρόμησε με αποτέλεσμα να βρεθεί στο αριστερό σύμφωνα με την πορεία του πακέτο. Τότε, άκουσε ένα δυνατό κρότο και μπροστά από το pajero είδε ένα άσπρο αυτοκίνητο μάρκας Isuzu να ανατρέπεται. Κατά την στιγμή της σύγκρουσης ο καταθέτων ακολουθούσε σε απόσταση 20 με 30 μέτρα. Το άσπρο Isuzu δεν ερχόταν εξ' αντιθέτου με πρόθεση να στρίψει δεξιά, ούτε και από απέναντι, ήτοι από το ξενοδοχείο Ποσειδώνια, με σκοπό να κατευθυνθεί βόρεια που είναι η οδός Προύσης. Η πλευρά του οδηγού του άσπρου Isuzu ήταν γυρμένη στην άσφαλτο. Ο καταθέτων βοήθησε ώστε ο οδηγός του να βγει από αυτό και όπως το εν λόγω αυτοκίνητο επαναφερθεί στους τέσσερεις τροχούς. Σύμφωνα με το άρθρο 6 του Τροποποιητικού Νόμου 32(Ι)/04, ο οποίος δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα στις 12.3.04 και ο οποίος εισήγαγε στον Περί Αποδείξεως Νόμο, Κεφ. 9, τα άρθρα 23-36, τα οποία και ονομάζει «ειδικό μέρος», οι διατάξεις του εν λόγω Νόμου εφαρμόζονται και σε περίπτωση που διατάζεται η επανεκδίκαση μιας υπόθεσης, η ακρόαση της οποίας άρχισε πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του. Ακολουθεί ότι σύμφωνα με την πιο πάνω μεταβατική διάταξη τα πιο πάνω άρθρα εφαρμόζονται στην παρούσα υπόθεση. Σύμφωνα με το Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε, η εξ' ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται από οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον οποιουδήποτε Δικαστηρίου απλά και μόνο γιατί είναι εξ' ακοής (άρθρο 24
(1)του Κεφ. 9 όπως τροποποιήθηκε). Εξ' ακοής μαρτυρία σημαίνει την δήλωση που έγινε από πρόσωπο άλλο από εκείνο που καταθέτει σε πολιτική ή ποινική διαδικασία και η οποία προσάγεται ως μαρτυρία για απόδειξη των όσων αναφέρονται σε αυτή (άρθρο 23 του Κεφ. 9 όπως τροποποιήθηκε). Κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί σε εξ' ακοής μαρτυρία το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική της αξία (άρθρο 27 του Κεφ. 9 όπως τροποποιήθηκε). Εστιάζω στον ισχυρισμό και των δύο καταθέτοντων ότι αυτοί ακολουθούσαν το pajero. Η χρήση της λέξης «ακολουθώ» υποδηλοί ότι ο οδηγός που ακολουθεί άλλο αυτοκίνητο οδηγεί πίσω από το αυτοκίνητο που ακολουθεί και ότι μεταξύ του αυτοκινήτου του και του αυτοκινήτου που ακολουθεί δεν οδηγείται άλλο αυτοκίνητο. Το ότι αυτό υποδηλοί η πιο πάνω λέξη στις γραπτές καταθέσεις - Τεκμήρια 3 και 4 - συνάγεται ευκρινώς από το περιεχόμενο τους. Επίσης, ότι αυτό εννοούσαν οι καταθέτοντες συνάγεται ευκρινώς και από την μαρτυρία του μάρτυρα, ο οποίος ήταν το πρόσωπο που έλαβε τις πιο πάνω καταθέσεις και ο οποίος σε ερώτηση της Υπεράσπισης αν έλεγξε τι χρώμα αυτοκίνητο οδηγούσαν οι πιο πάνω καταθέτοντες με δεδομένη την δήλωση του Εναγόμενου στην γραπτή του κατάθεση ότι αυτός προπορευόταν ενός μαύρου Mercedes με ξένους αριθμούς εγγραφής απάντησε αρνητικά. Η ερώτηση υπό το φως και της όλης στάσης της Υπεράσπισης απέναντι στις πιο πάνω καταθέσεις εμφανώς αποσκοπούσε στο να κλονίσει τον ισχυρισμό των καταθέτοντων ότι αυτοί ήταν που ακολουθούσαν το αυτοκίνητο του Εναγόμενου. Πάντως, ο μάρτυρας σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του δεν υποστήριξε ότι δεν ήταν αυτό που εννοούσαν οι καταθέτοντες στις γραπτές τους καταθέσεις. Τουναντίον, μέσα από την μαρτυρία του άφησε ευκρινώς να νοηθεί ότι αυτό ήταν που τα πιο πάνω πρόσωπα εννοούσαν. Θα πρέπει να λεχθεί ότι μόνο ένα αυτοκίνητο θα μπορούσε να ακολουθεί και να οδηγείται πίσω από το pajero κατά τον ουσιώδη χρόνο και όχι δύο. Το αντίθετο δεν είναι εφικτό. Το σημείο αυτό είναι σημαντικό καθότι ο οδηγός που ακολουθούσε το pajero, προδήλως, είχε ως εκ της πιο πάνω ισχυριζόμενης θέσης του μέσα στον δρόμο πριν την σύγκρουση την δυνατότητα να καταθέσει και όλα τα άλλα που τα δύο πιο πάνω πρόσωπα κατέθεσαν ως ευνοϊκά για τον Ενάγοντα στις γραπτές τους καταθέσεις, ότι, δηλαδή, κανένα εξ' αντιθέτου όχημα δεν είχε εισέλθει εντός της οδού Προύσης από την Λεωφόρο Αμαθούντος και ότι κανένα όχημα δεν είχε βγει επί της Λεωφόρου Αμαθούντος από τα δεξιά του pajero σύμφωνα με την πορεία του και εισέλθει εντός της πιο πάνω οδού. Ανεξαρτήτως αν τα όσα πιο πάνω ανέφεραν οι δύο καταθέτοντες και που ευνοούν την υπόθεση του Ενάγοντα είναι αληθή ή όχι αυτό που μπορεί να λεχθεί μετά βεβαιότητας είναι ότι αναφορικά με το υπό συζήτηση ζήτημα ένας από τους δύο καταθέτοντες δεν είπε την αλήθεια. Ποιος, όμως, από τους δύο δεν είπε την αλήθεια επί του συγκεκριμένου ζητήματος δεν μπορεί να εξακριβωθεί αφού κανείς από αυτούς δεν κλήθηκε να καταθέσει ενόρκως. Σημειώνεται ότι ο Εναγόμενος τόσο στην γραπτή του κατάθεση όσο και την διά ζώσης μαρτυρία του ανέφερε, όπως είδαμε, ότι πίσω από το αυτοκίνητό του κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγείτο ένα μαύρο Mercedes με ξένους αριθμούς εγγραφής. Όπως και ο μάρτυρας δέχθηκε ο ισχυρισμός αυτός δεν διερευνήθηκε από τον ίδιο. Αυτό είναι εμφανές και από τις ίδιες τις καταθέσεις - Τεκμήρια 3 και 4. Σε καμία από αυτές δεν γίνεται αναφορά από τους καταθέτοντες στην μάρκα ή τον τύπο ή το χρώμα ή τους αριθμούς εγγραφής του αυτοκινήτου που αυτοί οδηγούσαν. Η κατάθεση του Εναγόμενου λήφθηκε στις 28.9.00 και η κατάθεση του Αντρέα Κουμπαρή την 1.10.00. Γνώριζε, επομένως, ο μάρτυρας τον πιο πάνω ισχυρισμό του Εναγόμενου κατά τον χρόνο της λήψης της γραπτής κατάθεσης του Αντρέα Κουμπαρή. Επίσης, ο μάρτυρας θα μπορούσε να ζητήσει από τον Μάριο Γαϊτανή, του οποίου η γραπτή κατάθεση λήφθηκε πριν την κατάθεση του Εναγόμενου, να δώσει συμπληρωματική κατάθεση ως προς το ζήτημα αυτό, κάτι το οποίο ο μάρτυρας δεν έπραξε. Το γεγονός ότι ο μάρτυρας δεν διερεύνησε την πτυχή αυτή της υπόθεσης αποτελεί άλλο ένα ολίσθημα και, μάλιστα, σοβαρό, κατά την κρίση μου. Η αναλήθεια σε σχέση με ένα τέτοιο σημείο, η σημασία του οποίου τονίσθηκε πιο πάνω, κλονίζει και την γενικότερη αξιοπιστία του προσώπου το οποίο αναληθώς προέβη σε αυτήν και, κατά συνέπεια, την αλήθεια του περιεχομένου της κατάθεσής του. Καθότι αν το πρόσωπο αυτό ήταν διατεθειμένο να υποστηρίξει αναληθώς ότι ακολουθούσε το αυτοκίνητο του Εναγόμενου για να είναι πειστικός στην εκδοχή του αναφορικά με τα όσα στην κατάθεσή του αναφέρονται ως ευνοϊκά για την υπόθεση του Ενάγοντα δημιουργείται εύλογα η αμφιβολία αν και τα όσα το πρόσωπο αυτό αναφέρει ως ευνοϊκά για την υπόθεση του Ενάγοντα είναι, επίσης, αληθή. Αφ' ης στιγμής δε δεν μπορεί να εξακριβωθεί ποιος από τους δύο καταθέτοντες δεν είπε την αλήθεια ως προς το ποιος ακολουθούσε το αυτοκίνητο του Εναγόμενου ακολουθεί ότι η ίδια αμφιβολία υπάρχει στο μυαλό του Δικαστηρίου για τις καταθέσεις και των δύο. Για τον πιο πάνω λόγο δεν μπορώ να αποδεχθώ την αλήθεια του περιεχομένου των καταθέσεων αυτών. Και αν ακόμη δεν υπήρχε η πιο πάνω αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου δεν θα μπορούσα να δεχθώ τις καταθέσεις των δύο πιο πάνω αναφερόμενων προσώπων για δύο επιπρόσθετους λόγους. Πρώτο, το περιεχόμενο τους δεν συνάδει με την μαρτυρία του Εναγόμενου. Δεύτερο, όπως και πιο πάνω είδαμε, καμία μαρτυρία δεν αποκλείεται για τον λόγο και μόνο ότι είναι εξ' ακοής. Εναπόκειται, όμως, στο Δικαστήριο να προσδώσει σε αυτήν τέτοια βαρύτητα που το σύνολο των περιστάσεων, όπως και το άρθρο 27
(1)του Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε, προνοεί, δικαιολογεί. Το περιεχόμενο των δύο πιο πάνω αναφερόμενων καταθέσεων αποτελεί εξ' ακοής μαρτυρία σε σχέση με ουσιώδη ζητήματα στην υπόθεση. Αυτό άπτεται του καίριου ζητήματος πώς επισυνέβη το επίδικο δυστύχημα και αναιρεί την εκδοχή του Εναγόμενου. Εν' όψει τούτου και μόνο δεν θα ήμουν διατεθειμένος για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης να δεχθώ το περιεχόμενό τους και ουσιαστικά στην βάση τους και μόνο και χωρίς να δοθεί η δυνατότητα στην άλλη πλευρά να αντεξετάσει τους καταθέτοντες να απορρίψω την εκδοχή του Εναγόμενου. Σύμφωνα, επίσης, με το άρθρο 27 του Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε, το Δικαστήριο κατά την αξιολόγηση εξ' ακοής μαρτυρίας λαμβάνει υπόψη, μεταξύ άλλων, κατά πόσο θα ήταν εφικτό ο διάδικος που έχει προσαγάγει την εξ' ακοής μαρτυρία να είχε κλητεύσει ως μάρτυρα στην διαδικασία το πρόσωπο έκανε την αρχική δήλωση (εδάφιο 2(α)), κατά πόσο οποιοδήποτε εμπλεκόμενο πρόσωπο είχε οποιοδήποτε κίνητρο να αποκρύψει ή να παραποιήσει τα γεγονότα (εδάφιο 2(δ)) και το πλαίσιο μέσα στο οποίο ή οποιοσδήποτε σκοπός για τον οποίο έγινε η αρχική δήλωση (εδάφιο 2(στ)). Τέλος, σύμφωνα με το εδάφιο 3 το Δικαστήριο λαμβάνει ιδιαίτερα υπόψη το κατά πόσο ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε. Η πλευρά του Ενάγοντα δεν κατέδειξε προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου ότι δεν ήταν εφικτό να κλητεύσει ως μάρτυρες στην διαδικασία τα δύο πιο πάνω αναφερόμενα πρόσωπα. Καμία μαρτυρία προς αυτή την κατεύθυνση δεν παρουσιάσθηκε από την πλευρά του Ενάγοντα. Συναφώς δεν καταδείχθηκε προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου ότι η πλευρά του Ενάγοντα αδυνατούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία, οπότε γι' αυτό τον λόγο παρουσίασε τις γραπτές καταθέσεις των δύο πιο πάνω αναφερόμενων προσώπων. Επίσης, όπως φαίνεται από το Τεκμήριο 4 ο Μάριος Γαϊτανής κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν συνάδελφος με τον Ενάγοντα, αφού εργαζόταν στο ίδιο ξενοδοχείο στο οποίο εργαζόταν και ο Ενάγων. Δεν μπορεί να αποκλεισθεί ότι το πρόσωπο αυτό ένεκα της πιο πάνω συναδελφικής σχέσης του με τον Ενάγοντα είχε κίνητρο στην γραπτή του κατάθεση να μην αναφέρει την αλήθεια και να παραποιήσει την πραγματικότητα. Επίσης, τα όσα ανέφερε ο Μάριος Γαϊτανής στην γραπτή του κατάθεση τα ανέφερε στα πλαίσια διερεύνησης υπόθεσης στην οποία εμπλέκετο και ο Ενάγων. Ένας παραπάνω λόγος υπό το φως και της σχέσης του με τον Ενάγοντα για να διατηρεί το Δικαστήριο αμφιβολίες ως προς την ακεραιότητα της κατάθεσής του. Υπό το φως όλων των πιο πάνω δεν μπορώ να δεχθώ το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 3 και
- Όσον αφορά την κατάθεση του Παναγιώτη Μιχαήλ - Τεκμήριο 9 - θα πρέπει να λεχθεί ότι ένεκα του ότι το έγγραφο αυτό κατατέθηκε ως η κατάθεση και μόνο του πιο πάνω αναφερόμενου προσώπου και όχι ως προς την αλήθεια του περιεχομένου του το έγγραφο αυτό δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη καθότι είναι άνευ αποδεικτικής αξίας σε σχέση με τα επίδικα ζητήματα. Αναφορικά με το αν η οδός Προύσης ήταν μονόδρομος ή όχι αναφέρονται τα ακόλουθα. Στην πρώτη δικάσιμο της αντεξέτασής του ο μάρτυρας υποστήριξε ότι με βάση τα σχέδιά του η οδός Προύσης δεν ήταν μονόδρομος και ήταν δρόμος διπλής κατεύθυνσης. Αν υπήρχε σήμα μονοδρόμου θα το σημείωνε επί των σχεδίων του όπως ισχυρίσθηκε. Κατά την τρίτη δικάσιμο της αντεξέτασής του, όμως, ο μάρτυρας δεν ήταν θετικός επί του πιο πάνω ζητήματος. Θέση του ήταν ότι δεν θυμόταν αν η οδός Προύσης ήταν μονόδρομος. Θέση δε της Υπεράσπισης ήταν ότι εσκεμμένα ο μάρτυρας στην προηγούμενη διαδικασία προσπάθησε να παρουσιάσει την οδό Προύσης ως μονόδρομο, πράγμα το οποίο αντανακλάται και στην τελική του θέση στην παρούσα διαδικασία. Σκοπός του κατά την Υπεράσπιση ήταν να δικαιολογήσει τον Ενάγοντα που κατά την στιγμή της σύγκρουσης βρέθηκε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Το αν η Προύσης ήταν ή όχι μονόδρομος είναι ομολογουμένως ένα σημαντικό σημείο στην υπόθεση με δεδομένη και την εκδοχή του Ενάγοντα ότι εισήλθε εντός της εν λόγω οδού στην προσπάθειά του να επιχειρήσει στροφή αριστερά από την Λεωφόρο Αμαθούντος. Αν η Προύσης ήταν μονόδρομος με κατεύθυνση από νότια προς βόρεια ακολουθεί ότι ο Ενάγων παράνομα έστριψε αριστερά ως ήταν η εκδοχή του τελευταίου. Αν ήταν μονόδρομος με κατεύθυνση από βόρεια προς νότια ο Ενάγων δικαιούτο να καταλάβει την αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας στρίβοντας αριστερά ως και πάλι ήταν η εκδοχή του. Δεν είμαι διατεθειμένος να δεχθώ ως ειλικρινή τον ισχυρισμό του μάρτυρα ότι δεν θυμόταν αν η οδός Προύσης ήταν μονόδρομος. Η αλήθεια του ισχυρισμού αυτού καταρρίπτεται από άλλο ισχυρισμό του μάρτυρα σύμφωνα με τον οποίο το σημείο της σύγκρουσης βρισκόταν στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας για τα οχήματα που οδηγούνταν επί της Προύσης με βόρεια πορεία, ήτοι προς το ξενοδοχείο Caravel. Στην πιο πάνω μαρτυρία του μάρτυρα υποβόσκει ότι σύμφωνα με αυτόν η οδός Προύσης δεν ήταν μονόδρομος από βόρεια προς νότια, ήτοι από το ξενοδοχείο Caravel προς την Λεωφόρο Αμαθούντος. Αυτό λογικά συνάγεται από τον ισχυρισμό του ότι υπήρχε αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Πώς, λοιπόν, είναι λογικό ο μάρτυρας να θυμάται αυτή την παράμετρο και να μην θυμάται αν η οδός Προύσης δεν ήταν μονόδρομος με κατεύθυνση, τουλάχιστον, από βόρεια προς νότια; Επίσης, κατά την πρώτη δικάσιμο της αντεξέτασής του διαβάσθηκε στον μάρτυρα από την Υπεράσπιση απόσπασμα από την μαρτυρία του στην προηγούμενη διαδικασία από τις σελίδες 17 και 18 του Τεκμηρίου
- Συμφωνώ με την θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Υπεράσπισης ότι στην διαδικασία εκείνη ο μάρτυρας προσπάθησε να παρουσιάσει την οδό Προύσης ως μονόδρομο και ότι την θέση του αυτή την είχε αναθεωρήσει μόνο όταν ρωτήθηκε αν η Προύσης ήταν διπλής κατεύθυνσης για να συμφωνήσει εν τέλει με αυτό προβάλλοντας στην παρούσα διαδικασία ως δικαιολογία για την αρχική του θέση στην προηγούμενη διαδικασία τον αστείο ισχυρισμό ότι όταν σε ένα δρόμο υπάρχει μόνο μια κατεύθυνση για να πας και μόνο μια κατεύθυνση για να έρθεις, τότε, ο δρόμος αυτός είναι μονόδρομος. Από τις σελίδες αυτές προκύπτει, επίσης, ότι ο μάρτυρας δέχθηκε εν τέλει στην προηγούμενη διαδικασία ότι σε καμία από τις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 7 δεν φαίνεται σήμα μονοδρόμου. Άρα είχε υπενθυμισθεί στον μάρτυρα και ο μάρτυρας ήταν ενήμερος πριν δώσει την τελική του θέση επί του προκειμένου ζητήματος στην παρούσα διαδικασία ότι οι φωτογραφίες του Τεκμηρίου 7 δεν καταδεικνύουν σήμα μονοδρόμου στην συμβολή της οδού Προύσης με την Λεωφόρο Αμαθούντος αλλά και για την τελική του θέση στην προηγούμενη διαδικασία ότι και με κατεύθυνση από νότια προς βόρεια η οδός Προύσης δεν ήταν μονόδρομος. Υπό το φως όλων των πιο πάνω δεν δέχομαι ότι ο μάρτυρας ήταν ειλικρινής στην προβολή του ισχυρισμού του ότι δεν θυμόταν αν η οδός Προύσης ήταν μονόδρομος. Θα συμφωνήσω, επίσης, με ό,τι δε προκύπτει ως θέση της Υπεράσπισης επί του προκειμένου. Η πιο πάνω θέση του μάρτυρα δημιουργεί συσκότιση αναφορικά με το αν η εν λόγω οδός ήταν μονόδρομος με κατεύθυνση από βόρεια προς νότια. Υπό αυτή την έννοια αυτή υποβοηθεί τον Ενάγοντα ο οποίος σύμφωνα με τα Τεκμήρια 1 και 2 κατά την στιγμή της σύγκρουσης βρέθηκε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Υπό το φως και των διαπιστώσεών μου που απορρέουν από όσα ενωρίτερα αναφέρθηκαν για την συμπεριφορά που ο μάρτυρας επέδειξε με το να παρουσιάσει δύο σχέδια που δεν αντανακλούν και την θέση του Εναγόμενου αναφορικά με τις πορείες των ενεχόμενων οχημάτων δεν θα απέκλεια το ενδεχόμενο την προβολή του πιο πάνω ισχυρισμού του μάρτυρα να εξώθησαν αλλότρια κίνητρα, τα ίδια που εξώθησαν τον μάρτυρα να μην σημειώσει επί των πιο πάνω τεκμηρίων και την θέση του Εναγόμενου αναφορικά με την πορεία του Ενάγοντα. Επί του σημείου τούτου θα επανέλθω σε λίγο. Αναφορικά με το υπό συζήτηση ζήτημα δέχομαι ότι η οδός Προύσης δεν ήταν μονόδρομος. Όπως και ενωρίτερα αναφέρθηκε ο μάρτυρας δεν σημείωσε οποιαδήποτε ένδειξη προς την πιο πάνω κατεύθυνση στο πρόχειρό του σχέδιο - Τεκμήριο
- Επίσης, από την φωτογραφία 4 του Τεκμηρίου 7, η οποία δείχνει ευκρινώς το μέτωπο της συμβολής, προκύπτει ότι από νότια προς βόρεια η οδός Προύσης δεν ήταν μονόδρομος αφού δεν υπάρχει σήμα μονοδρόμου. Το ότι η οδός Προύσης δεν ήταν μονόδρομος είτε από την μια, είτε από την άλλη κατεύθυνση συνάγεται ευκρινώς και από την μαρτυρία του Ενάγοντα. Ο Ενάγων κατά την διά ζώσης μαρτυρία του μίλησε για οχήματα που εισέρχονταν εντός της οδού Προύσης από την Λεωφόρο Αμαθούντος με βόρεια πορεία, ήτοι προς το ξενοδοχείο Caravel, και για οχήματα που χρησιμοποιούσαν την εν λόγω οδό από το ξενοδοχείο Caravel με νότια πορεία για να κατευθυνθούν προς την Λεωφόρο Αμαθούντος. Τέλος, ο ΜΕ 3, οποίος, σύμφωνα με την μαρτυρία του, γνώριζε πολύ καλά την εν λόγω οδό ένεκα του ότι εργαζόταν στο ξενοδοχείο Caravel για 11 ολόκληρα χρόνια και την χρησιμοποιούσε καθημερινά, ανέφερε ξεκάθαρα στην μαρτυρία του ότι η οδός Προύσης δεν ήταν μονόδρομος αλλά δρόμος διπλής κατεύθυνσης. Υπάρχουν, όμως, και άλλα ζητήματα στην διαδικασία που θα πρέπει να λεχθεί ότι δημιουργούν ερωτηματικά στο Δικαστήριο για την αμεροληψία του αστυνομικού οργάνου. Ένα από αυτά άπτεται του θέματος του πώς ο Πέτρος Γαϊτανής και ο Αντρέας Κουμπαρής έδωσαν γραπτή κατάθεση στην Αστυνομία. Αναφορικά με το αν όταν έφθασε στην σκηνή του δυστυχήματος συνάντησε εκεί τα δύο πιο πάνω πρόσωπα ο μάρτυρας δεν ήταν καθόλου θετικός, όπως και πιο πάνω είδαμε, και μετέβαλλε συνεχώς τις θέσεις του. Η αρχική του θέση ήταν ότι δεν θυμόταν. Στην συνέχεια ισχυρίσθηκε ότι τα πιο πάνω πρόσωπα ήταν εκεί για να υποστηρίξει ως τελική του θέση και πάλι ότι δεν θυμόταν. Πιο πάραδοξη δε ήταν η θέση του ότι τα ονόματα των πιο πάνω προσώπων του τα είχαν δώσει τα πιο πάνω πρόσωπα στην σκηνή, κάτι που δεν συνάδει με την τελική του θέση αλλά ούτε και με την κατάθεση του Αντρέα Κουμπαρή από την οποία συνάγεται ότι το εν λόγω πρόσωπο δεν ήταν παρών όταν ο μάρτυρας έφθασε στην σκηνή. Ότι δε αυτό συνάγεται από την κατάθεση του πιο πάνω προσώπου είδαμε ότι ο μάρτυρας το δέχθηκε. Επίσης, ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να διαφωτίσει το Δικαστήριο πώς τα πιο πάνω πρόσωπα είχαν προσέλθει στον Σταθμό για να δώσουν καταθέσεις. Δηλαδή, αν τους είχε καλέσει ο ίδιος στον Σταθμό ή αν είχαν πάει στην Αστυνομία με δική τους πρωτοβουλία. Γύρω από αυτό το θέμα υπάρχει ένα μυστήριο, θα έλεγα, που δημιουργεί ερωτηματικά. Όπως ερωτηματικά δημιουργεί και το γεγονός ότι ενώ ο μάρτυρας είχε την επίσημη θέση του Εναγόμενου μέσω της γραπτής του κατάθεσης για την μάρκα, το χρώμα και για τους ξένους αριθμούς εγγραφής του αυτοκινήτου που ακολουθούσε το αυτοκίνητο του Εναγόμενου, σύμφωνα με την κατάθεση του τελευταίου, ο μάρτυρας δεν διερεύνησε το θέμα αυτό. Πουθενά στις καταθέσεις των Μάριου Γαϊτανή και Ανδρέα Κουμπαρή δεν υπάρχει, όπως και ενωρίτερα είδαμε, ο παραμικρός ισχυρισμός για το τι μάρκας αυτοκίνητο αυτοί οδηγούσαν, τι αριθμούς εγγραφής έφεραν και τι χρώμα είχαν τα αυτοκίνητά τους. Θεωρώ ότι επιβάλλετο όπως ο μάρτυρας διερευνήσει αυτό το θέμα. Η μη διερεύνηση, επίσης, δημιουργεί ερωτηματικά. Ερωτηματικά ως προς τις προθέσεις του μάρτυρα να ρίξει φως σε κάθε σημαντική πτυχή της υπόθεσης. Μέσα στο όλο πλέγμα κρίνω πως εμπίπτει και ο ισχυρισμός του ότι δεν θυμόταν αν η οδός Προύσης ήταν μονόδρομος. Ερωτηματικά δημιουργεί, επίσης, το ότι σε κάποιες περιπτώσεις κατά την αντεξέταση ο μάρτυρας - προδήλως του ξέφυγε - αναφερόμενος στον Ενάγοντα χρησιμοποιούσε το μικρό του όνομα. «Αντώνης». Ούτε καν το επίθετό του. Το γεγονός αυτό λογικά παραπέμπει στο ότι ο Ενάγων ήταν γνωστός στον μάρτυρα. Για ποιον άλλο λόγο το αστυνομικό όργανο να αποκαλεί στα πλαίσια της μαρτυρίας του τον ένα εκ των ενεχόμενων οδηγών με το μικρό του όνομα και, μάλιστα, 12 χρόνια μετά; Θεωρώ ότι το γεγονός αυτό δεν ήταν τυχαίο. Το συμπέρασμα αυτό συνηγορεί με την εντύπωση που δημιουργήθηκε και στον Εναγόμενο στην σκηνή. Σύμφωνα με τον Εναγόμενο ο μάρτυρας συνομιλούσε με τον Ενάγοντα και ένα τρίτο πρόσωπο που εμφανίσθηκε στην σκηνή και διατείνετο ότι είδε πώς είχε γίνει το δυστύχημα με τρόπο που φάνηκε στον Εναγόμενο ότι ξέφευγε των επαγγελματικών πλαισίων με αποτέλεσμα να του δημουργηθεί ο φόβος ότι δεν θα τύγχανε δίκαιης μεταχείρισης από το αστυνομικό όργανο. Γι' αυτό και όπως ενδεικτικά ανέφερε στην μαρτυρία του κάλεσε την Τροχαία ζητώντας να στείλουν ειδικούς να φωτογραφήσουν την σκηνή. Όλα τα πιο πάνω σωρευτικά ιδωμένα συνηγορούν με την διαπίστωση του Δικαστηρίου περί του μη ακριβοδίκαιου και μεροληπτικού τρόπου με τον οποίο ο μάρτυρας παρουσίασε στα Τεκμήρια 1 και 2 τις πορείες των ενεχόμενων οχημάτων. Δημιουργούν εύλογα ερωτηματικά για τις προθέσεις του μάρτυρα και την εν γένει διάθεσή του να ρίξει φως σε κάθε σημαντική πτυχή της υπόθεσης ή να προβεί σε δίκαιη διερεύνησή της. Υπό το φως όλων των πιο πάνω θεωρώ ότι ο μάρτυρας όχι μόνο δεν ήταν μάρτυρας της αλήθειας αλλά και ότι με τις ενέργειες και τους χειρισμούς του προσπάθησε να αδικήσει τον Εναγόμενο εις βάρος της αλήθειας. Αναφορικά με την μαρτυρία του που δεν έκανα αποδεκτή αυτή δεν είναι αποδεκτή για τους λόγους που πιο πάνω εξήγησα. Όσον δε αφορά την υπόλοιπη του μαρτυρία, αυτή δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση και είναι αποδεκτή. Δεύτερος μάρτυρας κατέθεσε ο Ενάγων. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του ο Ενάγων κατέθεσε αφού προηγουμένως υιοθέτησε το περιεχόμενό της γραπτή του δήλωση - Τεκμήριο 10 - ως μέρος της κυρίως εξέτασής του σύμφωνα με την δυνατότητα που παρέχεται προς αυτή την κατεύθυνση από το άρθρο 25 του Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε. Μετά την κατάθεση του Τεκμηρίου 10 και μια μόνο ερώτηση που του υπεβλήθη από την δικηγόρο του επί του περιεχομένου του εν λόγω τεκμηρίου διευκρινιστικής φύσεως ο Ενάγων αντεξετάσθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο Υπεράσπισης. Μέσα από την συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, τον τρόπο και το ύφος με το οποίο απαντούσε στις διάφορες ερωτήσεις που του έγιναν ο Ενάγων δεν μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Δεν ήταν σαφής ούτε και θετικός στην μαρτυρία του. Επίσης, δεν ήταν λίγες οι φορές που απέφευγε να απαντήσει ευθέως επί διαφόρων ζητημάτων κατά την αντεξέταση, ούτε και λίγες οι φορές που άλλοτε έδιδε μια θέση και άλλοτε μια διαφορετική επί του ιδίου ζητήματος. Αναφορικά δε με τον τρόπο με τον οποίο επισυνέβη το επίδικο δυστύχημα η εκδοχή του, όπως και πιο κάτω θα διαφανεί, όχι μόνο δεν ήταν σταθερή αλλά και δεν συνάδει με τις δικογραφημένες του θέσεις. Υπό το φως των πιο πάνω η πεποίθηση που μου επέπνευσε ο Ενάγων μέσα από την συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα αλλά και το περιεχόμενο της μαρτυρίας του είναι ότι αυτός δεν ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Αναφέρομαι στα ακόλουθα σημεία από την μαρτυρία του Ενάγοντα. Στην γραπτή του δήλωση - Τεκμήριο 10 - ο Ενάγων αναφέρει ότι η σύγκρουση με το αυτοκίνητο του Εναγόμενου έλαβε χώρα αφού είχε σχεδόν στρίψει προς την οδό Προύσης. Στην διά ζώσης μαρτυρία του υποστήριξε ότι η σύγκρουση έλαβε χώρα την στιγμή «που προσπαθούσε να στρίψει αλλά προς την τελική φάση της στροφής». Από τους πιο πάνω ισχυρισμούς προκύπτει ότι η επίδικη σύγκρουση επισυνέβη αφότου ο Ενάγων έστριψε και αφού είχε σχεδόν ολοκληρώσει την διαπραγμάτευση της στροφής. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί του δεν συνάδουν, όμως, με τις δικογραφημένες του θέσεις. Σύμφωνα με την παράγραφο 4 της Έκθεσης Απαίτησης ο Ενάγων οδηγούσε επί της Λεωφόρου Αμαθούντος με ανατολική κατεύθυνση και ο Εναγόμενος τον ακολουθούσε. Η σύγκρουση έλαβε χώρα στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου του και ενώ ο Ενάγων «ετοιμαζόταν να στρίψει αριστερά στο δρόμο που οδηγεί στο ξενοδοχείο Caravel». Η χρήση της λέξης «ετοιμαζόταν» σε συνδυασμό με τον ισχυρισμό ότι η επίδικη σύγκρουση έγινε στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου του Ενάγοντα δεν μπορεί να παραπέμψει σε διαπίστωση άλλη από αυτή που συνηγορεί με το ότι ό,τι στις έγγραφες προτάσεις του Ενάγοντα δικογραφείται είναι ότι η σύγκρουση έγινε πριν ακόμα ο Ενάγων άρχισε να στρίβει και ενώ ακόμα βρισκόταν επί της Λεωφόρου Αμαθούντος. Με ό,τι δε πιο πάνω αναφέρθηκε ως ευκρινώς να προκύπτει από τις δικογραφημένες θέσεις του Ενάγοντα συνάδουν και οι Λεπτομέρειες Αμελείας του Εναγόμενου. Καμία από αυτές δεν συνάδει, πάντως, με την θέση ότι ο Εναγόμενος λοξοδρόμησε της πορείας του και βρέθηκε συγκρουόμενος με τον Ενάγοντα εκτός της Λεωφόρου Αμαθούντος, που είναι ό,τι ο πιο πάνω διά ζώσης ισχυρισμός του Ενάγοντα με ευκρίνεια υποδηλοί. Στην υπόθεση Homeros Courtis and Others v. Panos Iasonides
(1970)1 CLR 180 λέχθηκε ότι τα δικόγραφα είναι το θεμέλιο της δίκης. Αποτελούν την σιδηροδρομική τροχιά πάνω στην οποία η υπόθεση θα κυλήσει. Η αντίφαση που παρατηρείται μεταξύ των δικογραφημένων θέσεων του Ενάγοντα και της διά ζώσης μαρτυρίας του είναι σχετική για σκοπούς αξιολόγησης του. Στην υπόθεση Σοφοκλής Σοφοκλέους v. Κυριακής Τσεσμελόγλου
(2006)1 ΑΑΔ 1153, στην οποία παρέπεμψε το Δικαστήριο η ευπαίδευτη συνήγορος Υπεράσπισης, έγινε αποδεκτό ότι η αντίφαση μεταξύ της μαρτυρίας ενός διαδίκου και του δικογράφου του αποτελεί λόγο που στην κατάλληλη περίπτωση δικαιολογεί συμπέρασμα από μέρους του Δικαστηρίου περί αναξιοπιστίας του διαδίκου και, κατά συνέπεια, απόρριψη της μαρτυρίας του (Βλ., επίσης, Κ.Α. v. Δ.Κ.
(2005)1 ΑΑΔ 527). Η υπό συζήτηση αντίφαση άπτεται της φάσης κατά την οποία επισυνέβη η επίδικη σύγκρουση και, επομένως, καίριου για την υπόθεση σημείου. Υπό το φως και της Νομολογίας που πιο πάνω αναφέρθηκε αυτή είναι ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία του Ενάγοντα. Επίσης, ενώ στην γραπτή του δήλωση - Τεκμήριο 10 - ο Ενάγων ανέφερε, όπως και πιο πάνω είδαμε, και, μάλιστα, χωρίς περιστροφές ότι η σύγκρουση έλαβε χώρα αφού είχε σχεδόν στρίψει προς την οδό Προύσης, κατά την αντεξέταση και όταν επί του προκειμένου ρωτήθηκε από την Υπεράσπιση δεν ήταν θετικός. Υποστηρίζοντας ότι η σύγκρουση έλαβε χώρα την στιγμή «που προσπαθούσε να στρίψει αλλά προς την τελική φάση της στροφής» προσπάθησε να δώσει την ίδια θέση όπως αυτή που υποστήριξε με το Τεκμήριο 10, αν και όχι με εντελώς διασαφηνισμένο τρόπο, πλην όμως ούτε γι' αυτό δεν ήταν θετικός αφού επικαλέσθηκε την πάροδο 12 ετών από το επίδικο δυστύχημα για να υποστηρίξει ότι η σύγκρουση μάλλον έγινε κατά την φάση που πιο πάνω ανέφερε. Καθίσταται έκδηλο από τα πιο πάνω ότι κατά την διά ζώσης μαρτυρία του ο Ενάγων δεν παρουσιάσθηκε θετικός σε σχέση με την ακριβή φάση κατά την οποία σύμφωνα με την διά ζώσης μαρτυρία του έγινε η σύγκρουση. Αυτό αναπόφευκτα επιδρά και στον αντίστοιχο ισχυρισμό του ο οποίος εκτίθεται στην γραπτή του δήλωση - Τεκμήριο 10 - και που πιο πάνω αναφέρθηκε. Καθότι ενώ στο εν λόγω τεκμήριο ο ισχυρισμός αυτός προβάλλεται με θετικότητα η θετικότητα αυτή εν' όψει της πιο πάνω διά ζώσης μαρτυρίας του Ενάγοντα αναπόφευκτα κλονίζεται με αποτέλεσμα το μόνο λογικό συμπέρασμα στο οποίο θα μπορούσε να αχθεί το Δικαστήριο είναι ότι παρά την θετικότητα με την οποία διανθίζεται ο υπό συζήτηση ισχυρισμός στην γραπτή του δήλωση - Τεκμήριο 10 - στην πραγματικότητα ο Ενάγων δεν είναι θετικός επί του προκειμένου ζητήματος. Ο Εναγόμενος δεν μπορεί να επικαλείται την πάροδο του χρόνου για να δικαιολογεί τις ασαφείς του θέσεις. Στην υπόθεση Τάκης Ζαβρού ν. Ανδρέας Χαραλάμπους
(1996)1 ΑΑΔ 447 λέχθηκε ότι η μνήμη είναι απαραίτητο συστατικό της αξιοπιστίας. Την άποψη αυτή υποστηρίζει σε μεγάλο βαθμό η απόφαση της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση Η and Another (Minors) ν. J. & C. M. Smith (Whiteinch) Ltd, The Times Law Reports, June 22, 1990 στην οποία έγινε αναφορά στην υπόθεση Τάκης Ζαβρού ν. Ανδρέας Χαραλάμπους
(1996)1 ΑΑΔ 447, που πιο πάνω μνημονεύεται. Η πιο πάνω Αγγλική υπόθεση ασχολήθηκε βασικά με τους κανόνες που διέπουν την αναθεώρηση των ευρημάτων κατώτερου δικαστηρίου. Ακολουθεί χαρακτηριστικό απόσπασμα: «His Lordship said that in relation to findings of fact made by a judge of first instance, a lower appellate court would examine the transcript of evidence and reach its own conclusions as to the facts that had been established and the inferences that should properly be drawn from them. That review of the evidence was, however, subject to the important qualification that the appellate court would be slow to interfere with findings of primary fact based on an assessment of credibility or reliability of witnesses. In that connection his Lordship drew no distinction between credibility in the narrow sense involving truth and untruth and reliability embracing quality of recollection and accuracy of description». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Ο Λόρδος είπε ότι σε σχέση με ευρήματα γεγονότων από τον πρωτόδικο Δικαστή το κατώτερο εφετειακό δικαστήριο εξετάζει τα πρακτικά της διαδικασίας και καταλήγει στα δικά του συμπεράσματα ως προς τα γεγονότα και τα συμπεράσματα τα οποία μπορούν να εξαχθούν από αυτά. Η αναθεώρηση της μαρτυρίας, από την άλλη, υπόκειται στον περιορισμό ότι το εφετειακό δικαστήριο δεν θα επέμβει με ευκολία στα ευρήματα των πρωτογενών γεγονότων τα οποία βασίζονται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων. Συναφώς ο Λόρδος δεν διέκρινε μεταξύ αξιοπιστίας με την στενή έννοια, από την μια, που περιλαβάνει την αλήθεια και την μη αλήθεια και αξιοπιστίας που περιλαμβάνει την ποιότητα της μνήμης και την ακρίβεια της περιγραφής, από την άλλη». Κατά την αντεξέταση και ερωτηθείς σχετικά υποστήριξε ότι για να έχει ορατότητα εντός της οδού Προύσης «έπιασε ανοικτά» επί της Λεωφόρου Αμαθούντος. Καμία, όμως, αναφορά προς την πιο πάνω κατεύθυνση δεν υπάρχει είτε στην γραπτή του κατάθεση - Τεκμήριο 5 - είτε στην γραπτή του δήλωση - Τεκμήριο
- Ό,τι δε στην γραπτή του δήλωση αναφέρεται είναι ότι για να στρίψει εντός της οδού Προύσης προχώρησε μέχρι το κέντρο της εν λόγω οδού, ισχυρισμός ο οποίος, ας σημειωθεί, δεν απαντάται στην γραπτή του κατάθεση. Ο υπό συζήτηση ισχυρισμός είναι ένας ισχυρισμός τον οποίο ο Ενάγων πρόβαλε για πρώτη φορά στην διά ζώσης μαρτυρία του. Το ερώτημα είναι αν το πιο πάνω γεγονός άπτεται της εν γένει αξιοπιστίας του. Θεωρώ ότι η απάντηση στο πιο πάνω ερώτημα είναι άμεσα συνυφασμένη με την απάντηση που ο Ενάγων έδωσε στην ερώτηση που του υπεβλήθη από την Υπεράσπιση αν η σύγκρουση έγινε την στιγμή που «έπιασε ανοικτά» επί της Λεωφόρου Αμαθούντος. Στην ερώτηση αυτή ο Ενάγων απάντησε καταφατικά. Μόνο που η πιο πάνω απάντησή του έρχεται σε φανερή αντίθεση με ό,τι επί του προκειμένου ανέφερε τόσο στην γραπτή του δήλωση - Τεκμήριο 10 - όσο και σε άλλο σημείο της διά ζώσης μαρτυρίας του όπως και ενωρίτερα είδαμε. Στις δύο αυτές τελευταίες μαρτυρίες του, όπως είδαμε, ο Ενάγων υποστήριξε ότι η σύγκρουση έλαβε χώρα αφού είχε σχεδόν στρίψει εντός της οδού Προύσης και όχι την στιγμή που «έπιασε ανοικτά» επί της Λεωφόρου Αμαθούντος, ήτοι ενώ ουσιαστικά ακόμα βρισκόταν επί της εν λόγω λεωφόρου και πριν καν επιχειρήσει την στροφή αριστερά. Από τα πιο πάνω καθίσταται έκδηλο ότι ο Ενάγων δίδει δύο διαφορετικούς ισχυρισμούς αναφορικά με το πότε έλαβε χώρα η επίδικη σύγκρουση. Σύμφωνα με τον ένα ισχυρισμό η σύγκρουση έλαβε χώρα ενώ είχε ήδη στρίψει και είχε σχεδόν ολοκληρώσει την στροφή, ενώ σύμφωνα με τον υπό συζήτηση ισχυρισμό η σύγκρουση έλαβε χώρα ενώ ακόμα βρισκόταν επί της Λεωφόρου Αμαθούντος. Η αντίφαση αυτή είναι καίρια για την αξιοπιστία του Ενάγοντα. Καθότι με αυτή αναδεικνύεται ότι ο Ενάγων όχι μόνο δεν είναι θετικός αλλά και δίνει αντικρουόμενους ισχυρισμούς αναφορικά με ένα ζήτημα το οποίο είναι καίριο στην υπόθεση, πράγμα που επιδρά στην αξιοπιστία του κλονίζοντας την ουσιωδώς. Βεβαίως, δεν δέχομαι ό,τι από τον υπό συζήτηση ισχυρισμό προκύπτει ως λογικό συμπέρασμα, ότι, δηλαδή, η σύγκρουση έλαβε χώρα επί της Λεωφόρου Αμαθούντος. Ο ισχυρισμός αυτός καταρρίπτεται τόσο από το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος - Τεκμήριο 1 - όσο και από το τελικό - Τεκμήριο 2 - αλλά και την μαρτυρία του ΜΕ
- Σύμφωνα με τα εν λόγω τεκμήρια και την μαρτυρία του ΜΕ 1 η σύγκρουση έλαβε χώρα εντός της οδού Προύσης και όχι επί της Λεωφόρου Αμαθούντος. Υπό το φως των πιο πάνω συνάγεται ότι και το γεγονός ότι ο Ενάγων ενώ στην διά ζώσης μαρτυρία του ανέφερε ότι για να διαπραγματευθεί την στροφή «έπιασε ανοικτά» επί της Λεωφόρου Αμαθούντος, στην γραπτή του κατάθεση - Τεκμήριο 5 - σε καμία παρόμοια αναφορά δεν προβαίνει δεν είναι τυχαίο. Ο υπό συζήτηση ισχυρισμός του είναι εκ των υστέρων κατασκεύασμά του και μέρος μιας εκδοχής η οποία δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Προβλήθηκε δε εκ του πονηρού για να δικαιολογηθεί η θέση του οχήματος του κατά την στιγμή της σύγκρουσης. Καθότι, όπως και πιο κάτω επεξηγείται, ένεκα του ότι η στροφή είναι απότομη και η οδός Προύσης δρόμος στενός «πιάνοντας ανοικτά» επί της Λεωφόρου Αμαθούντος μοιραία κάποιος καταλαμβάνει την αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας εισερχόμενος εντός της πρώτης οδού. Ενώ στην γραπτή του δήλωση - Τεκμήριο 10 - ανέφερε ότι το αυτοκίνητο του Εναγόμενου το είχε αντιληφθεί ενώ ακόμα βρισκόταν επί της Λεωφόρου Αμαθούντος και, μάλιστα, από απόσταση 15 με 20 μέτρα πριν την συμβολή της εν λόγω λεωφόρου με την οδό Προύσης τίποτα τέτοιο δεν ανέφερε στην γραπτή του κατάθεση - Τεκμήριο
- Η μόνη αναφορά που υπάρχει στην γραπτή κατάθεση του Ενάγοντα για το πότε είδε το αυτοκίνητο του Εναγόμενου είναι κατά τον χρόνο που είχε ήδη στρίψει αριστερά εντός της οδού Προύσης σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι ενώ είχε σχεδόν στρίψει αριστερά άκουσε τον ήχο φρένων και γύρισε το κεφάλι του αριστερά. Τότε είδε ένα αυτοκίνητο μάρκας Pajero να τον κτυπά στην αριστερή πλευρά του αυτοκινήτου του. Υπό το φως της εντύπωσης που σχημάτισα για την ποιότητα της μαρτυρίας του Ενάγοντα αλλά και σε συνδυασμό με τα όσα κατωτέρω αναφέρονται και συγκεκριμένα την απάντηση που ο Ενάγων έδωσε στις αμέσως δύο επόμενες ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν από την Υπεράσπιση κρίνω πως το πιο πάνω γεγονός, επίσης, δημιουργεί ερωτηματικά για την αξιοπιστία του. Ερωτηθείς ο Ενάγων γιατί στην γραπτή του κατάθεση δεν ανέφερε ότι είχε δει το αυτοκίνητο του Εναγόμενου ενώ ακόμα βρισκόταν επί της Λεωφόρου Αμαθούντος απάντησε ότι δεν είχε ρωτηθεί επί του προκειμένου από τον ανακριτή. Το βάσιμο, όμως, της απάντησής του αυτής αναιρείται από την απάντηση που έδωσε σε άλλη ερώτηση που, ακολούθως, του υποβλήθηκε από την Υπεράσπιση, αν, δηλαδή, τα υπόλοιπα που ανέφερε στην γραπτή του κατάθεση - Τεκμήριο 5 - τα είχε αναφέρει κατόπιν ερωτήσεων του ανακριτή. Η απάντησή του ήταν ότι δεν θυμόταν. Κατά την αντεξέταση ο Ενάγων προσπάθησε επανηλειμμένα να αποφύγει να παραδεχθεί ότι εκτός από την αρχική κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία τέσσερεις ημέρες μετά το επίδικο δυστύχημα, ήτοι στις 27.9.00, σε μεταγενέστερο στάδιο έδωσε και συμπληρωματική κατάθεση. Ενδεικτικά αναφέρονται τα ακόλουθα. Όταν ρωτήθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο Υπεράσπισης αν στις 11.2.01 πήγε στην Αστυνομία και έδωσε συμπληρωματική κατάθεση δεν επιβεβαίωσε το γεγονός της λήψης της δεύτερης κατάθεσης. Η απάντησή του ήταν ότι δεν θυμόταν δίδοντας την εντύπωση ότι θέση του ήταν ότι δεν θυμόταν καν αν είχε δώσει συμπληρωματική κατάθεση. Σε δεύτερη σχετική ερώτηση και αφού του επιδείχθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο Υπεράσπισης η συμπληρωματική του κατάθεση και πάλι η θέση του ήταν ότι δεν θυμόταν αν και αναγνώρισε την υπογραφή του επί της συμπληρωματικής του κατάθεσης. Χρειάσθηκε να του υποβληθεί τρίτη ερώτηση για να παραδεχθεί εν τέλει ότι είχε δώσει συμπληρωματική κατάθεση. Στην τελευταία δε αυτή ερώτηση και, προδήλως, στην προσπάθειά του να δικαιολογήσει το ότι δεν είχε απαντήσει ευθέως στις δύο προηγούμενες ερωτήσεις ανέφερε ότι αυτό που δεν θυμόταν στις δύο προηγούμενες ερωτήσεις ήταν ότι η συμπληρωματική του κατάθεση είχε ληφθεί κατά την ημερομηνία που του είχε υποβληθεί από την Υπεράσπιση και συγκεκριμένα στις 11.2.
- Ο Ενάγων μπορεί να μην θυμόταν την ακριβή ημερομηνία κατά την οποία είχε ληφθεί η συμπληρωματική του κατάθεση. Είχαν, άλλωστε, παρέλθει πέραν των 11 ετών μεταξύ της 11.2.01 και της ημερομηνίας που κατέθεσε στο Δικαστήριο. Το σημείο αυτό δεν είναι, επίσης, καίριο ή ουσιώδες σημείο της υπόθεσης ώστε να μπορεί να λεχθεί ότι η έλλειψη μνήμης αποτελεί στοιχείο από το οποίο μπορούν να εξαχθούν συμπεράσματα για την αξιοπιστία του Ενάγοντα. Δεν δέχομαι, όμως, ότι αυτό ήταν που τον εμπόδισε να απαντήσει στην πρώτη ερώτηση. Καθότι αν ήταν ειλικρινής θα μπορούσε, όπως προκύπτει από την απάντησή του στην τρίτη ερώτηση, ευθύς εξ αρχής να δεχθεί ότι είχε δώσει συμπληρωματική κατάθεση και να αναφέρει ότι δεν θυμόταν την ημερομηνία λήψης της. Παρόμοιες απαντήσεις αφαιρετικού περιεχομένου του τύπου «δεν θυμάμαι» έδωσε και όταν ρωτήθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο Υπεράσπισης γιατί είχε δώσει συμπληρωματική κατάθεση και, μάλιστα, τέσσερεις μήνες μετά το επίδικο δυστύχημα καθώς και στην ερώτηση ποιος τον είχε καλέσει να δώσει συμπληρωματική κατάθεση. Παρόλο που μεταξύ του επίδικου δυστυχήματος και της διά ζώσης μαρτυρίας του είχε παρέλθει πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα δεν μπορώ να δεχθώ ότι ο Ενάγων δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί ένα τόσο σημαντικό γεγονός αν, δηλαδή, είχε κληθεί από την Αστυνομία για να δώσει συμπληρωματική κατάθεση ή αν η λήψη της εν λόγω κατάθεσης είχε γίνει με δική του πρωτοβουλία ή να πει τον λόγο για τον οποίο είχε προβεί σε συμπληρωματική κατάθεση την στιγμή, μάλιστα, που αναφορικά με άλλες παραμέτρους της υπόθεσης, όπως τον τρόπο με τον οποίο επισυνέβη το επίδικο δυστύχημα και τις περιβάλλουσες συνθήκες ήταν σε θέση να δώσει πληρέστατες λεπτομέρειες περιλαμβανομένων και αποστάσεων, όπως το Τεκμήριο 10 καταμαρτυρεί. Όταν δε σε μεταγενέστερο στάδιο της αντεξέτασης ρωτήθηκε εκ νέου ποιος τον είχε καλέσει να δώσει συμπληρωματική κατάθεση η απάντησή του ήταν και πάλι ότι δεν θυμόταν για να υποστηρίξει αργότερα στα πλαίσια άλλης σχετικής ερώτησης ότι κανένας δεν τον είχε καλέσει να δώσει συμπληρωματική κατάθεση. Υποστήριξε, ακόμα, ότι αν και δεχόταν ότι η συμπληρωματική κατάθεση που του επιδείχθηκε από την Υπεράσπιση ήταν δική του δεν θυμόταν αν είχε πάει στην Αστυνομία για συμπληρωματική κατάθεση για να υποστηρίξει εν τέλει ότι δεν θυμόταν καν αν είχε δώσει συμπληρωματική κατάθεση, θέση στην οποία επέμεινε για το υπόλοιπο της μαρτυρίας του! Σημειωτέον ότι σε ενωρίτερο στάδιο της αντεξέτασης δέχθηκε, όπως είδαμε, ότι είχε δώσει συμπληρωματική κατάθεση. Από όλα τα πιο πάνω σε συνδυασμό με την συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα αλλά και την γενικότερη εικόνα που μου δημιούργησε ως μάρτυρας ο Ενάγων δεν με έπεισε ότι προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι δεν θυμόταν αν είχε δώσει συμπληρωματική κατάθεση ήταν ειλικρινής. Σε προγενέστερο δε της τελικής του θέσης στάδιο είχε δεχθεί, όπως είδαμε, ότι είχε δώσει συμπληρωματική κατάθεση και είχε αναγνωρίσει την υπογραφή του επί της κατάθεσης αυτής. Δέχομαι, λοιπόν, ότι η κατάθεση ημερομηνίας 11.2.01 η οποία φέρεται ως η συμπληρωματική τιαύτη είναι η κατάθεση που ο Ενάγων έδωσε στην Αστυνομία σε χρόνο μεταγενέστερο της αρχικής του κατάθεσης και συγκεκριμένα στις 11.2.01 και συμπληρωματικά της αρχικής του κατάθεσης. Όλα τα πιο πάνω προσθέτουν στην σοβαρή δυσπιστία που δημιουργήθηκε στο Δικαστήριο για την αξιοπιστία του Ενάγοντα και την ποιότητα της μαρτυρίας του ιδιαίτερα αν αναλογισθεί κανείς ότι με την συμπληρωματική του κατάθεση εισάγεται, μεταξύ άλλων, ένα νέο στοιχείο, το οποίο διαφέρει ουσιωδώς από ό,τι ο Ενάγων είχε αναφέρει σε σχέση με αυτό στην αρχική του κατάθεση. Συγκεκριμένα, ενώ στην αρχική του κατάθεση ο Ενάγων είχε αναφέρει ότι το σημείο σύγκρουσης του είχε υποδειχθεί από την Αστυνομία στην παρουσία του στην σκηνή του δυστυχήματος, στην συμπληρωματική του κατάθεση, η οποία λήφθηκε τέσσερεις και πλέον μήνες αργότερα, ανέφερε ότι το σημείο της σύγκρουσης το είχε υποδείξει ο ίδιος στην Αστυνομία. Την τελευταία θέση υιοθέτησε και διά ζώσης. Όταν, όμως, του ζητήθηκε ευθέως από την ευπαίδευτη συνήγορο Υπεράσπισης να διευκρινίσει αν η θέση του ήταν ότι η Αστυνομία δεν του είχε υποδείξει το σημείο της σύγκρουσης η απάντησή του ήταν ότι δεν θυμόταν. Το πλέον δε παράδοξο είναι ότι όταν ρωτήθηκε γιατί με την συμπληρωματική του κατάθεση είχε δώσει διαφορετική εκδοχή επί του προκειμένου ζητήματος θέση του ήταν ότι οι δύο πιο πάνω εκδοχές δεν διέφεραν η μια από την άλλη. Όταν δε του υποβλήθηκε από την Υπεράσπιση ότι οι δύο πιο πάνω εκδοχές διέφεραν η μια από την άλλη δεν έδωσε οποιαδήποτε απάντηση. Ό,τι δε απάντησε ήταν «Τι να απαντήσω;». Υπό το φως της γενικής εικόνας που σχημάτισα για την αξιοπιστία του Ενάγοντα και την ποιότητα της μαρτυρίας του δεν μπορώ να δεχθώ ότι ο Ενάγων δεν θυμόταν τι ήταν αυτό που τον ώθησε 4 και πλέον μήνες μετά την αρχική του κατάθεση, αφενός, να δώσει συμπληρωματική κατάθεση, αφετέρου, μέσω αυτής να αναιρέσει τον αρχικό του ισχυρισμό αναφορικά με το υπό συζήτηση ζήτημα. Ισχυρίσθηκε, επίσης, ο Ενάγων ότι ο λόγος που κατά την στιγμή της σύγκρουσης βρέθηκε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας εντός της οδού Προύσης ήταν για την καλύτερή του ασφάλεια. Εξήγησε ότι η ορατότητά του προς την εν λόγω στροφή ήταν περιορισμένη καθώς πλησίαζε την στροφή από την Λεωφόρο Αμαθούντος. Η στροφή ήταν, επίσης, απότομη και στενή και δεν χωρούσε δύο αυτοκίνητα το ένα δίπλα από το άλλο. Γι' αυτό και πριν επιχειρήσει την στροφή προχώρησε προς το ύψος του κέντρου της και έπιασε ανοικτά επί της Λεωφόρου Αμαθούντος ώστε να βεβαιωθεί ότι δεν ερχόταν όχημα από την οδό Προύσης με κατεύθυνση νότια, ήτοι από το ξενοδοχείο Caravel προς την Λεωφόρο Αμαθούντος. Έτσι, ήταν αναπόφευκτο σύμφωνα με τον ίδιο να βρεθεί εισερχόμενος εντός της οδού Προύσης στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Σύμφωνα, επίσης, με τον ίδιο ήταν προτιμότερο να πράξει τούτο παρά να βρεθεί αντιμέτωπος στην στροφή με όχημα που οδηγείτο επί της οδού Προύσης με κατεύθυνση νότια και να αναγκασθεί είτε να σταματήσει, είτε να κινηθεί με την όπισθεν και, έτσι, να βρεθεί επί της Λεωφόρου Αμαθούντος, που είναι δρόμος με πολλή κίνηση, για να μπορέσει το άλλο όχημα να εξέλθει της Προύσης και να εισέλθει εντός της εν λόγω λεωφόρου. Μια τέτοια ενέργεια ελλόχευε περισσότερους κινδύνους για τον ίδιο. Ο κίνδυνος να χτυπηθεί σε μια τέτοια περίπτωση από όχημα που οδηγείτο επί της Λεωφόρου Αμαθούντος ήταν μεγαλύτερος από τον κίνδυνο να συγκρουσθεί με όχημα που οδηγείτο επί της οδού Προύσης με νότια κατεύθυνση. Το ότι η οδός Προύσης ήταν απότομη στροφή το δέχομαι. Τούτο καταμαρτυρείται και από την φωτογραφία 1 του Τεκμηρίου 7 στην οποία φαίνεται ευκρινώς ότι η εν λόγω στροφή δεν έχει καθόλου άνοιγμα και είναι αυστηρά κάθετη προς την Λεωφόρο Αμαθούντος, κάτι το οποίο ισχυρίσθηκε και ο Ενάγων. Δέχομαι, επίσης, ότι η ορατότητα επί της στροφής είναι σημαντικά περιορισμένη για κάποιον που οδηγεί επί της Λεωφόρου Αμαθούντος με κατεύθυνση ανατολική. Όπως ευκρινώς φαίνεται από την φωτογραφία 1 του Τεκμηρίου 7 αυτή περιορίζεται σημαντικά από την έκταση και το ύψος των θάμνων που υπάρχουν στο ανοικτό οικόπεδο που βρίσκεται στα αριστερά της Λεωφόρου Αμαθούντος με κατεύθυνση ανατολική και οι οποίοι συνεχίζουν και επί της δυτικής πλευράς της οδού Προύσης με κατεύθυνση βόρεια. Αυτό ήταν που προφανώς εννοούσε ο Ενάγων υποστηρίζοντας, αν και με αδόκιμο τρόπο, θα πρέπει να λεχθεί, την θέση ότι τα φύλλα από τις ακακίες έπεφταν μέσα στον δρόμο. Οι θάμνοι ή οι ακακίες, όπως τις ονόμασε ο Ενάγων, δεν έπεφταν μέσα στην Λεωφόρο Αμαθούντος. Μόλις και μετά βίας άγγιζαν την άκρια του χωμάτινου πακέτου που βρισκόταν στα αριστερά της Λεωφόρου Αμαθούντος με ανατολική κατεύθυνση όπως η εν λόγω φωτογραφία καταμαρτυρεί. Η θέση τους, όμως, εντός του ανοικτού οικοπέδου, το ύψος τους και η έκταση που καταλάμβαναν εμπόδιζαν σημαντικά την ορατότητα εντός της οδού Προύσης από την Λεωφόρο Αμαθούντος. Στον περιορισμό της ορατότητας συνέβαλε, επίσης, θα πρέπει να λεχθεί, και το μεγαλύτερο υψόμετρο στο οποίο βρισκόταν το πιο πάνω αναφερόμενο ανοικτό οικόπεδο σε σχέση με την Λεωφόρο Αμαθούντος και την οδό Προύσης. Ο Ενάγων μίλησε για χώματα ψηλά «πριν την γωνιά επί της Λεωφόρου Αμαθούντος» και «στην Προύσης πάνω». Προδήλως είναι στο μεγαλύτερο αυτό υψόμετρο που αναφερόταν. Για όλους τους πιο πάνω λόγους απαιτείτο αρκετή προσοχή καθώς και η λήψη επαρκούς προφύλαξης για την διαπραγμάτευση της στροφής. Δέχομαι, επίσης, ότι η οδός Προύσης είναι δρόμος στενός. Αυτό διαλαλούσε και ο ΜΕ 3 κατά την διά ζώσης μαρτυρία του και επιβεβαιώνεται και από τις φωτογραφίες 4 και 9 του Τεκμηρίου 7, οι οποίες, μεταξύ άλλων, δείχνουν τμήμα της εν λόγω οδού που ξεκινά από σημείο αρκετά βορειότερα της συμβολής της με την Λεωφόρο Αμαθούντος και συγκεκριμένα από απόσταση 15 μέτρων σύμφωνα με το Τεκμήριο
- Από τις πιο πάνω φωτογραφίες φαίνεται ότι η οδός Προύσης είναι δρόμος στενός έως αρκετά, θα μπορούσε να λεχθεί, στενός. Δεν μπορώ, όμως, να δεχθώ ότι οι πιο πάνω λόγοι αναγκάζουν κάποιο οδηγό που έχει πρόθεση να στρίψει αριστερά εντός της οδού Προύσης να διαπραγματευθεί την στροφή καταλαμβάνοντας εισερχόμενος εντός αυτής την αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Κατ' αρχήν, το εύρος της συμβολής της οδού Προύσης με την Λεωφόρο Αμαθούντος δεν είναι τόσο στενό όπως οι φωτογραφίες 4 και 9 του Τεκμηρίου 7 δείχνουν για το πιο πάνω αναφερόμενο βορειότερο τμήμα της οδού Προύσης. Τουναντίον, όπως η φωτογραφία 3 του Τεκμηρίου 7 καταμαρτυρεί, η συμβολή ήταν τόσο πλατιά και το εύρος της τέτοιο που χωρούσε και, μάλιστα, άνετα όχι μόνο δύο αυτοκίνητα το ένα δίπλα από το άλλο πάνω στην στροφή, αλλά και περισσότερα. Σημειώνεται ότι ο ΜΕ 1 κατά την αντεξέτασή του υποστήριξε ότι η συμβολή είχε πλάτος 19 μέτρα. Βασιζόμενος, προδήλως στις μετρήσεις 41,70 και 61,
- Θα πρέπει να λεχθεί ότι από τις μετρήσεις αυτές το πλάτος της συμβολής δεν μπορεί να υπολογισθεί με ακρίβεια καθότι από την μέτρηση 41,70 μέχρι και το σημείο που η νοητή προέκταση της δυτική πλευράς της Προύσης τέμνει κάθετα την βασική γραμμή μέτρησης του ΜΕ 1 δεν υπάρχει μέτρηση από τον τελευταίο. Εντούτοις, ο πιο πάνω υπολογισμός δεν απέχει κατά πολύ από την πραγματικότητα αφού σύμφωνα με το Τεκμήριο 2 και στην βάση των μετρήσεων 61,00 και 46,00 το άνοιγμα της συμβολής είναι πλάτους σίγουρα μεγαλύτερου των 15 μέτρων. Σημειώνεται ότι η μέτρηση 46,00 είναι, όπως και ενωρίτερα αναφέρθηκε, η απόσταση μεταξύ του σταθερού σημείου Ο και του σημείου στο οποίο η νοητή προέκταση από το σημείο της σύγκρουσης τέμνει κάθετα την βασική γραμμή μέτρησης του ΜΕ
- Βεβαίως, αυτό δεν σημαίνει ότι η οδός Προύσης αποκτά μεγαλύτερο πλάτος κατά την συμβολή της με την Λεωφόρο Αμαθούντος. Όπως και από το Τεκμήριο 2 προκύπτει η νοητή προέκταση της ανατολικής και της δυτικής της πλευράς κάθετα προς την συμβολή της με την Λεωφόρο Αμαθούντος οριοθετούν και το πλάτος της. Όμως, ένεκα του ότι στην συμβολή των δύο πιο πάνω οδών δημιουργείται το νοητό, όπως το αποκάλεσε η ευπαίδευτη συνήγορος της Υπεράσπισης, τρίγωνο το περιθώριο για να κινηθεί όχημα που οδηγείται επί της οδού Προύσης με νότια κατεύθυνση αυξάνεται και, μάλιστα, κατά πολύ σε βαθμό που όχημα που κατευθύνεται όπως μόλις πιο πάνω περιγράφηκε να έχει την δυνατότητα να σταματήσει επί της στροφής σε θέση και εκτός του πλάτους της οδού Προύσης όπως αυτό οριοθετείται από τις νοητές προεκτάσεις της ανατολικής και της δυτικής της πλευράς κάθετα επί της συμβολής της με την Λεωφόρο Αμαθούντος. Επίσης, εν' όψει του ότι η κορυφή του τριγώνου αυτού αρχίζει από ψηλά και συγκεκριμένα από απόσταση 15 μέτρα βορειότερα της συμβολής της οδού Προύσης με την Λεωφόρο Αμαθούντος σύμφωνα με το Τεκμήριο 2 η δυνατότητα όπως όχημα που κατευθύνεται επί της οδού Προύσης με νότια κατεύθυνση λάβει τέτοια θέση πάνω στην στροφή ώστε να μην εμποδίζει την διέλευση οχημάτων που έχουν πρόθεση να εισέλθουν εντός της Προύσης στρίβοντας αριστερά από την Λεωφόρο Αμαθούντος είναι υπαρκτή. Σημειώνεται ότι το πιο πάνω αναφερόμενο νοητό τρίγωνο οριοθετείται από τις μετρήσεις 15,00, 61,00 και 47,
- Η μέτρηση 15 είναι η απόσταση σε μέτρα της νοητής προέκτασης της ανατολικής πλευράς της οδού Προύσης κάθετα προς την βασική γραμμή μέτρησης του ΜΕ
- Ως σημείο δε προσδιορίζει την κορυφή του νοητού τριγνώνου. Η μέτρηση 47,00 είναι η απόσταση μεταξύ του σταθερού σημείου Ο και του σημείου στο οποίο η πιο πάνω κάθετος τέμνει την βασική γραμμή μέτρησης του ΜΕ
- Η μέτρηση 61,00 είναι η απόσταση μεταξύ του σταθερού σημείου Ο και του σημείου στο οποίο τέμνει την βασική γραμμή μέτρησης του ΜΕ 1 η καμπύλη γραμμή που ξεκινά από τον αριθμό 15,00 και καταλήγει στον εν λόγω αριθμό 61,
- Υπό το φως όλων των πιο πάνω δεν μπορώ να δεχθώ τον ισχυρισμό του Ενάγοντα ότι η στροφή δεν χωρούσε δύο αυτοκίνητα το ένα δίπλα από το άλλο και ότι αυτός ήταν ένας από τους λόγους που τον ανάγκασαν να καταλάβει την αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί ότι αν και εν γένει θέση του Ενάγοντα ήταν ότι η στροφή ήταν στενή στην συμβολή της με την Λεωφόρο Αμαθούντος και, μάλιστα, τόσο στενή που δεν χωρούσε, όπως είδαμε, δύο αυτοκίνητα το ένα δίπλα από το άλλο, από άλλα σημεία της μαρτυρίας του προκύπτει ότι θέση του Ενάγοντα ήταν ότι τόσο στενή ήταν η οδός Προύσης βορειότερα της συμβολής της με την Λεωφόρο Αμαθούντος και όχι επί της εν λόγω συμβολής. Ενδεικτικό τούτου είναι η αντίδραση του Ενάγοντα όταν επιδείχθηκε σε αυτόν από την Υπεράσπιση η φωτογραφία 3 του Τεκμηρίου 7 και ο Ενάγων ρωτήθηκε αν το ασφάλτινο πλάτος που φαίνεται στην εν λόγω φωτογραφία φαίνεται να είναι δύο μέτρα ως διατείνετο. Ο Ενάγων αντέδρασε λέγοντας ότι η φωτογραφία αυτή δείχνει την αρχή της οδού Προύσης, ισχυρισμός από τον οποίο συνάγεται ότι η αναφορά του για το στενό πλάτος της Προύσης δεν άπτετο της συμβολής της με την Λεωφόρο Αμαθούντος αλλά τμήματός της που βρίσκεται βορειότερα. Μάλιστα, υποστήριξε ότι η αρχή της Προύσης δεν ήταν δύο μέτρα πλάτος, αλλά άσφαλτος με μεγαλύτερο πλάτος. Προδήλως, αναφερόταν στο μήκος του μετώπου της συμβολής. Από τα πιο πάνω καθίσταται πρόδηλο, μεταξύ άλλων, ότι ο Ενάγων στην προσπάθειά του να δικαιολογήσει τις θέσεις του έπεφτε σε αντιφάσεις. Ωστόσο, δεν μου διαφεύγει ο ισχυρισμός του Ενάγοντα σύμφωνα με τον οποίο οι οδηγοί κάποιων οχημάτων που κατέβαιναν την οδό Προύσης από βόρεια, ήτοι από το ξενοδοχείο Caravel, ήταν τουρίστες με αυτοκίνητα ενοικιάσεως και δεν γνώριζαν καλά την στροφή, ούτε και την δυνατότητα να κάνουν χρήση του νοητού τριγώνου με αποτέλεσμα φθάνοντας στην στροφή και καταλαμβάνοντας ακόμα και κανονικά την λωρίδα κυκλοφορίας τους εμπόδιζαν τα οχήματα που εισέρχονταν εντός της Προύσης από την Λεωφόρο Αμαθούντος να διαπραγματευθούν την στροφή ή που καθιστούσαν και αναπόφευκτη ακόμα την σύγκρουση μαζί τους αν τα πρώτα συνέχιζαν την προτιθέμενη πορεία τους. Κρίνω πως ο Ενάγων ήταν ειλικρινής προβάλλοντας τον πιο πάνω ισχυρισμό. Την ίδια θέση πρόβαλε και ο ΜΕ
- Το δε βάσιμό της επιβεβαιώνεται κυρίως από το ότι η στροφή ήταν απότομη, πράγμα που καθιστούσε την δυνατότητα για ελιγμό του οχήματος κατά την διαπραγμάτευση της στροφής δύσκολη έως αρκετά δύσκολη και του ότι η οδός Προύσης ήταν δρόμος στενός έως αρκετά στενός. Από την μαρτυρία του ΜΕ 3 συνάγεται ότι το πλάτος της οδού Προύσης ήταν μεταξύ 3,5 με 4 μέτρα. Ένεκα των πιο πάνω ήταν αναπόφευκτο για ένα αυτοκίνητο με κανονικό πλάτος, της τάξης του 1,60 με 1,70 μέτρα, όπως υπέδειξε η Υπεράσπιση, και διαπραγματευόμενο την στροφή από την ορθή λωρίδα κυκλοφορίας να καταλήξει και να εισέλθει εντός της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας και, έτσι, να βρεθεί αντιμέτωπο με αυτοκίνητο που έφθανε στην στροφή από βόρεια και βρισκόταν επί της στροφής σε στάση αλτ πριν εξέλθει εντός της Λεωφόρου Αμαθούντος. Συν τοις άλλοις, η δυνατότητα χρήσης του νοητού τριγώνου δεν θα μπορούσε λογικά να είναι αντιληπτή σε κάθε οδηγό που δεν είχε γνώση της δυνατότητας αυτής από προηγούμενη προσωπική εμπειρία. Θα πρέπει, επίσης, να λεχθεί ότι οδηγός που πλησιάζει την στροφή από βόρεια τείνει να συνεχίσει την πορεία του εντός του πλαισίου που οριοθετεί το πλάτος της εν λόγω οδού βορειότερα της συμβολής της με την Λεωφόρο Αμαθούντος. Για όλους τους πιο πάνω λόγους ο ισχυρισμός αυτός είναι αποδεκτός. Κατά συνέπεια, δεν δέχομαι τον ισχυρισμό που πρόβαλε ο ΜΕ 1 ότι ένα αυτοκίνητο που διαπραγματεύτει την στροφή από την Λεωφόρο Αμαθούντος μπορούσε να εισέλθει εντός της Προύσης χωρίς να καταλάβει την αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας ή και αν ακόμα δεν «πιάσει ανοικτά» επί της Λεωφόρου Αμαθούντος. Δεν δέχομαι, όμως, τον ισχυρισμό του Ενάγοντα ότι ένεκα του ότι η ορατότητα προς την στροφή από την Λεωφόρο Αμαθούντος ήταν περιορισμένη, σχεδόν μηδαμινή, δικαιούτο να διαπραγματευθεί την στροφή από την αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας για να εξακριβώσει αν επί της στροφής υπήρχε αυτοκίνητο ερχόμενο από βόρεια. Δεν θεωρώ ότι η πιο πάνω ενέργεια την οποία ο Ενάγων χαρακτήρισε ως την ενδεδειγμένη ή την λιγότερο επικίνδυνη υπό τις περιστάσεις ήταν αυτό που θα έπραττε ο μέσος λογικός και συνετός οδηγός. Θεωρώ ότι ο μέσος λογικός και συνετός οδηγός ακόμα και με περιορισμένη την ορατότητα προς την στροφή από την Λεωφόρο Αμαθούντος θα διαπραγματευόταν την στροφή όπως κάθε άλλη στροφή, εισερχόμενος, δηλαδή, όχι από την αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας αλλά από την λωρίδα κυκλοφορίας για τα οχήματα της πορείας του και, επομένως, όχι «πιάνοντας ανοικτά» επί της Λεωφόρου Αμαθούντος, αφού πράττοντας έτσι αναπόφευκτα και εισερχόμενος εντός της οδού Προύσης κατά την διαπραγμάτευση της στροφής βρισκόταν εντός της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας. Στην προσπάθειά του δε αυτή και εν' όψει του ότι η στροφή ήταν απότομη και η ορατότητα περιορισμένη ο οδηγός όφειλε να οδηγεί με την δέουσα υπό τις περιστάσεις προσοχή και προφύλαξη και με ασφαλή υπό τις περιστάσεις ταχύτητα. Επιχειρώντας δε την στροφή με αυτόν τον τρόπο ο οδηγός θα βρισκόταν μεν αντιμέτωπος, όπως και πιο πάνω υποδείχθηκε, με οχήματα που βρίσκονταν στην στροφή σε στάση αλτ ερχόμενα από βόρεια, δεν θα βρισκόταν, όμως, επί της Λεωφόρου Αμαθούντος ως ο Ενάγων ισχυρίσθηκε, αλλά εντός του ασφάλτινου πακέτου που βρίσκεται ακριβώς μπροστά από την συμβολή με κατεύθυνση νότια και στα αριστερά σύμφωνα με την πορεία του και το οποίο είναι αρκετά πλατύ. Τόσο πλατύ που, όπως από την φωτογραφία 1 του Τεκμηρίου 7, φαίνεται χωράει άνετα ένα αυτοκίνητο κανονικού πλάτους και το οποίο κατά την διαπραγμάτευση της στροφής έχει τέτοια πορεία και κατεύθυνση όπως αυτή που θα είχε αυτοκίνητο που διαπραγματεύεται την στροφή οδηγούμενο από τον μέσο λογικό και συνετό οδηγό. Σε μια τέτοια περίπτωση ο οδηγός θα ανέμενε εντός του εν λόγω πακέτου μέχρις ότου το άλλο όχημα εξερχόταν της Προύσης και εισερχόταν εντός της Λεωφόρου Αμαθούντος. Υπό αυτές τις περιστάσεις δεν θα αναμένετο από τον οδηγό που διαπραγματεύεται την στροφή να κινηθεί με την όπισθεν για να δώσει την δυνατότητα στον άλλο οδηγό να εισέλθει εντός της Λεωφόρου Αμαθούντος. Σε μια τέτοια περίπτωση και ενόψει του ότι η Λεωφόρος Αμαθούντος είναι δρόμος με πολλή κίνηση η κοινή λογική επιβάλλει στον άλλο οδηγό να κάνει την πρώτη κίνηση, ήτοι να κινηθεί με τέτοιο τρόπο ώστε και με τον κατάλληλο χειρισμό να εξέλθει της στροφής και να εισέλθει εντός της Λεωφόρου Αμαθούντος χωρίς να αναγκάσει τον πρώτο οδηγό να κινηθεί με την όπισθεν, να βρεθεί εντός της Λεωφόρου Αμαθούντος και να κινδυνεύσει. Επομένως, ο κίνδυνος όπως ο οδηγός που διαπραγματευόμενος την στροφή βρισκόταν σε στάση αναμονής εντός του πιο πάνω αναφερόμενου ασφάλτινου πακέτου χτυπηθεί σε μια τέτοια θέση από αυτοκίνητο που οδηγείτο επί της Λεωφόρου Αμαθούντος με ανατολική κατεύθυνση και ευθεία πορεία δεν θεωρώ πως ήταν άμεσος. Αυτός δε υλοποιείτο μόνο στην περίπτωση που πρόσωπο που οδηγούσε επί της Λεωφόρου Αμαθούντος με ανατολική κατεύθυνση και ευθεία πορεία για κάποιο λόγο έχανε τον έλεγχο και παρεξέκλεινε της ευθείας πορείας του ή είχε πρόθεση να στρίψει και εκείνος αριστερά εντός της οδού Προύσης χωρίς να υπολογίσει την παρουσία σε στάση αναμονής του οδηγού που διαπραγματεύεται την στροφή κατά παράβαση των νομίμων καθηκόντων του. Και αυτό γιατί και στις δύο περιπτώσεις ο δεύτερος θα παρέμενε για κάποιο χρονικό διάστημα εντός του πακέτου σε στάση αναμονής. Ο κίνδυνος, όμως, αυτός κρίνω πως δεν ήταν μεγαλύτερος από τον κίνδυνο που θα δημιουργείτο αν οδηγός με πρόθεση να στρίψει αριστερά εντός της οδού Προύσης διαπραγματευόταν την στροφή από την αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Σημειώνεται ότι και ο Ενάγων κατά την μαρτυρία του παραδέχθηκε ότι η υπό του ιδίου υποδειχθείσα πορεία ήταν επικίνδυνη. Θα προσθέσω ότι ήταν και επικινδυνότερη από την υπό του Δικαστηρίου υποδειχθείσα τοιαύτη. Καθότι με την πορεία που εισηγήθηκε ο Ενάγων ο κίνδυνος σύγκρουσης με όχημα που πλησίαζε από βόρεια και σταματούσε στην στροφή ήταν άμεσος και, επομένως, όχι μικρότερος από τον κίνδυνο που επικαλέσθηκε ο Ενάγων για να δικαιολογήσει την στάση του απέναντι στην στροφή. Διερωτούμαι, επίσης, τι θα έκανε ο Ενάγων προσεγγίζοντας την στροφή με τον τρόπο που ο ίδιος υπέδειξε. Δεν θα βρισκόταν, αλήθεια, στην ίδια θέση με αυτή που ήθελε ως διατείνετο να αποφύγει, δηλαδή, αντιμέτωπος με όχημα σε στάση αλτ επί της Προύσης; Φρονώ πως ναι. Σε μια τέτοια περίπτωση δεν θα ήταν και πάλι αναγκασμένος να σταματήσει πάνω στην στροφή για να αποφύγει σύγκρουση με όχημα που έφθανε στην στροφή από βόρεια; Η απάντηση θα πρέπει και πάλι να είναι καταφατική. Και δεν θα αναγκαζόταν με βάση την δική του λογική να κινηθεί με την όπισθεν; Φρονώ πως ναι. Άρα το κώλυμα που υπήρχε αν ο Ενάγων διαπραγματευόταν την στροφή όπως το Δικαστήριο υπέδειξε ήταν το ίδιο με αυτό που υπήρχε αν ο Ενάγων διαπραγματευόταν την στροφή με τον τρόπο που υποδείχθηκε απο τον ίδιο. Μόνο που με τον τρόπο που υπέδειξε το Δικαστήριο δεν θα βρισκόταν να καταλαμβάνει την αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας επί της Προύσης με όλες τις συνέπειες που κάτι τέτοιο θα συνεπαγόταν και οι οποίες αναφέρθηκαν πιο πάνω. Επίσης, η προσέγγιση του Ενάγοντα δεν συνάδει με τους κώδικες τροχαίας κυκλοφορίας. Ούτε λίγο ούτε πολύ ο Ενάγων εισηγείται ότι τα οχήματα που εισέρχονταν εντός της Προύσης αριστερά από την Λεωφόρο Αμαθούντος νομιμοποιούνταν να εισέρχονται εντός της στροφής από την αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας για να κατοπτεύσουν αν από αυτήν την κατεύθυνση πλησίαζαν την στροφή οχήματα από βόρεια. Αυτή ήταν η ενδεδειγμένη υπό τις περιστάσεις πορεία σύμφωνα με τον Ενάγοντα; Τα πρώτα οχήματα να καταλαμβάνουν την λωρίδα κυκλοφορίας των δεύτερων; Φρονώ πως όχι. Δυσκολεύομαι έτσι να δεχθώ ότι και ο Ενάγων έτσι έπραττε. Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω πως η λογική και ενδεδειγμένη πορεία για κάποιον που επιθυμούσε να στρίψει αριστερά και να εισέλθει εντός της Προύσης από την Λεωφόρο Αμαθούντος, ακόμη και αν γνώριζε το πρόβλημα που δημιουργείτο από τα οχήματα που πλησίαζαν την στροφή από βόρεια, όπως ο Ενάγων, είναι αυτή που υποδείχθηκε από το Δικαστήριο και όχι αυτή που υποδείχθηκε από τον Ενάγοντα. Συνεπώς τα όσα ο Ενάγων διατείνεται αναφορικά με την στροφή και την αναπόφευκτη σύμφωνα με τον ίδιο ενέργειά του επιχειρούμενος την στροφή να καταλάβει την αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας είναι ισχυρισμοί που προβλήθηκαν μόνο και μόνο για να δικαιολογήσουν το γεγονός ότι κατά την στιγμή της σύγκρουσης αυτός βρέθηκε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Ο Ενάγων βρέθηκε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας όχι για τους λόγους που πρόβαλε στην μαρτυρία του, αλλά γιατί επιχείρησε να κινηθεί εντός της Λεωφόρου Αμαθούντος ανορθόδοξα και αντικανονικά. Άλλη μια παραδοξολογία του Ενάγοντα είναι η ακόλουθη. Όταν ρωτήθηκε αν η παρουσία των θάμνων του επέβαλλαν να εισέλθει στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας εντός της οδού Προύσης απάντησε καταφατικά προσθέτοντας ότι η οδός Προύσης στένευε πολύ πιο πάνω. Μα πώς θα μπορούσε να επηρεάσει την συμπεριφορά του Ενάγοντα αναγκάζοντάς τον να εισέλθει εντός της αντίθετης λωρίδας το γεγονός ότι η οδός Προύσης στενεύει βορειότερα της στροφής την στιγμή που κατά την στροφή αλλά και για κάποια αρκετή απόσταση, όπως από την φωτογραφία 4 του Τεκμηρίου 7 φαίνεται, δεν συντρέχει τέτοιο γεγονός και, μάλιστα, όπως η εν λόγω φωτογραφία καταμαρτυρεί, η οδός Προύσης αρχίζει να στενεύει σε απόσταση τόσο μεγάλη από την στροφή που ουδόλως το πιο πάνω γεγονός επηρεάζει οδηγό που επιχειρεί την στροφή; Σύμφωνα δε με το Τεκμήριο 2, όπως και ενωρίτερα αναφέρθηκε, σε απόσταση 15 μέτρων από την συμβολή. Και ενώ στην διά ζώσης μαρτυρία του ο Ενάγων αρχικά δέχθηκε και, μάλιστα, ρητά ότι κατά την στιγμή της σύγκρουσης βρισκόταν στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας επί της οδού Προύσης στην συνέχεια έδωσε διαφορετικές θέσεις. Αρχικά υποστήριξε ότι δεν είχε εισέλθει στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας αλλά ότι απλά έπιασε ανοικτά επί της Λεωφόρου Αμαθούντος για να υποστηρίξει στα πλαίσια άλλης σειράς ερωτήσεων που του υπεβλήθησαν από την ευπαίδευτη συνήγορο Υπεράσπισης λίγο πριν το τέλος της αντεξέτασής του αναφορικά με το ίδιο θέμα ως τελική του θέση ότι δεν θυμόταν και ότι αυτό που μόνο θυμόταν ήταν ότι η σύγκρουση έγινε πάνω στην στροφή. Υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΕ 1 και τα Τεκμήρια 1 και 2 το σημείο της σύγκρουσης βρίσκεται στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας για οχήματα που οδηγούνται επί της οδού Προύσης με βόρεια κατέθυνση, ήτοι προς το ξενοδοχείο Caravel. Ο Ενάγων υποστήριξε, επίσης, ότι εξερχόμενος του αυτοκινήτου του παρατήρησε αίματα πάνω στην φανέλα που φορούσε. Ίσως αυτός ήταν και ο λόγος, όπως ανέφε