Bruce Robert Henry ν. Country Rose Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 1385/12, 14/5/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A130 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 1385/12 Μεταξύ: Bruce Robert Henry Εναγόντων και 1.Country Rose Ltd 2. Ανδρέας Μακεδόνας Εναγομένων Ημερομηνία: 14/6/2013 Εμφανίσεις: Για Εναγομένους/Αιτητές: κ. Π. Κωνσταντινίδης (για την απαγγελία της απόφασης ο κ. Π. Κωνσταντινίδης) Για τον Ενάγοντα /Καθ' ου η αίτηση: κα Μαυροβουνιώτη Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την έκδοση της παρούσης απόφασης αποτέλεσε αίτηση που υποβλήθηκε από τους εναγομένους στις 8/1/13 με την οποία αιτούνται την διαγραφή συγκεκριμένων ισχυρισμών του ενάγοντα που εκτίθενται στο δικόγραφο της Απάντησης του. Η αίτηση η οποία εδράζεται στα άρθρα 28 και 30 του Συντάγματος, στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ στη Δ.19, Θ.5, 14, 26, Δ.48, Θ. 1-3, 7 και 9(
- j)των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας και στην πρακτική του Δικαστηρίου, συνάντησε την ένσταση του ενάγοντα ο οποίος καταχώρησε σχετική ειδοποίηση ένστασης. Τόσο η αίτηση όσο και η ειδοποίηση ένστασης δεν συνοδεύονται από ένορκες δηλώσεις, αφού σύμφωνα με τους διαδίκους τα γεγονότα στα οποία και οι δύο στηρίζονται, είναι εμφανή από το φάκελο. Οι θέσεις και τα επιχειρήματα των δύο πλευρών, καταγράφονται και προκύπτουν από την αίτηση, την ένσταση, καθώς επίσης και από τις γραπτές αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων τους στις οποίες και περιορίσθηκε η ακροαματική διαδικασία, γι' αυτό και δεν θεωρώ απαραίτητο να τα παραθέσω. Οι εναγόμενοι αιτούνται τη διαγραφή συγκεκριμένων ισχυρισμών του ενάγοντα οι οποίοι εκτίθενται στην Απάντηση του και στους οποίους αναφορά θα γίνει πιο κάτω, γιατί και σύμφωνα με τη θέση τους όπως εκτίθεται κατά γράμμα στην αίτηση, «αναφέρονται σε νέους ισχυρισμούς και/ή νέα γεγονότα και/ή νέα βάση αγωγής και/ή απαίτησης και/ή ισχυρισμούς γεγονότων ως μη σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, παραβιάζοντας το δικαίωμα της ισότητας των όπλων και της αρχής της δίκαιης δίκης, ως επίσης σε ζητήματα μη αναγκαία και/ή σκανδαλώδη και/ή που τείνουν να προκαταβάλλουν, περιπλέξουν ή καθυστερήσουν την όλη εκδίκαση της αγωγής». Η Δ.19, Θ.26 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας προβλέπει τα ακόλουθα: «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, order to be struck out or amended any matter in any indorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Το Δικαστήριο ή ο Δικαστής δύναται σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να διατάξει όπως διαγραφεί ή τροποποιηθεί οποιοδήποτε θέμα σε οποιαδήποτε οπισθογράφηση ή δικόγραφο το οποίο δυνατόν να είναι αχρείαστο ή σκανδαλώδες ή το οποίο τείνει να επηρεάσει δυσμενώς ή να προκαλέσει αμηχανία ή να καθυστερήσει την δίκαιη εκδίκαση της αγωγής». Στην υπόθεση Cyber Group Ltd v. Κυριάκου Χαραλαμπίδη και Άλλων
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 1852 λέχθηκε ότι κύριος σκοπός της Δ.19, θ.26 είναι η συμμόρφωση των διαδίκων με τους κανόνες σύνταξης δικογράφων. Κατά την εξέταση αίτησης δυνάμει του πιο πάνω θεσμού δεν επιχειρείται και δεν εξετάζεται η εγκυρότητα του δικογράφου. Ενόψει της ομοιότητας της Δ.19, Θ.26 με την Αγγλική Order 19, r.27 των παλαιών Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών, μπορεί να αντληθεί καθοδήγηση από την Αγγλική Νομολογία. Στην Ετήσια Πρακτική του 1958 (Annual Practice) αναφέρεται στη σελίδα 477 ότι η διατύπωση του κανόνα είναι ευρεία αλλά η εφαρμογή του περιορίσθηκε σε κάποιο βαθμό από τις αποφάσεις που δόθηκαν σε σχέση με αυτόν. Καθοριστική είναι η απόφαση στην υπόθεση Knowles v. Roberts 38 Ch.D. 270 όπου διακηρύχθηκε ότι ο κανόνας ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να υπαγορεύει στους διαδίκους πως να συντάσσουν τα δικόγραφα τους θα πρέπει να τηρείται ιερός. Από την άλλη, ο κανόνας αυτός υπόκειται στον περιορισμό ότι οι διάδικοι δεν πρέπει να παραβιάζουν τους κανόνες σύνταξης των δικογράφων. Αν το δικόγραφο διαδίκου είναι αχρείαστο και τείνει να επηρεάσει δυσμενώς ή να προκαλέσει αμηχανία και να καθυστερήσει την εκδίκαση της υπόθεσης, τότε, το δικόγραφο αυτό ξεπερνά τα δικαιώματα του διαδίκου. Στην ίδια σελίδα αναφέρεται ότι η μη συμμόρφωση με τους κανόνες σύνταξης δικογράφων δεν αποτελεί πάντα λόγο διαγραφής κάποιου δικογράφου. Ο αιτητής θα πρέπει να δείξει ότι η παραβίαση, τον επηρεάζει με κάποιο τρόπο δυσμενώς. Από την άλλη, κάθε διάδικος δικαιούται ex debito justitiae να απαιτεί όπως η υπόθεση του αντιδίκου του παρουσιασθεί με τρόπο καταληπτό ώστε να μπορεί να την αντιμετωπίσει. Στην υπόθεση Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ ν. Σοφοκλή Τ. Σαββίδη
(1997)1(Β) ΑΑΔ 685 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Τα δικόγραφα καθορίζουν το πλαίσιο της δίκης. Η σύνταξή τους διέπεται από ιδιαίτερους δικονομικούς κανόνες που ενσωματώνονται στη Δ.19 και διασφαλίζουν την αποτελεσματική διεξαγωγή της δίκης. Ο θ. 4 περιέχει τον πιο θεμελιακό: "Every pleading shall contain, and contain only, a statement in a summary form of the material facts on which the party pleading relies for his claim or defence, as the case may be, but not the evidence by which they are to be proved, ... " Η έννοια του ουσιαστικού (material) συσχετίζεται εδώ με ότι είναι απαραίτητο. Στην υπόθεση Bruce v. Odhams Press Ltd. [1936] 1 Κ.Β. 697, 712, ελέχθη ότι: "The word "material" means necessary for the purpose of formulating a complete cause of action;.." .......................................................................................................................... Η πεμπτουσία είναι ότι η διατύπωση και η παρουσίαση της υπόθεσης πρέπει να είναι λιτή χωρίς πλατειασμούς. Το λόγο γι' αυτό μας δίνει η British Airways Pension Trustees Ltd ν. Sir Robert McAIpine [1994] 72 B.L.R. 26: "The basic purpose of pleadings is to enable the opposing party to know what case is being -made in sufficient detail to enable that party properly to prepare to answer it. .............................................................................................................................. Pleadings are not a game to be played at the expense of the litigants, they are not an end in themselves, but a means to the end, and that end is to give each party a fair hearing». Σύμφωνα με το σύγγραμμα Bullen & Leake, Precedent of Pleadings, 12η έκδοση σελ. 144 σκανδαλώδη ζητήματα σε οποιοδήποτε δικόγραφο μπορούν να διαγραφούν ή να τροποποιηθούν με διαταγή του Δικαστηρίου. Ισχυρισμοί σε ένα δικόγραφο θεωρούνται σκανδαλώδεις αν εκθέτουν ζητήματα που είναι προσβλητικά (offensive) ή απρεπή (indecent) ή που σκοπό και μόνο έχουν να επηρεάσουν δυσμενώς τον αντίδικο. Επίσης, αχρείαστοι (unnecessary) ή επουσιώδεις (immaterial) ισχυρισμοί θα διαγραφούν ως σκανδαλώδεις αν θίγουν τον αντίδικο ή αποδίδουν σε αυτόν ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο κατηγορία για αθέμιτη διαγωγή ή συμπεριφορά (misconduct) ή κακή πίστη. Στην Αγγλική υπόθεση Murray v. Epsom Local Board
(1897)1 Ch. D. 35 ισχυρισμός ότι μέλος των εναγομένων αμφισβητούσε την απαίτηση για δικό του προσωπικό όφελος και όχι για το δημόσιο συμφέρον διαγράφηκε. Ένα δικόγραφο θεωρείται, επίσης, σκανδαλώδες αν περιέχει υποβιβαστικές (degrading) κατηγορίες οι οποίες είναι άσχετες ή σε περίπτωση που οι κατηγορίες αυτές είναι σχετικές, αν αυτό προβαίνει σε αχρείαστες λεπτομέρειες. Από την άλλη, ένα δικόγραφο ή ισχυρισμός ο οποίος είναι σκανδαλώδης, όπως, για παράδειγμα, όταν περιέχει κατηγορίες ανεντιμότητας (dishonesty), ανηθικότητας (immorality) ή ανεπαίσχυντης (outrageous) συμπεριφοράς δεν θα διαγραφεί αν είναι απαραίτητος ή σχετικός με οποιοδήποτε επίδικο ζήτημα στην διαδικασία. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Christie v. Christie
(1873)LR 8 Ch. 499 το μοναδικό ερώτημα είναι κατά πόσο το ζήτημα το οποίο φέρεται ως σκανδαλώδες θα ήταν αποδεκτό ως μαρτυρία προς απόδειξη της αλήθειας οποιουδήποτε ισχυρισμού στο δικόγραφο ο οποίος είναι ουσιώδης σε σχέση με την αξιούμενη θεραπεία. Έτσι, όσο βαριές και αν είναι οι κατηγορίες που περιέχει ένα δικόγραφο, είτε αυτές είναι κατηγορίες ανηθικότητας είτε άλλως πως, αυτές δεν θεωρούνται σκανδαλώδεις εντός της έννοιας του κανονισμού αν είναι σχετικές με τα επίδικα ζητήματα, δηλαδή, αν θα επηρεάσουν το αποτέλεσμα της αγωγής αν αποδειχθούν αληθινές. Στην Αγγλική υπόθεση Brooking v. Maudslay 55 LT 343, η Έκθεση Απαίτησης του ενάγοντα περιείχε ισχυρισμούς για ανέντιμη συμπεριφορά του εναγόμενου. Στην Απάντηση του ο ενάγοντας ανάφερε ότι δεν επιζητούσε οποιαδήποτε θεραπεία σε σχέση με τους πιο πάνω ισχυρισμούς. Υπό το φως της πιο πάνω δήλωσης κρίθηκε ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί είχαν καταστεί επουσιώδεις, οπότε και διατάχθηκε η διαγραφή τους ως σκανδαλωδών και ως ισχυρισμών που τείνουν να επηρεάσουν δυσμενώς την υπόθεση του αντιδίκου. Με βάση τα όσα εκτίθενται πιο πάνω, όταν το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο συγκεκριμένα αποσπάσματα σε ένα δικόγραφο είναι σκανδαλώδη, θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη την φύση της αγωγής και αν κατά πόσο αυτά είναι σχετικά με τα επίδικα στην αγωγή ζητήματα. Το Δικαστήριο δεν θα υπεισέλθει στην εξέταση της αλήθειας τους. Έτσι, ισχυρισμοί με τους οποίους ζητούνται τιμωρητικές αποζημιώσεις είναι επιτρεπτοί σε αγωγές η βάση των οποίων είναι αστικό αδίκημα, αλλά είναι ανεπίτρεπτοι σε αγωγές για παράβαση σύμβασης (βλ. Ετήσια Πρακτική του 1958, σελ. 478). Στο ίδιο σύγγραμμα αναφέρεται ότι οποιοδήποτε δικόγραφο ή οπισθογράφηση σε κλητήριο ένταλμα το οποίο τείνει να επηρεάσει δυσμενώς τον αντίδικο ή να προκαλέσει σε αυτόν αμηχανία ή να καθυστερήσει την δίκαιη εκδίκαση της αγωγής μπορεί με διαταγή του Δικαστηρίου να διαγραφεί ή να τροποποιηθεί. Η εξουσία αυτή του Δικαστηρίου έχει σκοπό να παρεμποδίζει την τάση όπως τα δικόγραφα να αποφεύγουν να εκθέτουν (evasive) ή να αποκρύβουν τα αληθινά αμφισβητούμενα ζητήματα μεταξύ των διαδίκων και να εξασφαλίζει σε σχέση με τα δικόγραφα την διεξαγωγή της δίκης με δίκαιους όρους μεταξύ των διαδίκων προς εξασφάλιση μιας απόφασης η οποία είναι το νόμιμο αντικείμενο της αγωγής. Ενώ οι διάδικοι δεν πρέπει να θεωρούνται με ευκολία ότι επηρεάζονται δυσμενώς ή ότι προκαλείται σε αυτούς αμηχανία από τα δικόγραφα του αντιδίκου τους, εντούτοις, κάθε διάδικος δικαιούται ex debito justitiae και στην βάση της αρχής που διακηρύχθηκε στην υπόθεση Knowles v. Roberts 38 Ch.D. 270 που πιο πάνω αναφέρεται, να απαιτεί όπως η υπόθεση του αντιδίκου του, παρουσιασθεί με τρόπο καταληπτό ώστε να μπορεί να την αντιμετωπίσει. Σύμφωνα με τα πιο πάνω, δικόγραφο προκαλεί αμηχανία όταν είναι ασαφές ή μη καταληπτό ή όταν εκθέτει άσχετο υλικό και με τον τρόπο αυτό εγείρει άσχετα θέματα τα οποία δυνατόν να προκαλέσουν έξοδα και καθυστέρηση και κατ' επέκταση, θα επηρεάσουν δυσμενώς την δίκαιη εκδίκαση της αγωγής. Ένα δικόγραφο θεωρείται ακόμα ότι προκαλεί αμηχανία όταν περιέχει αχρείαστους ή άσχετους ισχυρισμούς. Επίσης, μια απαίτηση ή υπεράσπιση της οποίας ο διάδικος δεν νομιμοποιείται να κάνει χρήση, θεωρείται ότι προκαλεί αμηχανία. Επίσης, όταν ο εναγόμενος δεν διασαφηνίζει ποιο μέρος της έκθεσης απαίτησης παραδέχεται και ποιο αρνείται, το δικόγραφο του θεωρείται ότι προκαλεί αμηχανία. Αμηχανία θεωρείται ότι προκαλείται όταν η υπεράσπιση της αλήθειας σε αγωγή για δυσφήμηση αφήνει τον ενάγοντα σε αμφιβολία για το τι είναι αυτό που ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι είναι αλήθεια και τι όχι. Άρνηση σε μία υπεράσπιση θεωρείται ότι προκαλεί αμηχανία όταν είναι ασαφής ή πολύ γενική. Ένα δικόγραφο πρέπει, επίσης, να εκθέτει την απαίτηση ή την υπεράσπιση επαρκώς και με σαφήνεια διαφορετικά θα θεωρηθεί ότι προκαλεί αμηχανία και ότι επηρεάζει δυσμενώς τον αντίδικο, οπότε και υπόκειται σε διαγραφή. Από την άλλη, το γεγονός και μόνο ότι ένας ισχυρισμός είναι αχρείαστος δεν αποτελεί λόγο για διαγραφή του. Ούτε και ένα δικόγραφο θεωρείται ότι προκαλεί αμηχανία για το λόγο και μόνο ότι περιέχει ισχυρισμούς οι οποίοι είναι αντιφατικοί ή που εκτίθενται με τρόπο εναλλακτικό, νοουμένου ότι δικογραφούνται με σαφήνεια και σε ξεχωριστές παραγράφους. Επίσης, ισχυρισμοί σε ένα δικόγραφο δεν θεωρούνται ότι προκαλούν αμηχανία ή επηρεάζουν δυσμενώς τον αντίδικο επειδή είναι δύσκολο να τύχουν χειρισμού από αυτόν αν είναι ουσιώδεις και κατά τα άλλα δικογραφούνται ορθά. Επίσης, η απλή πολυλογία, δηλαδή η έκθεση ουσιωδών γεγονότων σε αχρείαστο μάκρος ή με αχρείαστες λεπτομέρειες, δεν αποτελεί επαρκή λόγο για διαγραφή. Ούτε και το ότι διάδικος ισχυρίζεται ότι συγκεκριμένος ισχυρισμός στο δικόγραφο του αντιδίκου του είναι αναληθής αποτελεί επαρκή λόγο για διαγραφή. Ένα δικόγραφο δεν θεωρείται ότι προκαλεί αμηχανία απλά και μόνο επειδή είναι πιθανόν οι ισχυρισμοί που εκτίθενται σε αυτό στο τέλος να αποδειχθούν αναληθείς ή επειδή εγείρει νομικά ζητήματα τα οποία δύνανται να αποδειχθούν λανθασμένα. Αν κατά πόσο ένα δικόγραφο προκαλεί αμηχανία ή επηρεάζει δυσμενώς τον αντίδικο επαφίεται στο Δικαστήριο να αποφασίσει υπό το φως των δοσμένων γεγονότων και περιστατικών της υπόθεσης. Η τάση των Δικαστηρίων είναι όπως δίδεται ένα εύλογο όριο (reasonable limit) και τότε μόνο το Δικαστήριο θα διατάξει την διαγραφή άσχετων ή αχρείαστων ισχυρισμών όταν η περίπτωση είναι ξεκάθαρη. Εκτός αν το δικόγραφο τείνει να επηρεάσει σοβαρά τον αντίδικο είναι συχνά σοφότερο όπως αυτό παραμείνει αμετάβλητο ή όπως γίνει αίτηση για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες. Στην υπόθεση Athina Leathergoods Ltd v. Ιωακείμ Χαραλάμπους κ.α.
(2000)1(Β) ΑΑΔ 787 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Σύμφωνα με το Annual Practice 1960, σελ. 478-479 οι λέξεις "τείνουν να επηρεάσουν δυσμενώς, προκαλέσουν αμηχανία ή να καθυστερήσουν τη δίκαιη δίκη της αγωγής" ("tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action"), έχουν ερμηνευθεί φιλελεύθερα από τα δικαστήρια. Αν ο εναγόμενος δεν διασαφηνίζει ποιό μέρος της έκθεσης απαίτησης παραδέχεται και ποιό αρνείται το δικόγραφο του προκαλεί αμηχανία. Απλή, όμως, πολυλογία δεν προκαλεί αφ' εαυτής αμηχανία. Ούτε και διαγράφεται ισχυρισμός ως προκαλών αμηχανία απλώς επειδή ο αντίδικος ισχυρίζεται ότι είναι αναληθής. Το γεγονός και μόνο ότι μια έκθεση απαίτησης περιλαμβάνει πολλές αιτίες αγωγής δεν προκαλεί αμηχανία εάν προβάλλονται ξεχωριστά στο δικόγραφο. Αξίωση για διαζευκτική θεραπεία δεν προκαλεί αμηχανία. Το ίδιο ισχύει και για ασυμβίβαστες υπερασπίσεις». Στην Ετήσια Πρακτική του 1958 αναφέρεται ότι το γεγονός και μόνο ότι το δικόγραφο του αντιδίκου περιέχει αχρείαστα θέματα δεν είναι ικανοποιητικός λόγος για διαγραφή. Δεν θα διαγραφεί δήλωση απλά και μόνο επειδή είναι αχρείαστη εφόσον κατά τα άλλα είναι αβλαβής. ΄Ετσι αν ουσιώδη γεγονότα διατυπώνονται με αχρείαστη μακρηγορία ή με αχρείαστη λεπτομέρεια το δικόγραφο δεν θα διαγραφεί. Αν, όμως, εντελώς επουσιώδη θέματα εκτίθενται με τέτοιο τρόπο ώστε ο αιτητής να πρέπει να απαντήσει σε αυτά και με αυτό τον τρόπο εγείρονται άσχετα θέματα τα οποία προκαλούν έξοδα, ταλαιπωρία και καθυστέρηση, τότε, αυτά θα διαγραφούν γιατί θα επηρεάσουν δυσμενώς την δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης. Επίσης, το γεγονός και μόνο ότι η έκθεση απαίτησης περιέχει διάφορες βάσεις αγωγής δεν θεωρείται ότι προκαλεί αμηχανία αν αυτές δικογραφούνται ξεχωριστά, όπως ούτε και το γεγονός ότι με την έκθεση απαίτησης αξιώνονται εναλλακτικές θεραπείες ή όταν με την Υπεράσπιση προβάλλονται ασυμβίβαστες υπερασπίσεις. Στην υπόθεση Vector Onega A. G. v. Του πλοίου Μ/V Girvas κ.α. (Αρ. 1)
(2000)1(Α) ΑΑΔ 16 λέχθηκε ότι πλατειασμός που δεν οδηγεί σε αοριστία ή σε διφορούμενες θέσεις ή είναι αβλαβής δεν αποτελεί λόγο διαγραφής. Στην υπόθεση Παγκύπρια Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ ν. Σοφοκλή Τ. Σαββίδη
(1997)1(Β) ΑΑΔ 685 λέχθηκε ότι η μαρτυρία με την οποία μπορεί να αποδειχθεί οποιοδήποτε από τα επίδικα θέματα δεν έχει θέση σε δικόγραφα. Αν παρεισφρύσει πρέπει να διαγραφεί (βλέπε επίσης Merchants' and Manufacturers' Insurance Co v. Davies
(1938)1 KB 196). Στην Αγγλική υπόθεση Kemsley v. Foot and Ors.
(1951)2 KB 34 λέχθηκε ότι είναι μόνο σε ξεκάθαρες περιπτώσεις που διατάσσεται διαγραφή. Η ίδια αρχή επαναλήφθηκε και από το δικό μας Εφετείο στην υπόθεση Vassilios Fasili and Others v. M.V. «SUN BOAT» Her Shipowners and/or Charterers and others
(1984)1 CLR 679. Στην ίδια υπόθεση λέχθηκε ότι όταν το δικόγραφο διατυπώνεται με πολύ γενικό τρόπο ώστε να στερεί στον αντίδικο πληροφορίες τις οποίες ο τελευταίος δικαιούται και χωρίς τις οποίες δεν μπορεί να προετοιμασθεί κατάλληλα για την δίκη θα πρέπει να αποταθεί για λεπτομέρειες. Τέλος, σύμφωνα με την Αγγλική Πρακτική του 1958 (Annual Practice) σελίδα 477, παρά το γεγονός ότι ο κανονισμός προνοεί ότι η διαταγή για διαγραφή μπορεί να δοθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, η αίτηση θα πρέπει να γίνεται έγκαιρα και κατά κανόνα πριν το κλείσιμο των δικογράφων διαφορετικά το Δικαστήριο μπορεί κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να αρνηθεί να διατάξει διαγραφή. Τέλος, με την αίτηση πρέπει να προσδιορίζονται τα μέρη από το δικόγραφο των οποίων ζητείται η διαγραφή. Όπως λέχθηκε και στην υπόθεση Vector Onega AG v. Πλοίου M/V Girvas
(2000)1Α ΑΑΔ 16, διαγραφή διατάζεται μόνο σε απλές και φανερές υποθέσεις. Έχω μελετήσει με προσοχή τις εκατέρωθεν προβαλλόμενες θέσεις των διαδίκων και κρίνεται ότι η αίτηση δεν μπορεί να πετύχει. Και αυτό γιατί οι ισχυρισμοί που ο ενάγοντας θέτει στην Απάντηση του δεν περιέχουν οτιδήποτε που να μην συνάδει με το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης, ούτε και με αυτούς εισάγεται νέα βάση αγωγής. Βάση της Απαίτησης του ενάγοντα που προκύπτει ξεκάθαρα από την Έκθεση Απαίτησης, αποτελεί ισχυριζόμενη παράβαση σύμβασης, βάση που παραμένει αναλλοίωτη αφού τα όσα εκτίθενται στην Απάντηση δεν την διαφοροποιούν, αλλά με τους ισχυρισμούς των οποίων ζητείται η διαγραφή, ο ενάγοντας απαντά σε ισχυρισμούς που θέτουν οι εναγόμενοι με την Υπεράσπιση τους, δίδοντας τη δική του θέση και οι οποίοι στην περίπτωση που διαταζόταν η διαγραφή τους, θα παρέμεναν ουσιαστικά αναπάντητοι. Όπως προκύπτει και από τα πιο κάτω, ένας ενάγοντας και σε απάντηση ισχυρισμών του εναγομένου, οφείλει να δικογραφήσει ειδικά κάθε γεγονός στο οποίο πρόκειται να βασισθεί για να απαντήσει στην Υπεράσπιση. Γιατί ναι μεν στην Απάντηση του κάποιος ενάγοντας δεν μπορεί να εισαγάγει νέα βάση αγωγής (βλ. Bullen and Leake, 12 έκδοση, σελ. 107,108), όμως και όπως αναφέρεται και στους Hawlsbury' s Laws of England, 4η έκδοση, τεύχος 36(Ι), σελίδα 48, «..A plaintiff by his reply must plead specifically any matter which he intends to rely in rebuttal of the allegations contained in the defense and which under the rules already mentioned should be specially pleaded...». Στην αγωγή του και συγκεκριμένα στην παράγραφο 2(α) της Έκθεσης Απαίτησης, ο ενάγοντας δικογραφεί ως μια από τις παραβάσεις της σύμβασης ημερομ. 5/12/2003 ότι οι εναγόμενοι ανήγειραν την κατοικία την οποία ο ενάγοντας αγόρασε από τους εναγομένους, με βάση άλλα αρχιτεκτονικά σχέδια από αυτά που είχαν συμφωνηθεί και τα οποία επισυνάφθηκαν και αποτέλεσαν μέρος της συμφωνίας αυτής. Οι εναγόμενοι, αρνούμενοι τους ισχυρισμούς αυτούς του ενάγοντα ισχυρίζονται ότι τα αρχικά αρχιτεκτονικά σχέδια αντικαταστάθηκαν από άλλα, που ετοίμασε μάλιστα ο ίδιος ο ενάγοντας ο οποίος είναι αρχιτέκτονας. Σε απάντηση αυτών των ισχυρισμών των εναγομένων ο ενάγοντας απαντά ότι τα σχέδια που συμφωνήθηκαν για την κατοικία ήταν αυτά που υπογράφηκαν, αλλά όμως στην αρμόδια αρχή υποβλήθηκαν άλλα σχέδια από αυτά που είχαν συμφωνηθεί και η πολεοδομική και/ή άλλη άδεια που οι εναγόμενοι εξασφάλισαν αφορούσε διαφορετική κατοικία και με μικρότερο εμβαδόν από αυτήν που είχε συμφωνηθεί. Στην παράγραφο 3 της Υπεράσπισης, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ο ενάγοντας γνώριζε ότι η άδεια που είχε εξασφαλισθεί, αφορούσε τα αρχικά σχέδια, αυτά που είχαν επισυναφθεί στη συμφωνία ημερομ. 5/12/2003 και προβάλλουν περαιτέρω τη θέση ότι υπήρξε μεταξύ των διαδίκων μεταγενέστερη συμφωνία ότι, μόλις ολοκληρωνόταν η κατοικία με βάση τα σχέδια που υπέδειξε ο ενάγοντας, οι εναγόμενοι θα ετοίμαζαν και θα κατέθεταν αίτηση για έκδοση τροποποιητικής άδειας οικοδομής. Τους ισχυρισμούς αυτούς και πάλι απορρίπτει ο ενάγοντας και αντιπαραθέτει με την Απάντηση του κάποιους νέους ισχυρισμούς, αυτούς που οι εναγόμενοι αιτούνται τη διαγραφή με το υπό στοιχείο (β) της αίτησης και αναφέρεται σε κάποιες αλλαγές που δέχεται ότι συμφωνήθηκαν οι οποίες όμως σύμφωνα με τη θέση που προβάλλει ήταν εσωτερικές και οι οποίες δεν επέφεραν οποιεσδήποτε μεταβολές στους εξωτερικούς τοίχους και στο εμβαδόν της κατοικίας. Τέλος δε, με την αιτούμενη υπό στοιχείο (γ) θεραπεία αιτούνται οι εναγόμενοι διαγραφή των ισχυρισμών του ενάγοντα σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες υπόγραψε το έγγραφο παραλαβής της οικίας από τους τελευταίους και με το οποίο σύμφωνα με τους εναγόμενους (παράγραφος 4 της Υπεράσπισης τους) ο ενάγοντας δήλωσε γραπτώς ότι παραλαμβάνει την οικία «πλήρως ικανοποιημένος». Σε απάντηση του ισχυρισμού αυτού των εναγομένων σε σχέση με το έγγραφο τούτο, ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι το υπόγραψε κατόπιν ψευδών παραστάσεων και/ή εξαπάτησης και/η παραπλάνησης που έτυχε από τους εναγόμενους για τους λόγους που εξηγεί. Με όλους τους πιο πάνω ισχυρισμούς του ενάγοντα και ειδικότερα με τον τελευταίο κρίνεται ότι δεν εισάγεται νέα βάση αγωγής όπως οι εναγόμενοι υποστηρίζουν με την αίτηση τους, αλλά με αυτούς ο ενάγοντας απαντά στους ισχυρισμούς των εναγομένων που έχουν τεθεί με την Υπεράσπιση τους και δίδει τη δική του εκδοχή, πως και γιατί έχει υπογράψει το έγγραφο τούτο. Στην περίπτωση δε που διαταζόταν η διαγραφή των ισχυρισμών αυτών του ενάγοντα, η εκδοχή που προέβαλαν οι εναγόμενοι θα παρέμενε αναπάντητη. Ούτε και τα όσα με την υπό στοιχείο (δ) της αίτησης προβάλλονται κρίνεται ότι θα πρέπει να διαγραφούν. Και αυτό γιατί και με τους ισχυρισμούς αυτούς, ο ενάγοντας απαντά σε ισχυρισμούς των εναγομένων ότι για πρώτη φορά έθεσε θέμα σε σχέση με την συγκεκριμένη οικία, τα σχέδια και τις άδειες της στις 18/11/2012. Ουσιαστικά με αυτούς ο ενάγοντας δίδει περισσότερες λεπτομέρειες σε σχέση με τους ισχυρισμούς του που θέτει στην παράγραφο 9 της Έκθεσης Απαίτησης του, όπου αναφέρει ότι «Ο Ενάγων επανειλημμένα και με συστημένη επιστολή του δικηγόρου του προς τους Εναγομένους, ημερομηνίας 18/11/2012...». Αναφέρεται δηλαδή ο ενάγοντας στη συγκεκριμένη παράγραφο, όχι μόνο σε μία, σε αυτήν με ημερομηνία 18/11/2012, αλλά σε επανειλημμένες οχλήσεις του προς τους εναγόμενους. Θα πρέπει ακόμα να λεχθεί ότι οι ισχυρισμοί που τέθηκαν από τον ενάγοντα με την Απάντηση του δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι είναι μη αναγκαίοι ή σκανδαλώδεις ή που τείνουν να προκαταβάλουν, περιπλέξουν ή καθυστερήσουν την εκδίκαση της αγωγής όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι. Όπως λέχθηκε και στην υπόθεση Nur Celik Sanayi Ve Tiaret AS κ.α.v. Πλοίου Marwa M.
(2003)1Β ΑΑΔ 1159, στην οποία οι ενάγοντες/αιτητές επεδίωξαν τη διαγραφή της απάντησης του εναγόμενου 2 φορτίου στην αναφορά των εναγόντων, ως κακόπιστης και ενοχλητικής (frivolous and vexatious), αίτηση η οποία απορρίφθηκε: «Ο ισχυρισμός των αιτητών ότι η απάντηση είναι κακόπιστη και ενοχλητική δεν εξειδικεύεται και εν πάση περιπτώσει δεν φαίνεται από την όψη του δικογράφου ότι υπάρχει η κατ' ισχυρισμό δικονομική ανωμαλία. Η διαγραφή δικογράφου αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Βλ. In Re Pelmako Development Ltd
(1991)1 ΑΑΔ 246 και Nagle v. Feilden [1966] 1 All E.R. 689». Έτσι και στην παρούσα περίπτωση δεν εμφαίνονται από την όψη των δικογράφων τα όσα οι εναγόμενοι επικαλούνται και για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση θα έχει απορριπτική κατάληξη. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του ενάγοντα/καθ' ου η αίτηση και εναντίον των εναγομένων/αιτητών όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και τα οποία να είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) ................ Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής civil/interim subject: diagraphi cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο