← Κύπρος

Ανδρέα Στυλιανού ν. ΛΑΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αριθμός Αγωγής: 761/2009, 14/6/2013

Ανδρέα Στυλιανού ν. ΛΑΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αριθμός Αγωγής: 761/2009, 14/6/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A168 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αριθμός Αγωγής: 761/2009 Μεταξύ: Ανδρέα Στυλιανού, από τη Λεμεσό Ενάγοντα και ΛΑΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, από τη Λεμεσό Εναγόμενων ---------------------- Αίτηση τροποποίησης ημερομηνίας 4.2.2013 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 14.6.2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντα-αιτητή: κ. Θ. Στυλιανού Για εναγόμενους-καθ' ων η αίτηση: κ. Α. Γλυκής (για ν' ακούσει απόφαση κα Κ. Πετρίδου) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αξίωση του ενάγοντα εναντίον των εναγόμενων είναι για ειδικές αποζημιώσεις για ζημιές και άλλα έξοδα που υπέστη το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής DAQ615, του οποίου είναι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης, όπως ισχυρίζεται στην παράγραφο 1 της έκθεσης απαίτησης, συνεπεία τροχαίου ατυχήματος που έγινε κατά ή περί την 4η 1.2008 στη Λεμεσό, κάτω από συνθήκες που αναφέρονται στις παραγράφους 3, 4 και 5 της έκθεσης απαίτησης, το οποίο αποδίδεται στην αποκλειστική αμέλεια και/ή παράβαση των νομικών καθηκόντων, κάποιου, ονόματι Μηνά Σιδέρη, ο οποίος οδηγούσε το ασφαλισμένο από τους εναγόμενους για ζημιές έναντι τρίτου αυτοκίνητο, με αριθμό εγγραφής ΗΡΚ

  1. Οι εναγόμενοι, με την υπεράσπισή τους, μεταξύ άλλων αρνούνται τους ακόλουθους ισχυρισμούς του ενάγοντα: Ότι είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του επίδικου οχήματος. Περαιτερω, ότι ο ασφαλισμένος τους οδηγούσε το όχημά του στον ουσιώδη χρόνο, με κατεύθυνση, σύμφωνα με τη θέση του ενάγοντα. Ακολούθως, ότι η σύγκρουση μεταξύ των οχημάτων που αναφέρει ο ενάγοντας επήλθε με τον τρόπο που αυτός ισχυρίζεται. Έπειτα, τις ζημιές που ισχυρίζεται ο ενάγοντας ότι υπέστη το όχημά του. Τέλος, ότι το επίδικο ατύχημα οφείλεται στην αποκλειστική αμέλεια και/ή παράβαση των νομικών καθηκόντων του πιο πάνω ασφαλισμένου τους. Με την υπό κρίση αίτηση, ο ενάγοντας ζητά τ' ακόλουθα: «Α.Άδεια τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης της ανωτέρω αγωγής και των συναφών δικογράφων διά της τροποποιήσεως της 1ης παραγράφου της Έκθεσης Απαίτησης ως ακολούθως: (
  2. Ο Ενάγων διαμένει στην οδό Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ' 15, Γ' Φάση Μουτταγιάκα - Λεμεσός και είναι ο υιός του Ευριπίδη Στυλιανού που κατά τον ουσιώδη χρόνο του δυστυχήματος ήταν ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου υπ' αριθμό εγγραφής DAQ
  3. Ο ενάγοντας κατά τον ουσιώδη αυτό χρόνο ήταν θεματοφύλακας του αυτοκινήτου DAQ615, και το είχε στη κατοχή του, με άδεια και συγκατάθεση από τον παρακαταθέτη πατέρα του, να το χρησιμοποιεί και να το διαχειρίζεται ως ήθελε. Ο Ενάγων ως θεματοφύλακας του αυτοκινήτου αυτού πλήρωσε και υπέστη όλα τα έξοδα και ζημίες που προκλήθηκαν, με απόλυτον ευθύνη του ασφαλισμένου στην Εναγόμενη, οδηγό του αυτοκινήτου ΕΡΚ888 Μηνά Σιδέρη κατά τον επίδικο χρόνο και τόπο, για τις ζημιές που αναφέρονται στη παράγραφο 9 της έκθεσης απαίτησης του ως ειδικές ζημίες και τα απαιτεί από την εναγόμενη.) Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου επιτρέπον ή διατάττον την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης του, που κρίνεται αναγκαία. Γ. Διάταγμα όπως τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της αγωγής». Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.25 Θ.1 και Δ.48 Θ.
  4. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εμφαίνονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του ενάγοντα. Η ουσία τους έγκειται σε όσα αναφέρονται από τον ενάγοντα στις παραγράφους 2 και 4, το περιεχόμενο των οποίων παρατίθεται αυτούσιο: «
  5. Στις 25/01/2013 κατόπιν αίτησης της Εναγόμενης το Δικαστήριο διέταξε να γίνει αποκάλυψη εγγράφων και από τις δύο πλευρές. Κατά την αποκάλυψη των εγγράφων από μέρους μου διεπιστώθη ότι, κατά την σύνταξη της Έκθεσης Απαίτησης μου, εκ λάθους έχει εγγραφεί στην 1η παράγραφο της έκθεσης απαίτησης ότι είμαι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου DAQ615, ενώ στην πραγματικότητα ήταν ιδιοκτησία και εγγεγραμμένο στο όνομα του πατέρα μου Ευριπίδη Στυλιανού, ο οποίος ως παρακαταθέτης με την έγκριση και την άδεια του το είχα στην κατοχή μου ως θεματοφύλακας του και με την άδεια και συγκατάθεση του παρακαταθέτη πατέρα μου το χρησιμοποιούσα ως ήθελα. Είμαι θεματοφύλακας και υπεύθυνος για ότι συνέβαινε στο αυτοκίνητο αυτό. Ως θεματοφύλακας του αυτοκινήτου αυτού πλήρωσα και υπέστηκα όλα τα έξοδα και ζημίες που προκλήθηκαν, με απόλυτον ευθύνη του ασφαλισμένου από την Εναγόμενη, οδηγό του αυτοκινήτου ΕΡΚ888 Μηνά Σιδέρη κατά τον επίδικο χρόνο και τόπο του δυστυχήματος, για τις ζημίες που αναφέρονται στην παράγραφο 9 της έκθεσης απαίτησης μου ως ειδικές ζημίες και τα απαιτώ από την εναγόμενη. ...............................
  6. Η τροποποίηση αυτή ουδόλως θα επηρεάσει τα δικαιώματα των Εναγομένων». Οι εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση, η οποία εδράζεται στους εξής λόγους: «Α. Η αίτηση, ημερομηνίας 4/2/2013 είναι νομικά αβάσιμη και αστήρικτη και ως τέτοια, δέον όπως απορριφθεί. Β. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Γ. Όλοι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται από τον Ενάγοντα - Αιτητή, στην Ένορκη Δήλωση που στηρίζει την αίτηση είναι γενικοί, αόριστοι, αδικαιολόγητοι και μη επαρκείς, σε καμιά δε, περίπτωση δεν δικαιολογούν την ανάγκη της αιτούμενης τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης. Δ. Οι ισχυρισμοί που γίνεται προσπάθεια να εισαχθούν στα δικόγραφα, είναι εντελώς νέοι ισχυρισμοί, γνωστοί, ευθύς εξ' αρχής, από τον Ενάγοντα-Αιτητή, οι οποίοι ουσιαστικά επιδιώκουν να αλλάξουν και αλλάζουν την βάση της αγωγής και/ή της απαίτησης, γεγονός ανεπίτρεπτο και αντινομικό. Ε. Τυχόν έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων, θα επιφέρει σοβαρές επιπτώσεις στα δικαιώματα των Καθ' ων η Αίτηση - Εναγομένων και θα δημιουργήσει αδικία και ανεπανόρθωτη βλάβη στα καλώς νοούμενα συμφέροντα τους. ΣΤ. Ο Ενάγοντας - Αιτητής δεν προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, αλλά με κακή πίστη (mala fide), ακολουθώντας παρελκυστική τακτική στην εκδίκαση της υπόθεσης. Ζ. Με τη νέα, αιτούμενη τροποποίηση και την, περαιτέρω, καθυστέρηση στην εκδίκαση της παρούσας αγωγής, παραβλάπτονται ουσιωδώς τα δικαιώματα των Καθ' ων η Αίτηση - Εναγόμενων για μια σύντομη και δίκαιη δίκη, η υπόθεση δε, επιβαρύνεται συνεχώς, αδικαιολόγητα, με έξοδα. Ζ. Η Αίτηση τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης καταχωρήθηκε σε πολύ καθυστερημένο στάδιο, χωρίς να παρέχεται οποιαδήποτε δικαιολογία γι' αυτό, παραβιάζοντας κατάφωρα τους δικονομικούς κανόνες και τα ανθρώπινα δικαιώματα των Καθ' ων η Αίτηση - Εναγόμενων. Η. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι ουσιαστικά αβάσιμη και/ή αναληθής και/ή στερείται λογικής συνοχής και τα γεγονότα που αναφέρει ο ενόρκως δηλών δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και/ή δεν υποστηρίζουν την αναγκαιότητα τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης. Θ. Η Αίτηση τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης, καταχωρήθηκε σε πολύ καθυστερημένο στάδιο, παραβιάζοντας κατάφωρα τους δικονομικούς κανόνες και τα ανθρώπινα δικαιώματα των Εναγομένων. Ι. Η, υπό κρίση, αίτηση τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης καταχωρήθηκε και προωθείται κακόπιστα και/ή καταχρηστικά και/ή για αλλότριους σκοπούς. Κ. Η Αίτηση τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης, αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και των Διαδικαστικών Θεσμών, αφού μεταξύ άλλων, δεν ασκήθηκε, εκ μέρους της πλευράς του Αιτητή - Ενάγοντα, η στοιχειώδης επιμέλεια». Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.25 και Δ.48 Θ.Θ.2 μέχρι 4 και τέλος, στη συμφυή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση εμφαίνονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της Κατερίνας Πετρίδου, δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων των εναγόμενων. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της παραπάνω ένορκης δήλωσης και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Οι αρχές που διέπουν το θέμα τροποποίησης δικογράφων εκτίθενται σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Clive Preece κ.ά. και Νάσως Θεοφίλου Ρωσσίδου, Πολιτική Έφεση Αρ.271/2008, ημερομηνίας 16.12.2011 επισημαίνονται τα εξής: «Οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, Διαταγή 25 καν. 1, παρέχουν δυνατότητα τροποποίησης των δικογράφων. Η επί τούτου απόφαση, ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου η οποία ασκείται στη βάση καθιερωμένων κριτηρίων. Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα

(2002)1(Α) ΑΑΔ 237. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Στην Astor Manufacturing and Exporting Co και Άλλων ν. A.G. Levendis και Άλλων
(1993)1 ΑΑΔ 726 αναφορικά με τον παράγοντα του χρόνου ειπώθηκαν τα εξής, «Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογισθούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης.» Ομοίως και στην Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίροι κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. 79/2009, ημερομηνίας 4.5.2012, από την οποία και το απόσπασμα που ακολουθεί: «Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου σε σχέση με αιτήσεις που έχουν ως νομικό υπόβαθρο τις πρόνοιες του κ. 1 της Δ.25[1], όπως είναι η παρούσα περίπτωση, έχουν γίνει αντικείμενο εξέτασης και λεπτομερούς ανάλυσης σε πληθώρα υποθέσεων[2]. Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι ότι στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.» Και λίγο παρακάτω: «Δεν έχει διαφύγει της προσοχής μας ότι ο λόγος καθυστέρησης από μόνος του δεν συνιστά κατ' ανάγκη αιτία για απόρριψη αίτησης για τροποποίηση, ούτε και ότι το γεγονός της καθυστέρησης δεν εξισούται κατ' ανάγκη με κακοπιστία. Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός και συνιστά έναν από τους πολλούς παράγοντες που το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, συνεκτιμάται δε σαν λογική απόρροια του άρθρου 30.2 του Συντάγματος (Astor Manufacturing (πιο πάνω) και Clive Preece (πιο πάνω))». Παραπέμπω τέλος και στην υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Χρίστου Χαρίδη, Πολιτική Έφεση Αρ. 50/2010, ημερομηνίας 11.5.2011, σύμφωνα με την οποία: «Στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) ν. Νίκου Κ. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44, επιβεβαιώθηκε κατ΄αρχάς η λεγόμενη σύγχρονη τάση της νομολογίας όπως τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις, ακόμη και αν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Σημειώνεται ότι στην υπόθεση εκείνη, η αγωγή είχε καταχωρηθεί κατά το 1986 ενώ το συγκεκριμένο αίτημα τροποποίησης υποβλήθηκε κοντά το 1998, δηλαδή περί τα 12 χρόνια αργότερα και ενώ η ακρόαση είχε προηγουμένως αρχίσει και διεξαχθεί μερικώς δύο φορές αλλά διατάχθηκε η εξ υπαρχής ακρόαση λόγω διορισμού των εκδικαζόντων Προέδρων ως δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου». Έχοντας υπόψη όλες τις παραπάνω αρχές υπεισέρχομαι στην ουσία της αίτησης, υπό το φως και όσων από τους λόγους ένστασης έχουν προωθηθεί από τους εναγόμενους, σύμφωνα με το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης του ευπαίδευτου δικηγόρου τους. Ειδικότερα: Σύμφωνα με τον κ. Γλυκή, δικηγόρο των εναγόμενων, το γεγονός ότι η αίτηση έχει καταχωρηθεί 4 σχεδόν χρόνια μετά την καταχώρηση της αγωγής και μάλιστα, χωρίς να δοθεί καμιά δικαιολογία εκ μέρους του ενάγοντα για τη σημειωθείσα αυτή καθυστέρηση, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι οι ισχυρισμοί που συνθέτουν την αιτούμενη τροποποίηση είναι γεγονότα τα οποία δίδουν το δικαίωμα αγωγής και συνθέτουν τη βάση της, αποτελούν ισχυρό λόγο απόρριψης της αίτησης. Δε συμφωνώ με την παραπάνω θέση, η οποία καταρχήν παραβλέπει την προαναφερθείσα νομολογιακή αρχή, σύμφωνα με την οποία, η καθυστέρηση από μόνη της δε συνιστά κατ' ανάγκη αιτία απόρριψης αίτησης τροποποίησης μα ούτε και εξισούται κατ' ανάγκη με κακοπιστία (βλ. την Παπαχρυσοστόμου, ανωτέρω). Ακολούθως είναι και το γεγονός, ότι, οι εναγόμενοι που επικαλούνται τον παράγοντα καθυστέρηση, ως αυτοτελή λόγο απόρριψης της αίτησης, με το βασικό επιχείρημα ότι εξαιτίας της αίτησης και της περαιτέρω καθυστέρησης στην εκδίκαση της υπόθεσης παραβλάπτονται ουσιωδώς τα δικαιώματά τους για σύντομη και δίκαιη δίκη, και πάλιν παραβλέπουν ότι, τουλάχιστον, μέχρι και τις 25.1.2013 ευθύνονται εξίσου με τον ενάγοντα για την όποια καθυστέρηση σημειώθηκε μέχρι τότε, οπότε δε νομιμοποιούνται να επικαλούνται αυτό τον παράγοντα, ως λόγο απόρριψης της αίτησης. Εξηγώ αμέσως τι θέλω να πω. Στις 26.11.2012 που η υπόθεση ήταν ορισμένη για οδηγίες, για σκοπούς συμβιβασμού, οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν νέα ημερομηνία για οδηγίες, για τον ίδιο λόγο. Δηλαδή, για σκοπούς συμβιβασμού και πάλι. Αποδέχτηκα το σχετικό αίτημα οπότε και όρισα την υπόθεση εκ νέου για οδηγίες, στις 18.12.2012, ημερομηνία κατά την οποία μου ζητήθηκε από κοινού και πάλι να ορίσω την υπόθεση ξανά για οδηγίες, τόσο για σκοπούς συμβιβασμού όσο και για να γίνει ένορκη αποκάλυψη εγγράφων, εκατέρωθεν. Το αίτημα έγινε αποδεχτό οπότε και όρισα την υπόθεση ξανά για οδηγίες, στις 25.1.2013 αυτή τη φορά. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν τη σχετική ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων στις 21.12.2012 και ο ενάγοντας τη δική του, στις 4.1.
  1. Στις 25.1.2013, οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των διαδίκων, αφού με πληροφόρησαν ότι δεν κατέληξαν σε διακανονισμό της υπόθεσης ζήτησαν ημερομηνία ακροάσεώς της οπότε και όρισα την αγωγή για ακρόαση στις 3.6.
  2. Μία περίπου βδομάδα μετά και συγκεκριμένα στις 4.2.2013, ο ενάγοντας καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση. Το ιστορικό της υπόθεσης, ως ανωτέρω, αποκαλύπτει και πόσο αντιφατικοί, συν τοις άλλοις είναι οι εναγόμενοι, επικαλούμενοι τη συμπλήρωση 4 περίπου ετών από την καταχώρηση της αγωγής μέχρι και την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης, ως λόγο απόρριψης της αίτησης. Αν ληφθεί υπόψη ότι οι ίδιοι, μέχρι και τις 21.12.2012 που προέβηκαν σε ένορκη αποκάλυψη εγγράφων, προφανώς δεν ήταν έτοιμοι για ακρόαση, θεωρώ πως δε νομιμοποιούνται να εγείρουν θέμα παραβίασης του συνταγματικού τους δικαιώματος για δίκαιη δίκη εντός ευλόγου χρόνου, επειδή ο ενάγοντας, ενάμισι περίπου μήνα μετά που οι ίδιοι προέβησαν σε ένορκη αποκάλυψη εγγράφων καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση. Τέλος είναι και το γεγονός ότι ούτε και ισχυρίζονται με πειστικό τρόπο ότι εξαιτίας των επιδιωκόμενων τροποποιήσεων θα προκληθεί αδικία σ' αυτούς, η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα. Ο ισχυρισμός τους ότι τα κατ' ισχυρισμό του ενάγοντα γεγονότα που συνθέτουν τις αιτούμενες τροποποιήσεις είναι γεγονότα που δίδουν το δικαίωμα αγωγής είναι ορθός. Ωστόσο, δεν είναι ορθό ότι αυτά συνθέτουν τη βάση της αγωγής και πολύ περισσότερο, ότι αλλάζουν εντελώς την υφιστάμενη βάση της αγωγής. «Βάσις της αγωγής» σύμφωνα με το άρθρο 2 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, «περιλαμβάνει το σύνολο των γεγονότων των θεμελιούντων το αγώγιμο δικαίωμα, περί ου η αγωγή..». Η φύση της απαίτησης του ενάγοντα στο πλαίσιο της παρούσα αγωγής και τα επίδικα θέματα της υπόθεσης έχουν ήδη αναφερθεί. Ο ισχυρισμός του ενάγοντα της παραγράφου 1 της ισχύουσας έκθεσης απαίτησής, προφανώς δεν αποτελεί και το σύνολο των γεγονότων που θεμελιώνουν το αγώγιμο δικαίωμά του, παρά μόνο, ένα από αυτά μα ούτε και το μοναδικό επίδικο θέμα της υπόθεσης. Η παράγραφος 1 της έκθεσης απαίτησης που είναι και η μόνη την οποία ο ενάγοντας θέλει να τροποποιήσει περικλείει απλώς τον ισχυρισμό του ότι είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του οχήματος που οδηγούσε στον ουσιώδη χρόνο. Η μόνη ουσιαστική αλλαγή που θέλει να επιφέρει στα δικόγραφά του με την αιτούμενη τροποποίηση είναι να αντικαταστήσει τον παραπάνω ισχυρισμό, με τον ισχυρισμό ότι κατά τον ίδιο χρόνο ήταν θεματοφύλακας του συγκεκριμένου οχήματος, το οποίο κατείχε κατόπιν άδειας και συγκατάθεσης του πατέρα του να το χρησιμοποιεί και διαχειρίζεται όπως ήθελε και περαιτέρω, ότι υπό αυτή του την ιδιότητα, πλήρωσε και υπέστη όλα τα έξοδα και ζημιές που προκλήθηκαν στο συγκεκριμένο όχημα, συνεπεία του επίδικου ατυχήματος. Παρά την αυτονόητη σημασία και σπουδαιότητα της επιδιωκόμενης τροποποίησης, το θέμα που περικλείει δεν είναι και το μόνο επίδικο ή το πλέον σημαντικό επίδικο θέμα στην παρούσα αγωγή. Για να επαναλάβω επίδικα θέματα είναι και τ' ακόλουθα: Οι συνθήκες πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος. Το θέμα της ευθύνης γι αυτό και τέλος, κατά πόσο συνεπεία αυτού, ο ενάγοντας υπέστη ή όχι τις ζημιές που ισχυρίζεται ότι υπέστη. Θα έλεγα ότι τα παραπάνω είναι που βασικά συνθέτουν τη βάση της αγωγής του ενάγοντα και μ' αυτό, ασφαλώς δεν ισχυρίζομαι ότι και η νομιμοποίησή του ή όχι να εγείρει την παρούσα αγωγή είναι κάτι χωρίς σημασία. Εν πάση περιπτώσει, για να επανέλθω στο ισχυρισμό των εναγόμενων ότι με τις επιδιωκόμενες τροποποιήσεις αλλάζει εντελώς η βάση της αγωγής και προκειμένου να καταδείξω το εξ αντικειμένου αβάσιμο του εν λόγω ισχυρισμού, περιορίζομαι να πω τούτο· ο ενάγοντας, ακόμη κι αν αποδείξει τους ισχυρισμούς του της προτεινόμενης - νέας παραγράφου 1 της έκθεσης απαίτησης, για να πετύχει στην αγωγή του, θα πρέπει να αποδεχτώ την εκδοχή του και για όλα τα υπόλοιπα επίδικα θέματα της υπόθεσης, ως ανωτέρω. Προφανώς, απλή απόδειξη εκ μέρους του ότι στον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής DAQ 615, δε θεμελιώνει άνευ άλλου το αγώγιμο δικαίωμά του εναντίον των εναγόμενων. Και κάτι ακόμη που αποδεικνύει και μια σοβαρή αντίφαση στα όσα οι εναγόμενοι εισηγούνται προκειμένου να με πείσουν να απορρίψω την αίτηση. Ενώ ζητούν την απόρριψή της, επειδή με τις επιδιωκόμενες τροποποιήσεις εισάγεται μια εντελώς νέα βάση αγωγής, όπως είναι η θέση τους, την ίδια ώρα με καλούν να κάνω το ίδιο, επειδή, « Σε τελική ανάλυση, οι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις δεν έχουν αποδειχθεί απαραίτητες και ουσιώδεις για την σωστή και αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.». Το μέγεθος της αντίφασης είναι ολοφάνερο. Ο ισχυρισμός των εναγόμενων, ότι ο ενάγοντας δεν προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, αλλά με κακή πίστη είναι εντελώς αστήρικτος και αβάσιμος. Το ίδιο ισχύει και για τον ισχυρισμό τους ότι η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και των διαδικαστικών θεσμών. Απ' εκεί και πέρα, δεδομένης της φύσης και του περιεχομένου των αιτούμενων τροποποιήσεων είναι γεγονός, ότι, ο ενάγοντας δεν κατάφερε να δικαιολογήσει με απόλυτη πειστικότητα τη σημειωθείσα καθυστέρηση, συναφώς με το χρόνο που επέλεξε να καταχωρήσει την αίτηση. Τίθεται το ερώτημα κατά πόσο η αποτυχία του αυτή οδηγεί αφ' εαυτής σε απόρριψη της αίτησης. Η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα δεν είναι μονοσήμαντη. Νοουμένου ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις κριθούν αναγκαίες και απαραίτητες για σκοπούς αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης, παρά την σχετική καθυστέρηση τεσσάρων περίπου ετών, οι τροποποιήσεις θα πρέπει να επιτραπούν, εκτός εάν εξαιτίας τους θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα ή ο αιτητής ενεργεί κακόπιστα. Αυτό ορίζει η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην οποία γίνεται εκτενής αναφορά πιο πάνω. Στην υπόθεση Clive Preece, ανωτέρω, παραμερίστηκε η πρωτόδικη απόφαση και διατάχθηκε η επανεκδίκαση της υπόθεσης, με μόνο λόγο ότι δεν επιτράπηκε αίτηση τροποποίησης των εφεσειόντων. Το εφετείο παρατήρησε και τα εξής, μεταξύ άλλων: «Οι εφεσείοντες μπορεί να μην κατάφεραν να δικαιολογήσουν με απόλυτη πειστικότητα την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην προώθηση του δικονομικού διαβήματος. Ωστόσο, η μερική αυτή αδυναμία δεν έπρεπε να οδηγήσει στην απόρριψη της αίτησης εφόσον το πλέον ουσιώδες υπό τις περιστάσεις κριτήριο ήταν η στάθμιση των παραγόντων που θα αποτελούσαν το εχέγγυο για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Το αίτημα υποβλήθηκε στο αρχικό στάδιο της ακρόασης και προτού συμπληρωθεί η κύρια εξέταση του εφεσείοντα. Η έγκριση του αιτήματος δεν θα διαφοροποιούσε ούτε τη βάση της αγωγής ούτε και θα προκαλούσε δυσμενείς επιπτώσεις στα δικαιώματα και συμφέροντα της εφεσίβλητης η οποία, καθώς η ίδια ομολόγησε, υπήρξε μέρος της κατ΄ ισχυρισμό παράνομης συμφωνίας η οποία προδήλως είχε ως στόχο την καταδολίευση του δημοσίου. Αντιθέτως η έγκριση της αίτησης θα εξυπηρετούσε το συμφέρον της δικαιοσύνης». Με τη σειρά μου παρατηρώ τα εξής: Ως εκ της φύσεώς τους, οι αιτούμενες τροποποιήσεις προφανώς και είναι αναγκαίες και απαραίτητες για σκοπούς ορθής και αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης, αφού, σε περίπτωση που δεν επιτραπούν, ο ενάγοντας θα στερηθεί του δικαιώματος να θέσει το αναγκαίο υπόβαθρο, για σκοπούς στοιχειοθέτησης του έννομου συμφέροντός του να καταχωρήσει ο ίδιος την παρούσα αγωγή. Απ' εκεί και πέρα, καθώς ήδη έχει κριθεί δεν ενεργεί κακόπιστα με το υπό κρίση διάβημά του, ενώ, όπως θα διαφανεί αμέσως, ουδεμία βλάβη θα υποστούν οι εναγόμενοι σε περίπτωση αποδοχής της αίτησης. Στο βαθμό που σ' αυτά τα πλαίσια ισχυρίζονται ότι εξαιτίας της αιτούμενης τροποποίησης, η υπόθεση επιβαρύνεται συνεχώς αδικαιολόγητα με τόκους και έξοδα, απαντώ ως εξής: Σε περίπτωση αποδοχής της αίτησης, τα έξοδά της καθώς και αυτά που θα σπαταληθούν συνεπεία της τροποποίησης, θα επιδικαστούν σε βάρος του ενάγοντα, επομένως, δεν τίθεται καθόλου θέμα ζημιάς για τους εναγόμενους. Ούτε και μου διαφεύγει τέλος, ότι η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει ακόμη αρχίσει. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης, ως η αίτηση. Το τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από σήμερα. Η υπεράσπιση των εναγόμενων να καταχωρηθεί εντός περαιτέρω 7 ημερών. Τυχόν απάντηση στην υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός περαιτέρω 5 ημερών. Τα έξοδα της αίτησης καθώς και αυτά που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εναγόμενων· στο σύνολό τους, θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) . ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ-TA Subject: Civil/Other Actions /Interim Αναφορά: Πολιτική - Αίτηση για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.