Viliana Petrova ν. Στίβεν Νικόλας Χριστοδούλου κ.α., Αρ. Αγωγής: 746/13, 28/6/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A186 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 746/13 Μεταξύ: Viliana Petrova, από τη Βουλγαρία Ενάγουσα και
- Στίβεν Νικόλας Χριστοδούλου, από τη Λεμεσό
- Γιάννης Βασιλειάδης, από τη Λευκωσία Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 11.06.13 για έκδοση διατάγματος αντεξέτασης ενόρκως δηλούντα Ημερομηνία: 28.06.13 Εμφανίσεις: Για Εναγομένους 1 και 2-Αιτητές 1 και 2: κος Λ. Κολατσής (εμφάνιση υπό διαμαρτυρία) Για Ενάγουσα-Καθ' ης η αίτηση: κος Α. Χαραλάμπους ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση οι Εναγόμενοι 1 και 2-Αιτητές 1 και 2 αιτούνται την έκδοση διατάγματος το οποίο να διατάζει την Ενάγουσα-Καθ' ης η αίτηση να αντεξεταστεί επί ολόκληρου του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης της ημερομηνίας 18.02.13 και/ή διαζευκτικά και/ή επικουρικά να αντεξεταστεί αναφορικά με το περιεχόμενο των παραγράφων 4 και 7 μέχρι 41 αμφοτέρων συμπεριλαμβανομένων της εν λόγω ένορκης δήλωσης, η οποία ένορκη δήλωση συνοδεύει σχετική αίτηση της Καθ' ης η αίτησης ιδίας ημερομηνίας (στο εξής η 'κυρίως αίτηση') στη βάση της οποίας στις 19.02.13 εκδόθηκαν μονομερώς δύο ενδιάμεσα απαγορευτικά διατάγματα καθώς και ένα διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal. Στις 15.04.13 οι Καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης η οποία υποστηρίζεται από δύο ένορκες δηλώσεις εκ των οποίων η μία πολυσέλιδη. Ακολούθως στις 10.05.13 η Καθ' ης η αίτηση ζήτησε την άδεια του Δικαστηρίου για να καταχωρίσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της κυρίως αίτησης της, κάτι όμως που στις 27.05.13, μετά από ακρόαση σχετικής ενδιάμεσης αίτησης, απορρίφθηκε από το Δικαστήριο. Στη συνέχεια η Καθ' ης η αίτηση μέσω άλλης και ξεχωριστής ενδιάμεσης αίτησης της ημερομηνίας 29.05.13 ζήτησε την αντεξέταση της κυρίας Λούντας Ζερβού επί του περιεχομένου της δικής της ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 15.04.13 που συνοδεύει την ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης των Αιτητών ιδίας ημερομηνίας και το Δικαστήριο, μετά από εξέταση της και χωρίς οι Αιτητές να έχουν οποιαδήποτε ένσταση, στις 13.06.13 έκδωσε σχετικό διάταγμα περιορίζοντας όμως το πεδίο αντεξέτασης στην πηγή της γνώσης της πιο πάνω ενόρκως δηλούσας. Η υπό κρίση δια κλήσεως αίτηση εδράζεται στη Διάταξη 39 Κανονισμοί 1 μέχρι 21, στη Διάταξη 38 Κανονισμό 1 και στη Διάταξη 48 Κανονισμοί 1, 2, 3, 4, 8 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στις νομικές αρχές 'της ισότητας των όπλων', 'της αναλογικότητας' και 'της διεξαγωγής δίκαιης δίκης', στο άρθρο 30 του Συντάγματος καθώς επίσης επί των γενικών αρχών του Νόμου, της νομολογίας, των κανόνων επιείκειας και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα δε γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με τους Αιτητές δικαιολογούν την επιτυχία της φαίνονται από το δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης καθώς επίσης περιέχονται σε ένορκο δήλωση ημερομηνίας 11.06.13 της κυρίας Φοίβης Ηρακλέους, δικηγόρου και συνεργάτιδας του δικηγορικού γραφείου Λάμπρος Κολατσής & Συνεργάτες που χειρίζεται την υπόθεση αυτή εκ μέρους των Αιτητών και συνοψίζονται ως εξής: - Εξ' όσον η ενόρκως δηλούσα έχει πληροφορηθεί από τους δικηγόρους των Αιτητών η αντεξέταση της Καθ' ης η αίτηση στην ένορκο δήλωση της ημερομηνίας 18.02.13 είναι υπό τις περιστάσεις δικονομικά επιτρεπτή και αναγκαία επειδή: (α) είναι με αυτόν τον τρόπο πλέον που διεξάγονται οι ακροάσεις ενδιάμεσων αιτήσεων με βάση τους τροποποιημένους Διαδικαστικούς Κανονισμούς Περί Πολιτικής Δικονομίας συμπεριλαμβανομένης και της Διάταξης 39 και της Διάταξης 48 Κανονισμό 2, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την Κ.Δ.Π. 5/99 ημερομηνίας 23.12.99, (β) θα πρέπει να εφαρμοστούν οι νομικές αρχές της ισότητας των όπλων, της αναλογικότητας και της διεξαγωγής δίκαιης δίκης αφού η Καθ' ης η αίτηση ζήτησε και έλαβε όμοια θεραπεία και διάταγμα και συνεπώς εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα η Αιτήτρια θα αποκομίσει, μεταξύ άλλων, δικονομικό πλεονέκτημα και θα προκληθεί αδικία στην πλευρά των Καθ' ων η αίτηση, (γ) είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να έχει καλύτερη εικόνα επί των σχετικών επίδικων θεμάτων που αφορούν την ακρόαση της κυρίας αίτησης, (δ) για όλους τους λόγους που φαίνονται από το φάκελο της υπόθεσης υπό τον άνω αριθμό και τίτλο. - Με βάση το σύνολο των γεγονότων και περιστάσεων της παρούσας υπόθεσης και για όλους τους πιο πάνω λόγους είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Στις 18.06.13 η Καθ' ης η αίτηση καταχώρησε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης επί των ακόλουθων λόγων:
- Η αίτηση είναι κατά νόμο και κατ' ουσία αβάσιμη, είναι εκδικητική και/ή καταχρηστική.
- Η αίτηση είναι άνευ αντικειμένου και/ή αχρείαστη δεδομένου ότι υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου επαρκής μαρτυρία με βάση την οποία το Δικαστήριο μπορεί να την αξιολογήσει και να εκδώσει τα τελικά διατάγματα της κυρίως αίτησης.
- Η αίτηση καταχωρείται με σκοπό την πρόκληση καθυστέρησης.
- Υπήρξε υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης η οποία δεν δικαιολογήθηκε.
- Ενόψει των πιο πάνω λόγων δεν δικαιολογείται στην παρούσα περίπτωση η εξάσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης του αιτήματος.
- Η αίτηση δεν αποκαλύπτει βάσιμους λόγους για τους οποίους η υπόθεση εντάσσεται στην κατηγορία των εξαιρετικών περιπτώσεων έτσι ώστε να δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στηρίζεται στη Διάταξη 39 Κανονισμοί 1 μέχρι 21, στη Διάταξη 38 Κανονισμό 1 και στη Διάταξη 48 Κανονισμοί 1 μέχρι 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στις νομικές αρχές της ισότητας των όπλων, της αναλογικότητας και της διεξαγωγής δίκαιης δίκης, στο άρθρο 30 του Συντάγματος , στις γενικές αρχές του Νόμου, της νομολογίας, των κανόνων επιείκειας και στις εγγενείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης συνοδεύεται από την ένορκο δήλωση ημερομηνίας 18.06.13 του κυρίου Θωμά Χριστοδούλου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Καθ' ης αίτηση στην παρούσα υπόθεση, της οποίας ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης τα γεγονότα περιληπτικά είναι τα πιο κάτω: · Τα αιτούμενα διατάγματα είναι γενικά και αόριστα και ουσιαστικά επιζητείται η αντεξέταση της Καθ' ης η αίτηση χωρίς περιορισμό σε θέματα τα οποία έχουν πλήρως απαντηθεί από τους Αιτητές μέσα από την ένσταση τους στην κυρίως αίτηση δίχως έτσι να υπάρχει λόγος για κάτι τέτοιο. · Η Καθ' ης η αίτηση δεν αποκομίζει δικονομικό πλεονέκτημα εφόσον οι Αιτητές μέσω της ένστασης τους διατήρησαν τον τελευταίο λόγο και επειδή εξ' όσον ο ενόρκως δηλών πιστεύει αλλά και έχει πληροφορηθεί από το συνάδελφο του κύριο Ανδρέα Χαραλάμπους η αντεξέταση της ενόρκως δηλούσας, κυρίας Λούντας Ζερβού, στην ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης των Αιτητών περιορίζεται στην πηγή των πληροφοριών της για τα γεγονότα που αναφέρει στην ένορκο δήλωση της ημερομηνίας 15.04.
- · Καμία από τις αρχές που επικαλείται η ενόρκως δηλούσα των Αιτητών στην ένορκο δήλωση της που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση δεν θα παραβιαστεί και ούτε θα προκληθεί αδικία στους Αιτητές. · Εξ' όσον ο ενόρκως δηλών πιστεύει αλλά και έχει πληροφορηθεί από το συνάδελφο του κύριο Ανδρέα Χαραλάμπους οι Αιτητές δεν έχουν θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοιους λόγους που να δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. · Εξ' όσον ο ενόρκως δηλών πιστεύει αλλά και έχει πληροφορηθεί από το συνάδελφο του κύριο Ανδρέα Χαραλάμπους δεν είναι ούτε ορθό αλλά ούτε και δίκαιο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. · Οι Αιτητές δεν έχουν απεριόριστο δικαίωμα αντεξέτασης, όπως είναι η θέση τους, αλλά αυτό εξαρτάται από τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου νοουμένου ότι υπάρχουν τέτοιοι λόγοι που να δικαιολογούν τέτοιο αίτημα, υπό το φως των συγκεκριμένων γεγονότων. · Το Δικαστήριο έχει αρκετή μαρτυρία ενώπιον του ειδικά μέσω των πολυσέλιδων ενστάσεων των Αιτητών και επισυνημμένων σ' αυτές τεκμηρίων με αποτέλεσμα να μην είναι αναγκαίο η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. · Από το φάκελο της υπόθεσης δεν προκύπτουν λόγοι που να αιτιολογούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. · Μέσα από την επαναδιατύπωση των λόγων ένστασης η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Κατά την ακρόαση της υπό κρίσης αίτησης, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι, στα πλαίσια υποστήριξης των εκατέρωθεν θέσεων και ισχυρισμών τους, υιοθέτησαν το περιεχόμενο των γραπτών αγορεύσεων που υπέβαλαν στο Δικαστήριο για διευκόλυνση του. Με την θέσπιση του Περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) (Αρ. 3) Διαδικαστικού Κανονισμού του 1999 επανακαθορίστηκε ο τρόπος διεξαγωγής ακρόασης μιας ενδιάμεσης αίτησης, όπως η υπό κρίση. Η Διάταξη 48 Κανονισμός 4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όπως πλέον έχει διαμορφωθεί από τον πιο πάνω τροποποιητικό διαδικαστικό κανονισμό, αναφέρει ότι η ακρόαση μιας ενδιάμεσης αίτησης διεξάγεται με βάση τα γεγονότα που περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις με δυνατότητα αντεξέτασης. Την επιθυμία διαδίκου να αντεξετάσει ενόρκως δηλούντα στη βάση της ενόρκου δηλώσεως του στα πλαίσια εκδίκασης ενδιάμεσης αίτησης πραγματεύεται η Διάταξη 39 Κανονισμός 1, η οποία σημειώνει κατά λέξη τα εξής: "Upon an application evidence may be given by affidavit; but the Court or a Judge may, on the request of either party, order the attendance of the deponent for cross-examination." Στο αγγλικό νομικό σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 21, παράγραφος 878, σελίδες 418-419, κάτω από τον τίτλο «Discretionary power of Court as to evidence» αναφέρονται τα εξής σε σχέση με την έκδοση διατάγματος αντεξέτασης ενόρκως δηλούντα: "The Court has discretionary power of acting upon such evidence as may be before it at the time, and will not allow a motion to stand over in order to enable a party to examine a witness viva voce, if it considers that the application is made in order to create delay or that there is sufficient evidence before it to enable it to deal with the motion." Επίσης, στην Ετήσια Πρακτική του 1961 (The Annual Practice 1961) σελίδα 921, όπου η αγγλική διάταξη 38 κανονισμός 1 (order 38, rule 1) που συναντάται είναι παρόμοια με τη δική μας Διάταξη 39 Κανονισμό 1, επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να εκδώσει διάταγμα αντεξέτασης ενός προσώπου που προέβηκε σε ένορκο δήλωση αλλά αυτό είναι θέμα που εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του. Μέσα από τη νομική ανάλυση που δίδει, το εν λόγω αγγλικό νομικό σύγγραμμα παρέχει συγκεκριμένες περιπτώσεις όπου ένα τέτοιο διάταγμα δεν θα εκδιδόταν. Υπάρχει όμως και νομολογία επί του θέματος αυτού. Ειδικότερα, στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση των Λευτέρη Μήλου και Πανίκου Χατζηλοΐζου
(2008)1Α Α.Α.Δ. 280, όπου εξετάστηκε θέμα απόρριψης αιτήματος για αντεξέταση με βάση τη Διάταξη 39 Κανονισμό 1 υποδείχτηκε ότι ο εν λόγω κανονισμός της συγκεκριμένης διάταξης παρέχει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να εγκρίνει ή να απορρίψει σχετική αίτηση ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της, παρά την δηλωμένη σύμφωνο γνώμη του ιδίου του καθ' ου η αίτηση. Επί του προκειμένου παραθέτω αυτούσια το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση: "Δεν έχει αμφισβητηθεί, και ορθά, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην εκδώσει το διάταγμα για αντεξέταση παρά τη σύμφωνη προς τούτο γνώμη και του ιδίου του καθ' ου η στην αίτηση, με δεδομένο ότι η αίτηση στηριζόταν στη Δ.39, Θ.1 η οποία και παρέχει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να εγκρίνει ή να απορρίψει την αίτηση ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της." Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η έκδοση ενός διατάγματος αντεξέτασης ενόρκως δηλούντα στα πλαίσια εκδίκασης ενδιάμεσης αίτησης, στην κατηγορία της οποίας κατατάσσεται και η υπό εξέταση περίπτωση, εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να εκδώσει ένα τέτοιο διάταγμα επειδή απλά είναι δικονομικά επιτρεπτό ή δυνατό ή επιθυμητό για ένα διάδικο παρά μόνο όταν κρίνει ότι υπό τις περιστάσεις είναι κατάλληλο και αναγκαίο εξυπηρετώντας έτσι το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Συνάγεται ακόμη από τα προαναφερόμενα ότι ένα τέτοιο διάταγμα δεν εκδίδεται όταν ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει επαρκής μαρτυρία που θα του επιτρέψει να ασχοληθεί με την αίτηση που θα εξετάσει. Είναι προφανές ότι με την εν λόγω τροποποίηση ο νομοθέτης αποσκοπούσε στην αποφυγή της προφορικής εκδίκασης της υπόθεσης επί της ουσίας και παράλληλα να διευκολύνει αλλά και να επιταχύνει τη διεξαγωγή ενδιάμεσων δικαστικών διαδικασιών με το μη εγκλωβισμό τους σε ατέρμονες καταστάσεις μέσω της προσκόμισης προφορικής μαρτυρίας επί όλων των επιδίκων θεμάτων της αίτησης, η οποία μαρτυρία μπορεί να εξασφαλιστεί γραπτώς δια του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως, εξοικονομώντας έτσι πολύτιμο δικαστικό χρόνο. Καθοδηγούμενος από το πιο πάνω νομικό πλαίσιο θα εξετάσω μαζί τον δεύτερο, πέμπτο και έκτο λόγο ένστασης επειδή το αντικείμενο που πραγματεύονται είναι κοινό και άπτεται της ουσίας της παρούσας αίτησης. Στην παρούσα περίπτωση η κυρίως αίτηση, με την οποία σχετίζεται άμεσα η υπό κρίση περίπτωση αφού το διάταγμα αντεξέτασης που ζητείται είναι στα πλαίσια εκδίκασης της κυρίως αίτησης, αφορά κατά πόσο τα ενδιάμεσα απαγορευτικά διατάγματα που εκδόθηκαν μονομερώς στις 19.02.13 θα παραμείνουν ή όχι σε ισχύ μέχρι την πλήρη εκδίκαση της ουσίας της αγωγής. Η νομολογία υποδεικνύει ότι αυτό πραγματοποιείται με βάση μαρτυρικό υλικό που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου που κατ' εξοχήν είναι αυτό που αναφέρονται στις ένορκες δηλώσεις και όπως φαίνεται από την καταχωρημένη δικογραφία. Στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο δεν θα δικάσει την ουσία της υπόθεσης και ούτε επιτρέπεται να προβεί σε ευρήματα αξιοπιστίας της μίας ή της άλλης εκδοχής (βλέπε Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Η δύναμη της υπόθεσης της Ενάγουσας-Αιτήτριας στην κυρίως αίτηση και Καθ' ης η αίτηση στην υπό κρίση περίπτωση και η πιθανότητα επιτυχίας της εκδοχής της, θα αποφασιστούν από τις πολυσέλιδες ένορκες δηλώσεις τόσο της ιδίας όσο και των Εναγομένων 1 και 2-Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 στην κυρίως αίτηση και Αιτητών 1 και 2 στην υπό κρίση περίπτωση που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια εκδίκασης της κυρίως αίτησης (βλέπε Louis Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ κ.ά.
(1992)1Β Α.Α.Δ. 1453). Ένας από τους λόγους που οι Αιτητές προβάλουν στην υπό κρίση για να δικαιολογήσουν την αναγκαιότητα έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος είναι το γεγονός ότι η ακρόαση μιας ενδιάμεσης αίτησης διεξάγεται και με την παροχή προφορικής μαρτυρίας κατόπιν έκδοσης σχετικού διατάγματος αντεξέτασης. Έχει ήδη εξηγηθεί ότι το διάταγμα αντεξέτασης, παρόλο ότι είναι δικονομικά επιτρεπτό, εντούτοις εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και εκδίδεται μόνο εφόσον κρίνεται απαραίτητο μέσα από περιστάσεις που συνηγορούν σε κάτι τέτοιο. Τέτοια αναγκαιότητα προκύπτει στην περίπτωση όπου ένας διάδικος χρειάζεται απαραίτητα διευκρίνιση σε μία ασαφή θέση ή σ' ένα κατ' ισχυρισμό ασαφές γεγονός και εγείρεται μέσα από το περιεχόμενο ένορκης δήλωσης του αντιδίκου και αποτελεί επίδικο θέμα της ενδιάμεσης αίτησης. Ένα διάταγμα αντεξέτασης όμως δεν εκδίδεται για να συμπληρώσει προφορικά μαρτυρία που θα μπορούσε να είχε τεθεί γραπτώς ενώπιον του Δικαστηρίου δια της οδού των ενόρκων δηλώσεων. Εάν αυτή η θέση ευσταθούσε τότε κάθε φορά που θα υπήρχε ακρόαση ενδιάμεσης αίτησης θα έπρεπε να εκδίδονται για όλους τους διαδίκους διατάγματα αντεξέτασης επί όλων των ενόρκων δηλούντων, πράγμα βέβαια που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ούτε ένα διάταγμα αντεξέτασης εκδίδεται για να προσκομίσει εκ νέου μαρτυρία που ήδη τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου αφού κάτι τέτοιο θα εξουδετέρωνε το σκοπό της τροποποίησης του διαδικαστικού κανονισμού και ταυτόχρονα θα ήταν αντίθετο με το πνεύμα του νομοθέτη. Κατά αναλογική προέκταση, το κατά πόσο πληρούνται ή όχι σωρευτικά οι προϋποθέσεις ενός ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος καθώς και αν συνυπάρχει οποιοσδήποτε άλλος σχετικός παράγοντας είναι κάτι που θα διαφανεί μέσα από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων των διαδίκων. Αν ίσχυε το αντίθετο, τότε κάθε φορά που υπήρχε αίτηση προσωρινού διατάγματος θα ήταν αναγκαία η έκδοση διατάγματος αντεξέτασης, πράγμα επίσης αντίθετο με το σκοπό του νομοθέτη στο τροποποιημένο διαδικαστικό κανονισμό. Παρά τα πιο πάνω, η έκδοση διατάγματος αντεξέτασης είναι υπό περιστάσεις δυνατή και δεν αποκλείεται εκ προοιμίου. Όπως όμως έχω ήδη πει, εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Συνεπώς, η δυνατότητα ενός διαδίκου να αποταθεί στο Δικαστήριο και να αιτηθεί την έκδοση διατάγματος αντεξέτασης δεν αφαιρεί ποσώς το στοιχείο της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στο να εγκρίνει ή να απορρίψει τέτοια σχετική αίτηση λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις και δεδομένα που την περιβάλουν, ανεξαρτήτως της στάσης που ο καθ' ου η αίτηση εκδηλώσει σε σχέση με το θέμα αυτό (βλέπε Αναφορικά με την αίτηση των Λευτέρη Μήλου και Πανίκου Χατζηλοΐζου
(2008)1Α Α.Α.Δ. 280). Το ότι δικονομικά προβλέπεται η έκδοση διατάγματος αντεξέτασης στα πλαίσια ακρόασης της κυρίως αίτησης δεν καθιστά αυτόματα την έκδοση του αναγκαία και ούτε υποχρεώνει αυτόματα το Δικαστήριο στο να εγκρίνει σχετικό αίτημα τη στιγμή που απουσιάζουν οι περιστάσεις εκείνες που θα συνηγορούσαν σε κάτι τέτοιο, σε αντίθεση με αυτό που οι Αιτητές λανθασμένα αφήνουν να εννοηθούν, με αποτέλεσμα η θέση τους αυτή να μην ευσταθεί. Ένα άλλο επιχείρημα που οι Αιτητές προτάσσουν για να δείξουν την αναγκαιότητα έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος είναι το ότι σε διαφορετική περίπτωση η Καθ' ης η αίτηση θα αποκομίσει δικονομικό πλεονέκτημα και θα προκληθεί αδικία στην πλευρά των Αιτητών αφού η Καθ' ης η αίτηση έλαβε όμοια θεραπεία. Το Δικαστήριο δεν συμμερίζεται τη θέση αυτή των Αιτητών. Η Καθ' ης η αίτηση είχε αρχικά ζητήσει με αίτηση της να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκο δήλωση στην οποία θα ασχολείτο με σωρεία θεμάτων που εγέρθηκαν σε πληθώρα παραγράφων της πολυσέλιδης ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης των Αιτητών και που κατά την άποψη της έχρηζαν απάντησης και/ή σχολιασμού και/ή αντίκρουσης, η οποία όμως αίτηση απορρίφτηκε για τους λόγους που εκτίθενται στην ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 27.05.
- Ακολούθως, η Καθ' ης η αίτηση αιτήθηκε την έκδοση διατάγματος αντεξέτασης της ενόρκως δηλούντα σε σχέση με την πολυσέλιδη ένορκη δήλωση της που μαζί με άλλες υποστηρίζουν την ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης των Αιτητών. Παρόλο που η αίτηση της Καθ' ης η αίτηση, η οποία κάλυπτε συγκεκριμένα θέματα, δεν προσέκρουσε στην ένσταση των Αιτητών, εντούτοις μετά από διευκρινίσεις του Δικαστηρίου το πεδίο αντεξέτασης περιορίστηκε σε ένα και μόνο θέμα, ήτοι στο πως και από ποιους η ενόρκως δηλούσα έλαβε γνώση για τα κατ' ισχυρισμό γεγονότα που αναφέρει στο περιεχόμενο της. Επομένως, υπήρξε περιορισμός του γραπτού αιτήματος στην πηγή των γνώσεων της ενόρκους δηλούσας. Πάνω σ' αυτή τη βάση το Δικαστήριο έκδωσε διάταγμα αντεξέτασης. Στην προκειμένη όμως περίπτωση οι Αιτητές ζητούν αντεξέταση της Καθ' ης η αίτηση επί ολόκληρου του περιεχομένου της πολυσέλιδης ενόρκου δηλώσεως της ημερομηνίας 18.02.
- Πρόκειται για ένα γραπτό αίτημα που παραπέμπει σε ανεξέλεγκτη και χωρίς περιορισμό αντεξέταση με τον κίνδυνο επέκτασης σε θεμάτων που άπτονται της ουσίας της υπόθεσης καθώς επίσης και στον εγκλωβισμό σε μια αχρείαστη διαδικασία προσκόμισης προφορικής μαρτυρίας επί ζητημάτων για τα οποία ήδη δόθηκε γραπτή μαρτυρία από τους διαδίκους μέσα από το περιεχόμενο των πολυσέλιδων ενόρκων δηλώσεων τους και διαφόρων επισυνημμένων σ' αυτές εγγράφων, να είναι ορατός. Στη βάση των πιο πάνω, το Δικαστήριο, σε περίπτωση μη έγκρισης του αιτούμενου διατάγματος, δεν διαπιστώνει απόκτηση δικονομικού πλεονεκτήματος από μέρους της Καθ' ης η αίτηση εις βάρος των Αιτητών και ούτε μπροστά σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο εντοπίζει παραβίαση των αρχών της ισότητας των όπλων, της αναλογικότητας και της διεξαγωγής δίκαιης δίκης. Ομοίως, το Δικαστήριο δεν εντοπίζει την πιθανότητα πρόκλησης αδικίας εις βάρος των Αιτητών εάν δεν γίνει δεχτό το γραπτό αίτημα τους. Όσον αφορά τη νομολογία που ο ευπαίδευτος συνήγορος ευγενικά υπέδειξε στο Δικαστήριο προκειμένου να στηρίξει το επιχείρημα του για ανάγκη αντεξέτασης της Καθ' ης η αίτηση έτσι ώστε να διασφαλιστούν οι προαναφερόμενες νομικές αρχές, αυτή σχετίζεται με την εκδίκαση επιδίκων θεμάτων επί της ουσίας της υπόθεσης και ως εκ τούτου διαφέρει από τη δική μας περίπτωση όπου ακριβώς δεν επιτρέπεται να προσκομιστεί μαρτυρία που να υπεισέρχεται σε τομείς με τους οποίους σχετίζονται τα επίδικα θέματα της αγωγής αφού η ουσία της υπόθεσης δεν εξετάζεται στο στάδιο αυτό. Η αντεξέταση της Καθ' ης η αίτησης επί ολόκληρου του περιεχομένου της πολυσέλιδης ενόρκου δηλώσεως της ημερομηνίας 18.02.13 παρέχει τα εχέγγυα για τη δημιουργία ενός τέτοιου κινδύνου. Εν πάσει περιπτώσει, το δικαίωμα των Αιτητών για αντεξέταση της Καθ' ης η αίτηση υπάρχει, πλην όμως το πεδίο εφαρμογής του είναι περιορισμένο για τους σκοπούς της υπό κρίση αίτησης. Είναι στα πλαίσια διασφάλισης του σκοπού αυτού που ίδιο δικαίωμα της Καθ' ης η αίτηση για αντεξέταση της ενόρκους δηλούσα στην ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης των Αιτητών στην κυρίως αίτηση περιορίστηκε ανάλογα. Κατά συνέπεια, ούτε αυτό το επιχείρημα των Αιτητών ευσταθεί. Επιπλέον, οι Αιτητές επικαλούνται την αναγκαιότητα έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος στο ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να έχει καλύτερη εικόνα επί των σχετικών επίδικων θεμάτων που αφορούν την ακρόαση της κυρίας αίτησης. Το Δικαστήριο έχει ήδη πλήρη εικόνα των θέσεων και ισχυρισμών εκάστου διαδίκου, όπως αυτές καταγράφονται μέσα από τις πολυσέλιδες ενόρκους δηλώσεις και σωρεία επισυνημμένων σ' αυτές εγγράφων που υποστηρίζουν την κυρίως αίτηση και ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης. Ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει ήδη αρκετή και λεπτομερής μαρτυρία που υπό τις περιστάσεις καθιστά οποιαδήποτε άλλη προσπάθεια σε σχέση με μαρτυρία, πάντοτε αναφορικά με την εκδίκαση της κυρίως αίτησης, εκ του περισσού και συνεπώς αχρείαστη και μη αναγκαία. Ως εκ τούτου, ούτε αυτό το επιχείρημα των Αιτητών είναι βάσιμο. Επιπρόσθετα των πιο πάνω, το Δικαστήριο ανάτρεξε και μελέτησε το δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης χωρίς να διαπιστώσει να υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος που να καθιστά αναγκαία την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, σε αντίθεση με τη λανθασμένη αντίληψη των Αιτητών επί του σημείου αυτού. Μπροστά σε αυτά τα δεδομένα κρίνω ότι δεν υπάρχουν οι περιστάσεις εκείνες που συνηγορούν και κατ' επέκταση δικαιολογούν την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Συνεπώς, ο δεύτερος, πέμπτος και έκτος λόγος ένστασης της Καθ' ης η αίτησης επιτυγχάνουν. Ένεκα της καταλυτικής συνέπειας που η επιτυχία του δεύτερου, πέμπτου και έκτου λόγου ένστασης έχει στο αποτέλεσμα της παρούσας αίτησης, παρέλκει η εξέταση των υπολοίπων λόγων ένστασης. Συνακόλουθα, υπό το φως των προαναφερόμενων και αφού συνεκτίμησα όλους τους παράγοντες και περιστάσεις που περιβάλουν την υπό κρίση αίτηση, κρίνω ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης κλίνει προς την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της απόρριψης των αιτουμένων διαταγμάτων. Κατά συνέπεια, η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας, επιδικάζονται υπέρ της Καθ' ης η αίτηση και εναντίον των Αιτητών 1 και
- (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other/Interim Αναφορά: Πολιτική Δικονομία/Αίτηση για έκδοση διατάγματος αντεξέτασης ενόρκου δηλούντα/Διάταξη 39 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο