BERGPORT S A, από British Virgin Islands ν. SHAROWLUX INVESTMENTS LTD, Αρ. Αγωγής: 1759/2012, 4/6/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A153 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1759/2012 Μεταξύ: BERGPORT S. A., από British Virgin Islands Εναγόντων και SHAROWLUX INVESTMENTS LTD, από τη Λεμεσό Εναγόμενων --------------------- Αίτηση ημερομηνίας 19.11.2012 Ημερομηνία: 4.6.2013 Εμφανίσεις: Για εναγόμενους - αιτητές: κ. Λ. Κολατσής Για ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση: κ. Σ. Σταυρινίδης (για ν' ακούσει απόφαση κ. Παπαμάρκου) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η βάση της αγωγής των εναγόντων σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς τους εδράζεται στ' ακόλουθα: Οι ενάγοντες είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης νόμιμα γραμμένη και υφιστάμενη στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους και ασχολούνται με την παροχή υπηρεσιών μεταφορών εμπορευμάτων σε διάφορες χώρες για την διευθέτηση διεθνούς μεταφοράς φορτίου καθώς και με διάφορες άλλες, συναφείς εργασίες. Οι εναγόμενοι που έχουν έδρα τη Λεμεσό είναι εταιρεία διεθνών δραστηριοτήτων και στον ουσιώδη χρόνο συνεργάζονταν με τους ενάγοντες, δυνάμει γραπτής συμφωνίας η οποία υπογράφτηκε κατά ή περί τις 25.7.2011. Βάσει της συμφωνίας αυτής, που είχε διάρκεια ενός έτους, οι ενάγοντες συμφώνησαν να παρέχουν τις παραπάνω υπηρεσίες στους εναγόμενους. Προέβλεπε η υπό αναφορά συμφωνία, ότι οι εναγόμενοι θα έδιδαν παραγγελία για υπηρεσίες μεταφοράς στους ενάγοντες με βάση συμφωνημένες αμοιβές και οι τελευταίοι θα εξέδιδαν τιμολόγια, τα οποία θα ξοφλούσαν οι εναγόμενοι εντός συμφωνημένου χρόνου. Ήταν ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος της επίδικης συμφωνίας, ότι οι ενάγοντες θα διατηρούσαν χρεοπιστωτικό λογαριασμό για τις συναλλαγές τους με τους εναγόμενους. Για την περίοδο 25.7.2011 μέχρι και τις 30.1.2012, οι ενάγοντες εξέδωσαν διάφορα τιμολόγια προς τους εναγόμενους, οι οποίοι, σε διάφορες ημερομηνίες προέβηκαν σε διάφορες πληρωμές. Στις 14.10.2011 υπογράφτηκε έγγραφο αναγνωρίσεως χρέους μεταξύ των διαδίκων, με το οποίο οι εναγόμενοι αναγνώριζαν ότι όφειλαν στους ενάγοντες μέχρι και την ημέρα αυτή, το ποσό των €111.200,00. Στις 12.4.2012, ο χρεοπιστωτικός λογαριασμός που διατηρούσαν οι ενάγοντες, ως ανωτέρω, παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος των εναγόμενων, για το ποσό των €60.175,85, πλέον 0,5 % τόκους καθυστερήσεων πληρωμής. Οι εναγόμενοι, μολονότι κλήθηκαν επανειλημμένα από τους ενάγοντες να ξοφλήσουν το παραπάνω χρέος τους αρνούνται και/ή αμελούν και/ή παραλείπουν να συμμορφωθούν. Οι ενάγοντες, με την αγωγή τους αξιώνουν εναντίον των εναγόμενων απόφαση για το παραπάνω ποσό, πλέον τόκους και έξοδα. Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 20.4.2012 και επιδόθηκε στους εναγόμενους, οι οποίοι, στις 9.5.2012 καταχώρησαν μέσω των δικηγόρων τους εμφάνιση υπό διαμαρτυρία. Στις 25.5.2012, οι ενάγοντες καταχώρησαν αίτηση, με την οποία ζητούσαν την έκδοση απόφασης εναντίον των εναγόμενων, επειδή παρέλειψαν να καταχωρήσουν υπεράσπιση στην αγωγή. Στις 25.6.2012 που η αίτηση ήταν ορισμένη για ακρόαση (πρώτη εμφάνιση) εμφανίστηκε για τους εναγόμενους ο κ. Κολατσής, ο οποίος ζήτησε χρόνο για σκοπούς καταχώρησης υπεράσπισης. Συναινούσης της κας Φιλίππου που εμφανίστηκε για τους ενάγοντες, το Δικαστήριο (με διαφορετική σύνθεση) έγκρινε το σχετικό αίτημα και όρισε την αίτηση για οδηγίες στις 26.9.2012, με οδηγίες όπως η υπεράσπιση καταχωρηθεί μέχρι τότε. Στις 26.9.2012 που η υπόθεση τέθηκε για πρώτη φορά ενώπιόν μου, ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόμενων ζήτησε περαιτέρω χρόνο, όχι για να καταχωρήσει υπεράσπιση, αλλά, αίτηση για παραπομπή της υπόθεσης σε διαιτησία. Δεν υπήρξε ένσταση στο αίτημα εκ μέρους της δικηγόρου που εμφανίστηκε για τους ενάγοντες, οπότε όρισα την αίτηση ξανά για οδηγίες στις 19.11.2012, ημερομηνία κατά την οποία οι ενάγοντες καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητούν: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τον Παραμερισμό και/ή την ακύρωση της Αγωγής υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο και όλων των σχετικών και/ή απορρεόντων από αυτή διαδικασιών. Β. Διαζευκτικά και/ή επικουρικά από τα πιο πάνω υπό Α, Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η αναστολή της διαδικασίας στην Αγωγή υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο και όλων των σχετικών και/ή απορρεόντων από αυτή διαδικασιών, υπό τέτοιους όρους ως το Δικαστήριο ήθελε κρίνει εύλογο και δίκαιο υπό τις περιστάσεις δυνάμει του άρθρου 8 του Περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4 και/ή άλλως πως, συνεπεία μεταξύ άλλων ύπαρξης και/ή ενεργοποίησης ρήτρας διαιτησίας στην μεταξύ των διαδίκων συμφωνία ημερομηνίας 25/07/2011 και/ή άλλης ημερομηνίας σε σχέση με τα εγειρόμενα στην παρούσα Αγωγή θέματα. Γ. Οποιαδήποτε άλλη διαταγή και/ή θεραπεία κρίνει δίκαιο και ορθό να δώσει υπό τις περιστάσεις το Δικαστήριο. Δ. Τα έξοδα της αίτησης αυτής, πλέον Φ.Π.Α. (αρ. μητρώου 00769859V)». Η αίτηση βασίζεται στον περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ. 4, άρθρα 2, 3, 8, 25 και 30, στους περί Διαιτησίας Κανονισμούς, στον περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο 101/87, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.16, Δ.27 Θ.Θ. 1 μέχρι 4, Δ.28, Δ.39 Θ.Θ.1 και 2, Δ.48 Θ.Θ.1 μέχρι 9, Δ.49, Δ.51 Θ.Θ.3 και 4 και Δ.64 Θ.Θ.1 και 2, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, άρθρα 29 μέχρι 32, στο άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στις γενικές αρχές του νόμου, της νομολογίας, των κανόνων της επιείκειας και τέλος, στην πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι λόγοι και τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η αίτηση εμφαίνονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της ασκούμενης δικηγόρου - συνεργάτη στο γραφείο των δικηγόρων των εναγόμενων Λούντας Ζερβού, ενώ εκτίθενται συνοπτικά και στο σώμα της αίτησης, ως ακολούθως: 1. Τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν σε καμία περίπτωση και/ή να επιληφθούν τις διαφορές των διαδίκων αλλά ταυτόχρονα στερούνται δικαιοδοσίας να επιληφθούν των διαφορών των διαδίκων ως αυτές προβάλλονται στην Έκθεση Απαίτησης της Ενάγουσας και τα Κυπριακά Δικαστήρια, δεν είναι το κατάλληλο φόρουμ (forum) στο οποίο μπορεί ή είναι επιτρεπτό να εγερθούν ή να εκδικαστούν οι πιο πάνω αναφερόμενες διαφορές μεταξύ των διαδίκων, μεταξύ άλλων για τους πιο κάτω λόγους: 1.1. Η δικαιοδοσία για την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης ανήκει αποκλειστικά σε αλλοδαπά Δικαστήρια. 1.2. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω σε κάθε περίπτωση τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν είναι το forum Convenience για την εκδίκαση της παρούσας αγωγής. 1.3. Το Κυπριακό Δίκαιο δεν είναι το εφαρμοστέο υπό τις περιστάσεις δίκαιο. 1.4. Η σύμβαση και/ή οι συμβάσεις που αφορούν την παρούσα αγωγή, συμπεριλαμβανομένης και της Σύμβασης ημερομηνίας 25/07/2011 μεταξύ των διαδίκων και όλα τα σχετιζόμενα με αυτή έγγραφα επί των οποίων στηρίζεται η Ενάγουσα για την έγερση της παρούσας αγωγής, διέπονται μεταξύ άλλων από ρήτρες δικαιοδοσίας και διαιτησίας που καθορίζουν ότι το εφαρμοστέο υπό τις περιστάσεις δίκαιο δεν είναι το δίκαιο της Κυπριακής Δημοκρατίας. 2. Η Εναγόμενη δικαιούται των αιτούμενων στην παρούσα αίτηση θεραπειών συμπεριλαμβανομένης και της θεραπείας, για αναστολή των διαδικασιών αφού μεταξύ άλλων 2.1. Μεταξύ των διαδίκων υπάρχει έγκυρη συμφωνία για την διαιτησία που καλύπτει τα επίδικα θέματα την οποία και η Εναγόμενη επικαλείται και, 2.2. Η Εναγόμενη δικαιούται να βασιστεί στη προαναφερομένη ρήτρα διαιτησίας. 2.3. Η Εναγόμενη δεν έχει λάβει κανένα απολύτως διαδικαστικό διάβημα στην παρούσα αγωγή πέραν από την εμφάνιση της σε αυτή, η οποία σε κάθε περίπτωση τελεί υπό διαμαρτυρία. 2.4. Η Εναγόμενη ήταν και είναι πάντοτε πρόθυμή και έτοιμή να προχωρήσει στην διαιτησία, και ήταν και παραμένει έτοιμη και πρόθυμη να πράξει κάθε τι αναγκαίο για την ορθή διεξαγωγή της διαδικασίας Διαιτησίας. 2.5. Δεν υπάρχει ικανοποιητικός λόγος για άρνηση της αιτούμενης από την Εναγόμενη αναστολής της διαδικασίας». Οι ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση, η οποία εδράζεται στους ακόλουθους λόγους: «(α) Η Αίτηση της Εναγομένης - Αιτήτριας είναι άκυρη και ως αυτή θα πρέπει να απορριφθεί. (β) Οι θεραπείες που ζητούνται και/ή εναλλακτικές θεραπείες στο παρακλητικό της αίτησης είναι κατά νόμο και ουσία αβάσιμες. (γ) Η ρήτρα διαιτησίας που εμπεριέχεται στην συμφωνία ημ. 25/07/2011 δεν τυγχάνει εφαρμογής καθότι δεν έχουν καταδειχτεί ισχυροί λόγοι που να δικαιολογούν την εφαρμογή αυτής. (δ) Αρμόδια Δικαστήρια για να εκδικάσουν την παρούσα υπόθεση είναι τα Κυπριακά Δικαστήρια (Forum Convenience) και το καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο Δικαστήριο είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού καθότι: (
- i)η Εναγομένη είναι κυπριακή εταιρεία και τα γραφεία της βρίσκονται στην Λεμεσό, (
- ii)η συμφωνία ημ. 25/07/2011 και το έγγραφο αναγνωρίσεως χρέους ημ.14/10/2011 καταρτίστηκαν και υπογράφηκαν στην Κύπρο. (iii) η πλειοψηφία των μαρτύρων, τόσο της Ενάγουσας όσο και της Εναγομένης είναι στην Κύπρο. (
- iv)ο Διευθυντής και νόμιμος εκπρόσωπος της Ενάγουσας είναι κάτοικος Κύπρου. (ε) Εφαρμοστέο δίκαιο είναι το Κυπριακό Δίκαιο, με βάση το έγγραφο αναγνωρίσεως χρέους ημ.14/10/2011. (στ) Η Αιτήτρια - Εναγομένη δεν δύναται να αιτείται εναλλακτικά Διάταγμα αναστολής της διαδικασίας στην αγωγή καθότι δεν έχει ξεκινήσει οποιαδήποτε διαδικασία διεξαγωγής διαιτησίας σύμφωνα με τη ρήτρα διαιτησίας και/ή δεν εκδικάζεται η παρούσα απαίτηση σε αλλοδαπό Δικαστήριο. Η Εναγομένη δεν έχει μέχρι σήμερα αμφισβητήσει την συμφωνία ημ.25/07/2011 και δεν έχει αποταθεί σε οποιοδήποτε Διαιτητικό Δικαστήριο στηριζόμενο στη ρήτρα διαιτησίας παρά μόνο την αμφισβήτησε όταν η Ενάγουσα καταχώρησε την παρούσα αγωγή. (ζ) Η ρήτρα διαιτησίας που εμπεριέχεται στη συμφωνία ημ.25/07/2011 είναι γενική, αόριστη και ασαφής και συνεπώς δεν μπορεί να εφαρμοστεί αφού δεν καθορίζει ποια ζητήματα θα πρέπει να παραπέμπονται σε διαιτησία. (η) Η ρήτρα διαιτησίας που εμπεριέχεται στη συμφωνία ημ.25/07/2011 είναι ανενεργή και δεν είναι σε ισχύ αφού οι διάδικοι απεμπόλησαν του δικαιώματος (waived the right) παραπομπής οποιασδήποτε διαφοράς σε διαιτησία με την υπογραφή μεταγενέστερης συμφωνίας, ήτοι του έγγραφου αναγνωρίσεως χρέους ημ.14/10/2011. (θ) Διαζευκτικά, η ρήτρα διαιτησίας δεν αποτελεί κώλυμα συνέχισης της προώθησης της αγωγής αφού το αντικείμενο της παρούσας αγωγής είναι το έγγραφο αναγνωρίσεως χρέους ημ.14/10/2011 το οποίο σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί συμπληρωματική συμφωνία της συμφωνίας ημ.25/07/2011. (ι) Η «διαφορά» των διαδίκων στην παρούσα αγωγή περιορίζεται στην «διεκδίκηση οικονομικής και μόνο οφειλής» και αυτό δεν συνιστά κατά κανόνα «διαφορά» με την έννοια που ο όρος ενέχει στο πλαίσιο ρήτρας διαιτησίας. (ια) Διαζευκτικά, η ρήτρα διαιτησίας δεν τυγχάνει εφαρμογής αφού το αντικείμενο της παρούσας αγωγής είναι η οικονομική οφειλή της Εναγομένης προς την Ενάγουσα και όχι η αξίωση αποζημιώσεων λόγω παράβασης της συμφωνίας ημ.25/07/2011. (ιβ) Η Εναγομένη - Αιτήτρια, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση ημ.19/11/2012 αναφέρεται σε αναληθή γεγονότα και σε γεγονότα τα οποία δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα». Η νομική βάση της ένστασης, ουσιαστικά είναι ίδια με τη νομική βάση της αίτησης, ενώ τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της Νίκης Δημητρίου, δικηγόρου - συνεργάτη του δικηγόρου των εναγόντων. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Η πρώτη αιτούμενη θεραπεία που επιζητούν οι εναγόμενοι είναι διάταγμα που να διατάσσει τον παραμερισμό και/ή ακύρωση της παρούσας αγωγής και όλων των σχετικών και/ή απορρεόντων από αυτή διαδικασιών. Η Διαταγή 16 Θ.9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί ότι: «Ένας εναγόμενος προτού καταχωρήσει εμφάνιση θα δικαιούται, χωρίς να ζητήσει διάταγμα να καταχωρήσει εμφάνιση υπό διαμαρτυρία, να εκδώσει κλήσεις για παραμερισμό της επίδοσης σ' αυτόν του κλητηρίου ή της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος ή να ακυρώσει το διάταγμα που εξουσιοδοτεί τέτοια επίδοση.» Η σχετική διαταγή έχει τύχει ερμηνείας από το Ανώτατο Δικαστήριο στις υποθέσεις Γεωργιάδης v. Χάσικου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1136 και Παπακόκκινου v. Landbroke P.L.C. κ.α.
(1995)1 A.A.Δ. 1090. Σύμφωνα με την πρώτη: «Σε αντίθεση με την Αγγλική Διάταξη, η αντίστοιχη Κυπριακή Διάταξη 16 Κανόνας 9, προβλέπει ότι ένας εναγόμενος πριν καταχωρήσει εμφάνιση είναι ελεύθερος χωρίς να πάρει οποιοδήποτε διάταγμα να καταχωρήσει, ή καταχωρώντας εμφάνιση υπό διαμαρτυρία, να υποβάλει αίτηση δια κλήσεως για ακύρωση της επίδοσης του κλητηρίου που του έγινε ή για ακύρωση διατάγματος που εξουσιοδοτεί τέτοια επίδοση.» Η παραπάνω αρχή επαναβεβαιώνεται και στην G. J. Magdon Ltd v. A. L. Metal Trading Ltd
(2001)
(1)(Γ) Α.Α.Δ. 2064 στην οποία προστίθεται ότι η σχετική Διαταγή (Δ.16 Θ.9) καθώς και η νομολογία αποκοπούν στην άμεση και κατά προτεραιότητα εξέταση πιθανής ένστασης στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, αφού τέτοιο ζήτημα δεν μπορεί να παραμένει στην ελεύθερη επιλογή χρόνου από τον εναγόμενο. Στην G. J. Magdon Ltd, ανωτέρω, τα γεγονότα ήταν περίπου τα ίδια με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Τα συνοψίζω: Οι διάδικοι ήταν υπεράκτιες εταιρείες με έδρα την Κύπρο. Η εφεσίβλητη στις 15.5.1998 καταχώρησε αγωγή εναντίον της εφεσείουσας για το ποσό των $32.193,03 Αμερικής ή το ισάξιο σε κυπριακές λίρες, ως υπόλοιπο συμφωνηθέντος και/ή εύλογου τιμήματος για την εκτέλεση εργασιών και την προμήθεια υλικών σε κτίρια και εγκαταστάσεις στη Μόσχα, στα οποία η εφεσείουσα εκτελούσε εργολαβικές εργασίες. Η τελευταία, στις 12.6.1998 καταχώρησε χωρίς προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία. Η εφεσίβλητη, στις 27.11.1998 καταχώρησε αίτηση για έκδοση απόφασης λόγω παράλειψης καταχώρησης υπεράσπισης εκ μέρους της εφεσείουσας, η οποία εν τέλει αποσύρθηκε. Στο πλαίσιό της, οι δικηγόροι των διαδίκων εμφανίστηκαν μερικές φορές στο Δικαστήριο. Στις 8.3.1999 η εφεσείουσα καταχώρησε αίτηση με την οποία ζητούσε την ακύρωση ή αναστολή ή παραμερισμό της επίδοσης της αγωγής, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας ή αρμοδιότητας ή γιατί τα Δικαστήρια της Κύπρου δεν ήταν τα προσφορότερα να εκδικάσουν την αγωγή. Το πρωτόδικο Δικαστήριο ερμηνεύοντας τη Δ.16 Θ.9 και αντλώντας καθοδήγηση από τις υποθέσεις Γεωργιάδης και Παπακόκκινου, ανωτέρω, απέρριψε την αίτηση, επειδή έκρινε ότι αυτή θα έπρεπε να είχε καταχωρηθεί είτε χωρίς την προηγούμενη διαταγή του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης υπό αίρεση είτε ταυτόχρονα με την καταχώρηση της υπό αίρεση εμφάνισης. Αντίθετα, η εφεσείουσα καταχώρησε την αίτηση 9 περίπου μήνες μετά την καταχώρηση της υπό αίρεσης εμφάνισης. Με αυτά ως δεδομένα, το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάνθηκε - πολύ ορθά σημειώνει το εφετείο - πως η εφεσείουσα είχε δεχθεί και υπαχθεί στη δικαιοδοσία των κυπριακών Δικαστηρίων. Στην εισήγηση του δικηγόρου της εφεσείουσας, ότι, εφόσον ο εναγόμενος δεν προέβη σε οποιοδήποτε νέο διάβημα στη διαδικασία, μπορούσε μετά την καταχώρηση της υπό αίρεση εμφάνισης να προχωρήσει με την αίτηση ακύρωσης του κλητηρίου εντάλματος, το εφετείο απάντησε ως εξής: «Δεν συμφωνούμε με την πιο πάνω εισήγηση, η οποία απολήγει στην ουσία σε απεριόριστο δικαίωμα του εναγομένου να ενεργεί κατά το δοκούν ενώ εκκρεμεί εναντίον του καταχωρισθείσα αγωγή. Αυτό έγινε και στην υπόθεση που εξετάζουμε, όπου η εφεσείουσα επέλεξε να καταχωρίσει την επίμαχη αίτηση 9 μήνες μετά την εκ μέρους της καταχώριση του σημειώματος εμφάνισης. Ο κανονισμός που θέσαμε πιο πάνω, και η νομολογία, αποσκοπούν στην άμεση και κατά προτεραιότητα εξέταση πιθανής ένστασης στη δικαιοδοσία του δικαστηρίου. Τέτοιο ζήτημα δεν μπορεί να παραμένει στην ελεύθερη επιλογή χρόνου από τον εναγόμενο». Στην προκειμένη περίπτωση, οι εναγόμενοι που ζητούν τον παραμερισμό και/ή την ακύρωση της αγωγής καθώς και όλων των σχετικών και/ή απορρεόντων από αυτή διαδικασιών βρίσκονται σε ακόμη πιο δυσχερή θέση απ' ό, τι η εφεσείουσα πιο πάνω. Εκτός του ότι ακολούθησαν την ίδια εσφαλμένη διαδικασία για σκοπούς καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης, στο διάστημα που ακολούθησε από την καταχώρηση του σημειώματος εμφάνισης υπό διαμαρτυρία μέχρι και την καταχώρηση της αίτησης, προέβησαν και σε νέο διάβημα, που είναι η εμφάνιση του δικηγόρου τους στο Δικαστήριο στις 25.6.2012 που ήταν ορισμένη η αίτηση των εναγόντων, με την οποία ζητούσαν την έκδοση απόφασης, λόγω παράλειψης καταχώρησης υπεράσπισης, ο οποίος ζήτησε χρόνο για καταχώρηση υπεράσπισης. Όταν αργότερα θα εξετάσω το διαζευκτικό και/ή επικουρικό αίτημα των εναγόμενων για αναστολή της διαδικασίας της αγωγής κ.λ.π., δυνάμει του άρθρου 8 του περί Διαιτησίας Νόμου, συνεπεία μεταξύ άλλων της ρήτρας διαιτησίας που διαλαμβάνει η μεταξύ των διαδίκων επίδικη συμφωνία ημερομηνίας 25.7.2011, με αναφορά σε νομολογία, θα παραθέσω παραδείγματα περιπτώσεων που κρίθηκε ότι αποτελούν νέο διάβημα ή βήμα στη διαδικασία, τα οποία αποκλείουν τον αιτητή από το να ζητά αναστολή της διαδικασίας. Ακολουθεί ότι το σχετικό αίτημα, υπό Α στην αίτηση είναι έκθετο σε απόρριψη, γιατί πολύ απλά, οι εναγόμενοι, κατά παράβαση της Δ.16.Θ.9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ενώ θα έπρεπε να είχαν καταχωρήσει τη σχετική αίτηση ταυτόχρονα με την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης υπό διαμαρτυρία και όχι αργότερα, προέβησαν στην καταχώρησή της 6 και πλέον μήνες μετά που καταχώρησαν εμφάνιση υπό διαμαρτυρία και αφού στο μεταξύ προέβησαν και σε νέο διάβημα στη διαδικασία της αγωγής. Καθώς ήδη έχει αναφερθεί, οι εναγόμενοι διαζευκτικά και/ή επικουρικά της πρώτης θεραπείας ζητούν διάταγμα: «.με το οποίο να διατάσσεται η αναστολή της διαδικασίας στην Αγωγή υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο και όλων των σχετικών και/ή απορρεόντων από αυτή διαδικασιών, υπό τέτοιους όρους ως το Δικαστήριο ήθελε κρίνει εύλογο και δίκαιο υπό τις περιστάσεις δυνάμει του άρθρου 8 του Περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4 και/ή άλλως πως, συνεπεία μεταξύ άλλων ύπαρξης και/ή ενεργοποίησης ρήτρας διαιτησίας στην μεταξύ των διαδίκων συμφωνία ημερομηνίας 25/07/2011 και/ή άλλης ημερομηνίας σε σχέση με τα εγειρόμενα στην παρούσα Αγωγή θέματα». Επί του προκειμένου, η ουσία της αίτησης εδράζεται στο άρθρο 8 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, το οποίο προνοεί ότι: «Αν οποιοσδήποτε συμβαλλόμενος σε συνυποσχετικό ή οποιοδήποτε πρόσωπο που προβάλλει αξίωση μέσω του ή βάσει οδηγιών του, αρχίζει οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον Δικαστηρίου κατά οποιουδήποτε άλλου προσώπου που είναι συμβαλλόμενος στο συνυποσχετικό ή κατά οποιουδήποτε προσώπου που προβάλλει αξίωση μέσω ή βάσει οδηγιών του, αναφορικά με οποιοδήποτε από τα θέματα που συμφωνήθηκε να παραπεμφθούν σε διαιτησία, τότε οποιοσδήποτε από τους διαδίκους στην εν λόγω διαδικασία δύναται οποτεδήποτε μετά την εμφάνιση, και πριν παραδώσει οποιεσδήποτε γραπτές προτάσεις ή προβεί σε οποιοδήποτε άλλο στάδιο της διαδικασίας, να αποταθεί στο Δικαστήριο για αναστολή της διαδικασίας και το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα για αναστολή της διαδικασίας αν ικανοποιηθεί ότι δεν υπάρχει λόγος που να δικαιολογεί τη μη παραπομπή του θέματος σε διαιτησία σύμφωνα με το συνυποσχετικό και ότι ο αιτητής ήταν, όταν άρχισε η διαδικασία, και εξακολουθεί να είναι έτοιμος και πρόθυμος να πράξει οτιδήποτε το αναγκαίο για την κανονική διεξαγωγή της διαδικασίας». Το θέμα ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται με τη συνδρομή των ακόλουθων προϋποθέσεων: (α) να υπάρχει έγκυρη συμφωνία για παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία. (β) να έχει αρχίσει διαδικασία στο Δικαστήριο. (γ) η διαδικασία να έχει αρχίσει από συμβαλλόμενο στη σύμβαση διαιτησίας ή από πρόσωπο που αξιώνει μέσω ή κάτω από αυτό εναντίον του αντισυμβαλλόμενου ή εναντίον προσώπου που αξιώνει μέσω ή κάτω από αυτό. (δ) η δικαστική διαδικασία να αναφέρεται σε διαφορά η οποία να συμφωνήθηκε ότι θα παραπεμφθεί σε διαιτησία. (ε) η αίτηση για αναστολή να γίνεται από διάδικο στη δικαστική διαδικασία. (στ) η αίτηση να γίνεται μετά την καταχώρηση εμφάνισης και προτού ο αιτητής παραδώσει οποιοδήποτε δικόγραφο ή προβεί σε οποιοδήποτε άλλο διάβημα στη διαδικασία και, (ζ) ο διάδικος που ζητά την αναστολή της δικαστικής διαδικασίας να είναι έτοιμος και πρόθυμος να πράξει οτιδήποτε είναι αναγκαίο για την ορθή διεξαγωγή της διαιτησίας (βλ. Russell on Arbitration, 20th pp. 163-178, Βulfracht v. Third World Steel Company Ltd
(1993)1 A.A.Δ. 148 και σωρεία άλλων αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στις οποίες υιοθετούνται οι παραπάνω προϋποθέσεις). «συνυποσχετικό» σύμφωνα με το άρθρο 2 του νόμου, Κεφ. 4: «σημαίνει γραπτή συμφωνία για την υποβολή υφιστάμενων ή μελλοντικών διαφορών σε διαιτησία, είτε ο διαιτητής κατονομάζεται σ' αυτή είτε όχι.» Παρατηρώ τα εξής: Η σχετική ρήτρα διαιτησίας που επικαλούνται οι εναγόμενοι και που οι ενάγοντες δεν αμφισβητούν την ύπαρξή της περιέχεται στον όρο
- της επίδικης συμφωνίας, ημερομηνίας 25.7.2011 και καλύπτεται από τον τίτλο «Arbitration». Ακολουθεί αυτούσια: «10.
- Any dispute arising in the course of the present Contract fulfilment or in connection thereof shall be settled by the Parties amicably. If both Parties fail to come to a mutual agreement by negotiations, such disputes are to be settled in the International Arbitration Tribunal with the Chamber of Commerce and Industry of the Russian Federation in accordance with the Russian Federation law. The place of dispute settlement is the city of Moscow». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Οποιαδήποτε διαφορά προκύπτει στην πορεία της σύμβασης ως προς την εκπλήρωσή της ή σε σχέση με αυτή, θα πρέπει να επιλυθεί μεταξύ των μερών φιλικά. Εάν αποτύχουν τα δύο μέρη να έλθουν σε αμοιβαία συμφωνία με διαπραγματεύσεις, τέτοιου είδους διαφορές, θα διευθετούνται στο Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο στο κέντρο Εμπορίου και Βιομηχανίας της Ρωσικής Ομοσπονδίας, με βάση το Ρωσικό Ομοσπονδιακό δίκαιο και με μέρος επίλυσης της διαφοράς την πόλη Μόσχα». Ότι τα παραπάνω συνιστούν έγκυρη συμφωνία για παραπομπή των διαφορών μεταξύ των διαδίκων σε διαιτησία, είναι προφανές. Στο βαθμό δε που οι ενάγοντες, έστω έμμεσα, αμφισβητούν το κύρος της εν λόγω συμφωνίας, δεν μπορώ να υπεισέλθω, επειδή για το σκοπό αυτό απαιτείται πλήρης θεώρηση της ουσίας της υπόθεσης και καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. τη Βulfracht , ανωτέρω): «Στην υπόθεση Hayter v. Nelson and Home Insurance Co.
(1990)2 LIoyd's Rep.265, ειπώθηκε ότι, στην αίτηση για αναστολή της διαδικασίας και παραπομπή σε διαιτησία, δεν πρέπει να επιτρέπεται πλήρης ανάπτυξη της επιχειρηματολογίας των μερών πάνω στην ουσία της υπόθεσης.» Δεν αμφισβητείται και έχει αποδειχθεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις (β), (γ) και (ε), ανωτέρω, για αναστολή της διαδικασίας. Στο ερώτημα κατά πόσο πληρούνται και οι άλλες τρεις προϋποθέσεις που έχει καθορίσει η νομολογία για τον ίδιο σκοπό, παρατηρώ τα εξής: Σύμφωνα με την τέταρτη προϋπόθεση, υπό (δ), ανωτέρω, η δικαστική διαδικασία θα πρέπει να αναφέρεται σε διαφορά η οποία συμφωνήθηκε ότι θα παραπεμφθεί σε διαιτησία. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Οterom Ltd v. Χριστοδουλίδη
(2002)1 (Β) Α.Α.Δ. 1081: «Το γεγονός ότι οι πρόνοιες της ρήτρας διαιτησίας καλύπτουν "οποιαδήποτε διαφορά", δεν εξυπακούει κατ' ανάγκη ότι οποιαδήποτε αξίωση, έστω και αν αυτή πηγάζει από τη μη τήρηση των όρων της συμφωνίας, συνιστά και "διαφορά" η οποία να καλύπτεται από τις πρόνοιες της ρήτρας διαιτησίας. Για να υπάρχει "διαφορά" αυτή πρέπει να αφορά είτε στα γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν την ευθύνη, ή την υποχρέωση, είτε στις νομικές επιπτώσεις των εν λόγω γεγονότων. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Πική, Δ. (όπως ήταν τότε) στην Tradax ν. Gueensea Marine Co
(1986)1 CLR 559, στις σ. 562-563, είναι απόλυτα σχετικό: "A dispute presupposes disagreement about facts relevant to liability of the parties or the implications of such facts in law...... The object of arbitration is not to provide a substitute for the coercive powers of the Court to order the discharge of contractual or other obligations. Arbitration is merely an alternative forum for the elucidation of the parties. In this case, no question ever arose between the parties about the liabilities of the defendants nor is presently a dispute pending between them. In the absence of a dispute the arbitration clause was inapplicable and the right of the plaintiffs to have recourse to the Court cannot be suspended or defeated by reference thereto."» Τα παραπάνω, θα πρέπει να ιδωθούν σε συνάρτηση και μ' όσα ακολουθούν, από την απόφαση στην υπόθεση Steamer Shipping Co Ltd v. Sibyl Trading & Shipping Ltd κ.ά.
(1999)1(Β) Α.Α.Δ.1069, στην οποία παραπέμπει η προηγούμενη απόφαση: «Οι Εναγόμενοι παραπονούνται ουσιαστικά για δύο πράγματα. Πρώτο, ότι ο ευπαίδευτος δικαστής δεν περιορίσθηκε στην απαίτηση όπως αυτή διατυπώνετο στο κλητήριο ένταλμα για να διαγνώσει και διακριβώσει τη φύση της και έτσι το αν συνιστούσε διαφορά στα πλαίσια της ρήτρας διαιτησίας. Αυτό είναι σαφώς λανθασμένο, όπως προκύπτει και από τις ανωτέρω υποθέσεις. Ιδιαίτερα στην περίπτωση γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος όπως η προκειμένη, αλλά και γενικότερα, το δικαστήριο οφείλει να αναφερθεί σε όλα τα ενώπιον του στοιχεία για να διαπιστώσει τι είναι που απαιτούν οι Ενάγοντες και αν, με βάση το τι απαιτούν, υπάρχει όντως διαφορά για να παραπεμφθεί σε διαιτησία. Ήταν λοιπόν επιβεβλημένο όσο και επιτρεπτό για το δικαστήριο να αναφερθεί όπως και έκανε στις ενόρκους δηλώσεις και τα συνοδεύοντα αυτές τεκμήρια στη διερεύνηση του κρινόμενου θέματος». Παρατηρώ τα εξής: Η αξίωση των εναγόντων εναντίον των εναγόμενων είναι σαφής και εδράζεται στα εξής γεγονότα, σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς τους: Η επίδικη συμφωνία τους με τους εναγόμενους, ημερομηνίας, 25.7.2011 διαλάμβανε ρητό και/ή εξυπακουόμενο όρο ότι οι ενάγοντες θα διατηρούσαν κοινό λογαριασμό και/ή λογαριασμό χρεοπιστώσεως, στον οποίο θα χρέωναν τα διάφορα ποσά των συναλλαγών μεταξύ των διαδίκων και θα πίστωναν τις διάφορες πληρωμές των εναγόμενων έναντι του υπολοίπου του λογαριασμού. Στις 14.10.2011 οι διάδικοι υπέγραψαν έγγραφο αναγνωρίσεως χρέους, με το οποίο οι εναγόμενοι αναγνώριζαν ότι όφειλαν στους ενάγοντες μέχρι τότε το συνολικό ποσό των €111.200,
- Το χρεωστικό υπόλοιπο των εναγόμενων που παρουσίαζε ο παραπάνω χρεοπιστωτικός λογαριασμός στις 12.4.2012, ήταν €60.175,85, πλέον 0,5% τόκοι καθυστερήσεων πληρωμής. Το ποσό αυτό μαζί με τους τόκους συνθέτει και την αξίωση των εναγόντων εναντίον των εναγόμενων στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής. Οι εναγόμενοι, στους παραπάνω ισχυρισμούς των εναγόντων αντιτείνουν τα εξής, σύμφωνα με όσα αναφέρει η ενόρκως δηλούσα γι' αυτούς υπoστηρικτικά της υπό κρίση αίτησης: Παραδέχονται την ύπαρξη της συμφωνίας ημερομηνίας 25.7.
- Περαιτέρω ισχυρίζονται τ' ακόλουθα: Σε εφαρμογή της επίδικης συμφωνίας τέθηκαν διάφορες παραγγελίες, έγιναν σχετικές πληρωμές από τους εναγόμενους προς τους ενάγοντες και εκδόθηκαν διάφορα τιμολόγια τα οποία προσπαθούν να συγκεντρώσουν οι δικηγόροι των εναγόντων, επιφυλάσσοντας πλήρως τα δικαιώματά τους να τα παρουσιάσουν με συμπληρωματική ένορκη δήλωση «εάν και εφόσον τούτο καταστεί αναγκαίο» (παράγραφος 6.
- της ένορκης δήλωσης). Τα παραπάνω, δε συγκρούονται μ' οποιοδήποτε ισχυρισμό των εναγόντων. Απεναντίας, αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών. Επισημαίνεται απλώς, πως δεν ζητήθηκε άδεια από τους εναγόμενους για σκοπούς καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Η ενόρκως δηλούσα για τους εναγόμενους, με την παράγραφο 6.
- της ένορκής της δήλωσης, όχι μόνο παραδέχεται την ύπαρξη και υπογραφή και από τους εναγόμενους του εγγράφου ημερομηνίας 14.10.2011, με το οποίο οι τελευταίοι αναγνωρίζουν ότι οφείλουν στους ενάγοντες το ποσό των €111.200,00, αλλά, επισυνάπτει κιόλας το εν λόγω έγγραφο στην ένορκή της δήλωση. Ισχυρίζεται απλώς, ότι το υπό αναφορά έγγραφο υπογράφτηκε από τους διαδίκους κάτω από συνθήκες που διερευνώνται από τους δικηγόρους των εναγόμενων, οι οποίοι - δικηγόροι - προς το σκοπό αυτό επιφυλάσσουν πλήρως τα δικαιώματα των πελατών τους. Κατά τη διάρκεια εκτέλεσης της συμφωνίας ημερομηνίας 25.7.2011 και πριν από την καταχώρηση της αγωγής, προστίθεται από την ενόρκως δηλούσα για τους εναγόμενους στην παράγραφο 6.
- της δήλωσής της, προέκυψαν διαφορές μεταξύ των διαδίκων, οι οποίες, σε κάθε περίπτωση βασίζονται και/ή απορρέουν από τη εν λόγω συμφωνία, μεταξύ των οποίων και ή απαίτηση των εναγόντων εναντίον των εναγόμενων που αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας αγωγής. Αποτελεί τέλος θέση των εναγόμενων, σύμφωνα με όσα ισχυρίζεται η ενόρκως δηλούσα γι αυτούς στην παράγραφο
- της ένορκής της δήλωσης, ότι έχουν ξοφλήσει πλήρως τους ενάγοντες και δεν οφείλουν σ' αυτούς κανένα ποσό στη βάση, είτε της συμφωνίας ημερομηνίας 25.7.2011 είτε του εγγράφου ημερομηνίας 14.10.
- Με όλο το σεβασμό προς τους εναγόμενους θεωρώ ότι οι παραπάνω γενικοί, αόριστοι και χωρίς ίχνος τεκμηρίωσης με μαρτυρία ισχυρισμοί τους, σε καμιά περίπτωση καθιστούν την εναντίον τους αξίωση «διαφορά» η οποία να καλύπτεται από της πρόνοιες της σχετικής ρήτρας διαιτησίας. Για να επαναλάβω, σύμφωνα με την Oterom (ανωτέρω) για να υπάρχει «διαφορά» αυτή πρέπει να αφορά είτε στα γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν την ευθύνη ή την υποχρέωση, είτε στις νομικές επιπτώσεις των εν λόγω γεγονότων. Και οι εναγόμενοι που δεν έθεσαν κατά συγκεκριμένο τρόπο, ούτε κι ένα τέτοιο γεγονός με τη μαρτυρία τους, δεν έχουν αποδείξει ότι η αξίωση των εναγόντων συνιστά διαφορά η οποία καλύπτεται από τις πρόνοιες της ρήτρας διαιτησίας. Και με δεδομένο ότι οι σχετικές προϋποθέσεις για σκοπούς άσκησης της διακριτικής μου ευχέρειας να εκδώσω το αιτούμενο διάταγμα, θα πρέπει να πληρούνται σωρευτικά, η αίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη με μόνο λόγο αυτό, χωρίς να σημαίνει πως δεν υπάρχουν κι άλλοι. Το αίτημα των εναγόμενων για αναστολή της διαδικασίας θα πρέπει να απορριφθεί και για τον επιπλέον λόγο, ότι, κατά παράβαση της σχετικής προϋπόθεσης υπό (στ) ανωτέρω, η αίτηση, ναι μεν καταχωρήθηκε μετά την καταχώρηση εμφάνισης υπό διαμαρτυρία, πλην όμως, όχι και προτού οι εναγόμενοι προβούν σ' οποιοδήποτε άλλο διάβημα ή βήμα στη διαδικασία της αγωγής. Καθώς ήδη έχει αναφερθεί οι εναγόμενοι καταχώρησαν το υπό διαμαρτυρία σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή στις 9.5.
- Στις 25.6.2012, ο δικηγόρος τους παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, στο πλαίσιο της αίτησης των εναγόντων ημερομηνίας 25.5.2012 για έκδοση απόφασης εναντίον τους, λόγω παράλειψης καταχώρησης υπεράσπισης και ζήτησε χρόνο για σκοπούς καταχώρησης υπεράσπισης. Το αίτημα έγινε αποδεκτό και η αίτηση ορίστηκε για οδηγίες στις 26.9.2012, με οδηγίες η υπεράσπιση να καταχωρηθεί μέχρι τότε. Η υπεράσπιση δεν καταχωρήθηκε μέχρι τις 26.9.2011, αφού, την ημέρα αυτή, ζητήθηκε περαιτέρω χρόνος από τον κ. Κολατσή, όχι για να καταχωρήσει υπεράσπιση, αλλά, αίτηση για παραπομπή της υπόθεσης σε διαιτησία. Η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στις 19.11.
- Όπως αναφέρεται στη Vector Onega A.G. v. Πλοίου "M/V Girvaw" κ.ά (Αρ.1)
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 1 με αναφορά στο Russell on Arbitration (ανωτέρω) συναφώς με το θέμα, το Δικαστήριο δεν έχει διακριτική ευχέρεια να αναστείλει διαδικασία, αν ο εναγόμενος αφήσει τη διαδικασία να προχωρήσει. Αναφορικά με το τι αποτελεί νέο βήμα στη διαδικασία, προστίθεται, στην υπόθεση Ives and Barker v. Williams
(1894)2 Ch. 478, στη σελ. 484 λέχθηκαν τα εξής: "The authorities show that a step in the proceedings means something in the nature of an application to the court, and not mere talk between solicitors and solicitors' clerks nor the writing of letters but the taking of some step, such as taking out a summons or something of the kind, which is, in a technical sense, a step in the proceedings." Η εμφάνιση ενώπιον δικαστή και αίτημα να δοθεί άδεια για σκοπούς καταχώρησης υπεράσπισης και εμφάνιση του εναγόμενου σε ακρόαση αίτησης για οδηγίες με βάση την οποία εκδίδεται διάταγμα παράτασης του χρόνου για σκοπούς καταχώρησης υπεράσπισης είναι από τις περιπτώσεις που θεωρήθηκε πως είχαν ληφθεί νέα βήματα στη διαδικασία τα οποία αποκλείουν τον αιτητή από του να ζητά αναστολή της διαδικασίας. Βλέπε και Προοδευτική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ v. Κουρουκλίδη κ.α.
(2002)1(Β) Α.Α.Δ.
- Επί του προκειμένου, η εμφάνιση του κ. Κολατσή στο Δικαστήριο στις 25.6.2012 και το αίτημά του να του δοθεί χρόνος για σκοπούς καταχώρησης υπεράσπισης αποτελεί ασφαλώς νέο βήμα στη διαδικασία, το οποίο αποκλείει τους εναγόμενους από το να ζητούν αναστολή της διαδικασίας. Για να χρησιμοποιήσω το λεκτικό της G. J. Magdon Ltd (ανωτέρω) με τον τρόπο που ενήργησαν «έχουν δεχθεί και υπαχθεί στη δικαιοδοσία των κυπριακών δικαστηρίων» και συγκεκριμένα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, αν ληφθεί υπόψη ότι οι ίδιοι είναι από τη Λεμεσό και δεν αμφισβητούν τον ισχυρισμό των εναγόντων ότι τόσο η επίδικη συμφωνία ημερομηνίας 25.7.2011 όσο και το έγγραφο αναγνωρίσεως χρέους ημερομηνίας 14.10.2011 καταρτίστηκαν και υπογράφτηκαν στην Κύπρο. Αναφορικά με την τελευταία προϋπόθεση που θα πρέπει να πληρείται για άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να διατάξει την αναστολή της διαδικασίας, που είναι η ετοιμότητα και προθυμία του αιτητή να πράξει οτιδήποτε είναι αναγκαίο για την ορθή διεξαγωγή της διαιτησίας παραπέμπω στο περιεχόμενο της παραγράφου
- της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση, στην οποία αναφέρεται ότι οι εναγόμενοι ήταν και είναι πάντοτε πρόθυμοι και έτοιμοι να προχωρήσουν στη διαιτησία, κάτι το οποίο δηλώνουν και μέσω της ενόρκως δηλούσας γι' αυτούς και ήταν και παραμένουν έτοιμοι και πρόθυμοι να πράξουν κάθε τι αναγκαίο για την ορθή διεξαγωγή της διαδικασίας διαιτησίας. Στην υπόθεση Λελιάνα Τούριστ v. Καρπασίτης & Υιοί
(1991)1 Α.Α.Δ. 75 κρίθηκε ότι η καταχώρηση της αίτησης για αναστολή της διαδικασίας από τους εφεσίβλητους σε συνδυασμό και με την ένορκη δήλωση που την υποστήριζε καθιστούσαν πρόδηλη την ετοιμότητά τους να δεχθούν τη διαιτησία. Των παραπάνω λεχθέντων είναι φανερό ότι η σχετική προϋπόθεση ικανοποιείται. Μολονότι η τύχη της αίτησης έχει κριθεί, εντούτοις, χάριν πληρότητας της απόφασής μου θα εξετάσω και τον ισχυρισμό των εναγόμενων ότι τα κυπριακά Δικαστήρια δεν είναι Forum Conveniens για εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Σύμφωνα με την Hampton Advisory Group S.A. v. Bost AD κ.ά., Πολιτική Έφεση 13/2009, ημερομηνίας 27.3.2012: «.το νομολογιακό δίκαιο που έχει αναπτυχθεί στο θέμα, μέρος ουσιαστικά του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, συγκλίνει στο ότι η αναστολή διατάσσεται μόνο όπου το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι υπάρχει άλλο προσφορότερο Δικαστήριο προς εκδίκαση της υπόθεσης. Τέτοια απόφαση συναρτάται με τη θεώρηση της πραγματικής και ουσιαστικής σύνδεσης της υπόθεσης με μια δικαιοδοσία και περιλαμβάνει παράγοντες όπως τη δημιουργία εξόδων, την ευκολία ή δυσχέρεια στην παρουσίαση μαρτυρίας, το νόμο που διέπει τη συναλλαγή, το χώρο στον οποίο κατοικούν ή διεξάγουν τις επιχειρήσεις τους οι διάδικοι και άλλα παρόμοια πρακτικά θέματα. Αυτά έχουν καθορισθεί στην κλασσική υπόθεση The Spiliada
(1986)3 All E.R. 843, η οποία ακολουθήθηκε και από την Κυπριακή νομολογία, στις υποθέσεις Κωνσταντόπουλου ν. M/V Mediterranean
(1990)1 Α.Α.Δ. και Zeeland Navigation Co Ltd v. Banque Worms
(2000)1 Α.Α.Δ. 707». Επί του προκειμένου, οι εναγόμενοι που έχουν και το σχετικό βάρος απόδειξης του ισχυρισμού τους ότι τα κυπριακά Δικαστήρια δεν είναι το forum conveniens, προς απόσεισή του, προβάλλουν τη θέση ότι αν γίνει ανάληψη δικαιοδοσίας από τα κυπριακά Δικαστήρια, αυτά, θα πρέπει υπό τις περιστάσεις να αποφασίσουν με βάση το εφαρμοστέο δίκαιο που είναι αλλοδαπό δίκαιο, κάτι που θα συνεπάγεται και την υιοθέτηση μιας διαδικασίας όπου θα πρέπει να προσκομιστεί μαρτυρία από την κάθε πλευρά για το ποιο είναι το αλλοδαπό δίκαιο και ποιες οι επιπτώσεις του, ενώ το Δικαστήριο, στο τέλος θα κληθεί να κάνει ευρήματα γεγονότων αναφορικά με το εφαρμοστέο δίκαιο μιας αλλοδαπής χώρας. Αυτή η διαδικασία είναι χρονοβόρα, δαπανηρή και κατά κανόνα ανεπιθύμητη και πολύ σπάνια εφαρμόζεται. Όλα τα παραπάνω, τα οποία αναφέρονται από τον ευπαίδευτο δικηγόρο των εναγόμενων στο πλαίσιο της ικανής - γραπτής - του αγόρευσης, με όλο το σεβασμό, θεωρώ πως δεν καθιστούν προσφορότερο Δικαστήριο προς εκδίκαση της υπόθεσης, το Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο που βρίσκεται στη Μόσχα, λαμβανομένων υπόψη των εξής δεδομένων, σύμφωνα με όσα αναφέρονται από την ενόρκως δηλούσα για τους ενάγοντες στην παράγραφο 7 της ένορκής δήλωσής της, τα οποία ουδέποτε αμφισβητήθηκαν από τους εναγόμενους: Οι εναγόμενοι είναι Κυπριακή εταιρεία και τα γραφεία τους είναι στην Κύπρο. Η επίδικη συμφωνία ημερομηνίας 25.7.2011 καθώς και το έγγραφο αναγνωρίσεως χρέους ημερομηνίας 14.10.2011 καταρτίστηκαν και υπογράφτηκαν στην Κύπρο. Η πλειοψηφία των μαρτύρων και των δύο διαδίκων είναι στην Κύπρο και τέλος, ο διευθυντής και νόμιμος εκπρόσωπος των εναγόντων είναι κάτοικος Κύπρου. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγόντων και σε βάρος των εναγόμενων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) . ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ-TA Subject: Civil/Other Actions /Interim Αναφορά: Πολιτική - Αίτηση: (α) για παραμερισμό και/ή ακύρωση της αγωγής και (β), για αναστολή της διαδικασίας. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο