← Κύπρος

MNS INTERLINK CONSTRUCTION DEVELOPMENT LTD ν. JOANNE SOUTHALL κ.α., Αρ. Αγωγής: 3089/13, 17/7/2013

MNS INTERLINK CONSTRUCTION DEVELOPMENT LTD ν. JOANNE SOUTHALL κ.α., Αρ. Αγωγής: 3089/13, 17/7/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A205 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Στυλιανίδη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3089/13 Μεταξύ: MNS INTERLINK CONSTRUCTION & DEVELOPMENT LTD, από τη Λεμεσό Ενάγοντες Και 1) JOANNE SOUTHALL, από το Ηνωμένο Βασίλειο 2) JAMES WARREN SOUTHALL, από το Ηνωμένο Βασίλειο 3) APLHA BANK CYPRUS LTD, από την Πάφο 4) BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED, από τη Λεμεσό Εναγόμενοι ------------------ Μονομερής Αίτηση των Εναγόντων ημερ. 16.7.13 Ημερομηνία: 17.7.13 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Φ. Τσαγγαρίδης (για να ακούσει απόφαση η κα Ε. Μιχαηλίδου) Ενδιάμεση Απόφαση Οι Ενάγοντες με την παρούσα Αίτηση ζητούν όπως εκδοθούν μονομερώς τα εξής δύο διατάγματα: "Α. Ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα με το οποίο να απαγορεύει και να εμποδίζει την Εναγομένη 3 από του να απαιτεί και/ή με οποιονδήποτε τρόπο να αξιώνει την εκτέλεση πληρωμής της τραπεζικής επιστολής εγγυήσεως για το ποσό των €188.629,60 σεντ πλέον τόκους την οποία έχει εκδώσει η Εναγόμενη 4 ημερομηνίας 08/06/2007 με αριθμό εγγυητικής 00143-02-0032678, η οποία ανανεωνόταν αυτόματα τέσσερις περαιτέρω περιόδους ενός χρόνου έκαστη με ημερομηνία λήξης την 07/06/2012 και της τροποποίησης της ημερομηνίας 22/05/2012 με αριθμό εγγυητικής 00143-02-0032678 και/ή να απαγορεύει στην Εναγόμενη 3 να εισπράττει οποιοδήποτε χρηματικό ποσό από την Εναγόμενη 4 προερχόμενο από την αναφερόμενη εγγυητική επιστολή μέχρι την τελική εκδίκαση της πιο πάνω αγωγής και την πλήρη ικανοποίηση οποιασδήποτε απόφασης ή μέχρι νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η Εναγόμενη 4 όπως αναστείλει την υλοποίηση της εκτέλεσης πληρωμής της τραπεζικής επιστολής εγγύησης που έχει εκδώσει προς όφελος της Εναγόμενης 3 κατ' εντολή των Εναγόντων, για το ποσό των €188.629,60 σεντ πλέον τόκους ημερομηνίας 08/06/2007 με αριθμό εγγυητικής 00143-02-0032678 η οποία ανανεωνόταν αυτόματα τέσσερις περαιτέρω περιόδους ενός χρόνου έκαστη με ημερομηνία λήξης την 07/06/2012 και της τροποποίησης της ημερομηνίας και των τροποποιήσεων 22/05/2012 με αριθμό εγγυητικής 00143-02-0032678 και/ή να απαγορεύει στην Εναγόμενη 4 να πληρώσει οποιοδήποτε χρηματικό ποσό προς την Εναγόμενη 3 προερχόμενο από την αναφερόμενη εγγυητική επιστολή μέχρι την τελική εκδίκαση της πιο πάνω αγωγής και την πλήρη ικανοποίηση οποιασδήποτε απόφασης ή μέχρι νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου. " Η Αίτηση βασίζεται στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 στα άρθρα 5 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 στην Δ.48, Θ.1, 2 και 7 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στην διακριτική ευχέρεια και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η Αίτηση περιέχονται στην επισυνημμένη σ΄ αυτή ένορκη δήλωση του Χρίστου Νικολάου, διευθύνοντα συμβούλου του ομίλου εταιρειών Interlink, μέλους του οποίου αποτελούν και οι ενάγοντες. Θα καταγράψω μόνο τα γεγονότα που έχουν σχέση με το κατ΄ επείγον της υπόθεσης. Ο Ενόρκως Δηλών λέγει ότι οι Ενάγοντες ως εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του ακινήτου με αρ. εγγραφής 24871, Φ/Σχέδιο LVII/13, Τεμάχιο 140, στο χωριό Πισσούρι, ανέγειραν συγκρότημα οικιών με σκοπό την πώληση σε διάφορους ενδιαφερόμενους αγοραστές. Στις 4.1.07 πώλησαν στους εναγόμενους 1 και 2 δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου μια οικία με αρ. 9 έναντι των ΛΚ138.000 (€235.787). Το πωλητήριο έγγραφο κατατέθει στο κτηματολόγιο Λεμεσού. Οι εναγόμενοι 1 και 2 εξασφάλισαν δάνειο από την εναγομένη 3 η οποία για σκοπούς εξασφάλισης ζήτησε από τους εναγόμενους 1 και 2 ως περαιτέρω εξασφάλιση την εκχώρηση των δικαιωμάτων του πωλητηρίου εγγράφου που για το σκοπό αυτό υπεγράφη σχετική συμφωνία. Οι εναγόμενοι 3 προς εξασφάλιση του δανείου προς τους εναγόμενους 1 και 2 ζήτησαν από αυτούς εγγυητική επιστολή τράπεζας που πράγματι εξασφάλισαν από τους εναγόμενους 4 την έκδοση εγγυητικής επιστολής για το ποσό των €

  1. 400 πλέον τόκους με την οποία να εγγυώνται την μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομα των εναγομένων 1 και 2 με ταυτόχρονη υποθήκευση προς όφελος των εναγομένων
  2. Οι εναγόμενοι 1 και 2 εξόφλησαν το τίμημα του ακινήτου το οποίο αγόρασαν αλλά οφείλουν ποσό €17.979,34 το οποίο αποτελείται από τόκους, ασφάλιστρα, φόρους και κοινόχρηστα. Οι ενάγοντες κάλεσαν επανειλημμένα τους εναγόμενους 1 και 2, μετά τον Απρίλιο του 2013, όταν είχε εκδοθεί ο ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας, να δεχτούν μεταβίβαση και εγγραφή του ξεχωριστού τίτλου της οικίας στο όνομά τους και την ταυτόχρονη υποθήκευση προς όφελος των εναγομένων 3 αλλά οι εναγόμενοι 1 και 2 με διάφορες προφάσεις και δικαιολογίες, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει στην ένορκη δήλωσή του ο ενόρκως δηλών, ανέβαλαν την μεταβίβαση και την υποθήκευση του ακινήτου. Με νέα επιστολή τους ημερομηνίας 5.5.13 οι ενάγοντες κάλεσαν και πάλι τους εναγόμενους για μεταβίβαση του ακινήτου και ταυτόχρονη υποθήκευσή του προς όφελος των εναγόμενων 3 για να εκπληρωθούν οι όροι της εγγυητικής επιστολής και ακολούθως ακύρωσή της. Οι εναγόμενοι 1 και 2 δεν μπορούν να δεχθούν την μεταβίβαση αφού δεν μπορούν να πληρώσουν το υπόλοιπο ούτε έχουν χρήματα για να πληρώσουν τα μεταβιβαστικά και αποθηκευτικά δικαιώματα και ούτε μπορούν να εξασφαλίσουν κεφάλαια από άλλη πληγή για το σκοπό αυτό. Είναι ισχυρισμός των εναγόντων ότι οι εναγόμενοι 3 δόλια προσπαθούν να πετύχουν πληρωμή της εγγυητικής για να καλύψουν το δάνειο επειδή οι εναγόμενοι 1 και 2 καθυστερούν δόσεις χωρίς οποιαδήποτε στοιχεία προς τούτο παραμένοντας ο ισχυρισμός αυτός μετέωρος. Συνεχίζει ο ενόρκως δηλών να λέει ότι στην ουσία οι εναγόμενοι 1 και 2 παραβαίνουν υπαίτια τους όρους του πωλητηρίου εγγράφου όπως και οι εναγόμενοι 3 τους όρους της συμφωνίας εκχωρήσεως και παρά το ότι οι εναγόμενοι 1, 2 και 3 βρίσκονται κατά παράβαση απαιτούν και την πληρωμή της εγγυητικής χωρίς λόγο ενεργώντας κακόπιστα. Οι εναγόμενοι 1 και 2 συνεχώς με προφάσεις αποφεύγουν να δεχθούν την μεταβίβαση του ακινήτου και οι εναγόμενοι 3 εντελώς κακόπιστα δυσκολεύουν την κατάσταση αφού οι ίδιοι προτιμούν να εισπράξουν την εγγυητική παρά να ολοκληρωθεί η μεταβίβαση και εγγράψουν υποθήκη. Η έκδοση προσωρινού διατάγματος (ex-parte), συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής Δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί. Δεν αποφασίζεται πρώτα αν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 ικανοποιούνται και έπειτα αν συντρέχει το κατ΄ επείγον. Το κατ΄ επείγον εξετάζεται πρώτον, εφόσον αφορά δικαιοδοτικό όρο και ανεξάρτητα από την ικανοποίηση των ουσιαστικών εκείνων προϋποθέσεων. Στην απόφαση Έλενα Αμβροσιάδου ν Martin Coward, Έφεση αρ. 3/2001 και 4/2001 ημερ. 15.1.13 το Ανώτατο Δικαστήριο είπε τα ακόλουθα: «Είναι σαφές στη νομολογία ότι το κατεπείγον συνιστά δικαιοδοτικό όρο για την έκδοση διατάγματος επί μονομερούς αίτησης. Η παροχή θεραπείας χωρίς να ακουσθεί η πλευρά εναντίον της οποίας αυτή στρέφεται συνιστά παρέκκλιση από τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης και τα ευρύτερα συνταγματικά θέσμια και δικαιολογείται μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις όπου η ανάγκη είναι τόσο επείγουσα ώστε να μην παρέχεται χρόνος για ειδοποίηση της άλλης πλευράς χωρίς να διακινδυνεύεται η όλη εξασφάλιση η οποία επιδιώκεται. Εξ ου και η αναφορά σε «κατεπείγον». Επανειλημμένα το Εφετείο έχει κατακρίνει την ευκολία με την οποία εκδίδονται διατάγματα επί μονομερούς αίτησης ως θέμα συνήθους τακτικής χωρίς τον ιδιαίτερο προβληματισμό που η φύση του θέματος απαιτεί για την κατάδειξη του όντως κατεπείγοντος του πράγματος, έτσι που να παραγνωρίζεται η θεμελιακή σημασία του κατεπείγοντος ως δικαιοδοτικού όρου. Η τακτική αυτή μάλιστα απολήγει συχνά σε εξευτελισμό της διαδικασίας αφού, με δεδομένη πλέον την έκδοση του διατάγματος ex parte, η τελική κρίση παρατείνεται αδικαιολογήτως, όπως συνέβη και στην προκειμένη περίπτωση που, ενώ το διάταγμα εξεδόθη ex parte την 19.1.2010, η τελική κρίση επήλθε την 21.1.2011, δηλαδή ένα ολόκληρο χρόνο μετά. Και δεν είναι δικαιολογία το ότι η καθυστέρηση μπορεί να οφείλεται σε ανετοιμότητα των δικηγόρων, αφού το δικαστήριο έχει τον έλεγχο και τη διαρκή υποχρέωση της ταχείας διεκπεραίωσης που δεν μπορεί να μεταθέτει. Επαναλαμβάνουμε το τι υποδείξαμε επανειλημμένως, ότι σε περίπτωση ex parte αίτησης για έκδοση διατάγματος είναι απείρως ορθότερο, εκτός βεβαίως αν όντως καταδεικνύεται το κατεπείγον, να δίδεται η ελάχιστη προνοούμενη ειδοποίηση στην άλλη πλευρά και η αίτηση να ακούεται εντός των ελαχίστων ημερών που είναι δυνατό αφού καταχωρηθεί η ένσταση. Αυτό θα αποφεύγει και την ανάγκη εκ των υστέρων κρίσης επί του κατεπείγοντος αλλά και θα διασφαλίζει ότι το δικαστήριο θα είναι πιο πληροφορημένο και ως προς ενδεχόμενη παράλειψη πλήρους αποκάλυψης (που και πάλι αν άλλως διεφαίνετο εκ των υστέρων θα καταργούσε το διάταγμα του) και ως προς την όλη εικόνα της υπόθεσης. Η απόφαση του δικαστηρίου, εκδιδόμενη έτσι και τελικώς και οριστικώς, αλλά και συντόμως ως θα όφειλε, θα εξυπηρετούσε ορθώς τις ανάγκες της δικαιοσύνης.» Πρόσφατη απόφαση επί του θέματος είναι η πολιτική έφεση αρ. 145/11 Hellenic Bank Public Company Limited v. Αlpha Panareti Public Limited, ημερομηνίας 13 Ιουνίου 2013, όπου αναφέρονται τα εξής: "Μια εγγυητική επιστολή εκδιδόμενη από τραπεζικό ίδρυμα αποτελεί στη βάση σαφούς νομολογίας ανέκκλητη επιβεβαίωση ότι θα πληρωθεί στη βάση των όρων της και γι΄ αυτό τα Δικαστήρια σπανίως επεμβαίνουν με την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων ώστε η εγγυητική να μην πληρωθεί ή να μην εκτελεσθεί. Οι εγγυητικές θεωρούνται στο εμπόριο ουσιαστικά ως μετρητά χρήματα και στην απουσία ισχυρότατου λόγου προς το αντίθετο δεν νοείται η μη πληρωμή ή η μη εκτέλεση της εγγυητικής. Ως τέτοιος λόγος έχει νομολογιακά αναγνωρισθεί μόνο η ύπαρξη δόλου που θα πρέπει να βαρύνει τον δικαιούχο της εγγυητικής και να είναι ταυτόχρονα και στη γνώση της τράπεζας. Έχει δε λεχθεί αυθεντικά από τη νομολογία ότι ο ισχυρισμός δόλου πρέπει όχι μόνο να τίθεται από τον ένα των διαδίκων, αλλά και να υποστηρίζεται από πλήρη και επαρκή στοιχεία ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να τον αξιολογήσει, έστω σε πρωταρχικό στάδιο, όταν ασχολείται με τη δυνατότητα έκδοσης προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος. (Δέστε σχετικά τις υποθέσεις R D Harbottle (Mercantile) Ltd & another v. National Westminster Βank Ltd & others

(1877)2 All E.R. 862, Malas (trading as Hamzen Malas & Sons v. British Imex Industries Ltd
(1958)2 Q.B.D. 127 και Themelhelp Ltd v. West and others
(1995)4 All E.R. 215). .................................. Οι εφεσίβλητοι είχαν όμως υποχρέωση, στα πλαίσια της προώθησης της αίτησης για προσωρινό διάταγμα, να παρουσιάσουν πλήρη και επαρκή στοιχεία, σχετικά με τον κατ΄ ισχυρισμό δόλο, πράγμα το οποίο απέτυχαν να πράξουν, εφόσον η μοναδική σχετική παράγραφος στην ένορκη δήλωση του Ανδρέα Ιωάννου, διευθυντή των εφεσιβλήτων, ήταν η παρ. 18, στην οποία με γενικότητα καταλογίζεται δόλος εναντίον του εναγομένου 3 και των εφεσειόντων/εναγομένων 1. .................................. Είναι δε σαφές από τη νομολογία που έχει προαναφερθεί, ότι οι υποχρεώσεις που απορρέουν από μια εγγυητική επιστολή είναι ανεξάρτητες από τις μεταξύ των μερών ή των εμπορευομένων διαφορές, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους. Είναι γι΄αυτό το λόγο που τα Δικαστήρια δεν επεμβαίνουν στις εγγυητικές επιστολές, στην απουσία εμφανούς δόλου." Όπως φαίνεται πιο πάνω ύπαρξη δόλου θα πρέπει να βαρύνει το δικαιούχο της εγγυητικής και να είναι ταυτόχρονα και στη γνώση της τράπεζας. Ο ισχυρισμός δόλου πρέπει όχι μόνο να τίθεται από τον ένα τον διαδίκων αλλά και να υποστηρίζεται από πλήρη και επαρκή στοιχεία ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να τον αξιολογήσει έστω σε πρωταρχικό στάδιο, που είναι η παρούσα διαδικασία. Οι ενάγοντες έθεσαν τον ισχυρισμό ότι οι εναγόμενοι 3 επιδιώκουν με την πληρωμή της εγγυητικής την εξόφληση του δανείου αφού είναι προβληματικό επειδή οι εναγόμενοι 1 και 2 δεν πληρώνουν τις δόσεις τους γεγονός το οποίο θεωρούν ότι αποτελεί δόλο από μέρους των εναγομένων 3 χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω στοιχεία. Μέσα από την ένορκη δήλωση φαίνεται ότι ο πραγματικός λόγος είναι η έλλειψη κεφαλαίων και η οικονομική στενότητα από μέρους των εναγομένων 1 και 2 να εκπληρώσουν τις οικονομικές τους υποχρεώσεις προς τους ενάγοντες που είναι η καταβολή του ποσού των €17,979,34 πλέον μεταβιβαστικά και υποθηκευτικά δικαιώματα. Είναι φανερό ότι απουσιάζει από τα γεγονότα που εκτίθενται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση ο εμφανής δόλος. Οι υποχρεώσεις που απορρέουν από μια εγγυητική επιστολή είναι ανεξάρτητες από τις μεταξύ των μερών ή των εμπορευομένων διαφορές τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους. Η πρόθεση δόλου εκ μέρους των εναγομένων 3 δεν στοιχειοθετείται. Συνεπεία των πιο πάνω δεν έχω ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τίθενται από τη νομολογία για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων (ύπαρξη εμφανούς δόλου) ως επίσης δεν έχω ικανοποιηθεί από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης ότι προκύπτει ο κίνδυνος οι ενάγοντες - αιτητές να υποστούν ανεπανόρθωτη βλάβη (irretrievable injustice). Η αίτηση απορρίπτεται. Καμία διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ............ Γ. Στυλιανίδης, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./Θ.Γ. Subject: Civil/Interim Application -Ex-parte Αναφορά: Μονομερής αίτηση -Απαγορευτικό Διάταγμα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.