← Κύπρος

PVHC Limited ν. Mark McGourty, Αγωγή αρ. 5621/2012, 31/7/2013

PVHC Limited ν. Mark McGourty, Αγωγή αρ. 5621/2012, 31/7/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A217 ΣΤO ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙO ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. Αγωγή αρ. 5621/2012 ΜΕΤΑΞΥ: PVHC Limited Εναγόντων και Mark McGourty Εναγομένου Αίτηση ημερ. 15.4.2013 Ημερομηνία: 31/7/2013 Για τους Ενάγοντες-Αιτητές: Κος Aλ. Τσιρίδης Για τον Εναγόμενο-Καθ'ου η αίτηση: Koς Γ. Χριστοδούλου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Το Δικαστήριο με την παρούσα αίτηση εξετάζει αιτούμενη θεραπεία για έκδοση διατάγματος anti-suit injunction με το οποίο ζητείται συγκεκριμένα να απαγορεύει στον Εναγόμενο είτε προσωπικά είτε μέσω των αντιπροσώπων του και/ή των υπαλλήλων του και/ή των εκπροσώπων του από το να προωθήσει ή να συνεχίζει να προωθεί ή να συμμετάσχει στη δικαστική διαδικασία εναντίον του Ενάγοντος στην υπόθεση 40/2013 του Εργατικού Δικαστήριο του Ντουμπάι (Dubai Labour Court) ή να ξεκινήσει οποιοιδήποτε άλλη διαδικασία εναντίον του Ενάγοντος που να βασίζεται στην συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ημερομηνίας 5 Μαρτίου 2012 με τίτλο Separation and Settlement Agreement (συμφωνία διακοπής και συμβιβασμού). Τo αίτημα στηρίζεται σε ένορκη δήλωση της κας Ελένης Αποστολίδου δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των Αιτητών - Εναγόντων, η οποία λαμβάνει πληροφορίες από το φάκελο της υπόθεσης που περιλαμβάνει όλα τα σχετικά έγγραφα από τους Αιτητές και τους νομικούς τους συμβούλους στο εξωτερικό. Η νομική βάση της αίτησης ως παρουσιάζεται σε αυτή είναι κυρίως τα άρθρα 31, 32 και 48 του περί Δικαστηρίων Νόμου, καθώς και τα άρθρα 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου όπως επίσης και στη Δ.48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Τα λοιπά άρθρα που παρουσιάζονται στο σώμα της αίτησης δεν φαίνεται να έχουν σχέση με την αιτούμενη θεραπεία. Γίνεται ακόμη επίκληση του δικαίου της επιείκειας, στις αρχές του Κοινοδικαίου και της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου. Στην αίτηση αυτή υπήρξε ένσταση της πλευράς του Εναγομένου-Καθ'ου η αίτηση στη βάση κυρίως των ιδίων άρθρων. Η ένσταση συνοδεύεται με ένορκη δήλωση του κ. Θωμά Χριστοδούλου, δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων του Εναγομένου και η γνώση του στηρίζεται επίσης σε έγγραφα που έλαβε και σχετική πληροφόρηση από τον ίδιο τον Εναγόμενο και τους δικηγόρους του. Στις 17.7.2013 οι διάδικοι μέσω των δικηγόρων τους προχώρησαν στην κατάθεση γραπτών αγορεύσεων υποστηρίζοντας τις αντίστοιχες θέσεις. Είναι χρήσιμο να δούμε τα γεγονότα με βάση τη θεώρηση των Εναγόντων πρώτα και αμέσως μετά με βάση τη θεώρηση του Εναγομένου. Πρέπει να λεχθεί ότι δεν υπάρχουν ιδιαίτερες διαφορές ως προς τα γεγονότα εκτός από τα συγκεκριμένα σημεία που θα μας απασχολήσουν στη συνέχεια. Με βάση τη θεώρηση της πλευράς των Αιτητών, τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως εξής: Οι Αιτητές είναι Κυπριακή Εταιρεία με θυγατρική και άλλες συνδεδεμένες εταιρείες στο Ντουμπάι. Ο Εναγόμενος είναι Αμερικανός με κατοικία στο Ντουμπάι. O Εναγόμενος υπέγραψε την συμφωνία εργοδότησης με τους Αιτητές ημερ. 1/3/2010 που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 στην Ε.Δ. Αποστολίδου. Η εν λόγω συμφωνία περιλάμβανε πρόνοια για παραπομπή των διαφορών σε διαιτησία. Επίσης «για σκοπούς εξασφάλισης άδειας εργασίας στο Ντουμπάι» ο Εναγόμενος υπέγραψε και μία τοπική συμφωνία εργοδότησης με την τοπική εταιρεία TVM Shared Services JLT ('TVMSS') που είναι συνδεδεμένη με τους Αιτητές. Τα γεγονότα αυτά αναφέρονται στην ένορκο δήλωση του Θ. Χριστοδούλου που συνοδεύει την ένσταση του Εναγομένου. Η εργοδότηση του Εναγομένου τερματίστηκε και υπογράφτηκε μεταξύ τους η συμφωνία διακοπής και συμβιβασμού ημερ. 5/3/2012(Separation and Settlement Agreement) η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 2 στην Ε.Δ. Αποστολίδου. Η συμφωνία αυτή δεν υπογράφτηκε από την TVMSS. Με βάση τον όρο 12 της εν λόγω συμφωνίας η συμφωνία διέπεται από το Κυπριακό Δίκαιο και τα δικαστήρια της Κύπρου έχουν αποκλειστική δικαιοδοσία επί κάθε διαφωνίας που προκύπτει με βάση την εν λόγω συμφωνία. Ο όρος αυτός είναι ο πυρήνας της παρούσας αίτησης. Με βάση αυτή την συμφωνία διακοπής και συμβιβασμού - (Τεκμ. 2) διατηρήθηκαν σε ισχύ κάποιες πρόνοιες της συμφωνίας εργοδότησης σε σχέση με τις υποχρεώσεις Εμπιστευτικότητας του Εναγομένου. Συγκεκριμένα διατηρήθηκαν οι πρόνοιες της παραγράφου 5 της συμφωνίας εργοδότησης. Οι Αιτητές καταχώρησαν την παρούσα αγωγή στον Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού που αρχικά αφορούσε τις παραβάσεις της συμφωνίας διακοπής και συμβιβασμού από τον Εναγόμενο. Όσον αφορούσε τις παραβάσεις σε σχέση με τις υποχρεώσεις Εμπιστευτικότητας του Εναγομένου που πηγάζουν από την παράγραφο 5 της συμφωνίας εργοδότησης και που διατηρήθηκαν σε ισχύ, οι Αιτητές παρέπεμψαν την διαφορά σε διαιτησία σύμφωνα με την ρήτρα διαιτησίας της συμφωνίας εργοδότησης. Η διαιτησία ξεκίνησε στο Ντουμπάι με αριθμό 188/

  1. Ο Εναγόμενος προέβαλε προδικαστική ένσταση στην βάση ότι το διαιτητικό δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία για το λόγο ότι η παράγραφος 5 της συμφωνίας εργοδότησης που παρέμεινε σε ισχύ διέπετο από τις πρόνοιες δικαιοδοσίας της συμφωνίας διακοπής και συμβιβασμού, δηλαδή της αποκλειστικής δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων. Τελικά το διαιτητικό δικαστήριο αποφάσισε ότι δεν είχε δικαιοδοσία. Θεώρησε ότι ναι μεν διατηρήθηκε σε ισχύ η παράγραφος 5 της συμφωνίας εργοδότησης άλλα δεν διατηρήθηκε σε ισχύ η ρήτρα διαιτησίας της συμφωνίας εργοδότησης αφού αυτή αντικαταστάθηκε από την ρήτρα δικαιοδοσίας της συμφωνίας διακοπής και συμβιβασμού. (Η απόφαση του διαιτητικού δικαστηρίου επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 3 στην Ε.Δ. Αποστολίδου). Ως αποτέλεσμα οι Αιτητές καταχώρησαν αίτηση τροποποίησης του κλητηρίου εντάλματος της παρούσας αγωγής για να συμπεριλάβουν τις επιπρόσθετες βάσεις αγωγής που πηγάζουν από την παράγραφο 5 της συμφωνίας εργοδότησης στην παρούσα αγωγή. Το Δικαστήριο ενέκρινε την τροποποίηση εκ συμφώνου και τροποποιημένο κλητήριο καταχωρήθηκε στις 5.6.
  2. Πάντα σύμφωνα με την πλευρά των Αιτητών, ο Εναγόμενος, κατά παράβαση της ρήτρας αποκλειστικής δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων, δικαιοδοσία την οποία ο ίδιος αποδέχτηκε με την καταχώρηση εμφάνισης και που ο ίδιος προέβαλε ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου του Ντουμπάι, καταχώρησε αγωγή στο Εργατικό Δικαστήριο του Ντουμπάι εναντίον της εταιρείας TVMSS και των Αιτητών ημερ. 17/1/2013 (βλ. Τεκμ. 5 επί της ένορκης δήλωσης της κας Αποστολίδου). Διευκρινίζεται πάντως από τους Αιτητές ότι η παρούσα αίτηση δεν αποσκοπεί στην εμπόδιση του Εναγομένου να κινηθεί εναντίον της TVMSS στο Ντουμπάι με βάση την τοπική συμφωνία εργοδότησης αλλά μόνο στην προώθηση της αγωγής στο Ντουμπάι εναντίον των Αιτητών. Από την αγωγή που καταχώρησε ο Εναγόμενος στο Ντουμπάι φαίνεται ότι η βάση αγωγής εναντίον των Αιτητών στην συγκεκριμένη αγωγή βασίζεται στην συμφωνία διακοπής και συμβιβασμού. Συγκεκριμένα αναφέρεται ρητά στην αγωγή, και συγκεκριμένα στις σελίδες 4 και 5 του Τεκμηρίου 5, ότι η απαίτηση εναντίον του Αιτητή βασίζεται στην συμφωνία ημερομηνίας 5.3.2012, δηλαδή την συμφωνία διακοπής και συμβιβασμού. Οι φόβοι των Αιτητών εστιάζονται στις παραγράφους 26 και 27 της ένορκης δήλωσης της κας Αποστολίδου που έχουν ως εξής: «
  3. Περαιτέρω αν το Δικαστήριο δεν εγκρίνει την αίτηση τότε υπάρχει σοβαρή πιθανότητα να εκδοθούν 2 αποφάσεις από 2 διαφορετικά δικαστήρια επί των ίδιων θεμάτων. Περαιτέρω υπάρχει και η πιθανότητα οι 2 αυτές αποφάσεις να συγκρούονται μεταξύ τους. Σε τέτοια περίπτωση οι διάδικοι θα βρίσκονται σε πολύ δύσκολη θέση αφού δεν θα μπορούν να συμμορφωθούν και με τις 2 αποφάσεις.
  4. Οι Αιτητές έχουν παρουσία στα ΗΑΕ και σε περίπτωση που εκδοθεί απόφαση εναντίον τους στα ΗΑΕ επί θεμάτων που βρίσκονται υπό την αποκλειστική δικαιοδοσία του Κυπριακού Δικαστηρίου τότε θα μπορεί να εκτελεστεί στα ΗΑΕ παρά το ότι θα έχουν επιτύχει την απαίτηση τους στην Κύπρο». Στην αντίπερα πλευρά ο Εναγόμενος ισχυρίζεται τα εξής: Ο Εναγόμενος εργοδοτήθηκε από τους Αιτητές ως διευθύνων Σύμβουλος της εταιρείας από τη 1η Μαρτίου 2010 μέχρι τις 29 Μαϊου
  5. Όπως είχε προβλεφθεί από τα μέρη κατά τη περίοδο εκτέλεσης της Σύμβασης Εργοδότησης, ο Εναγόμενος είχε κατά τη διάρκεια της εργοδότησης του ως βάση πλήρους απασχόλησης του το Ντουμπάϊ . Οι Αιτητές δεν είναι εγγεγραμμένοι στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Επομένως, δε θα μπορούσαν να εργοδοτήσουν νόμιμα τον Εναγόμενο εντός των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Για το λόγο αυτό, υπογράφηκε στις 28/10/2010 και μια δεύτερη Συμφωνία Εργοδότησης με την TVMSS, θυγατρική εταιρεία των Εναγόντων στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (είναι το Τεκμ. 1 επί της ένορκης δήλωσης του κ. Θ. Χριστοδούλου). Κατά τον τερματισμό και των δύο συμφωνιών, οι παρόντες διάδικοι (αλλά όχι η TVMSS) σύναψαν και εκτέλεσαν τη Συμφωνία Διαχωρισμού και Διακανονισμού, ημερομηνίας 05 Μαρτίου 2012, η οποία φέρεται να σκιαγραφεί τις αντίστοιχες υποχρεώσεις του ενός μέρους προς το άλλο μετά τον τερματισμό εργοδότησης. Σύμφωνα με τον Όρο 2 της Συμφωνίας Διαχωρισμού και Διακανονισμού, οι Αιτητές υποχρεούνται να καταβάλουν στον Εναγόμενο το ποσό των 211,666.67 Δολαρίων Αμερικής. Το εν λόγω ποσό περιλαμβάνει τα δικαιώματα τερματισμού, δικαίωμα σε εφάπαξ ποσό κατά τη συνταξιοδότηση και οφειλόμενα μπόνους. Οι Αιτητές παρέλειψαν να καταβάλουν στον Εναγόμενο τα δικαιώματα τερματισμού που προβλέπονται από τον Νόμο των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και αναλύονται στη Συμφωνία Διαχωρισμού και Διακανονισμού. Ακόμη διατυπώθηκαν από την πλευρά του Καθ' ου η Αίτηση - Εναγομένου και οι ακόλουθες θέσεις - απαντήσεις προς τους ισχυρισμούς των Αιτητών: · Οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι ο Εναγόμενος είχε προηγουμένως δηλώσει είτε κατά τη διάρκεια διαιτητικής διαδικασίας είτε σε άλλη περίπτωση ότι οποιεσδήποτε αξιώσεις του σχετικά με την εργοδότηση του στους Ενάγοντες και/ή στην TVMSS πρέπει να εγείρονται στη Κύπρο δεν ευσταθεί. · Σε απάντηση της αίτησης διαιτησίας ενώπιον του Διεθνούς Κέντρου Διαιτησίας του Ντουμπάϊ που είχαν υποβάλει οι Αιτητές στις 04 Ιουλίου 2012 και μέσω της οποίας ισχυριζόταν ότι ο Εναγόμενος είχε ενεργήσει κατά παράβαση του Όρου 5 της Σύμβασης Εργοδότησης δυνάμει της Συμφωνίας Διαιτησίας που εμπεριέχετο στη Σύμβαση Εργοδότησης, ο Εναγόμενος υπέβαλε ένσταση αρμοδιότητας καθώς τα μέρη δεν είχαν συμφωνήσει για υπαγωγή σε διαιτησία. Ο Εναγόμενος προέβαλε δύο ανεξάρτητους ισχυρισμούς προς υπεράσπιση τόσο των αξιώσεων του όσο και της ένστασης σχετικά με την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου: (α) ότι η Συμφωνία Διαιτησίας που εμπεριέχεται στη Σύμβαση Εργοδότησης έχει τροποποιηθεί και αντικατασταθεί ρητά από την ρήτρα αποκλειστικής δικαιοδοσίας στη Συμφωνία Διαχωρισμού και Διακανονισμού και (β) ότι βάσει του νομικού πλαισίου στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και ανεξαρτήτως οποιασδήποτε συμφωνίας μεταξύ των μερών, αρμοδιότητα για την εκδίκαση οποιασδήποτε διαφοράς σχετικά με δικαιώματα εργαζομένων κάτω από το Εργατικό Δίκαιο των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων έχουν τα Εργατικά Δικαστήρια των ΗΑΕ. Η Τελική Διαιτητική Απόφαση του Δικαστηρίου είχε ως βάση μόνο έναν από τους δυο ισχυρισμούς. Βάσει της δικής του ερμηνείας της Συμφωνίας Διαχωρισμού και Διακανονισμού, το Διαιτητικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι τα μέρη είχαν συμφωνήσει όπως όλες οι μελλοντικές διαφορές που εγείρονται μέσω της Συμφωνίας Διαχωρισμού και Διακανονισμού υπόκεινται στη δική της ρήτρα επίλυσης διαφορών η οποία προέβλεπε αποκλειστική δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό των Αιτητών ότι ήταν η πρόθεση των μερών όπως μια πτυχή της Συμφωνίας (δηλαδή παραβιάσεις του Όρου 5 της Σύμβασης Εργοδότησης) θα υπάγονταν σε διαιτησία. Μετά και από αυτή τη διαπίστωση, το Διαιτητικό Δικαστήριο δεν έκρινε σκόπιμο να εξετάσει τον δεύτερο ισχυρισμό σχετικά με το Εργατικό Δίκαιο των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Εντούτοις, είναι ξεκάθαρο από το Εργατικό Δίκαιο των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων ότι η εκδίκαση οποιασδήποτε διαφοράς σχετικής με δικαιώματα εργαζομένων που προκύπτουν κάτω από το Εργατικό Δίκαιο των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων εμπίπτει εντός της δικαιοδοσίας του Τμήματος Εργασίας των ΗΑΕ και των Εργατικών Δικαστηρίων των ΗΑΕ. (Άρθρο 6 του Εργατικού Νόμου των Η.Α.Ε.) · Στις 17 Ιανουαρίου 2013, ο Εναγόμενος υπέβαλε αίτηση για καταβολή των δικαιωμάτων τερματισμού που δικαιούτο σύμφωνα με το Άρθρο 6 του Εργατικού Κώδικα των ΗΑΕ εναντίον της TVMSS και των Αιτητών (Αρ. Αγωγής 40/2013). To Εργατικό Δικαστήριο του Ντουμπάϊ ανέλαβε την αρμοδιότητα για την εκδίκαση της αξίωσης σχετικά και με τους δυο Εναγομένους με την πρώτη ακρόαση να λαμβάνει χώρα στις 21 Φεβρουαρίου
  6. Η θυγατρική της (TVMSS) εκπροσωπείται από δικηγόρο όμως οι Αιτητές δεν είχαν μέχρι τότε καταχωρήσει εμφάνιση. Σύμφωνα με την πλευρά του Καθ' ου η Αίτηση, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού πρέπει να επιτρέψει στο Δικαστήριο των ΗΑΕ να φτάσει σε δική του απόφαση σχετικά με την αρμοδιότητα του σύμφωνα με το τοπικό νομικό πλαίσιο που διέπει την εν λόγω διαφορά η οποία αδιαμφισβήτητα αποτελεί μια εργασιακή σχέση στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Αναλυτικότερα ετέθη ο ισχυρισμός ότι κατά πάσα πιθανότητα και ανεξάρτητα από το γεγονός ότι οποιαδήποτε αντίθετη συμφωνία μεταξύ των μερών σχετικά με την εκλογή αλλοδαπής δικαιοδοσίας για εργατική διαφορά στα ΗΑΕ θα εκηρύσσετο άκυρη από τα Δικαστήρια των ΗΑΕ, οποιαδήποτε θετική απόφαση από Κυπριακό Δικαστήριο επίσης δεν θα καθίστατο εκτελεστέα από τα Δικαστήρια ΗΑΕ καθώς όπου υπάρχει τοπική δικαιοδοσία για την εκδίκαση μιας διαφοράς από Δικαστήριο των ΗΑΕ, αλλοδαπές αποφάσεις δεν καθίστανται εκτελεστέες (Άρθρο 235

(2)(α) του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας των ΗΑΕ). Κατά συνέπεια, θα ήταν προδήλως άδικο εάν σε συνθήκες όπου οποιαδήποτε απόφαση από Κυπριακό Δικαστήριο θα εκηρύσσετο άκυρη και μη εκτελεστή το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού εξέδιδε διάταγμα που να απαγορεύει στον Εναγόμενο την νόμιμη άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων του στα ΗΑΕ εναντίον των Αιτητών μέσω επιδίωξης άμεσης εκτέλεσης των δικαιωμάτων τερματισμού του. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το Εργατικό Δικαστήριο των ΗΑΕ θα προχωρήσει με την εκδίκαση της εργατικής διαφοράς του Εναγομένου με την TVMSS. Θα πρέπει να επιτραπεί στο Εργατικό Δικαστήριο του Ντουμπάϊ να ασκήσει την δικαιοδοσία σχετικά με όλες τις πτυχές αυτής της εργατικής διαφοράς στα ΗΑΕ (για όλες αυτές τις θέσεις επισυνάπτεται νομική γνωμοδότηση ενός των δικηγόρων του εναγομένου στο ΗΑΕ - Τεκμ. 6 στην ένορκη δήλωση του Θ. Χριστοδούλου). · Απορρίπτεται ακόμα ο ισχυρισμός ότι η Αγωγή με αριθμό 40/2013 καταχωρήθηκε με κακή πίστη και ως προσπάθεια ενόχλησης ή άσκησης πίεσης προς τους Ενάγοντες. Η αγωγή είχε καταχωρηθεί στο Εργατικό Δικαστήριο του Ντουμπάϊ πριν λάβει ο Εναγόμενος τα δικόγραφα της παρούσας αγωγής από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, στις 28 Ιανουαρίου
  1. Αντιθέτως, οποιαδήποτε κακή πίστη μεταξύ των μερών εκδηλώθηκε από τους Ενάγοντες, που εκτός από τη διαδικασία ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, σε συνεργασία με της θυγατρικές της έχει ξεκινήσει ξεχωριστή ποινική και πολιτική διαδικασία εναντίον του Εναγομένου στα ΗΑΕ καθώς και ποινική διαδικασία στο Πρωτόδικο Δικαστήριο του Μπανι Γιας στο Αμπου Ντάμπι (Αρ. Αγωγής 5686/2012) διαδικασίες, οι οποίες κατά την εισήγηση, καταχωρήθηκαν από τους Ενάγοντες για σκοπούς παρενόχλησης του Εναγομένου. Από τις δυο διαιτητικές διαδικασίες ενώπιον του Διεθνούς Κέντρου Διαιτησίας του Ντουμπάϊ, η Αγωγή 188/2012 απορρίφθηκε λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας. Ο Εναγόμενος επιδιώκει την απόρριψη και της Αγωγής 365/2012 επίσης για λόγους έλλειψης δικαιοδοσίας. Σχετικά με τις ποινικές κατηγορίες, ο Εναγόμενος κρίθηκε αθώος σε όλες τις κατηγορίες εναντίον του από το Πρωτόδικο Δικαστήριο του Μπανι Γιας με την έφεση εναντίον της αθώωσης του επίσης να απορρίπτεται. Παρά την αρνητική εξέλιξη στις δικαστικές διαδικασίες που είχαν εγείρει οι Ενάγοντες εναντίον του οι Αιτητές αρνούνται να καταβάλουν τα δικαιώματα τερματισμού του, τα οποία ήταν καταβλητέα στις 29 Μαϊου
  2. Επιπρόσθετα, παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις, οι Αιτητές αρνήθηκαν να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα για την ακύρωση της βίζας παραμονής του Εναγομένου στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα «σε μια προσπάθεια να τους εμποδίσουν από το να επιδιώξουν εναλλακτική εργοδότηση στα ΗΑΕ, κάτι που επίσης αποτελεί παράβαση της Συμφωνίας Διαχωρισμού και Διακανονισμού». Η κατάληξη της πλευράς του εναγομένου είναι ότι με την αγωγή του στο Dubai διεκδικεί τα νόμιμα δικαιώματα του και κατ' ουδένα τρόπο παρεμποδίζει την διαδικασία στη Κύπρο και ούτε η καταχώρηση της συνιστά ασυνείδητη πράξη που έγινε κακή τη πίστη με σκοπό να παρενοχλήσει και να καταπιέσει τους Ενάγοντες/Αιτητές. Νομική πτυχή και οι θέσεις των δύο πλευρών Α. Η φύση του ανταγωγικού διατάγματος Επί της φύσης του διατάγματος δεν υπάρχει διχογνωμία στις δύο πλευρές εξάλλου είναι χαρακτηριστικό ότι η νομολογία που χρησιμοποιήθηκε και από τους δύο συνηγόρους είναι σχεδόν αυτούσια. Θα προχωρήσω σε συνοπτική αναφορά σε σχέση με τη νομική φύση του διατάγματος εξηγώντας πρωταρχικά ότι τέτοια διατάγματα δεν στρέφονται εναντίον ξένων Δικαστηρίων αλλά επενεργούν επί των καθ' ων η αίτηση προσωπικά παρά το ότι βέβαια το πρακτικό αποτέλεσμα είναι η παρεμπόδιση της ξένης διαδικασίας. Στο σύγγραμμα Commercial Injunctions, Steven Gee Q.C. Fifth Edition. «It is not directed at the foreign court, it does not call into question the jurisdiction of the foreign court, and it is granted under the in personam jurisdiction of a court of equity.' Στο ίδιο σύγγραμμα στις σελίδα 397-401 αναλύονται οι σχετικές αρχές εκ των οποίων διαφαίνονται ότι ισχύουν διαφορετικά κριτήρια και η προσέγγιση του Δικαστηρίου είναι διαφορετική ανάλογα με το λόγο για τον οποίο ζητείται. Όπως υπέδειξε και ο κ. Τσιρίδης διαφορετικά είναι τα κριτήρια και η προσέγγιση του Δικαστηρίου όταν ο λόγος που ζητείται το διάταγμα είναι το forum non conveniens και διαφορετικά όταν ο λόγος είναι η ύπαρξη ρήτρας αποκλειστικής δικαιοδοσίας. Στην περίπτωση ρήτρας αποκλειστικής δικαιοδοσίας έχει δημιουργηθεί δικαίωμα στον Αιτητή να μην κινηθεί εναντίον του ο Καθ'ού η Αίτηση και το Δικαστήριο θα πρέπει να εφαρμόσει και να δώσει ισχύ σε αυτό το δικαίωμα. Συγκεκριμένα στην σελίδα 398 αναφέρεται: «The idea that the remedy can be granted when a person has a right not be sued in the foreign jurisdiction includes cases where there is an exclusive jurisdiction clause or arbitration clause, or where the English Court gives effect to an anticipatory defence available against the claim made in the foreign forum.» Στη συνέχεια του συγγράμματος, στην σελίδα 401 αναφέρονται και τα ακόλουθα: «An exclusive jurisdiction clause which confers jurisdiction on the English court exclusively contains within it a negative covenant that a party will not sue abroad. The same is true of an English arbitration clause. Both can be enforced by injunction restraining foreign proceedings. A contractual provision promising not to sue abroad will 'ordinarily' be enforced by injunction unless 'strong reason' is shown for not doing so». O κ. Τσιρίδης υποδεικνύοντας το πιο πάνω απόσπασμα κάλεσε το Δικαστήριο να μην επιδείξει ατολμία ή διστακτικότητα ούτε «και επιφυλάξεις με βάση την ευγένεια μεταξύ κρατών αλλά ούτε και θα πρέπει να περιμένει να δει τι θα πράξει το ξένο Δικαστήριο». Καταλήγει δε ο ευπαίδευτος συνήγορος ότι από την στιγμή που η ρήτρα αποκλειστικής δικαιοδοσίας είναι νόμιμη με βάση το δίκαιο της Κύπρου τότε δεν είναι εμπόδιο στον έκδοση του διατάγματος που ζητείται το γεγονός ότι το αλλοδαπό δικαστήριο δεν θα αναγνωρίσει η εφαρμόσει την ρήτρα αυτή. Στο ίδιο σύγγραμμα αναφέρεται: «'If the clause is valid under the proper law which applies to this question under English conflict of law rules then the fact that the foreign tribunal will not recognize it as valid or give effect to it because of it so local public policy will often not prevent an English court enforcing it though anti-suit injunction». Στην υπόθεση Akai Pty Limited v. People's Insurance Co. Limited [1998] 1 Lloyd's Rep. 90 η συμφωνία προέβλεπε ότι διέπετο από Αγγλικό Δίκαιο και υπήρχε ρήτρα αποκλειστικής δικαιοδοσίας των Αγγλικών Δικαστηρίων. Ο ασφαλισμένος κινήθηκε με αγωγή στην Αυστραλία. Η ασφαλιστική εταιρεία ζήτησε αναστολή των διαδικασιών στην Αυστραλία αλλά τα Αυστραλιανά δικαστήρια έκριναν ότι η ρήτρα δικαίου και δικαιοδοσίας ήταν άκυρη για λόγους δημοσίου συμφέροντος στην Αυστραλία και απέρριψαν το αίτημα για αναστολή των δικαστικών διαδικασιών. Η ασφαλιστική εταιρεία τότε εξασφάλισε anti-suit injunction εναντίον του ασφαλισμένου στο Αγγλικό δικαστήριο το οποίο έκρινε ότι η ρήτρα εφαρμογής Αγγλικού δικαίου και η ρήτρα αποκλειστικής δικαιοδοσίας ήταν νόμιμη με βάση το δίκαιο της Αγγλίας. Χρήσιμη είναι και η αναφορά στο σύγγραμμα Cheshire, North & Fawcett, Private International Law, Fourteenth Edition όπου στη σελίδα 458 διαχωρίζει τις υποθέσεις στις οποίες εκδίδονται anti-suit injunctions σε δύο κατηγορίες ως ακολούθως: (α) where the conduct of the party to be restrained is unconscionable (β) where the bringing of the proceedings abroad is in breach of agreement Κατά τους Αιτητές, η ύπαρξη συμφωνίας αποκλειστικής δικαιοδοσίας εμπίπτει στην δεύτερη κατηγορία, οι οποίοι επίσης λέγουν ότι η ύπαρξη ρήτρας αποκλειστικής δικαιοδοσίας δημιουργεί δικαίωμα να μην κινηθεί αγωγή σε άλλη δικαιοδοσία και ο Αιτητής έχει δικαίωμα να ζητήσει την εφαρμογή του δικαιώματος αυτού. Μόνο αν υπάρχουν ισχυροί λόγοι θα πρέπει το Δικαστήριο να αρνηθεί την έκδοση του διατάγματος. Ιδιαίτερα χρήσιμη φαίνεται να είναι η υπόθεση Donοhue v. Armco Inc [2002] 1 All ER 749 την οποία επικαλέσθηκαν με διαφορετικό τρόπο και οι δύο πλευρές. Στην συγκεκριμένη υπόθεση το Δικαστήριο τελικά απέρριψε το αίτημα για έκδοση anti-suit injunction. Ο Αιτητής ζητούσε την έκδοση διατάγματος στην Αγγλία στην βάση ρήτρας δικαιοδοσίας. Ο Καθ' ου η αίτηση είχε κινηθεί με αγωγή στην Αμερική με ισχυρισμό για απάτη εναντίον του Αιτητή και άλλων. Αν το δικαστήριο εξέδιδε το διάταγμα τότε θα υπήρχαν παράλληλες διαδικασίες και στις δύο χώρες επί της ίδιας απάτης. Αυτό συνιστούσε ισχυρό λόγο να μην εκδοθεί το διάταγμα αφού η ίδια υπόθεση θα έσπαζε στα δύο με παράλληλες διαδικασίες με πιθανότητα να υπάρχουν συγκρουόμενες αποφάσεις επί το θέματος της απάτης. Όμως κρίθηκε σημαντικό το γεγονός ότι στην συγκεκριμένη υπόθεση επηρεάζονταν τρίτα πρόσωπα. Γι' αυτό ο κ. Χριστοδούλου προέβαλε την θέση ότι ισχύει εν προκειμένω αφού ήταν η θέση του ότι επηρεάζονται τρίτα πρόσωπα (η TVVSS). Επικαλούμενος τα λεχθέντα υπό του Lord Bingham: ".....the English court may well decline to grant an anti-suit injunction or a stay where the interests of parties other than parties bound by the exclusive jurisdiction clause were involved or grounds of claim not the subject of the clause were part of the relevant dispute so that there was a risk of parallel proceedings and inconsistent decisions". Β. Οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Ν.14/60 Το ανταγωγικό διάταγμα μπορεί να ζητηθεί και με ενδιάμεση Αίτηση όπως γίνεται εν προκειμένω. Σε τέτοια όμως περίπτωση, κατά την κρίση μου, θα πρέπει να ικανοποιηθούν οι προϋποθέσεις του άρθρου
  3. Τίποτε από την ενυπάρχουσα νομολογία δεν καταδεικνύει ότι σε ενδιάμεσες διαδικασίες έκδοσης ανταγωγικού διατάγματος υπάρχει αποδέσμευση των πιο πάνω αρχών από τα πλαίσια εξέτασης του άρθρου
  4. Εφόσον το αιτούμενο διάταγμα επιζητείται στα πλαίσια της αγωγής μόνον σαν παρεμπίπτον μπορεί να καταταχθεί. Πρέπει δηλαδή το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί σαν επιβάλλον ο,τιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δικογραφία. Περαιτέρω πρέπει να καταδειχθεί ότι οι Αιτητές έχουν ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα αλλά κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων να δικαιούνται σε θεραπεία. Ακόμη πρέπει να φανεί στο Δικαστήριο ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Περαιτέρω μετά την ικανοποίηση των τριών πιο πάνω προϋποθέσεων στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, το Δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα με βάση το ισοζύγιο της ευχέρειας. Έχω διαβάσει με προσοχή την δικογραφία της αίτησης και ένστασης υπό το πρίσμα των αναλυτικών αγορεύσεων των δύο πλευρών και έχω καταλήξει στα ακόλουθα: Η αγωγή των εναγόντων ως φαίνεται στην τροποποιημένη οπισθογράφηση απαίτησης αφορά αιτούμενες θεραπείες κυρίως έκδοσης διατάγματος που να απαγορεύσει στον εναγόμενο για περίοδο 24 μηνών από την 1.3.12 να προβεί σε συγκεκριμένες ενέργειες σε σχέση με τους Αιτητές και τις σχετιζόμενες μ' αυτούς εταιρείες ειδικά στον επαγγελματικό τους χώρο. Ακόμη επιζητείται διάταγμα που να απαγορεύει στον εναγόμενο είτε γραπτώς είτε προφορικώς να προβαίνει σε δυσφήμιση ή συκοφαντία ή μειωτικά σχόλια ή να προβαίνει σε δηλώσεις που θα μπορεί να σημειώσουν ή επηρεάσουν την φήμη των Αιτητών και σχετιζόμενων μ' αυτές εταιρείες ως περιγράφεται ειδικά στην θεραπεία Β. Περαιτέρω ζητείται απόφαση του Δικαστηρίου ότι ο Εναγόμενος δεν δικαιούται οποιαδήποτε ωφελήματα που προβλέπονται από τις συμφωνίες μεταξύ των διαδίκων. Πρόσθετα ζητούνται αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης και αποζημιώσεις για δυσφήμιση και συκοφαντία όπως και αποζημιώσεις για παράβαση των όρων εμπιστευτικότητας της συμφωνίας εργοδότησης. Στρεφόμενη τώρα στην ένορκη δήλωση που στηρίζει την παρούσα αίτηση ώστε να εξετάσω εάν υπάρχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32, παρατηρείται ότι εκτός των γενικών περιγραφών που γίνονται για τις συμφωνίες εργοδότησης του Εναγόμενου με τους Αιτητές (πρώτη συμφωνία εργοδότησης, Τεκμ. 1) και της συμφωνίας τερματισμού της εργοδότησης ημερ. 5.3.12 (βλ. Τεκμ. 2) καθώς και την ιδιαίτερη σημασία που δίδεται στον όρο 12 της συμφωνίας (Τεκμ. 2) με το οποίο συμφωνείται ότι το κυπριακό δίκαιο και τα Δικαστήρια της Κύπρου έχουν αποκλειστική δικαιοδοσία επί κάθε διαφωνίας που προκύπτει με βάση την εν λόγω συμφωνία, δεν εντοπίζεται ο,τιδήποτε σε όλες τις παραγράφους της ένορκης δήλωσης της κας Αποστολίδου που να αφορά εξήγηση και παράθεση θέσεων σε σχέση με την πρώτη και δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 σε συνάρτηση με τις αιτούμενες ως άνω θεραπείες των Εναγόντων. Στην ουσία το Δικαστήριο στερείται οποιασδήποτε βασικής πληροφόρησης σε επίπεδο μαρτυρίας εκ της ενόρκου αυτής δήλωσης που να του επιτρέπει να κρίνει το εάν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και αν οι ενάγοντες έχουν πιθανότητες να δικαιούνται σε θεραπεία. Αντίθετα έχω την θεώρηση ότι το κλητήριο ένταλμα και οι αιτούμενες θεραπείες αφενός και η ένορκη δήλωση αφετέρου δεν συναντώνται σε κανένα τους σημείο. Εν πάση περιπτώσει δεν συμφωνώ με το μέρος της αγόρευσης του κ. Τσιρίδη (βλ. παρ. 76-86) ότι οι δύο προϋποθέσεις ως άνω πληρούνται όσον αφορά την εν λόγω ένορκη δήλωση. Η απλή αναφορά στις συμφωνίες και στους όρους αυτών χωρίς σύνδεση με το τι έγινε και τις διαφορές των μερών στην πράξη δεν είναι αρκετή. Για την τρίτη προϋπόθεση και την εξέταση της προσφορότητας είναι σχετικές οι παρ. 26 και 27 της ένορκης δήλωσης της κας Ελ. Αποστολίδου, χωρίς όμως την ικανοποίηση των δύο πρώτων προϋποθέσεων δεν έχουν αυτόνομη αξία. Ο κ. Τσιρίδης απαντώντας σε θέσεις στην αγόρευση του κ. Χριστοδούλου τόνισε ότι δεν υπήρξε διατυπωμένος λόγος ένστασης που να αφορά τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 ώστε το Δικαστήριο να εξετάσει αυτό τον παράγοντα. Δεν έχω την ίδια αντίληψη. Στο λόγο 12 της ένστασης αναφέρονται τα εξής: «οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων δεν υποστηρίζονται από την μαρτυρία εκ μέρους των εναγόντων». Βλέπετε επίσης την παράγραφο 17 της ένορκης δήλωσης του Θωμά Χριστοδούλου. Πέραν όμως αυτού οι προϋποθέσεις αποτελούν δικαιοδοτικό βάθρο της έκδοσης διατάγματος οπότε εξετάζονται αναγκαστικά από το Δικαστήριο. Η σύνδεση τους με το ειδικά αιτούμενο διάταγμα ανταγωγικής φύσεως ως η παρούσα διαδικασία δέον να γίνει παράλληλα και επάλληλα με τις προϋποθέσεις του άρθρου 14/
  5. Η έλλειψη αυτών των προϋποθέσεων δεν μπορεί να οδηγήσει σε απομόνωση των παραγόντων που θα ήταν σχετικές με την έκδοση ή μη ανταγωγικού διατάγματος. Επαναλαμβάνω ότι δεν υπάρχει τέτοια προσέγγιση στην κυπριακή νομολογία εφόσον πρόκειται για ενδιάμεση θεραπεία. Παρόλο που δεν ζητείται ειδικά είναι πασιφανές ότι το διάταγμα αυτό «πεθαίνει» με το τέλος της αγωγής. Δεν έχει αυτοδύναμη αξία, εκτός των πλαισίων αγωγής. Περαιτέρω εξέταση Εάν όμως είμαι λάθος στην πιο πάνω προσέγγιση μου θα εξετάσω την ουσία της αίτησης - εάν και εφόσον είχε ορθή νομική βάση ή η βάση του στηριζόταν από την ένορκη δήλωση. Παρατηρώ και τα ακόλουθα: Εφόσον η ένσταση περιλαμβάνει την θέση ότι η παρούσα αγωγή περιέχει διαφορετικές βάσεις από την αγωγή του Εναγομένου στο Dubai ή ακόμα ότι η αγωγή στο Dubai έχει ως επάλληλη βάση και την απάτη εμπλέκοντας δύο οντότητες, τους Αιτητές και την ΤVMSS, εκ των πραγμάτων θα έλεγα ότι η πραγματική βάση της ένορκης δήλωσης της κας Αποστολίδου παρουσιάζεται πενιχρή ώστε να καλύψει απαντήσεις στις θέσεις επί της ένστασης. Κυριότερα διότι δεν «ρίχνει φως» στο αγώγιμο δικαίωμα και στο εύρος του ως προς την παρούσα αγωγή και πως συμπλέκεται ή δεν συμπλέκεται με τα γεγονότα που ενδεχόμενα να απασχολήσουν την διαδικασία στο Dubai. Πώς θα μπορούσαν να γίνουν οι εκατέρωθεν συγκρίσεις για να κριθεί η «επέμβαση» σε οποιαδήποτε ενδεχόμενη αποκλειστική δικαιοδοσία εάν δεν υπάρχει το όλο υπόβαθρο των απαιτήσεων της παρούσας αγωγής, αφού μάλιστα η παρούσα αγωγή, δεν «περιορίζεται» στη συμβατική πτυχή μόνο αλλά αγγίζει και άλλου είδους ενδεχομένως αστική ευθύνη (συκοφαντία και αποζημιώσεις επ' αυτής) και από την άλλη πλευρά η αγωγή του εναγομένου στο Dubai αφορά και απάτη και εμπλέκοντας και τρίτο πρόσωπο που εδώ δεν είναι διάδικος. Περαιτέρω παρατηρώ ότι όσα προβάλλονται στην ένσταση για το ισχύον καθεστώς εργατικών διαφορών στο Dubai από δικηγόρους στο ΗΑΕ και την όλη διαδικασία δεν ανατρέπονται μ' άλλη μαρτυρία εκ μέρους των Αιτητών. Η παρούσα στο σύνολο της διαφορά δεν είναι εύκολο - σ' αυτό το στάδιο τουλάχιστον - να «διαγραφεί» από το νομικό καθεστώς του Dubai ενόψει της συμβατικής υποχρέωσης του κανονισμού 12 της συμφωνίας διαχωρισμού (Τεκμ. 2). Υπάρχουν ιδιομορφίες εν προκειμένω που προσομοιάζουν ή μπορούν να κριθούν αναλογικά παρόμοιες με την υπόθεση Donohue v. Armco ανωτέρω που εν τέλει αποφασίστηκε ότι κακώς εξεδόθη anti - suit injunction. Αυτές οι ιδιομορφίες είναι: · Στην ουσία της η σχέση εργοδότησης παρουσιάζεται να είναι «τριμερής» αφού και η TVMSS εμφαίνεται ως εργοδότης του εναγομένου και ως προς αυτή δεν υπάρχει η ρήτρα «αποκλειστικής δικαιδοσίας». Δεν είναι συνεπώς εύκολο να γίνει ο διαχωρισμός και να λεχθεί ότι δεν επηρεάζεται η TVMSS από την αφαίρεση των Αιτητών ως αναγκαίων διαδίκων στην αγωγή στο Dubai. · Άλλη ιδιομορφία είναι ότι και οι ίδιοι οι Αιτητές προσέφυγαν ποικιλοτρόπως (ως φαίνεται από την ένσταση) στην έννομη τάξη του Dubai. · Η σχέση των διαδίκων μεταξύ τους αλλά και με την TVMSS δεν φαίνεται να είναι μονοδιάστατη και δεν μπορεί εκ πρώτης τουλάχιστον όψεως να περιοριστεί στη σύμβαση που περιέχει την ρήτρα αποκλειστικής δικαιοδοσίας. Αντιθέτως υπάρχει μια πολλαπλότητα που δημιουργεί σ' όλους τους εμπλεκόμενους την ανάγκη να προσφύγουν με τον ένα ή άλλο τρόπο και στην έννομη τάξη του Dubai (δικαστήριο, διαιτησία ή άλλως πως). Ενόψει όλων αυτών θα θεωρούσα κατ' αναλογία με την Donohue v. Armco ότι δεν θα ήταν ορθό να ασκήσω την ευχέρεια μου υπέρ των Αιτητών. Πάντως δεν έχω πεισθεί ότι ο Εναγόμενος με την αγωγή στο Dubai ενήργησε κακόπιστα ή ασυνείδητα ή με τους σκοπούς που αποδίδονται από τους Αιτητές. Περαιτέρω, ούτε καν η παρούσα αγωγή μπορεί να περιοριστεί στη σύμβαση που περιέχει την ρήτρα αποκλειστικής δικαιοδοσίας, οπότε δεν ισχύει η απλή διατύπωση της ανάγκης έκδοσης anti-suit injunction, εκτός αν καταδειχθούν ισχυροί λόγοι να μην εκδοθούν κατ' επίκληση της Akai ανωτέρω και άλλων αυθεντιών. Τα πράγματα εν προκειμένω δεν είναι μονοδιάστατα. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης θα είναι υπέρ του Καθ' ου η αίτηση ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, πληρωτέα στο τέλος της κυρίως αγωγής. (Υπ.) ................ Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Interim Αναφορά: Anti-suit injunction cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.