← Κύπρος

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΕΚΖΗΤΟΥΜΕΝΟ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ (ΝΤΙΝΟ) ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ, Αρ. Αίτησης: 12/13, 21/8/2013

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΕΚΖΗΤΟΥΜΕΝΟ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ (ΝΤΙΝΟ) ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ, Αρ. Αίτησης: 12/13, 21/8/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A229 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α.Ν. Κονή, Α.Ε.Δ Αρ. Αίτησης: 12/13 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΥΡΩΠΑΙΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ ΣΥΛΛΗΨΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ ΕΚΖΗΤΟΥΜΕΝΩΝ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΚΡΑΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΝΟΜΟ 133

(1)/2004 και ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΕΚΖΗΤΟΥΜΕΝΟ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ (ΝΤΙΝΟ) ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ ....................................... Hμερομηνία: 21 Αυγούστου, 2013 Εμφανίσεις: Για τον Γενικό Εισαγγελέα: κα Λουίζα Χριστοδουλίδου Ζανέττου και κα Αγγελική Κάρνου Για τον Εκζητούμενο: κ. Ε. Ευσταθίου, κ. Α. Ευαγγέλου, κ. Σ. Μαμαντόπουλος και κ. Χ. Μαμαντόπουλος Εκζητούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Την 19.7.13 το Δικαστήριο εξέδωσε ένταλμα σύλληψης εναντίον του ως άνω προσώπου δυνάμει του άρθρου 16
(2)του Περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητουμένων Μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης Νόμου του 2004, Ν.133
(1)/2004 («Ο Νόμος»). Την ίδια μέρα το ως άνω πρόσωπο οδηγήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου εντός 24 ωρών από τη σύλληψη του. Το Δικαστήριο αφού βεβαιώθηκε για την ταυτότητα του συλληφθέντα, ότι δηλαδή είναι ο εκζητούμενος, το πρόσωπο στο οποίο αναφέρεται το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης βάσει των εγγράφων που τέθηκαν ενώπιον του και βρίσκονται στο φάκελο της υπόθεσης, τον ενημέρωσε για την ύπαρξη και το περιεχόμενο του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, ως επίσης για το δικαίωμα του να προσφύγει στις υπηρεσίες δικηγόρου, δικαίωμα το οποίο διαπίστωσε ότι ο εκζητούμενος είχε εξασκήσει. Ο εκζητούμενος ενημερώθηκε ακόμη ότι δικαιούτο ο ίδιος ή μέσω των δικηγόρων του να ζητήσει και να λάβει αντίγραφα όλων των εγγράφων δικαίωμα το οποίο, όπως δηλώθηκε, είχε επίσης εξασκηθεί. Το Δικαστήριο όρισε στη συνέχεια την υπόθεση για ακρόαση αφού επέβαλε στον εκζητούμενο όρους για εξασφάλιση της παρουσίας του ενώπιον του Δικαστηρίου. Την 30.7.13, ημερομηνία κατά την οποία η παρούσα υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση, οι δύο πλευρές κατέθεσαν εκ συμφώνου τα ακόλουθα έγγραφα: - Αντίγραφο Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης ημερομηνίας 17.7.13 που εκδόθηκε από την Εισαγγελία Εφετών Αθηνών υπογεγραμμένο από τον Ιωάννη Κούτρα, Αντεισαγγελέα Εφετών (Τεκμήριο 1). - Αντίγραφο επιστολής της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών, Τμήμα Εκδόσεων και Δικαστικών Συνδρομών προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως της Κυπριακής Δημοκρατίας ημερομηνίας 17.7.13 υπογεγραμμένο από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών Ιωάννη Κούτρα, Αντεισαγγελέα Εφετών (Τεκμήριο 2). - Αντίγραφο της εφημερίδας της κυβέρνησης της Ελληνικής Δημοκρατίας, Τεύχος Πρώτο, Αρ. Φύλλου 127, ημερομηνίας 9.7.04 (Τεκμήριο 3). - Αντίγραφο Πιστοποιητικού δυνάμει του άρθρου 16
(1)του Ν. 133(Ι)/2004 ημερομηνίας 17.7.13 (Τεκμήριο 4). - Ένορκη Δήλωση του Λοχία 842 Ανδρέα Μίτα του ΤΑΕ (Ε) Αρχηγείου ημερομηνίας 19.7.13 μαζί με τα παραρτήματα της. (Τεκμήριο 5). - Ένταλμα Σύλληψης εκζητουμένου προσώπου δυνάμει του άρθρου 16
(2)του Ν. 133
(1)/2004 (Τεκμήριο 6). - Αντίγραφο επιστολής της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών, Τμήμα Εκδόσεων και Δικαστικών Συνδρομών προς Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως της Κυπριακής Δημοκρατίας ημερομηνίας 24.7.13 υπογεγραμμένη από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών Ιωάννη Κούτρα, Αντεισαγγελέα Εφετών (Τεκμήριο 7). - Αντίγραφο επιστολής του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως της Κυπριακής Δημοκρατίας προς το Γενικό Διευθυντή της Βουλής των Αντιπροσώπων υπογεγραμμένη από τη Γιούλικα Χατζηπροδρόμου ημερομηνίας 18.7.12 συνοδευόμενη από εισηγητική έκθεση και νομοσχέδιο τροποποίησης του Συντάγματος (Τεκμήριο 8). - Αντίγραφο επιστολής του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως της Κυπριακής Δημοκρατίας προς την Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, Τμήμα Εκδόσεων και Δικαστικών Συνδρομών, υπογεγραμμένη από τη Μαρία Ιάσωνος για Γενικό Διευθυντή, ημερομηνίας 20.5.2013 συνοδευόμενη από δέσμη αντιγράφων εγγράφων (Τεκμήριο 9). - Αντίγραφο απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στα πλαίσια της αίτησης 9/13 όπου εκζητούμενος ήτο ο εκζητούμενος στην παρούσα αίτηση, ημερομηνίας 19.7.13 (Τεκμήριο 10). - Δέσμη αντιγράφων που αφορούν δημοσιεύσεις σε διάφορες εφημερίδες (Τεκμήριο 11). - Ψηφιακός δίσκος από τον οποίο μεταφέρθηκε σε γραπτά κείμενα μέρος του περιεχομένου του (Τεκμήρια 12 Α και 12 Β αντίστοιχα). - Αντίγραφο του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας της Ελλάδας που αφορά τα άρθρα 280 έως 288 (Τεκμήριο 13). Οι δυο πλευρές δήλωσαν ότι το περιεχόμενο των πιο πάνω τεκμηρίων αποτελούσαν παραδεκτά γεγονότα τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο πλην του περιεχομένου του Τεκμηρίου 4 για το οποίο έγινε δεκτό ότι εκδόθηκε από την Μαρία Μούντη, Διοικητική Λειτουργό, στη Μονάδα Διεθνούς Νομικής Συνεργασίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, εκφράστηκαν όμως επιφυλάξεις από την πλευρά του εκζητούμενου για το περιεχόμενο του ως επίσης την τρίτη σελίδα του Τεκμηρίου 7 όπου συμφωνήθηκε να μην ληφθεί υπόψη η πρόταση που αρχίζει με τις λέξεις "Τα στοιχεία αυτά" και τελειώνει με τη λέξη "αντίστοιχα" και οτιδήποτε άλλο περιέχεται στο Τεκμήριο 7 που θα αφορά την ουσία της ποινικής δίκης που ενδεχομένως θα διεξαχθεί. Όσον αφορά τη δέσμη αντιγράφων που αφορούν δημοσιεύσεις σε διάφορες εφημερίδες, Τεκμήριο 11, τα παραδεκτά γεγονότα συνίστανται στο ότι έγιναν αυτά τα δημοσιεύματα. Τέλος, αναφορικά με τα Τεκμήρια 12Α και 12Β τα παραδεκτά γεγονότα συνίστανται στο γεγονός ότι απλώς έγιναν οι δηλώσεις που περιέχονται σ' αυτά. Aκολούθησαν οι αγορεύσεις των δικηγόρων των δυο πλευρών. Έχω μελετήσει με προσοχή τις εισηγήσεις των δυο πλευρών. Όσον αφορά το σκοπό του Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης σχετικό είναι το άρθρο 3 του Νόμου το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «3. To ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι απόφαση ή Διάταγμα δικαστικής αρχής κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την παράδοση προσώπου, το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ζητείται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους έκδοσης του εντάλματος στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας: (α) Για την άσκηση ποινικής δίωξης ή (β) για την εκτέλεση ποινής η μέτρου στερητικών της ελευθερίας.» Σκοπός του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, όπως έχει λεχθεί στην Hadjiametovic v. Γενικού Εισαγγελέα
(2009)1 (Α) Α.Α.Δ. 473 είναι η απλοποίηση μεταξύ των Ευρωπαϊκών χωρών της διαδικασίας παράδοσης προσώπων που ενέχονται στη διάπραξη συγκεκριμένων ποινικών αδικημάτων. Στην εν λόγω απόφαση γίνεται αναφορά στις αποφάσεις Office of the King´s Prosecutor, Brussels v. Cando Armas [2006] 2 A.C. 1, para 21 και Dabas v. High Court of Justice, Madrid [2007] UKHL 6. Στην Πηγασίου ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2009)1 (Α) Α.Α.Δ. 519 λέχθηκε μεταξύ άλλων: «Η Κυπριακή Δημοκρατία, υλοποιώντας την υποχρέωση που επιβάλλει η Απόφαση-Πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου ημερ.13 Ιουνίου, 2002, σε σχέση με το «ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ κρατών μελών» προχώρησε στη θέσπιση του Περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητουμένων Μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης Νόμου του 2004 (Ν.133(Ι)/2004(ο Νόμος). Η Ευρωπαϊκή ΄Ενωση, είχε θέσει ως στόχο, τη δημιουργία ενός χώρου ελευθερίας ασφάλειας και δικαιοσύνης, που συνεπάγεται την κατάργηση του συστήματος της έκδοσης προσώπων, τα οποία προσπαθούν να διαφύγουν τη δικαιοσύνη μεταξύ χωρών μελών, και την αντικατάσταση του από ένα σύστημα παράδοσης μεταξύ δικαστικών αρχών (αρ.5 του προϊμίου της Απόφασης-Πλαίσιο). Ταυτοχρόνως επιδιώκετο η εισαγωγή ενός απλουστευμένου συστήματος παράδοσης υπόπτων ή καταδικασθέντων προσώπων, με στόχο την άρση της πολυπλοκότητας και του ενδεχομένου καθυστερήσεων που ενυπάρχουν στις ισχύουσες διαδικασίες έκδοσης. Ως προς την πρόθεση του Συμβουλίου που εκδηλώθηκε με το Νόμο- Πλαίσιο σχετική αναφορά γίνεται στο σύγγραμμα Blackstone´s Criminal Practice 2009, para.D31.2 και στην υπόθεση Hadjiametovic v. Γενικού Εισαγγελέα
(2009)1 (Α) Α.Α.Δ. 473. Το δε Ευρωπαϊκό ΄Ενταλμα Σύλληψης που προβλέπει η Απόφαση-Πλαίσιο, χαρακτηρίζεται ως ο «ακρογωνιαίος λίθος» της δικαστικής συνεργασίας στον τομέα του ποινικού δικαίου, που βασίζεται στην αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης μεταξύ των κρατών μελών. (άρθρο 6 προϊμίου). Συνακόλουθα οι πρόνοιες του Ν.133(Ι)/2004, θα πρέπει να διαβάζονται σε συνάρτηση με το περιεχόμενο του νόμου Πλαισίου, (άρθρο 1 του Νόμου 133(Ι)/2004).» Όσον αφορά τη διαδικασία που ακολουθείται αλλά και τη φύση της στην ίδια απόφαση αναφέρονται τα ακόλουθα: «Θα πρέπει από την αρχή να επισημάνουμε ότι δεν πρόκειται περί ποινικής δίκης και η συνήγορος της νομικής υπηρεσίας δεν εμφανίζεται ως εκπρόσωπος κατηγορούσας αρχής. Πρόκειται για διαδικασία sui generis. Αν πληρούνται οι προϋποθέσεις υποχρεωτικής παράδοσης τότε το εκζητούμενο πρόσωπο πρέπει να παραδοθεί και το ένταλμα να εκτελεστεί. (άρθρο 12 του Νόμου). Αν δεν υφίστανται τα αναγκαία προαπαιτούμενα του άρθρου 4, το Δικαστήριο αρνείται την εκτέλεση (άρθρ.13). Επειδή πρόκειται περί διαδικασίας διερευνητικού χαρακτήρα, ο ίδιος ο νόμος προσφέρει επιπρόσθετες εξουσίες στη δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του εντάλματος. Αν «κρίνει», τονίζεται στο άρθρο 21
(2)του Νόμου, ότι οι πληροφορίες που διαβιβάστηκαν «δεν αρκούν» ώστε να της επιτρέψουν να αποφασίσει για την παράδοση ζητεί ...». Είναι συνεπώς προστακτική ανάγκη για τη δικαστική αρχή να ζητήσει την προσκόμιση συμπληρωματικών στοιχείων, «ιδίως σε σχέση με τα άρθρα 4 και 13 έως 15.» Το άρθρο 4 του Νόμου προνοεί για το περιεχόμενο και τον τύπο του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης ενώ το άρθρο 5 αναφέρεται στην Κεντρική Αρχή η οποία επικουρεί τις αρμόδιες αρχές έκδοσης και εκτέλεσης του. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας κατατέθηκε το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης που εκδόθηκε εναντίον του εκζητούμενου στις 17.7.2013 (Τεκμήριο 1). Αναφέρεται στο Τεκμήριο 1 ότι η δικαστική αρχή που το εξέδωσε είναι η Εισαγγελία Εφετών Αθηνών η οποία εκπροσωπείται από τον Ιωάννη Κούτρα, ο οποίος και το υπόγραψε. Αναφέρεται ακόμα ως Κεντρική Αρχή το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Αναφέρεται επίσης στο Τεκμήριο 1 ότι η απόφαση επί της οποίας βασίζεται το ένταλμα σύλληψης, είναι «το υπ' αριθμ. 7 από 17-07-2013 ένταλμα σύλληψης του κ. Ανακριτη ν. 4022/11 πρωτοδικειου αθηνων, κ. ιωαννη σταυροπουλου». Στο Τεκμήριο 1 αναφέρεται ότι ο εκζητούμενος κατηγορείται ως υπαίτιος του ότι «στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από 10.9.1997 έως 20.7.2001, από κοινού με άλλον, με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με πρόθεση προέβη σε νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, ήτοι σε απόκτηση και μεταβίβαση περιουσίας, που προέρχεται από εγκληματική δραστηριότητα, με σκοπό τη συγκάλυψη της αληθινής προέλευσης της, διαπράττει δε νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα κατ' επάγγελμα». Παρατίθενται στη συνέχεια λεπτομέρειες. Όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω έχει κατατεθεί το Τεκμήριο 4 το οποίο είναι πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 16
(1)του Νόμου στο οποίο αναφέρεται ότι το Τεκμήριο 1 αφορά τον εκζητούμενο, ο οποίος είναι Κύπριος υπήκοος και έχει εκδοθεί με το νόμιμο τύπο. Παρόλο που η πλευρά του εκζητούμενου εξέφρασε επιφυλάξεις όσο αφορά το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4, εντούτοις δεν προέβηκε σε οποιαδήποτε εισήγηση όσο αφορά το περιεχόμενο ή τον τύπο του Τεκμηρίου 1. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω και έχοντας εξετάσει το Τεκμήριο 1 κρίνω ότι το εν λόγω Τεκμήριο περιέχει τα απαιτούμενα από το Νόμο στοιχεία ως επίσης έχει τον ορθό τύπο. Στο Μέρος ΤΡΙΤΟ του Νόμου 133
(1)/2004 (άρθρα 11 έως 31) ρυθμίζεται η εκτέλεση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, που όπως γίνεται αντιληπτό αφορά η παρούσα υπόθεση. Το άρθρο 12 του Νόμου αναφέρεται στις προϋποθέσεις εκτέλεσης του εντάλματος σύλληψης. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι η αξιόποινη πράξη για την οποία εκδόθηκε το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης - Τεκμήριο 1, εμπίπτει στις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες η εκτέλεση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης επιτρέπεται χωρίς έλεγχο του διττού αξιόποινου εφόσον τιμωρούνται στο Κράτος έκδοσης του εντάλματος με ποινή στερητική της ελευθερίας τουλάχιστον τριών ετών. (Άρθρο 12
(2)του Νόμου - βλ. Νικόλα Κυριάκου ν. Γενικού Εισαγγελέα, Πολ. Εφ. 196/2013, ημερομηνίας 19.7.13) Σύμφωνα με το Τεκμήριο 1 κάτι τέτοιο ισχύει όσον αφορά την προβλεπόμενη ποινή. Στο άρθρο 13 του Νόμου αναφέρονται λόγοι υποχρεωτικής μη εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και έχει ως ακολούθως: «
  1. Η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης αρνείται την εκτέλεση του εντάλματος στις ακόλουθες περιπτώσεις: (α) Αν η αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, καλύπτεται από αμνηστία σύμφωνα με τους Κυπριακούς ποινικούς νόμους, εφόσον η Κυπριακή Δημοκρατία είχε την αρμοδιότητα για τη δίωξη αυτής της αξιόποινης πράξης, (β) αν από τις πληροφορίες που διαθέτει η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του εντάλματος προκύπτει ότι ο εκζητούμενος έχει δικασθεί τελεσιδίκως για τις ίδιες πράξεις από κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον, σε περίπτωση καταδίκης, η ποινή έχει εκτιθεί ή εκτίεται ή δεν μπορεί πλέον να εκτιθεί σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους έκδοσης που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, (γ) αν το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, είναι ανεύθυνο ποινικά λόγω της ηλικίας του για την αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ένταλμα, σύμφωνα με τους Κυπριακούς ποινικούς νόμους, (δ) αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί προς το σκοπό της δίωξης ή τιμωρίας προσώπου λόγω του φύλου, της φυλής, της θρησκείας, της εθνοτικής καταγωγής, της ιθαγένειας, της γλώσσας, των πολιτικών φρονημάτων, του γενετήσιου προσανατολισμού του ή της δράσης του υπέρ της ελευθερίας, (ε) αν το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης προς το σκοπό της εκτέλεσης ποινής ή μέτρου ασφαλείας, στερητικών της ελευθερίας, είναι ημεδαπός και η Κυπριακή Δημοκρατία αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει την ποινή ή το μέτρο ασφαλείας σύμφωνα με τους ποινικούς της νόμους, (στ) αν το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης προς το σκοπό της δίωξης, είναι ημεδαπός, εκτός εάν διασφαλιστεί ότι, μετά από ακρόασή του, θα διαμεταχθεί στην Κυπριακή Δημοκρατία, ώστε να εκτίσει σ' αυτή την στερητική της ελευθερίας ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας που θα απαγγελθεί εναντίον του στο κράτος έκδοσης του εντάλματος.» Είναι φανερό ότι οι πρώτοι τέσσερις προβλεπόμενοι λόγοι δεν ισχύουν στην παρούσα υπόθεση. Ούτε ο πέμπτος λόγος έχει εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση αφού η εκτέλεση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης δεν έχει σκοπό την εκτέλεση ποινής αλλά την άσκηση δίωξης. Ο έκτος λόγος αφορά την παρούσα περίπτωση αφού ο εκζητούμενος είναι ημεδαπός δηλαδή Κύπριος υπήκοος. Διασφαλίζεται όμως ότι, μετά από ακρόαση, σε ενδεχόμενη ποινική δίωξη του, ενδεχόμενη επιβολή σ' αυτόν ποινής στερητικής της ελευθερίας, θα την εκτίσει στην Κυπριακή Δημοκρατία. Αυτό καταγράφεται ρητά στο Τεκμήριο 2 - επιστολή της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών, Τμήμα Εκδόσεων και Δικαστικών Συνδρομών προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξης της Κυπριακής Δημοκρατίας ημερ. 17/7/13 όπου ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών αναφέρει τα ακόλουθα: «Περαιτέρω, σε περίπτωση που κάτι τέτοιο απαιτείται από την Κυπριακή νομοθεσία, ΕΓΓΥΟΜΑΣΤΕ ότι εάν ο ανωτέρω εκζητούμενος παραδοθεί στη χώρα μας για να δικαστεί/ακουστεί για τη αποδιδόμενη σε αυτόν πράξη που μνημονεύεται στο οικείο Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης, θα γυρίσει στην Κύπρο για να εκτίσει εκεί την ποινή που τυχόν επιβληθεί σε βάρος του.» Το άρθρο 14 του Νόμου αναφέρεται σε λόγους προαιρετικής μη εκτέλεσης εντάλματος σύλληψης και έχει ως ακολούθως: «
  2. Η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης δύναται να αρνηθεί την εκτέλεση του εντάλματος στις ακόλουθες περιπτώσεις: (α) Αν το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, διώκεται στην Κυπριακή Δημοκρατία για την ίδια αξιόποινη πράξη με εκείνη που αναφέρεται στο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, (β) αν οι Κυπριακές αρχές αποφάσισαν είτε να μην ασκήσουν ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, είτε να παύσουν τη δίωξη, (γ) αν έχει επέλθει παραγραφή της ποινικής δίωξης ή της ποινής σύμφωνα με τους νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας και η αξιόποινη πράξη υπάγεται στην αρμοδιότητα των Κυπριακών δικαστικών αρχών σύμφωνα με τους Κυπριακούς Ποινικούς νόμους, (δ) αν ο εκζητούμενος έχει δικασθεί αμετακλήτως για την αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ώστε να κωλύεται η μεταγενέστερη άσκηση δίωξης, (ε) αν από τις πληροφορίες που διαθέτει η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του εντάλματος προκύπτει ότι ο εκζητούμενος έχει δικασθεί αμετακλήτως για τις ίδιες πράξεις σε τρίτη χώρα, εφόσον, σε περίπτωση καταδίκης, η ποινή έχει εκτιθεί ή εκτίεται ή δεν μπορεί πλέον να εκτιθεί σύμφωνα με το δίκαιο της χώρας που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, (στ) αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί για αξιόποινη πράξη, η οποία: (i) θεωρείται κατά τον Κυπριακό ποινικό νόμο ότι τελέστηκε εξ ολοκλήρου ή εν μέρει στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας ή σε εξομοιούμενο προς αυτό τόπο ή (ii) τελέστηκε εκτός του εδάφους του Κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και κατά τους Κυπριακούς ποινικούς νόμους δεν επιτρέπεται η δίωξη για την ίδια αξιόποινη πράξη που διαπράττεται εκτός του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας, (ζ) αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί προς το σκοπό της εκτέλεσης ποινής ή μέτρου ασφαλείας, στερητικών της ελευθερίας, εφόσον ο εκζητούμενος κατοικεί ή διαμένει στην Κύπρο και η Κυπριακή Δημοκρατία αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει την ποινή ή το μέτρο ασφαλείας σύμφωνα με τους ποινικούς της νόμους.» Έχοντας υπόψη την ενώπιον μου μαρτυρία κρίνω ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος προαιρετικής μη εκτέλεσης του Ευρωπαϊκού Εντάλματος σύλληψης. Σημειώνεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 2 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, "«ποινική διαδικασία» και συναφείς εκφράσεις σημαίνουν οποιαδήποτε διαδικασία που εγείρεται ενώπιον Δικαστηρίου εναντίον οποιουδήποτε προσώπου προς τιμωρία του για ποινικό αδίκημα που διαπράχτηκε κατά παράβαση οποιουδήποτε νομοθετήματος". Δεν υπάρχει μαρτυρία που να παραπέμπει σε ποινική διαδικασία ή ποινική δίωξη του εκζητούμενου στην Κύπρο. Η πλευρά του Γενικού Εισαγγελέα παραδέχθηκε, κατά το στάδιο των αγορεύσεων, εν σχέση με τον προβλεπόμενο λόγο (στ) ανωτέρω ότι με αφορμή την υπόθεση για την οποία ζητείται η παράδοση του εκζητούμενου στην Ελλάδα, ξεκίνησε πριν μερικούς μήνες διερεύνηση και από την Κυπριακή Αστυνομία για να διαπιστωθεί αν έχουν διαπραχθεί παρόμοιας φύσης αδικήματα και στην Κύπρο και ότι η διερεύνηση αυτή βρίσκεται σε πολύ πρώιμο στάδιο αφού έχει ληφθεί μόνο μια κατάθεση από ένα μάρτυρα. Η πιο πάνω παραδοχή κρίνω ότι δεν μπορεί να διαφοροποιήσει τα δεδομένα και συμφωνώ με την εισήγηση της πλευράς του Γενικού Εισαγγελέα ότι η διερεύνηση αυτή δεν αφορά τη διάπραξη των αδικημάτων για τα οποία ζητείται η εκτέλεση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος σύλληψης τα οποία φαίνεται να έχουν διαπραχθεί στην Ελληνική Δημοκρατία. Στο Τεκμήριο 12Β καταγράφονται κάποιες δηλώσεις του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας οι οποίες οδηγούν στο ίδιο συμπέρασμα ότι δηλαδή έγινε κάποια διερεύνηση, προέκυψαν κάποια στοιχεία και διαφάνηκε ότι αυτά τα στοιχεία αποτελούν μέρος μεγαλύτερης υπόθεσης που εξετάζεται στην Ελλάδα η οποία έχει με βάση τις Διεθνείς Συμβάσεις προτεραιότητα διερεύνησης της. Εκτός του ότι οι πιο πάνω δηλώσεις δεν είναι σαφείς, διέπονται από γενικότητα και δεν μπορούν να καταδείξουν ότι το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης εκδόθηκε για αξιόποινη πράξη η οποία θεωρείται κατά τον Κυπριακό Ποινικό Νόμο ότι τελέστηκε εξ' ολοκλήρου ή εν μέρει στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας ή σε εξομοιούμενο προς αυτό τόπο. Όπως εξάλλου αναφέρεται στο Τεκμήριο 1 (Μέρος Ε) η αξιόποινη πράξη έλαβε χώρα στην Αθήνα. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του εκζητούμενου εισηγήθηκαν σε σχέση με το άρθρο 14(α)(β) του Νόμου ότι το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του οποιαδήποτε μαρτυρία που να αποδεικνύει τις προϋποθέσεις του πιο πάνω άρθρου και γενικά τις προϋποθέσεις για την εκτέλεση ενός Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, σύμφωνα με το Σύνταγμα, την Απόφαση-Πλαίσιο, την Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και τον Νόμο 133
(1)/2004. Σύμφωνα με τη θέση τους ήταν ευθύνη της πλευράς του Γενικού Εισαγγελέα να αποδείξει την υπόθεση της και να προσκομίσει με μαρτυρία τα αποδεικτικά στοιχεία που απαιτούνται για την εκτέλεση του Εντάλματος, πράγμα το οποίο δεν έκανε και κάλεσαν το Δικαστήριο όπως αρνηθεί την εκτέλεση του. Δεν συμφωνώ με την πιο πάνω εισήγηση. Ο Νόμος στα άρθρα 13 και 14 προβλέπει λόγους υποχρεωτικής μη εκτέλεσης και προαιρετικής μη εκτέλεσης του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης. Δεν τίθεται θέμα απόδειξης της υπόθεσης εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα. Το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος είτε υποχρεωτικής είτε προαιρετικής μη εκτέλεσης του Εντάλματος Σύλληψης και στην παρούσα περίπτωση κρίνω, όπως επεξηγείται αναλυτικά πιο πάνω, ότι με βάση τη μαρτυρία που υπάρχει ενώπιον μου δεν συντρέχει οποιοσδήποτε τέτοιος λόγος. Όσον αφορά τα ζητήματα της υποχρεωτικής και προαιρετικής μη εκτέλεσης Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης σχετικές είναι οι αποφάσεις Αναφορικά με την εκζητούμενη Alexandrina Iancu, Πολ. Εφ. 417/2011 ημερομηνίας 23.11.11 και Νικόλα Κυριάκου ν. Γενικού Εισαγγελέα, (ανωτέρω). Στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στην αίτηση 9/13 ημερομηνίας 19.7.2013 (Τεκμήριο 10) που ήτο όμοια με την παρούσα διαδικασία και τον ίδιο εκζητούμενο η εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα ενημέρωσε το Δικαστήριο ότι το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης ημερομηνίας 2.7.2013, για το οποίο ζητήθηκε η εκτέλεση και παράδοση του εκζητούμενου (Παράρτημα 4 του Τεκμηρίου 5) ανακλήθηκε από τις Ελληνικές Αρχές και ότι εκδόθηκε νέο Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης (που αφορά τη παρούσα υπόθεση) το οποίο διαβιβάστηκε στη Κυπριακή Δημοκρατία για εκτέλεση και ότι η διαδικασία είχε πλέον καταστεί άνευ αντικειμένου. Το Δικαστήριο τερμάτισε τη διαδικασία. Το γεγονός αυτό δεν δημιουργεί με οποιοδήποτε τρόπο δεδικασμένο. (βλ. μεταξύ άλλων Μελάς ν. Αρχηγού Αστυνομίας κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 2261, 2264, Scattergood v. Γενικός Εισαγγελέας
(2005)1 Α.Α.Δ. 142, Αναφορικά με την Luchian Marina Tudor, Πολ. Εφ. 342/2010, ημερ. 1.7.2011) Την 28.7.2006 δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, Παράρτημα Πρώτο, Μέρος Ι, αρ. 4090 ο περί της Πέμπτης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμος του 2006 (Ν.127(Ι)/2006)με τον οποίο επιτράπηκε η παράδοση πολίτη της Δημοκρατίας με βάση Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης μόνον αναφορικά με γεγονότα που επεσυνέβησαν ή πράξεις που τελέστηκαν μετά την ημερομηνία προσχώρησης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση δηλαδή την 1.5.2004. (βλ Θεοδώρου ν. Αναφορικά με τον περί Ευρ. Εντάλματος Σύλληψης
(2009)1 (Β) ΑΑΔ 1309). Προηγουμένως δεν υπήρχε αυτή η δυνατότητα. (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Κωνσταντίνου
(2005)1 (Β) ΑΑΔ 1356.) Την 17.7.13 δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας Παράρτημα Πρώτο, Μέρος I, αρ. 4400 ο περί της Έβδομης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμος του 2013 (Ν.68(Ι)/2013)ο οποίος έχει απαλείψει τον πιο πάνω χρονικό περιορισμό με την αντικατάσταση της υποπαραγράφου (στ) της παραγράφου 2 του άρθρου 11 του Συντάγματος και της τροποποίησης της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου δια προσθήκης στο τέλος αυτής. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω τροποποιήσεων τα άρθρα 1Α και 11
(2)(στ)
(3)του Συντάγματος έχουν ως ακολούθως: «ΑΡΘΡΟ 1Α Ουδεμία διάταξη του Συντάγματος θεωρείται ότι ακυρώνει νόμους που θεσπίζονται, πράξεις που διενεργούνται ή μέτρα που λαμβάνονται από τη Δημοκρατία τα οποία καθίστανται αναγκαία από τις υποχρεώσεις της ως κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ούτε εμποδίζει Κανονισμούς, Οδηγίες ή άλλες πράξεις ή δεσμευτικά μέτρα νομοθετικού χαρακτήρα που θεσπίζονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση ή από τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες ή από τα θεσμικά τους όργανα ή από τα αρμόδιά τους σώματα στη βάση των συνθηκών που ιδρύουν τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες ή την Ευρωπαϊκή Ένωση από του να έχουν νομική ισχύ στη Δημοκρατία.» «ΑΡΘΡΟ 11
  1. ...............................
  2. Ουδείς στερείται της ελευθερίας αυτού, ειμή ότε και όπως ο νόμος ορίζει εις τας περιπτώσεις: (α) .............................. (β) .............................. (γ) ............................... (δ) ............................... (ε) ............................... (στ) σύλληψης ή κράτησης ατόμου προς παρεμπόδιση της χωρίς άδεια εισόδου στο έδαφος της Δημοκρατίας ή σύλληψης ή κράτησης αλλοδαπού εναντίον του οποίου έγιναν ενέργειες προς το σκοπό απέλασης ή έκδοσης ή σύλληψης ή κράτησης πολίτη της Δημοκρατίας προς το σκοπό της έκδοσης ή παράδοσής του με βάση ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης ή σύμφωνα με διεθνή σύμβαση που δεσμεύει τη Δημοκρατία, υπό τον όρο ότι τέτοια σύμβαση εφαρμόζεται αντίστοιχα και από τον αντισυμβαλλόμενο. Η σύλληψη ή η κράτηση όμως οποιουδήποτε προσώπου προς το σκοπό έκδοσης ή παράδοσής του δεν είναι δυνατή εάν το αρμόδιο κατά νόμο όργανο ή αρχή έχει ουσιώδη λόγο να πιστεύει ότι το αίτημα της έκδοσης ή παράδοσης έγινε με σκοπό την ποινική δίωξη ή την τιμωρία προσώπου συνεπεία της φυλής, της θρησκείας, της εθνικότητας, της εθνοτικής καταγωγής, των πολιτικών πεποιθήσεων ή των νόμιμων κατά το διεθνές δίκαιο διεκδικήσεων συλλογικών ή ατομικών δικαιωμάτων.
  3. Εξαιρουμένου του δια θανάτου ή φυλακίσεως, ότε και όπως ο νόμος ορίζη, τιμωρουμένου αυτοφώρου αδικήματος, ουδείς συλλαμβάνεται, ειμή κατόπιν ητιολογημένου δικαστικού εντάλματος εκδοθέντος συμφώνως προς τους υπό του νόμου προδιαγεγραμμένους τύπους, ή με βάση ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης.» Σύμφωνα με τους ευπαίδευτους συνήγορους του εκζητούμενου, αυτός παρουσιάστηκε την 8.7.13 ενώπιον του Ε.Δ. Λεμεσού, στα πλαίσια της προηγούμενης διαδικασίας εναντίον του, δηλαδή της υπ΄ αριθμό 9/13, δυνάμει ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης το οποίο είχε εκδοθεί εναντίον του την 2.7.13 και το οποίο είχε αποσταλεί προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως της Κύπρου την ίδια ημέρα. Η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 18.7.13 (αφού ο εκζητούμενος δεν συναίνεσε στην εκτέλεση του εντάλματος) ενώ η υπεράσπιση του εκζητούμενου είχε αποκαλυφθεί και δημοσιευθεί τόσο στον έντυπο όσο και στον ηλεκτρονικό τύπο. Μετά την λήψη του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης άρχισε εκτεταμένη δημοσιότητα επί του θέματος στο σύνολο σχεδόν του έντυπου και ηλεκτρονικού τύπου της Κύπρου όπως φαίνεται στα δημοσιεύματα υπ΄ αριθμό 1 - 22 του Τεκμηρίου
  4. Σύμφωνα με τους ευπαίδευτους συνήγορους του εκζητούμενου : α) Τα δημοσιεύματα περιέχουν δηλώσεις ανώτατων αξιωματούχων του Κράτους που παραινούν ή προτρέπουν το Δικαστήριο που ανέλαβε τη εξέταση της υποθέσεως, να εκδώσει τον εκζητούμενο και τον υιό του χωρίς καμία περιστροφή. Οι δηλώσεις αυτές προέρχονται από τα ανώτατα επίπεδα της εκτελεστικής και της νομοθετικής εξουσίας περιλαμβανομένων και δηλώσεων από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. β) Περαιτέρω άρχισαν δηλώσεις της ηγεσίας των πολιτικών κομμάτων που αντιπροσωπεύουν το σύνολο σχεδόν των βουλευτών της Βουλής των Αντιπροσώπων, προτρέποντας και πάλιν το Δικαστήριο να εκδώσει τον εκζητούμενο, ανεξάρτητα από το εάν επιτρέπει τούτο ο Νόμος και το Σύνταγμα. γ) Η προτροπή δε του Γενικού Εισαγγελέως η οποία φαίνεται στο έγγραφο 8 ήταν να πραγματοποιήσει το Δικαστήριο την έκδοση και, εάν αυτό δεν ήτο εφικτό, να προχωρήσει η Βουλή των Αντιπροσώπων στην τροποποίηση του Συντάγματος για να επιτευχθεί η έκδοση. δ) Σαφώς δε τα δημοσιεύματα ανέφεραν ή υπονοούσαν ότι ο εκζητούμενος και ο υιός του ήσαν ένοχοι των αποδιδομένων σε αυτούς αδικημάτων. Στο διάστημα που μεσολάβησε από 8.7.13 μέχρι 18.7.13 παρουσιάστηκε μια απίστευτη και πρωτοφανής εικόνα όπου προαναγγέλθηκε η τροποποίηση του Συντάγματος με πρόταση νόμου πολιτικού κόμματος ώστε να επιτρέπεται η έκδοση Κυπρίων για αδικήματα που διαπράχθηκαν πριν το 2004 (Έγγραφο 11) και με σαφή πρόθεση ή στόχο την έκδοση του εκζητούμενου και του υιού του˙ ο Γενικός Εισαγγελέας καλούσε την Βουλή των Αντιπροσώπων να προχωρήσει, εάν το Δικαστήριο δεν εκτελούσε το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης στην τροποποίηση του Συντάγματος ώστε να περιλαμβάνονται και αδικήματα που διαπράχθηκαν πριν από το 2004 (Έγγραφο 12)˙ εγίνετο αναφορά εκ προϊμίου ότι στις 11.7.13 θα τροποποιείτο το Σύνταγμα με παράλληλη δήλωση του Υπουργού Δικαιοσύνης ότι επιβάλλετο η τροποποίηση του άρθρου 11 ώστε να επιτευχθεί η έκδοση του εκζητούμενου και του υιού του και στο δημοσίευμα παρουσιάζετο και φωτογραφία του εκζητούμενου (Έγγραφα 13 και 14)˙ γινόταν αναφορά σε τροποποίηση/ταξίδι του εκζητούμενου στην Ελλάδα (Έγγραφο 15)˙ συνδεόταν η τροποποίηση του συντάγματος με την έκδοση του εκζητούμενου και του υιού του στην Ελλάδα (Έγγραφα 16 και 19)˙ ότι η τροποποίηση «άνοιγε» το δρόμο για έκδοση του εκζητούμενου στις Ελληνικές Αρχές (Έγγραφο 17), γινόταν αναφορά ότι με την τροποποίηση «εισιτήριο σε Ντίνο έκοψε η Βουλή», «η Βουλή άναψε χθες το βράδυ ομόφωνα το πράσινο φως για την έκδοση του Ντίνου Μιχαηλίδη και του υιού του Μιχάλη στις Ελληνικές αρχές» (Έγγραφο 18) ˙ στο έγγραφο 20 ημερ. 4.7.13 καταγράφεται η ανακοίνωση πολιτικού κόμματος που έχει την άποψη ότι η Κυπριακή Πολιτεία πρέπει να βρει τον τρόπο για την έκδοση του εκζητούμενου στις Ελληνικές αρχές και ότι το κόμμα θα καταθέσει πρόταση νόμου για την τροποποίηση του Συντάγματος ενώ στο Έγγραφο 21 καταγράφεται ανακοίνωση άλλου πολιτικού κόμματος ημερ. 6.7.13 όπου ο Πρόεδρος του κόμματος αναφέρει ότι το ζήτημα της εκτέλεσης των ενταλμάτων έκδοσης συνδέεται άρρηκτα με την αξιοπιστία της Κυπριακής Δημοκρατίας και επιβάλλεται η τροποποίηση του Συντάγματος. Τέλος στο Έγγραφο 22 περιέχεται ανακοίνωση ενός ακόμα πολιτικού κόμματος με την οποία ζητείται η έκδοση του εκζητούμενου και του υιού του. Ανάλογες δηλώσεις, παραινέσεις και επεμβάσεις παρουσιάζονται, σύμφωνα με τους συνήγορους του εκζητούμενου και σε τηλεοπτικά μέσα μαζικής επικοινωνίας (Τεκμήρια 12Α - 12Β). Οι συνήγοροι υποστηρίζουν στην συνέχεια ότι η Βουλή τροποποίησε το Σύνταγμα την 11.7.13 και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας υπέγραψε το κείμενο της τροποποίησης την 16.7.13 ενώ την επομένη (17.7.13) έλαβε χώρα έκτακτα η εκτύπωση της τροποποίησης στο Κυβερνητικό Τυπογραφείο με προφανή σκοπό να προληφθεί η εξέταση του αιτήματος του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης ημερ. 2.7.13 που εκκρεμούσε ενώπιον του Ε.Δ. Λεμεσού και ήταν ορισμένο για ακρόαση την 18.7.
  5. Είναι αξιοσημείωτο, υπογραμμίζουν οι συνήγοροι, ότι την 17.7.13 ετοιμάστηκε και απεστάληκε αυθημερόν στην Κύπρο το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης που υπάρχει ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου που έχει το ίδιο απαράλλαχτο περιεχόμενο με αυτό της 2.7.
  6. Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου ενώπιον του οποίου εκκρεμούσε το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης ημερ. 2.7.13 δεν περατώθηκε. Είναι η θέση των συνηγόρων του εκζητούμενου, με αναφορά σε νομολογία ότι όλα τα πιο πάνω δημιουργούν μια πρωτοφανή εικόνα ωμής επέμβασης στο έργο της Δικαστικής εξουσίας από τις άλλες συντεταγμένες εξουσίες και συγκεκριμένα παραβιάζεται κατάφωρα η αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Περαιτέρω παραβιάζονται τα ατομικά δικαιώματα του εκζητούμενου και του υιού του κατά τρόπο πρωτοφανή, σε ευνομούμενη ευρωπαϊκή πολιτεία. ΄Εχω υπόψη μου τα όσα πιο πάνω ισχυρίζεται η πλευρά του εκζητούμενου που στηρίζονται κυρίως στους τίτλους των ως άνω δημοσιευμάτων τους οποίους επέλεξαν οι διάφοροι δημοσιογράφοι. Περαιτέρω, έχω μελετήσει με προσοχή το περιεχόμενο όλων των δημοσιευμάτων που περιέχονται στο Τεκμήριο 11 και δεν έχω διαπιστώσει να επιδιώκεται παραίνεση ή προτροπή του Δικαστηρίου προς έκδοση του εκζητούμενου (ή του υιού του). Αντίθετα, διαπιστώνεται (στη μεγάλη πλειοψηφία των δημοσιευμάτων) ότι υπάρχει αναγνώριση προς το έργο του Δικαστηρίου και σεβασμός στο ρόλο που έχει να επιτελέσει και στην απόφαση που θα εκδώσει στην παρούσα υπόθεση. Ενδεικτικά αναφέρω ότι στα δημοσιεύματα αρ.2, 3, 4 και 5 γίνεται αναφορά σε νενομισμένες διαδικασίες που θα ακολουθηθούν. Στα δημοσιεύματα αρ. 6, 7 και 8 φιλοξενούνται δηλώσεις του Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως όπου αναφέρεται ότι είναι το Δικαστήριο που θα αποφασίσει κατά πόσο θα εκτελεστεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης για τον εκζητούμενο και ότι η υποχρέωση της Κυπριακής Δημοκρατίας, ως κυβέρνηση, ως Υπουργείο είναι στο πλαίσιο της οδηγίας να υποβληθεί το αίτημα για έκδοση του ευρωπαϊκού εντάλματος ενώπιον του Δικαστηρίου. Στο δημοσίευμα αρ. 9 αναφέρεται ότι αφήνεται να αποφασίσει επί του θέματος το Δικαστήριο. Στο δημοσίευμα αρ. 11 πράγματι υπάρχει άρθρο με επικεφαλίδα «Αλλάζει το Σύνταγμα για να εκδοθούν», η οποία όμως αφορά επικεφαλίδα που επέλεξε ο συγκεκριμένος δημοσιογράφος και όχι οποιοσδήποτε αξιωματούχος ενώ στην συνέχεια γίνεται αναφορά στην ακροαματική διαδικασία που θα ακολουθήσει. Στο δημοσίευμα αρ. 12 γίνεται αναφορά στην απόφαση του Δικαστηρίου που θα ακολουθήσει επί του θέματος. Στα δημοσιεύματα αρ. 13 και 14 φιλοξενούνται και πάλι δηλώσεις του Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως όπου αναφέρει ότι η έκδοση του εκζητούμενου εξαρτάται από το Δικαστήριο. Στο δημοσίευμα αρ. 16 αναφέρεται σε νομική μάχη που αναμένεται στο Δικαστήριο και σε άλλο τίτλο ότι «θα αποφασίσει το Δικαστήριο». Στο δημοσίευμα αρ. 17 γίνεται αναφορά ότι υπάρχει νομικό ζήτημα ακόμη και μετά την τροποποίηση του Συντάγματος και ότι «ο τελικός λόγος» ανήκει στο Δικαστήριο. Στο δημοσίευμα αρ. 18 αναφέρεται ότι «η Βουλή άντεξε στις πιέσεις», ότι δηλαδή υπήρξαν παρεμβάσεις, τηλεφωνήματα, πιέσεις και «πολιτικές τρίπλες» αλλά η Βουλή προχώρησε με την τροποποίηση του Συντάγματος. Δηλαδή ότι εδώ υπήρξαν πιέσεις από τρίτους για μη τροποποίηση του Συντάγματος. Το δημοσίευμα αρ. 19 αναφέρεται σε επικεφαλίδα του «ότι άνοιξε ο δρόμος για έκδοση Κυπρίων» με την τροποποίηση του Συντάγματος. Τα δημοσιεύματα αρ. 20 και 21 αφορούν τις ανακοινώσεις δύο πολιτικών κομμάτων, γίνεται όμως αναφορά ότι η ενοχή ή αθωότητα του εκζητούμενου και του υιού του θα φανεί μέσα από τις νενομισμένες διαδικασίες, ότι το κόμμα δεν παίρνει θέση επί τούτου και ότι ο καθένας παραμένει αθώος μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου ως επίσης ότι η εκτέλεση των ευρωπαϊκών ενταλμάτων σύλληψης αποτελεί καθήκον των συντεταγμένων αρχών της Δημοκρατίας. Όσον αφορά το δημοσίευμα αρ. 22 που αναφέρεται σε δηλώσεις της Εκπροσώπου Τύπου ενός κόμματος όπου αναφέρει ότι η όλη η ιστορία δεν πρέπει να αποσιωπηθεί. Στα ίδια δημοσιεύματα περιέχονται και δηλώσεις εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα ότι η θέση της νομικής υπηρεσίας κατά το χρόνο της 5ης τροποποίησης του Συντάγματος ήτο ότι δεν θα έπρεπε να υπάρχει χρονικός περιορισμός για εκτέλεση ευρωπαϊκών ενταλμάτων σύλληψης που αφορούν Κύπριους υπηκόους (βλ. μεταξύ άλλων δημοσιεύματα 6 και 7). Κατατέθηκε στο Δικαστήριο το Τεκμήριο 8 που είναι επιστολή του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως προς τον Γενικό Διευθυντή της Βουλής των Αντιπροσώπων ημερ. 18.7.12 στην οποία επισυνάπτεται νομοσχέδιο με τίτλο «Ο Περί της 7ης τροποποίησης του Συντάγματος Νόμος του 2012», συνοδευόμενο από εισηγητική έκθεση. Αναφέρεται στην εισηγητική έκθεση ότι με τον περί της 5ης τροποποίησης του Συντάγματος Νόμο του 2006 επιτράπηκε η έκδοση Κυπρίων υπηκόων στην βάση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, πλην όμως μόνο για γεγονότα που επεσυνέβησαν ή πράξεις που τελέστηκαν μετά την ημερομηνία προσχώρησης της Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αναφέρεται επίσης ότι με την έκθεση που ακολούθησε τον 4ο γύρο αξιολόγησης της Κύπρου επί της εφαρμογής της Απόφασης - Πλαισίου 2002/585/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 13ης Ιουνίου 2002 για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης διαπιστώθηκε ο πιο πάνω περιορισμός που εισάγει η Πέμπτη Τροποποίηση του Συντάγματος παραβιάζει κατάφωρα τις πρόνοιες της πιο πάνω Απόφασης - Πλαισίου για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ Κρατών Μελών («This limitation is a clear violation of the Framework Decision on the EAW»). Διαπιστώνεται από τα πιο πάνω ότι θέση του Υπουργείου Δικαιοσύνης ότι επιβάλλεται η τροποποίηση του Συντάγματος με την άρση του πιο πάνω χρονικού περιορισμού υπήρχε πριν από την έκδοση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης που αφορά τον εκζητούμενο και μάλιστα 12 μήνες προηγουμένως. Επομένως, ο ισχυρισμός ότι η 7η τροποποίηση του συντάγματος που έγινε μέσω του Νόμου (Ν.68(Ι)/2013), έγινε για να επιτευχθεί η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης εναντίον του εκζητούμενου και του υιού του δεν μπορεί να γίνει δεκτή αφού τόσο ο Γενικός Εισαγγελέας όσο και το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως είχαν εκφράσει την άποψη ότι ήτο αναγκαία η τροποποίηση του Συντάγματος πολύ πριν από την έκδοση των ευρωπαϊκών ενταλμάτων σύλληψης εναντίον του εκζητούμενου και του υιού του. Όπως εξάλλου αναφέρεται στο προοίμιο του Ν. 68(Ι)/2013, η τροποποίηση γίνεται επειδή η Κυπριακή Δημοκρατία έχει αναλάβει συμβατική υποχρέωση να εκδίδει ή παραδίδει πολίτες της που διέπραξαν ποινικά αδικήματα στην αλλοδαπή και επειδή η 5η τροποποίηση του Συντάγματος στο βαθμό που ρυθμίζει την έκδοση Κυπρίων υπηκόων στην αλλοδαπή δεν συνάδει πλήρως με τις υποχρεώσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας όπως προκύπτουν από το Ευρωπαϊκό κεκτημένο και, ειδικότερα από την Απόφαση - Πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ. Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι τα δημοσιεύματα ανέφεραν ή υπονοούσαν ότι εκζητούμενος και ο γιος του ήσαν ένοχοι των αποδιδόμενων σε αυτούς αδικημάτων κρίνω ότι ούτε αυτός ο ισχυρισμός ευσταθεί αφού μελέτη των εν λόγω δημοσιευμάτων δεν οδηγεί σε τέτοιο συμπέρασμα. Αντίθετα φαίνεται να τηρείται απόσταση εν σχέση με το ζήτημα αυτό. Αναφέρονται ενδεικτικά τα δημοσιεύματα αρ. 2, 3, 4, 5, 6 και 7 όπου γίνεται αναφορά σε ανακοίνωση πολιτικού κόμματος ότι το εν λόγω κόμμα δεν παίρνει θέση για την αθωότητα ή την ενοχή του εκζητούμενου και του γιου του, αφού αυτή θα φανεί μέσα από τις νενομισμένες διαδικασίες και ότι ο καθένας παραμένει αθώος μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου. Το ίδιο και στο δημοσίευμα αρ. 10 όπου άλλο πολιτικό κόμμα «κάλεσε τους πάντες να σεβαστούν το τεκμήριο αθωότητας του Ντίνου Μιχαηλίδη». Το ίδιο ισχύει για το περιεχόμενο των τεκμηρίων 12Α και 12Β. Όπως έχει διευκρινιστεί από τις δύο πλευρές αυτό που θα πρέπει να λάβει υπόψη το Δικαστήριο, όσο αφορά το περιεχόμενο του τεκμηρίου 12Α είναι το μέρος του που έχει μετατραπεί σε γραπτό λόγο και είναι το τεκμήριο 12Β. Περιέχονται στο τεκμήριο 12Β δηλώσεις του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας σε τηλεοπτική εκπομπή την 9.7.2013 ο οποίος αναφερόμενος στο χρόνο κατά τον οποίο ψηφίστηκε η πέμπτη τροποποίηση του Συντάγματος ότι ο ίδιος εξέφρασε στη Βουλή των Αντιπροσώπων την άποψη ότι δεν θα έπρεπε να υπάρχουν χρονικοί περιορισμοί στην εκτέλεση Ευρωπαϊκών Ενταλμάτων Σύλληψης εναντίον Κυπρίων υπηκόων. Στο τεκμήριο 12Β περιέχονται ακόμα δηλώσεις δύο εκπροσώπων πολιτικών κομμάτων σε τηλεοπτική εκπομπή την 12.7.2013 οι οποίοι αναφέρονταν στην έβδομη τροποποίηση του Συντάγματος που έγινε με την ψήφιση του Νόμου 68(Ι)/
  7. Ο πρώτος εκπρόσωπος ανέφερε ότι η τροποποίηση του Συντάγματος έγινε λόγω του ότι υπήρχε κάποιο κενό στο Σύνταγμα από την προηγούμενη τροποποίηση και ότι όφειλε η Νομοθετική Εξουσία να καλύψει αυτό το κενό. Σε σχόλιο του δημοσιογράφου ότι αυτή η τροποποίηση έγινε μετά την γνωστή υπόθεση του εκζητούμενου απάντησε ότι πολλές υποθέσεις έρχονται στην επιφάνεια μέσα από την επικαιρότητα και πολλά λάθη διορθώνονται και πάλι μέσα από την επικαιρότητα. Ο δεύτερος εκπρόσωπος ανέφερε ότι με την τροποποίηση υπήρξε μια συμμόρφωση με το νομικό πλαίσιο, με το κεκτημένο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σε ερώτηση δημοσιογράφου κατά πόσο η τροποποίηση ανοίγει τον δρόμο ή δίνει το πράσινο φως στη Δικαστική εξουσία για να βοηθήσει τις Ελληνικές Αρχές όσο αφορά την υπόθεση του εκζητούμενου απάντησε ότι ο πιο αρμόδιος να απαντήσει σε αυτό το ερώτημα είναι ο Γενικός Εισαγγελέας και ότι μια τελική τοποθέτηση είναι ότι τα Δικαστήρια κρίνουν με βάση το νομοθετικό πλαίσιο την ώρα που προκύπτει ένα αίτημα και ότι δεν γνωρίζει τι θα γίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Όσον αφορά το χρόνο δημοσίευσης του Νόμου 68(Ι)/2003 δεν υπάρχει ικανοποιητική μαρτυρία που να δείχνει ότι αυτό έγινε εσκεμμένα και με προφανή σκοπό να προηγηθεί της ακρόασης της υπόθεσης υπ' αριθμό 9/13 η οποία ήταν ορισμένη για Ακρόαση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού την 18.7.
  8. Εξάλλου η διαδικασία στην ως άνω υπόθεση εγκαταλείφθηκε και τελικά το Δικαστήριο την τερμάτισε. Οποτεδήποτε και αν δημοσιεύετο ο Νόμος 68(Ι)/2013 οι Ελληνικές Αρχές είχαν το δικαίωμα να ανακαλέσουν το Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και να προχωρήσουν στην έκδοση νέου Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης. Αυτό θα μπορούσε να γίνει ακόμα και αν άρχιζε η Ακρόαση στην υπόθεση 9/
  9. Καταλήγω επομένως ότι, έχοντας υπόψη τη μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον μου, δεν διαπιστώνεται παραβίαση της αρχής της διάκρισης των εξουσιών ή των ατομικών δικαιωμάτων του εκζητουμένου για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί πιο πάνω. Ειδικότερα όσον αφορά το ζήτημα των ατομικών δικαιωμάτων του εκζητουμένου, που όπως αντιλαμβάνομαι παραπέμπουν στο δικαίωμα για δίκαιη και ανεπηρέαστη δίκη το οποίο κατοχυρώνεται από άρθρο 30.2 του Συντάγματος, σημειώνεται ότι η παρούσα διαδικασία δεν είναι ποινική διαδικασία, το Δικαστήριο δεν καλείται να κρίνει την αξιοπιστία μαρτύρων αφού το σύνολο της μαρτυρίας τέθηκε ενώπιον του εκ συμφώνου και δηλώθηκαν παραδεκτά γεγονότα, η πλευρά του Γενικού Εισαγγελέα δεν έχει υποχρέωση να αποδείξει την υπόθεση της και τέλος το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται επί της ενοχής ή όχι του εκζητούμενου. Όπως αναφέρεται στην Πηγασίου ν. Γενικού Εισαγγελέα (ανωτέρω) η παρούσα διαδικασία είναι διαδικασία sui generis και δεν είναι ποινική διαδικασία. Είναι διαδικασία διερευνητικού χαρακτήρα όπως έχει επεξηγηθεί πιο πάνω. Ακόμη και εάν θεωρηθεί ότι τα δημοσιεύματα είναι δυσμενή, είτε για τον Κατηγορούμενο είτε για το Δικαστήριο, στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευσταθίου
(2009)2 Α.Α.Δ. 501, η οποία παραπέμπει στην Αστυνομία ν. Φάντη κ.α.
(1994)2 Α.Α.Δ. 160 και στη Δημοκρατία ν. Ford (Αρ. 2)
(1995)2 Α.Α.Δ. 232, λέχθηκε ότι δεν τίθεται θέμα κατάργησης της δίκης εξαιτίας δυσμενών δημοσιευμάτων. Στην ίδια απόφαση λέχθηκε ότι αρνητικά δημοσιεύματα στον Τύπο σε σχέση με υπόθεση που εκδικάζεται ενώπιον Δικαστηρίου ή που θα αχθεί ενώπιον Δικαστηρίου δεν εξισούνται και δεν οδηγούν, χωρίς άλλο, σε μη δίκαιη δίκη. Στην Αχτάρ κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ., 397, 413 λέχθηκε ότι: «Τα ίδια στην ουσία λέχθηκαν και στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Αυσταθίου κ.ά.
(2010)2 Α.Α.Δ. 94, όπου τονίστηκε ότι «. τα δυσμενή δημοσιεύματα είναι δυνατό να έχουν επίδραση στη δίκαιη δίκη ανάλογα με τη συγκεκριμένη επίδραση τους στο πλαίσιο της δίκης που καθηκόντως διεξάγεται.» Δεν υπάρχει όμως αρχή ότι χωρίς συγκεκριμένη αρνητική επίδραση επί των παραγόντων της δίκης, τα δυσμενή δημοσιεύματα καθιστούν «.. αυτοτελώς τη δίκη μη δίκαιη». Εδώ, δεν υπήρξε καμία συγκεκριμένη εισήγηση προς την κατεύθυνση αυτή και επομένως εντελώς αόριστο και μετέωρο παρέμεινε το όλο επιχείρημα.» Στην παρούσα υπόθεση οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του εκζητούμενου δεν έχουν κατορθώσει να πείσουν ότι υπήρξε συγκεκριμένη αρνητική επίδραση επί των παραγόντων της δίκης. Η πλευρά του εκζητούμενου εισηγήθηκε επίσης ότι ο περί της 'Εβδομης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμος 68(Ι)/2013, δεν επηρεάζει δικαιώματα ή νομικές διαδικασίες, ούτε και θεραπείες σχετικά με οποιαδήποτε δικαιώματα, εκτός εάν εκδηλώνεται αντίθετη πρόθεση στον ακυρωτικό νόμο και τέτοια πρόθεση δεν εκδηλώνεται. Η νομική διαδικασία συνεχίζεται και η θεραπεία εκτελείται ως εάν ο ακυρωτικός νόμος δεν ψηφιζόταν. Σύμφωνα με τους ευπαίδευτους συνήγορους του εκζητουμένου ο Νόμος 68(Ι)/2013 δημοσιεύθηκε ενώ εκκρεμούσε η προηγούμενη διαδικασία εναντίον του εκζητούμενου (υπ' αρ. 9/13). Ο Νόμος 68(I)/2013 δεν έχει διάταξη περί αναδρομικής ισχύος και επομένως σύμφωνα με το άρθρο 7 του περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ. 1 τίθεται σε ισχύ κατά την ημερομηνία της δημοσίευσης του. Το άρθρο 10
(2)(γ) και (ε) του Κεφ. 1, προνοεί τα ακόλουθα: «10
(1)..................
(2)Όταν Νόμος ακυρώνει οποιοδήποτε άλλο νομοθέτημα, τότε, εκτός αν φαίνεται αντίθετη πρόθεση, η ακύρωση δεν θα - ...................... (γ) επηρεάζει δικαίωμα, προνόμιο, υποχρέωση, ή ευθύνη που εξασφαλίζεται, προέρχεται ή προκύπτει, βάσει νομοθετήματος που ακυρώθηκε με τον τρόπο αυτό ή ..................... (ε) επηρεάζει έρευνα, νομική διαδικασία ή θεραπεία σχετικά με οποιοδήποτε δικαίωμα, προνόμιο, υποχρέωση, ευθύνη, ποινή, κατάσχεση ή τιμωρία όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, και τέτοια έρευνα, νομική διαδικασία, ή θεραπεία μπορεί να εγερθεί, συνεχιστεί, ή εκτελεσθεί και τέτοια ποινή, κατάσχεση ή τιμωρία μπορεί να επιβληθεί ωσάν ο ακυρωτικός Νόμος δεν ψηφιζόταν». Είναι η θέση των συνηγόρων, με αναφορά σε νομολογία (Republic v. Menelaou
(1982)3 C.L.R. 419, Γενικός Εισαγγελέας ν. Γιάγκου
(1999)2 Α.Α.Δ. 254, Maxwell on the Interpretation of Statutes, 12η έκδοση, σελ. 216, ότι πριν από την τροποποίηση του άρθρου 11
(2)(στ) του Συντάγματος με τον Ν. 68(Ι)/13, ο εκζητούμενος ως Κύπριος πολίτης απολάμβανε συνταγματικής προστασίας και δεν ήταν δυνατή η έκδοση του. Με τον Ν. 68(Ι)/13 καταργούνται συνταγματικά δικαιώματα του εκζητουμένου όπως το δικαίωμα της ελευθερίας και προσωπικής ασφάλειας, που είναι το πολυτιμότερο αγαθό μετά το δικαίωμα της ζωής. Περαιτέρω με τον Ν. 68(Ι)/2013 καταργούνται συνταγματικά δικαιώματα του εκζητουμένου όπως η προστασία που του παρείχε το άρθρο 11
(2)(στ) του Συντάγματος. (Τιμόθεος Χριστοδούλου κ.α. ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 1, Νικόλαος Γαβριήλ ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2002)2 Α.Α.Δ. 289, Γενικός Εισαγγελέας ν. Γιάγκου (ανωτέρω), Medochemie Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2000)4 Α.Α.Δ. 562). Το γεγονός, υποστηρίζουν ότι το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης, ημερομηνίας 2.7.2013, (Τεκμήριο 5 - Παράρτημα 4) ανακλήθηκε και εξεδόθηκε νέο Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης, ημερομηνίας 17.7.2013 (Τεκμήριο 1) το οποίο είναι ουσιαστικά το ίδιο, δεν αλλάζει την κατάσταση. Πρόκειται για την ίδια έρευνα και νομική διαδικασία που άρχισε στις 2.7.2013 και συνεχίζεται χωρίς να υπάρχει οτιδήποτε διαφορετικό που να δικαιολογούσε την ανάκληση. Απλώς με το νέο (δήθεν) Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης έγινε προσπάθεια καταστρατήγησης των δικαιωμάτων που είχε ο εκζητούμενος βάσει του άρθρου 11
(2)του Συντάγματος. Με το νέο Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης, ημερομηνίας 17.7.2013 ουδόλως επηρεάζονται τα κεκτημένα δικαιώματα του εκζητούμενου που κατοχυρώνονται από την Πέμπτη Τροποποίηση του Συντάγματος. Το γεγονός ότι ό Νόμος 68(Ι)/13 δεν έχει αναδρομική ισχύ, συμφωνεί και η πλευρά του Γενικού Εισαγγελέα, ότι δηλαδή το άρθρο 11
(2)(στ) του Συντάγματος όπως έχει τροποποιηθεί με τον Ν.68
(1)/2013 θα πρέπει να εφαρμόζεται σε σχέση με οποιοδήποτε νέο αίτημα διαβιβάζεται στη Κυπριακή Δημοκρατία για εκτέλεση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης. Επικαλούμενη την υπόθεση Republic v. Menelaou (ανωτέρω) ως επίσης το σύγγραμμα Bennion Statutory Interpretation, 4η έκδοση, Butterworths 2002 σε σχέση με το αντίστοιχο άρθρο στο Interpretation Act της Αγγλίας και την Αγγλική υπόθεση Abbot v. The Minister for Lands
(1895)A. C. 425 υποστήριξε για να μπορεί να λεχθεί ότι κάποιο πρόσωπο απέκτησε δικαίωμα στη βάση του άρθρου 10
(2)του Κεφ. 1 θα πρέπει να έχει κάνει χρήση του εν λόγω δικαιώματος και να έχει επωφεληθεί στην πράξη από αυτό. Συμφωνώ με τη θέση αυτή. Ο εκζητούμενος συνελήφθη αρχικά δυνάμει εντάλματος σύλληψης ημερομηνίας 8.7.2013 που εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 16
(2)του Νόμου με βάση το προηγούμενο Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης που είχε εκδοθεί εναντίον του εκζητουμένου. Από την στιγμή που δεν εξεδόθη οποιαδήποτε Δικαστική απόφαση η οποία να διέγνωσε ότι ο εκζητούμενος είχε δικαίωμα στη βάση του άρθρου 11
(2)(στ) του Συντάγματος (προτού τροποποιηθεί από το Ν.68(Ι)/2013)να μην συλληφθεί και να μην παραδοθεί στις Ελληνικές Αρχές, τότε δεν μπορεί να λεχθεί ότι ο εκζητούμενος είτε επωφελήθηκε είτε έκανε χρήση οποιουδήποτε δικαιώματος στη βάση του προηγούμενου άρθρου 11
(2)(στ) του Συντάγματος ώστε να θεωρείται ότι επέκτησε κεκτημένο δικαίωμα το οποίο να μην μπορεί να του αφαιρεθεί. Το γεγονός ότι προηγήθηκε αίτημα στη βάση των ίδιων γεγονότων το οποίο εγκαταλείφθηκε δεν έχει σημασία και δεν διαφοροποιεί τα δεδομένα. Η υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Γιάγκου (ανωτέρω), στην οποία βάσισαν μεγάλο μέρος της επιχειρηματολογίας τους οι συνήγοροι του Εφεσίβλητου, δεν έχει εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση. Στην ως άνω υπόθεση, κατά την έναρξη της διαδικασίας το Κακουργιοδικείο με την καταχώριση σ' αυτό της κατηγορίας, ο περί Ποινικής Δικονομίας Νόμος Κεφ. 155 δεν παρείχε δικαίωμα έφεσης στον Γενικό Εισαγγελέα εναντίον αθωωτικής απόφασης Κακουργιοδικείου ή της ποινής που αυτό επιβάλλει. Ενώ η υπόθεση εκκρεμούσε (κάτι που δεν συμβαίνει στην παρούσα υπόθεση), δημοσιεύτηκε ο περί Ποινικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) Νόμος του 1998 Ν. 54(Ι)/1998που τροποποίησε το άρθρο 137 του βασικού περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, έτσι που να παρέχεται πλέον δικαίωμα στο Γενικό Εισαγγελέα να ασκεί ή να εγκρίνει έφεση κατά αθωωτικής απόφασης Κακουργιοδικείου καθώς και κατά ποινής που τούτο επιβάλλει. Το Ανώτατο Δικαστήριο με αναφορά σε νομολογία έκρινε ότι η καταχώριση έφεσης του Γενικού Εισαγγελέα εναντίον της επιβληθείσας από το Κακουργιοδικείο ποινής έγινε χωρίς να έχει προς τούτο νόμιμο δικαίωμα και απορρίφθηκε. Σημειώνεται ακόμα ότι το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία βάσει του Ν. 133(Ι)/2004 να εξετάσει κατά πόσο ορθά ανακλήθηκε το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης ημερ. 2.7.2013 και κατά πόσο ορθά εκδόθηκε το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης ημερ. 17.7.2013. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του εκζητούμενου υποστήριξαν επίσης ότι το Ένταλμα Σύλληψης και κράτησης του εκζητούμενου με σκοπό την παράδοση του στις Ελληνικές Αρχές είναι παράνομο και πρέπει να απορριφθεί καθότι επεμβαίνει στο δικαίωμα ελευθερίας, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 11
(2)(στ) του Συντάγματος όπως αυτό έχει τροποποιηθεί με το περί της Πέμπτης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμο του 2006 (Νόμος 127(Ι)/2006) σύμφωνα με τις πρόνοιες της οποίας καθίσταται δυνατή η έκδοση Κύπριου Πολίτη με βάση Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης, αλλά μόνο αναφορικά με γεγονότα που επεσυνέβησαν ή πράξεις που τελέστηκαν μετά την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση το έτος 2004 και όχι προηγουμένως. Βάσισαν την εισήγηση τους στο νομικό καθεστώς που ίσχυε πριν το έτος 2006 ως επίσης μετά από αυτό και σε σχετική Νομολογία. (In Re The Attorney General of Republic and Andreas Afamis
(1961)2 R.S.C.C. 121, Δημοκρατία ν. Αντώνης Σεργίου Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 887, Γενικός Εισαγγελέας ν. Κώστας Κωνσταντίνου (ανωτέρω), Κόκου Ιωάννου (Ρωσσίδη) ν. Γενικού Εισαγγελέα, Πολιτική Έφεση αρ. 346/2011, ημ. 15.9.2011. Ούτε αυτή η εισήγηση γίνεται αποδεκτή. Κατ' αρχάς το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης που αφορά η παρούσα υπόθεση εκδόθηκε 17.7.2013, ημερομηνία κατά την οποία τέθηκε σε ισχύ ο Νόμος 68(Ι)/2013 και διαμόρφωσε το άρθρο 11
(2)(στ),
(3)του Συντάγματος όπως ισχύει μέχρι σήμερα. Δηλαδή ο Ν.68(Ι)/2013επέφερε άρση των χρονικών περιορισμών που υπήρχαν όσον αφορά την εκτέλεση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης εναντίον Κύπριου πολίτη. Το ένταλμα σύλληψης εναντίον του εκζητούμενου που εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 16
(2)του Ν.133
(1)/2004 (Τεκμήριο 6) εξεδόθη την 19.7.2013 δηλαδή μετά που τέθηκε σε ισχύ ο Ν.68(Ι)/
  1. Περαιτέρω, στην υπόθεση Νικόλα Κυριάκου (ανωτέρω) το Δικαστήριο έχοντας υπόψη τον Ν.127(Ι)/2006 διέταξε την εκτέλεση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης που εκδόθηκε από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και αφορούσε μεταξύ άλλων ένταλμα σύλληψης (υπ' αρ. 14) που εξεδόθη την 28.3.2008 από την Κ. Ανακρίτρια του 21ου Τακτικού Ανακριτικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών σε σχέση με ισχυριζόμενα αδικήματα που διαπράχθηκαν μεταξύ 9.12.2004 - 22.12.
  2. Δηλαδή στην πιο πάνω υπόθεση που τα γεγονότα της ομοιάζουν πολύ με αυτά της παρούσας υπόθεσης, το Πρωτόδικο Δικαστήριο διέταξε την εκτέλεση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης εφαρμόζοντας Νόμο που θεσπίστηκε μετά την ισχυριζόμενη διάπραξη των αδικημάτων για τα οποία εξεδόθηκε το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης. Δηλαδή, ο Ν.127(Ι)/2006εφαρμόστηκε για ισχυριζόμενα αδικήματα που διαπράχθηκαν πριν από την θέσπιση του. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Ο Ν.127(Ι)/2006(όπως και ο Ν.68(Ι)/2003)είχε εφαρμογή για οποιοδήποτε νέο αίτημα διαβιβαζόταν στην Κυπριακή Δημοκρατία για εκτέλεση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης που αφορούσε Κύπριο υπήκοο. Επομένως, το Δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση θα εφαρμόσει το νομικό καθεστώς που ίσχυε κατά το χρόνο έκδοσης του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης (17.7.2013) δηλαδή θα κρίνει την παρούσα υπόθεση με βάση το Ν.133(Ι)/2004ως επίσης με βάση το άρθρο 1Α του Συντάγματος το οποίο καθιερώνει υπεροχή της Ευρωπαϊκής Νομοθεσίας έναντι του ημεδαπού δικαίου και με βάση το άρθρο 11
(2)(στ)
(3)του Συντάγματος όπως έχει τροποποιηθεί από το Ν.68(Ι)/2013. Τέλος, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του εκζητούμενου ισχυρίζονται ότι η εκτέλεση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης παραβιάζει το δικαίωμα της δίκαιης δίκης όπως αυτό κατοχυρώνεται από το άρθρο 30 του Συντάγματος. Είναι εισήγηση τους ότι με βάση τα άρθρα 12 και 13 της εισαγωγικής αιτιολογίας της Απόφασης - Πλαίσιο για το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης καθώς επίσης το άρθρο 1
(3)καθορίζουν και θεσμοθετούν ότι πρέπει να προστατεύονται τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Γι' αυτό το λόγο η Απόφαση - Πλαίσιο σέβεται τα Ανθρώπινα Δικαιώματα καθώς επίσης τις αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Περαιτέρω σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2
(2)του Ν.133 (Ι)/2004 και της παραγράφου 12 της Απόφασης - Πλαίσιο η εφαρμογή των διατάξεων του Ν.133(Ι)/2004 δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την παραβίαση της υποχρέωσης σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων και αρχών, σύμφωνα με το άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, το οποίο αναφέρεται στο δικαίωμα κάθε ατόμου για δίκαιη δίκη εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Το δικαίωμα αυτό διασφαλίζεται στη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 30, του δικού μας Συντάγματος. Τυχόν εκτέλεση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, σύμφωνα με τους συνήγορους του εκζητούμενου, θα έχει ως αποτέλεσμα την άμεση προφυλάκιση του για αόριστο χρόνο, μέχρι και 18 μήνες, γεγονός που θα του στερήσει τη δυνατότητα να εξεύρει τα απαραίτητα στοιχεία και να έχει εύκολη επικοινωνία με τους δικηγόρους του, έχοντας υπόψη τις πρόνοιες του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας της Ελλάδας, άρθρα 282 - 288, Τεκμήριο 13. Ακόμα και αν υπάρχει μόνο ορατή πιθανότητα για δεκαοκτάμηνη κράτηση του εκζητούμενου αυτό το γεγονός αποτελεί σοβαρή παραβίαση των δικαιωμάτων του όπως αυτά προστατεύονται από το Σύνταγμα και την Σύμβαση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Τυχόν εκτέλεση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης θα στερήσει από τον εκζητούμενο το δικαίωμα που του εξασφαλίζει η παράγραφος 30
(3)του Συντάγματος για να έχει επαρκή χρόνο για τη προπαρασκευή της υπεράσπισης του, να εξεύρει έγγραφα, να προσάξει μαρτυρία και γενικά να προετοιμάσει επαρκώς την υπεράσπιση του. Επίσης, πολύ σημαντικό είναι το γεγονός ότι λόγω του πολύ μεγάλου χρόνου από την ισχυριζόμενη διάπραξη των αδικημάτων, τα αποδεικτικά στοιχεία που στοιχειοθετούν την αθωότητα του εκζητουμένου να έχουν απωλεσθεί ή καταστραφεί. Προς υποστήριξη των θέσεων τους οι συνήγοροι του εκζητούμενου επικαλέσθηκαν άρθρο, Δικηγόρου και πρώην Υπουργού που δημοσιεύθηκε σε εφημερίδα των Αθηνών, σε δηλώσεις πρώην υπηρεσιακού Πρωθυπουργού και Προέδρου του Συμβουλίου Επικρατείας, για καταδίκες της Ελλάδας στο Ευρωπαϊκού Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Στρασβούργου, στην υπόθεση Peers v. Greece, Αίτηση Αρ. 28524/95, ημερομηνίας 19.4.2001 και σε άλλη Νομολογία. Ούτε αυτή η εισήγηση μπορεί να γίνει αποδεκτή. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Κόκου Ιωάννου (Ρωσσίδη) ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολ. Έφ. 346/2011, ημερ. 15.11.2011, οι μόνες προϋποθέσεις για τη μη εκτέλεση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης από τη Δικαστική Αρχή που επιφορτίζεται το έργο της εξέτασης του εντάλματος είναι οι αναφερόμενες στα άρθρα 13 και 14 του Ν.133(Ι)/2004 που αφορούν τους υποχρεωτικούς και τους προαιρετικούς, αντίστοιχα λόγους μη εκτέλεσης οι οποίοι δεν συντρέχουν εδώ. Όσον αφορά τον χρόνο που έχει παρέλθει από την ισχυριζόμενη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα στην υπόθεση Νικόλας Κυριάκου ν. Γενικός Εισαγγελέας (ανωτέρω) το πρωτόδικο Δικαστήριο προσεγγίζοντας το θέμα παρατήρησε ότι «στο Ν. 133(Ι)/2004δεν υπάρχει κάποια πρόνοια για παραβίαση δικαιώματος δίκης εντός ευλόγου χρόνου ή κάποια κύρωση ή συνέπεια σε περίπτωση καθυστέρησης των διωκτικών αρχών της αιτήτριας χώρας να προωθήσουν το αίτημα τους» ως επίσης ότι «έχουμε Ευρωπαϊκά Εντάλματα Σύλληψης και η εκτέλεση τους διέπεται από τον Ν.133(Ι)/2004 στον οποίο δεν υπάρχουν ρητές πρόνοιες περί παρόδου χρόνου, αδικαιολόγητης καθυστέρησης και αλλαγής συνθηκών, όπως υπήρχαν στους Περί Φυγοδίκων Νόμους». Σύμφωνα με το Τεκμήριο 7 που είναι επιστολή της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών, Τμήμα Εκδόσεων & Δικαστικών Συνδρομών προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξης της Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερ. 24.7.2013, η οποία υπογράφεται από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, Ιωάννη Κούτρα και στην οποία επισυνάπτεται έγγραφο του Κ. Ανακριτή αναφέρεται ότι η πρώτη αναφορά για τον εκζητούμενο και τον γιό του ως συναυτουργούς σε νομιμοποίηση παρανόμων εσόδων, έγινε την 17.7.2012, και ακολούθησε αίτημα Δικαστικής Συνδρομής προς τις δικαστικές αρχές της Ελβετίας. Σύμφωνα ακόμα με το Τεκμήριο 9 την 15.5.2013 επιδόθηκε στον εκζητούμενο κλήση προς απολογία για να εμφανιστεί την 27.6.2013 ενώπιον του Ανακριτή Ν.4022/11 στο Πρωτοδικείο Αθηνών. Τέλος σύμφωνα και πάλι με το Τεκμήριο 7, κατόπιν της από απείθεια μη εμφάνισης του εκζητούμενου ενώπιον του Ανακριτή κατά την 27.6.2013 ακολούθησε η έκδοση εναντίον του εντάλματος σύλληψης. Επομένως ο ισχυρισμός περί καθυστέρησης των Διωκτικών Αρχών της αιτήτριας χώρας για προώθηση του αιτήματος τους δεν φαίνεται να έχει έρεισμα έχοντας υπόψη το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 7 και
  1. Το ζήτημα της ενδεχόμενης προφυλάκισης που έχει τεθεί εκ μέρους της πλευράς του εκζητουμένου κρίνω ότι είναι σε μεγάλο βαθμό θεωρητικό και πρόωρο. Δεν μπορεί να γνωρίζει κανείς εκ των προτέρων ποιες θα είναι οι ενέργειες των Ελληνικών Αρχών και πως θα αντιμετωπίσουν τον εκζητούμενο σε περίπτωση εκτέλεσης του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης εναντίον του. Όσον αφορά το πιο πάνω άρθρο και τις δηλώσεις, αυτές αντιμετωπίζονται από το Δικαστήριο ως προσωπικές απόψεις των προσώπων αυτών. Τα εν λόγω πρόσωπα δεν κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και επομένως το περιεχόμενο των εν λόγω απόψεων δεν αποτελεί μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον μου. Το ίδιο ισχύει και για τις αναφορές περί καταδίκης της Ελλάδας στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η υπόθεση Peers v. Greece (ανωτέρω), την οποία επικαλέσθηκε η πλευρά του εκζητούμενου εκδόθηκε πριν από 12 περίπου χρόνια και στηρίχθηκε στα δικά της γεγονότα και επομένως δεν μπορεί να διαφοροποιήσει τα δεδομένα στην παρούσα υπόθεση. Θα πρέπει ακόμα να σημειωθεί ότι η νομολογία (όπως και το πιο πάνω άρθρο και οι δηλώσεις), δεν μπορούν να εξομοιωθούν με μαρτυρία. Δηλαδή, δεν μπορεί να προσφέρεται μαρτυρία μέσω της νομολογίας για τα γεγονότα της υπόθεσης. Εν πάση περιπτώσει όλα αυτά τα ζητήματα όπως έχει αναφερθεί προηγουμένως δεν αποτελούν λόγους οι οποίοι σύμφωνα με το Νόμο 133(Ι)/2004 θα μπορούσαν να οδηγήσουν το Δικαστήριο να αρνηθεί την εκτέλεση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης. Τέτοιοι λόγοι όπως η προφυλάκιση του εκζητούμενου, η παροχή ευχέρειας ετοιμασίας της υπεράσπισης του, η πάροδος μεγάλου χρονικού διαστήματος από την ισχυριζόμενη τέλεση των αδικημάτων κλπ αποτελούν λόγους οι οποίοι μπορούν να τεθούν ενώπιον των Ελληνικών Αρχών. Ήτο η τελική τοποθέτηση των συνήγορων του εκζητούμενου ότι αυτός δεν προσπαθεί να αποφύγει τη δικαιοσύνη και ότι τα ισχυριζόμενα αδικήματα είναι τέτοιας φύσεως που δύναται να δικαστούν στην Κύπρο σύμφωνα με το άρθρο 5(Ι)(δ) του Ποινικού Κώδικα. Ο εκζητούμενος όμως δεν έχει δικαίωμα να επιλέξει που θα διωχθεί, έχοντας υπόψη τις πρόνοιες του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 και ειδικότερα του άρθρου 37 ως επίσης τις πρόνοιες του Συντάγματος και ειδικότερα το άρθρο 30 και
  2. Έχοντας υπόψη την κατάληξη μου ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος είτε υποχρεωτικής είτε προαιρετικής μη εκτέλεσης του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης ως επίσης ότι οι εισηγήσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων του εκζητούμενου δεν έχουν γίνει αποδεκτές κρίνω ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για εκτέλεση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και παράδοση του εκζητούμενου στις Ελληνικές Αρχές. Ως εκ των ανωτέρω διατάσσω την εκτέλεση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και την παράδοση του εκζητούμενου στις Ελληνικές Αρχές. Ο εκζητούμενος να παραμείνει υπό κράτηση. Δίδονται οδηγίες στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού όπως κοινοποιήσει αμελλητί στη δικαστική αρχή έκδοσης του εντάλματος την παρούσα απόφαση. (Υπ.) ........... Α. Ν. Κονής, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΑΚ/ΑΓ Subject: Criminal/Final Αναφορά: Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.