Γενικού Εισαγγελέα ως κατά νόμον εκπροσώπου της Κυπριακής Δημοκρατίας ν. Α. K TEXTILES LAND LIMITED, Αρ. Αγωγής: 1649/12, 31/7/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A219 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 1649/12 Μεταξύ: Γενικού Εισαγγελέα ως κατά νόμον εκπροσώπου της Κυπριακής Δημοκρατίας, από την Λευκωσία Ενάγοντος και Α. K. TEXTILES LAND LIMITED, από την Λεμεσό Εναγόμενης Ημερομηνία: 31.7.13 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα / Αιτητή: κ. Α. Ιωάννου Κίτσιος για κκ Α. Ι. Κίτσιος ΔΕΠΕ (για να ακούσει την απόφαση η κα Ελ. Ιωάννου) Για την Εναγόμενη / Καθ' ης η αίτηση: κα Έλ. Ιωάννου για κ. Μ. Β. Ιωάννου (για να ακούσει την απόφαση η κα Ά. Ιωάννου) -------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση ημερομηνίας 29.1.13 ο Ενάγων / Αιτητής εξαιτείται εναντίον της Εναγόμενης εταιρείας / Καθ' ης η αίτηση συνοπτική απόφαση: «ως η ειδικώς οπισθογραφημένη επί του κλητηρίου αξίωσις των Εναγόντων πλέον τόκους και έξοδα έξοδα πλέον ΦΠΑ». Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης η απαίτηση του Αιτητή προκύπτει από παράβαση γραπτής συμφωνίας μίσθωσης κρατικής γης. Στην Έκθεση Απαίτησης αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Δυνάμει γραπτής σύμβασης μίσθωσης γης, από τώρα και στο εξής «η σύμβαση», η οποία υπογράφηκε στις 5.6.06 στην Λευκωσία μεταξύ του Γενικού Διευθυντή του Υπουργείου Εμπορίου και Βιομηχανίας εκ μέρους της Κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Καθ' ης η αίτηση εκμισθώθηκε στην Καθ' ης η αίτηση τεμάχιο κρατικής γης εντός της Βιομηχανικής Περιοχής Ύψωνα Λεμεσού για την ανέγερση εργοστασιακού κτηρίου για την εγκατάσταση υφαντουργείου εξαιρουμένου του βαφείου (παράγραφος 3 της Έκθεσης Απαίτησης). Η διάρκεια της σύμβασης συμφωνήθηκε για 33 έτη. Ως ημερομηνία έναρξης της ισχύος της σύμβασης συμφωνήθηκε η 1.6.06 και ως ημερομηνία λήξης της η 31.5.
- Σύμφωνα με την σύμβαση υπήρχε πρόνοια για ανανέωσή της μέχρι 99 έτη (παράγραφος 4 της Έκθεσης Απαίτησης). Ως ετήσιο μίσθωμα συμφωνήθηκε το ποσό των Λ.Κ.11.749,20 σεντ - το ισόποσο σε Ευρώ 20.074,70 σεντ - κατ' έτος προπληρωτέο την 1η Ιουνίου κάθε έτους. Σύμφωνα με την σύμβαση η Καθ' ης η αίτηση υποχρεούται σε περίπτωση υπερημερίας πληρωμής του συμφωνημένου μισθώματος ή οποιουδήποτε μέρους αυτού, αφ' ης στιγμής αυτό καθίσταται πληρωτέο και απαιτητό, να καταβάλει στον Αιτητή επί οιουδήποτε ποσού το οποίο παραμένει απλήρωτο τόκο προς 9% ή το ανώτατο όριο επιτοκίου όπως αυτό θα καθορίζεται από τους εκάστοτε εν ισχύ Νόμους. Η Καθ' ης η αίτηση αν και κλήθηκε από το Υπουργείο Εμπορίου και Βιομηχανίας με διπλοσυστημένη επιστολή ημερομηνίας 2.9.11 να καταβάλει εντός 30 ημερών το οφειλόμενο για την χρονική περίοδο 1.6.11 - 31.5.12 μίσθωμα ύψους Ευρώ 20.074,70 σεντ πλέον τόκο προς 5,35% ετησίως από 1.6.10 πλέον τόκο προς 5% ετησίως από 1.6.11, το οποίο έπρεπε να πληρωθεί από την 1.6.11, καθυστερεί και/ή αμελεί και/ή αρνείται να πράξει τούτο. Με την αγωγή του ο Αιτητής αξιώνει: το ποσό των Ευρώ 20.074,70 σεντ «ως οφειλόμενο και νομίμως απαιτητό μίσθωμα για την περίοδο 1.6.11 - 31.5.12 και/ή ως ποσό οφειλόμενο δυνάμει της αρχής του αδικαιολόγητου πλουτισμού (unjust enrichment) και/ή άλλως πως» τόκο προς 5,35% από 1.6.10 και τόκο προς 5% από 1.6.11 μέχρι εξόφλησης νόμιμο τόκο έξοδα πλέον ΦΠΑ. Με την Υπεράσπισή της η Καθ' ης η αίτηση παραδέχεται, μεταξύ άλλων, τις παραγράφους 3 και 4 της Έκθεσης Απαίτησης και αρνείται όλους τους υπόλοιπους ισχυρισμούς που εκτίθενται στις παραγράφους 5-12 αυτής. Προς υπεράσπισή της αναφέρει τα ακόλουθα: Ο Αιτητής δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα και δεν νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα αγωγή εναντίον της Καθ' ης η αίτηση. Η σύμβαση είναι μεταξύ του Γενικού Διευθυντή του Υπουργείου Εμπορίου και Βιομηχανίας εκ μέρους της Κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας και υπάρχει πρόνοια και πρόβλεψη ότι οι οποιεσδήποτε αγωγές βάση της σύμβασης θα εγείρονται από το Υπουργείο Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού όπως έγινε και σε άλλες υποθέσεις που έχουν καταχωρηθεί στο Δικαστήριο και συγκεκριμένα στις αγωγές με αριθμούς 5424/11 και 1172/11 τις οποίες ήγειρε το πιο πάνω Υπουργείο με βάση τις ίδιες μισθώσεις. Περαιτέρω ο Αιτητής εμποδίζεται να προωθεί την παρούσα αγωγή καθότι στις 26.6.12 η Καθ' ης η αίτηση και/ή οι αντιπρόσωποί της συμφώνησαν με το Υπουργείο Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού και/ή τους αρμόδιους αυτού λειτουργούς όπως (α) η παρούσα αγωγή αποσυρθεί αφού η Καθ' ης η αίτηση καταβάλει την δικηγορική αμοιβή των δικηγόρων του Αιτητή και (β) μετά την απόσυρση της αγωγής η Καθ' ης η αίτηση καταβάλλει το ποσό των Ευρώ 1.000,00 σεντ μηνιαίως προς το Υπουργείο Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού για εξόφληση κάποιων εκκρεμοτήτων που είχε. Η Καθ' ης η αίτηση συμμορφώθηκε πλήρως με την πιο πάνω συμφωνία οπότε και στις 22.6.12 πλήρωσε στον δικηγόρο του Αιτητή με επιταγή της Τράπεζας Κύπρου με αριθμό 00675023 το ποσό των Ευρώ 742,25 σεντ για εξόφληση των εξόδων της αγωγής. Η αγωγή, όμως, ενώ έπρεπε να αποσυρθεί δεν αποσύρθηκε κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, ο δε Αιτητής και το Υπουργείο την προώθησαν στο Δικαστήριο. Η Καθ' ης η αίτηση αρνείται ότι οφείλει στον Αιτητή και/ή στην Κυπριακή Δημοκρατία οποιοδήποτε ποσό, αρνείται ότι οφείλει οποιοδήποτε μίσθωμα και αρνείται ότι ο Αιτητής δικαιούται σε απόφαση για το ποσό των Ευρώ 20.074,70 σεντ. Εξαιτείται δε την απόρριψη της αγωγής με έξοδα εις βάρος του Αιτητή. Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στην Δ.18, θθ.1, 2 και 9 και στην Δ.48, θθ.1-3, 7 και 9 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Υποστηρίζεται δε από ένορκο δήλωση της Ευδοκίας Αρέστη ημερομηνίας 29.1.13 η οποία εργάζεται ως λειτουργός Εμπορίου και Βιομηχανίας στο Υπουργείο Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού. Στην ένορκό της δήλωση η ενόρκως δηλούσα επισυνάπτει τα ακόλουθα έγγραφα ως τεκμήρια: αντίγραφο της σύμβασης - Τεκμήριο Α αντίγραφο επιστολής του Υπουργείου Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού ημερομηνίας 2.9.11 η οποία υπογράφεται εκ μέρους της Γενικής Διευθύντριας - Τεκμήριο Β αντίγραφο επιστολής της Καθ' ης η αίτηση ημερομηνίας 11.6.12 η οποία απευθύνεται στους δικηγόρους του Αιτητή με κοινοποίηση προς το Υπουργείο Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού - Τεκμήριο Γ. Με το Τεκμήριο Β η Καθ' ης η αίτηση πληροφορείται, μεταξύ άλλων, ότι το ενοίκιο που οφείλεται από αυτήν για την περίοδο από 1.6.11 μέχρι 31.5.12 ανέρχεται στο ποσό των Ευρώ 20.074,70 σεντ και ότι αυτό όφειλε να είχε καταβληθεί από την 1.6.
- Πληροφορείται, επίσης, ότι σε περίπτωση που η Καθ' ης η αίτηση δεν καταβάλει το πιο πάνω ποσό εντός 30 ημερών από την ημερομηνία της επιστολής τότε το Υπουργείο - προδήλως εννοείτο το Υπουργείο Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού - θα προβεί χωρίς άλλη προειδοποίηση στην λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον της και θα αξιώσει το πιο πάνω ποσό μαζί με τους τόκους καθώς και τα δικαστικά και δικηγορικά έξοδα που θα προκύψουν. Με το Τεκμήριο Γ κοινοποιείται από την Καθ' ης η αίτηση προς τους δικηγόρους του Αιτητή ότι η πρώτη έχει την έγκριση του Υπουργείου Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού «για μηνιαία πληρωμή του μισθώματος (εκ €20074,70 + τόκος) για την περίοδο 1/6/2011 - 31/5/
- Το ποσό που συμφωνήθηκε είναι €1500 το μήνα μέχρι εξόφλησης». Η κυρία Αρέστη στην ένορκό της δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι μετά την επιστολή της ημερομηνίας 11.6.12 - Τεκμήριο Γ - η Καθ' ης η αίτηση στις 22.6.12 ξόφλησε τα δικηγορικά έξοδα με σκοπό και κατόπιν συνεννόησης με τον δικηγόρο του Αιτητή να δεχθεί απόφαση με αναστολή εκτέλεσης από μήνα σε μήνα νοουμένου ότι θα κατέβαλλε το ποσό των Ευρώ 1.500,00 σεντ μηνιαίως πλην όμως κατά την ημέρα που παρουσιάσθηκε στο Δικαστήριο ο διευθυντής της, ήτοι στις 25.10.12, αυτός αντί να δεχθεί απόφαση διόρισε δικηγόρο με σκοπό να καθυστερήσει την έκδοση απόφασης και ακολούθως καταχώρησε και Υπεράσπιση. Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση της Καθ' ης η αίτηση. Με 5 λόγους ένστασης οι οποίοι εκτίθενται στην Ειδοποίηση Ένστασης η Καθ' ης η αίτηση ενίσταται στην έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του Αντρέα Κλεοβούλου, ο οποίος είναι διευθυντής της Καθ' ης η αίτηση, γνωρίζει πλήρως τα γεγονότα της υπόθεσης και είναι εξουσιοδοτημένος από την Καθ' ης η αίτηση να προβεί στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Με την ένορκό του δήλωση ο κύριος Κλεοβούλου επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της Καθ' ης η αίτηση όπως αυτοί εκτίθενται στην Υπεράσπισή της με μόνη την διαφορά ότι ενώ η Καθ' ης η αίτηση με την Υπεράσπισή της παραδέχεται τους ισχυρισμούς του Αιτητή που εκτίθενται στις παραγράφους 3 και 4 της Έκθεσης Απαίτησης, ο κύριος Κλεοβούλου με την ένορκό του δήλωση αρνείται όλους και καθένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς της κυρίας Αρέστη που εκτίθενται στην ένορκό της δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση συμπεριλαμβανομένων και των ισχυρισμών της που εκτίθενται στις παραγράφους 3 και 4 της Έκθεσης Απαίτησης. Στην ένορκό του δήλωση ο ενόρκως δηλών επισυνάπτει, μεταξύ άλλων, ως τεκμήριο απόδειξη πληρωμής των δικηγορικών εξόδων της αγωγής εκδοθείσα από το δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων του Αιτητή στις 22.6.12 για το ποσό των Ευρώ 742,25 σεντ - Τεκμήριο Γ. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις θέσεις του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί. Η Δ.18, θ.1(α) των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας προνοεί τα ακόλουθα (σε ελεύθερη μετάφραση): «Όταν ο εναγόμενος εμφανίζεται σε κλητήριο ένταλμα ειδικά οπισθογραφημένο σύμφωνα με την Διάταξη 2, Θεσμός 6, ο ενάγων δύναται με ένορκη δήλωση που θα κάνει ο ίδιος ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα, που να επιβεβαιώνει την αιτία της αγωγής και το ποσό που αξιώνεται (αν υπάρχει) και να αναφέρει ότι εξ' όσων πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή, να αποταθεί για απόφαση για το ποσό που αξιώνεται μαζί με τόκο (αν υπάρχει) ή για την ανάκτηση ακίνητης ιδιοκτησίας (με ή χωρίς ενοίκιο) ή για την παράδοση συγκεκριμένου κινητού, αναλόγως της περίπτωσης, και για έξοδα. Και μπορεί να δοθεί απόφαση υπέρ του ενάγοντα εκτός εάν ο εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή αν αποκαλύψει τέτοια γεγονότα τα οποία ήθελε θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί». Στην υπόθεση Παναγιώτης Νεάρχου κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 818 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18 κκ.1-5, όπως αυτά εξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων Robert v. Plant [1895] 1 Q.B.597, το Αγγλικό Σύγγραμμα The Annual Practice 1970 σελ. 126, Κυπριανίδης ν. Ιωάννου
(1966)1 Α.Α.Δ. 265, Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Trans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 A.A.Δ. 239, Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782, Rck Sports v. Persona Advertising Ltd.
(1996)1 A.A.Δ. 1074, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 22, Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817 και πιο πρόσφατα Παναγιώτης Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd.,
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1968 και Sigma Radio T.V. Ltd. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 A.A.Δ. 408). Τα εν λόγω κριτήρια, όπως εξάγονται τόσο από το λεκτικό της Δ.18 όσο και από τις πιο πάνω αυθεντίες, περιληπτικά είναι τα εξής:- (α) Το κλητήριο πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο σε Δ.2, Κ.6. (β) Ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή. (γ) Η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση πρέπει να συμμορφώνεται προς ορισμένα κριτήρια π.χ. να είναι από τον ίδιο τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και τη βάση της αγωγής και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο Αιτητής είναι νομικό πρόσωπο τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από την εταιρεία το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει την βάση της αγωγής και το αιτούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει. (Βλ. Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Banka S.A. πιο πάνω, σελ. 136-138) όπου γίνεται αναφορά και σε αγγλική νομολογία). Αυτές είναι βασικές προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιήσει ο ενάγων-αιτητής προτού το Δικαστήριο ασκήσει την εξουσία αν θα εκδώσει ή όχι συνοπτική απόφαση. Με το ίδιο θέμα δηλαδή το τι πρέπει να περιέχει μια ένορκη δήλωση για συνοπτική απόφαση, ιδιαίτερα εκεί που ο ενάγων είναι νομικό πρόσωπο, είναι και τα όσα αναφέρονται στη προαναφερθείσα υπόθεση Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ σελ. 790-794 (απόφαση πλειοψηφίας) όπου δίνονται και παραδείγματα (με αναφορά σε αγγλικές αποφάσεις) πότε μια ένορκη δήλωση κρίθηκε ικανοποιητική και πότε όχι. Από πλευράς Εναγομένου (εκτός από το θέμα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που μπορεί να εγερθεί σε όλες τις περιπτώσεις), και νοουμένου ότι ο ενάγων ικανοποιεί τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, θα πρέπει και αυτός να ικανοποιήσει το Δικαστήριο με τα ακόλουθα: (α) ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή (β) ότι αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί ή τουλάχιστον η υπεράσπιση να μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή. (Λαζάρου ν. Μακεδόνας, πιο πάνω). Επίσης ο Εναγόμενος/καθού η αίτηση πρέπει να διευκρινίζει αν η υπεράσπιση του αφορά ολόκληρο ή μέρος της απαίτησης και αν αφορά μέρος, να καθορίζει ποιό μέρος από την απαίτηση του Ενάγοντα αμφισβητεί. (Βλ. γενικά τη Δ.18, Κ.3 και την υπόθεση Hermes Ins. Co Ltd v. Julios Theodorides πιο πάνω, σελ. 338-339 όπου φαίνονται με λεπτομέρεια τα κριτήρια τα οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει υπόψη του). Από τη στιγμή που ο Ενάγων/Αιτητής ικανοποιεί τα κριτήρια για να ζητήσει συνοπτική απόφαση τότε (όπως ήδη αναφέραμε) το βάρος μετατοπίζεται στον Εναγόμενο/καθού η αίτηση να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση και/ή ότι υπάρχουν τέτοια γεγονότα που να του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί. (Βλ. επίσης Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν. Ν. Χατζηνέστωρος,
(1989)1 A.A.Δ. 204, Καζαμίας ν. Ρωμαϊκά Κεραμουργεία
(1990)1 Α.Α.Δ., σελ. 752, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.)) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ., σελ. 239). Στην προαναφερθείσα υπόθεση Rck Sports v. Persona Advertising Ltd ο Δικαστής Καλλής με αναφορά στο Αγγλικό σύγγραμμα The Annual Practice 1967 διατύπωσε τις αρχές ως εξής: «Αρχές που διέπουν την έκδοση συνοπτικής απόφασης: Συνοψίζονται ως πιο κάτω στο Annual Practice, 1967, σελ. 121: `H εξουσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης, δυνάμει της Δ.14, εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει εύλογη αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου είναι απρόσφορο να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπισθεί απλώς για λόγους καθυστέρησης (Jones v. Stones [1984] A.C. 122). Αποτελεί γενική αρχή ότι οσάκις ο εναγόμενος αποδεικνύει ότι έχει μια καλόπιστη υπεράσπιση πρέπει να του δοθεί άδεια να υπερασπισθεί (Saw v. Hakim, 5 T.L.R. 72, Ironclad, etc., Co. v. Gardner, 4 T.L.R. 18, Ward v. Plumbley, 6 T.L.R. 198, Yorkshire Banking Co. v. Beatson, 4 C,P.D. 213, Ray v. Banker, 4 Ex.D.279). Πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση εκτός εάν είναι καθαρό ότι δεν υπάρχει ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση (Godd v. Delap [1905] 92 L.T. 510, H.L.), και ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με πραγματικά ή νομικά ζητήματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση (Jones v. Stone [1894] A.C. 122, Thompson v. Marshall, 41 L.T. 720, C.A. Jacobs n. Booth' s Distillery Co. [1901] 85 L.T. 262 H.L., Lindsay v. Martin, 5 T.L.R. 322)». Στην υπόθεση Vidisava Subotic v. Δήμου Στυλιανίδη
(1998)1 ΑΑΔ 22 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Βασική αρχή που προκύπτει από τις αυθεντίες είναι ότι συνοπτική απόφαση πρέπει να δίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκη δήλωση του αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρει θέμα σε απάντηση της απαίτησης που θα πρέπει να εκδικάζεται, ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπισή του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα (Βλέπε: CY.E.M.S. Co. Ltd. v. The Central Co-Operative Industries Co. Ltd.
(1982)1 A.A.Δ. 897, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Ltd. v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239). Στην Trans Middle East (πιο πάνω) συμπερασματικά αναφέρονται τα εξής:- "Έτσι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπισή του ενώπιον του Δικαστηρίου, γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο». Συνοπτική απόφαση θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και ως εξαίρεση στον βασικό κανόνα σύμφωνα με τον οποίο το Δικαστήριο πρέπει να ακούει και τις δύο πλευρές προτού καταλήξει στην ετυμηγορία του. Δεν πρέπει να εμποδίζεται ο εναγόμενος να υπερασπισθεί εκτός σε περιπτώσεις όπου είναι αναμφίβολο ότι δεν έχει συζητήσιμη υπεράσπιση. Επίσης, δεν εκδίδεται συνοπτική απόφαση όπου προκύπτει σοβαρή διαφωνία ως προς τα γεγονότα και τον Νόμο (Βλ. The Annual Practice 1958, σελ. 243). Για τους πιο πάνω λόγους η υποχρέωση του ενάγοντα να ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις της Δ.18, θ.1(α) με την ένορκο δήλωσή του πρέπει να εξετάζεται αυστηρά και με απόλυτη σχολαστικότητα. Ο ενάγων πρέπει, μεταξύ άλλων, να υποστηρίξει την αίτησή του για συνοπτική απόφαση με ένορκο δήλωση είτε του ιδίου, είτε κάποιου άλλου τρίτου, ο οποίος μπορεί να ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα, και με αυτή να επαληθεύει την αιτία της αγωγής και το αξιώμενο ποσό και να αναφέρει την πεποίθησή του ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή (Βλ. Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 CLR 130 και Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 CLR 333). Ο λόγος που η προσέγγιση των Δικαστηρίων ως προς την επάρκεια της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει αίτηση για συνοπτική απόφαση είναι τόσο αυστηρή υποδείχθηκε από τον Άγγλο Δικαστή Buckley L. J. στην Αγγλική υπόθεση Symon and Co v. Palmer's Stores
(1912)1 KB 259 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα στην σελίδα 266: «Trial as a rule must precede judgment. Order 14 provides an extraordinary procedure in certain cases; it is a procedure in which instead of trial first and then judgment, there is judgment at once and never any trial. Such a procedure must be strictly confined to the specific cases for which it is provided as set forth in the order». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Κατά κανόνα η δίκη προηγείται της απόφασης. Η Διάταξη 14 προνοεί για μια εξαιρετική διαδικασία που εφαρμόζεται σε ορισμένες περιπτώσεις. Είναι μια διαδικασία στην οποία αντί δίκης πρώτα και μετά απόφασης, υπάρχει αμέσως απόφαση και ουδέποτε δίκη. Μια τέτοια διαδικασία πρέπει να περιορίζεται αυστηρά στις συγκεκριμένες περιπτώσεις που προνοούνται στην Διάταξη». Σύμφωνα με τον πιο πάνω Άγγλο Δικαστή αν η ένορκος δήλωση δεν συμμορφώνεται προς τις απαιτήσεις της (Αγγλικής) Διάταξης 14 το Δικαστήριο δεν κέκτηται δικαιοδοσίας να εκδώσει απόφαση. Υποχρεούται να αφήσει την υπόθεση να οδηγηθεί σε δίκη κατά τον σύνηθη τρόπο. Το θέμα της επάρκειας της ένορκης δήλωσης είναι θέμα, λοιπόν, που άπτεται της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Δεν αρκεί ο εναγόμενος να προβεί σε γενική άρνηση της απαίτησης ή σε αόριστους ισχυρισμούς για ανυπαρξία αντιπαροχής. Θα πρέπει να δώσει τέτοιες λεπτομέρειες με την ένορκή του δήλωση που να καταδεικνύεται το βάσιμο της υπεράσπισής του επί της ουσίας της αγωγής και να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρούνται επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί (Βλ. Hermes Insurance Co Ltd v. Θεοδωρίδης
(1983)1 CLR 333). Το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών για να προβεί σε ευρήματα όσον αφορά την υπεράσπιση του εναγόμενου ως να εκδίκαζε την ουσία της αγωγής. Αρκεί να αποκαλυφθεί συζητήσιμο θέμα προς εκδίκαση ούτως ώστε να δοθεί άδεια για υπεράσπιση (Βλ. Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817). Η σχετική Αγγλική Νομολογία καθιέρωσε ως βασική αρχή ότι όπου υπάρχει ειλικρινής διαφωνία αναφορικά με την ερμηνεία ενός εγγράφου στο οποίο βασίζεται η αξίωση ή διαφωνία ως προς τις συμβατικές υποχρεώσεις των μερών είτε ακόμα αβεβαιότητα ως προς το οφειλόμενο ποσό πρέπει να δίδεται στον εναγόμενο άδεια για υπεράσπιση (Βλ. The Annual Practice 1958, σελ. 264). Στις περιπτώσεις ξεκάθαρων απαιτήσεων στις οποίες ο εναγόμενος αποκαλύπτει καλόπιστη ανταπαίτηση η οποία δεν σχετίζεται άμεσα με τα γεγονότα της αγωγής θα πρέπει να δίδεται απόφαση για το ποσό της απαίτησης με ταυτόχρονη άδεια του Δικαστηρίου για καταχώρηση ανταπαίτησης. Σε αυτή την περίπτωση επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να αναστείλει την εκτέλεση της απόφασης μέχρι την εκδίκαση της ανταπαίτησης. Στην υπό εξέταση περίπτωση το κλητήριο ένταλμα είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2, θ.6 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας και η Καθ' ης η αίτηση καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης. Η Ευδοκία Αρέστη δηλώνει, επίσης, την πεποίθησή της ότι η Καθ' ης η αίτηση ουδεμία υπεράσπιση έχει στην παρούσα υπόθεση και ότι ο λόγος που η τελευταία καταχώρησε εμφάνιση και Υπεράσπιση είναι η καθυστέρηση στην έκδοση απόφασης. Σύμφωνα με τον πρώτο λόγο ένστασης ο Αιτητής δεν επιβεβαίωσε με την ένορκο δήλωση της Ευδοκίας Αρέστη το αγώγιμό του δικαίωμα. Σύμφωνα με τον δεύτερο λόγο ένστασης ο Αιτητής δεν επαλήθευσε το αγώγιμό του δικαίωμα. Οι πιο πάνω λόγοι ένστασης δεν υποστηρίζονται από ένορκο μαρτυρία αφού καμία αναφορά σε σχέση με αυτούς δεν γίνεται στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Θα προβώ, όμως, σε εξέτασή τους αφού αν κατά πόσο η αιτία της αγωγής καθώς και το αξιώμενο ποσό επιβεβαιώνονται με την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση και αν το πρόσωπο που ορκίζεται την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση είναι πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα αποτελεί σύμφωνα με την Νομολογία προαπαιτούμενο που άπτεται της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να εξετάσει την υπό κρίση αίτηση επί της ουσίας. Στην υπόθεση Αθηνούλλα Γ. Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 782 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι νομολογημένο ότι για την ενεργοποίηση της δικαιοδοσίας έκδοσης συνοπτικής απόφασης πρέπει να ικανοποιηθούν οι πιο κάτω προϋποθέσεις από τον αιτητή:
(1)Καταχώριση ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου δυνάμει του θ. 1 της Δ.2.
(2)Καταχώριση εμφάνισης από τον εναγόμενο.
(3)Η αίτηση για συνοπτική απόφαση πρέπει να υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση από τον ίδιο τον ενάγοντα ή από άλλο πρόσωπο το οποίο μπορεί να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα. Η ένορκη δήλωση πρέπει να επιβεβαιώνει την αιτία αγωγής και το ποσό που αξιώνεται και να δηλώνει ότι καθώς πιστεύει - ο ωμόσας - δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Η τήρηση των πιο πάνω προϋποθέσεων σχετίζεται με την δικαιοδοσία του δικαστηρίου και η μη ικανοποίησή τους στερεί από το δικαστήριο τη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση (Βλ. Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, 135). Ο λόγος της αυστηρής προσέγγισης όσον αφορά την επάρκεια ή πληρότητα της ένορκης δήλωσης επεξηγείται ως πιο κάτω στην Symon & Co. ν. Palmer's Stores
(1903)Limited [1912] 1 K.B. 259, 266-267: "Trial, as a rule, must precede judgment. Order XIV. provides an extraordinary procedure in certain cases. It is a procedure in which, instead of trial first and then judgment, there is judgment at once and never any trial. Such a procedure must be strictly confined to the specific cases for which it is provided, as set forth in the Order. . . . . . . . . . .................. . . . An application is often made under Order XIV., not with any expectation of success, but in order to induce the defendant to make an affidavit, and so get information on oath as to the nature of his defence. That is not legitimate. If there is no such affidavit as is required by Order XIV., r. 1, there is, I think, no jurisdiction under that Order to give judgment. The judge is bound to leave the action to proceed to trial in the usual way. He can only give judgment without a trial if the conditions mentioned in the rule are satisfied. The question of the sufficiency of the affidavit is, in my opinion, one which goes to jurisdiction." Σε ελληνική μετάφραση: "Κατά κανόνα η δίκη πρέπει να προηγείται της απόφασης. Η Δ.14 προσφέρει μια ειδική διαδικασία σε ορισμένες υποθέσεις. Είναι διαδικασία κατά την οποία αντί να αρχίζει πρώτα η δίκη και μετά η απόφαση, υπάρχει αμέσως απόφαση και ποτέ δίκη. Τέτοια διαδικασία πρέπει να περιορίζεται αυστηρά για τις εξειδικευμένες υποθέσεις για τις οποίες προβλέπεται όπως καθορίζεται στον Κανονισμό. . .................... . . . . . . . . . . . Συχνά γίνεται αίτηση δυνάμει της Δ.14, όχι με προσδοκία επιτυχίας, αλλά για να πεισθεί ο εναγόμενος να κάμει ένορκη δήλωση και με τον τρόπο αυτό να ληφθούν πληροφορίες με όρκο σε σχέση με την φύση της υπεράσπισης. Αυτό δεν είναι νόμιμο. Εάν δεν υπάρχει η ένορκη δήλωση που απαιτείται από τον θ.1 της Δ.14, δεν υπάρχει, νομίζω, δικαιοδοσία δυνάμει της Διαταγής εκείνης για έκδοση απόφασης. Ο Δικαστής υποχρεούται να αφήσει την αγωγή να προχωρήσει σε δίκη με τον συνηθισμένο τρόπο. Μπορεί να εκδώσει απόφαση χωρίς δίκη εάν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο κανονισμός. Το ζήτημα της επάρκειας της ένορκης δήλωσης είναι ζήτημα που ανάγεται στη δικαιοδοσία." Η Δ.18 πρέπει να εφαρμόζεται στις ξεκάθαρες και αδιαμβισβήτητες υποθέσεις. Σκοπός της, καθώς έχει νομολογηθεί, είναι να καταστήσει ικανό τον ενάγοντα να πάρει συνοπτική απόφαση χωρίς δίκη, εάν μπορεί να αποδείξει την αξίωσή του ξεκάθαρα και εάν ο εναγόμενος δεν είναι σε θέση να εγείρει μια καλόπιστη υπεράσπιση ή να εγείρει οποιοδήποτε επίδικο θέμα εναντίον της αξίωσης, το οποίο πρέπει να εκδικαστεί (Βλ. Roberts ν. Plant [1895] 1 Q.B. 597). Ο πιο πάνω θ. 1 της Δ.18 φαίνεται ότι το θεωρεί σαν δεδομένο ότι ο ενάγων είναι ικανός να κάμει την ένορκη δήλωση, απλώς επειδή είναι ο ενάγων. Στην κρινόμενη περίπτωση η ενάγουσα είναι εταιρεία. Δεν μπορεί να ορκισθεί. Κάποιος πρέπει να ορκισθεί στη θέση της. Σύμφωνα, όμως, με ρητή επιταγή του πιο πάνω θεσμού πρέπει να είναι πρόσωπο που είναι σε θέση να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα. Η ένορκη δήλωση δεν μπορεί να γίνει από πρόσωπο το οποίο καταθέτει με βάση τα όσα πληροφορείται και πιστεύει. Ο θ.2 της Δ.39, η οποία διέπει τα του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων προβλέπει ότι οι ένορκες δηλώσεις πρέπει να περιορίζονται στα γεγονότα τα οποία ο μάρτυρας είναι σε θέση να αποδείξει με βάση τη δική του γνώση. Ένορκες δηλώσεις που βασίζονται πάνω στα όσα ο μάρτυρας πληροφορείται και πιστεύει, επιτρέπονται μόνο στις περιπτώσεις ενδιάμεσων αιτήσεων (Βλ. Stavrinides (πιο πάνω), σελ. 137). Στην Lagos ν. Grunwaldt [1910] 1 Κ.Β. 41, η ένορκη δήλωση έγινε από δικηγόρο ο οποίος ήταν συνέταιρος στο δικηγορικό οίκο που αντιπροσώπευε τον ενάγοντα. Το Εφετείο αποδοκίμασε με αυστηρή γλώσσα τις ένορκες δηλώσεις που βασίζονται πάνω στην πεποίθηση και πληροφορίες του ωμόσαντος. Στη σελ. 48 της απόφασης επισημαίνονται τα πιο κάτω: "It is obvious on reading this affidavit that the deponent knows nothing whatever personally, and can only swear to the best of his information and belief. The procedure under Order XIV is special ... when I bear in mind the summary proceedings which are founded upon this order, it seems to me that it is most important that the admission of such affidavits by solicitors should not be allowed." Σε ελληνική μετάφραση: "Είναι πρόδηλο από την ανάγνωση της ένορκης δήλωσης ότι ο ωμόσας δεν γνωρίζει τίποτε προσωπικώς, και μπορεί να ορκισθεί από όσα καλύτερα πληροφορείται και πιστεύει. Η διαδικασία δυνάμει της Δ.14 είναι πολύ εξειδικευμένη ... έχοντας υπόψη τη συνοπτική διαδικασία που βασίζεται πάνω στη Δ.14 μου φαίνεται ότι είναι υψίστης σημασίας ότι δεν πρέπει να επιτρέπεται η κατάθεση τέτοιων ενόρκων δηλώσεων από δικηγόρους." Στην Symon & Co. (πιο πάνω) οι ένορκες δηλώσεις έγιναν από τον Διευθυντή της ενάγουσας εταιρείας με βάση πεποίθηση που σχημάτισε και πληροφορίες που πήρε από πρόσωπα των οποίων δεν δόθηκαν τα ονόματα. Τονίσθηκε (βλ. σελ. 264) ότι αν δεν υπάρχει συμμόρφωση με τα όσα προβλέπονται από την Δ.14 θ.1 σε σχέση με την ένορκη δήλωση δεν υπάρχει δικαιοδοσία για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Πρέπει απαραιτήτως να ικανοποιείται ο όρος που θέτει η Δ.14 θ.1. Το πρόσωπο που ορκίζεται πρέπει να είναι σε θέση να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα. Το ζήτημα τέθηκε ως πιο κάτω στη σελ. 266: "It is sufficient to say that the facts essential for the purpose of verifying the cause of action are not here stated on affidavit by a person who can swear positively to them, but by a person who can only vouch information and belief with respect to them; moreover his belief appears to be founded upon information which does not commend itself to me as being satisfactory." Σε ελληνική μετάφραση: "Είναι αρκετό να ειπωθεί ότι τα γεγονότα που είναι απαραίτητα για την επαλήθευση της αιτίας της αγωγής δεν έχουν τεθεί με ένορκη δήλωση από πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά για αυτά, αλλά από πρόσωπο το οποίο επικαλείται πληροφορίες και πεποίθηση σε σχέση με αυτά. Περιπλέον η πεποίθηση του φαίνεται να βασίζεται πάνω σε πληροφορίες οι οποίες δεν μου δίνουν την εντύπωση ότι είναι ικανοποιητικές." Η παράθεση της νομολογίας δεν θα ήταν πλήρης αν δεν γινόταν αναφορά στην Pathe Freres Cinema Limited v. United Electric Theatres Limited [1914] 3 K.B. 1253, στην οποία η ένορκη δήλωση από υπάλληλο της ενάγουσας εταιρείας, ο οποίος δήλωσε ότι τα γεγονότα βρίσκοντο εντός της προσωπικής γνώσης του, κρίθηκε ικανοποιητική. Πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι υπάρχει δυνατότητα για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από τον ενάγοντα. Αυτή μπορεί να καταχωρηθεί μετά από άδεια του δικαστηρίου. Το ζήτημα το πραγματεύεται ως πιο κάτω η υπόθεση Les Fils Dreyfus et Cie Anonyme v. Clarke [1958] 1 All E.R. 459, 463: "There always has been and is jurisdiction in the court to allow an affidavit filed in support of an application for summary judgment to be supplemented and in deciding jurisdiction one looks at the matter at the end of the day on the affidavits which have been filed." Σε ελληνική μετάφραση: "Πάντοτε το δικαστήριο είχε και έχει εξουσία να επιτρέψει όπως συμπληρώνεται η ένορκη δήλωση, που καταχωρείται προς υποστήριξη αίτησης για συνοπτική απόφαση και όταν αποφασίζει για τη δικαιοδοσία ένας κοιτάζει πως έχει το ζήτημα στο τέλος με βάση τις ένορκες δηλώσεις που έχουν κατατεθεί." Έχουμε την άποψη πως το ζήτημα του κατά πόσο ένα πρόσωπο είναι σε θέση να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα, εντός της έννοιας της Δ.18 θ.1 πρέπει να κρίνεται με βάση τα γεγονότα και περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης. Πολύ σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η φύση της αξίωσης». Στην υπόθεση Κωνσταντίνος Σπηταλιώτης κ.α. ν. Liberty Life Insurance Ltd
(2004)1 ΑΑΔ 1113 το Εφετείο συμφώνησε με την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι το πρόσωπο που ορκίσθηκε την ένορκο δήλωση που συνόδευε την αίτηση για συνοπτική απόφαση ήταν πρόσωπο που μπορούσε να ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα. Στην απόφαση του Εφετείου προσμέτρησαν ότι ο ενόρκως δηλών (α) ήταν γνώστης της επίδικης συμφωνίας αφού ήταν παρών κατά την υπογραφή της, (β) είχε επισυνάψει την πιο πάνω συμφωνία στην ένορκό του δήλωση, (γ) γνώριζε από τα διάφορα έγγραφα της εφεσίβλητης/ ενάγουσας τις κινήσεις του λογαριασμού και (δ) είχε τερματίσει ο ίδιος την επίδικη συμφωνία. Κρίθηκε ότι όλα τα πιο πάνω τον καθιστούσαν πρόσωπο που μπορούσε να ορκισθεί θετικά για το περιεχόμενο της ένορκής του δήλωσης. Στην υπόθεση Ευάγγελος Παύλου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 1051 το πρόσωπο που υπέγραψε την ένορκο δήλωση που συνόδευε την αίτηση για συνοπτική απόφαση ήταν υπάλληλος των εναγόντων / αιτητών, είχε προσωπική γνώση των γεγονότων που αφορούσαν στην αγωγή και ήταν δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκο δήλωση που συνόδευε την αίτηση. Κατείχε, επίσης και φύλαττε όλα τα σχετικά έγγραφα, παρακολουθούσε την κίνηση του λογαριασμού και είχε σχέση με την ετοιμασία της κατάστασης του λογαριασμού την οποία και είχε προσυπογράψει. Το Εφετείο ανέφερε τα ακόλουθα στην σελίδα 1055: «Ο ομνύοντας διαλαλεί την προσωπική του γνώση στα γεγονότα που αφορούν την αγωγή και την εμπλοκή του ιδίου στην εξέλιξη των γεγονότων διά της παρακολουθήσεως της κινήσεως του λογαριασμού και της συμμετοχής του εις την ετοιμασία σχετικής κατάστασης λογαριασμού την οποία και προσυπογράφει. Προκύπτει από τα λεχθέντα του, που κατ' αντιπαράθεση με τα γεγονότα στην Δημητρίου (πιο πάνω) δεν αμφισβητήθησαν, πως ήταν πρόσωπο ικανό εντός του ορισμού της Δ.18, θ.1 για να ορκιστεί θετικά τα γεγονότα της υπόθεσης και να επαληθεύσει την αιτία της αγωγής όπως και έπραξε παραθέτοντας, εκ του περισσού ίσως, και τα σχετικά έγγραφα. Στην υπόθεση Pathe Freres Cinema Ltd. v. United Electric Theatres Ltd. [1914] 3 K.B. 1253, που μνημονεύεται στην Δημητρίου (πιο πάνω), ένορκη δήλωση από υπάλληλο της ενάγουσας εταιρείας, ο οποίος δήλωσε ότι τα γεγονότα βρίσκοντο εντός της προσωπικής γνώσης του, κρίθηκε ικανοποιητική». Τέλος, στην υπόθεση Γεώργιος Αγαθαγγέλου Γεωργίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1 ΑΑΔ 274 το Εφετείο ανέφερε τα ακόλουθα στις σελίδες 279-280: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο, στην εμπεριστατωμένη απόφαση του αναφέρει τα εξής:- "Από νωρίς η νομολογία του Κυπριακού Εφετείου, εφαρμόζοντας αντίστοιχη αγγλική νομολογία, αναγνώρισε και προσδιόρισε την παράμετρο επάρκειας της ένορκης δήλωσης, με σαφή παροχή δυνατότητας προσφοράς ένορκης δήλωσης και από άλλο πρόσωπο παρά τον ίδιο τον ενάγοντα. Στην υπόθεση Stavrinides v. Cheskoslovenska
(1972)1 C.L.R. 130 στη σελίδα 136-137 αναφέρεται:- "There is no doubt that, as our relevant rule stands, an affidavit may be made by another person, apart from the plaintiff, but the rule does not stop there; it must be a person that 'can swear positively to the facts, verifying the cause of action and the amount claimed'. The deponent must be clearly in a position to swear positively to the facts and the affidavit must show this. It cannot be an affidavit where the deponent can only depose upon information and belief." H σημερινή πολυπλοκότητα των συναλλαγών σε συνδυασμό με την πολυάριθμη εκπροσώπιση εμπορικών οργανισμών, όπως τραπεζών, κατέστησε επιτακτική την ανάγκη προσδιορισμού της έκτασης γνώσης και του πεδίου εκδήλωσης των αναγκαίων γεγονότων που στοιχειοθετούν τη βάση έγερσης του αγωγίμου δικαιώματος των εναγόντων, όπως και του εκάστοτε πλαισίου απαίτησης. Σχετική επί του θέματος είναι η υπόθεση Αθηνούλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου
(1997)1 Α.Α.Δ. 782 την οποία επικαλέστηκαν αμφότεροι οι συνήγοροι, ο καθένας δίδοντας τη δική του ερμηνεία. .......................................................................................................................... Συμφωνούμε με την πιο πάνω θέση του Δικαστηρίου. Ο ενόρκως δηλών για την εφεσίβλητη διαλαλεί την προσωπική του γνώση στα γεγονότα που αφορούν την αγωγή και την εμπλοκή του ιδίου στην εξέλιξη των γεγονότων με την παρακολούθηση της κινήσεως του λογαριασμού και της συμμετοχής του στην ετοιμασία της σχετικής κατάστασης λογαριασμού, την οποία και προσυπογράφει. Προκύπτει ότι ήταν πρόσωπο ικανό εντός της εννοίας της Δ.18 θ.1 για να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επαληθεύσει την αιτία της αγωγής, όπως και έπραξε, παραθέτοντας και τα σχετικά έγγραφα. Προσθέτουμε ακόμα ότι δεν έχει αντεξετασθεί ο ομνύων από τον δικηγόρο του εφεσείοντα. Στην υπόθεση Pathe Freres Cinema Ltd. v. United Electric Theatres Ltd. [1914] 3 K.B. 1253, ένορκη δήλωση από υπάλληλο της ενάγουσας εταιρείας, ο οποίος δήλωσε ότι τα γεγονότα ήσαν εντός της προσωπικής του γνώσης, κρίθηκε ικανοποιητική (Βλέπε: Ευαγγέλου Παύλου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ.
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1051)». Από την ένορκο δήλωση της Ευδοκίας Αρέστη η οποία υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση επισημαίνονται τα ακόλουθα: η σύμβαση έγινε με το Υπουργείο Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού και η ενόρκως δηλούσα εργάζεται στο εν λόγω Υπουργείο ως λειτουργός Εμπορίου και Βιομηχανίας η ενόρκως δηλούσα είναι η αρμόδια λειτουργός για την παρακολούθηση της συμμόρφωσης των μισθωτών της Βιομηχανικής Περιοχής Ύψωνα με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις συμπεριλαμβανομένης και της καταβολής ενοικίου και, επομένως, υπεύθυνη για τα πιο πάνω ζητήματα η ενόρκως δηλούσα διαλαλεί την προσωπική της γνώση για τα γεγονότα της υπόθεσης. Στην υπόθεση Pathe Freres Cinema Ltd. v. United Electric Theatres Ltd. [1914] 3 K.B. 1253 ένορκη δήλωση από υπάλληλο ενάγουσας εταιρείας, ο οποίος δήλωσε ότι τα γεγονότα ήσαν εντός της προσωπικής του γνώσης, κρίθηκε ικανοποιητική (Βλ., επίσης, Ευαγγέλου Παύλου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ.
(2001)1(Β) ΑΑΔ 1051) η ενόρκως δηλούσα έχει πρόσβαση στον φάκελο που αφορά στην καταβολή των ενοικίων, προδήλως, στα πλαίσια εκτέλεσης των καθηκόντων της, που περιλαμβάνουν, όπως και η ίδια ρητά αναφέρει στην ένορκό της δήλωση, την παρακολούθηση της συμμόρφωσης των μισθωτών της Βιομηχανικής Περιοχής Ύψωνα με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις συμπεριλαμβανομένης και της καταβολής ενοικίου είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση στην ένορκό της δήλωση η ενόρκως δηλούσα επισυνάπτει την σύμβαση - Τεκμήριο Α - την επιστολή του Υπουργείου Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού ημερομηνίας 2.9.11 - Τεκμήριο Β - και την επιστολή της Καθ' ης η αίτηση ημερομηνίας 11.6.12 - Τεκμήριο Γ, έγγραφα στα οποία αυτή έχει πρόσβαση λόγω της θέσης της και της φύσης των καθηκόντων της η ενόρκως δηλούσα συμφωνεί και υιοθετεί πλήρως το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης. Εν' όψει των πιο πάνω κρίνω ότι η ενόρκως δηλούσα είναι πρόσωπο το οποίο μπορεί να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επαληθεύσει την αιτία της αγωγής καθώς και το αξιώμενο ποσό. Αυτή δε διαλαλεί την προσωπική της γνώση για τα γεγονότα που αφορούν στην παρούσα αγωγή καθώς και την εμπλοκή της στην εξέλιξη των γεγονότων με την εποπτεία και παρακολούθηση της υπόθεσης η οποία εμπίπτει εντός των καθηκόντων της και συνεπεία της οποίας έχει πρόσβαση στα έγγραφα που επισύναψε στην ένορκό της δήλωση ως τεκμήρια. Πέρα από μια γενικόλογη άρνηση των ισχυρισμών της κυρίας Αρέστη η πλευρά της Καθ' ης η αίτηση δεν επιχείρησε να αμφισβητήσει τους πιο πάνω ισχυρισμούς της κυρίας Αρέστη διά της αντεξέτασής της εφόσον καμία αίτηση δεν υπεβλήθη εκ μέρους της Καθ' ης η αίτηση προς την πιο πάνω κατεύθυνση. Σύμφωνα με το Τεκμήριο Α το ετήσιο μίσθωμα για την περίοδο από 1.6.11 μέχρι την 31.5.12 ανέρχεται στο αξιώμενο ποσό των Ευρώ 20.074,70 σεντ, ενώ σύμφωνα με την ένορκο δήλωση της κυρίας Αρέστη το πιο πάνω ποσό δεν καταβλήθηκε από την Καθ' ης η αίτηση όταν αυτό κατέστη απαιτητό, ήτοι από την 1.6.11 και παραμένει μέχρι σήμερα απλήρωτο. Δεν μου διαφεύγει ότι με την ένορκό του δήλωση ο Αντρέας Κλεοβούλου αρνείται τους ισχυρισμούς της κυρίας Αρέστη οι οποίοι εκτίθενται στην ένορκό της δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Πέραν, όμως, από την πιο πάνω γενικόλογη άρνηση κανένας θετικός ισχυρισμός δεν προβλήθηκε από την πλευρά της Καθ' ης η αίτηση που να διαψεύδει τους ισχυρισμούς της κυρίας Αρέστη. Είναι, επίσης, σημαντικό να λεχθεί ότι αν και ο κύριος Κλεοβούλου αρνείται, ως ισχυρίζεται στην παράγραφο 2 της ένορκής του δήλωσης, τους ισχυρισμούς της κυρίας Αρέστη, από την παράγραφο 3 αυτής συνάγεται ότι η συνομολόγηση της σύμβασης είναι παραδεκτή από την πλευρά της Καθ' ης η αίτηση. Άλλη ερμηνεία δεν θα μπορούσε λογικά να δοθεί στους ισχυρισμούς του σύμφωνα με τους οποίους η σύμβαση ήταν μεταξύ της Καθ' ης η αίτηση και του Γενικού Διευθυντή του Υπουργείου Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού. Επίσης, καμία εξήγηση δεν δόθηκε που να δικαιολογεί πώς συνάδει η άρνηση του κύριου Κλεοβούλου για τους ισχυρισμούς της κυρίας Αρέστη συμπεριλαμβανομένων και αυτών που άπτονται της υπό της εν λόγω ενόρκως δηλούσας ισχυριζόμενης οφειλής της Καθ' ης η αίτηση με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου Γ που επισυνάπτεται στην ένορκο δήλωση της τελευταίας που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση με το οποίο γίνεται από την Καθ' ης η αίτηση ρητή παραδοχή του χρέους. Επίσης, πέρα από την γενικόλογη άρνηση των ισχυρισμών της κυρίας Αρέστη κανένας θετικός ισχυρισμός δεν προβλήθηκε από την πλευρά της Καθ' ης η αίτηση που να καταδεικνύει ότι το αξιώμενο ή οποιοδήποτε άλλο ποσό δεν οφείλεται από την Καθ' ης η αίτηση προς τον Αιτητή, ως ο κύριος Κλεοβούλου διατείνεται, όπως απόδειξη καταβολής του αξιώμενου με την αγωγή μισθώματος. Θα πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι αν και η κυρία Αρέστη επιβεβαίωσε την αιτία της αγωγής και το αξιώμενο ποσό των Ευρώ 20.074,70 σεντ δεν επιβεβαίωσε τους αξιώμενους με την παράγραφο 12(Β) της Έκθεσης Απαίτησης τόκους. Μάλιστα, στην παράγραφο 5 της ένορκής της δήλωσης αναφέρει ρητά ότι η απαίτηση του Αιτητή είναι για ποσό Ευρώ 20.074,20 σεντ πλέον νόμιμους τόκους. Δεν υποστηρίζει ότι ο Αιτητής δικαιούται σε τόκους όπως αυτοί αναφέρονται στην πιο πάνω παράγραφο της Έκθεσης Απαίτησης, ήτοι 5,35% ετησίως από 1.6.10 πλέον 5% ετησίως από 1.6.11 μέχρι εξόφλησης. Επίσης, σύμφωνα με τον όρο 4
(2)της σύμβασης ο μισθωτής υποχρεούται να καταβάλει στον εκμισθωτή επί οποιουδήποτε ποσού παραμένει απλήρωτο τόκο προς 9% ή το ανώτατο όριο επιτοκίου όπως αυτό θα καθορίζεται από τους εκάστοτε εν ισχύ Νόμους. Καμία μαρτυρία δεν προσκομίσθηκε που να καταδεικνύει ότι το επιτόκιο του 5,35% και του 5% ήταν τα ανώτατα κατά τον χρόνο για τον οποίο αυτά αξιώνονται επιτρεπόμενα από τον Νόμο επιτόκια. Βεβαίως, δεν μου διαφεύγει ότι το 5% είναι ο νόμιμος τόκος με βάση τον Περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν. 14/60, όπως τροποποιήθηκε. Εν' όψει, όμως, του ότι δεν καταδείχθηκε ότι αυτό ήταν για τον χρόνο που αυτό αξιώνεται το ανώτατο από τον Νόμο επιτόκιο δεν μπορώ να δεχθώ ότι ο Αιτητής απέδειξε ότι δικαιούται σε τόκο προς 5% ετησίως από την 1.6.
- Έπειτα είναι και το άλλο. Πώς μπορεί να αξιώνεται τόκος προς 5,35% από 1.6.10 αφού το αξιώμενο μίσθωμα είναι για την περίοδο από 1.6.11 μέχρι 31.5.12 και σύμφωνα με την σύμβαση το ετήσιο μίσθωμα είναι προπληρωτέο την 1η Ιουνίου κάθε έτους; Καμία, πάντως, μαρτυρία δεν παρουσιάσθηκε με την οποία να καταδεικνύεται ότι ο Αιτητής δικαιούται σε τόκο προς 5,35% από 1.6.
- Ό,τι δε από την παράγραφο 2 του Τεκμηρίου Β στην ένορκο δήλωση της Ευδοκίας Αρέστη συνάγεται κατά την γνώμη μου είναι ότι ο τόκος του 5% από 1.6.10 αφορά στο υπόλοιπο ενοικίου για άλλη περίοδο, ήτοι για την περίοδο από 1.6.10 μέχρι 31.5.11 και η οποία δεν αφορά στην παρούσα αγωγή. Το περιεχόμενο της πιο πάνω παραγράφου είναι κατά την κρίση μου ενδεικτικό: Τα ενοίκια που οφείλετε για την περίοδο από 1/6/2010 μέχρι 31/5/2012 ανέρχονται σε € 24.119,52 (υπόλοιπο ενοικίου 1/6/10-31/5/11 € 4.044,82 και ενοίκιο 1/6/11-3/5/12 € 20.074,70) και έπρεπε να είχαν πληρωθεί την 1/6/10 και 1/6/11 αντίστοιχα. Επιπλέον οφείλετε τόκο 5,35% από την 1/6/10 και 5% από την 1/6/11». Η υπό κρίση αίτηση δεν χωλαίνει, όμως, στα πιο πάνω. Καθότι το Δικαστήριο έχει την εξουσία να επιδικάσει νόμιμο τόκο, ήτοι τόκο προς 5,5% ετησίως από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής επί του ποσού των Ευρώ 20.074,70 σεντ, όπως ακριβώς αναφέρει και η Ευδοκία Αρέστη στην παράγραφο 5 της ένορκής της δήλωσης και όπως ακριβώς αξιώνεται, προδήλως, διαζευκτικά, με την παράγραφο 12(Γ) της Έκθεσης Απαίτησης. Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω πως η Αιτήτρια ικανοποίησε το Δικαστήριο ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις που θέτει η Δ.18, θ.1(α) των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να έχει δικαιοδοσία να εξετάσει την υπό κρίση αίτηση επί της ουσίας και το βάρος της απόδειξης να εναποτίθεται στον Καθ' ου η αίτηση να καταδείξει ότι έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Σύμφωνα με την υπόθεση Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817 ο Καθ' ου η αίτηση έχει το βάρος να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή οφείλει να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί ή να πείσει το Δικαστήριο ότι η υπεράσπιση που αποκαλύπτει δύναται να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή. Αναφορικά με το πρώτο σκέλος της υπό της Καθ' ης η αίτηση προβληθείσας υπεράσπισης κρίνω πως το περιεχόμενο του άρθρου 57 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, όπως τροποποιήθηκε, είναι καταλυτικό. Το εν λόγω άρθρο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Αγωγαί υπό της Δημοκρατίας εναντίον οιουδήποτε προσώπου, εκτός αν άλλως προβλέπεται υπό οιουδήποτε νόμου, θα εγείρονται εν ονόματι του Γενικού Εισαγγελέως της Δημοκρατίας, και αγωγαί εκ μέρους οιουδήποτε προσώπου κατά της Δημοκρατίας, εκτός εάν άλλως προβλέπεται υπό οιουδήποτε νόμου, θα εγείρονται εναντίον του Γενικού Εισαγγελέως της Δημοκρατίας ως εναγόμενου. Τοιαύται αγωγαί, τηρουμένων των διατάξεων οιουδήποτε νόμου ή διαδικαστικού κανονισμού, θα εκδικάζονται κατά τον αυτόν τρόπο, ως προς όλας τας απόψεις, ως και αι δίκαι μεταξύ ιδιωτών διαδίκων». Ο κύριος Κλεοβούλου στην παράγραφο 3 της ένορκής του δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση αναφέρεται σε «πρόνοια και πρόβλεψη ότι οι οποιεσδήποτε αγωγές βάσει της εν λόγω σύμβασης θα εγείρονται από το Υπουργείο Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού». Δεν εξειδικεύει, όμως, τον Νόμο ή οποιοδήποτε άλλο είδος Νομοθεσίας ή Κανονισμό που προβλέπει για κάτι τέτοιο. Η αναφορά του επί του προκειμένου ζητήματος είναι εντελώς αόριστη. Επίσης, καμία παραπομπή δεν γίνεται από τον ίδιο σε κάποια πρόνοια της σύμβασης που να προνοεί για κάτι τέτοιο. Θεωρώ, όμως, ότι και αν ακόμα η σύμβαση προνοούσε για κάτι τέτοιο, μια τέτοια πρόνοια δεν θα υπερίσχυε του πιο πάνω άρθρου, το οποίο, μεταξύ άλλων, διαλαμβάνει ότι οι πρόνοιές του θα ισχύουν «εκτός εάν άλλως προβλέπεται υπό οιουδήποτε νόμου». Όπως καταμαρτυρείται από την ίδια την σύμβαση αυτή συνομολογήθηκε μεταξύ της Καθ' ης η αίτηση και του Διευθυντή Εμπορίου και Βιομηχανίας για την Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αυτό είναι, επίσης, παραδεκτό και από τον ίδιο τον κύριο Κλεοβούλου, ο οποίος στην παράγραφο 3 της ένορκής του δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση αναφέρει, όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε, ότι η σύμβαση ήταν μεταξύ της Καθ' ης η αίτηση και του Γενικού Διευθυντή του Υπουργείου Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού εκ μέρους της Κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η παρούσα αγωγή είναι, επομένως, αγωγή «υπό της Δημοκρατίας» και στην βάση του πιο πάνω άρθρου ορθά ηγέρθη εν ονόματι του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνεται ότι ο υπό συζήτηση λόγος ένστασης δεν ευσταθεί. Αναφορικά με το δεύτερο σκέλος της υπό της Καθ' ης η αίτηση προσβληθείσης υπεράσπισης έχω να αναφέρω τα ακόλουθα. Ό,τι ο κύριος Κλεοβούλου προβάλλει εις απάντηση των ισχυρισμών της κυρίας Αρέστη που εκτίθενται στις παραγράφους 7-9 της ένορκής της δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση είναι οι ισχυρισμοί του που προβάλλονται στις παραγράφους 4 και 5 της δικής του ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση της Καθ' ης η αίτηση. Το ερώτημα που εγείρεται είναι πόση βαρύτητα θα πρέπει να προσδοθεί στους ισχυρισμούς αυτούς υπό το φως των επί του υπό συζήτηση ζητήματος ισχυρισμών της κυρίας Αρέστη και των επισυναπτόμενων στην ένορκη δήλωση αυτής αλλά και στην ένορκη δήλωση του κύριου Κλεοβούλου τεκμηρίων. Ενώ είναι η θέση του κύριου Κλεοβούλου ότι η υπό αυτού επικαλούμενη συμφωνία με το Υπουργείο Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού έγινε στις 26.6.12 και περιλάμβανε την εξόφληση των δικηγορικών εξόδων των δικηγόρων του Αιτητή, την ίδια στιγμή με την ένορκό του δήλωση ο κύριος Κλεοβούλου παρουσίασε την απόδειξη που εκδόθηκε από τους δικηγόρους του Αιτητή για την πληρωμή των δικηγορικών εξόδων - Τεκμήριο Γ - η οποία, όμως, φέρει προγενέστερη ημερομηνία και συγκεκριμένα την 22.6.
- Πώς είναι δυνατόν ο κύριος Κλεοβούλου να επικαλείται ως όρο της συμφωνίας την καταβολή των δικηγορικών εξόδων και η πληρωμή αυτή να έγινε πριν την ολοκλήρωση της συμφωνίας; Ο πιο πάνω ισχυρισμός του κύριου Κλεοβούλου διαψεύδεται, επίσης, από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου Γ που επισυνάπτεται στην ένορκο δήλωση της κυρίας Αρέστη που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση. Αυτό φέρει ημερομηνία 11.6.12 και με αυτό αναγνωρίζεται από την Καθ' ης η αίτηση ότι αυτή είχε ήδη καταλήξει σε συμφωνία με το Υπουργείο Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού, δήλωση η οποία διαψεύδει τον ισχυρισμό του κύριου Κλεοβούλου περί κατάληξης σε συμφωνία στις 26.6.
- Πάντως, καμία εξήγηση δεν δόθηκε από τον κύριο Κλεοβούλου που να δικαιολογεί την διαφορά μεταξύ του πιο πάνω ισχυρισμού του και της ημερομηνίας που φέρει το Τεκμήριο Γ που επισυνάπτεται στην ένορκο δήλωση της κυρίας Αρέστη που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση. Επίσης, στο Τεκμήριο Γ που επισυνάπτεται στην ένορκο δήλωση της κυρίας Αρέστη που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση δεν γίνεται καμία απολύτως αναφορά για το ότι η συμφωνία μεταξύ της Καθ' ης η αίτηση και του Υπουργείου Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού προνοούσε για την απόσυρση της αγωγής μετά την πληρωμή των δικηγορικών εξόδων και όπως το ποσό των Ευρώ 1.500,00 σεντ καταβάλλεται μηνιαίως μετά την απόσυρση της αγωγής. Θεωρώ ότι αν τα μέρη της σύμβασης κατέληγαν σε μια τέτοια συμφωνία αυτό θα αναφερόταν ρητά στο Τεκμήριο Γ που επισυνάπτεται στην ένορκο δήλωση της κυρίας Αρέστη που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση εν' όψει, αφενός, της σημασίας του, αφετέρου, της ιδιομορφίας μιας τέτοιας συμφωνίας, αφού ενώ η Καθ' ης η αίτηση με το εν λόγω τεκμήριο αναγνωρίζει την οφειλή της η συμφωνία περιλάμβανε, σύμφωνα με τον κύριο Κλεοβούλου, την απόσυρση της αγωγής και την καταβολή του πιο πάνω ποσού με τον μήνα μετά την απόσυρσή της. Επίσης, προδήλως, στην προσπάθειά του ο κύριος Κλεοβούλου να πείσει το Δικαστήριο για το αληθές των ισχυρισμών του αναφορικά με την μεταξύ της Καθ' ης η αίτηση και του Υπουργείου Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού επιτευχθείσας συμφωνίας που περιλάμβανε σύμφωνα με τον ίδιο την καταβολή του ποσού των Ευρώ 1.500,00 σεντ μηνιαίως μετά την απόσυρση της αγωγής υποστήριξε ότι το πιο πάνω ποσό θα καταβάλλετο μηνιαίως για την εξόφληση κάποιων εκκρεμοτήτων μεταξύ της Καθ' ης η αίτηση και του Υπουργείου Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού. Δεν αναφέρει ότι η καταβολή του πιο πάνω ποσού με τον μήνα θα ήταν προς εξόφληση του χρέους που αναφέρεται στην αγωγή ως διατείνεται η κυρία Αρέστη και στα πλαίσια εκδοθεισόμενης εκ συμφώνου δικαστικής απόφασης. Πάντως, και είναι σημαντικό να αναφερθεί, καμία εξειδικευμένη αναφορά δεν κάνει ο κύριος Κλεοβούλου στο τι συνίσταντο αυτές οι εκκρεμότητες. Η αναφορά του επί του προκειμένου είναι εντελώς γενικόλογη και αόριστη. Επίσης, δεν θα μπορούσε λογικά και εύλογα να γίνει πιστευτή η πιο πάνω δήλωσή του με δεδομένο ότι σύμφωνα με το Τεκμήριο Γ που επισυνάπτεται στην ένορκο δήλωση της κυρίας Αρέστη που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση η Καθ' ης η αίτηση αναγνωρίζει ότι οφείλει το αξιώμενο με την αγωγή ποσό ως μίσθωμα για την περίοδο που αξιώνεται με την αγωγή και ότι η συμφωνία που επιτεύχθηκε μεταξύ της Καθ' ης η αίτηση και του Υπουργείου Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού προνοούσε για την καταβολή του ποσού των Ευρώ 1.500,00 σεντ προς εξόφληση όχι οποιωνδήποτε εκκρεμοτήτων, αλλά του αξιώμενου με την αγωγή μισθώματος και για την αξιώμενη με την αγωγή περίοδο. Τέλος, στο Τεκμήριο Γ που επισυνάπτεται στην ένορκο δήλωση του κύριου Κλεοβούλου που συνοδεύει την ένσταση αναγράφονται οι λέξεις: «ΑΝΕΥ ΒΛΑΒΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΑΙΤΗΣΗ». Αυτό κατά την κρίση μου καταμαρτυρεί ότι αποτελούσε αμοιβαία κατανόηση των μερών της συμφωνίας ότι με την καταβολή των δικηγορικών εξόδων η αγωγή θα εξακολουθούσε να εκκρεμεί. Τούτο αποτελεί ακόμα ένα στοιχείο το οποίο δεν συνηγορεί με τον ισχυρισμό του κύριου Κλεοβούλου ότι με την πληρωμή των δικηγορικών εξόδων η αγωγή θα αποσυρόταν ως ο κύριος Κλεοβούλου με την ένορκό του δήλωση διατείνεται. Υπό το φως όλων των πιο πάνω δεν μπορώ να προσδώσω βαρύτητα επί των πιο πάνω συζητηθέντων ισχυρισμών του κύριου Κλεοβούλου. Τουναντίον, δέχομαι τους ισχυρισμούς της κυρίας Αρέστη όπως αυτοί εκτίθενται στις παραγράφους 7-9 της ένορκής της δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Συν τοις άλλοις, οι εν λόγω ισχυρισμοί προβάλλονται με σαφήνεια και θετικότητα και αντέχουν στην βάσανο της λογικής. Δέχομαι, επομένως, ότι ό,τι συμφωνήθηκε μεταξύ της Καθ' ης η αίτηση και του Υπουργείου Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού ήταν όπως η Καθ' ης η αίτηση καταβάλει πρώτα τα δικηγορικά έξοδα των δικηγόρων του Αιτητή και, ακολούθως, και για δική της διευκόλυνση δεχθεί απόφαση για το αξιώμενο με την αγωγή ποσό με αναστολή εκτέλεσης από μήνα σε μήνα νοουμένου ότι θα καταβάλλετο το ποσό των Ευρώ 1.500,00 σεντ μηνιαίως. Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω πως η Καθ' ης η αίτηση καμία υπεράσπιση δεν κατέδειξε στην απαίτηση του Αιτητή. Ακολουθεί ότι η υπό κρίση αίτηση δεν μπορεί να έχει παρά επιτυχή κατάληξη. Συνακόλουθα εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα / Αιτητή και εναντίον της Εναγόμενης εταιρείας / Καθ' ης η αίτηση για το ποσό των Ευρώ 20.074,70 σεντ πλέον τόκο προς 5,5% ετησίως επ' αυτού από 11.4.12 μέχρι εξόφλησης πλέον τα έξοδα της αίτησης όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Συνοπτική απόφαση Subject: Civil / Other Actions / Interim cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο