EVRITION INVESTMENTS LIMITED ν. SIB ENERGY SA, (Αριθμός Εγγραφής: 1034953) κ.α., Αρ. Αγωγής: 2531/2013, 9/7/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A197 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2531/2013 Μεταξύ: EVRITION INVESTMENTS LIMITED, εκ Λεμεσού, οδός Γόρδωνος, Άγιος Γεώργιος Χαβούζας 7Β Ενάγοντες και
(1)SIB ENERGY S.A., (Αριθμός Εγγραφής: 1034953) εκ Βρετανικών Παρθένων Νήσων, η οποία εκπροσωπείται και/ή οποία διευθύνεται στην Κύπρο μέσω του Διευθυντή αυτής, κ. VLADIMIR AGARKOV εκ Λεμεσού, Καστελόριζου 9, Άγιος Τύχωνας
(2)VLADIMIR AGARKOV, εκ Λεμεσού, Καστελόριζου 9, Άγιος Τύχωνας Εναγόμενοι Μονομερής αίτηση ημερομηνίας 20.06.13 για ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα Ημερομηνία: 09.07.13 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες-Αιτητές: κος Σ. Πίττας (η κα Ε. Κουδουνάρη για ν' ακούσει απόφαση) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα μονομερής αίτηση οι Ενάγοντες (στο εξής οι 'Αιτητές') αρχικά ζητούσαν την έκδοση διαφόρων ενδιάμεσων διαταγμάτων ωστόσο στην πορεία, αφού απέσυραν τα αιτήματα τους σε σχέση με το σημείο Α(ii), το μέρος του σημείου Β που αφορά τρίτο πρόσωπο (δηλαδή πρόσωπο που δεν είναι διάδικος στην παρούσα αγωγή) και το σημείο Γ, περιόρισαν την αίτηση τους στην έκδοση παρεμπίπτον διατάγματος που να: (α) απαγορεύει στον Εναγόμενο 2 (στο εξής καλείται ο 'Καθ' ου η αίτηση 2') και/ή στην εταιρεία P. Mantzouranos Developments Limited άλλως PMD Developments Limited (Αρ. Εγγραφής ΗΕ59420) και/ή στους αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες αυτών από του να πωλήσουν, αποξενώσουν, μεταβιβάσουν και/ή διαθέσουν και/ή επιβαρύνουν καθ' οιονδήποτε τρόπο το διαμέρισμα με αριθμό 103Β το οποίο ευρίσκεται στον πρώτο όροφο του Μπλοκ Β της πολυκατοικίας γνωστής ως Maria Cotsapa, η οποία ανεγέρθηκε επί του ακινήτου υπ' αριθμό εγγραφής 1/36742, Φύλλο/Σχέδιο 54/58.02.02, τεμάχιο 1/506 που βρίσκεται στην περιοχή Άγιος Νεκτάριος στη Λεμεσό μέχρι τελικής εκδίκασης της αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου και (β) απαγορεύει στον Εναγόμενο 2 και/ή στους αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες αυτού από του να τερματίσει και/ή ακυρώσει τη συμφωνία πώλησης ημερομηνίας 22.04.96 που συνομολογήθηκε μεταξύ του ιδίου και της εταιρείας P. Mantzouranos Developments Limited άλλως PMD Developments Limited (Αρ. Εγγραφής ΗΕ59420) αναφορικά με το διαμέρισμα που περιγράφεται στο σημείο (α) μέχρι τελικής εκδίκασης της αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου και (γ) απαγορεύει στον Εναγόμενο 2 και/ή στους αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες αυτού από του να αποσύρουν την συμφωνία πώλησης για την οποία γίνεται αναφορά στο σημείο (β) από το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού, στο οποίο έχει κατατεθεί κατά την 20.06.96 με Αρ. Φακ. Πω. Ε. 665/96 μέχρι τελικής εκδίκασης της αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται στα άρθρα 29, 31 και 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), στα άρθρα 4, 5 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ.6), στη Διάταξη 48 Κανονισμοί 1 μέχρι 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 1 έως 6 του Περί Επιβολής Περιοριστικών Μέτρων στις συναλλαγές σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης (Νόμος του 2013), στο Κοινοδίκαιο, στις εγγενείς εξουσίες, πρακτική και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Τα δε γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με τους Αιτητές δικαιολογούν την έκδοση των αιτουμένων ενδιάμεσων απαγορευτικών διαταγμάτων, περιέχονται σε ένορκο δήλωση ημερομηνίας 20.06.11 του κυρίου Ανδρέα Ανδρέου, διευθυντή των Αιτητών και συνοψίζονται ως εξής: · Δυνάμει σχετικής συμφωνίας που συνομολογήθηκε και υπογράφηκε στη Λεμεσό στις 21.10.10 από τους Εναγομένους 1 (στο εξής καλούνται οι 'Καθ' ων η αίτηση 1') και τους Αιτητές, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση ως Τεκμήριο 'Α', οι Καθ' ων η αίτηση 1 πώλησαν στους Αιτητές κάρβουνο έναντι του ποσού των USD$104.000,
- · Οι Αιτητές προπλήρωσαν ολόκληρο το ποσό στους Καθ' ων η αίτηση 1 στη βάση τιμολογίου που εκδόθηκε, αντίγραφο του οποίου επισυνάπτεται στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση ως Τεκμήριο 'Β'. Αντίγραφο δε της συναλλαγής και της πληρωμής των χρημάτων κατατέθηκε ως Τεκμήριο 'Γ'. · Επειδή οι Καθ' ων η αίτηση 1 ουδέποτε παρέδωσαν το εμπόρευμα στους Αιτητές, οι τελευταίοι ζήτησαν την επιστροφή των χρημάτων τους. · Οι Καθ' ων η αίτηση 1 επέστρεψαν μόνο το ποσό των USD$20.000,00 ενώ το υπόλοιπο ποσό των USD$84.000,00 θα επιστρεφόταν μέχρι τις 31.12.12 και θα έφερνε τόκο προς 12% ετησίως από 01.04.11 μέχρι εξόφλησης. Προς το σκοπό αυτό οι Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 στις 29.02.12 υπέγραψαν έγγραφο υπό τον τίτλο 'Promissory Note', αντίγραφο του οποίου επισυνάπτεται στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση ως Τεκμήριο 'Δ'. · Επειδή το υπόλοιπο ποσό δεν επιστράφηκε στους Αιτητές μέχρι τις 31.12.12, ως προνοούσε το προαναφερόμενο έγγραφο, οι Αιτητές προέβηκαν σε συνεχείς οχλήσεις προς τον Καθ' ου η αίτηση 2, ο οποίος μετά από συνάντηση που είχε μαζί τους περί τα τέλη Ιανουαρίου 2013 ζήτησε και πέτυχε παράταση επιστροφής του ποσού μέχρι τη λήξη του μήνα Μαρτίου
- Ακολούθως, με τη λήξη της παράτασης και αφού το ποσό δεν είχε ακόμη επιστραφεί ο Καθ' ου η αίτηση ζήτησε και εξασφάλισε νέα παράταση μέχρι τα τέλη Μαΐου
- · Όταν έληξε και η νέα παράταση χωρίς να επιστραφεί το υπόλοιπο ποσό, οι Αιτητές ανάθεσαν την υπόθεση σε δικηγόρο την πρώτη εβδομάδα Ιουνίου 2013, ο οποίος με τη σειρά του διόρισε ερευνητή για να εντοπίσει περιουσιακά στοιχεία των Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 και να συμβουλεύσει τους Αιτητές για την οικονομική κατάσταση των Καθ' ων η αίτηση. · Εξ' όσον ο ενόρκως δηλών κάλλιο γνωρίζει και τον πληροφόρησε ο ιδιώτης ερευνητής, δεν εντοπίστηκε εις το όνομα των Καθ' ων η αίτηση 1 οποιαδήποτε εγγεγραμμένη ακίνητη περιουσία. · Σε σχέση με τον Καθ' ου η αίτηση 2, ο ιδιώτης ερευνητής εντόπισε ότι αυτός, δυνάμει σχετικής συμφωνίας πώλησης ημερομηνίας 22.04.96 που σύναψε με την εταιρεία P. Mantzouranos Developments Limited άλλως PMD Developments Limited (Αρ. Εγγραφής ΗΕ59420), αγόρασε το διαμέρισμα με αριθμό 103Β το οποίο ευρίσκεται στον πρώτο όροφο του Μπλοκ Β της πολυκατοικίας γνωστής ως Maria Cotsapa, η οποία ανεγέρθηκε επί του ακινήτου υπ' αριθμό εγγραφής 36742, Φύλλο/Σχέδιο 54/58.02.02, τεμάχιο 11506 που βρίσκεται στην περιοχή Άγιος Νεκτάριος στη Λεμεσό. · Εξ' όσον ο ενόρκως δηλών κάλλιο γνωρίζει και τον πληροφόρησε ο ιδιώτης ερευνητής, το εν λόγω διαμέρισμα, του οποίου η αξία ανέρχεται στα €200.000,00, δεν φαίνεται να έχει εγγραφεί ακόμη στο όνομα του Καθ' ου η αίτηση 2 αλλά φαίνεται ότι είναι ακόμη εγγεγραμμένο εις το όνομα της εταιρείας P. Mantzouranos Developments Limited άλλως PMD Developments Limited (Αρ. Εγγραφής ΗΕ59420). Ο Καθ' ου η αίτηση 2 φαίνεται να είναι ο μοναδικός δικαιούχος ο οποίος δικαιούται να εγγραφεί ως ο απόλυτος ιδιοκτήτης του διαμερίσματος. · Εξ' όσον ο ενόρκως δηλών κάλλιο γνωρίζει και έτυχε συμβουλής από το δικηγόρο των Αιτητών, το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει διατάγματα παγοποίησης περιουσίας που την ωφέλιμη ιδιοκτησία αυτών έχει και είναι δικαιούχος ο Καθ' ου η αίτηση 2 οφειλέτης, της οποίας η νομική κυριότητα και τίτλος είναι εις το όνομα τρίτου φυσικού ή νομικού προσώπου, εφόσον ο Καθ' ου η αίτηση 2 οφειλέτης έχει τον πλήρη έλεγχο της εν λόγω περιουσίας ή εμφανίζεται ότι έχει την απόλυτη χρήση και νομή των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων. · Εξ' όσον ο ενόρκως δηλών γνωρίζει, πιστεύει και έτυχε συμβουλής από το δικηγόρο των Αιτητών, οι Αιτητές έχουν πολύ καλές πιθανότητες να εκδοθεί απόφαση υπέρ τους, η οποία θα καταστεί άνευ αντικειμένου και θα παραμείνει ανικανοποίητη εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. · Εξ' όσον ο ενόρκως δηλών γνωρίζει, πιστεύει και έτυχε συμβουλής από το δικηγόρο των Αιτητών, οι Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 δεν έχουν υπεράσπιση. · Ο ενόρκως δηλών δηλώνει ότι έχει συμμορφωθεί πλήρως με το καθήκον του για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων της υπόθεσης. · Εξ' όσον ο ενόρκως δηλών γνωρίζει και φαίνεται από το αποδειχτικό υλικό υπάρχει το στοιχείο του επείγοντος. · Ο κίνδυνος να μην ικανοποιηθεί η τυχόν εκδοθείσα απόφαση εναντίον του Καθ' ου η αίτηση 2 είναι πέρα για πέρα υπαρκτός ενόψει του ότι ο Καθ' ου η αίτηση 2 είναι αλλοδαπός (Ρώσος υπήκοος) καθώς και επειδή ο Καθ' ου η αίτηση 2 απέκρυψε από τους Αιτητές ότι ήταν ιδιοκτήτης οποιασδήποτε ακίνητης περιουσίας στην Κύπρο ή ότι ήταν δικαιούχος δυνάμει συμφωνίας πώλησης ούτως ώστε οι Αιτητές να μην τον πιέσουν να το υποθηκεύσει για να τους εξοφλήσει και το πιο πιθανό είναι να προσπαθήσει να το αποξενώσει για να μην δυνηθούν οι Αιτητές να το δεσμεύσουν ή να ικανοποιήσουν τυχόν δικαστική απόφαση σε βάρος του. Κατά την ακρόαση της υπό κρίσης αίτησης, ο ευπαίδευτος συνήγορος με παραπομπή σε νομολογία επιχειρηματολόγησε νομικά προς υποστήριξη των θέσεων και ισχυρισμών του αναφέροντας, μεταξύ άλλων, ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Η έκδοση ενδιάμεσων απαγορευτικών διαταγμάτων διέπεται από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Το εν λόγω άρθρο παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική ευχέρεια, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο. Το θέμα αυτό αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης σε σωρεία κυπριακών αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Κλασσική επί του προκειμένου θεωρείται η απόφαση στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557 όπου επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32 απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν. Αυτές είναι:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
(2)Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας.
(3)Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Το θέμα όμως δεν ολοκληρώνεται με την σωρευτική εκπλήρωση των πιο πάνω κριτηρίων. Αναγνωρίζεται πως αφότου ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο εξετάζει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και σταθμίζει στα πλαίσια αυτά το κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλέπε Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Οι παράγοντες που μπορούν να επιδράσουν στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου κατά την εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι διάφοροι. Το πρώτο κριτήριο του άρθρου 32 ικανοποιείται με την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης στη βάση της καταχωρημένης δικογραφίας. Η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης έχει σχέση με τη νομική αξίωση της απαίτησης και καθιστά μια πρωταρχική ανάλυση της νομικής θέσης, επιβεβλημένη ώστε να τοποθετηθεί η υπόθεση στο ορθό νομικό πλαίσιο και να επισημανθεί το νομικό της υπόβαθρο. Δηλαδή να θεμελιώνεται νομικά και μόνο η αξίωση με βάση τα όσα περιέχονται στις έγγραφες προτάσεις. Η πρώτη προϋπόθεση είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετη και συνήθως εξετάζεται σε συνδυασμό με το δεύτερο κριτήριο, το οποίο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα και συνίσταται στην παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Είναι αρκετό για τον ενάγοντα να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση / δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο απαιτούμενος βαθμός απόδειξης σε αστικές υποθέσεις. Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη τέτοιας πιθανότητας (βλέπε Κυτάλα κ.α. v Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253). Στην υπόθεση Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015 τονίστηκε ότι δεν αποτελεί μέρος της λειτουργίας του Δικαστηρίου σε αυτό το αρχικό στάδιο της διαδικασίας να προσπαθήσει να αποφασίσει δύσκολα νομικά σημεία τα οποία χρειάζονται λεπτομερή επιχειρηματολογία και ώριμη εξέταση. Αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από τη μαρτυρία είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ο ενάγοντας έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, ήτοι να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, αυτή συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στον ενάγοντα της θεραπείας που δικαιούται σύμφωνα με το νόμο (βλέπε Παναγίδης v. Παναγίδης
(2001)1 Α.Α.Δ. 396). Το κριτήριο αυτό ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Τέτοια περίπτωση υπάρχει όταν ο ενάγοντας δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν θα είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Προς ενίσχυση των πιο πάνω χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το νομικό σύγγραμμα Commercial Injunctions του Steven Gee Q.C., 5η έκδοση, σελίδα 44, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "The first question is whether if the claimant were correct at trial, an award of damages would be an adequate remedy. If damages in the measure awarded at common law would be an adequate remedy, and the defendant would be in a financial position to pay them, then, however strong the claimant's case appeared to be, no injunction should 'normally' be granted." Επίσης, στην υπόθεση Ninemia Maritime Corporation v. Trane Schiffahrts-gesellschaft Gmbh (Niedersachsen, The)
(1983)1 W.L.R. 1412, 1422, τονίστηκε ότι το σχετικό κριτήριο είναι κατά πόσο, λαμβανομένης υπόψη της μαρτυρίας στο σύνολό της, υπάρχει βάσιμος κίνδυνος ότι η απόφαση υπέρ του ενάγοντα θα παραμείνει ανικανοποίητη. Δεν είναι απαραίτητο να επιδειχθεί άνομη πρόθεση, παρόλο ότι αν αποδειχθεί τέτοια πρόθεση το Δικαστήριο θα χορηγήσει το διάταγμα με περισσότερη ετοιμότητα. H απουσία πρόθεσης για αποξένωση περιουσίας έχει αναγνωρισθεί επανειλημμένα από τη δική μας νομολογία. Στην C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιΐα «Λεωνίκ» Λτδ,
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 785, η οποία αφορούσε την έκδοση προσωρινού διατάγματος απαγορευτικού της αποξένωσης ακινήτου, το οποίο δεν αποτελούσε το αντικείμενο της αγωγής, έγινε επισκόπηση της σχετικής επί του θέματος νομολογίας. Αναφέρεται στις σελίδες 789-790: "Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε πως αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πράγματι πρόθεση του εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος δηλαδή, να μη ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία (βλ. Lakatamitis, ανωτέρω, στη σελ. 525) ... Όπως δε εξηγήθηκε στην απόφαση του Λοϊζου, Π. στη Ζεμενίδης v. Ζεμενίδου (Αρ. 1),
(1992)1 Α.Α.Δ. 54 εκδίδεται το διάταγμα ώστε να αποφευχθεί τέτοια αποξένωση ως αποτέλεσμα της οποίας να μη μπορεί να ικανοποιηθεί ο ενάγων. Τα ίδια και στην Τσιολάκκη και άλλη v. Στυλιανίδη
(1992)1 Α.Α.Δ. 782. Όπως αναφέρεται στην απόφαση του κ. Πική, Δ., όπως ήταν τότε, στη σελ. 785, εκείνο που απαιτείται είναι 'η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος.» «Όπου λοιπόν ενδέχεται να υπάρχει οτιδήποτε το αρνητικό στην έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος, εναπόκειται στον οφειλέτη να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τα σχετικά στοιχεία. Η υποχρέωση του πιστωτή εκπληρώνεται με την παρουσίαση μαρτυρίας σε σχέση με μόνο τη γενικότερη εικόνα για στοιχειοθέτηση της αναγκαιότητας. Και αυτό η εφεσίβλητη κατά τη γνώμη μας το έπραξε. Δεν είναι δυνατό να αναμένεται η ανάληψη ανιχνευτικού έργου από τον εξ αποφάσεως πιστωτή σε σχέση με την προσωπική και περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη για να παρουσιάσει ο πρώτος στοιχεία τα οποία βασικά ενδιαφέρουν τον δεύτερο και τα οποία μπορεί ο ίδιος να παρουσιάσει αν επιθυμεί. Επρόκειτο για αίτηση δια κλήσεως. θα το θεωρούσαμε δε αδιανόητο να ήταν αλλιώς." Στην προσπάθεια του να απονέμει δικαιοσύνη στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του ενάγοντα και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Κατά το στάδιο αυτό το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλέπε Άκης Γρηγορίου κ.α. v. Χριστίνας Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Στην υπόθεση T.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1802) τονίστηκε πως σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Το Δικαστήριο δεν εξετάζει σε βάθος την τεθείσα μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και δεν καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων αλλά περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλέπε Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263 και Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.St. Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 799). Μέσα σ' αυτό το δικονομικό περίγραμμα αλλά και νομικό πλαίσιο που η κυπριακή νομολογία δημιούργησε διαχρονικά εντάσσεται η αξιολόγηση της ουσίας της παρούσας αίτησης. Θα εξετάσω ευθύς κατά πόσο στην προκειμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτουμένων ενδιάμεσων απαγορευτικών διαταγμάτων. Κατ' αρχήν η αίτηση της Αιτήτριας στηρίζεται, όπως φαίνεται από το σώμα της, εκτός από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60 και στο άρθρο 4 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Το άρθρο αυτό έχει εφαρμογή όπου η περιουσία σχετικά με την οποίαν ζητείται το διάταγμα είναι αντικείμενο της αγωγής. Σύμφωνα δε με την υπάρχουσα νομολογία το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει απαγορευτικό διάταγμα που αφορά ακίνητη ιδιοκτησία που είναι το αντικείμενο της αγωγής ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60 (βλέπε Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231). Όμως όπως επεξηγήθηκε στην υπόθεση Άκης Γρηγορίου κ.α. v. Χριστίνας Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 η ειδική ρύθμιση που γίνεται στο άρθρο 4 δεν αφαιρεί τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60 το οποίο προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας αναφορικά με την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων (βλέπε ABP Holdings Ltd v Ανδρέα Κιταλίδη κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 694). Συνεπώς και σε αυτή την περίπτωση το Δικαστήριο θα καθοδηγηθεί από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/
- Μελετώντας εξ' 'όψεως το μοναδικό δικόγραφο που είναι καταχωρημένο στο φάκελο της υπόθεσης και είναι η έκθεση απαίτησης καθώς και την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση παρατηρώ ότι το αντικείμενο της αγωγής αφορά μη επιστροφή στους Αιτητές του ποσού των USD$84.000,00 μετά από κατ' ισχυρισμό πλήρης αποτυχίας στην παράδοση εμπορεύματος δυνάμει σχετικής συμφωνίας πώλησης κάρβουνου από τους Καθ' ων η αίτηση 1 στους Αιτητές. Η μελέτη του περιεχομένου της έκθεσης απαίτησης αποκαλύπτει ότι η αγωγή δεν σχετίζεται καθόλου με το διαμέρισμα υπ' αριθμό 103Β για το οποίο ζητείται απαγόρευση αποξένωσης, πώλησης, διάθεσης, μεταβίβασης ή επιβάρυνσης του ή απαγόρευση ακύρωσης ή τερματισμού της συμφωνίας πώλησης του ή απόσυρσης της από το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού στο οποίο έχει κατατεθεί. Συνεπώς, η ακίνητη ιδιοκτησία που εμπλέκεται στην υπό κρίση αίτηση δεν αποτελεί το αντικείμενο της υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγής με αποτέλεσμα το άρθρο 4 του Κεφ.6 να μην τυγχάνει εδώ εφαρμογής. Αντίθετα, θεωρώ ότι το άρθρο 5 του Κεφ.6 ορθώς συμπεριλήφθηκε στη νομική βάση της υπό κρίση αίτησης καθότι μέσα από το αιτούμενη έκδοση των διαταγμάτων επιδιώκεται δέσμευση κατ' ισχυρισμό ακίνητης περιουσίας του Καθ' ου η αίτηση 2 με σκοπό να ικανοποιηθεί επαρκώς η απαίτηση των Αιτητών σε περίπτωση που κριθεί επιτυχής, ως είναι η ουσία του εν λόγω άρθρου. Το ίδιο ισχύει και για άρθρο 9 του Κεφ.6, το οποίο ασχολείται με το στοιχείο του κατεπείγοντος που πρέπει να χαρακτηρίζει μια μονομερής αίτηση στην οποία ζητείται η έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος, όπως πρέπει να συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση που αφορά μονομερής αίτηση για έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Προχωρώ αμέσως στην εξέταση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου. Πρώτη προϋπόθεση είναι η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Μέσα από την έκθεση απαίτησης τους παρατηρώ ότι οι Αιτητές επιδιώκουν από τους Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 την επιστροφή ποσού USD$84.000,00 ως υπόλοιπου από το συνολικό ποσό που αποτελούσε το αντάλλαγμα σε συμφωνία που συνομολογήθηκε στη Λεμεσό μεταξύ των Καθ' ων η αίτηση 1 και των Αιτητών για πώληση κάρβουνου από τους Καθ' ων η αίτηση 1 στους Αιτητές με τους τελευταίους να επικαλούνται πλήρη αποτυχία του ανταλλάγματος (total failure of consideration) της πώλησης αφού σύμφωνα με τους Αιτητές οι Καθ' ων η αίτηση 1 ουδέποτε τους παρέδωσαν το εμπόρευμα που αγοράστηκε, ως προνοούσε η μεταξύ τους συμφωνία, παρά την κατ' ισχυρισμό προκαταβολική πληρωμή ολόκληρου του ποσού του τιμήματος αγοράς. Από το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης προκύπτει ακόμη ότι οι Αιτητές διεκδικούν από τους Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 την πληρωμή του ποσού των USD$84.000,00 ως οφειλόμενο που ισχυρίζονται ότι οι Καθ' ων η αίτηση 1 και 2, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, αναγνώρισαν ως τέτοιο στη βάση χρεωστικού γραμματίου (έγγραφο υπό τον τίτλο 'Promissory Note'), το οποίο φέρονται να υπέγραψαν και με το οποίο φέρονται να δεσμεύονται αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για την πληρωμή ολόκληρου του ποσού μέχρι τις 31.12.12 πλέον τόκο προς 12% ετησίως επί του ποσού αυτού από 01.04.11 μέχρι εξόφλησης. Είναι ακόμη η θέση των Αιτητών ότι παρόλο που κάλεσαν επανειλημμένα τους Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 να εξοφλήσουν το προαναφερόμενο χρέος τους εντούτοις αυτοί παρέλειψαν να το πράξουν. Συνεπώς, με βάση το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης, κρίνω ότι έχει αποκαλυφθεί συζητήσιμη υπόθεση και ως εκ τούτου η πρώτη προϋπόθεση πληρείται. Υπάρχουν συνεπώς σοβαρά ζητήματα που θα πρέπει να εξεταστούν ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεύτερη προϋπόθεση είναι η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Για την εξέταση του κριτηρίου αυτού έχω μόνο τους ισχυρισμούς των Αιτητών, οι οποίοι εδράζουν την απαίτηση τους σε γραμμάτια και διαζευκτικά σε γραπτή αναγνώριση χρέους, επικαλούμενοι έγγραφο ημερομηνίας 29.02.12, το οποίο φαίνεται να υπογράφτηκε από τους Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 στη Λεμεσό, αντίγραφο του οποίου επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 'Δ' στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Από το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης αλλά και την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση, παρατηρώ ότι η συνομολόγηση και υπογραφή του Τεκμηρίου 'Δ' προέρχεται από το πλαίσιο των γεγονότων που κατ' ισχυρισμό διαδραματίστηκαν και εκτέθηκαν πιο πάνω. Στο σημείο αυτό πρέπει να διευκρινιστεί ότι η όποια υπεράσπιση ενδεχομένως να υπάρχει και προβληθεί εκ των υστέρων από οποιονδήποτε από τους Καθ' ων η αίτηση υπό το φως των γεγονότων που κατ' ισχυρισμό διαδραματίστηκαν είναι θέμα νομικό και/ή πραγματικό που θα απασχολήσει το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. Στο παρόν στάδιο το Δικαστήριο δεν θα αποφασίσει επί του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης αλλά καλείται να κρίνει κατά πόσο υπάρχει ορατή προοπτική επιτυχίας της υπόθεσης των Αιτητών έχοντας ως δεδομένο, μόνο για σκοπούς της παρούσας αίτησης, τη συνομολόγηση και υπογραφή του Τεκμηρίου 'Δ' από τους Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 στη βάση του οποίου εδράζεται νομικά η αξίωση των Αιτητών αλλά και η θεραπεία που επιδιώκουν εναντίον των Καθ' ων η αίτηση. Σε σχέση με τις προβαλλόμενες βάσεις αγωγών, μία από αυτές, όπως έχω ήδη αναφέρει, είναι η κατ' ισχυρισμό γραπτή αναγνώριση χρέους από μέρους των Καθ' ων η αίτηση 1 και
- Η νομολογία υποδεικνύει ότι η αναγνώριση χρέους δεν συνιστά ξεχωριστή και αυτοτελή βάση αγωγής και ούτε αναγνωρίζεται ως τέτοια για να μπορεί να προβάλλεται ως εναλλακτική βάση αγωγής. Έγγραφο που περιέχει δήλωση η οποία συνιστά αναγνώριση χρέους θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί κατά τη δίκη για την απόδειξη κάποιας αιτίας αγωγής όπως για παράβαση συμφωνίας δανείου, συναλλαγματικής κ.λ.π. χωρίς όμως το ίδιο το έγγραφο να συνιστά βάση αγωγής (βλέπε Νικόλα & Χρήστου Ιγνατίου ως διαχειριστών της περιουσίας του αποβιώσαντος Απόστολου Ιγνατίου τέως από το Αναβαργός και άλλης v. Λεμονάρη
(2004)1 Α.Α.Δ., D & G Products Ltd v. Χαράλαμπου Αναστασίου
(2002)1Β Α.Α.Δ. 1400 και Χατζηβασιλείου v. Reliable Motor Cars Ltd
(2004)1Γ Α.Α.Δ. 1685). Με βάση το πιο πάνω σκεπτικό εξετάζω, πάντοτε για σκοπούς του κριτηρίου αυτού, κατά πόσο το Τεκμήριο 'Δ' στην όψη του και μόνο δημιουργεί ορατή πιθανότητα επιτυχίας της υπόθεσης των Αιτητών με βάση αγωγής τα γραμμάτια. Στην περίπτωση δε θετικής απάντησης θα εξυπηρετεί ταυτόχρονα και το σκοπό της αναγνώρισης χρέους. Χωρίς να αξιολογείται καθ' οιονδήποτε τρόπο μαρτυρία και δίχως να προδικάζεται ή να προαποφασίζεται οτιδήποτε ή να προβαίνει σε οποιαδήποτε ευρήματα αναφορικά με την ουσία της αγωγής, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι το Τεκμήριο 'Δ' δεν εμπίπτει στην κατηγορία του γραμματίου συνήθους τύπου καθότι δεν φαίνεται να πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 78 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Η έκθεση απαίτησης περιέχει ως διαζευκτική βάση αγωγής γραμμάτιο σε διαταγή-'κοινού τύπου' (promissory note) το οποίο καλύπτει τις ορολογίες του χρεωστικού γραμματίου και χρεωστικού ομολόγου που χρησιμοποιούνται μέσα από το εν λόγω δικόγραφο. Μελετώντας εξ' όψεως το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 'Δ' σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης αλλά και της ενόρκου δηλώσεως, πάντοτε για σκοπούς εξέτασης των κριτηρίων της υπό κρίση αίτησης και χωρίς να αξιολογείται καθ' οιονδήποτε τρόπο το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου και δίχως να προδικάζεται ή να προαποφασίζεται οτιδήποτε ή να γίνεται κατάληξη σε οποιαδήποτε ευρήματα αναφορικά με την ουσία της αγωγής, το Δικαστήριο παρατηρεί τα εξής: - Οι Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 φέρονται να έκδωσαν και να υπέγραψαν το Τεκμήριο 'Δ' στη Λεμεσό. - Το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 'Δ' σημειώνει ρητά ότι οι αμφότεροι οι Καθ' ων η αίτηση 1 και 2, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, αναγνώρισαν ότι οφείλουν στους Αιτητές το ποσό των USD$84.000,00 και δεσμεύτηκαν να το πληρώσουν μέχρι συγκεκριμένη ημερομηνία επιβαρυνόμενο μάλιστα με τόκο. - Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις των Αιτητών και παρά τις διάφορες πιστώσεις χρόνου που έλαβαν, οι Καθ' ων η αίτηση παρέλειψαν να εξοφλήσουν το προαναφερόμενο ποσό, το οποίο σύμφωνα με τους Αιτητές εκκρεμεί για πληρωμή μέχρι σήμερα. Μπροστά σε αυτά τα δεδομένα και χωρίς να προαποφασίζεται ή προδικάζεται οτιδήποτε σε σχέση με την ουσία της αγωγής, παρατηρείται εκ πρώτης όψεως ότι το Τεκμήριο 'Δ' συγκεντρώνει τα χαρακτηριστικά εκείνα που Ο Περί Συναλλαγματικών Νόμος (Κεφ.262) αναμένει από ένα γραμμάτιο εις διαταγή και σε συνδυασμό με τα κατ' ισχυρισμό γεγονότα, το Δικαστήριο κρίνει ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της υπόθεσης των Αιτητών. Ως εκ τούτου, πληρείται και η δεύτερη προϋπόθεση. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση, οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι σε περίπτωση που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα υπάρχει κίνδυνος να μην ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση που ενδεχομένως να εκδοθεί υπέρ τους και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 με αποτέλεσμα να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως έχει ήδη λεχθεί, δεν απαιτείται η προσαγωγή μαρτυρίας για να αποδειχθεί πράγματι πρόθεση του εναγομένου να αποξενώσει ή να επιβαρύνει ακίνητη περιουσία. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος δηλαδή, να μη ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία από τον εναγόμενο. Ωστόσο είναι αυτονόητο ότι τέτοια απαγόρευση που επιβάλλεται δυνάμει σχετικού ενδιάμεσου δικαστικού διατάγματος κατ' αρχήν θα πρέπει να αφορά ακίνητη περιουσία που ανήκει στο πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδίδεται το απαγορευτικό διάταγμα. Στην προκειμένη περίπτωση, οι Αιτητές παραδέχονται ότι το διαμέρισμα για το οποίο ζητείται να απαγορευτεί η πώληση, αποξένωση, μεταβίβαση, διάθεση ή καθ' οιονδήποτε τρόπο επιβάρυνση δεν είναι εγγεγραμμένο εις το όνομα του Καθ' ου η αίτηση 2 αλλά εις το όνομα προσώπου που δεν είναι διάδικος στην αγωγή αυτή. Κατ' επέκταση το εν λόγω διαμέρισμα δεν αποτελεί άμεσο περιουσιακό στοιχείο του Καθ' ου η αίτηση 2 εναντίον του οποίου στρέφεται η παρούσα αίτηση. Μπορεί να υπάρχει γραπτή συμφωνία πώλησης μεταξύ του Καθ' ου η αίτηση 2 και του άλλου προσώπου που είναι η εταιρεία P. Mantzouranos Developments Limited άλλως PMD Developments Limited και το πωλητήριο έγγραφο να είναι κατατεθειμένο στο μητρώο του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού όμως ο τίτλος ιδιοκτησίας του διαμερίσματος αυτού είναι στο όνομα της εν λόγω εταιρείας και όχι του Καθ' ου η αίτηση 2 εναντίον του οποίου ζητείται η έκδοσης ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος. Προς στήριξη των αιτημάτων του ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών παρέπεμψε το Δικαστήριο διάφορες κυπριακές και αγγλικές υποθέσεις, δικαστηρίων πρωτοβάθμιας δευτεροβάθμιας δικαιοδοσίας, όπου υιοθετήθηκε η νομική αρχή της αγγλικής υπόθεσης SFC Finance Co Limited v. Masri [1985] 1 WLR 876 με την οποία δύναται να εκδοθεί ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα εναντίον εναγομένου ως διαδίκου που να επεκτείνεται σε περιουσία που ευρίσκεται στα χέρια τρίτου προσώπου ως καταπιστευματοδόχου για τον εναγόμενο, ως πραγματικό (bebeficial owner) ιδιοκτήτη, δεσμεύοντας το τρίτο πρόσωπο. Ο εν λόγω συνήγορος ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι θα πρέπει να ασκηθεί δικαιοδοσία γνωστής ως Chabra jurisdiction. Με την πιο πάνω νομική αρχή, η οποία αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης στην κυπριακή υπόθεση Αίτηση αναφορικά με την Nicolaou Bros Tourist Enterprises Ltd
(1999)1Α Α.Α.Δ. 201, μία εκ των υποθέσεων στις οποίες με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος, κρίθηκε ότι ενώ ένα διάταγμα τύπου Mareva δεν ήταν δυνατό να εκδοθεί στο παρελθόν εναντίον προσώπου που δεν κατονομάζεται σαν εναγόμενος στην αγωγή, στην υπόθεση SCF ν. Masri [1985] 1 W.L.R. 876 διαμορφώθηκε η αρχή και υιοθετήθηκε η πρακτική της έκδοσης διατάγματος τύπου Mareva σε σχέση με κεφάλαια που κρατούνται από τον εναγόμενο ή από πρόσωπο το οποίο δεν είναι ο ιδιοκτήτης τους ("nominee") και δεν κατονομάζεται ως διάδικος στην αγωγή. Η αρχή αυτή εφαρμόστηκε μεταγενέστερα στην κυπριακή υπόθεση Αίτηση αναφορικά με τις εταιρείες Fastact Developments Ltd και Eva Investments Ltd
(2002)1Α Α.Α.Δ. 543 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο επανέλαβε την αρχή ότι ένα διάταγμα τύπου mareva δεν μπορεί να στρέφεται εναντίον του τρίτου προσώπου ως να ήταν διάδικος αλλά μπορεί μόνο να στραφεί εναντίον του εναγόμενου και να επεκτείνεται σε περιουσία που βρίσκεται στα χέρια τρίτου προσώπου ως καταπιστευματοδόχου για τον εναγόμενο ως πραγματικό (beneficial) ιδιοκτήτη δεσμεύον το τρίτο πρόσωπο εφόσον επιδίδεται σε αυτό. Επί του θέματος άντλησα καθοδήγηση και από αγγλικές υποθέσεις. Στην αγγλική υπόθεση ΤSB Private Bank International v. Chabra [1992] 1 W.L.R. 231 ο ενάγοντας καταχώρησε αγωγή εναντίον του εναγομένου και παράλληλα αιτήθηκε την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος τύπου Mareva εναντίον του εναγομένου αλλά και μιας εταιρείας της οποίας ιδιοκτήτης ήταν ο εναγόμενος μαζί με τη σύζυγο του. Το δικαστήριο εγκρίνοντας το αίτημα έκρινε ότι παρόλο ότι δεν υπήρχε βάση αγωγής εναντίον της εταιρείας εντούτοις υπήρχε αξιόπιστη μαρτυρία ότι τα περιουσιακά στοιχεία που εμφανίζονταν να ανήκουν στην εταιρεία ήταν ουσιαστικά περιουσία του εναγομένου. Η άσκηση τέτοιας δικαιοδοσίας έμεινε γνωστή ως Chabra jurisdiction. Η αύξηση δικαστικών διαδικασιών που ενέχουν επίδικα θέματα απάτης, δόλιας αποφυγής συμμόρφωσης με υποχρεώσεις και ανακάλυψης-ιχνηλάτησης περιουσιακών στοιχείων (asset tracing) οδήγησε στην διαμόρφωση της πιο πάνω αρχής στο αγγλικό δίκαιο. Στις αγγλικές υποθέσεις C Inc Plc v L [2001] 2 Lloyd's Rep 459 και Dadourian Group International Inc v Azuri [2005] EWHC 1768 η πιο πάνω αρχή φαίνεται να διευρύνθηκε καλύπτοντας κάθε μορφής περιουσιακών στοιχείων (στοιχεία ενεργητικού-assets) όπου το συμφέρον και/ή δικαιώματα αυτών ανήκουν στον εναγόμενο είτε δυνάμει νόμου είτε δυνάμει του δικαίου επιείκειας (legal or equitable rights) ή το συμφέρον και/ή δικαιώματα και/ή σχετιζόμενες απαιτήσεις με αυτά προορίζονται προς όφελος και για λογαριασμό του εναγομένου ή ο τελευταίος διατηρεί ουσιώδη έλεγχο (substantive control) επ' αυτών. Χαρακτηριστικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Dadourian Group International Inc v Azuri [2005] EWHC 1768: "If the relevant defendant to the substantive claim has no legal or equitable right to the assets in question in the strict trust law sense, the Chabra jurisdiction can still be exercised if the defendant has some right such as in relation to control of or over the assets, or other right of access to the assets. The important issue is substantive control. What must be considered is the substantive reality of control, not a strict trust law analysis as to whether the third party is a bare trustee. Therefore, placing assets in a discretionary trust would not prevent the Chabra jurisdiction being exercised against that discretionary trust if the substantive reality were that the relevant defendant controlled the exercise of the discretionary trust." Παρόλο ότι η πιο πάνω αρχή πηγάζει κυρίως μέσα από ενδιάμεσα διατάγματα τύπου Mareva και είναι σ' αυτό το είδος του διατάγματος που εντοπίστηκαν σχεδόν όλες οι δικαστικές αποφάσεις, κυπριακές και αγγλικές, θεωρώ πως δύναται να επεκταθεί γενικά σε περιουσιακά στοιχεία υπηρετώντας έτσι τον ίδιο σκοπό για τον οποίο αναδύθηκε με αποτέλεσμα να μπορεί να εφαρμοστεί και στη δική μας περίπτωση. Έχω την αίσθηση ότι η υπόθεση Dadourian (βλέπε πιο πάνω) οδηγείται προς αυτήν την κατεύθυνση. Έχοντας υπόψη μου την κυπριακή υπόθεση Χρήστου και άλλου v. Γεωργίου
(1999)1Β Α.Α.Δ. 940, με την αγορά του επιδίκου διαμερίσματος και την κατάθεση του πωλητηρίου εγγράφου στο μητρώο του κτηματολογίου ο Καθ' ου η αίτηση 2 κατέστη δυνητικά ιδιοκτήτης του ακινήτου κατά το δίκαιο της επιείκειας. Δεν χωρεί ακόμη αμφισβήτηση ότι επί του ακινήτου, ως περιουσιακό στοιχείο, ο Καθ' ου η αίτηση διατηρεί ουσιαστικό έλεγχο υπό την έννοια ότι ελέγχει τη διαδικασία που οδηγεί την εγγραφή του τίτλου ιδιοκτησίας εις το όνομα του αφού εναπόκειται ουσιαστικά στον ίδιο να καταστεί ο νόμιμος ιδιοκτήτης του εφόσον βέβαια συμμορφώνεται με τους όρους του πωλητηρίου εγγράφου που έχει ήδη κατατεθεί στο μητρώο του κτηματολογίου. Η δε εταιρεία P. Mantzouranos Developments Limited άλλως PMD Developments Limited, ως πωλητής του ακινήτου, είναι εξ' επαγωγής εμπιστευματοδόχος (constructive trustee) των δικαιωμάτων του Καθ' ου η αίτηση 2, ως αγοραστή του διαμερίσματος, τηρουμένων των αντίστοιχων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων βάσει της σύμβασης. Με γνώμονα ότι, εκτός από το προαναφερόμενο διαμέρισμα, δεν εντοπίστηκε οποιαδήποτε άλλη ακίνητη ή κινητή περιουσία εις το όνομα είτε του Καθ' ου η αίτηση 1 είτε και του Καθ' ου η αίτηση 2, ενδεχόμενη αποξένωση, μεταπώληση ή καθ' οιονδήποτε τρόπο επιβάρυνση του εν λόγω ακινήτου θα έχει πιθανή αρνητική επίδραση στην ικανοποίηση δικαστικής απόφασης που ήθελε εκδοθεί υπέρ των Αιτητών και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση 1 και 2. Το ύψος της απαίτησης σε συνδυασμό με την μέχρι σήμερα αδυναμία εξόφλησης του και με το διαμέρισμα να φαντάζει ως το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο του Καθ' ου η αίτηση 2 και με τους Καθ' ων η αίτηση 1 να μην διαθέτουν οτιδήποτε τέτοιο, τέτοιος κίνδυνος να μην απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο είναι, υπό τις περιστάσεις, βάσιμος. Κατά συνέπεια, πληρείται και η τρίτη προϋπόθεση. Ακολούθως, εξετάζοντας την παράμετρο κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο και εύλογο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα κρίνω πως, υπό τις περιστάσεις και μπροστά στα δεδομένα που τέθηκαν ενώπιον μου, ο κίνδυνος πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς δύναται να αποφευχθεί με την έκδοση τους. Ως εκ τούτου, το ισοζύγιο της ευχέρειας κλείνει υπέρ διαφοροποίησης της υφιστάμενης κατάστασης πραγμάτων (status quo) και συγκεκριμένα υπέρ της έκδοσης των αιτουμένων διαταγμάτων. Θα εξετάσω τώρα το στοιχείο του κατεπείγοντος. Αναφέρεται στην Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 598, στη σελ. 604 κατ΄ ακολουθία της αναφοράς στο άρθρο 9
(1)του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 πως: "Το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο, εφόσο καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση. Όπως διαπιστώνει ο Κωνσταντινίδης, Δ., σε δύο αποφάσεις του - (In Re Stavrou Hotel Apartments Ltd (Aίτηση Αρ. 76/94 - 29/12/94), In Re B.P. CYPRUS LTD - (Αίτηση Αρ. 143/96 - 1/8/96)), το υπαρκτό του επείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας κάτω από το Άρθρο 9 του ΚΕΦ. 6." Στην προκειμένη περίπτωση το επείγον του ζητήματος εντοπίζεται στους ακόλουθους ισχυρισμούς του Αιτητή: (α) Εκτός από το προαναφερόμενο διαμέρισμα δεν εντοπίστηκε οποιαδήποτε άλλη ακίνητη ή κινητή περιουσία εις το όνομα του Καθ' ου η αίτηση
- (β) Δεν εντοπίστηκε οποιαδήποτε κινητή ή ακίνητη περιουσία εις το όνομα των Καθ' ων η αίτηση
- (γ) Οι Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 παρέλειψαν να εξοφλήσουν το μεγάλο κατ' ισχυριζόμενο οφειλόμενο ποσό μέχρι την ημερομηνία που προνοείται από το Τεκμήριο 'Δ'. (δ) Παρά την μεταγενέστερη χορήγηση πίστωσης χρόνου σε δύο περιπτώσεις συνολικού διαστήματος τεσσάρων μηνών, ως η επιθυμία του σε δύο περιπτώσεις, ο Καθ' ου η αίτηση 2 απέτυχε να φανεί συνεπής αθετώντας έτσι αντίστοιχες υποσχέσεις που έδωσε στους Αιτητές. (ε) Στα πλαίσια ικανοποίησης και/ή εξασφάλισης του μεγάλου κατ' ισχυριζόμενου οφειλομένου ποσού ο Καθ' ου η αίτηση 2 απέφυγε να αποκαλύψει στους Αιτητές την ύπαρξη του προαναφερόμενου διαμερίσματος. (στ) Ο Καθ' ου η αίτηση 2 είναι αλλοδαπός και συγκεκριμένα Ρώσος υπήκοος. Δεν διαφεύγει ακόμη της προσοχής του Δικαστηρίου ότι η παρούσα αίτηση προωθήθηκε αμέσως μετά τη λήξη της χρονικής προθεσμίας που ο Καθ' ου η αίτηση 2 ζήτησε και πέτυχε προκειμένου να καταφέρει να εξοφλήσει το κατ' ισχυριζόμενο οφειλόμενο ποσό και αφού ολοκλήρωσε την έρευνα του ιδιώτης ερευνητής στον οποίον οι Αιτητές αποτάθηκαν για να μπορέσουν να καταχωρήσουν την αίτηση αυτή, πράγμα που έγινε ταυτόχρονα με την καταχώρηση ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος. Η αποτυχία του Καθ' ου η αίτηση 2 να φανεί συνεπής στις αιτούμενες πιστώσεις χρόνου που του χορηγήθηκαν και παράλληλα η αδυναμία του να διευθετήσει το κατ' ισχυριζόμενο οφειλόμενο ποσό δημιούργησε μια νέα κατάσταση στις σχέσεις των μερών που καθιστούσε το ζήτημα επείγον (βλέπε Καλογήρου v. C.C.F. Credit Capital Finance Ltd
(2005)1 Α.Α.Δ. 1237). Φαίνεται ότι ήταν τότε χρονικά που οι Αιτητές αντιλήφθηκαν ότι οι Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 δεν είχαν πρόθεση να ανταποκριθούν στις κατ' ισχυρισμό υποχρεώσεις που του απέδιδαν, δηλαδή στην εξόφληση του κατ' ισχυριζόμενου οφειλομένου ποσού, με τον κίνδυνο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς να έχει πλέον δημιουργηθεί και να παραμονεύει. Συνεπώς, το σύνολο των γεγονότων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου δικαιολογεί το στοιχείο του κατεπείγοντος της παρούσας αίτησης. Υπό το φως όλων των πιο πάνω εκδίδεται παρεμπίπτον διάταγμα το οποίο απαγορεύει στον Καθ' ου η αίτηση 2 και/ή στην εταιρεία P. Mantzouranos Developments Limited άλλως PMD Developments Limited (Αρ. Εγγραφής ΗΕ59420) και/ή στους αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες αυτών από του να πωλήσουν, αποξενώσουν, μεταβιβάσουν και/ή διαθέσουν και/ή επιβαρύνουν καθ' οιονδήποτε τρόπο το διαμέρισμα με αριθμό 103Β το οποίο ευρίσκεται στον πρώτο όροφο του Μπλοκ Β της πολυκατοικίας γνωστής ως Maria Cotsapa, η οποία ανεγέρθηκε επί του ακινήτου υπ' αριθμό εγγραφής 1/36742, Φύλλο/Σχέδιο 54/58.02.02, τεμάχιο 1/506 που βρίσκεται στην περιοχή Άγιος Νεκτάριος στη Λεμεσό μέχρι τελικής εκδίκασης της αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Περαιτέρω, εκδίδεται παρεμπίπτον διάταγμα το οποίο απαγορεύει στον Καθ' ου η αίτηση 2 και/ή στους αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες αυτού από του να τερματίσει και/ή ακυρώσει τη συμφωνία πώλησης ημερομηνίας 22.04.96 που συνομολογήθηκε μεταξύ του ιδίου και της εταιρείας P. Mantzouranos Developments Limited άλλως PMD Developments Limited (Αρ. Εγγραφής ΗΕ59420) αναφορικά με το πιο πάνω διαμέρισμα μέχρι τελικής εκδίκασης της αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Επίσης, εκδίδεται παρεμπίπτον διάταγμα το οποίο απαγορεύει στον Καθ' ου η αίτηση 2 και/ή στους αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες αυτού από του να αποσύρουν την προαναφερόμενη συμφωνία πώλησης από το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού, στο οποίο έχει κατατεθεί κατά την 20.06.96 με Αρ. Φακ. Πω. Ε. 665/96 μέχρι τελικής εκδίκασης της αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Τα προσωρινά διατάγματα ορίζονται επιστρεπτέα στις 17.07.13 και ώρα 09:00. Οι Ενάγοντες-Αιτητές να υπογράψουν εγγύηση ύψους €30.000,00 για τυχόν ζημιές που ήθελαν προκληθούν από την έκδοση των εν λόγω διαταγμάτων. Η παρούσα αίτηση μαζί με τα διατάγματα να επιδοθούν τόσο στον Εναγόμενο 2-Καθ' ου η αίτηση 2 όσο και στην εταιρεία P. Mantzouranos Developments Limited άλλως PMD Developments Limited (Αρ. Εγγραφής ΗΕ59420) μέχρι τις 12.07.13. Σε σχέση με τα έξοδα, το Δικαστήριο κρίνει αυτά να είναι στην πορεία. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Αctions/Interim Order Αναφορά: Πολιτική Δικονομία/Αίτηση για έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος/Άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμο cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο