Νεόφυτου Νεοφύτου ν. ANDREAS ZENONOS (TRUCK CENTER) LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 4633/2009, 22/7/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A209 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4633/2009 Μεταξύ: Νεόφυτου Νεοφύτου, από τη Λεμεσό Ενάγοντα και
- A. Zinonos Trading LTD, από τη Λεμεσό
- Ζήνωνα Ζήνωνος, από τη Λεμεσό Εναγόμενων Και όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 24.9.2010 Μεταξύ: Νεόφυτου Νεοφύτου, από τη Λεμεσό Ενάγοντα και ANDREAS ZENONOS (TRUCK CENTER) LIMITED ΖΗΝΩΝΑ ΖΗΝΩΝΟΣ Εναγόμενων ---------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 22.7.2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντα: κ. Παπαδόπουλος (για ν' ακούσει απόφαση κ. Χρίστου) Για εναγόμενους 1 και 2: κ. Μουκταρούδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Η βάση της αγωγής του ενάγοντα εναντίον των εναγόμενων 1 και 2, σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του πρώτου εδράζεται στα ακόλουθα, μεταξύ άλλων, γεγονότα: Στον ουσιώδη χρόνο, οι εναγόμενοι 1 ήταν εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, με κύρια ασχολία τους την αγοραπωλησία μεταχειρισμένων και/ή άλλων οχημάτων. Κατά τον ίδιο χρόνο, ο εναγόμενος 2 παρουσιαζόταν στον ενάγοντα ως διευθυντής των εναγόμενων 1 και ειδικός στην αγοραπωλησία μεταχειρισμένων οχημάτων, ο οποίος κατείχε μηχανικές και άλλες γνώσεις. Κατά τον ίδιο, πάντοτε, χρόνο, ο ενάγοντας μετέβη στα γραφεία των εναγόμενων 1 και 2 στον Ύψωνα και ενδιαφέρθηκε να αγοράσει από αυτούς το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής KTG 794, μάρκας Audi TT (στο εξής «το όχημα»). Κατά ή περί το Γενάρη του 2009, οι εναγόμενοι 1, μέσω του εναγόμενου 2 διαβεβαίωσαν τον ενάγοντα ότι το παραπάνω όχημα το οποίο διέθεταν προς πώληση στο υποστατικό τους, ήταν σε άριστη μηχανική κατάσταση και ότι δεν είχε κανένα μηχανικό ή άλλο πρόβλημα. Ο εναγόμενος 2 δε, εγγυήθηκε προσωπικά την καλή του κατάσταση, για τουλάχιστον ένα χρόνο. Ο ενάγοντας βασισμένος στις παραπάνω διαβεβαιώσεις των εναγόμενων 1 και 2 και μετά από μηχανικό έλεγχο του οχήματος, κατά ή περί τις 23.1.2009, δυνάμει συμφωνίας και ή άλλως, συμφώνησε και αγόρασε το όχημα, έναντι του ποσού των €14.500,00 Αποτελούσε ρητό και/ή σιωπηρό και/ή εξυπακουόμενο όρο της συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων ότι το όχημα θα ήταν απαλλαγμένο παντός ελαττώματος. Τέσσερις μήνες μετά την παραλαβή του οχήματος από τον ενάγοντα και συγκεκριμένα, κατά ή περί το Μάη του ίδιου έτους παρουσιάστηκε πρόβλημα στους πίσω τροχούς του. Μετά από μηχανικό έλεγχο που έγινε σε εγκεκριμένο συνεργείο της Audi, που είναι η κατασκευάστρια εταιρεία του οχήματος διαπιστώθηκε ότι προϋπήρχε πρόβλημα στην πίσω κορόνα του, η οποία έπρεπε απαραίτητα να αντικατασταθεί και/ή επιδιορθωθεί. Στο συνεργείο αναφέρθηκε στον ενάγοντα, ότι στο μητρώο του οχήματος, κατά το παρελθόν καταγράφηκε θόρυβος στο πίσω μέρος του οχήματος και ότι είχε διαπιστωθεί ότι τοποθετήθηκε ποσότητα ειδικού λαδιού και/ή λιπαντικού στην κορόνα, για να καλύψει και/ή αποκρύψει προσωρινά το εν λόγο πρόβλημα. Ο ενάγοντας πληροφόρησε αμέσως τους εναγόμενους για το εν λόγω πρόβλημα - το οποίο προϋπήρχε και εντέχνως αυτοί απέκρυψαν - και ενόψει και της σχετικής εγγύησης, τους κάλεσε όπως το επιδιορθώσουν και αποκαταστήσουν, πλην όμως αυτοί αρνήθηκαν και τον αγνόησαν. Για το συγκεκριμένο πρόβλημα ενημέρωσε γραπτώς και τους λειτουργούς του Υπουργείου Εμπορίου και Βιομηχανίας. Οι τελευταίοι επικοινώνησαν προσωπικά με τους εναγόμενους, με σκοπό την επίλυση της διαφοράς, αλλά οι εναγόμενοι τους αντιμετώπισαν εχθρικά. Συνεπεία όλων των ανωτέρω, ο ενάγοντας αποτάθηκε στην εταιρεία Unicars Ltd, σε εγκεκριμένο συνεργείο των οχημάτων Αudi όπου και επιδιόρθωσε τo πρόβλημα του οχήματός του, καταβάλλοντας για το σκοπό αυτό στις 25.6.2009, το ποσό των €3.502,
- Στις 20.7.2009 απέστειλε στους εναγόμενους μέσω του δικηγόρου του συστημένη επιστολή, με την οποία απαίτησε από αυτούς πληρωμή του εν λόγω ποσού. Αποτελεί θέση του ενάγοντα ότι συνεπεία δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων και των δύο εναγόμενων - λεπτομέρειες των οποίων δίδονται στην παράγραφο 20 της έκθεσης απαίτησης - υπέστη ζημιές, συνολικού ύψους €3.638,54, πλέον τόκους, ως ακολούθως: €3.502,00 για την επιδιόρθωση του οχήματος και €136,00, απώλεια χρήσης του για περίοδο 8 ημερών. Το ποσό αυτό, μαζί με τους σχετικούς τόκους συνθέτει και την αξίωσή του εναντίον και των δύο εναγόμενων. Οι εναγόμενοι 1 και 2, στις παραπάνω θέσεις και ισχυρισμούς του ενάγοντα, με την υπεράσπισή τους αντιτείνουν τα εξής, μεταξύ άλλων: Παραδέχονται ότι έγινε η επίδικη αγοραπωλησία, πλην όμως ισχυρίζονται ότι οι ίδιοι, στον ουσιώδη χρόνο δεν ενεργούσαν ως πωλητές του οχήματος, αλλά, σαν αντιπρόσωποι κάποιου τρίτου, ο οποίος το άφησε στα γραφεία τους, με εντολή να το πωλήσουν σαν αντιπρόσωποί του. Προς τούτο ενημέρωσαν σχετικά τον ενάγοντα. Αρνούνται ότι έδωσαν οποιαδήποτε διαβεβαίωση στον ενάγοντα αναφορικά με τη μηχανική κατάσταση του οχήματος μα ούτε και γνώριζαν οτιδήποτε συναφώς με αυτή, αφού, ο μόνος υπεύθυνος για την πώλησή του, ήταν ο αληθινός πωλητής του. Αρνούνται ακόμη ότι ο εναγόμενος 2 εγγυήθηκε την καλή μηχανική κατάσταση του οχήματος και ισχυρίζονται ότι ο ενάγοντας εκφράστηκε από μόνος του να το αγοράσει, μετά από μηχανικό έλεγχο που έγινε με δική του ευθύνη. Παραδέχονται ότι ο ενάγοντας τους κατέβαλε το συμφωνημένο τίμημα πώλησης του οχήματος, πλην όμως ισχυρίζονται ότι το παρέλαβαν εκ μέρους και για λογαριασμό του πωλητή του. Περαιτέρω ισχυρίζονται τα εξής: Η επίδικη συμφωνία πώλησης του οχήματος δεν περιελάμβανε οποιοδήποτε όρο για τη μηχανική και/ή άλλη κατάστασή του. Διαζευκτικά ισχυρίζονται ότι αυτό δεν παρουσίαζε οποιαδήποτε μηχανική και/ή άλλη βλάβη και/ή ελάττωμα κατά τον χρόνο πώλησής του. Αρνούνται ότι το όχημα παρουσίασε το πρόβλημα που ισχυρίζεται ο ενάγοντας. Διαζευκτικά και πάλι ισχυρίζονται ότι εάν αποδειχθεί ότι παρουσίασε οποιοδήποτε πρόβλημα, αυτό δεν ήταν προϋπάρχον και/ή σε γνώση τους και σε περίπτωση που αποδειχθεί ότι ήταν προϋπάρχον και θα πρέπει να αποδοθούν ευθύνες, αυτές θα πρέπει να αποδοθούν στον πωλητή του οχήματος. Αρνούνται ακόμη ότι ο ενάγοντας τους πληροφόρησε αμέσως για τα όποια προβλήματα του οχήματος και ισχυρίζονται ότι πληροφορήθηκαν για τα δήθεν προβλήματα του οχήματος, όταν τους επισκέφθηκε ξαφνικά ο ενάγοντας στο γραφείο τους, κατά ή περί τον Αύγουστο του 2009 και τους προσκόμισε ένα τιμολόγιο, που όπως ισχυρίστηκε αναγκάστηκε να πληρώσει για να επιδιορθωθούν οι κατ' ισχυρισμό του βλάβες. Αρνούνται και ότι επικοινώνησαν μαζί τους οι λειτουργοί το Υπουργείου Εμπορίου και Βιομηχανίας. Τέλος αρνούνται ότι εξαπάτησαν τον ενάγοντα επί τη βάση των λεπτομερειών δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων που τους προσάπτει με την παράγραφο 20 της έκθεσης απαίτησης. Κατά την ακρόαση, μαρτυρία υπέρ του ενάγοντα Νεόφυτου Νεοφύτου, εκτός από τον ίδιο, έδωσαν και οι Μιχάλης Κουλουτσίδης και Μάρκος Ορφανίδης (Μ.Ε.1 μέχρι 3 αντίστοιχα). Από την άλλη, ο εναγόμενος 2 Ζήνωνας Ζήνωνος, ήταν και ο μόνος που κατάθεσε ως μάρτυρας για την υπόθεση των εναγόμενων. Τα βασικά επίδικα θέματα που καλούμαι να επιλύσω είναι τα εξής: Πρώτο, κατά πόσο οι εναγόμενοι 1και 2 πώλησαν τo επίδικο όχημα στον ενάγοντα υπό την προσωπική τους ιδιότητα ή ως αντιπρόσωποι κάποιου τρίτου που το άφησε στα υποστατικά τους για να το πωλήσουν. Δεύτερο, κατά πόσο οι εναγόμενοι 1 και 2 διαβεβαίωσαν ή όχι τον ενάγοντα ότι το επίδικο όχημα ήταν σε άριστη μηχανική κατάσταση και ότι δεν είχε κανένα μηχανικό ή άλλο ελάττωμα· επιπλέον, κατά πόσο ο εναγόμενος 2 εγγυήθηκε προσωπικά την καλή του κατάσταση, για περίοδο τουλάχιστον ενός έτους. Τρίτο, εάν εκδηλώθηκε το πρόβλημα στο διαφορικό του επίδικου οχήματος, 4 περίπου μήνες μετά την αγορά και παραλαβή του από τον ενάγοντα και αν ναι, κατά πόσο αυτό υπήρχε κατά την παράδοση του οχήματος από τους εναγόμενους 1 και 2 στον ενάγοντα ή προέκυψε αργότερα. Τέταρτο, σε περίπτωση που ήθελε αποδειχθεί ότι υπήρχε το παραπάνω πρόβλημα στο επίδικο όχημα, κατά πόσο ο ενάγοντας πληροφόρησε τους εναγόμενους συναφώς με αυτό και αν ναι, πότε. Πέμπτο, σε συνέχεια του προηγούμενου, ποιο το κόστος επιδιόρθωσης του προβλήματος του οχήματος και γενικά το ύψος της ζημιάς που υπέστη ο ενάγοντας εξαιτίας αυτού και τέλος, ποιος από τους δύο εναγόμενος οφείλει - αν οφείλει - να τον αποζημιώσει. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες (περιλαμβανομένων των διαδίκων), ενώ κατάθεταν ενόρκως ενώπιόν μου. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο καθώς και την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση. Αντιπαραβάλλοντας τις εκατέρωθεν εκδοχές, με βάθρο τόσο τους δικογραφημένους ισχυρισμούς όσο και την προσαχθείσα μαρτυρία προς υποστήριξη της εκδοχής κάθε πλευράς, θεωρώ ότι τα πραγματικά - ουσιαστικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο, στο βαθμό και την έκταση που μου παρέχεται η δυνατότητα εξαγωγής συμπερασμάτων αναφορικά με αυτά, κατά κύριο λόγο είναι σύμφωνα με την εκδοχή του ενάγοντα. Είμαι διατεθειμένος να δεχθώ σημαντικό μέρος της μαρτυρίας του ενάγοντα και σε πιο περιορισμένη έκταση και μέρος της μαρτυρίας του εναγόμενου
- Και στη μια και στην άλλη περίπτωση, ασφαλώς αναφέρομαι σ' εκείνο το μέρος της μαρτυρίας που συγκεντρώνει τα απαραίτητα στοιχεία αξιοπιστίας. Ειδικότερα: Ο ενάγοντας ως μάρτυρας, σε γενικές γραμμές μου έχει κάνει καλή εντύπωση. Η μαρτυρία του, σε σημαντικό βαθμό ενισχύεται και/ή επιβεβαιώνεται και από τη μαρτυρία των δύο άλλων μαρτύρων που κατάθεσαν για την υπόθεσή του, τους οποίους, για λόγους που θα παραθέσω αργότερα θεωρώ απόλυτα αξιόπιστους. Σε κάποιο βαθμό, η μαρτυρία του ενάγοντα επιβεβαιώνεται και από τη μαρτυρία του εναγόμενου
- Επιπλέον είναι και το γεγονός, ότι αρκετοί από τους ισχυρισμούς του παρέμειναν αναντίλεκτοι, χωρίς να μου διαφεύγει ότι υπάρχουν και περιπτώσεις που ούτε καν του υποβλήθηκε η περί αντιθέτου θέση των εναγόμενων, για να του δοθεί η ευκαιρία, αν μη τι άλλο να σχολιάσει. Θα έλεγα ότι, στο βαθμό και την έκταση που δεν μπορώ να δεχθώ τη μαρτυρία του ενάγοντα, αυτό, κατά κύριο λόγο οφείλεται στο γεγονός ότι η εν λόγω μαρτυρία δε συνίσταται σε γεγονότα που γνωρίζει ο ενάγοντας, αλλά σε συμπεράσματα τα οποία εξάγει, με βάθρο, ναι μεν υπαρκτά γεγονότα, πλην όμως, τα οποία δεν οδηγούν αναπόφευκτα στα εν λόγω συμπεράσματα. Απ' εκεί και πέρα, υπήρξαν στιγμές που ο ενάγοντας ήταν αντιφατικός, είτε ακόμη που προέβαλε ισχυρισμούς που στερούνται λογικής και πειστικότητας. Παρόλα αυτά, το μέρος της μαρτυρίας του που αποδέχομαι είναι θεμελιωμένο σε τόσο στέρεα βάση, σε βαθμό που ουδόλως μπορεί να την υποθεμελιώσει η κρίση μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του ως μάρτυρα κατά λοιπά. Ακολουθούν μερικά παραδείγματα που αιτιολογούν, επαρκώς, πιστεύω τις παραπάνω διαπιστώσεις μου: Σύμφωνα με την παράγραφο 1 της έκθεσης απαίτησης, ο ενάγοντας, στον ουσιώδη χρόνο επισκέφθηκε τα γραφεία των εναγόμενων 1 και 2 και ενδιαφέρθηκε να αγοράσει από αυτούς το επίδικο όχημα. Στην γραπτή του δήλωση (τεκμήριο 1), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης, ως μέρος της, αναφέρει ότι ανάμεσα σε πολλά άλλα αυτοκίνητα που του πρότειναν για αγορά οι εναγόμενοι ο ίδιος ενδιαφέρθηκε για το επίδικο που του είχε αρέσει. Αντεξεταζόμενος προέβαλε τις ακόλουθες εκδοχές για το ίδιο θέμα: Οι εναγόμενοι του πρότειναν μόνο το επίδικο όχημα. Ο ίδιος είδε ορισμένα και κατέληξε στο συγκεκριμένο. Είδε διάφορα αυτοκίνητα από μόνος του, οι εναγόμενοι και συγκεκριμένα ο εναγόμενος 2 του πρότεινε το επίδικο και κατέληξε σ' αυτό. Το πόσο «συνάδουν» οι παραπάνω εκδοχές είναι ολοφάνερο. Ενώ δέχομαι τον ισχυρισμό του, ότι ο εναγόμενος 2 του ανάφερε ότι το επίδικο όχημα ήταν σε καλή μηχανική κατάσταση, κάτι που εν τέλει ομολόγησε και ίδιος ο εναγόμενος 2, υπό το βάρος της αντεξέτασης στην οποία υποβλήθηκε, δεν μπορώ να δεχθώ και ότι του παρέσχε και σχετική εγγύηση για ένα χρόνο. Επί του προκειμένου, δε θεωρώ αξιόπιστη τη μαρτυρία του ενάγοντα επειδή υπήρξε αντιφατικός και όχι μόνο. Ειδικότερα: Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του (παράγραφος 5 της έκθεσης απαίτησης) ο εναγόμενος 2 εγγυήθηκε προσωπικά την καλή κατάσταση του επίδικου οχήματος, για τουλάχιστον ένα χρόνο. Με τη γραπτή του δήλωση, ο ενάγοντας περιορίζει την περίοδο της εγγύησης στον έναν χρόνο, ενώ, αντεξεταζόμενος προέβαλε τις ακόλουθες εκδοχές συναφώς με το θέμα: Ο εναγόμενος 2, του είπε ότι το όχημα είναι σε καλή κατάσταση και του το εγγυήθηκε να το πάρει (χωρίς οποιαδήποτε αναφορά στη διάρκεια της εγγύησης). Στην ερώτηση, «Και το αγοράσετε επειδή πιστέψατε τα λόγια του Ζήνωνα - εναγόμενος 2 - ;» «Την επομένη μέρα έγινε ένας έλεγχος του αυτοκινήτου και δεν έδειξε να έχει κάτι το σοβαρό και με την εγγύηση του ίδιου ότι ήταν όλα καλά έγινε η αγορά» ήταν η απάντηση. Κληθείς να πει κατά πόσο μπορούσε να θυμηθεί τα λόγια του εναγόμενου συναφώς με το περιεχόμενο της εγγύησης που του παρέσχε, απάντησε περίπου ως εξής: «Δεν μπορώ να θυμηθώ τώρα την ακριβή συνομιλία πριν 4 χρόνια. Όταν μου εξηγούσε τα διάφορα ... μου έλεγε, "κανένα πρόβλημα σου το εγγυούμαι." Έγινε ο έλεγχος και καταλήξαμε στην αγορά.» Στην συνέχεια ισχυρίστηκε ότι η εγγύηση θα πήγαινε για ένα χρόνο, ενώ στην αμέσως επόμενη ερώτηση («Το ρώτησες για την διάρκεια της εγγύησης ή σου είπε από μόνος του;») απάντησε ως εξής: «Όχι, μου έδωσε για ένα χρόνο αν έχει πρόβλημα να το διορθώσουμε και εφόσον νομικά σαν καταναλωτές όταν αγοράσουμε κάτι μεταχειρισμένο δικαιούμαστε ένα χρόνο σαν εγγύηση βάσει νομοθεσίας.» Το υπόλοιπο μέρος της αντεξέτασης του ενάγοντα συναφώς με το ίδιο θέμα παρατίθεται αυτούσιο. «Ερ. Δηλαδή ο Ζήνωνας σας είπε έχετε ένα χρόνο εγγύηση γιατί βάσει νομοθεσίας έχω ευθύνη για ένα χρόνο; Απ. Όχι. Αυτά δε μου τα είπε. Ερ. Αλλά, ποιος σας τα είπε αυτά για τη νομοθεσία; Απ. Τα γνώριζα και γνωρίζω από μόνος μου. .................................. .................................. Ερ. Λέτε ότι σας είπε ο Ζήνωνας αν πάθει οτιδήποτε το αυτοκίνητο θα το διορθώσουμε; Ποιους εννοούσε στο «διορθώσουμε;» Απ. Στη συνομιλία μας, την ώρα της αγοράς, στην παρουσίαση του αυτοκινήτου, μου είπε ότι δεν έχει πρόβλημα και αν υπάρξει σου το εγγυούμαι. Ερ. Μήπως εννοούσε ότι θα σου το διορθώσουμε η εταιρεία; Απ. Δε μιλούσαμε για συγκεκριμένο πρόβλημα ή προϋπάρχον ή κάτι που θα έρχετουν. Ερ. Ποιος θα το διόρθωνε; Απ. Μα δε μιλήσαμε για κάποιο διόρθωμα. Ερ. Αλλά γιατί μιλήσατε; Απ. Ο κ. Ζήνωνας, ο ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου, στην παρουσίασή του, μου ανάφερε μην έχεις πρόβλημα αν υπάρξει κάτι έχει ένα χρόνο εγγύηση. Ερ. Και η εγγύηση ήταν από την εταιρεία του κ. Ζήνωνα; Απ. Ναι.» Ότι δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι ο εναγόμενος 2 εγγυήθηκε προσωπικά την καλή κατάσταση του επίδικου οχήματος καταφαίνεται και από το περιεχόμενο της επιστολής του δικηγόρου του προς τους εναγόμενους 1, ημερομηνίας 20.7.2009 (τεκμήριο 5) και συγκεκριμένα από την ακόλουθη παράγραφο: «Η συμφωνία πώλησης του οχήματος έγινε την 23.01.2009 μετά τη διαβεβαίωση σας ότι δεν παρουσιάζει οποιοδήποτε πρόβλημα αλλά και ότι εγγυάστε την καλή κατάσταση του πιο πάνω οχήματος για τουλάχιστον ένα χρόνο». Η υπογράμμιση είναι δική μου. Για να επαναλάβω το παραπάνω απόσπασμα είναι από την επιστολή του δικηγόρου του ενάγοντα προς τους εναγόμενους 1 και όχι και προς τον εναγόμενο 2, είτε μόνο προς τον εναγόμενο 2, επομένως, δεν τίθεται θέμα παροχής εγγύησης από τον τελευταίο προς τον ενάγοντα και γι' αυτό το λόγο. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Δέχομαι τον ισχυρισμό του ενάγοντα ότι το επίδικο όχημα πωλήθηκε στον ίδιο από τους εναγόμενους 1 και 2 υπό την προσωπική τους ιδιότητα και όχι υπό αντιπροσωπευτική ιδιότητα οποιουδήποτε τρίτου, όπως είναι η θέση των εναγόμενων 1 και
- Για την ώρα περιορίζομαι να πω τούτο· οι εναγόμενοι 1 και 2, που με τα δικόγραφά τους ισχυρίζονται ότι πωλητής του οχήματος ήταν κάποιος τρίτος που το άφησε στα γραφεία τους, με εντολή στους ίδιους να το πωλήσουν σαν αντιπρόσωποί του, ως επίσης και ότι ενημέρωσαν σχετικά τον ενάγοντα ότι οι ίδιοι ήταν αντιπρόσωποι κάποιου τρίτου (βλ. την παράγραφο 3 της υπεράσπισης) το μόνο που υπόβαλαν στον ενάγοντα συναφώς με το θέμα είναι ότι ο λόγος που δεν εκδόθηκε τιμολόγιο από τους εναγόμενους 1 για την επίδικη αγοραπωλησία είναι επειδή δεν ήταν οι πωλητές, αλλά κάποιος τρίτος τον οποίο αντιπροσώπευαν, είτε οι εναγόμενοι 1 είτε ο εναγόμενος
- Πέραν από την προφανή αντίφαση σε σχέση με το ποιος από τους δύο εναγόμενους ήταν ο υποτιθέμενος αντιπρόσωπος, η ουσία έγκειται στο γεγονός, ότι δεν υποβλήθηκε στον ενάγοντα ότι του αποκαλύφθηκε από τους εναγόμενους 1 και 2 ότι λειτουργούσαν υπό αντιπροσωπευτική ιδιότητα και όχι προσωπικά. Όταν αργότερα θα ασχοληθώ ειδικά με τη μαρτυρία του εναγόμενου 2, θα παραθέσω και διάφορους άλλους λόγους, για τους οποίους θεωρώ υπεύθυνους έναντι του ενάγοντα για την επίδικη σύμβαση τους δύο εναγόμενους και όχι οποιοδήποτε τρίτο, τον οποίο δήθεν αυτοί αντιπροσώπευαν. Η μαρτυρία του ενάγοντα συναφώς με το πρόβλημα που εκδηλώθηκε στο διαφορικό του επίδικου οχήματος, το χρόνο που εκδηλώθηκε το πρόβλημα καθώς και την αιτία του, γίνεται αποδεκτή, αφού, εκτός από αξιόπιστη ενισχύεται και/ή επιβεβαιώνεται και από άλλη, επίσης αξιόπιστη μαρτυρία, η οποία, σε σημαντικό βαθμό παρέμεινε αναντίλεκτη. Θα έλεγα ότι ακόμη και ο εναγόμενος 2, ό, τι αμφισβητεί δεν είναι αυτό καθ' αυτό το πρόβλημα που παρουσιάστηκε στο όχημα, αλλά, ότι ο ίδιος καθώς και οι εναγόμενοι 1, υπέχουν ευθύνης να αποζημιώσουν τον ενάγοντα για τη ζημιά που υπέστη συνεπεία αυτού. Εκείνο που σίγουρα δεν μπορώ να δεχθώ απ' όσα ανάφερε ο ενάγοντας είναι τον ισχυρισμό του, ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 γνώριζαν την ύπαρξη του παραπάνω προβλήματος και ότι με δόλο και/ή με ψευδείς παραστάσεις του το απέκρυψαν προκειμένου να τον πείσουν να αγοράσει το επίδικο όχημα. Εκτός του ότι δεν υπάρχει καθόλου άμεση μαρτυρία ή έστω, ικανοποιητικά στοιχεία περιστατικής μαρτυρίας που να οδηγούν με ασφάλεια στην εξαγωγή ενός τέτοιου συμπεράσματος, υπάρχει ένα σημαντικό γεγονός, το οποίο ο ενάγοντας, μολονότι δικογραφεί, όχι τυχαία πιστεύω, επέλεξε να αποσιωπήσει με τη μαρτυρία του, το οποίο καθιστά πιο πιθανό να μη γνώριζαν οι εναγόμενοι την ύπαρξη του προβλήματος κατά το χρόνο που του πώλησαν και παράδωσαν το επίδικο όχημα. Αναφέρομαι ασφαλώς στο γεγονός, ότι, σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς και των δυο πλευρών, αλλά και όπως κατάθεσαν ενόρκως, τόσο ο ενάγοντας αντεξεταζόμενος όσο και ο εναγόμενος κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασής του, της αγοράς του επίδικου οχήματος προηγήθηκε μηχανικός έλεγχός του από μηχανικό της επιλογής του ενάγοντα. Και ως θέμα κοινής λογικής, δεν πιστεύω ότι ο εναγόμενος 2, εάν γνώριζε για το πρόβλημα που αντιμετώπιζε το επίδικο όχημα και πολύ περισσότερο, αυτός το απέκρυψε προσωρινά με τον τρόπο που πιθανολογεί ο Μ.Ε.3 ότι αποκρύφτηκε, θα ήταν τόσο αφελής ώστε να επιτρέψει να υποβληθεί σε μηχανικό έλεγχο το όχημα, από μηχανικό της επιλογής του ενάγοντα. Ούτε και μπορεί βάσιμα να λεχθεί ότι ο λόγος που δέχθηκε να γίνει το τελευταίο είναι γιατί θεωρούσε ότι λόγω της απόκρυψης του συγκεκριμένου προβλήματος, θα ήταν αδύνατο αυτό να διαπιστωθεί. Μπορεί ο μηχανικός του ενάγοντα να μην το διαπίστωσε, ωστόσο, δεν υπάρχει μαρτυρία ότι αυτός θα έλεγχε μηχανικά το επίδικο όχημα προτού το αγοράσει ο ενάγοντας και όχι ο Μ.Ε.3, ο οποίος και διαπίστωσε το πρόβλημα. Ωστόσο, για να καταλήξω, ότι ο ενάγοντας εκλαμβάνει ως γεγονός, ό, τι υποθέτει γύρω από το συγκεκριμένο θέμα αποδεικνύεται και απ' όσα είπε στο τέλος της αντεξέτασής του. Ειδικότερα: Ερωτηθείς από πού γνώριζαν οι εναγόμενοι προτού ενημερωθούν από τον ίδιο ότι το επίδικο όχημα ήταν χαλασμένο, απάντησε περίπου ως εξής: «Δε νομίζω να έχω κάποιο λόγο εγώ να με ενδιαφέρει ή να μη με ενδιαφέρει αν το γνώριζαν. Το γνώριζαν και το απέκρυψαν». «Τι σας κάνει να πιστεύετε ότι το γνώριζαν;» ήταν η επόμενη ερώτηση. «Από την αναφορά των ειδικών μηχανικών του συνεργείου που μου εξήγησαν πως αποκρύβεται το πρόβλημα» ήταν η απάντησή του. Φυσικά, το πώς αποκρύβεται το πρόβλημα, το οποίο, σύμφωνα με τη μαρτυρία που επικαλείται ο ενάγοντας, τοποθετείται χρονικά στο 2005, δεν εξυπακούει άνευ άλλου και ότι το γνώριζαν οι εναγόμενοι 1 και 2, είτε ακόμη ότι αυτοί το απέκρυψαν για τον λόγο ή λόγους που ανάφερε ο ενάγοντας. Τέλος, αναφορικά με όσα ακολούθησαν από τη στιγμή που ο ενάγοντας πληροφορήθηκε την ύπαρξη του προβλήματος που υπήρχε στο επίδικο όχημα και πάλι δέχομαι την εκδοχή του, σε αντίθεση με την αντίστοιχη του εναγόμενου 2, την οποία, στο βαθμό και την έκταση που είναι αντίθετη, την απορρίπτω ως εντελώς αναξιόπιστη και ψευδή. Επί του προκειμένου, η μαρτυρία του ενάγοντα, σε συνδυασμό με τη μαρτυρία των Μ.Ε.2 και 3, δεν αφήνει ίχνος αμφιβολίας, ότι τα πραγματικά γεγονότα είναι σύμφωνα με την εκδοχή του ενάγοντα, ο οποίος θεωρώ ότι κατάθεσε με απόλυτη πειστικότητα και ειλικρίνεια όλη την αλήθεια συναφώς με αυτά. Η ουσία της μαρτυρίας του Μιχάλη Κουλουτσίδη (Μ.Ε.2), ο οποίος εργάζεται στο Υπουργείο Εμπορίου και συγκεκριμένα στην υπηρεσία καταναλωτών έγκειται στα εξής: Στις 25.6.2009 τού ανατέθηκε από την υπηρεσία η διερεύνηση του γραπτού παραπόνου του ενάγοντα, ημερομηνίας 24.6.2009 (τεκμήριο 3). Στις 29.6.2009 είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον ενάγοντα, ο οποίος του είπε πως είχε πάει μία φορά στον εναγόμενο 2 και του είπε για το πρόβλημα που είχε το επίδικο όχημα. Ο τελευταίος, του είπε ότι το δημιούργησε ο ίδιος, οπότε και δεν ήταν διατεθειμένος να πληρώσει για την επιδιόρθωσή του. Σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε ο μάρτυρας με τον εναγόμενο την ίδια μέρα, δηλαδή στις 29.6.2009, ο εναγόμενος, του είπε ότι δεν είναι πρόθυμος να καλύψει τη ζημιά κανενός και αν έχει παράπονο ο πελάτης, ας κινηθεί νομικά εναντίον του. Από τη μαρτυρία του υπό αναφορά μάρτυρα, ως ανωτέρω, την οποία αποδέχομαι και ως αναντίλεκτη, εκτός από αξιόπιστη, συγκρατώ κυρίως τον ισχυρισμό του, ότι κατά τη διάρκεια της επικοινωνίας του με τον εναγόμενο, ο τελευταίος του είπε ότι αν έχει πρόβλημα ο πελάτης, ας κινηθεί νομικά εναντίον του. Το γεγονός ότι ο εναγόμενος, αναφερόμενος στον ενάγοντα και συνομιλώντας με υπάλληλο της υπηρεσίας καταναλωτών για το πρόβλημα που προέκυψε στο επίδικο όχημα, τον αποκάλεσε πελάτη, ενισχύει ακόμη περισσότερο την εκδοχή του ενάγοντα, ότι πωλητές του οχήματος ήταν οι δύο εναγόμενοι υπό την προσωπική τους ιδιότητα και όχι υπό αντιπροσωπευτική ιδιότητα, όπως είναι η εκδοχή τους. Επί της ουσίας γίνεται αποδεκτή και η μαρτυρία του Μάρκου Ορφανίδη (Μ.Ε.3), η οποία, σε σημαντικό βαθμό παρέμεινε αναντίλεκτη. Μια πρώτη παρατήρηση είναι ότι ο μάρτυρας που κατάθεσε τόσο για τα γεγονότα όσο και ως εμπειρογνώμονας, ενώ από τη μια δεν έχει αμφισβητηθεί για πλείστα όσα έχει αναφέρει και υπό τις δύο ιδιότητες, από την άλλη θεωρώ ότι με έχει εφοδιάσει με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια που μου επιτρέπουν να καταλήξω σε δικαστική κρίση (βλ. Pouris and another ν. The Republic
(1983)2 C.L.R. 170, Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1 κ.ο.κ.). Ειδικότερα: Ο μάρτυρας, όπως ανάφερε είναι διευθυντής συνεργείου service της εταιρείας Unicars στη Λευκωσία, όπου επιβλέπει τους μηχανικούς. Ο ίδιος ειδικεύεται στα αυτοκίνητα Audi. Τον 6ο του 2009 πήγε στο συνεργείο ο ενάγοντας, ο οποίος παραπονέθηκε για κάποιο θόρυβο στο πίσω μέρος του επίδικου οχήματος όταν έκανε εκκίνηση, όταν έστριβε. Διέγνωσαν ότι ο θόρυβος που ακουγόταν ήταν από το πίσω διαφορικό του οχήματος, δηλαδή την κορόνα. Αλλάξανε τη συγκεκριμένη κορόνα και λύθηκε το πρόβλημα. Για τη διόρθωση του οχήματος εξέδωσαν σχετικό τιμολόγιο (τεκμήριο 4) και τους πλήρωσε ο ενάγοντας. Αναφερόμενος πιο αναλυτικά στο πρόβλημα του επίδικου οχήματος ο μάρτυρας, μεταξύ άλλων ανάφερε και τα εξής: Για να αλλαχθεί μια κορόνα με το πρόβλημα που είχε το συγκεκριμένο όχημα, το πιο πιθανό είναι να προϋπήρχε το πρόβλημα, γιατί δεν είχε σπάσει το κέλυφος ή κάποιο μηχανικό κομμάτι ή γρανάζι για να μπορεί να λεχθεί ότι φταίει ο οδηγός. Επειδή κάθε θόρυβος στο αυτοκίνητο σημαίνει κάτι, το πρόβλημα με το επίδικο όχημα είναι καθαρά λόγω χρήσης που δημιουργήθηκε από παλιά, λόγω χιλιομέτρων και φθοράς. Επειδή έχουν πρόσβαση και στο ιστορικό του επίδικου οχήματος (τεκμήρια 6 και 7) προέβησαν σε σχετική έρευνα, από την οποία προέκυψε ότι ο πελάτης που το είχε στην Αγγλία το 2005 παραπονέθηκε κι αυτός για κάποιο θόρυβο από πίσω, όπως ήταν και το σύμπτωμα που του ανάφερε ο ενάγοντας. Ωστόσο, το σημαντικό για το μάρτυρα είναι ότι το επίδικο όχημα, μέχρι το 2005 είχε διανύσει απόσταση 92601 χιλιόμετρων (αυτό αναφέρεται στο ιστορικό του) και το 2009 βρέθηκε με 78000 χιλιόμετρα. Επομένως, συμπεραίνει ο μάρτυρας είναι ηλίου φαεινότερο ότι κάποιος γύρισε τα χιλιόμετρα πίσω. Άρα προσθέτει το 2009 που ήρθε το όχημα στην Κύπρο θα είχε 160000 με 180000 χιλιόμετρα περίπου, επομένως, ο θόρυβος στην κορόνα δεν είναι κάτι αφύσικο, προϋπήρχε. Ερωτηθείς εάν ο ενάγοντας έπρεπε να διαπιστώσει το πρόβλημα πιο νωρίς, απάντησε περίπου ως εξής: «Εξαρτάται που πολλά πράγματα αυτό. Αν το πρόβλημα προϋπήρχε εις γνώση του ανθρώπου που το είχε πριν, έχει κάποια ειδικά λάδια που μπορείς να βάλεις, τα οποία μειώνουν κάπως το θόρυβο για να μην ακούγεται. Δε λύνουν το πρόβλημα». Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ανάφερε και τα εξής, μεταξύ άλλων: Επανέλαβε τη θέση ότι για να μην ακούει αρχικά το θόρυβο που άκουγε μετά στο επίδικο όχημα ο ενάγοντας, ένα από τα πιθανά σενάρια είναι να τοποθετήθηκε το ειδικό λάδι που είπε προηγουμένως. Ο ενάγοντας δεν είχε ιδέα ότι υπάρχει το συγκεκριμένο λάδι μα ούτε και ήξερε από πού προέρχεται ο θόρυβος στο επίδικο όχημα. Στο σχετικό συμπέρασμα προέβηκε ο ίδιος βάσει εμπειρίας και είπε ναι ότι είναι ένα πιθανό σενάριο να συνέβηκε αυτό που ανάφερε με το λάδι, αλλά, δεν υπάρχει τρόπος να ελεγχθεί το λάδι ως τέτοιο και να πουν ότι όντως αυτό υπήρχε. Ερωτηθείς στη συνέχεια εάν βασίστηκε μόνο στην εμπειρία του για την εξαγωγή του παραπάνω συμπεράσματος, απάντησε αρνητικά και πρόσθεσε τα εξής: «.βάσει του ιστορικού του αυτοκινήτου και τα χιλιόμετρα υπήρχε κάποια αλλοίωση, το θόρυβο που έκανε και το χρονικό διάστημα που τον έκανε, δηλαδή, λίγους μήνες μετά την αγορά, δε συμπέρανα απλά. Είπα ότι είναι ένα από τα πιθανά σενάρια». Για να καταλήξω, η ουσία της μαρτυρία του υπό αναφορά έγκειται στον ισχυρισμό του ότι το πρόβλημα που παρουσιάστηκε στο επίδικο όχημα, δεδομένης της συμπτωματολογίας του, ας μου επιτραπεί να πω, που έγκειται στο θόρυβο που καταγράφεται στο πίσω μέρος του οχήματος το 2005, σύμφωνα με το ιστορικό του, που είναι ο ίδιος με το θόρυβο που άκουσε και ο ενάγοντας, 4 περίπου μήνες μετά που το αγόρασε από τους εναγόμενους 1 και 2, σε κάθε περίπτωση προϋπήρχε του χρόνου πώλησης και παράδοσής του οχήματος από τους εναγόμενους 1 και
- Επί τούτου θα έλεγα ότι δεν υπήρξε κατά τη δίκη ουσιαστική αμφισβήτηση εκ μέρους των εναγόμενων, τουλάχιστον καθ' ον χρόνο έδινε μαρτυρία ο Μ.Ε.
- Υπεισέρχομαι τώρα στη μαρτυρία του εναγόμενου 2, που για να επαναλάβω ήταν και ο μόνος που κατάθεσε για την υπόθεση των δύο εναγόμενων. Ο εναγόμενος, σε γενικές γραμμές δε μου έχει κάνει καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Σε ουσιαστικές πτυχές της υπόθεσης υπήρξε αντιφατικός, προέβαλε ισχυρισμούς που στερούνται λογικής και πειστικότητας, είτε ακόμη που δεν τέθηκαν στον ενάγοντα καθώς και στους μάρτυρές του, για να τους δοθεί η ευκαιρία, αν μη τι άλλο να σχολιάσουν, ενώ, δεν απέφυγε τον πειρασμό να πει και διάφορα ψέματα στο Δικαστήριο. Τέλος, αρκετοί από τους ισχυρισμούς του παρέμειναν εντελώς αστήριχτοι και ατεκμηρίωτοι. Για όλους τους παραπάνω λόγους, χωρίς να σημαίνει πως δεν υπάρχουν και άλλοι, η επί της ουσίας μαρτυρία του εναγόμενου, με εξαίρεση εκείνο το μέρος που αποδέχομαι και για το οποίο έχει ήδη γίνει σχετική αναφορά, κατά τα λοιπά απορρίπτεται ως αναξιόπιστη και ψευδής. Ειδικότερα: Ισχυρίζεται ο εναγόμενος στη γραπτή του δήλωση (τεκμήριο 8), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε κι αυτός για σκοπούς κυρίως εξέτασης, ως μέρος της, ότι είχε πει ξεκάθαρα στον ενάγοντα, ότι το όχημα που ήθελε να αγοράσει το άφησε στη μάντρα τους κάποιος τρίτος επειδή θα έφευγε από την Κύπρο, για να το πωλήσουν, λειτουργώντας ο ίδιος ως αντιπρόσωπός του. Εκτός του ότι, για να επαναλάβω, δεν υποβλήθηκε κάτι ανάλογο στον ενάγοντα, για να του δοθεί η ευκαιρία τουλάχιστον να σχολιάσει είναι και το γεγονός, ότι, οι εναγόμενοι, με την υπεράσπισή τους ισχυρίζονται ότι ανέλαβαν και οι δύο να πουλήσουν το επίδικο όχημα, ως αντιπρόσωποι του κατ' ισχυρισμό τους τρίτου. Πέραν τούτου, ο εναγόμενος που με τη γραπτή του δήλωση (παράγραφος 2 (i)) αρχικά ισχυρίζεται ότι ο ίδιος λειτουργούσε ως αντιπρόσωπος του τρίτου, στην ίδια παράγραφο και συγκεκριμένα στην υποπαράγραφο (iv) αναφέρει τα εξής που συγκρούονται με τα προηγούμενα: «Διαφωνώ και απορρίπτω την θέση του ενάγοντα ότι τάχα εγώ ή οι εναγόμενοι 1 διαβεβαιώσαμε τον ενάγοντα για την μηχανική και γενικά την καλή κατάσταση του αυτοκινήτου. Εγώ προσωπικά τον ενημέρωσα ότι λειτουργούσαμε σαν αντιπρόσωποι του πωλητή και θα ήταν καλά να το πάρει σε κάποιο δικό του μηχανικό, της εμπιστοσύνης του, για να το εξετάσει το αυτοκίνητο.» Οι υπογραμμίσεις και η έμφαση είναι δικά μου. Για το δεύτερο που λέει ο εναγόμενος δε χρειάζεται να προβώ σε κανένα σχόλιο, ενώ το πρώτο, καθώς ήδη έχει αναφερθεί, το αναίρεσε, όταν υπό το βάρος της αντεξέτασης στη οποία υποβλήθηκε υποχρεώθηκε να παραδεχθεί ότι είχε πει στον ενάγοντα στο γραφείο του, ότι το επίδικο όχημα ήταν σε καλή μηχανική κατάσταση. Ο ισχυρισμός του, από τη γραπτή του δήλωση και πάλι, ότι ό τρίτος άφησε το επίδικο όχημα στη μάντρα του επειδή έπρεπε να φύγει άμεσα στο εξωτερικό, ζητώντας τους σαν χάρη να το φυλάξουν στη μάντρα τους και αν βρεθεί κάποιος να το αγοράσει, να φροντίσουν να γίνει η πώληση, διαφορετικά θα του το επέστρεφαν όταν θα ερχόταν πίσω στην Κύπρο, δε συνάδει με το δικογραφημένο ισχυρισμό των εναγόμενων 1 και 2 της υπεράσπισής τους, σύμφωνα με τον οποίο, ο τρίτος άφησε στα γραφεία τους το επίδικο όχημα, με εντολή σ' αυτούς να το πωλήσουν σαν αντιπρόσωποί του. Ο ισχυρισμός του ότι τα οποιαδήποτε προβλήματα είχε το επίδικο όχημα αποδίδονται απλώς στη συνήθη χρήση του λόγω ηλικίας, κάτι που είναι αυτονόητο για μεταχειρισμένα αυτοκίνητα, επικαλούμενος μάλιστα εις επίρρωση του εν λόγω ισχυρισμού του και τη μαρτυρία του Μ.Ε.3, δεν αναιρεί το συμπέρασμα του τελευταίου, ότι το συγκεκριμένο πρόβλημα που εκδηλώθηκε στο επίδικο όχημα ήταν προϋπάρχον. Απ' εκεί και πέρα, η θέση του εναγόμενου, ότι, εάν ήθελε αποδειχθεί ότι το πρόβλημα ήταν προϋπάρχον, οι ευθύνες θα πρέπει να αποδοθούν στον πωλητή του είναι ορθή, όμως, όπως θα διαφανεί αργότερα, όχι υπό το όρο που θέτει ο ίδιος. Ο ισχυρισμός του εναγόμενου, πάντοτε κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης και από τη γραπτή του δήλωση, ότι ο ενάγοντας δεν προέβηκε σε άμεση πληροφόρησή τους για τα οποιαδήποτε προβλήματα του επίδικου οχήματος και ότι πληροφορήθηκαν για τους ισχυρισμούς του αναφορικά με αυτά, πολύ αργότερα, όταν κατά τον Αύγουστο του 2009 τούς επισκέφθηκε στο γραφείο τους και τους προσκόμισε ένα τιμολόγιο, που όπως ισχυρίστηκε αναγκάστηκε να πληρώσει για να επιδιορθωθούν οι βλάβες στο επίδικο όχημα είναι ψευδής. Το ίδιο ισχύει και για τον ισχυρισμό του ότι ούτε ενημερώθηκαν μα ούτε και κλήθηκαν από τον ενάγοντα να επιδιορθώσουν το επίδικο όχημα, προτού αυτός αυθαίρετα και με δική του πρωτοβουλία το πήρε για επισκευή. Με μόνο λόγο ότι όπως ανάφερε ο Μ.Ε.2, χωρίς να έχει αμφισβητηθεί, σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε μαζί του στις 29.6.2009 για το πρόβλημα που είχε το επίδικο όχημα, του είπε πως δεν είναι πρόθυμος να καλύψει τη ζημιά κανενός και αν έχει παράπονο ο πελάτης, ας κινηθεί νομικά εναντίον του, όλοι οι παραπάνω ισχυρισμοί του εναγόμενου, αναπόφευκτα θα πρέπει να απορριφθούν ως ψευδείς. Ο ισχυρισμός του της παραγράφου 4 της γραπτής του δήλωσης, ότι ο αληθινός πωλητής δεν τους είπε ότι ήθελε οπωσδήποτε να πωλήσει το επίδικο όχημα, έτσι που να θεωρηθεί ότι ήθελαν πάση θυσία να το πωλήσουν συγκρούεται με τον ισχυρισμό της παραγράφου 3 της υπεράσπισης, με την οποία και οι δύο εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ο πωλητής άφησε το επίδικο όχημα στα γραφεία τους, με εντολή σ' αυτούς να το πωλήσουν. Τέλος, ο ισχυρισμός του ότι θα μπορούσε να ελεγχθεί σε χημείο κατά πόσο είχε τοποθετηθεί στο επίδικο όχημα το ειδικό λάδι που ανάφερε ο Μ.Ε.3 προκειμένου να μην ακούγεται ή να μειωθεί ο θόρυβος που ακουγόταν στο πίσω μέρος του οχήματος, δε λαμβάνεται υπόψη, με μόνο λόγο ότι δεν υποβλήθηκε κάτι ανάλογο στο Μ.Ε. 3 που κατάθεσε και ως εμπειρογνώμονας στην υπόθεση, για να του δοθεί η δυνατότητα να τοποθετηθεί, λαμβανομένης υπόψη και της θέσης του τελευταίου, ότι δεν υπάρχει τρόπος να ελεγχθεί το υπό αναφορά λάδι, ως λάδι, η οποία - θέση - παρέμεινε αναντίλεκτη. Υπεισέρχομαι τώρα και σε μέρος όσων ανάφερε αντεξεταζόμενος ο εναγόμενος. Ειδικότερα: Το γεγονός ότι δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί, όπως ισχυρίστηκε, μια σειρά από γεγονότα που περιστρέφονται γύρω από τη βασική θέση και των δύο εναγόμενων, σύμφωνα με την οποία ανέλαβαν να πουλήσουν το επίδικο όχημα, υπό αντιπροσωπευτική ιδιότητα, ενισχύει ακόμη περισσότερο τη βεβαιότητά μου, ότι δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Συγκεκριμένα, ο εναγόμενος δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί πότε πήρε στη μάντρα τους ο προηγούμενος ιδιοκτήτης το επίδικο όχημα, πόσα του είχε πει πως ήθελε να το πουλήσει, μα ούτε και πόσα λεφτά του έδωσε όταν το πούλησε. Ο ισχυρισμός του κάποια στιγμή, ότι ο τρίτος, τον οποίο δήθεν αντιπροσώπευε τού είπε το minimum ποσό που θέλει να πάρει για την αξία του αυτοκινήτου του δε συνάδει με την απάντησή του στην ερώτηση που ακολούθησε, η οποία πραγματικά τον εξέθεσε. Το περιεχόμενο και των δύο παρατίθεται αυτούσιο: «Τζιαί που τζιαμέ τζιαί πάνω όσα θέλεις να το πουλήσεις;» ήταν η ερώτηση. Και η απάντησή του: «Όχι. Το minimum που πάει στην αγορά. Για παράδειγμα, αν η τιμή αυτών των μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, αν οι τιμές στο παζάρι είναι ένας αριθμός, για παράδειγμα 11 χιλιάδες, να το δώσεις 11 χιλιάδες. Την αξία του αυτοκινήτου εκείνο τον καιρό.» Συν τοις άλλοις, ειλικρινά δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι ένας άνθρωπος που ασχολείται επαγγελματικά με τις αγοραπωλησίες αυτοκινήτων ανέλαβε υπό αντιπροσωπευτική ιδιότητα να βρει αγοραστή, με εντολή να του πωλήσει ένα αυτοκίνητο, χωρίς ο ίδιος να αποκομίσει κανένα όφελος από τη σχετική πράξη. Το απόσπασμα που ακολουθεί αποτελεί μέρος της απάντησης του εναγόμενου σε δική μου ερώτηση - επεξηγηματική ερώτησης που του υποβλήθηκε από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του ενάγοντα, την οποία δεν κατάλαβε, όπως ισχυρίστηκε. «Δεν ήμουν specialist να πουλώ τέτοια αυτοκίνητα. Λέω ότι τέτοιου είδους sport high performance δεν εισήγαγα και είχα πει στην αρχή ότι εισήγαγα ορισμένα σαλούν αυτοκίνητα. Το συγκεκριμένο όχημα είναι δίπορτο, τετρακίνητο, με δύο διαφορικά και με 225 άλογα. Η απόδοση του βγάζει 225 ίππους όπως λέγονται στη μηχανολογία brake horse. Το συγκεκριμένο ήταν με υψηλές αποδόσεις και γι' αυτό το έβαλα έτσι στη μαρτυρία μου.» Οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου. Πραγματικά, μου προκαλεί εντύπωση, πώς είναι δυνατό για ένα άνθρωπο που υποτίθεται ότι ανέλαβε κατά χάρη να πουλήσει ένα όχημα, ως αντιπρόσωπος κάποιου άλλου, χωρίς να έχει ο ίδιος κανένα προσωπικό οικονομικό όφελος, να γνωρίζει τόσες λεπτομέρειες σε σχέση με τα τεχνικά και διάφορα άλλα χαρακτηριστικά και δυνατότητες του συγκεκριμένου οχήματος. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να αιτιολογήσω την κρίση μου αναφορικά με την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του εναγόμενου ως μάρτυρα. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου βρίσκω ότι τα ουσιαστικά - πραγματικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο είναι τα εξής: Οι εναγόμενοι 1 ήταν - και είναι ακόμη - εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με κύρια ασχολία τις αγοραπωλησίες μεταχειρισμένων αυτοκινήτων. Κατά τον ίδιο χρόνο, ο εναγόμενος 2 ήταν διευθυντής των εναγόμενων
- Δυνάμει προφορικής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, η οποία έγινε στις 21.1.2009, οι εναγόμενοι 1 και 2 πώλησαν στον ενάγοντα το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής KTG794, μάρκας Audi TT, έναντι του ποσού των €14.500,
- Της συμφωνίας προηγήθηκαν οι διαβεβαιώσεις του εναγόμενου 2 στον ενάγοντα, για την καλή μηχανική κατάσταση του οχήματος καθώς και μηχανικός έλεγχος του οχήματος από μηχανικό της επιλογής του ενάγοντα. Ο ενάγοντας κατέβαλε στους εναγόμενους το παραπάνω ποσό την ίδια μέρα, με μια επιταγή της Λαϊκής Τράπεζας (τεκμήριο 2), την οποία εξέδωσε η σύζυγός του. Κατ' απαίτηση του εναγόμενου 2, η επιταγή εκδόθηκε στο όνομά του. Ο ενάγοντας παρέλαβε το αυτοκίνητο αυθημερόν. Τέσσερις μήνες αργότερα και συγκεκριμένα το Μάη του 2009, μολονότι ο ενάγοντας δεν είχε διανύσει πολλά χιλιόμετρα με το αυτοκίνητο, αυτό άρχισε να παρουσιάζει προβλήματα. Συγκεκριμένα, όταν έκανε εκκίνηση και όταν έστριβε άκουγε κάποιο θόρυβο στο πίσω μέρος του οχήματος. Συνεπεία αυτού μετέβη στο συνεργείο της κατασκευάστριας εταιρείας του οχήματος όπου και ανάφερε το πρόβλημα. Στο συνεργείο, μετά από μηχανικό έλεγχο διαπιστώθηκε ότι ο θόρυβος που ακουγόταν ήταν από το πίσω διαφορικό του οχήματος, δηλαδή την κορόνα, η οποία θα έπρεπε να αντικατασταθεί για επίλυση του προβλήματος. Το πρόβλημα προϋπήρχε και τούτο γιατί, το σύμπτωμα που εκδήλωσε το όχημα, το οποίο οδήγησε στην αποκάλυψή του προβλήματος, που ήταν ο θόρυβος που άκουγε ο ενάγοντας στο πίσω μέρος του οχήματος, σύμφωνα με το ιστορικό του οχήματος καταγράφηκε και το
- Συνεπώς, το πρόβλημα, που σε κάθε περίπτωση υπήρχε και κατά το χρόνο πώλησης και παράδοσης του οχήματος από τους εναγόμενους 1 και 2 στον ενάγοντα, πιθανότατα αποκρύφτηκε με την τοποθέτηση ειδικού λαδιού, το οποίο μειώνει κάπως το θόρυβο για να μην ακούγεται. Ο ενάγοντας, προτού προβεί σε επιδιόρθωση του οχήματος επικοινώνησε με τον εναγόμενο 2 και τον ενημέρωσε σχετικά με το θέμα, πλην όμως, αυτός αρνήθηκε ότι είχε οποιαδήποτε ευθύνη για το πρόβλημα, ισχυρίστηκε ότι το δημιούργησε ο ενάγοντας, στον οποίο δήλωσε πως ο ίδιος δεν ήταν διατεθειμένος να πληρώσει για την επιδιόρθωση του αυτοκινήτου. Κάτι ανάλογο και συγκεκριμένα ότι δεν ήταν πρόθυμος να καλύψει τη ζημιά κανενός ανάφερε και στο Μ.Ε.2 στις 29.6.2009, μετά την επιδιόρθωση του οχήματος από τον ενάγοντα, με την προσθήκη, αν έχει παράπονο ο πελάτης, δηλαδή ο ενάγοντας, να στραφεί εναντίον του νομικά. Για τις υπηρεσίες που προσέφερε στον ενάγοντα η εταιρεία Unicars Ltd για σκοπούς επιδιόρθωσης του οχήματός του, εξέδωσε και του παρέδωσε σχετικό τιμολόγιο (τεκμήριο 4) για το ποσό των €3.502,
- Ο ενάγοντας κατέβαλε το ποσό αυτό, μετά την επιδιόρθωση του οχήματος στις 25.6.
- Ο ενάγοντας, με επιστολή την οποία απέστειλε στους εναγόμενους μέσω του δικηγόρου του στις 20.7.2009, αφού τους ενημέρωσε και γραπτώς για το πρόβλημα που προέκυψε στο επίδικο όχημα, στη συνέχεια, τους κάλεσε να προβούν στην άμεση καταβολή του ποσού των €3.502,00 που πλήρωσε ο ίδιος για επιδιόρθωση του οχήματος. Η εν λόγω επιστολή, δεν έτυχε απάντησης από του εναγόμενους, οι οποίοι ούτε και συμμορφώθηκαν με τις απαιτήσεις της. Υπεισέρχομαι τώρα στη νομική πτυχή της υπόθεσης. Ο ενάγοντας, για σκοπούς θεμελίωσης της αξίωσής του εναντίον των δύο εναγόμενων επικαλείται τις πρόνοιες του περί Ορισμένων Πτυχών της Πώλησης Καταναλωτικών Αγαθών και των Συναφών Εγγυήσεων Νόμου του 2000 (Ν.7
(1)/2000) (στο εξής «ο νόμος»). Σύμφωνα με το άρθρο 2 του νόμου: ««επισκευή» σημαίνει την αποκατάσταση του καταναλωτικού αγαθού σε περίπτωση έλλειψης συμμόρφωσης, ώστε αυτό να είναι σύμφωνο προς τους όρους της σύμβασης πώλησης·» Σύμφωνα με το ίδιο άρθρο, ««καταναλωτικά αγαθά» σημαίνει κάθε ενσώματο, κινητό πράγμα, εκτός από- .» ενώ, « «σύμβαση πώλησης» σημαίνει τη σύμβαση πώλησης καταναλωτικών αγαθών...» Το άρθρο 4 του νόμου προνοεί ότι: «4.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου, ο πωλητής πρέπει να παραδίδει στον καταναλωτή αγαθά που είναι σύμφωνα προς τους όρους της σύμβασης πώλησης.
(2)Τα καταναλωτικά αγαθά τεκμαίρονται ότι είναι σύμφωνα προς τους όρους της σύμβασης, εάν- (α) Ανταποκρίνονται στην περιγραφή που έχει γίνει από τον πωλητή και έχουν τις ιδιότητες του αγαθού εκείνου που ο πωλητής είχε παρουσιάσει στον καταναλωτή ως δείγμα ή υπόδειγμα (β) είναι κατάλληλα για κάθε ειδική χρήση την οποία επιζητεί ο καταναλωτής και την οποία γνωστοποίησε στον πωλητή κατά τη στιγμή της σύναψης της σύμβασης, ο δε πωλητής την αποδέχθηκε (γ) είναι κατάλληλα για τις χρήσεις για τις οποίες προορίζονται συνήθως τα αγαθά του ίδιου τύπου (δ) έχουν τη συνήθη ποιότητα και τις επιδόσεις ενός αγαθού του ίδιου τύπου τις οποίες μπορεί ευλόγως να αναμένει ο καταναλωτής, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση του αγαθού και τις δημόσιες δηλώσεις του πωλητή, του παραγωγού ή του αντιπροσώπου του για τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά των αγαθών, ιδίως στο πλαίσιο της διαφήμισης ή της επισήμανσης.
(3)Χωρίς επηρεασμό της γενικότητας των διατάξεων του εδαφίου
(2), η ποιότητα των αγαθών περιλαμβάνει ειδικότερα- (α) Τη διαθεσιμότητα ανταλλακτικών, εξαρτημάτων και ειδικευμένων τεχνικών, στις περιπτώσεις που απαιτείται, (β) την ασφάλεια των αγαθών, όπως αυτή καθορίζεται στο άρθρο 2 των περί Ασφάλειας Καταναλωτικών Προϊόντων Νόμων του 1994 έως 1998 και στους Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει αυτών, (γ) την εύλογη αντοχή στο χρόνο και στη χρήση, (δ) την εμφάνιση και την τελική επεξεργασία, και (ε) την ανυπαρξία ελαττωμάτων.
(4)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, δεν υφίσταται έλλειψη συμμόρφωσης προς τους όρους της σύμβασης εάν, κατά τη στιγμή της σύναψης της σύμβασης, ο καταναλωτής εγνώριζε ή δεν μπορούσε ευλόγως να αγνοεί την έλλειψη της συμμόρφωσης ή εάν η έλλειψη συμμόρφωσης οφείλεται σε υλικά που προμηθεύει ο καταναλωτής.
(5)Ο πωλητής δεν ευθύνεται για τις δημόσιες δηλώσεις, που αναφέρονται στο εδάφιο
(2), παράγραφος (δ), εάν- (α) Αποδεικνύει ότι δε γνώριζε και δεν μπορούσε ευλόγως να γνωρίζει τη σχετική δήλωση, (β) αποδεικνύει ότι είχε διορθωθεί η σχετική δήλωση μέχρι τη στιγμή σύναψης της σύμβασης, ή (γ) αποδεικνύει ότι η απόφαση για την αγορά του καταναλωτικού αγαθού δεν μπορούσε να επηρεαστεί από τη δήλωση.
(6)Η έλλειψη συμμόρφωσης που απορρέει από κακή εγκατάσταση του καταναλωτικού αγαθού εξομοιούται με έλλειψη συμμόρφωσης προς τους όρους της σύμβασης, όταν η εγκατάσταση αποτελεί μέρος της σύμβασης πώλησης του αγαθού και έχει πραγματοποιηθεί από τον πωλητή ή με ευθύνη του. Τούτο ισχύει εξίσου όταν το αγαθό, το οποίο προοριζόταν να εγκατασταθεί από τον καταναλωτή, εγκαταστάθηκε από τον καταναλωτή η δε κακή εγκατάσταση οφείλεται σε ελλιπείς, ανακριβείς ή λανθασμένες οδηγίες εγκατάστασης: Νοείται ότι οδηγίες εγκατάστασης, που δεν παρέχονται τουλάχιστο σε μία από τις επίσημες γλώσσες της Κυπριακής Δημοκρατίας, νοουμένου ότι πρόκειται για επίσημη γλώσσα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θα θεωρούνται ως ελλιπείς». Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 5 του νόμου: «5.-
(1)Ο πωλητής ευθύνεται έναντι του καταναλωτή για κάθε έλλειψη συμμόρφωσης που υπάρχει κατά την παράδοση του αγαθού.
(2)Όταν υπάρχει έλλειψη συμμόρφωσης, ο καταναλωτής έχει δικαίωμα είτε σε δωρεάν αποκατάσταση της συμμόρφωσης του αγαθού με επισκευή ή αντικατάσταση, σύμφωνα με το εδάφιο
(3), είτε σε προσήκουσα μείωση του τιμήματος, είτε σε υπαναχώρηση από τη σύμβαση όσον αφορά το αγαθό αυτό, σύμφωνα με τα εδάφια
(5)και
(6).
(3)Ο καταναλωτής έχει, κατ' αρχάς, δικαίωμα να απαιτήσει από τον πωλητή τη δωρεάν επισκευή ή αντικατάσταση του αγαθού, εκτός εάν μια τέτοια πράξη είναι αδύνατη ή δυσανάλογη. Η επανόρθωση θεωρείται δυσανάλογη εάν, σε σύγκριση με τον εναλλακτικό τρόπο επανόρθωσης, συνεπάγεται για τον πωλητή υπερβολικά υψηλό κόστος, λαμβάνοντας υπόψη- (α) Την αξία που θα είχε το αγαθό, εάν δεν υπήρχε έλλειψη συμμόρφωσης, (β) τη σημασία της έλλειψης συμμόρφωσης, και (γ) το κατά πόσον ο εναλλακτικός τρόπος επανόρθωσης θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί χωρίς σημαντική ενόχληση του καταναλωτή.
(4)Η επισκευή ή η αντικατάσταση πρέπει να πραγματοποιούνται εντός εύλογου χρονικού διαστήματος και χωρίς σημαντική ενόχληση του καταναλωτή, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση του αγαθού και το σκοπό για τον οποίο ο καταναλωτής προόριζε το αγαθό.
(5)Ο όρος "δωρεάν" στα εδάφια
(2)και
(3)αναφέρεται στα απαραίτητα έξοδα που συνεπάγεται η αποκατάσταση της συμμόρφωσης του αγαθού, ιδίως στις δαπάνες αποστολής, το εργατικό κόστος και στο κόστος των υλικών.
(6)Ο καταναλωτής μπορεί να ζητήσει προσήκουσα μείωση του τιμήματος ή να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, εάν- (α) Ο καταναλωτής δε δικαιούται ούτε σε επισκευή ούτε σε αντικατάσταση, ή (β) Ο πωλητής δεν ολοκλήρωσε την επανόρθωση εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, ή (γ) ο πωλητής δεν ολοκλήρωσε την επανόρθωση χωρίς σημαντική ενόχληση του καταναλωτή.
(7)Ο καταναλωτής δε δικαιούται να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, εάν η έλλειψη συμμόρφωσης είναι ασήμαντη». Τέλος, το άρθρο 7 του νόμου διαλαμβάνει ότι: «7.-
(1)Ο πωλητής ευθύνεται έναντι του καταναλωτή, κατά τις διατάξεις του άρθρου 5, όταν η έλλειψη συμμόρφωσης εκδηλώνεται εντός δύο ετών από την παράδοση του αγαθού.
(2)Ο καταναλωτής, προκειμένου να απολαύσει των δυνάμει του άρθρου 5 δικαιωμάτων του, οφείλει να ενημερώνει τον πωλητή για την έλλειψη συμμόρφωσης, εντός προθεσμίας δύο μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία διαπίστωσε την έλλειψη συμμόρφωσης.
(3)Μέχρις αποδείξεως του αντιθέτου, η έλλειψη συμμόρφωσης, η οποία εκδηλώνεται εντός έξι μηνών από την παράδοση του αγαθού, τεκμαίρεται ότι υφίσταται κατά την παράδοση, εκτός εάν το τεκμήριο αυτό είναι ασυμβίβαστο με τη φύση του αγαθού ή τη φύση της έλλειψης συμμόρφωσης.
(4)Ανεξάρτητα απ' οποιαδήποτε ισχύουσα γενική ή ειδική διάταξη περί παραγραφής δικαιωμάτων, η περίοδος παραγραφής των δικαιωμάτων του καταναλωτή δυνάμει του άρθρου 5 δε δύναται να λήγει εντός της περιόδου των δύο ετών από την παράδοση του αγαθού, επιφυλασσομένου του δικαιώματος του καταναλωτή δυνάμει του εδαφίου
(2)». Παρατηρώ τα εξής: H επίδικη συμφωνία ημερομηνίας 21.1.2009 αποτελεί σύμβαση πώλησης τη εννοία του νόμου, ως ανωτέρω. Δεδομένης της φύσης του αντικειμένου της, δηλαδή του καταναλωτικού αγαθού που είναι το αυτοκίνητο που πώλησαν και παρέδωσαν οι εναγόμενοι 1 και 2 στον ενάγοντα, σε συνδυασμό με τη χρήση που προορίζεται να έχει ένα τέτοιο αγαθό, το πρόβλημα που εκδηλώθηκε σ' αυτό, 4 περίπου μήνες μετά την παράδοσή του από τους εναγόμενους 1 και 2 στον ενάγοντα συνιστά έλλειψη συμμόρφωσης σύμφωνα με το νόμο, λαμβανομένων υπόψη και όσων ακολουθούν: O ενάγοντας ως καταναλωτής, όπως κάθε καταναλωτής, προφανώς, δεν αναμένεται ότι θα συμφωνούσε να αγοράσει ένα αυτοκίνητο για το ποσό των €14.500,00, εάν γνώριζε ότι 4 περίπου μήνες αργότερα θα έπρεπε να καταβάλει ακόμη €3.502,00 για επιδιόρθωση βλάβης, η οποία υπήρχε στο αυτοκίνητο καθ' ον χρόνο συμφωνούσε να το αγοράσει. Επειδή λοιπόν δε γνώριζε ότι το αυτοκίνητο που αγόραζε αντιμετώπιζε το συγκεκριμένο πρόβλημα και παρόλα αυτά το αγόρασε, στη βάση και των διαβεβαιώσεων του εναγόμενου 2 ότι αυτό ήταν σε καλή μηχανική κατάσταση, νομιμοποιείται βάσιμα να εγείρει θέμα έλλειψης συμμόρφωσης εκ μέρους των εναγόμενων 1 και 2 προς τους όρους της επίδικης μεταξύ τους σύμβασης, για κάθε ένα από τους ακόλουθους λόγους: Πρώτο, επειδή το όχημα δεν ανταποκρινόταν στην περιγραφή που του έγινε από τον εναγόμενο 2 (άρθρο 4
(2)(α) του νόμου). Δεύτερο, επειδή το όχημα δεν ήταν κατάλληλο για τη χρήση που προορίζεται συνήθως να έχει λαμβάνοντας υπόψη τη φύση του (άρθρο 4
(2)(γ) και (δ) του νόμου). Τρίτο, σε συνέχεια του προηγούμενου, δε θεωρώ εύλογο το χρονικό διάστημα 4 περίπου μηνών που άντεξε στο χρόνο το επίδικο όχημα, από την πώλησή του το Γενάρη του 2009 μέχρι και την εκδήλωση του προβλήματος σ' αυτό, το Μάη του ίδιου έτους (άρθρο 4
(2)(δ) και
(3)(γ) του νόμου). Τέταρτο, σε κάθε περίπτωση, το πρόβλημα που εκδηλώθηκε στο επίδικο όχημα, κάθε άλλο παρά ως αγαθό που είχε τη συνήθη ποιότητα κατά τον ουσιώδη χρόνο το καθιστά. Απεναντίας, αυτό ήταν ελαττωματικό (άρθρο 4
(2)(δ) και
(3)(ε) του νόμου). Απ' εκεί και πέρα, ο εναγόμενος 2 που διαβεβαίωσε τον ενάγοντα για την καλή μηχανική κατάσταση του οχήματος, μολονότι δεν έχει αποδειχθεί πως γνώριζε ότι το περιεχόμενο της εν λόγω διαβεβαίωσης δεν ανταποκρινόταν στην αλήθεια, δεν απέδειξε και ότι δεν μπορούσε εύλογα να πληροφορηθεί την ύπαρξη του προβλήματος που υπήρχε στο όχημα, ενωρίτερα, έτσι ώστε να μην προβεί στην παραπάνω διαβεβαίωση (άρθρο 4
(5)(α) του νόμου). Τέλος, δεδομένου ότι το πρόβλημα που εκδηλώθηκε στο επίδικο όχημα και που συνιστά έλλειψη συμμόρφωσης, πρώτο, υπήρχε και κατά την παράδοση του οχήματος στον ενάγοντα από τους πωλητές - εναγόμενους 1 και 2 ( άρθρο 5
(1)του νόμου), δεύτερο, εκδηλώθηκε εντός δύο ετών από την παράδοση του οχήματος (άρθρο 7
(1)του νόμου) και τρίτο, ο ενάγοντας ενημέρωσε τους εναγόμενους 1 και 2 αναφορικά με αυτό, εντός δύο μηνών από τη στιγμή που διαπίστωσε την ύπαρξή του (άρθρο 7
(2)του νόμου) καθιστά και τους δύο εναγόμενους υπεύθυνους έναντί του, ο οποίος νομιμοποιείται πλήρως να απολαύσει των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το άρθρο 5 του νόμου. Υπέρ του πρώτου από τα παραπάνω στοιχεία συνηγορεί και το γεγονός, ότι, οι εναγόμενοι, θα έλεγα πως δεν κατέβαλαν και ουσιαστικές προσπάθειες ανατροπής του σχετικού τεκμηρίου που δημιουργεί το άρθρο 7
(3)του νόμου. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αγωγή επιτυγχάνει. Ο ενάγοντας, με την αγωγή του αξιώνει εναντίον των εναγόμενων 1 και 2 το ποσό των €3.502,00 που κατέβαλε στην εταιρεία Unicars Ltd, για σκοπούς επιδιόρθωσης του οχήματός του καθώς και το ποσό των €136,00, απώλεια χρήσης του οχήματος για περίοδο 8 ημερών. Έχοντας υπόψη το ψηλό επίπεδο απόδειξης με το οποίο αποδεικνύονται οι ειδικές ζημιές, ο ενάγοντας δικαιούται στην έκδοση απόφασης εναντίον και των δύο εναγόμενων για το πρώτο ποσό. Για το δεύτερο, δεν ισχύει το ίδιο, αφού, αναφορικά με αυτό δε θεωρώ πειστική και κατά συνέπεια αξιόπιστη τη μαρτυρία του ενάγοντα, ο οποίος, ενώ με την αγωγή του αξιώνει το συνολικό ποσό των €136,00, δηλαδή €17,00 την ημέρα, ενόρκως, δε θυμόταν, ούτε από πού νοίκιασε αυτοκίνητο για την περίοδο των 8 ημερών που το επίδικο βρισκόταν στο συνεργείο για επιδιόρθωση, μα ούτε και τι αυτοκίνητο νοίκιασε, ενώ, όταν κλήθηκε να πει πόσα πλήρωνε την ημέρα για την ενοικίαση ανάφερε τρία διαφορετικά ποσά (€15,00, €17,00 και €20,00). Κατά συνέπεια εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον των εναγόμενων 1 και 2, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, για το ποσό των €3.502,00, με τόκο 5,5% επί του ποσού αυτού από 25.6.2009 - ημερομηνία καταβολής του από τον ενάγοντα στην εταιρεία Unicars Ltd - μέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) . ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ-TA Subject: Civil/Other Actions /Final Αναφορά: Πολιτική - σύμβαση πώλησης αυτοκινήτου - παράβαση σύμβασης, αποζημιώσεις. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο