ANDREOU CHARALAMBOUS TRADING LIMITED ν. ORTHODOXOU SKEVIS BAZAAR LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 3677/10, 31/7/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A221 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 3677/10 Μεταξύ: ANDREOU & CHARALAMBOUS TRADING LIMITED Εναγόντων και
- ORTHODOXOU SKEVIS BAZAAR LIMITED
- NEW SKEVI'S BAZAAR LIMITED
- SKEVI'S BAZAAR
- ΣΚΕΥΗ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ
- ΧΑΡΟΥΛΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ Εναγόμενων Ημερομηνία: 31.7.13 Εμφανίσεις: Για την Εναγόμενη 5 / Αιτήτρια: κ. Χρ. Καμπούρης για κκ Kampouri & Gialeli LLC (για να ακούσει την απόφαση ο κ. Ε. Ιωσήφ) Για τους Ενάγοντες / Καθ' ων η αίτηση: κ. Π. Κονταξής -------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την έκδοση της παρούσης απόφασης αποτέλεσε αίτηση που υποβλήθηκε από την Εναγόμενη 5 / Αιτήτρια ημερομηνίας 23.11.12 με την οποία ζητείται ο παραμερισμός της εναντίον της εκδοθείσας απόφασης ημερομηνίας 4.11.
- Όπως προκύπτει από τον φάκελο της υπόθεσης η απόφαση της οποίας ζητείται ο παραμερισμός εκδόθηκε κατόπιν αίτησης η οποία υποβλήθηκε από τους Ενάγοντες / Καθ' ων η αίτηση στις 12.10.10 και με την οποία ζητείτο απόφαση υπέρ τους και, μεταξύ άλλων, εναντίον της Αιτήτριας λόγω παράλειψης καταχώρησης από την τελευταία σημειώματος εμφάνισης δυνάμει της Διάταξης 17 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στην Δ.17, θ.1, 2 και 10, Δ.48, θ.1-4, 8 και 9, Δ.57 και Δ.64 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν. 14/60, όπως τροποποιήθηκε, άρθρα 22 και 31, καθώς και στις αρχές της επιείκειας και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από ένορκο δήλωση της Αιτήτριας. Σύμφωνα με την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση η υπεράσπιση της Αιτήτριας έγκειται στο ότι αυτή ουδέποτε εγγυήθηκε τις οποιεσδήποτε υποχρεώσεις των Εναγόμενων 1 και 2 εταιρειών προς τους Καθ' ων η αίτηση. Ειδικότερα αναφέρονται τα ακόλουθα: το ότι κάποιος είναι διευθυντής μιας εταιρείας δεν σημαίνει ότι καθίσταται αυτόματα υπόχρεος για κάλυψη με την προσωπική του περιουσία των οικονομικών υποχρεώσεων της εταιρείας αυτής. Η περιουσία του διευθυντή διαχωρίζεται από την περιουσία της εταιρείας στην παρούσα περίπτωση δεν συνομολογήθηκε γραπτή συμφωνία κάλυψης ή εγγύησης. Λανθασμένα το Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση εναντίον της χωρίς οποιαδήποτε μαρτυρία και/ή στοιχείο να παρατεθεί ενώπιόν του που να την συνδέει πέρα από την συγγενική σχέση που έχει με την άλλη διευθύντρια της Εναγόμενης 1 εταιρείας με οποιοδήποτε τρόπο, τέτοιο που να την καθιστά υπόχρεη να καλύψει τις οικονομικές υποχρεώσεις της τελευταίας κανένα ουσιαστικό ή νομικό υπόβαθρο δεν υπάρχει για την προσβαλλόμενη απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 4.11.
- Επομένως, και αν η παρούσα περίπτωση θα μπορούσε να κριθεί ότι καλύπτεται από δεδικασμένο ή από πολλαπλότητα με αποτέλεσμα η όλη διαδικασία να καθίσταται ατελέσφορη το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να αφήσει να παραμείνει σε ισχύ η πιο πάνω απόφαση καθότι σε αντίθετη περίπτωση θα αποδεχόταν μια σημαντική αδικία εις βάρος της Αιτήτριας αφού η τελευταία καλείται να πληρώσει ποσά πέραν των Ευρώ 21.000,00 σεντ χωρίς προσωπικά να τα έχει λάβει και χωρίς να έχει εγγυηθεί τις οικονομικές υποχρεώσεις της Εναγόμενης
- Όσον αφορά την παράλειψή της να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή η Αιτήτρια αναφέρει τα ακόλουθα: ουδέποτε είχε αναλάβει προσωπικά ως εγγυήτρια οποιεσδήποτε υποχρεώσεις των Εναγόμενων 1 και 2 μετά την επίδοση σε αυτήν του κλητηρίου εντάλματος στις 24.9.10 επικοινώνησε με τον διευθυντή των Καθ' ων η αίτηση, κύριο Τιμόθεο Χαραλάμπους, στον οποίο και εξήγησε ότι ουδέποτε είχε εγγυηθεί την Εναγόμενη
- Ο Χαραλάμπους, τότε, την διαβεβαίωσε ότι θα έδιδε οδηγίες στον δικηγόρο των Καθ' ων η αίτηση για να αποσύρει την αγωγή. Δυστυχώς οι διαβεβαιώσεις του Χαραλάμπους δεν είχαν αντίκρυσμα με αποτέλεσμα στις 15.4.11 να επισκεφθεί δικαστικός επιδότης την οικία της και να κατασχέσει την κινητή της περιουσία με σκοπό όπως αυτή πωληθεί με πλειστηριασμό αμέσως μετά η Αιτήτρια επικοινώνησε με τον δικηγόρο της ο οποίος σε συνάντηση μαζί της της ανέφερε, αφού η Αιτήτρια του είχε αναφέρει όλα τα περιστατικά, ότι θα έπρεπε να προχωρήσει με καταχώρηση αίτησης για παραμερισμό της εναντίον της εκδοθείσας απόφασης η αίτηση παραμερισμού - η πρώτη αίτηση παραμερισμού - καταχωρήθηκε στις 30.5.11 και εκδικάσθηκε. Το Δικαστήριο την απέρριψε με απόφασή του ημερομηνίας 25.1.12 στην συνέχεια οι Αιτητές προχώρησαν εναντίον της Καθ' ης η αίτηση με ειδοποίηση πτώχευσης και, ακολούθως, με αίτηση πτώχευσης την οποία καταχώρησαν στις 8.10.
- Δέχεται ότι από την ημέρα επίδοσης της αγωγής και μέχρι την ημερομηνία καταχώρησης της πρώτης αίτησης παραμερισμού όπως και από την ημέρα έκδοσης της απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 25.1.12 στην πιο πάνω αίτηση μέχρι την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης έχει παρέλθει και στις δύο περιπτώσεις μεγάλο χρονικό διάστημα. Για το δεύτερο η Αιτήτρια προβάλλει ως δικαιολογία σοβαρά οικογενειακά προβλήματα που είχε με τον σύζυγό της και τα οποία οδήγησαν στην διάσταση και από ότι φαίνεται την λύση του γάμου της καθώς και σοβαρά οικονομικά προβλήματα τα οποία αναγκάσθηκε να επιλύσει και τα οποία είχαν προκύψει από την συμπεριφορά του εν διαστάσει συζύγου της. Και όχι γιατί αδιαφορούσε για τις δικαστικές διαδικασίες. Είναι η θέση της Αιτήτριας ότι δεν επέδειξε περιφρόνηση προς το Δικαστήριο, ότι τα όσα αναφέρει στην ένορκό της δήλωση είναι αληθή και ότι είναι ορθό και δίκαιο και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να της δοθεί το δικαίωμα να υπερασπισθεί την υπόθεση ιδιαίτερα αφού η υπεράσπισή της είναι απόλυτη όπως την χαρακτηρίζει. Στην ένορκό της δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση η Αιτήτρια επισυνάπτει ως τεκμήρια τα ακόλουθα έγγραφα: πιστό αντίγραφο της συνταγμένης απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 4.11.10 - Τεκμήριο 1 αντίγραφο της αιτιολογημένης απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 25.1.12 - Τεκμήριο
- Η υπό κρίση αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση των Καθ' ων η αίτηση. Με 8 λόγους ένστασης, οι οποίοι εξειδικεύονται στην Ειδοποίηση Ένστασης, οι Καθ' ων η αίτηση ενίστανται στην έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Η Ειδοποίηση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του Τιμόθεου Χαραλάμπους ο οποίος είναι διευθυντής των Καθ' ων η αίτηση, γνωρίζει προσωπικά και καλά όλα τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Για νομικά θέματα έχει λάβει νομική συμβουλή από τους δικηγόρους των Καθ' ων η αίτηση. Ο κύριος Χαραλάμπους διαφωνεί με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση. Είναι η θέση του ότι αυτό δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια και αποβλέπει στην θεμελίωση αναληθών ισχυρισμών. Αυτός ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι η Αιτήτρια ουδέποτε επικοινώνησε μαζί του μετά την επίδοση σε αυτήν της αγωγής και ουδέποτε αυτός την διαβεβαίωσε ότι θα έδιδε οδηγίες στον δικηγόρο του για να αποσύρει την αγωγή εναντίον της και εναντίον της Εναγόμενης
- Με την ένορκό της δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση καμία σοβαρή η εύλογη δικαιολογία δεν δίνει η Αιτήτρια για την παράλειψή της να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης στην υπόθεση. Συναφώς για την υπόθεση που αυτή αντιμετώπιζε δεν έμαθε για πρώτη φορά από τον δικαστικό επιδότη που εκτέλεσε το ένταλμα κινητών αφού η ίδια στην ένορκό της δήλωση παραδέχεται την επίδοση σε αυτήν της αγωγής η οποία διενεργήθηκε στις 24.9.
- Η Αιτήτρια όφειλε αμέσως μετά την επίδοση σε αυτήν της αγωγής να δώσει οδηγίες στον δικηγόρο της να την υπερασπισθεί. Παρέλειψε, όμως, να πράξει τούτο. Στην ένορκό του δήλωση ο κύριος Χαραλάμπους αναφέρει, επίσης, ότι το ένταλμα κινητών καταχωρήθηκε εκ μέρους των Καθ' ων η αίτηση στις 15.4.11 και η πρώτη αίτηση για παραμερισμό στις 30.5.11, ήτοι 6 εβδομάδες αργότερα. Αρνείται ότι ευσταθούν οι λόγοι που η Αιτήτρια προέβαλε για να δικαιολογήσει τον χρόνο που παρήλθε μεταξύ της απόφασης του Δικαστηρίου στην πρώτη αίτηση παραμερισμού και της καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης και αντειτείνει ότι ο λόγος που καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση είναι γιατί στις 5.12.12 οι Καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν εναντίον της Αιτήτριας αίτηση πτώχευσης. Τονίζει ότι μεταξύ της απορριπτικής απόφασης του Δικαστηρίου και της καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης μεσολάβησε χρονικό διάστημα της τάξης του ενός έτους και ότι για την πιο πάνω μεγάλη σημειωθείσα καθυστέρηση καμία ικανοποιητική δικαιολογία δεν δόθηκε από την Αιτήτρια, αφού οι δικαιολογίες που αυτή δίνει με την ένορκό της δήλωση είναι ατεκμηρίωτες, αόριστες και ασαφείς. Η συμπεριφορά της Αιτήτριας αποτελεί κατάφωρη περιφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων των Καθ' ων η αίτηση. Επανάνοιγμα της υπόθεσης για δεύτερη φορά λαμβανομένης υπόψη της καθυστέρησης στην καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης και της υπό κρίση αίτησης καθώς και της όλης διαγωγής της Αιτήτριας συνιστά υπονόμευση της απονομής της δικαιοσύνης και της ανάγκης για ταχεία εκτέλεση και διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων. Επίσης, θα παραβίαζε το συνταγματικό δικαίωμα των Καθ' ων η αίτηση για εκδίκαση της υπόθεσής τους εντός εύλογου χρόνου Αρνείται, επίσης, ότι η Αιτήτρια δεν είναι υπόλογη στους Καθ' ων η αίτηση ως εγγυήτρια των Εναγόμενων 1 και 2 εταιρειών και είναι η θέση του ότι καμία υπεράσπιση δεν προβάλλει η Αιτήτρια με την ένορκό της δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Η Αιτήτρια ήταν διευθύντρια της Εναγόμενης 2 εταιρείας και ευθύνεται και η ίδια προσωπικά για το χρέος. Τα όσα δε αναφέρει στην ένορκό της δήλωση επί του προκειμένου είναι ισχυρισμοί που καμία σχέση δεν έχουν με την παρούσα υπόθεση. Είναι, επίσης, ισχυρισμοί αναληθείς, αδικαιολόγητοι, ανυπόστατοι και εκ των υστέρων κατασκευάσματα που σκοπό και μόνο έχουν την δημιουργία υπόθεσης υπέρ της. Σε καμία δε περίπτωση δεν αποτελούν ικανοποιητικό λόγο για επανάνοιγμα της υπόθεσης και, μάλιστα, για δεύτερη φορά. Τέλος, το γεγονός ότι καταχωρήθηκε προηγουμένως άλλη αίτηση για παραμερισμό η οποία εκδικάσθηκε και απερρίφθη με απόφαση του Δικαστηρίου, η οποία δεν εφεσιβλήθηκε, αποτελεί δεδικασμένο. Υπό το φως όλων των πιο πάνω είναι η θέση του κύριου Χαραλάμπους ότι η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα εναντίον της Αιτήτριας. Η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη στην βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την υπό κρίση αίτηση και την Ένσταση. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι επιχειρηματολόγησαν υποστηρίζοντας τις θέσεις του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί. Το γεγονός ότι η υπό κρίση αίτηση είναι η δεύτερη που καταχωρήθηκε για τον ίδιο σκοπό καθώς και ότι η πρώτη απερρίφθη με αιτιολογημένη απόφαση του Δικαστηρίου με προβλημάτισε ιδιαίτερα. Η ίδια η Αιτήτρια δηλώνει στην ένορκό της δήλωση - παράγραφος 13 - ότι εξ' όσων την έχουν συμβουλεύσει οι δικηγόροι της δεν αποκλείει όπως η πιο πάνω απόφαση του Δικαστηρίου στην πρώτη αίτηση αποτελεί δεδικασμένο για την υπό κρίση αίτηση ή όπως η υπό κρίση αίτηση αποτελεί πολλαπλότητα, ενώ η πλευρά της Καθ' ης η αίτηση προβάλλει το δεδικασμένο ως λόγο ένστασης χωρίς ωστόσο κατά την τελική του αγόρευση ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση να παραπέμπει σε Νομολογία που να καταπιάνεται με τις αρχές του δεδικασμένου σε ενδιάμεσες αιτήσεις. Δεν είναι εύκολα διακριτό κατά την κρίση μου το τι εννοεί η Αιτήτρια με τον ισχυρισμό ότι η υπό κρίση αίτηση αποτελεί πολλαπλότητα. Αυτό που εν πάση περιπτώσει χρήζει άμεσης εξέτασης κατά την κρίση μου είναι αν η υπό κρίση αίτηση αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Είμαι, έτσι, διατεθειμένος να εγείρω αυτεπάγγελτα το πιο πάνω ζήτημα και να το εξετάσω. Στην Αίτηση της Beogradska D. D.
(1996)1(B) ΑΑΔ 911 λέχθηκε ότι θέματα κατάχρησης της διαδικασίας του Δικαστηρίου λαμβάνονται υπόψη αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο (Βλ., επίσης, Αίτηση της Τράπεζας Κύπρου, 89/97,
(1997)1(B) ΑΑΔ 979). Στην υπόθεση Μιχάλης Χαραλαμπίδης ν. Νικόλαου Κωμοδρόμου
(2002)2 ΑΑΔ 522 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την εξουσία του Δικαστηρίου να αναστείλει ή να απορρίψει υπόθεση για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας: «Η αναστολή της δίκης ή η απόρριψη υπόθεσης για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας χωρεί μόνο εφόσο απολήγει σε καταπίεση ή δυσμενή επηρεασμό του αντιδίκου. Η δικαιοδοσία για πάταξη τέτοιων περιπτώσεων είναι σύμφυτη χωρίς να έχει οποιαδήποτε νομοθετική προέλευση. Είναι μια εξουσία αυτονόητη και απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης και την αξιοπιστία των θεσμών και μέσων επίτευξης των στόχων της. Υπήρξε βέβαια αντικείμενο συζητήσεων και πολλών δικαστικών αποφάσεων ποια δικαστήρια έχουν τέτοια αρμοδιότητα και για ποιούς σκοπούς μπορούσαν να την ασκήσουν. Η πληρέστερη ανάπτυξη της θεωρίας της σύμφυτης δικαιοδοσίας έγινε ίσως από τον Sir Jack I.H. Jacob στο άρθρο του "The Inherent Jurisdiction of the Court" [1970] C.L.Ρ. 23, το οποίο άσκησε επιρροή στη διαμόρφωση και εξέλιξη της εξουσίας αυτής: « ... the jurisdiction to exercise these powers was derived, not from any statute or rule of law, but from the very nature of the court as a superior court of law, and for this reason such jurisdiction has been called "inherent" ... the essential character of a superior court of law necessarily involves that it should be invested with a power to maintain its authority and to prevent its process being obstructed and abused. Such a power is intrinsic in a superior court; it is its very lifeblood, its very essence, its immanent attribute ... The jurisdiction which is inherent in a superior court of law is that which enables it to fulfil itself as a court of law. The juridical basis of this jurisdiction is therefore the authority of the judiciary to uphold, to protect and to fulfil the judicial function of administering justice according to law in a regular, orderly and effective manner». Με την πάροδο του χρόνου, η σύμφυτη δικαστική εξουσία εμπεδώθηκε σε διαφορετικούς κλάδους του δικαίου. Ένα παράδειγμα στο οποίο εκδηλώθηκε είναι και η καταχρηστική προσφυγή στις διαδικασίες. Είναι πια εμπεδωμένο ότι επιβάλλεται η περιστολή της χρήσης διαδικασίας όταν διαστρεβλώνεται ο σκοπός ύπαρξής της. Χωρίς να θέλουμε ή να χρειάζεται να καλύψουμε όλη την ιστορία του θέματος είναι αξιοσημείωτο ότι ο προβληματισμός εντάθηκε από τα τέλη του προηγούμενου αιώνα και παραμένει μέχρι σήμερα ένα ζωντανό θέμα, παρόλο που οι βασικές συνισταμένες έχουν διευκρινιστεί. Στην Metropolitan Bank v. Pooley [1885] 10 App. C. 210
(220)ο Λόρδος Blackburn, χωρίς να αισθανθεί την ανάγκη να προσφύγει σε προηγούμενα, είπε: « ... from early times (I rather think, though I have not looked at it enough to say, from the earliest times) the Court had inherently the right to see that its process was not abused by a proceeding without reasonable grounds, so as to be vexatious and harassing - the court had the right to protect itself against such an abuse .... it was done ... by a summary order to stay the action which was brought under such circumstances as to be an abuse of the process of the Court». Ως προς τη νεώτερη αντίκριση του θέματος από την αγγλική νομολογία χαρακτηριστική είναι η διατύπωση του Λόρδου Diplock στην Hunter ν. Chief Constable of West Midlands and Another [1981] 3 All E.R. 727, 729: « ... this is a case about abuse of the process of the High Court. It concerns the inherent power which any court of justice must possess to prevent misuse of its procedure in a way which, although not inconsistent with the literal application of its procedural rules, would nevertheless be manifestly unfair to a party to litigation before it, or would otherwise bring the administration of justice into disrepute among right-thinking people. The circumstances in which abuse of process can arise are very varied; those which give rise to the instant appeal must surely be unique. It would, in my view, be most unwise if this House were to use this occasion to say anything that might be taken as limiting to fixed categories the kinds of circumstances in which the court has a duty (I disavow the word discretion) to exercise this salutary power." Ας σημειωθεί ότι η παραπάνω ανάπτυξη υιοθετείται από το Εφετείο μας στην Μιχάλη Παπόρη ν. Maskinfabriken «510» Α/S
(1996)1(B) A.A.Δ.
- Στην υπόθεση R. v. Norwich Crown Court ex p. Belsham 1 W.L.R. 54 (στη σελ. 66), το Divisional Court θεώρησε (άποψη obiter) ότι ήταν προτιμητέα η θεωρία ότι οι σύμφυτες εξουσίες προέρχονται από το κοινοδίκαιο και είναι ανεξάρτητες από τις δικαιοδοτικές νομοθετικές διατάξεις. Η αρχή εξετάστηκε και στην Walpole v. Partidge and Wilson [1994] 1 All E.R. 385, όπου ο δικαστής Ralph Gibson τόνισε πως το δικαστήριο πρέπει να βεβαιώνεται σε κάθε περίπτωση ότι η διαδικασία είναι τόσο καθαρά και έντονα καταχρηστικής φύσεως ώστε να δικαιολογείται η καταστολή της με το κατάλληλο διάταγμα. Στην Director of Public Prosecutions v. Humphrys [1977] A.C. 1 ο Λόρδος Salmon σχολιάζοντας την αρχή καθόρισε και τα όριά της (στη σελίδα 46): «I respectfully agree with [Lord Dilhorne] that a judge has not and should not appear to have any responsibility for the institution of prosecutions; nor has he any power to refuse to allow a prosecution to proceed merely because he considers that, as a matter of policy, it ought not to have been brought. It is only if the prosecution amounts to an abuse of the process of the court and is oppressive and vexatious that the judge has the power to intervene. Fortunately, such prosecutions are hardly ever brought but the power of the court to prevent them is, in my view, of great constitutional importance and should be jealously preserved.» Σε πολλές περιπτώσεις η αγγλική νομολογία έχει υπογραμμίσει ότι η άσκηση τέτοιας δραστικής εξουσίας ασκείται φειδωλά. Βλέπε, για παράδειγμα, R. v. Oxford City Justices, ex p. Smith 75 Crim. App. Rep. 200,
- Διαφαίνεται επίσης από αυτές ότι η κάθε υπόθεση εξετάζεται υπό το πρίσμα των δικών της πραγματικών περιστατικών. Βλ. Archbold, έκδ. 1995, παραγρ. 4-44β, σελ. 1/439, όπου δίνονται παραδείγματα στα οποία κρίθηκε πως υπήρξε κατάχρηση, καθώς και περιπτώσεις που αποφασίστηκε το αντίθετο. Από αυτές αναφέρουμε δύο. Στην R. v. Brentford Justices, ex. p. Wong, 73 Cr. App. Rep. 65 D.C., θεωρήθηκε κατάχρηση όταν ο κατήγορος κατέθεσε δίωξη, αλλά δεν επέδιδε για μερικούς μήνες την κλήση, με σκοπό να έχει την ευχέρεια να αποφασίσει αν τελικά θα την προωθούσε. Στην R. v. Grays Justices, ex p. Low 88 Crim. App. R. 291 D.C., δεν επιτράπηκε η συνέχιση ιδιωτικής ποινικής δίωξης σε σχέση με κατηγορία για την οποία οι διωκτικές αρχές απέσυραν προηγούμενη δίωξη κατά του κατηγορούμενου, αφού ο ίδιος δεσμεύθηκε να τηρεί την τάξη. Την ίδια εξουσία καταστολής για κατάχρηση των διαδικασιών έχουν τα κυπριακά δικαστήρια. Στη βασική υπόθεση Διευθυντής Φυλακών ν. Περέλλα Τζεννάρο
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, ο Πικής Π., διέγραψε τα χαρακτηριστικά της γνωρίσματα και το σκοπό που τη διαπνέει, υπογραμμίζοντας ότι: «Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι' αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα, μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου». Στην υπόθεση Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 CLR 348 αποφασίστηκε ότι τα κυπριακά δικαστήρια έχουν την ίδια εξουσία, όπως και τα αγγλικά δικαστήρια, να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεων της δικαστικής διαδικασίας. Η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές· ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδισή της. Στην υπόθεση Anna Latouf Agini ν. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α. Ε.
(1999)1(Α) ΑΑΔ 11 η αγωγή καταχωρήθηκε τον Αύγουστο του
- Η εφεσείουσα/εναγόμενη 3 καταχώρησε Υπεράσπιση τον Ιούνιο του
- Σε κάποιο στάδιο οι δικηγόροι της εφεσείουσας αποσύρθηκαν και την εκπροσώπησή της ανέλαβαν νέοι δικηγόροι οι οποίοι στις 14.11.94 είχαν ζητήσει αναβολή για μνεία με προοπτική καταχώρησης αίτησης για τροποποίηση της Υπεράσπισης, αίτημα το οποίο είχε εγκριθεί. Στις 19.12.94 δηλώθηκε από τον δικηγόρο της εφεσείουσας πως δεν θα υποβαλλόταν αίτηση για τροποποίηση και η υπόθεση είχε ορισθεί για ακρόαση στις 7.6.
- Στις 12.5.95 οι δικηγόροι της εφεσείουσας καταχώρησαν αίτηση για τροποποίηση της Υπεράσπισης και προσθήκη ανταπαίτησης. Στις 10.1.96 δόθηκε ειδοποίηση για την απόσυρση της αίτησης με αποτέλεσμα αυτή να απορριφθεί. Η εφεσείουσα πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι απέσυρε την αίτηση για να αρχίσουν διαπραγματεύσεις για εξώδικο συμβιβασμό. Τον Απρίλιο του 1997 οι διαπραγματεύσεις δεν τελεσφόρησαν οπότε η εφεσείουσα υπέβαλε και πάλι νέα αίτηση για τροποποίηση επικαλούμενη την ύπαρξη νέων στοιχείων τα οποία καθιστούσαν αναγκαία την τροποποίηση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, ενασκώντας την διακριτική του εξουσία απέρριψε την αίτηση της εφεσείουσας. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε, μεταξύ άλλων, ότι τα γεγονότα της υπόθεσης αποκάλυπταν πρόθεση της εφεσείουσας για κωλυσιεργεία η οποία έπρεπε να αντιμετωπισθεί δεόντως από το Δικαστήριο. Καθοδηγούμενο, μεταξύ άλλων, από την απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Μιχάλης Παπόρης ν. MASKINFABRIKEN «SIO» A/S
(1996)1(Β) ΑΑΔ 1037 κρίθηκε ότι το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η αίτηση είχε ξεφύγει από τα επιτρεπτά όρια έγκρισης της λόγω της μακράς και αδικαιολόγητης καθυστέρησης της ήταν ορθό και εντός των πλαισίων της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Παρατέθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Μιχάλης Παπόρης ν. MASKINFABRIKEN «SIO» A/S
(1996)1(Β) ΑΑΔ 1037 που πιο πάνω μνημονεύεται: «Η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου να αποτρέπει κατάχρηση των διαδικασιών του είναι βαθειά ριζωμένη στους θεσμούς της δικαιοσύνης που είχαμε δεχθεί και αναπτύξει. Χωρίς το όπλο αυτό, το όλο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης θα μπορούσε να καταντήσει άθυρμα στα χέρια των επιτηδείων. Παράλληλα θα επερχόταν επικίνδυνη υπονόμευση και αποδυνάμωση της κοινωνικής αποστολής της δικαιοσύνης. Η εξουσία του δικαστηρίου, όπως τόνισε ο Λόρδος Diplock στο -ψηλότερο δυνατό επίπεδο της δικαστικής κρίσης, στην Hunter v. Chief Constable of West Midlands & Another [1981] 3 All E.R. 727, 729 έχει σύμφυτο χαρακτήρα και μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε κάθε πρόσφορη περίπτωση για την περιφρούρηση της αποτελεσματικής λειτουργίας των δικαστικών διαδικασιών». Κρίθηκε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ενασκώντας την διακριτική του εξουσία έλαβε υπόψη και στάθμισε ορθά όλους τους σχετικούς παράγοντες, όπως, μεταξύ άλλων, την φιλελεύθερη προσέγγιση των Δικαστηρίων κατά την εξέταση αιτήσεων τροποποίησης δικογράφων καθώς και τον σημαντικό παράγοντα της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης για τροποποίηση σε συνάρτηση με το ιστορικό της διαδικασίας και αυτό ως λογική απόρροια των προνοιών του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει την διεξαγωγή και περάτωση της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο. Ορθή, επίσης, κρίθηκε η διαπίστωση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι τα φερόμενα ως νέα στοιχεία, που κατ' ισχυρισμό επίτειναν την ανάγκη για τροποποίηση, δεν είχαν εξειδικευθεί και, επομένως, δεν παρείχετο η δυνατότητα αξιολόγησης τους για τους σκοπούς της αίτησης. Τέλος, στην υπόθεση Loukos Trading Co. Ltd κ.α. ν. Ρέιμποου Πλήτσιηγκ και Νταϊγκ Κο Λτδ
(2000)1(Β) ΑΑΔ 1014 ο εφεσείων 2 (αιτητής) υπέβαλε αίτηση για έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου με το οποίο να αναστέλλεται η διαδικασία εκτέλεσης απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας που είχε εκδοθεί σε αγωγή, συμπεριλαμβανομένης της ειδοποίησης πτώχευσης, μέχρι την εκδίκαση έφεσης που είχαν καταχωρήσει οι εφεσείοντες κατά της πιο πάνω απόφασης. Επρόκειτο για την τρίτη αίτηση του αιτητή με το ίδιο αίτημα. Η πρώτη είχε αποσυρθεί, ενώ η δεύτερη είχε απορριφθεί λόγω της απουσίας του αιτητή και του δικηγόρου του κατά την ημέρα της ακρόασης. Ο αιτητής απέδωσε την μη εμφάνιση του δικηγόρου του κατά την ακρόαση της δεύτερης αίτησης σε λάθος της δικηγόρου του «η οποία σημείωσε ως ώρα ακρόασης την 11 π.μ. αντί την 9.30 π.μ.». Το Εφετείο αφού τόνισε ότι δεν είχε δοθεί οποιαδήποτε και/ή ικανοποιητική εξήγηση αναφορικά με τις δύο προηγούμενες αιτήσεις απέρριψε την αίτηση, μεταξύ άλλων, εντός του πλαισίου της εξουσίας που έχουν τα Δικαστήρια να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Λέχθηκαν συγκεκριμένα τα ακόλουθα: «Έχει νομολογηθεί ότι τα δικαστήρια έχουν εξουσία να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεως της δικαστικής διαδικασίας. Έχει, επίσης, νομολογηθεί ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές και ότι ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του δικαστηρίου για την παρεμπόδιση της (βλ. Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 C.L.R. 348, Έλληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 149, Αρχιεπίσκοπος Κύπρου (Αρ. 2)
(1993)1 Α.Α.Δ. 248, Διευθυντής Φυλακών ν. Περρέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, Re Beogradska D.D.
(1996)1 Α.Α.Δ. 911 και Βασιλείου ν. Μακρίδη
(2000)2 Α.Α.Δ. 133). Στην Περρέλλα, πιο πάνω, σελ. 222, υποδείχθηκε ότι "η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας, που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυση του". Στην παρούσα υπόθεση απουσιάζει οποιαδήποτε εξήγηση για την απόσυρση της πρώτης αίτησης. Η δε εξήγηση για τη μη παρουσία του αιτητή ή του δικηγόρου του κατά την ημέρα της ακρόασης της δεύτερης αίτησης δεν είναι ικανοποιητική, είναι πολύ φτωχή. Αποτελεί κοινό τόπο ότι οι ακροάσεις ενώπιον του Εφετείου αρχίζουν στις 9.30 π.μ. Θεωρούμε λοιπόν ότι η υποβολή του ίδιου ένδικου διαβήματος για τρίτη φορά, στην απουσία αποδεκτής εξήγησης αναφορικά με τα δύο προηγούμενα διαβήματα συνιστά κλασσική περίπτωση κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Στην άσκηση της σύμφυτης δικαιοδοσίας μας, η οποία, όπως υποδείχθηκε στην Constantinides (πιο πάνω), αποβλέπει στην αποτροπή υπονόμευσης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, θεωρούμε ότι πρέπει να δοθεί τέλος στην παρούσα διαδικασία με διάταγμα απόρριψης της αίτησης. Θα πρέπει να τονιστεί ότι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και ο παράγοντας προστασίας της άλλης πλευράς από ταλαιπωρία που προκύπτει από συμπεριφορά του αντιδίκου η οποία συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Στην παρούσα υπόθεση οι εφεσίβλητοι έχουν ετοιμάσει τρεις ένορκες δηλώσεις και εμφανίσθηκαν 5 φορές, μέσω δικηγόρου, ενώπιον του δικαστηρίου για σκοπούς ακρόασης των τριών αιτήσεων. Το διάταγμα εξόδων εναντίον του αιτητή δεν αποτελεί αντιστάθμισμα για την ταλαιπωρία την οποία έχουν υποστεί». Στην υπό εξέταση περίπτωση η Αιτήτρια πριν την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης είχε υποβάλει άλλη αίτηση με την οποία και πάλι ζητούσε τον παραμερισμό της εναντίον της εκδοθείσας απόφασης ημερομηνίας 4.11.
- Αιτήτρια στην αίτηση εκείνη ήταν και η Εναγόμενη 2 εταιρεία της οποίας η Αιτήτρια στην υπό κρίση αίτηση είναι διευθυντής. Η αίτηση, όμως, αυτή απερρίφθη από το Δικαστήριο με αιτιολογημένη απόφαση εξ' ου και η υποβολή της υπό κρίση αίτησης. Στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση η Αιτήτρια καμία αναφορά δεν κάνει για τον λόγο που η πρώτη αίτηση παραμερισμού απερρίφθη από το Δικαστήριο. Προκύπτει δε ευκρινώς μέσα από την εν λόγω απόφαση, η οποία βρίσκεται στον φάκελο του Δικαστηρίου, ότι ο λόγος που η πρώτη αίτηση παραμερισμού απερρίφθη από το Δικαστήριο ήταν γιατί ενώ η Αιτήτρια στην ένορκό της δήλωση που συνόδευε την πρώτη αίτηση υποστήριζε ότι τόσο αυτή όσο και η Εναγόμενη 2 εταιρεία, από την οποία και ήταν εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκο δήλωση που υποστήριζε την πρώτη αίτηση, είχαν υπεράσπιση στην απαίτηση των Καθ' ων η αίτηση δεν εξειδίκευσε και δεν υποστήριξε σε τι συνίστατο η υπεράσπιση αυτή. Ενδεικτική είναι η παράγραφος 5 από την ένορκο δήλωση της Αιτήτριας που συνόδευε την πρώτη αίτηση παραμερισμού, η οποία βρίσκεται στον φάκελο του Δικαστηρίου, και η οποία πιο κάτω παρατίθεται: «Έχωμεν καλή υπεράσπιση στην παρούσα υπόθεση καθ' ότι ουδέν ποσό οφείλω τόσο εγώ όσο και η Εναγόμενη 2 προς την Ενάγουσα». Όπως και το μέρος της απόφασης του Δικαστηρίου ημρομηνίας 25.1.12 που αφορά στο υπό συζήτηση θέμα: «Στην προκειμένη περίπτωση η Εναγόμενη 5 με την ένορκη δήλωση της που συνοδεύει την επίδικη αίτηση περιορίζεται στο να αναφέρει στην παράγραφο 5 ότι οι αιτήτριες έχουν καλή υπεράσπιση και ότι ουδέν ποσό οφείλουν προς την Ενάγουσα. Ο ισχυρισμός αυτός είναι εξαιρετικά αόριστος και συνεπώς οι αιτήτριες δεν έχουν δείξει ότι έχουν εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Συνεπώς, η επίδικη αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί χωρίς περαιτέρω ανάλυση». Βλέπομε, δηλαδή, ότι ο λόγος που απερρίφθη από το Δικαστήριο η πρώτη αίτηση παραμερισμού είναι γιατί η Αιτήτρια στην πλαίσια της αίτησης εκείνης δεν εξήγησε σε τι συνίστατο η υπό αυτής επικαλούμενη υπεράσπιση και δεν πρόβαλε εν τέλει ποια ήταν η υπεράσπισή της. Επίσης, στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησης καμία δικαιολογία ή εξήγηση δεν δόθηκε από την Αιτήτρια γιατί αυτή στα πλαίσια της πρώτης αίτησης δεν πρόβαλε ποια ήταν η υπεράσπιση της, που ήταν ό,τι αποτέλεσε και τον λόγο για την έκδοση της απορριπτικής απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 25.1.
- Υπό το φως των δοσμένων περιστάσεων θεωρώ ότι η υποβολή του ίδιου ένδικου μέσου για δεύτερη φορά στην απουσία, μάλιστα, και οποιασδήποτε εξήγησης αναφορικά με το προηγούμενο διάβημα συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Κατά την άσκηση δε της σύμφυτής μου εξουσίας, η οποία, όπως υποδείχθηκε στην Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 CLR 348, που πιο πάνω μνημονεύεται, αποβλέπει στην αποτροπή υπονόμευσης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, θεωρώ ότι θα πρέπει να δοθεί τέλος στην παρούσα διαδικασία με διάταγμα απόρριψης της υπό κρίση αίτησης. Κατά την άσκηση της πιο πάνω εξουσίας μου έχω, επίσης, λάβει υπόψη την ταλαιπωρία που υπέστη η άλλη πλευρά από την όλη συμπεριφορά και διαγωγή της Αιτήτριας, όπως αυτή προκύπτει μέσα από τον φάκελο του Δικαστηρίου. Αναφορικά με την πρώτη αίτηση παραμερισμού αναφέρονται τα ακόλουθα. Την ίδια ημέρα που καταχωρήθηκε η εν λόγω αίτηση καταχωρήθηκε και μονομερής αίτηση με την οποία η Αιτήτρια στην υπό κρίση αίτηση και η Εναγόμενη 5 εξαιτούνταν την αναστολή της εκτέλεσης του εντάλματος κινητών που είχε εκδοθεί εναντίον τους μέχρι την εκδίκαση της διά κλήσεως αίτησης για παραμερισμό. Το Δικαστήριο διέταξε επίδοση της μονομερούς αίτησης ορίζοντάς την στις 30.6.11 ημερομηνία κατά την οποία ήταν ορισμένη για πρώτη εμφάνιση από το Πρωτοκολλητείο και η αίτηση παραμερισμού. Στις 30.6.11 ζητήθηκε από την πλευρά των Καθ' ων η αίτηση χρόνος για καταχώρηση Ένστασης και στις δύο αιτήσεις. Το Δικαστήριο ενέκρινε το αίτημα και όρισε και τις δύο αιτήσεις για ακρόαση στις 3.10.11 δίδοντας ταυτόχρονα οδηγίες για καταχώρηση ενστάσεων μέχρι 13.9.
- Στις 3.10.11 ο δικηγόρος των Καθ' ων η αίτηση για τους λόγους που πρόβαλε στο Δικαστήριο ζήτησε αναβολή των ακροάσεων και εκ νέου χρόνο για καταχώρηση ενστάσεων. Το Δικαστήριο ενέκρινε τα αιτήματα και όρισε εκ νέου τις αιτήσεις για ακρόαση στις 8.12.11 δίδοντας ταυτόχρονα οδηγίες για καταχώρηση ενστάσεων μέχρι 31.10.
- Η πλευρά των Καθ' ων η αίτηση καταχώρησε εν τέλει ενστάσεις και στις δύο αιτήσεις και στις 8.12.11 ακούσθηκε η αίτηση παραμερισμού με αγορεύσεις των συνηγόρων ενώ η αίτηση για αναστολή των ενταλμάτων εκτέλεσης αναβλήθηκε για οδηγίες, προδήλως, εν' αναμονή του αποτελέσματος στην αίτηση παραμερισμού. Αναφορικά με την υπό κρίση αίτηση η οποία καταχωρήθηκε στις 23.11.12 και ορίσθηκε από το Πρωτοκολλητείο για πρώτη εμφάνιση στις 21.1.13 αναφέρονται τα ακόλουθα. Κατά την τελευταία ημερομηνία ο δικηγόρος των Καθ' ων η αίτηση ζήτησε χρόνο για καταχώρηση ένστασης, οπότε και το Δικαστήριο όρισε την υπό κρίση αίτηση για οδηγίες στις 4.3.13 δίδοντας ταυτόχρονα οδηγίες για καταχώρηση ένστασης μέχρι 18.2.
- Η πλευρά των Καθ' ων η αίτηση καταχώρησε ένσταση στις 12.2.
- Στις 4.3.13 οι συνήγοροι των διαδίκων ζήτησαν ημερομηνία ακρόασης της υπό κρίση αίτησης οπότε και το Δικαστήριο την όρισε για ακρόαση στις 22.5.
- Στις 22.5.13 ακούσθηκε η υπό κρίση αίτηση με αγορεύσεις των συνηγόρων και το Δικαστήριο επιφύλαξε την απόφασή του. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι για το ίδιο θέμα οι Καθ' ων η αίτηση εμφανίσθηκαν στο Δικαστήριο 6 συνολικά φορές μέσω δικηγόρου και καταχώρησαν τρεις ένορκες δηλώσεις. Προετοιμάσθηκαν, επίσης, για ακρόαση τριών αιτήσεων και, επίσης, ετοίμασαν δύο αγορεύσεις. Βεβαίως, δεν μου διαφεύγει ότι οι εμφανίσεις των δικηγόρων των Καθ' ων η αίτηση θα μπορούσε να ήταν και λιγότερες, αφού, αναφορικά και με τις τρεις αιτήσεις, ήτοι την πρώτη αίτηση παραμερισμού, την αίτηση αναστολής εκτέλεσης του εντάλματος κινητών και την υπό κρίση αίτηση, οι Καθ' ων η αίτηση δεν είχαν καταχωρήσει τις ενστάσεις τους εντός του χρόνου που ορίζει ο θεσμός 4
(1)της Διάταξης 48 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, ο οποίος προνοεί για καταχώρηση ένστασης τουλάχιστον δύο ημέρες πριν την ημερομηνία κατά την οποία ενδιάμεση αίτηση ορίζεται για πρώτη εμφάνιση, και αναγκάσθηκαν να ζητήσουν παράταση του χρόνου προς την πιο πάνω κατεύθυνση, δύο φορές, για τις πρώτες δύο αιτήσεις, και, μια φορά, για την υπό κρίση αίτηση. Σημειώνεται ότι, όπως από τον φάκελο του Δικαστηρίου προκύπτει, εκτός από την δικάσιμο της 3.10.11 οι Καθ' ων η αίτηση δεν επικαλέσθηκαν οποιοδήποτε λόγο που τους εμπόδιζε να καταχωρήσουν τις ενστάσεις τους είτε εντός του χρόνου που ορίζει η Δ.48, θ.4
(1)των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, είτε κατά οποιαδήποτε άλλη δικάσιμο. Δεν παύει, όμως, να είναι γεγονός ότι οι Καθ' ων η αίτηση ακόμα και αν περιόριζαν, ως θα μπορούσαν τον αριθμό των εμφανίσεών τους, υπέστησαν ταλαιπωρία από την όλη διαγωγή και συμπεριφορά της Αιτήτριας συνεπεία των εμφανίσεών τους μέσω των δικηγόρων τους, των ενστάσεων που καταχώρησαν, της προετοιμασίας των δικηγόρων τους για τις ακροάσεις των αιτήσεων και των αγορεύσεων που ετοιμάσθηκαν. Από την απόφαση στην υπόθεση Loukos Trading Co. Ltd κ.α. ν. Ρέιμποου Πλήτσιηγκ και Νταϊγκ Κο Λτδ
(2000)1(Β) ΑΑΔ 1014, που πιο πάνω μνημονεύεται, λέχθηκε, όπως είδαμε, ότι κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και ο παράγοντας προστασίας της άλλης πλευράς από ταλαιπωρία που προκύπτει από συμπεριφορά του αντιδίκου η οποία συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Θεωρώ ότι η ταλαιπωρία που υπέστη η πλευρά των Καθ' ων η αίτηση δεν μπορεί να αντισταθμισθεί με διαταγή ως προς τα έξοδα. Στην υπό εξέταση περίπτωση είναι, επίσης, και το άλλο. Στην προκείμενη περίπτωση η πρώτη αίτηση παραμερισμού αποφασίσθηκε από το Δικαστήριο και απερρίφθη. Με την υπο κρίση αίτηση ό,τι επιχειρείται από την πλευρά της Αιτήτριας είναι η προσθήκη ισχυρισμών που άπτονται της επικαλούμενης υπό αυτής υπεράσπισής της και οι οποίοι για κάποιο λόγο που δεν επεξηγήθηκε δεν συμπεριελήφθηκαν στην πρώτη αίτηση. Στην προκείμενη περίπτωση η κατάχρηση της διαδικασίας είναι πιο έκδηλη από ότι στην υπόθεση Loukos Trading Co. Ltd κ.α. ν. Ρέιμποου Πλήτσιηγκ και Νταϊγκ Κο Λτδ
(2000)1(Β) ΑΑΔ 1014, που πιο πάνω μνημονεύεται. Καθότι εδώ έχομε μια αίτηση που αφορούσε στο ίδιο ακριβώς θέμα και που ήδη αποφασίσθηκε με μια απορριπτική απόφαση του Δικαστηρίου. Επανεξέταση του ιδίου θέματος υπό το φως των δοσμένων περιστάσεων θα συνιστούσε κατάφωρη κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας καθότι θα οδηγούσε σε ατέρμονες διαδικασίες με ανεπανόρθωτες συνέπειες στην ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων. Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με έναν άλλο λόγο, επίσης, σημαντικό για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας. Αν ο διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα της υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας, την οποία φέρει η απόφαση και όλα όσα εξυπακούει καθώς και η βεβαιότητα την οποία εισάγει στην διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου θα απωλεσθούν με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης (Βλ. Μilouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 ΑΑΔ 941). Υπό το φως των πιο πάνω η υπό κρίση αίτηση συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Το Δικαστήριο έχει καθήκον να πατάξει μια τέτοια συμπεριφορά ώστε να προστατεύσει και περιφρουρήσει το κύρος του. Όπως είδαμε πιο πάνω όταν διαστρεβλώνεται ο σκοπός της ύπαρξης μιας διαδικασίας επιβάλλεται η περιστολή της χρήσης της. Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω πως παρέλκει η εξέταση οποιουδήποτε άλλου ζητήματος. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων / Καθ' ων η αίτηση και εναντίον της Εναγόμενης 5 / Αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Κατάχρηση διαδικασίας Subject: Civil / Other Actions / Interim cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο