INORI CO LTD ν. Κυριάκου Λοϊζίδη κ.α., Αριθμός αγωγής: 5649/12, 16/7/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A204 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε. Δ. Αριθμός αγωγής: 5649/12 Μεταξύ: INORI CO. LTD, από την Ταϋλάνδη Εναγόντων και Κυριάκου Λοϊζίδη, από τη Λεμεσό LOIZIDES DOMENICO LIMITED, από τη Λεμεσό Εναγόμενων ......... Αίτηση ημερομηνίας 16.1.2013 για έκδοση συνοπτικής απόφασης ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 16.7.2013 EMΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντες-αιτητές: κ. Αντωνίου (για ν' ακούσει απόφαση κα Μιχαηλίδου) Για εναγόμενους - καθ' ων η αίτηση 1 και 2: κα Θεοδώρου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αξίωση των εναγόντων εναντίον των εναγόμενων 1 και 2 είναι για το ποσό των $30.978,20 Αμερικής και εδράζεται στα ακόλουθα γεγονότα, σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των πρώτων: Οι ενάγοντες, στον ουσιώδη χρόνο ήταν και εξακολουθούν να είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως συσταθείσα στην Ταϋλάνδη και μεταξύ άλλων ασχολούνται με την κατασκευή, πώληση και διανομή κοσμημάτων ανά το παγκόσμιο. Ο εναγόμενος 1 είναι διευθύνων σύμβουλος των εναγόμενων 2, εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και αυτοί στον ουσιώδη χρόνο μέχρι σήμερα, δεόντως συσταθείσα στην Κύπρο με έδρα τη Λεμεσό. Επειδή, όπως θα διαφανεί αργότερα έχει σημασία, το περιεχόμενο της παραγράφου 3 και μέρος της παραγράφου 4 της έκθεσης απαίτησης παρατίθεται αυτούσιο: «
- Κατόπιν γραπτών και/ή προφορικών οδηγιών και/ή εντολών και/ή παραγγελιών του Εναγόμενου 1 και/ή της Εναγόμενης 2 ξεχωριστά ή από κοινού προς την Ενάγουσα και/ή κατόπιν γραπτής και/ή προφορικής συμφωνίας ανάμεσα στους Εναγόμενους 1 και/ή 2 και την Ενάγουσα, η Ενάγουσα πώλησε προς τους Εναγόμενους 1 και/ή 2 ξεχωριστά ή από κοινού, μεταξύ της περιόδου 08/04/2010 και 14/6/2011, κοσμήματα και/ή άλλα προϊόντα τα οποία η Ενάγουσα κατασκευάζει και/ή πωλεί και/ή διανέμει, συνολικής συμφωνημένης και/ή εύλογης αξίας Δολαρίων ΗΠΑ USD 31.075,
- Για τις πιο πάνω αναφερόμενες πωλήσεις κοσμημάτων και/ή άλλων προϊόντων που πώλησε η Ενάγουσα προς τους Εναγόμενους 1 και/ή 2, η Ενάγουσα εξέδωσε και παρέδωσε προς τους Εναγόμενους 1 και/ή 2 τιμολόγια, τα οποία τιμολόγια οι Εναγόμενοι 1 και/ή 2 αποδέχθηκαν και παραδέχθηκαν ως οφειλόμενα από αυτούς κεχωρισμένα και/ή αλληλέγγυα, ως ακολούθως:» Στο υπόλοιπο μέρος της ίδιας παραγράφου, οι ενάγοντες προβαίνουν σε αναλυτική περιγραφή των 12 συνολικά επίδικων τιμολογίων, με αναφορά σε αριθμό, ημερομηνία, ποσό και τέλος στην ημερομηνία που αυτό κατέστη πληρωτέο. Σύμφωνα πάντοτε με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των εναγόντων, οι εναγόμενοι 1 και/ή 2, κατά ή περί τις 8.4.2010, τους κατέβαλαν προς μερική εξόφληση του πρώτου τιμολογίου που εξέδωσαν, το ποσό των $117,
- Αναφορικά με το συνολικό υπόλοιπο ποσό που τους οφείλουν, το οποίο, καθώς ήδη έχει αναφερθεί ανέρχεται σε $30.978,20, παρότι οχλήθηκαν από τους ενάγοντες να το ξοφλήσουν, οι οποίοι εξέδωσαν και τους παρέδωσαν και κατάσταση λογαριασμό στην οποία εμφαίνεται το εν λόγω ποσό, μολονότι το αποδέχθηκαν και παραδέχθηκαν ως οφειλόμενο προς τους ενάγοντες και παρέλαβαν και αποδέχθηκαν τα σχετικά τιμολόγια και ανέλαβαν και/ή υποσχέθηκαν να τα αποπληρώσουν και/ή ξοφλήσουν αμελούν και/ή παραλείπουν και/ή αρνούνται να συμμορφωθούν. Η αγωγή καταχωρήθηκε με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και επιδόθηκε στους εναγόμενους 1 και 2, οι οποίοι, στις 28.12.2012 καταχώρησαν εμφάνιση. Οι ενάγοντες, στις 16.1.2013 καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητούν την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον και των δύο εναγόμενων. Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.18 Θ.Θ.1(a), 2, 4, 5, 6 και 9 και Δ.48 Θ.Θ.1 μέχρι 4 και 9 και Δ.64 και τέλος, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η αίτηση εμφαίνονται στη συνημμένη ένορκη δήλωση του Yosi Shukrun, από το Ισραήλ, ημερομηνίας 11.1.2013, ο οποίος, στις παραγράφους 1, 2, 3 και 4 αυτής αναφέρει τα εξής (βλ. το τεκμήριο Β - πιστή μετάφραση της εν λόγω ένορκης δήλωσης από τα αγγλικά στα ελληνικά - στην ένορκη δήλωση της Ραφαέλας Μιχαηλίδου): «Εγώ, ο Yosi Shukrum, από το Ισραήλ, ορκίζομαι και δηλώνω τα ακόλουθα:
- Ήμουν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο και είμαι σήμερα στις υπηρεσίες της Ενάγουσας στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή, κατέχοντας κατά πάντα ουσιώδη χρόνο τη θέση του Διευθύνοντα Συμβούλου και κατέχοντας σήμερα τη θέση του Καλλιτεχνικού Διευθυντή και είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένος από την Ενάγουσα να ορκιστώ την παρούσα ένορκη δήλωση εκ μέρους της προς υποστήριξη της αίτησης της Ενάγουσας για συνοπτική απόφαση.
- Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο είχα προσωπική εμπλοκή στα γεγονότα αυτής της υπόθεσης, συγκεκριμένα ενεργώντας ως ο εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος της Ενάγουσας, ως το άτομο επικοινωνίας και ως ο εκπαιδευτής του Εναγομένου 1 στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή (εφεξής «Ο Λοϊζίδης») και συμμετέχοντας προσωπικά ο ίδιος κατά πάντα χρόνο ή έχοντας γνώση των παραγγελιών του Λοϊζίδη και της Εναγομένης 2 προς την Ενάγουσα για αγαθά, για τις οποίες παραγγελίες είχαν εκδοθεί προς τον Λοϊζίδη τιμολόγια τα οποία περιγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης της Εναγομένης. Λόγω της προσωπικής μου εμπλοκής ως ανωτέρω, τα γεγονότα αυτά εμπίπτουν στην άμεση και προσωπική μου γνώση και είναι γεγονότα τα οποία γνωρίζω πολύ καλά και είμαι ικανός να ορκιστώ θετικά αυτά τα γεγονότα προς υποστήριξη της αίτησης της Ενάγουσας για συνοπτική απόφαση.
- Έχω διαβάσει την Έκθεση Απαίτησης στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή και συμφωνώ απολύτως με το περιεχόμενο της, το οποίο διά της παρούσης επαναλαμβάνω και υιοθετώ πλήρως.
- Όπως προκύπτει από τα όσα αναφέρω στην παρούσα μου ένορκη δήλωση, γνωρίζω προσωπικά πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο Λοϊζίδης και η Εναγόμενη 2, από κοινού ή ξεχωριστά, πραγματικά και αληθώς οφείλουν το ποσό των USD30.978,20 στην Ενάγουσα ως ποσό οφειλόμενο και πληρωτέο σύμφωνα με δεόντως εκδοθέντα, παραδοθέντα και αποδεχόμενα τιμολόγια προς τον Λοϊζίδη και/ή ως οφειλόμενο υπόλοιπο του λογαριασμού της Εναγομένης 2 στην Ενάγουσα και ως αδιαμφισβήτητο ποσό το οποίο ο Λοϊζίδης και/ή η Εναγόμενη 2 έχουν αποδεχθεί ως οφειλόμενο στην Ενάγουσα και έχουν επανειλημμένα υποσχεθεί να εξοφλήσουν κάτι το οποίο δεν έχουν πράξει μέχρι σήμερα». Οι εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση, η οποία εδράζεται στους ακόλουθους λόγους: «
- Η αίτηση είναι παράτυπη και λανθασμένη.
- Ο ομνύων δεν είναι πρόσωπο το οποίο να μπορεί να ορκιστεί θετικά με τα γεγονότα και να επαληθεύσει τη βάση της αγωγής.
- Ο ομνύων δεν είναι πρόσωπο το οποίο να μπορεί να δηλώνει ρητά ότι οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 δεν έχουν υπεράσπιση στην αγωγή.
- Η παρούσα αίτηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις της Διάταξης 18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.
- Οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 έχουν καλή υπεράσπιση στην αγωγή επί της ουσίας.
- Οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 αποκαλύπτουν τέτοια γεγονότα τα οποία τους δίδουν το δικαίωμα να υπερασπιστούν την υπόθεση τους στην παρούσα αγωγή.
- Οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 δίδουν στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του Καθ' ου η Αίτηση 1 στοιχεία τα οποία είναι ικανά να αποδείξουν ότι πρέπει να παρασχεθεί το δικαίωμα στους Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 να καταχωρήσουν την Υπεράσπιση τους στην παρούσα υπόθεση.
- Η αίτηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει η ισχύουσα Νομοθεσία και Νομολογία.
- Δεν συντρέχει κανένας λόγος για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
- Η αίτηση υποβλήθηκε κακόπιστα και είναι γενική και αόριστη.
- Περαιτέρω λόγους ένστασης οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 επιφυλάσσονται να δώσουν κατά τη δικάσιμο». Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.18 Θ.Θ.1 μέχρι 9 και Δ.48 Θ.4, στη νομολογία, στις συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου και τέλος, στις γενικές αρχές του νόμου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση εμφαίνονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του εναγόμενου 1, ο οποίος, όπως αναφέρει στην παράγραφο 1 προέβη σ' αυτή και κατόπιν εξουσιοδότησης των εναγόμενων 2, των οποίων ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο και είναι μέχρι σήμερα διευθυντής. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Η αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης βασίζεται στη Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη Δ.18 Θ.1(α), η οποία αποτέλεσε αντικείμενο ανάλυσης και ερμηνείας επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο, σε σωρεία αποφάσεών του, για να επιληφθεί ένα Δικαστήριο αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης, θα πρέπει να πληρούνται τρεις προκαταρκτικές - δικαιοδοτικής φύσεως προϋποθέσεις. Ειδικότερα: (α) Το κλητήριο ένταλμα θα πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο, δυνάμει της Δ.2 Θ.
- (β) Ο εναγόμενος θα πρέπει να έχει καταχωρήσει εμφάνιση, και (γ) Η αίτηση θα πρέπει να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση προσώπου που να μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα και να επαληθεύσει το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που απαιτείται, καθώς επίσης και να δηλώνει ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. (βλ. Αθηνούλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782, The Chain Gulf Traders Ltd κ.α. ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ,
(1997)1 (B) Α.Α.Δ. 1168, Νεάρχου κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ,
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 818 κ.ο.κ.). Αν διαπιστωθεί ότι οι πιο πάνω προϋποθέσεις πληρούνται - σωρευτικά εννοείται - το δικαίωμα του ενάγοντα να αποταθεί στο δικαστήριο για έκδοση συνοπτικής απόφασης θεμελιώνεται, ενώ την ίδια ώρα, το βάρος να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν επαρκή για να του δοθεί το δικαίωμα υπεράσπισης, μετατοπίζεται στον εναγόμενο. (βλ. Kyprianides v. Ioannou
(1961)1 C.L.R. 265, Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333 κ.α.). Δεν είναι αναγκαίο να καταδειχθεί βεβαιότητα επιτυχίας μιας υπεράσπισης, αφού, μια καλή πιθανότητα επιτυχίας θα είναι αρκετή. Τα εγειρόμενα θέματα προς υπεράσπιση, θα πρέπει να δίνονται ενόρκως, με ικανές λεπτομέρειες στις οποίες στηρίζονται. (βλ. Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Ltd v. Abdul Azziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239). Καθ' όλα σχετικά είναι και όσα ακολουθούν από την εντελώς πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Κυριάκου ν. Αναστασίου, Πολιτική Έφεση Αρ. 230/2009, ημερομηνίας 22.1.2013, στην οποία με παρέπεμψε η ευπαίδευτη δικηγόρος των εναγόμενων: «.είναι γνωστό ότι η δυνατότητα που παρέχεται από τη Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προς έκδοση συνοπτικής απόφασης, αποτελεί τον επιτρεπόμενο δικονομικά τρόπο παράκαμψης της συνήθους διεξαγωγής της δίκης και κατά συνέπεια αποτελεί από αυτή την άποψη ένα εξαιρετικό μέτρο. Προσφέρεται στα πλαίσια όσο το δυνατόν γρήγορης απονομής της δικαιοσύνης εκεί όπου ο ενάγων συμμορφούμενος με τις διατάξεις της Δ.18 θ.1, μετατοπίζει το βάρος στους ώμους του εναγομένου για να αποκαλύψει καλή υπεράσπιση. Ο εναγόμενος θα πρέπει σύμφωνα με σαφή και καθιερωμένη νομολογία, να δώσει επαρκείς λεπτομέρειες προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου για να του δοθεί άδεια να υπερασπιστεί την υπόθεση. Αναμφίβολα η εξουσία του Δικαστηρίου κάτω από τη Δ.18 ασκείται με φειδώ και όπου εμφανώς τα γεγονότα που η πλευρά του εναγομένου παραθέτει μέσα από την ένσταση της, δεν αφήνουν περιθώρια για νόμιμη υπεράσπιση, (δέστε Μάρκος Νικολάου Λτδ ν. Adamko Constructions Ltd
(2005)1 Α.Α.Δ. 376). Έχει υποδειχθεί στη N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 1912 και έχει επιβεβαιωθεί εκ νέου στην υπόθεση Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 408, ότι το δικαίωμα υπεράσπισης χωρίς όρους δεν «.. ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση διαφορετικά, θα ήταν εύκολο σε σχεδόν κάθε περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς με αποτέλεσμα την αχρήστευση του.». Το τι αναμένεται από ένα εναγόμενο όταν αντιμετωπίζει αίτηση για συνοπτική απόφαση έχει διαχρονικά επιβεβαιωθεί από τη φράση «condescend upon particulars». Στο Annual Practice 1970 σελ. 127, παρ. 14/3-4/4, αναφέρονται τα εξής: «The defendant´s affidavit must "condescend upon particulars", and should, as far as possible, deal specifically with the plaintiff´s claim and affidavit, and state clearly and concisely what the defence is, and what facts are relied on as supporting it. It should also state whether the defence goes to the whole or part of the claim, and in the latter case it should specify the part. ... if a legal objection is raised, the facts and the point of law arising thereon must be clearly stated. Indeed, in all cases, sufficient facts and particulars must be given to show that there is a bona fide defence.» Αναφορικά με το σκοπό της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση, σύμφωνα με όσα έχουν αναφερθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στη Νεάρχου (ανωτέρω) αυτός είναι: «.κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόση καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18 κκ. 1 - 5, όπως αυτά εξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου.». Στην υπό κρίση αίτηση αποτελεί γεγονός ότι οι δύο πρώτες προκαταρκτικές-δικαιοδοτικής φύσεως προϋποθέσεις πληρούνται. Καθώς ήδη έχει αναφερθεί οι ενάγοντες καταχώρησαν την αγωγή τους με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, ενώ οι εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης. Προχωρώ τώρα να εξετάσω κατά πόσο ο Yosi Shukrun είναι πρόσωπο το οποίο θα μπορούσε να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα και να επιβεβαιώσει την αιτία της αγωγής, έχοντας υπόψη και τις σχετικές αρχές που διέπουν το θέμα, με αναφορά στις Δημητρίου, The Chain Gulf Traders Ltd και Νεάρχου (ανωτέρω), από την οποία (Νεάρχου) και το ακόλουθο απόσπασμα: «Η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση πρέπει να συμμορφώνεται προς ορισμένα κριτήρια π.χ. να είναι από τον ίδιο τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης, και τη βάση της αγωγής και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο Αιτητής είναι νομικό πρόσωπο τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από την εταιρεία το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει την βάση της αγωγής και το αιτούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει. (Βλ. Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Banka S.A. πιο πάνω, σελ. 136 - 138) όπου γίνεται αναφορά και σε αγγλική νομολογία)». Δε θεωρώ ότι ο ενόρκως δηλών για τους ενάγοντες είναι πρόσωπο το οποίο θα μπορούσε να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα και να επιβεβαιώσει την αιτία της αγωγής και το ποσό που απαιτείται. Ακολουθεί το σκεπτικό: Ισχυρίζεται ο ενόρκως δηλών για τους ενάγοντες στην παράγραφο 2 της δήλωσής του, ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο είχε προσωπική εμπλοκή στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, τα οποία εμπίπτουν στην άμεση και προσωπική του γνώση και είναι γεγονότα τα οποία γνωρίζει πολύ καλά και είναι ικανός να ορκιστεί θετικά γι αυτά προς υποστήριξη της υπό κρίση αίτησης. Τα όσα ακολουθούν δε νομίζω να συνάδουν με τους παραπάνω ισχυρισμούς του μάρτυρα. Ειδικότερα: Ενώ ο μάρτυρας ισχυρίζεται ότι είναι ικανός να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης, την ίδια ώρα προβαίνει σε διαζευκτικούς ισχυρισμούς συναφώς με μερικά από αυτά (τα οποία είναι και από τα πλέον σημαντικά, για σκοπούς θεμελίωσης της αξίωσης των εναγόντων) γεγονός ανεπίτρεπτο, αν ληφθεί υπόψη, ότι σε μια ένορκη δήλωση δεν επιτρέπεται η προβολή διαζευκτικών ισχυρισμών, ιδιαίτερα όταν αυτή κατατίθεται προς υποστήριξη αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Κάτι τέτοιο συμβαίνει καταρχήν, στην παράγραφο 4 της υπό αναφορά ένορκης δήλωσης, όπου ο μάρτυρας ισχυρίζεται ότι οι δύο εναγόμενοι οφείλουν στους ενάγοντες το ποσό της αξίωσής τους, από κοινού ή ξεχωριστά, ως οφειλόμενο και πληρωτέο σύμφωνα με δεόντως εκδοθέντα, παραδοθέντα και αποδεχόμενα τιμολόγια προς το Λοϊζίδη (δηλαδή τον εναγόμενο 1) και/ή ως οφειλόμενο υπόλοιπο του λογαριασμού της Εναγόμενης 2 στην Ενάγουσα και ως αδιαμφισβήτητο ποσό το οποίο ο Λοϊζίδης και/ή η Εναγόμενη 2 έχουν αποδεχθεί κ.λ.π. Από τους παραπάνω ισχυρισμούς του μάρτυρα ανακύπτουν τα ακόλουθα ερωτήματα: Καταρχήν, το ποσό της αξίωσης των εναγόντων οφείλεται από κοινού ή ξεχωριστά από τους δύο εναγόμενους; Ακολούθως, το ποσό αυτό οφείλεται βάσει τιμολογίων που εκδόθηκαν και παραδόθηκαν προς τον εναγόμενο 1, ο οποίος τα αποδέχθηκε ή αποτελεί το υπόλοιπο του λογαριασμού των εναγόμενων 2; Τέλος, ποιος ανέλαβε την εξόφλησή τους προς τους ενάγοντες; Ο εναγόμενος 1, οι εναγόμενοι 2 ή και οι δύο εναγόμενοι; Είναι φανερό από τα παραπάνω ερωτήματα, ότι ο ενόρκως δηλών για τους ενάγοντες, παρά τον περί αντιθέτου ισχυρισμό του, δεν μπορούσε να ορκιστεί θετικά ούτε για τη φύση της αξίωσης των εναγόντων καθώς και για το ύψος της, μα ούτε και ως προς το εναντίον ποιου από τους δύο εναγόμενους αυτή θα έπρεπε να είχε στραφεί. Ότι ο ενόρκως δηλών για τους ενάγοντες δεν είναι ικανό πρόσωπο το οποίο θα μπορούσε να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης, έμμεσα, το ομολογεί και ο ίδιος με όσα αναφέρει στην παράγραφο 11 της ένορκης του δήλωσης, συναφώς με το ποσό της αξίωσης των εναγόντων, για το οποίο, οι τελευταίοι ζητούν την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον και των δύο εναγόμενων. Η σχετική παράγραφος παρατίθεται αυτούσια: «Ως εκ της προσωπικής μου εμπλοκής στη συμβατική σχέση μεταξύ της Ενάγουσας από τη μια και των Εναγομένων 1 και 2 από την άλλη, γνωρίζω προσωπικά ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 έλαβαν τα Τιμολόγια, αποδέχθηκαν και αναγνώρισαν τα ποσά υπό αυτά τα τιμολόγια ως οφειλόμενα προς την Ενάγουσα και από κοινού ή ξεχωριστά ανέλαβαν να εξοφλήσουν το ποσό συνολικού ύψους USD 30.978,20, το οποίο αντιπροσωπεύει το οφειλόμενο αδιαμφισβήτητο χρέος πληρωτέο προς την Ενάγουσα, το οποίο εγώ προσωπικά γνωρίζω και πιστεύω ότι οι Εναγόμενοι 1 και/ή 2 οφείλουν και είναι υπεύθυνοι να πληρώσουν άμεσα στην Ενάγουσα.» Οι υπογραμμίσεις και η έμφαση είναι δικά μου. Το ερώτημα ποιος από τους δύο εναγόμενους οφείλει στους ενάγοντες το ποσό που αυτοί αξιώνουν εναντίον και των δύο με την υπό κρίση αίτηση, προβάλλει εντονότερα, έχοντας υπόψη τους παραπάνω ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντα, αλλά και όσα ακολουθούν, τα οποία απορρέουν από το περιεχόμενο των διαφόρων τεκμηρίων που επισυνάπτονται στην ίδια ένορκη δήλωση. Ειδικότερα: Όλα τα τιμολόγια που εξέδωσαν οι ενάγοντες επί των οποίων επιχειρούν να θεμελιώσουν την επίδικη αξίωσή τους εναντίον και των δύο εναγόμενων, τα εξέδωσαν επ' ονόματι του εναγόμενου 1 και όχι και των εναγόμενων 2. Ακολούθως, ενώ είναι γεγονός, ότι από το περιεχόμενο της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας που παραθέτουν οι ενάγοντες στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, έστω έμμεσα γίνεται παραδοχή εκ μέρους του εναγόμενου 1 του ποσού της αξίωσης των εναγόντων, η ουσία έγκειται στο εξής, το οποίο φαίνεται να παραβλέπει ο ενόρκως δηλών για τους ενάγοντες, κάτι που δεν μπορεί ασφαλώς να κάνει και το Δικαστήριο. Ενώ οι ενάγοντες με τα διάφορα ηλεκτρονικά τους μηνύματα απευθύνονται στον εναγόμενο 1, ο τελευταίος απαντά σε όλα, όχι προσωπικά, αλλά, πάντοτε εκ μέρους των εναγόμενων 2. Βλέπε τη φράση στο εντελώς πάνω μέρος των υπό αναφορά μηνυμάτων, «From: Loizides Domenico Ltd». Το γεγονός, τέλος, ότι η σχετική κατάσταση λογαριασμού που εξέδωσαν οι ενάγοντες (μέρος του τεκμηρίου 15 στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση) είναι στο όνομα των εναγόμενων 2 και το καθολικό που ετοίμασαν οι εσωτερικοί λογιστές τους (τεκμήριο 16 στην ίδια ένορκη δήλωση) παρουσιάζει και τους δύο εναγόμενους να τους οφείλουν το ποσό που αξιώνουν εναντίον τους με την αγωγή τους, επιτείνει ακόμη περισσότερο τη σύγχυση σε σχέση με το ποιος τελικά τους οφείλει το ποσό που αξιώνουν εναντίον και των δύο εναγόμενων. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να αιτιολογήσω το συμπέρασμά μου ότι ο ενόρκως δηλών για τους ενάγοντες δεν αποτελεί πρόσωπο που θα μπορούσε να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώσει τη βάση της αγωγής και το ποσό της αξίωσης των εναγόντων. Και με δεδομένο ότι καθώς ήδη έχει αναφερθεί οι τρεις προκαταρκτικές - δικαιοδοτικής φύσεως προϋποθέσεις θα πρέπει να πληρούνται σωρευτικά για σκοπούς θεμελίωσης του δικαιώματος των εναγόντων να αποταθούν στο Δικαστήριο για έκδοση συνοπτικής απόφασης, κάτι που στην προκειμένη περίπτωση δεν ισχύει, δεν τίθεται θέμα μετατόπισης βάρους στους εναγόμενους 1 και 2 για να με ικανοποιήσουν ότι έχουν καλή υπεράσπιση ή ότι αποκαλύπτουν τέτοια γεγονότα, επαρκή, για να τους δοθεί το δικαίωμα υπεράσπισης, παρότι θα μπορούσε να λεχθεί, ότι οι λόγοι για τους οποίους έχει κριθεί ότι ο ενόρκως δηλών για τους ενάγοντες δεν αποτελεί πρόσωπο το οποίο θα μπορούσε να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης, την ίδια ώρα συνιστούν επαρκή γεγονότα για να δοθεί και στους δύο εναγόμενους το δικαίωμα υπεράσπισης. Κατ' ακολουθία όλων όσων ανέφερα η αίτηση απορρίπτεται. Παρέχεται άδεια χωρίς όρους και στους δύο εναγόμενους να καταχωρήσουν υπεράσπιση εντός είκοσι ημερών. Κατά τα λοιπά να ακολουθηθούν οι Θεσμοί. Τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εναγόμενων 1 και 2 και σε βάρος των εναγόντων, τα οποία θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) . ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ-TA Subject: Civil/Other Actions /Interim Αναφορά: Πολιτική - αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο