Μιχάλη Ιωάννου ν. Τηλέμαχου Βασιλειάδη, Γενική Αίτηση: 448/12, 3/7/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A189 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Γενική Αίτηση: 448/12 Μεταξύ: Μιχάλη Ιωάννου, από την Λεμεσό Αιτητές και Τηλέμαχου Βασιλειάδη, από την Λεμεσό Καθ' ων η αίτηση ...................... Ημερομηνία: 3.7.13 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κα Έλ. Ιωάννου Για τον Καθ' ου η αίτηση: κ. Π. Μιχαηλίδης για κκ Ν. Ε. Νεοκλέους ΔΕΠΕ (για να ακούσει την απόφαση η κα Ά. Αδρατζιώτη) Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την έκδοση της παρούσης απόφασης αποτέλεσε αίτηση που υπεβλήθη υπό του Αιτητή εναντίον του Καθ' ου η αίτηση με την οποία ζητείται η άδεια του Δικαστηρίου για εγγραφή στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού για σκοπούς εκτέλεσης της απόφασης της Επιτροπής Καθορισμού Δικηγορικής Αμοιβής του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, από τώρα και στο εξής «η Επιτροπή», η οποία εκδόθηκε στις 3.12.11 στα πλαίσια της αίτησης με αριθμό 140/08 που καταχωρήθηκε από τον Αιτητή εναντίον του Καθ' ου η αίτηση ενώπιον της Επιτροπής, από τώρα και στο εξής «η απόφαση». Η αίτηση στηρίζεται στους Περί Ελαχίστων Ορίων Αμοιβής των Ασκούντων Δικηγορία (Εξωδικαστηριακές Υποθέσεις) Κανονισμούς του 1985 - 1999, από τώρα και στο εξής «οι Κανονισμοί», άρθρα 14
(1), 16(Α)
(1)
(2)
(3), στην Δ.47, Δ.48, θθ.1-3 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, στον Περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ. 4, άρθρα 2 και 21, την πρακτική και τις εξουσίες του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από ένορκο δήλωση του Αιτητή. Η υπό κρίση αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση του Καθ' ου η αίτηση. Με Ειδοποίηση Ένστασης στην οποία παρατίθενται εννέα λόγοι ένστασης ο Καθ' ου η αίτηση ενίσταται στην έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Σύμφωνα με την ένορκο δήλωση του Αιτητή που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση η Επιτροπή πιστοποίησε και καθόρισε την αμοιβή του Αιτητή στο ποσό των Ευρώ 8.301,81 σεντ πλέον 15% ΦΠΑ ως εύλογο και δίκαιο ποσό αμοιβής για τις εξωδικαστηριακές υπηρεσίες και διευκολύνσεις που ο Αιτητής είχε προσφέρει στον Καθ' ου η αίτηση. Η Επιτροπή διέταξε, επίσης, τον Καθ' ου η αίτηση να καταβάλει ποσό Ευρώ 500,00 σεντ ως έξοδα διαδικασίας. Το ποσό αυτό πληρώθηκε από τον Αιτητή προς τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο και ο Αιτητής δικαιούται να το εισπράξει από τον Καθ' ου η αίτηση. Ο Αιτητής απέστειλε επιστολή προς τον Καθ' ου η αίτηση ημερομηνίας 27.4.12 με την οποία ζητούσε από τον τελευταίο όπως εντός 15 ημερών από της λήψης της καταβάλει στον Αιτητή το οφειλόμενο ποσό πλην όμως ο Καθ' ου η αίτηση δεν ανταποκρίθηκε και παραλείπει μέχρι σήμερα να πληρώσει. Η εν λόγω επιστολή επιδόθηκε στον Καθ' ου η αίτηση στις 30.4.12 με ιδιώτη επιδότη. Η απόφαση είναι τελεσίδικη και το εξ' αποφάσεως χρέος δεν έχει μέχρι σήμερα εξοφληθεί. Με την υπό κρίση αίτηση ζητείται η εγγραφή της και όπως αυτή «εκτελεσθεί με την προβλεπόμενη διαδικασία και τους τρόπους εκτέλεσης όπως ισχύει και στις άλλες αποφάσεις του Επαρχιακού Δικαστηρίου». Στην ένορκο δήλωση του Αιτητή που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση επισυνάπτονται ως τεκμήρια τα ακόλουθα έγγραφα: φωτοαντίγραφο της απόφασης - Τεκμήριο Α - και φωτοαντίγραφο ένορκης δήλωσης ιδιώτη επιδότη ημερομηνίας 2.5.12 - Τεκμήριο Β - με την οποία βεβαιούται ότι στις 30.4.12 επιδόθηκε στον Καθ' ου η αίτηση η επιστολή του Αιτητή ημερομηνίας 27.4.12. Στην εν λόγω ένορκο δήλωση επισυνάπτονται αντίγραφο της πιο πάνω επιστολής καθώς και της απόφασης η οποία σύμφωνα με την επιστολή επισυνάπτεται στην τελευταία. Είναι η θέση του Καθ' ου η αίτηση ότι για τους λόγους που αυτός αναφέρει στην ένορκό του δήλωση που υποστηρίζει την Ειδοποίηση Ένστασης η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα υπέρ του Καθ' ου η αίτηση: Ο Αιτητής δεν ήρθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια καθότι εξασφάλισε την απόφαση αποκρύβοντας από την Επιτροπή ουσιώδη γεγονότα. Συγκεκριμένα και ενώ είχε ενημερωθεί μέσω τηλεομοιότυπου από τον συνάδελφό του που εκπροσωπούσε τον Καθ' ου η αίτηση ότι ο τελευταίος θα απουσίαζε από την συνεδρία της Επιτροπής για λόγους ασθενείας, ο Αιτητής προχώρησε στην εκδίκαση της υπόθεσης και, μάλιστα, ισχυριζόμενος ότι δεν είχε λάβει οποιαδήποτε ενημέρωση από τον συνάδελφό του ή από τον ίδιο τον Καθ' ου η αίτηση. Επισυνάπτεται από τον Καθ' ου η αίτηση κατάσταση αποσταλθέντων τηλεομοιότυπων από το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπούσε τον Καθ' ου η αίτηση - Τεκμήριο Α. Σύμφωνα με τον Καθ' ου η αίτηση σχετικό τηλεομοιότυπο στάλθηκε από το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπούσε τον Καθ' ου η αίτηση στις 2.12.11, ήτοι την προηγούμενη της προγραμματισμένης ημέρας για ακρόαση, και ώρα 16:52 ενώπιον της Επιτροπής, και δύο λεπτά ενωρίτερα στην Επιτροπή ενημερώνοντας και την ίδια για την ενδεχόμενη απουσία του λόγω σοβαρού ιατρικού προβλήματος Ως Τεκμήριο Β επισυνάπτεται φωτοαντίγραφο βεβαίωσης του ιατρού Γιώργου Ζαβρού, ενδοκρινολόγου-διαβητολόγου, ημερομηνίας 29.11.11 η οποία αφορά στον Καθ' ου η αίτηση και με το οποίο συνίσταται κατ' οίκον ανάπαυση για μια εβδομάδα Ο Αιτητής προωθεί την υπό κρίση αίτηση καταχρηστικά και καταπιεστικά. Η αμοιβή που πιστοποιήθηκε από την Επιτροπή αφορούσε αγοραπωλητήριο έγγραφο ακινήτου, από τώρα και στο εξής «το ακίνητο», στην κατάρτιση, όμως, του οποίου ο Αιτητής δεν συμμετείχε. Το αγοραπωλητήριο έγγραφο καταρτίσθηκε από τους δικηγόρους των αγοραστών και ο Καθ' ου η αίτηση ουδέποτε είχε ζητήσει ή δώσει οδηγίες στον Αιτητή να του ετοιμάσει αγοραπωλητήριο έγγραφο για την πώληση του ακινήτου ή για οτιδήποτε άλλο που αφορούσε στο ακίνητο. Συναφώς ο Καθ' ου η αίτηση δεν υπέγραψε οποιοδήποτε έγγραφο που να διορίζει τον Αιτητή ως δικηγόρο του. Οι σχέσεις δε και η συνεργασία μεταξύ του Αιτητή και του Καθ' ου η αίτηση είχαν διακοπεί το έτος 2007 και πριν την πώληση και μεταβίβαση του ακινήτου στους αγοραστές του. Έκτοτε ο Καθ' ου η αίτηση δεν είχε τηλεφωνικές επικοινωνίες με τον Αιτητή, ούτε και επισκέφθηκε ποτέ το δικηγορικό γραφείο του Αιτητή. Το αγοραπωλητήριο δε που κατατέθηκε είναι αυτό που ετοιμάσθηκε από τους δικηγόρους των αγοραστών και όχι αυτό που δήθεν ετοίμασε ο Αιτητής. Όταν ο Καθ' ου η αίτηση εξέφρασε την πρόθεσή του να πωλήσει το ακίνητο ο Αιτητής εξέφρασε την δυσαρέσκειά του που δεν θα συμμετείχε και ο ίδιος στην πώλησή του ως δικηγόρος. Μια μέρα, λοιπόν, ο Αιτητής ζήτησε από τον Καθ' ου η αίτηση να ρίξει μια ματιά στο αγοραπωλητήριο έγγραφο που είχε ετοιμασθεί από τον δικηγόρο των αγοραστών. Το πιο πάνω περιστατικό έλαβε χώρα στον διάδρομο της πολυκατοικίας όπου εδρεύει τόσο το δικηγορικό γραφείο του Αιτητή όσο και το δικηγορικό γραφείο του δικηγόρου των αγοραστών που είχαν ετοιμάσει το αγοραπωλητήριο Ούτε οι αγοραστές είχαν οποιεσδήποτε συναντήσεις με τον Αιτητή. Αν ο Αιτητής είχε προβεί σε έρευνες ή μελέτες, αυτές δεν αφορούσαν την υπόθεση του Καθ' ου η αίτηση Και ο ίδιος ο Αιτητής αναφέρει ότι το αγοραπωλητήριο έγγραφο το οποίο δήθεν ετοιμάσθηκε από τον ίδιο δεν υπεγράφη από κανένα μέρος της σύμβασης, η δε μεταβίβαση έγινε μεταγενέστερα της ημερομηνίας που υποτίθεται ότι ο Αιτητής είχε διευθετήσει για να υπογραφεί το έγγραφο και από τα δύο μέρη Οι χρεώσεις του Αιτητή έγιναν για την σύνταξη του αγοραπωλητήριου εγγράφου, ήτοι για υποτιθέμενες εργασίες ο Αιτητής όφειλε να γνωρίζει ότι πρέπει να αποφεύγει την παροχή συμβουλών μέσω τηλεφώνου ο Αιτητής δεν ενημέρωσε εκ των προτέρων τον Καθ' ου η αίτηση για τον τρόπο καθορισμού της αμοιβής του. Από αυτό προκύπτει ότι ο Αιτητής προώθησε την υπό κρίση αίτηση με δόλιο τρόπο και εκδικητικά αφού ουδέποτε έδωσε στον Καθ' ου η αίτηση τιμολόγια ή οποιοδήποτε τιμολόγιο. Σημειώνεται ότι όπως από την απόφαση προκύπτει οι ισχυρισμοί που ο Αιτητής πρόβαλε ενώπιον της Επιτροπής αναφορικά με το θέμα της αμοιβής του διαφέρουν άρδην από τις θέσεις που ο Καθ' ου η αίτηση προωθεί με την ένστασή του. Στην υπόθεση Μοντάνιος & Μοντάνιος ν. Αρτέμιδος Κωνσταντίνου Τουμαζή κ.α.
(2005)1 ΑΑΔ 333 η Επιτροπή Καθορισμού Δικηγορικής Αμοιβής του Παγκύπριου Δικηγορικού Συμβουλίου πιστοποίησε οφειλόμενη από τους εφεσίβλητους προς τους εφεσείοντες, που ήταν δικηγόροι, αμοιβή για διάφορες εξωδικαστηριακές υπηρεσίες που οι δεύτεροι είχαν προσφέρει στους πρώτους. Την απόφαση της Επιτροπής οι εφεσείοντες επεδίωξαν με αίτησή τους στο Επαρχιακό Δικαστήριο να παραμερίσουν ως λανθασμένη και/ή χωρίς αιτιολογία. Το Επαρχιακό Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας. Το Επαρχιακό Δικαστήριο έκρινε ότι ο Κανονισμός 16(Α) των Κανονισμών καλύπτει μόνο το πεδίο εγγραφής και εκτέλεσης της απόφασης της Επιτροπής χωρίς να δίδεται σε αυτό εξουσία αναθεώρησής της. Οι εφεσείοντες εφεσίβαλαν την απόφαση στηριζόμενοι, όπως και πρωτόδικα, στον Κανονισμό 16(Α)
(1)των Κανονισμών. Υποστήριξαν ότι η αναφορά στον πιο πάνω Κανονισμό ότι οι αποφάσεις της Επιτροπής «υπέχουν θέση Διαιτητικών αποφάσεων» τις καθιστά αποφάσεις διαιτητικών δικαστηρίων με συνακόλουθη την εφαρμογή των διατάξεων του Περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, και ειδικότερα του άρθρου 20, το οποίο παρέχει δικαιοδοσία στο Δικαστήριο για παραμερισμό απόφασης του διαιτητή. Οι σχετικές πρόνοιες των Κανονισμών προνοούν τα ακόλουθα: «14
(1)Κάθε δικηγόρος δύναται να ζητήσει πιστοποίηση της αμοιβής του από το Παγκύπριο Δικηγορικό Συμβούλιο .............................................................. ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... «16Α
(1)Οι αποφάσεις της Επιτροπής αυτής υπέχουν θέση Διαιτητικών αποφάσεων ή αποφάσεων Διαιτητού και οιοσδήποτε από τους διαδίκους έχει το δικαίωμα να ζητήσει με αίτησή του στο Επαρχιακό Δικαστήριο την εγγραφή τους και επίσης όπως αυτές εκτελεστούν με την προβλεπόμενη διαδικασία και τους τρόπους εκτέλεσης, όπως ισχύει και στις άλλες αποφάσεις των Επαρχιακών Δικαστηρίων.
(2)Οι αποφάσεις της Επιτροπής Εξωδικαστηριακής Αμοιβής θα είναι τοκοφόρες και η Επιτροπή θα έχει δικαίωμα να διατάξει όπως επιδικασθούν και τόκοι στο ψηφισθέν ποσόν ως ο εκάστοτε ισχύον περί τόκου Νόμος της Δημοκρατίας και όπως ακριβώς οι δικαστικές αποφάσεις.
(3)Η Επιτροπή έχει το δικαίωμα όπως διατάξει οποιονδήποτε από τους διαδίκους να πληρώσει τα έξοδα της ενώπιόν της διαδικασίας, καθώς επίσης να επιδικάσει έξοδα για οιονδήποτε περαιτέρω ή επιπλέον εργασία». Σύμφωνα με το Εφετείο η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο Κανονισμός 16(Α) αναφέρεται μόνο στην εγγραφή και εκτέλεση των αποφάσεων της Επιτροπής ήταν ορθή. Λέχθηκε ότι ο εν λόγω Κανονισμός προσδιορίζει με σαφήνεια τα ζητήματα που ρυθμίζει. Ο τίτλος δε του Κανονισμού είναι ενδεικτικός σε ό,τι ο νομοθέτης ήθελε να ρυθμίσει. Αν σκοπός του νομοθέτη ήταν οι αποφάσεις της Επιτροπής να υπέχουν θέση αποφάσεων κατ' εφαρμογή του Κεφ. 4 και του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, όπως τροποποιήθηκε, δεν υπήρχε λόγος αναφοράς μόνο σε εγγραφή και εκτέλεση των αποφάσεων. Λέχθηκε, επίσης, ότι ούτε το άρθρο 30.2 του Συντάγματος, στο οποίο, επίσης, στηρίχθηκαν οι εφεσείοντες για να ενισχύσουν τη θέση τους, βοηθούσε. Το εν λόγω άρθρο ρητά αναφέρεται σε αποφάσεις Δικαστηρίων που ιδρύονται διά Νόμου και με κανένα τρόπο δεν μπορούν αποφάσεις της Επιτροπής, τα μέλη της οποίας εκλέγονται, να ενταχθούν στις αποφάσεις του πιο πάνω άρθρου του Συντάγματος για μόνο τον λόγο ότι για σκοπούς εκτέλεσης αυτές εγγράφονται ως διαιτητικές αποφάσεις. Στην Πολιτική Αίτηση 64/07 των Cyllenius Holdings Ltd και Άλλων
(2008)1 ΑΑΔ 272 οι αιτητές επιδίωξαν για διάφορους λόγους να προσβάλουν και ακυρώσουν την απόφαση της Επιτροπής με προνομιακό ένταλμα τύπου certiorari με την οποία είχε καθορισθεί η εξωδικαστηριακή δικηγορική αμοιβή των δικηγόρων που ενεργούσαν εκ μέρους τους. Οι βασικοί λόγοι για τους οποίους δόθηκε στους αιτητές η απαιτούμενη άδεια ήταν οι ακόλουθοι: (α) η απόφαση είχε ληφθεί κατά παράβαση του άρθρου 30 του Συντάγματος, αφού στερούσε στους Αιτητές του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο, (β) υπήρχε παραβίαση του άρθρου 28 του Συντάγματος για το λόγο ότι οι αιτητές είχαν τύχει δυσμενούς μεταχείρισης, αφού για τον υπολογισμό της αμοιβής των υπηρεσιών που προσφέρει οποιοσδήποτε άλλος πολίτης αρμόδια να αποφασίσουν είναι τα Επαρχιακά Δικαστήρια, ενώ στην παρούσα περίπτωση διδόταν αρμοδιότητα στην Επιτροπή, (γ) είχε παραβιασθεί το δικαίωμά τους για δίκαιη δίκη και (δ) δεν υπήρχε άλλο ένδικο μέσο που θα μπορούσαν να ακολουθήσουν. Αναφορικά με το τελευταίο ο ευπαίδευτος συνήγορος των αιτητών με αναφορά στην υπόθεση Μοντάνιος & Μοντάνιος ν. Αρτέμιδος Κωνσταντίνου Τουμαζή κ.α.
(2005)1 ΑΑΔ 333, που πιο πάνω μνημονεύεται, προώθησε το επιχείρημα ότι κατά την εγγραφή της απόφασης η εξουσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου για έλεγχο δεν υπάρχει, αφού η αρμοδιότητα της είναι δέσμια. Έτσι, αν ζητείτο εγγραφή και εκτέλεση της απόφασης από το Επαρχιακό Δικαστήριο η παρουσία των αιτητών θα ήταν μόνο τυπική. Το Ανώτατο Δικαστήριο υπό την μονομελή του σύνθεση διαφώνησε με το πιο πάνω επιχείρημα. Λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όπως προκύπτει από τους σχετικούς Κανονισμούς, βάσει του Κανονισμού 14, το Παγκύπριο Δικηγορικό Συμβούλιο πιστοποιεί την αμοιβή, όταν του ζητηθεί. Για σκοπούς δε διευκόλυνσης εφαρμογής των Κανονισμών, όπως ορίζεται στον Κανονισμό 16, ιδρύεται Επιτροπή Καθορισμού Δικηγορικής Αμοιβής. O Κανονισμός 16Α εξομοιώνει τις αποφάσεις της Επιτροπής με τις διαιτητικές αποφάσεις καθορίζοντας ότι «υπέχουν θέση Διαιτητικών αποφάσεων ή αποφάσεων Διαιτητού» και μπορεί να εγγραφούν στο Επαρχιακό Δικαστήριο και να εκτελεσθούν με βάση την προβλεπόμενη διαδικασία και τους τρόπους εκτέλεσης, όπως όλες οι άλλες αποφάσεις των Επαρχιακών Δικαστηρίων. .......................................................................................................................... Διαφωνώ με την πιο πάνω θέση, αφού κατά την άποψη μου, η θέση αυτή προκύπτει από λανθασμένη ερμηνεία της πιο πάνω απόφασης .......................................................................................................................... Είναι προφανές από τα πιο πάνω ότι, το τι αποφασίστηκε, είναι ότι οι αποφάσεις της Επιτροπής δεν υπέχουν θέση αποφάσεων με βάση τον περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ.4 και τον περί Δικαστηρίων Νόμο, ώστε να ισχύουν οι πρόνοιες που αφορούν διαιτητικές αποφάσεις. Είναι η άποψη μου ότι, εάν οι Καθ΄ων η Αίτηση αιτηθούν την εγγραφή για εκτέλεση της επίδικης απόφασης, τότε οι αιτητές θα μπορούσαν να εμφανισθούν ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου και η εμφάνιση τους αυτή δεν θα ήταν τυπική αλλά θα μπορούσαν να προβάλουν όλα τα επιχειρήματά τους και τους ισχυρισμούς τους για παρανομία, τόσο όσον αφορά τις συνταγματικές πρόνοιες στις οποίες βασίζουν τη θέση τους, όσο και τον ισχυρισμό τους για την ακυρότητα των Κανονισμών. Σε τέτοια περίπτωση, το Επαρχιακό Δικαστήριο θα μπορούσε να εγγράψει την απόφαση μόνο αν θα απέρριπτε τις θέσεις και τα επιχειρήματα των Αιτητών. Το γεγονός ότι δεν ισχύουν οι πρόνοιες που αφορούν τον παραμερισμό Διαιτητικής απόφασης, σε αυτή την περίπτωση δεν αποκλείει το Δικαστήριο, ασχέτως των προνοιών αυτών και χωρίς να βασίζεται σε αυτές, να κρίνει κατά πόσο θα πρέπει να εγγραφεί ή όχι η απόφαση. Οι Καθ' ων η Αίτηση, μόνο με την εγγραφή της απόφασης θα μπορούσαν να προβούν σε εκτέλεση. Χωρίς αυτή, θα μπορούσαν βεβαίως να εγείρουν αγωγή εναντίον των Αιτητών, αξιούντες εύλογη αμοιβή για την εξωδικαστηριακή εργασία που τους πρόσφεραν. Το εύλογο δε της αμοιβής θα μπορούσε να αποφασισθεί, έχοντας ως κριτήριο τις προνοούμενες στους Κανονισμούς αμοιβές, καθώς και το ποσόν της πιστοποίησης, κάτι που θα μπορούσε να δοθεί ως μαρτυρία προς υποστήριξη της αξίωσής τους. Χωρίς όμως την εγγραφή, δεν θα μπορούσε η πιστοποίηση να αποτελέσει η ίδια τη βάση της αγωγής και της απαίτησης εναντίον των Αιτητών. Κρίνω, κατά συνέπεια, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση της Επιτροπής δεν ήταν οριστική και τελική πράξη, που καθόριζε και επηρέαζε τελεσίδικα τα δικαιώματα των διαδίκων. Η τελική πράξη θα ήταν η εγγραφή της απόφασης. (Δέστε, κατ' αναλογία, Pugachev
(2006)1 Α.Α.Δ. 353). Είναι για τους πιο πάνω λόγους που έχω καταλήξει ότι η αίτηση είναι πρόωρη και θα πρέπει να απορριφθεί». Από το πιο πάνω απόσπασμα προκύπτει ότι το στάδιο της εγγραφής είναι το κατάλληλο για να εγείρει ο Καθ' ου η αίτηση τους λόγους και τα επιχειρήματα του που δικαιολογούν σύμφωνα με τον ίδιο τις θέσεις του. Αυτό, όμως, που κατά την κρίση μου πρωτίστως θα πρέπει να εξετασθεί είναι το δικαιολογημένο της απουσίας του Καθ' ου η αίτηση από την ορισθείσα ενώπιον της Επιτροπής δικάσιμο της 3.12.
- Στην παράγραφο 2(α) της ένορκης δήλωσης του Καθ' ου η αίτηση που υποστηρίζει την ένσταση προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι ο Αιτητής ενημερώθηκε μέσω τηλειομοιότυπου από τον δικηγόρο που εκπροσωπούσε τον Καθ' ου η αίτηση για την αδυναμία του τελευταίου να παρουσιασθεί ενώπιον της Επιτροπής κατά την δικάσιμο της 3.12.
- Στην επόμενη, όμως, παράγραφο, ήτοι την 2(β), η αναφορά για αποστολή τηλεομοιότυπων δεν περιλαμβάνει αναφορά σε αποστολή τηλεομοιότυπου στον Αιτητή. Στην εν λόγω παράγραφο γίνεται αναφορά σε αποστολή τηλεομοιότυπου ενώπιον της Επιτροπής κατά την 2.12.11 και ώρα 16:52 και σε αποστολή τηλεομοιότυπου ενώπιον και πάλι της Επιτροπής κατά την ίδια ημέρα και δύο λεπτά ενωρίτερα. Σε κανένα σημείο της εν λόγω παραγράφου δεν γίνεται αναφορά σε αποστολή τηλεομοιότυπου προς τον Αιτητή. Συνεπώς τα όσα ο Καθ' ου η αίτηση διατείνεται στην παράγραφο 2(α) της ένορκής του δήλωσης για ενημέρωση του Αιτητή δεν υποστηρίζονται από την παράγραφο 2(β) αυτής. Δεν μου διαφεύγει ότι οι αποστολές κατά τις ώρες 16:50 και 16:52 είχαν, όπως προκύπτει από το Τεκμήριο Α που επισυνάπτεται στην ένορκο δήλωση του Καθ' ου η αίτηση, αποδέκτη δύο διαφορετικούς αριθμούς φαξ. Η αποστολή κατά την ώρα 16:50 είχε αποδέκτη τον αριθμό 22873013 και η αποστολή κατά την ώρα 16:52 τον αριθμό
- Από το Τεκμήριο Β στην ένορκο δήλωση του Αιτητή προκύπτει ότι ο τελευταίος αριθμός είναι ο αριθμός φαξ του δικηγορικού γραφείου του Αιτητή κατά την 27.4.12, ήτοι κατά τον χρόνο σύνταξης της επιστολής του προς τον Καθ' ου η αίτηση, αναφορά στην οποία γίνεται στην παράγραφο 3 της ένορκής του δήλωσης. Δεν θεωρώ σκόπιμο να αποφασίσω αν η επιστολή που σύμφωνα με την παράγραφο 2(α) της ένορκης δήλωσης του Καθ' ου η αίτηση είχε αποσταλεί από το δικηγορικό γραφείο του δικηγόρου του Καθ' ου η αίτηση στον Αιτητή είχε όντως αποσταλεί ή παραληφθεί από τον Αιτητή. Καθότι κατά την κρίση μου το θέμα δεν θα κριθεί από το αν ο Αιτητής ενημερώθηκε για την αδυναμία του Καθ' ου η αίτηση να παρουσιασθεί ενώπιον της Επιτροπής κατά την δικάσιμο της 3.12.11 και αν αναληθώς υποστήριξε ενώπιον της Επιτροπής ότι δεν είχε ενημερωθεί. Βεβαίως, αν η υπό του Καθ' ου η αίτηση ισχυριζόμενη συμπεριφορά του Αιτητή αληθεύει αυτή είναι αναμφίβολα κατακριτέα. Όμως, δεν θα υπεισέλθω στην εξέταση του πιο πάνω ζητήματος. Και αυτό γιατί το ζήτημα τούτο δεν είναι σχετικό με το ζήτημα που το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει και που είναι, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, το δικαιολογημένο της απουσίας του Καθ' ου η αίτηση κατά την δικάσιμο της 3.12.
- Ό,τι για το υπό συζήτηση ζήτημα έχει σημασία είναι ότι το βάρος για την απόδειξη ικανοποιητικού λόγου για την απουσία του Καθ' ου η αίτηση και του δικηγόρου του από την δικάσιμο της 3.12.11 ή για την αναβολή της εν λόγω δικασίμου ήταν στους ώμους του Καθ' ου η αίτηση και δεν μετατίθετο στον Αιτητή. Όφειλε ο ίδιος ο Καθ' ου η αίτηση να δείξει ικανοποιητικό λόγο για την απουσία είτε του ιδίου είτε του δικηγόρου του κατά την ημέρα της ακρόασης και όχι να αναμένει από τον αντίδικό του να αποδείξει προς όφελός του αυτό για το οποίο ο ίδιος είχε το βάρος απόδειξης. Επομένως, και αν ακόμα αποδεχόμουν ότι ο Αιτητής είχε ενημερωθεί από τον δικηγόρο του Καθ' ου η αίτηση για την αδυναμία του πελάτη του να παραστεί ενώπιον της Επιτροπής κατά την δικάσιμο της 3.12.11 και αναληθώς υποστήριξε ενώπιον της Επιτροπής ότι δεν είχε έτσι ενημερωθεί, αυτό δεν θα πρόσθετε οτιδήποτε σε ό,τι ο Καθ' ου η αίτηση οφείλει να αποδείξει στα πλαίσια της παρούσης διαδικασίας. Ότι, δηλαδή, η απουσία του από την εν λόγω δικάσιμο ήταν δικαιολογημένη. Δέχομαι ότι ο Καθ' ου η αίτηση εμποδιζόταν για λόγους υγείας να εμφανισθεί ενώπιον της Επιτροπής κατά την δικάσιμο της 3.12.
- Σύμφωνα με το Τεκμήριο Β, το οποίο φέρει ημερομηνία 29.11.11 και το οποίο δεν αμφισβητήθηκε από τον Αιτητή, συνεστήθη στον Καθ' ου η αίτηση κατ' οίκον ανάπαυση για περίοδο μιας εβδομάδας. Αφ' ης στιγμής, όμως, ο Καθ' ου η αίτηση σύμφωνα και με τους ισχυρισμούς του εκπροσωπείτο από δικηγόρο, κάτι το οποίο προκύπτει ευκρινώς και μέσα από τον ισχυρισμό του ότι τα τηλεομοιότυπα απεστάλησαν από το γραφείο του δικηγόρου του, κρίνω πως η απουσία του από την δικάσιμο της 3.12.11 διά της μη εκπροσώπησής του από τον δικηγόρο του που τον εκπροσωπούσε δεν μπορεί να κριθεί ως δικαιολογημένη αφού συν τοις άλλοις κανένας λόγος δεν προβλήθηκε που να δικαιολογεί γιατί ο δικηγόρος του που τον εκπροσωπούσε δεν είχε εμφανισθεί την πιο πάνω ημέρα ενώπιον της Επιτροπής για τον Καθ' ου η αίτηση. Το γεγονός ότι ο Καθ' ου η αίτηση αδυνατούσε για λόγους υγείας να παραστεί ενώπιον της Επιτροπής δεν τον απάλλασε από την υποχρέωση να εκπροσωπηθεί μέσω του δικηγόρου του. Επίσης, ο Καθ' ου η αίτηση διατείνεται ότι ο δικηγόρος του ενημέρωσε την Επιτροπή για την αδυναμία του πελάτη του να εμφανισθεί ενώπιόν της στις 3.12.
- Από την απόφαση, όμως, της Επιτροπής προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν είχε τύχει τέτοιας ενημέρωσης. Στην πρώτη παράγραφο της απόφασης αναφέρεται ότι ο Καθ' ου η αίτηση είχε ειδοποιηθεί δεόντως και προσηκόντως για την ακρόαση της 3.12.
- Εντούτοις, δεν είχε παρουσιασθεί είτε ο ίδιος, είτε ο δικηγόρος του. Στην δεύτερη παράγραφο και, προδήλως, στην προσπάθειά της η Επιτροπή να εξακριβώσει αν ο Αιτητής είχε τύχει οποιασδήποτε ενημέρωσης είτε από τον Καθ' ου η αίτηση είτε από τον δικηγόρο του ενόψει του ότι, προδήλως, αυτή δεν είχε οποιαδήποτε ενημέρωση, αναφέρεται ότι ο Αιτητής δεν είχε λάβει οποιαδήποτε ειδοποίηση από τον δικηγόρο του Καθ' ου η αίτηση ότι δεν θα παρουσιαζόταν είτε εκείνος είτε ο Καθ' ου η αίτηση κατά την δικάσιμο της 3.12.
- Προκύπτει, δηλαδή, ότι παρά τον ισχυρισμό του Καθ' ου η αίτηση ότι ο δικηγόρος του ενημέρωσε την Επιτροπή καμίας τέτοιας ενημέρωσης δεν είχε τύχει η Επιτροπή. Για σκοπούς συζήτησης και μόνο δεν παραγνωρίζω το ενδεχόμενο όπως το τηλεομοιότυπο, αν αυτό εστάλη από τον δικηγόρο του Καθ' ου η αίτηση, απεστάλη μεν στην Επιτροπή πλην όμως για κάποιο λόγο η Επιτροπή να μην έλαβε γνώση τούτου. Ό,τι έχει σημασία για το υπό συζήτηση ζήτημα είναι ότι ο ισχυρισμός του Καθ' ου η αίτηση για ενημέρωση της Επιτροπής δεν είναι αρκούντως θετικός. Και αν ακόμα αποδεχθώ ότι το περιεχόμενο του Τεκμηρίου Α στην ένορκο δήλωση του Καθ' ου η αίτηση είναι γνήσιο και αληθές είναι σημασίας το ότι καμία αναφορά δεν γίνεται στην ένορκο δήλωση του Καθ' ου η αίτηση σε ποιο αριθμό φαξ απεστάλη το τηλεομοιότυπο που σύμφωνα με τον Καθ' ου η αίτηση απεστάλη από τον δικηγόρο του στην Επιτροπή. Δεν είναι αρκετό να ισχυρίζεται ο Καθ' ου η αίτηση ότι απεστάλη στην Επιτροπή τηλεομοιότυπο με φαξ και στην ένορκό του δήλωση να μην κάνει οποιαδήποτε αναφορά στον αριθμό φαξ στον οποίο σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του απεστάλη η επιστολή από τον δικηγόρο του. Και ακολούθως να καλεί το Δικαστήριο να καταλήξει σε συμπέρασμα ότι η επιστολή που σύμφωνα με το Τεκμήριο Α στην ένορκό του δήλωση στάλθηκε η ώρα 16:50 στάλθηκε στην Επιτροπή. Όφειλε και να αναφέρει ενόρκως ότι ο αριθμός 22873013 είναι ο αριθμός φαξ της Επιτροπής. Καμία, όμως, τέτοια αναφορά δεν υπάρχει στην ένορκό του δήλωση. Όφειλε, επίσης, να δηλώσει πώς ο δικηγόρος του έλαβε γνώση για τον πιο πάνω αριθμό ή με ποιο τρόπο τον βρήκε. Συναφώς δεν υπάρχει οποιαδήποτε δήλωση στην ένορκο δήλωση του Καθ' ου η αίτηση που να αναφέρει πώς βεβαιώθηκε ο δικηγόρος του για το ορθό του πιο πάνω αριθμού. Το κυριότερο, όμως, είναι ότι δεν επισυνάπτεται η επιστολή που σύμφωνα με τον Καθ' ου η αίτηση ο δικηγόρος του απέστειλε προς την Επιτροπή. Το περιεχόμενο της επιστολής αυτής όφειλε να παρουσιασθεί για να έχει το ίδιο το Δικαστήριο γνώση για το τι ενημέρωσε, σύμφωνα με τον Καθ' ου η αίτηση, ο δικηγόρος του την Επιτροπή. Τέλος, ο Καθ' ου η αίτηση στην παράγραφο 1 της ένορκής του δήλωσης αναφέρει ότι έχει προσωπική γνώση των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης. Αν αυτό σημαίνει ότι έχει προσωπική γνώση και για τα όσα αναφέρει στην ένορκό του δήλωση αναφορικά με την αποστολή του τηλεομοιότυπου προς την Επιτροπή τότε δεν είναι ειλικρινής καθότι εκ των πραγμάτων στερείται μιας τέτοιας προσωπικής γνώσης. Είναι σημαντική, πάντως, η απουσία οποιουδήποτε ισχυρισμού στην ένορκό του δήλωση ότι τα όσα για το υπό συζήτηση ζήτημα αναφέρει στην ένορκό του δήλωση τα έχει πληροφορηθεί από τον δικηγόρο του. Το σημαντικότερο δε είναι ότι σε κανένα σημείο της ένορκής του δήλωσης δεν δηλώνει την πεποίθησή του ότι τα όσα επί του προκειμένου έχει πληροφορηθεί από τον δικηγόρο του είναι αληθή. Υπό το φως όλων των πιο πάνω δεν μπορώ να δεχθώ τον ισχυρισμό του Καθ' ου η αίτηση ότι η Επιτροπή ενημερώθηκε για την αδυναμία του Καθ' ου η αίτηση να παρουσιασθεί ενώπιόν της κατά την δικάσιμο της 3.12.
- Αλλά και αν ακόμα δεχόμουν ότι η Επιτροπή είχε ενημερωθεί δεν θεωρώ ότι θα ήταν επιλήψιμο για την Επιτροπή να προχωρούσε με την εκδίκαση της υπόθεσης στην απουσία του Καθ' ου η αίτηση και του δικηγόρου του αφ' ης στιγμής κατά την ημέρα της ακρόασης ο Καθ' ου η αίτηση δεν είχε εκπροσωπηθεί από τον δικηγόρο του ο οποίος σύμφωνα με τον Καθ' ου η αίτηση διά της πιο πάνω επιστολής παρουσιαζόταν ως ο δικηγόρος που αντιπροσώπευε και εκπροσωπούσε τον Καθ' ου η αίτηση. Θεωρώ δε ότι την συμπεριφορά που επέδειξε η πλευρά του Καθ' ου η αίτηση χαρακτηρίζει η προχειρότητα. Η πλευρά του Καθ' ου η αίτηση θεώρησε ορθό με μια επιστολή και μόνο για την οποία δεν εξακρίβωσε αν παραλήφθηκε από την Επιτροπή - συναφώς κανένας τέτοιος ισχυρισμός δεν προβάλλεται στην ένορκο δήλωση του Καθ' ου η αίτηση - να πετύχει αναβολή της προγραμματισμένης ακρόασης. Και χωρίς να θεωρήσει αναγκαίο να παρουσιασθεί ο δικηγόρος του Καθ' ου η αίτηση αφ' ης στιγμής ο τελευταίος για ιατρικούς λόγους αδυνατούσε να πράξει τούτο ο ίδιος. Όσον δε αφορά την θέση που αναπτύχθηκε με την αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Καθ' ου η αίτηση ότι στις 3.12.11 η Επιτροπή δεν μπορούσε να προχωρήσει στην απουσία του Καθ' ου η αίτηση ή του δικηγόρου του στην βάση του ορισμού του όρου «συνεδρίαση» που απαντάται στο άρθρο 2 του Μέρους Ι των Κανονισμών έχω να πω πως ο όρος αυτός δεν αναφέρεται στην διαδικασία που διεξάγεται ενώπιον της Επιτροπής για τον καθορισμό δικηγορικής αμοιβής σε εξωδικαστηριακή υπόθεση αλλά σε «συζήτηση υπόθεσης μεταξύ δικηγόρου και πελάτη στην παρουσία ή μη και άλλων προσώπων ή αντιδίκων δικηγόρων ή μεταξύ δικηγόρου και άλλων προσώπων η οποία δεν αποσκοπεί στην παροχή οδηγιών στον δικηγόρο, λήψη μαρτυρίας ή παροχή πληροφοριών σε σχέση προς την πορεία της αναφερόμενης υπόθεσης». Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω ότι η απουσία του Καθ' ου η αίτηση από την δικάσιμο της 3.12.11 δεν ήταν δικαιολογημένη. Η κατάληξη αυτή του Δικαστηρίου είναι κατά την κρίση μου καταλυτική για την τύχη της αίτησης. Στην υπόθεση Ελένη Κούλλουρου ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αθηαίνου
(2005)1 ΑΑΔ 987, στην οποία παρέπεμψε το Δικαστήριο ο Αιτητής, η εφεσείουσα υπέβαλε αίτηση υπό μορφή έφεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 52
(4)των περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμων εναντίον διαιτητικής απόφασης που είχε εκδοθεί εναντίον της για συγκεκριμένο ποσό δυνάμει γραμματίου. Η εφεσείουσα δεν είχε παρευρεθεί στην διαιτητική διαδικασία και δεν είχε υποβάλει οποιαδήποτε θέση επί της απαίτησης της εφεσίβλητης παρόλο ότι είχε ειδοποιηθεί. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι η μη δεόντως δικαιολογηθείσα παράλειψη εμφάνισης της εφεσείουσας ενώπιον του διαιτητή ήταν καταλυτική για την αίτησή της. Παρατίθεται αυτούσιο απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση η οποία έτυχε της επιδοκιμασίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου: «Έχω την άποψη ότι το πιο πάνω άρθρο του Νόμου θα πρέπει να ερμηνευτεί μέσα στο πιο πάνω πνεύμα της νομολογίας και όχι έξω από αυτό. Η φράση συνεπώς αδικημένος που διατυπώνεται στον νόμο έχει ακριβώς την έννοια της παρουσίας του μέρους που κλήθηκε στην διαιτησία και την προβολή εκ μέρους του θετικών και συγκεκριμένων ισχυρισμών που αφορούν είτε την ουσία είτε την διαδικασία στην οποία κλήθηκε και έλαβε μέρος. Αν σε κάθε περίπτωση διαφοράς σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου που παραπέμπεται σε διαιτησία, το ένα μέρος δεν παρουσιάζεται και μετά να του επιτρέπεται να προβάλλει κατ΄έφεση προς το δικαστήριο εκείνους τους ισχυρισμούς που θα έπρεπε να προβληθούν ενώπιον του διαιτητή, αυτό θα ισοδυναμούσε με καταστρατήγηση τόσο του πνεύματος όσο και του γράμματος των σχετικών προνοιών του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου όσο και του Περί Διαιτησίας Νόμου. Θα καθιστούσε τις σχετικές νομοθεσίες αχρείαστες και άνευ αντικειμένου αφού τον τελευταίο λόγο επί της ουσίας της παραπεμπόμενης διαφοράς θα την είχε το δικαστήριο ανεξάρτητα από το τι συνέβηκε στην διαιτησία. Δεν θα πρέπει εξ άλλου να παραγνωρίζεται και κρίνω πώς είναι σημαντικό αυτό, πώς είναι εκ του νόμου η υποχρέωση της παραπομπής της διαφοράς σε δεσμευτική διαιτησία. Η διαιτησία δεν είναι και δεν αποτελεί προστάδιο για την προσφυγή στο δικαστήριο, αλλά αποτελεί αυτοτελή και ανεξάρτητη διαδικασία με τους δικούς της διαδικαστικούς και αποδεικτικούς κανόνες, ανάλογους βέβαια προς εκείνους των δικαστικών διαδικασιών και ο διαιτητής ασκεί οιονεί δικαστική εξουσία. Γι' αυτό άλλωστε τα άρθρα 19 και 20 του Περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4 δεσμεύουν το δικαστήριο και ρητά σηματοδοτούν αλλά και καθορίζουν τις εξουσίες που του παρέχονται. Και έχω ήδη αναφερθεί στην εμβέλεια των άρθρων αυτών και πώς η νομολογία και τα συγγράμματα ερμηνεύουν την εξουσία του δικαστηρίου». Θεωρώ ότι η αρχή που πιο πάνω διατυπώνεται έχει εφαρμογή και στην υπό εξέταση περίπτωση. Ο Καθ' ου η αίτηση ενιστάμενος στην υπό κρίση αίτηση δηλώνει, μεταξύ άλλων, την διαφωνία του με τις θέσεις που ο Αιτητής πρόβαλε ενώπιον της Επιτροπής στα πλαίσια της αίτησης που ο τελευταίος καταχώρησε ενώπιον της Επιτροπής εναντίον του. Αφ' ης στιγμής, όμως, δεν έχει καταδείξει ικανοποιητικό λόγο για την απουσία του κατά την δικάσιμο της 3.12.11 και στην βάση της απόφασης που πιο πάνω μνημονεύεται δεν μπορεί να προβάλλει ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου λόγους για τους οποίους σύμφωνα με την θέση του δεν θα πρέπει να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα και τους οποίους δεν πρόβαλε ως όφειλε ενώπιον της Επιτροπής προς υποστήριξη της περί του αντιθέτου με αυτής του Αιτητή θέσης του για μη έκδοση απόφασης εναντίον του από την Επιτροπή. Σε διαφορετική περίπτωση θα μπορούσε κάποιος να μην παρουσιάζεται ενώπιον της Επιτροπής και να αναμένει την υποβολή αίτησης για εγγραφή και εκτέλεση για να προβάλει τους λόγους που όφειλε να είχε προβάλει ενώπιον της Επιτροπής για να μην εκδοθεί απόφαση εναντίον του ως λόγους για τους οποίους δεν θα πρέπει να επιτραπεί από το Δικαστήριο η εγγραφή και η εκτέλεση της απόφασης της Επιτροπής που εξασφαλίσθηκε ερήμην του. Αναφορικά με τα όσα προβλήθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Καθ' ου η αίτηση κατά την αγόρευσή του ως θέσεις του σε σχέση με τα άρθρα 6, 28 και 30 του Συντάγματος δεν κρίνω ορθό να τα εξετάσω καθότι οι πιο πάνω θέσεις δεν προβλήθηκαν ως λόγοι ένστασης και ως εκ τούτου και καμία μαρτυρία δεν προσκομίσθηκε που να τις υποστηρίζει. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω πως κανένας από τους λόγους ένστασης δεν ευσταθεί. Η αίτηση εγκρίνεται. Συνακόλουθα εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος Α της αίτησης. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον του Καθ' ου η αίτηση όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά:Εγγραφή και εκτέλεση απόφασης της Επιτροπής του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου Subject: Civil / General Applications / Final cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο