← Κύπρος

Sergey Tikhonov ν. Tatiana Marnerou, Αρ. Αγωγής: 4504/11, 24/7/2013

Sergey Tikhonov ν. Tatiana Marnerou, Αρ. Αγωγής: 4504/11, 24/7/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A214 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 4504/11 Μεταξύ: Sergey Tikhonov, από την Λεμεσό Ενάγων και Tatiana Marnerou, από την Λεμεσό Εναγόμενη Ημερομηνία: 24.7.13 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα / Αιτητή: κα Κ. Κωνσταντίνου για κ. Νίκο Καλλή (για να ακούσει την απόφαση ο κ. Ν. Καλλής) Για την Εναγόμενη / Καθ' ης η αίτηση: καμία εμφάνιση -------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση ημερομηνίας 18.12.12 ο Ενάγων / Αιτητής εξαιτείται εναντίον της Εναγόμενης / Καθ' ης η αίτηση συνοπτική απόφαση «ως η αξίωση στην Έκθεση Απαίτησης» πλέον τα έξοδα της αίτησης. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης ο Αιτητής δυνάμει συμφωνίας που συνομολογήθηκε στις 26.3.10 μεταξύ των διαδίκων δάνεισε στην Καθ' ης η αίτηση το ποσό των Ευρώ 20.000,00 σεντ. Σύμφωνα με την παράγραφο 4 της Έκθεσης Απαίτησης ήταν, μεταξύ άλλων, όροι της επίδικης συμφωνίας ότι: η Καθ' ης η αίτηση θα πλήρωνε Ευρώ 1.500,00 σεντ μηνιαίως από 26.4.10 έως 26.3.11 στον Αιτητή πλέον τόκο προς 7,5% ετησίως επί του αρχικού ποσού ολόκληρο το αρχικό ποσό δανειοδότησης, ήτοι Ευρώ 20.000,00 σεντ, ήταν πληρωτέο στις 26.3.11. Η Καθ' ης η αίτηση κατέβαλε στον Αιτητή μόνο το ποσό των Ευρώ 440,00 σεντ και αρνήθηκε και/ή παρέλειψε και/ή αμέλησε να τηρήσει τους όρους της μεταξύ της και του Αιτητή συμφωνίας. Με την αγωγή του ο Αιτητής αξιώνει τα ακόλουθα: ποσό Ευρώ 37.560,00 σεντ τόκο προς 7,5% ετησίως επί του ποσού των Ευρώ 19.560,00 σεντ από 26.3.11 μέχρι πλήρους εξόφλησης έξοδα και ΦΠΑ. Με την Υπεράσπισή της η Καθ' ης η αίτηση παραδέχεται ότι δυνάμει συμφωνίας ο Αιτητής κατά ή περί την 26.3.10 δάνεισε σε αυτήν το ποσό των Ευρώ 20.000,00 σεντ πλην όμως αρνείται όλους τους υπόλοιπους ισχυρισμούς του Αιτητή που εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησής του. Παράλληλα ισχυρίζεται ότι το αξιώμενο ποσό των Ευρώ 37.650,00 σεντ δεν συνάδει με τους ισχυρισμούς του Αιτητή που εκτίθενται στην παράγραφο 4 της Έκθεσης Απαίτησης. Είναι περαιτέρω ισχυρισμός της ότι το εν λόγω ποσό είναι εξωπραγματικό και/ή παράνομο. Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στην Δ.18, θθ.1(α), 2 και Δ.48, θθ1-3 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας και υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση του Αιτητή συνταγμένη στη Ρώσικη γλώσσα. Παρουσιάσθηκε, επίσης, ένορκος δήλωση της Λαρίσας Χ΄΄Δημητρίου σύμφωνα με την οποία η πιο πάνω αναφερόμενη ενόρκως δηλούσα γνωρίζει πολύ καλά την Ρώσικη γλώσσα και μπορεί να μεταφράζει πιστά από τα Ρώσικα στα Ελληνικά και αντίστροφα. Στην εν λόγω ένορκό της δήλωση αυτή επισυνάπτει ως τεκμήρια αντίγραφο της ένορκης δήλωσης του Αιτητή στα Ρώσικα και μετάφρασή της στα Ελληνικά. Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση της Καθ' ης η αίτηση. Η Ειδοποίηση Ένστασης συνοδεύεται από ένορκο δήλωση της Καθ' ης η αίτηση. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν την θέση του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί. Η Δ.48, θ.4

(1)των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας προβλέπει πως όταν ένα πρόσωπο στο οποίο επιδίδεται αίτηση προτίθεται να ενστεί οφείλει τουλάχιστον δύο ημέρες πριν την ημερομηνία κατά την οποία η αίτηση ορίζεται για πρώτη εμφάνιση να καταχωρήσει ειδοποίηση αυτής της πρόθεσής του και να αφήσει αντίγραφο της στην διεύθυνση επίδοσης του αιτητή. Σύμφωνα, επίσης, με τον ίδιο θεσμό η Ειδοποίηση θα πρέπει να εξειδικεύει τους συγκεκριμένους λόγους ένστασης. Η υπό κρίση αίτηση ορίσθηκε από το Πρωτοκολλητείο για πρώτη εμφάνιση στις 29.1.13 και η Ειδοποίηση Ένστασης καταχωρήθηκε την ίδια ημέρα, ήτοι κατά παράβαση του πιο πάνω θεσμού. Επίσης, στην Ειδοποίηση Ένστασης δεν εξειδικεύονται οι λόγοι της ένστασης. Οι συνέπειες από τις πιο πάνω παρατυπίες θα πρέπει να εξετασθούν. Στην υπόθεση Μαίρη Α. Αθανασιάδη ν. Ηρώς Αλεξάνδρου
(1991)1 ΑΑΔ 945 η εφεσίβλητη / ενάγουσα καταχώρησε αίτηση για να δοθούν οδηγίες για διεξαγωγή επιτόπιας έρευνας. Η αίτηση καταχωρήθηκε την ενδέκατη ημέρα μετά την ημερομηνία κατά την οποία οι γραπτές προτάσεις θεωρούνταν ότι είχαν κλείσει και, κατά συνέπεια, ήταν εκπρόθεσμη κατά μία ημέρα, διότι σύμφωνα με την Δ.30, θ.1(β) των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας έπρεπε να υποβληθεί μέσα δε δέκα μέρες από το κλείσιμο των γραπτών προτάσεων. Η εφεσείουσα / εναγόμενη στην ένστασή της που καταχώρησε στην πιο πάνω αίτηση ήγειρε, μεταξύ άλλων, το θέμα του εκπρόθεσμου της αίτησης και επέμενε στο θέμα αυτό μέχρι τέλους. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού έκρινε ότι η εκπρόθεσμη κατάθεση της αίτησης ήταν απλή παρατυπία και όχι θεμελιώδες ελάττωμα που επέφερε ακυρότητα, προχώρησε στην εξέταση της ουσίας της αίτησης και εξέδωσε διάταγμα για επιτόπια έρευνα. Το Εφετείο αποφάσισε ότι το γεγονός ότι η εκπρόθεσμη κατάθεση της αίτησης ήταν μια απλή παρατυπία και όχι θεμελιώδες ελάττωμα που οδηγούσε σε ακυρότητα της όλης διαδικασίας δεν εσήμαινε αυτόματα και την ανοχή της παρατυπίας. Εφόσο η εφεσίβλητη επέμενε στην ένστασή της και δεν συνέτρεχαν οποιοιδήποτε λόγοι που να καταδεικνύουν ότι εθεωρείτο ότι είχε παραιτηθεί ή εκωλύετο να προβάλει την ένστασή της η αίτηση έπρεπε να είχε απορριφθεί σαν εκπρόθεσμη, και δεν υπήρχε οποιοδήποτε περιθώριο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.64 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Λέχθηκαν συγκεκριμένα τα ακόλουθα: «Η κατάταξη μιας παράβασης των κανονισμών στην κατηγορία των παρατυπιών που μπορούν να θεραπευθούν δεν σημαίνει αυτόματα και ανοχή της. Οι κανονισμοί είναι θεσπισμένοι για να τηρούνται. Ειδικά σε ό,τι αφορά τις προθεσμίες επανηλειμμένα τονίστηκε η ανάγκη τήρησής τους. (Βλ. μεταξύ άλλων The Attorney- General Cooperative Carob Marketing Society Ltd v. Lufti Kiamil and Another
(1973)1 CLR
  1. *Βλ. και Sheldon v. Brown etc Ltd [1953] 2 All ER
  2. H παρέλευση μιας προθεσμίας που προβλέπουν οι κανονισμοί δεν είναι βέβαια μοιραία. Η Δ.57 κ.2 προσδιορίζει τον τρόπο για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Κάθε διάδικος μπορεί πρίν από την πάροδο της προθεσμίας αλλά και μετά από αυτή να υποβάλει αίτηση για την παράταση της. * Η Δ.64 δεν είναι εναλλακτικός τρόπος για την εξασφάλιση τέτοιου αποτελέσματος. Θα λέγαμε ότι η Δ.64 προσφέρει διορθωτική δυνατότητα στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η εκ των υστέρων διαπίστωση μιας παρατυπίας δεν θα ήταν ενδεδειγμένο, μέσα στα πλαίσια του συνόλου των περιστατικών, να αφεθεί να οδηγήσει σε ακύρωση της διαδικασίας. Έτσι, νοουμένου ότι δεν παρεμποδίζεται ένας διάδικος από του να επικαλεστεί μια παρατυπία είτε επειδή καθυστέρησε να το κάμει είτε επειδή έκαμε άλλα διαδικαστικά διαβήματα μετά τη γνώση της παρατυπίας, (Βλ. Δ.64 κ. 2), το Δικαστήριο, ασκώντας την διακριτική του εξουσία, μπορεί, αντί να ακυρώσει τη διαδικασία, να διατάξει τροποποίηση ή να επιλέξει άλλο κατάλληλο χειρισμό. Στην παρούσα περίπτωση δεν μπορεί να γίνεται λόγος για καθυστέρηση από την πλευρά της εφεσείουσας να εγείρει το θέμα ή για νέα βήματα στη διαδικασία. Αμέσως μετά την επίδοση της εκπρόθεσμης αίτησης η εφεσείουσα είχε εγείρει το θέμα. Θα αναμέναμε ότι κάτω από αυτές τις συνθήκες η εφεσίβλητη θα απέσυρε την αίτηση προκειμένου να προηγηθεί η προβλεπόμενη διαδικασία για την εξασφάλιση παράτασης της προθεσμίας. Η εφεσίβλητη όμως απλώς προώθησε την αίτησή της υποστηρίζοντας ουσιαστικά πως η παρατυπία θα έπρεπε να αγνοηθεί μια και δεν καθιστούσε άκυρη την αίτηση. Η Δ.64 αφήνει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου το κατά πόσο θα ακυρώσει μια παράτυπη διαδικασία *Βλ. και Eleftheriades and another v. Mavrellis and another
(1985)1 CLR 440, αναφορικά με ανάλογη συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου. ή το κατά πόσο θα επιτρέπει κάποια τροποποίηση ή θα επιλέξει άλλο χειρισμό. Η άσκηση διακριτικής εξουσίας προϋποθέτει στάθμιση δεδομένων. Στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει ο,τιδήποτε πέρα από το ότι η αιτήτρια επέμενε στην προώθηση μιας εκπρόθεσμης αίτησης. Δεν υπήρχε οποιοσδήποτε λόγος που θα μπορούσε να δικαιολογήσει τη διάσωση της αίτησης αυτής. Η αίτηση θα έπρεπε να είχε απορριφθεί ως εκπρόθεσμη. Σε τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο θα μπορούσε στα πλαίσια αίτησης για παράταση της προθεσμίας, ασκώντας τη διακριτική του εξουσία, να θεωρήσει ως σχετικούς παράγοντες τόσο το γεγονός ότι είχε παρέλθει ελάχιστος χρόνος από την εκπνοή της προθεσμίας όσο και τις πρόνοιες της Δ.30 κ.7. Θα προσθέταμε όμως πως με κανένα τρόπο δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η Δ.30 κ.7 αποδυναμώνει τη Δ.30 κ.2 ως προς την οριζόμενη προθεσμία ή ότι εισάγει μηχανισμούς άλλους από εκείνους που προβλέπονται από τους κανονισμούς». Στην αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Αιτήτριας δεν γίνεται καμία απολύτως αναφορά είτε για το εκπρόθεσμο στην καταχώρηση της ένστασης της Καθ' ης η αίτηση είτε για το ότι σε αυτήν δεν εξειδικεύονται οι λόγοι της ένστασης. Η ευπαίδευτη συνήγορος του Αιτητή δεν ήγειρε το θέμα αυτό κατά την αγόρευσή της ούτε και ανέφερε ότι για τον πιο πάνω λόγο έχει ένσταση στο να ληφθεί υπόψη η ένσταση. Συναφώς και δεν κάλεσε το Δικαστήριο να εξετάσει το ζήτημα τούτο ούτε και να μην λάβει υπόψη την ένσταση. Συνάγεται από τα πιο πάνω ότι η πλευρά του Αιτητή παραιτήθηκε από το δικαίωμά της να εγείρει τα πιο πάνω ζητήματα με αποτέλεσμα να μπορεί να θεωρηθεί ότι ουδεμία ένσταση έχει στην εκπρόθεσμη καταχώρηση της Ειδοποίησης Ένστασης ή στο ότι σε αυτήν δεν εξειδικεύονται οι λόγοι ένστασης. Στην υπόθεση Μαίρη Α. Αθανασιάδη ν. Ηρώς Αλεξάνδρου
(1991)1 ΑΑΔ 945, που πιο πάνω μνημονεύεται, είδαμε ότι σημαντικός παράγοντας για την απόφαση του Εφετείου αποτέλεσε το γεγονός ότι η πλευρά της εφεσίβλητης είχε ένσταση στην εκπρόθεσμη καταχώρηση της αίτησης και επέμεινε στο παράτυπο της μέχρι τέλους. Στην υπό εξέταση περίπτωση δεν συντρέχει κάτι τέτοιο. Στην αγόρευσή της κατά την οποία και είχε την δυνατότητα να εγείρει τα υπό συζήτηση ζητήματα η ευπαίδευτη συνήγορος του Αιτητή ουδέν παράπονο ή ένσταση εξέφρασε σε σχέση με αυτά. Επίσης, στην υπόθεση Χλόη Χριστοδούλου ν. Ανδρέα Χριστοδούλου
(1993)1 ΑΑΔ 195 λέχθηκε ότι η Δ.64 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προβλέπει ότι μη συμμόρφωση με τους θεσμούς δεν καθιστά αφ' εαυτής άκυρη την διαδικασία, εκτός αν το Δικαστήριο κρίνει ότι τούτο επιβάλλεται από την φύση της παρατυπίας ή της αντικανονικότητας. Εξαιρούνται των διατάξεων της Δ.64 δικονομικά μέτρα τα οποία είναι εξ υπαρχής άκυρα. Δεν θεωρώ ότι η μη εξειδίκευση των λόγων της ένστασης στην Ειδοποίηση Ένστασης ισοδυναμεί με παρατυπία που συνιστά ακυρότητα, αλλά με παρατυπία που είναι θεραπεύσιμη. Υπό το φως των δοσμένων περιστάσεων θεωρώ ότι η μη συμμόρφωση της Καθ' ης με τις επιτακτικές επιταγές της Δ.48, θ.4
(1)των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας θεραπεύθηκε με την εκ των υστέρων συμπεριφορά του Αιτητή όπως αυτή πιο πάνω περιγράφηκε. Σημαντική επί του προκειμένου είναι και η απόφαση του Λόρδου Denning στην Αγγλική υπόθεση McFoy v. United Africa Co. Ltd
(1961)All E R 1169 στην οποία έγινε αναφορά στην Μαίρη Α. Αθανασιάδη ν. Ηρώς Αλεξάνδρου
(1991)1 ΑΑΔ 945, που πιο πάνω μνημονεύεται. Στην υπόθεση εκείνη ο ενάγων είχε καταχωρήσει την έκθεση απαίτησής του αντικανονικά, ήτοι κατά την διάρκεια των διακοπών, χωρίς να εξασφαλίσει προηγουμένως την αναγκαία άδεια. Ο εναγόμενος παράλειψε να καταχωρίσει υπεράσπιση και εκδόθηκε απόφαση εναντίον του. Στα πλαίσια αίτησης του εναγομένου για παραμερισμό της απόφασης υποστηρίχτηκε ότι το βάθρο στο οποίο είχε στηριχθεί η έκδοση της απόφασης ήταν ανύπαρκτο. Ο Λόρδος Denning, αφού εξήγησε τις επιπτώσεις ανάλογα με το κατά πόσο μια διαδικασία είναι απλώς παράτυπη ή άκυρη από την αρχή, υιοθέτησε ως μέθοδο διάκρισης μεταξύ των δύο το κατά πόσο θα ήταν δίκαιο διάδικος που παραιτήθηκε από το δικαίωμά του να εγείρει θέμα σε σχέση με υπάρχον ελάττωμα ή που έκαμε νέα βήματα στην διαδικασία αφότου το ελάττωμα περιήλθε σε γνώση του μπορεί να παραπονείται γι' αυτό εκ των υστέρων. Με βάση το πιο πάνω κριτήριο θεωρήθηκε ότι η καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης ήταν απλώς αντικανονική και πως η παρατυπία θεραπεύθηκε εξαιτίας των μετέπειτα χειρισμών του εναγομένου. Το Εφετείο θεώρησε ανάλογη και την περίπτωση στην υπόθεση Nigerian Produce v. Sonora Shipping
(1979)1 CLR 409 στην οποία λέχθηκε ότι παρά τις πρόνοιες των κανονισμών σύμφωνα τους οποίους κανένα κλητήριο ένταλμα δεν παραμένει σε ισχύ μετά την πάροδο 12 μηνών από την έκδοσή του η επίδοσή του μετά την περίοδο αυτή χωρίς προηγουμένως να εξασφαλισθεί παράταση της ισχύος του αποτελεί απλή παρατυπία που μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει θεραπευθεί με την καταχώριση εμφάνισης χωρίς όρους. Στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση ο Αιτητής εκθέτει τους ακόλουθους ισχυρισμούς. Η αξίωσή του προκύπτει από γραμμάτιο που αυτός και η Καθ' ης η αίτηση υπέγραψαν στις 26.3.
  1. Ο Αιτητής δάνεισε στην Καθ' ης η αίτηση το ποσό των Ευρώ 20.000,00 σεντ και σύμφωνα με την συμφωνία τους η Καθ' ης η αίτηση θα ξοφλούσε το πιο πάνω ποσό μέχρι τις 26.3.
  2. Επιπλέον, η Καθ' ης η αίτηση θα πλήρωνε στον Αιτητή τόκο προς 7,5% μηνιαίως, ήτοι Ευρώ 1.500,00 σεντ τον μήνα. Υπό το φως των πιο πάνω έχει να λαμβάνει από την Καθ' ης η αίτηση το ποσό των Ευρώ 37.560,00 σεντ. Προδήλως, το ποσό των Ευρώ 37.560,00 σεντ προκύπτει από το άθροισμα του ποσού των Ευρώ 20.000,00 σεντ και του ποσού των Ευρώ 18.000,00 σεντ που είναι το συνολικό ποσό των τόκων για περίοδο ενός έτους αφαιρουμένου του ποσού των Ευρώ 440,00 σεντ που σύμφωνα με τον Αιτητή έχει καταβληθεί από την Καθ' ης η αίτηση. Ισχυρίζεται, ακόμα, ότι εξ' όσων τον έχει συμβουλεύσει ο δικηγόρος του η Καθ' ης η αίτηση δεν αποκαλύπτει υπεράσπιση στην αγωγή του αφού με την Υπεράσπισή της αυτή αρνείται απλά το χρέος χωρίς να προβάλει άλλη ουσιαστική και/ή καλόπιστη υπεράσπιση και/ή δεν εγείρει οποιοδήποτε θέμα το οποίο θα πρέπει να εκδικασθεί. Μάλιστα, η Καθ' ης η αίτηση παραδέχεται ότι ο Αιτητής κατά ή περί την 26.3.10 την δάνεισε δυνάμει συμφωνίας το ποσό των Ευρώ 20.000,00 σεντ. Είναι η θέση του Αιτητή ότι η Καθ' ης η αίτηση καταχώρησε εμφάνιση και Υπεράσπιση μόνο και μόνο για σκοπούς καθυστέρησης και ότι καμία υπεράσπιση δεν έχει στην αγωγή. Τέλος, αν και ισχυρίζεται ότι στην ένορκό του δήλωση επισυνάπτεται το μεταξύ των διαδίκων υπογραφέν γραμμάτιο ως τεκμήριο, κανένα έγγραφο ή γραμμάτιο στην πραγματικότητα δεν επισυνάπτεται στην ένορκο δήλωση του Αιτητή που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Θα πρέπει ευθύς εξ' αρχής να λεχθεί ότι οι ισχυρισμοί τους οποίους ο Αιτητής εκθέτει στην ένορκό του δήλωση δεν συνάδουν κατά σημαντικό τους μέρος με τους ισχυρισμούς που αυτός εκθέτει στην Έκθεση Απαίτησής του. Ενώ στην Έκθεση Απαίτησης αναφέρεται ότι το ποσό των Ευρώ 1.500,00 σεντ θα πληρωνόταν μηνιαίως από τις 26.4.10 μέχρι τις 26.3.11 και, επομένως, με τρόπο ώστε να συνάγεται ότι αυτό θα καταβάλλετο για 12 συνεχόμενους μήνες και προς εξόφληση του αρχικού ποσού του δανείου, ήτοι του ποσού των Ευρώ 20.000,00 σεντ - αν και δεν μου διαφεύγει ότι το ποσό των Ευρώ 20.000,00 σεντ δεν συμπληρώνεται με την πληρωμή 12 μηνιαίων δόσεων εκ Ευρώ 1.500,00 σεντ έκαστης δόσης - στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση αναφέρεται ότι αυτό θα καταβάλλετο ως συμφωνηθέν μηνιαίος τόκος. Επίσης, ενώ στην Έκθεση Απαίτησης αναφέρεται ότι ο συμφωνηθέν τόκος είναι 7,5% ετησίως επί του αρχικού ποσού, ήτοι επί του ποσού των Ευρώ 20.000,00 σεντ, στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση αναφέρεται ότι ο συμφωνηθέν τόκος είναι 7,5% επί του πιο πάνω ποσού μηνιαίως. Παρατηρείται, επομένως, μια σοβαρή αναντιστοιχία μεταξύ των ισχυρισμών του Αιτητή στην ένορκό του δήλωση και των ισχυρισμών του που εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησής του. Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί ότι με βάση τους ισχυρισμούς που εκτίθενται στις παραγράφους 4 και 5 της Έκθεσης Απαίτησης δεν προκύπτει το αξιώμενο με το Παρακλητικό της αγωγής ποσό των Ευρώ 37.560,00 σεντ. Επίσης, αν και με το Παρακλητικό αξιώνεται τόκος προς 7,5% ετησίως επί του ποσού των Ευρώ 19.560,00 σεντ από 26.3.11 μέχρι εξόφλησης σε κανένα σημείο της Έκθεσης Απαίτησης δεν δικογραφείται από πότε συμφωνήθηκε να αρχίζει ο πιο πάνω τόκος προς 7,5% ετησίως. Με την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την Ειδοποίηση Ένστασης η Καθ' ης η αίτηση παραδέχεται ότι ο Αιτητής δυνάμει εγγράφου συμφωνίας ημερομηνίας 26.3.10 της δάνεισε το ποσό των Ευρώ 20.000,00 σεντ. Είναι δε θέση της ότι το χρέος της ανέρχεται μόνο στο πιο πάνω ποσό. Είναι, επίσης, θέση της ότι ο τόκος προς 7,5% μηνιαίως επί του χρέους, ήτοι Ευρώ 1.500,00 σεντ μηνιαίως, είναι παράνομος και/ή υπερβολικός και/ή προϊόν τοκογλυφίας. Ο Αιτητής προσπάθησε να εκμεταλλευθεί την Καθ' ης η αίτηση οικονομικά αφού λόγω της «επείγουσας οικονομικής της στήριξης» αυτός την ανάγκασε άμεσα να υπογράψει την επίδικη συμφωνία με τους δικούς του όρους με σκοπό όπως από την πιο πάνω τοκογλυφία επωμισθεί κέρδος. Είναι, επίσης, η θέση της Καθ' ης η αίτηση ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή στην παράγραφο 4 της Έκθεσης Απαίτησής του δεν προβλέπονται από την μεταξύ των διαδίκων συμφωνία. Είναι περαιτέρω θέση της Καθ' ης η αίτηση ότι το αξιώμενο ποσό των Ευρώ 37.560,00 σεντ είναι προϊόν παράνομης συμφωνίας και/ή τοκογλυφίας και ο Αιτητής δεν νομιμοποιείται να το αξιώνει. Εξ' όσων ο δικηγόρος της την έχει συμβουλεύσει η Καθ' ης η αίτηση έχει καλή υπεράσπιση και μεγάλες πιθανότητες επιτυχίας. Εξαιτείται δε την απόρριψη της αίτησης με έξοδα σε βάρος του Αιτητή και υπέρ της. Η Δ.18, θ.1(α) των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας προνοεί τα ακόλουθα (σε ελεύθερη μετάφραση): «Όταν ο εναγόμενος εμφανίζεται σε κλητήριο ένταλμα ειδικά οπισθογραφημένο σύμφωνα με την Διάταξη 2, Θεσμός 6, ο ενάγων δύναται με ένορκη δήλωση που θα κάνει ο ίδιος ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα, που να επιβεβαιώνει την αιτία της αγωγής και το ποσό που αξιώνεται (αν υπάρχει) και να αναφέρει ότι εξ' όσων πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή, να αποταθεί για απόφαση για το ποσό που αξιώνεται μαζί με τόκο (αν υπάρχει) ή για την ανάκτηση ακίνητης ιδιοκτησίας (με ή χωρίς ενοίκιο) ή για την παράδοση συγκεκριμένου κινητού, αναλόγως της περίπτωσης, και για έξοδα. Και μπορεί να δοθεί απόφαση υπέρ του ενάγοντα εκτός εάν ο εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή αν αποκαλύψει τέτοια γεγονότα τα οποία ήθελε θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί». Στην υπόθεση Παναγιώτης Νεάρχου κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 818 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18 κκ.1-5, όπως αυτά εξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων Robert v. Plant [1895] 1 Q.B.597, το Αγγλικό Σύγγραμμα The Annual Practice 1970 σελ. 126, Κυπριανίδης ν. Ιωάννου
(1966)1 Α.Α.Δ. 265, Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Trans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 A.A.Δ. 239, Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782, Rck Sports v. Persona Advertising Ltd.
(1996)1 A.A.Δ. 1074, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 22, Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817 και πιο πρόσφατα Παναγιώτης Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd.,
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1968 και Sigma Radio T.V. Ltd. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 A.A.Δ. 408). Τα εν λόγω κριτήρια, όπως εξάγονται τόσο από το λεκτικό της Δ.18 όσο και από τις πιο πάνω αυθεντίες, περιληπτικά είναι τα εξής:- (α) Το κλητήριο πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο σε Δ.2, Κ.6. (β) Ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή. (γ) Η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση πρέπει να συμμορφώνεται προς ορισμένα κριτήρια π.χ. να είναι από τον ίδιο τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και τη βάση της αγωγής και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο Αιτητής είναι νομικό πρόσωπο τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από την εταιρεία το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει την βάση της αγωγής και το αιτούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει. (Βλ. Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Banka S.A. πιο πάνω, σελ. 136-138) όπου γίνεται αναφορά και σε αγγλική νομολογία). Αυτές είναι βασικές προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιήσει ο ενάγων-αιτητής προτού το Δικαστήριο ασκήσει την εξουσία αν θα εκδώσει ή όχι συνοπτική απόφαση. ......................................................................................................................... Από πλευράς Εναγομένου (εκτός από το θέμα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που μπορεί να εγερθεί σε όλες τις περιπτώσεις), και νοουμένου ότι ο ενάγων ικανοποιεί τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, θα πρέπει και αυτός να ικανοποιήσει το Δικαστήριο με τα ακόλουθα: (α) ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή (β) ότι αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί ή τουλάχιστον η υπεράσπιση να μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή. (Λαζάρου ν. Μακεδόνας, πιο πάνω). Επίσης ο Εναγόμενος/καθού η αίτηση πρέπει να διευκρινίζει αν η υπεράσπιση του αφορά ολόκληρο ή μέρος της απαίτησης και αν αφορά μέρος, να καθορίζει ποιό μέρος από την απαίτηση του Ενάγοντα αμφισβητεί. (Βλ. γενικά τη Δ.18, Κ.3 και την υπόθεση Hermes Ins. Co Ltd v. Julios Theodorides πιο πάνω, σελ. 338-339 όπου φαίνονται με λεπτομέρεια τα κριτήρια τα οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει υπόψη του). Από τη στιγμή που ο Ενάγων/Αιτητής ικανοποιεί τα κριτήρια για να ζητήσει συνοπτική απόφαση τότε (όπως ήδη αναφέραμε) το βάρος μετατοπίζεται στον Εναγόμενο/καθού η αίτηση να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση και/ή ότι υπάρχουν τέτοια γεγονότα που να του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί. (Βλ. επίσης Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν. Ν. Χατζηνέστωρος,
(1989)1 A.A.Δ. 204, Καζαμίας ν. Ρωμαϊκά Κεραμουργεία
(1990)1 Α.Α.Δ., σελ. 752, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.)) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ., σελ. 239). Στην προαναφερθείσα υπόθεση Rck Sports v. Persona Advertising Ltd ο Δικαστής Καλλής με αναφορά στο Αγγλικό σύγγραμμα The Annual Practice 1967 διατύπωσε τις αρχές ως εξής: «Αρχές που διέπουν την έκδοση συνοπτικής απόφασης: Συνοψίζονται ως πιο κάτω στο Annual Practice, 1967, σελ. 121: `H εξουσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης, δυνάμει της Δ.14, εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει εύλογη αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου είναι απρόσφορο να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπισθεί απλώς για λόγους καθυστέρησης (Jones v. Stones [1984] A.C. 122). Αποτελεί γενική αρχή ότι οσάκις ο εναγόμενος αποδεικνύει ότι έχει μια καλόπιστη υπεράσπιση πρέπει να του δοθεί άδεια να υπερασπισθεί (Saw v. Hakim, 5 T.L.R. 72, Ironclad, etc., Co. v. Gardner, 4 T.L.R. 18, Ward v. Plumbley, 6 T.L.R. 198, Yorkshire Banking Co. v. Beatson, 4 C,P.D. 213, Ray v. Banker, 4 Ex.D.279). Πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση εκτός εάν είναι καθαρό ότι δεν υπάρχει ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση (Godd v. Delap [1905] 92 L.T. 510, H.L.), και ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με πραγματικά ή νομικά ζητήματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση (Jones v. Stone [1894] A.C. 122, Thompson v. Marshall, 41 L.T. 720, C.A. Jacobs n. Booth' s Distillery Co. [1901] 85 L.T. 262 H.L., Lindsay v. Martin, 5 T.L.R. 322)». Στην υπόθεση Vidisava Subotic v. Δήμου Στυλιανίδη
(1998)1 ΑΑΔ 22 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Βασική αρχή που προκύπτει από τις αυθεντίες είναι ότι συνοπτική απόφαση πρέπει να δίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκη δήλωση του αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρει θέμα σε απάντηση της απαίτησης που θα πρέπει να εκδικάζεται, ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπισή του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα (Βλέπε: CY.E.M.S. Co. Ltd. v. The Central Co-Operative Industries Co. Ltd.
(1982)1 A.A.Δ. 897, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Ltd. v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239). Στην Trans Middle East (πιο πάνω) συμπερασματικά αναφέρονται τα εξής:- "Έτσι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπισή του ενώπιον του Δικαστηρίου, γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο». Συνοπτική απόφαση θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και ως εξαίρεση στον βασικό κανόνα σύμφωνα με τον οποίο το Δικαστήριο πρέπει να ακούει και τις δύο πλευρές προτού καταλήξει στην ετυμηγορία του. Δεν πρέπει να εμποδίζεται ο εναγόμενος να υπερασπισθεί εκτός σε περιπτώσεις όπου είναι αναμφίβολο ότι δεν έχει συζητήσιμη υπεράσπιση. Επίσης, δεν εκδίδεται συνοπτική απόφαση όπου προκύπτει σοβαρή διαφωνία ως προς τα γεγονότα και τον Νόμο (Βλ. The Annual Practice 1958, σελ. 243). Για τους πιο πάνω λόγους η υποχρέωση του ενάγοντα να ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις της Δ.18, θ.1(α) με την ένορκο δήλωσή του πρέπει να εξετάζεται αυστηρά και με απόλυτη σχολαστικότητα. Ο ενάγων πρέπει, μεταξύ άλλων, να υποστηρίξει την αίτησή του για συνοπτική απόφαση με ένορκο δήλωση είτε του ιδίου, είτε κάποιου άλλου τρίτου, ο οποίος μπορεί να ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα, και με αυτή να επαληθεύει την αιτία της αγωγής και το αξιώμενο ποσό και να αναφέρει την πεποίθησή του ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή (Βλ. Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 CLR 130 και Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 CLR 333). Ο λόγος που η προσέγγιση των Δικαστηρίων ως προς την επάρκεια της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει αίτηση για συνοπτική απόφαση είναι τόσο αυστηρή υποδείχθηκε από τον Άγγλο Δικαστή Buckley L. J. στην Αγγλική υπόθεση Symon and Co v. Palmer's Stores
(1912)1 KB 259 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα στην σελίδα 266: «Trial as a rule must precede judgment. Order 14 provides an extraordinary procedure in certain cases; it is a procedure in which instead of trial first and then judgment, there is judgment at once and never any trial. Such a procedure must be strictly confined to the specific cases for which it is provided as set forth in the order». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Κατά κανόνα η δίκη προηγείται της απόφασης. Η Διάταξη 14 προνοεί για μια εξαιρετική διαδικασία που εφαρμόζεται σε ορισμένες περιπτώσεις. Είναι μια διαδικασία στην οποία αντί δίκης πρώτα και μετά απόφασης, υπάρχει αμέσως απόφαση και ουδέποτε δίκη. Μια τέτοια διαδικασία πρέπει να περιορίζεται αυστηρά στις συγκεκριμένες περιπτώσεις που προνοούνται στην Διάταξη». Σύμφωνα με τον πιο πάνω Άγγλο Δικαστή αν η ένορκος δήλωση δεν συμμορφώνεται προς τις απαιτήσεις της (Αγγλικής) Διάταξης 14 το Δικαστήριο δεν κέκτηται δικαιοδοσίας να εκδώσει απόφαση. Υποχρεούται να αφήσει την υπόθεση να οδηγηθεί σε δίκη κατά τον σύνηθη τρόπο. Το θέμα της επάρκειας της ένορκης δήλωσης είναι θέμα, λοιπόν, που άπτεται της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Αθηνούλλα Γ. Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 782 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι νομολογημένο ότι για την ενεργοποίηση της δικαιοδοσίας έκδοσης συνοπτικής απόφασης πρέπει να ικανοποιηθούν οι πιο κάτω προϋποθέσεις από τον αιτητή:
(1)Καταχώριση ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου δυνάμει του θ. 1 της Δ.2.
(2)Καταχώριση εμφάνισης από τον εναγόμενο.
(3)Η αίτηση για συνοπτική απόφαση πρέπει να υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση από τον ίδιο τον ενάγοντα ή από άλλο πρόσωπο το οποίο μπορεί να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα. Η ένορκη δήλωση πρέπει να επιβεβαιώνει την αιτία αγωγής και το ποσό που αξιώνεται και να δηλώνει ότι καθώς πιστεύει - ο ωμόσας - δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Η τήρηση των πιο πάνω προϋποθέσεων σχετίζεται με την δικαιοδοσία του δικαστηρίου και η μη ικανοποίησή τους στερεί από το δικαστήριο τη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση (Βλ. Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, 135). Ο λόγος της αυστηρής προσέγγισης όσον αφορά την επάρκεια ή πληρότητα της ένορκης δήλωσης επεξηγείται ως πιο κάτω στην Symon & Co. ν. Palmer's Stores
(1903)Limited [1912] 1 K.B. 259, 266-267: "Trial, as a rule, must precede judgment. Order XIV. provides an extraordinary procedure in certain cases. It is a procedure in which, instead of trial first and then judgment, there is judgment at once and never any trial. Such a procedure must be strictly confined to the specific cases for which it is provided, as set forth in the Order. . . . . . . . . . .................. . . . An application is often made under Order XIV., not with any expectation of success, but in order to induce the defendant to make an affidavit, and so get information on oath as to the nature of his defence. That is not legitimate. If there is no such affidavit as is required by Order XIV., r. 1, there is, I think, no jurisdiction under that Order to give judgment. The judge is bound to leave the action to proceed to trial in the usual way. He can only give judgment without a trial if the conditions mentioned in the rule are satisfied. The question of the sufficiency of the affidavit is, in my opinion, one which goes to jurisdiction." Σε ελληνική μετάφραση: "Κατά κανόνα η δίκη πρέπει να προηγείται της απόφασης. Η Δ.14 προσφέρει μια ειδική διαδικασία σε ορισμένες υποθέσεις. Είναι διαδικασία κατά την οποία αντί να αρχίζει πρώτα η δίκη και μετά η απόφαση, υπάρχει αμέσως απόφαση και ποτέ δίκη. Τέτοια διαδικασία πρέπει να περιορίζεται αυστηρά για τις εξειδικευμένες υποθέσεις για τις οποίες προβλέπεται όπως καθορίζεται στον Κανονισμό. . .................... . . . . . . . . . . . Συχνά γίνεται αίτηση δυνάμει της Δ.14, όχι με προσδοκία επιτυχίας, αλλά για να πεισθεί ο εναγόμενος να κάμει ένορκη δήλωση και με τον τρόπο αυτό να ληφθούν πληροφορίες με όρκο σε σχέση με την φύση της υπεράσπισης. Αυτό δεν είναι νόμιμο. Εάν δεν υπάρχει η ένορκη δήλωση που απαιτείται από τον θ.1 της Δ.14, δεν υπάρχει, νομίζω, δικαιοδοσία δυνάμει της Διαταγής εκείνης για έκδοση απόφασης. Ο Δικαστής υποχρεούται να αφήσει την αγωγή να προχωρήσει σε δίκη με τον συνηθισμένο τρόπο. Μπορεί να εκδώσει απόφαση χωρίς δίκη εάν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο κανονισμός. Το ζήτημα της επάρκειας της ένορκης δήλωσης είναι ζήτημα που ανάγεται στη δικαιοδοσία." Η Δ.18 πρέπει να εφαρμόζεται στις ξεκάθαρες και αδιαμβισβήτητες υποθέσεις. Σκοπός της, καθώς έχει νομολογηθεί, είναι να καταστήσει ικανό τον ενάγοντα να πάρει συνοπτική απόφαση χωρίς δίκη, εάν μπορεί να αποδείξει την αξίωσή του ξεκάθαρα και εάν ο εναγόμενος δεν είναι σε θέση να εγείρει μια καλόπιστη υπεράσπιση ή να εγείρει οποιοδήποτε επίδικο θέμα εναντίον της αξίωσης, το οποίο πρέπει να εκδικαστεί (Βλ. Roberts ν. Plant [1895] 1 Q.B. 597) ...............................................................................». Δεν αρκεί ο εναγόμενος να προβεί σε γενική άρνηση της απαίτησης ή σε αόριστους ισχυρισμούς για ανυπαρξία αντιπαροχής. Θα πρέπει να δώσει τέτοιες λεπτομέρειες με την ένορκή του δήλωση που να καταδεικνύεται το βάσιμο της υπεράσπισής του επί της ουσίας της αγωγής και να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρούνται επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί (Βλ. Hermes Insurance Co Ltd v. Θεοδωρίδης
(1983)1 CLR 333). Το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών για να προβεί σε ευρήματα όσον αφορά την υπεράσπιση του εναγόμενου ως να εκδίκαζε την ουσία της αγωγής. Αρκεί να αποκαλυφθεί συζητήσιμο θέμα προς εκδίκαση ούτως ώστε να δοθεί άδεια για υπεράσπιση (Βλ. Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817). Η σχετική Αγγλική Νομολογία καθιέρωσε ως βασική αρχή ότι όπου υπάρχει ειλικρινής διαφωνία αναφορικά με την ερμηνεία ενός εγγράφου στο οποίο βασίζεται η αξίωση ή διαφωνία ως προς τις συμβατικές υποχρεώσεις των μερών είτε ακόμα αβεβαιότητα ως προς το οφειλόμενο ποσό πρέπει να δίδεται στον εναγόμενο άδεια για υπεράσπιση (Βλ. The Annual Practice 1958, σελ. 264). Στις περιπτώσεις ξεκάθαρων απαιτήσεων στις οποίες ο εναγόμενος αποκαλύπτει καλόπιστη ανταπαίτηση η οποία δεν σχετίζεται άμεσα με τα γεγονότα της αγωγής θα πρέπει να δίδεται απόφαση για το ποσό της απαίτησης με ταυτόχρονη άδεια του Δικαστηρίου για καταχώρηση ανταπαίτησης. Σε αυτή την περίπτωση επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να αναστείλει την εκτέλεση της απόφασης μέχρι την εκδίκαση της ανταπαίτησης. Στην υπό εξέταση περίπτωση το κλητήριο ένταλμα είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2, θ.6 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας και η Καθ' ης η αίτηση καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ιδίου του Αιτητή ο οποίος έχει θετική γνώση για τα γεγονότα της υπόθεσης. Ο Αιτητής με την ένορκή του δήλωση δηλώνει, επίσης, την πεποίθησή του ότι η Καθ' ης η αίτηση καμία υπεράσπιση δεν έχει στην αγωγή, σύμφωνα δε με τον ίδιο η καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης και Υπεράσπισης από μέρους της έγινε με σκοπό την πρόκληση καθυστέρησης. Κρίνω, όμως, ότι εκεί που χωλαίνει η υπό κρίση αίτηση είναι ότι με την ένορκό του δήλωση ο Αιτητής δεν επιβεβαίωσε το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησής του, αφού στην ένορκό του δήλωση, όπως και ενωρίτερα αναφέρθηκε, άλλους ισχυρισμούς αναφέρει ως προς τους συμφωνηθέντες όρους της επίδικης συμφωνίας και την υπό αυτού ισχυριζόμενη παράβαση αυτών και άλλα επί του προκειμένου στην Έκθεση Απαίτησής του. Το σημείο αυτό υπό το φως και της Νομολογίας που πιο πάνω παρατέθηκε κρίνω πως είναι καταλυτικό για την τύχη της υπό κρίση αίτησης. Δεν μου διαφεύγει ότι με την ένορκό της δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση η Καθ' ης η αίτηση δέχεται ότι δανείσθηκε από τον Αιτητή το ποσό των Ευρώ 20.000,00 σεντ. Δεν μου διαφεύγει, επίσης, ότι από την εν λόγω ένορκο δήλωση προκύπτει ευκρινώς ότι η Καθ' ης η αίτηση δέχεται ότι ήταν συμφωνηθείς μεταξύ των διαδίκων όρος ότι η Καθ' ης η αίτηση θα ήταν υπόλογη για τόκο προς 7,5% μηνιαίως επί του ποσού των Ευρώ 20.000,00 σεντ, ήτοι για το ποσό των Ευρώ 1.500,00 σεντ μηνιαίως, και ότι είναι, επίσης, η θέση της ότι τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 4 της Έκθεσης Απαίτησης, και τα οποία το Δικαστήριο θεώρησε ως καθοριστικά για την τύχη της υπό κρίση αίτησης, δεν προβλέπονται από την μεταξύ των διαδίκων συμφωνία. Δεν θεωρώ, όμως, ότι τα όσα στην ένορκή της δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση ισχυρίζεται η Καθ' ης η αίτηση θα πρέπει να προσμετρήσουν προς όφελος του Αιτητή. Ο καθοριστικός παράγοντας δεν είναι το τι ισχυρίζονται οι διάδικοι στις ένορκές τους δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα, αλλά τι ισχυρίζεται ο Αιτητής στην Έκθεση Απαίτησής του, αφού και σύμφωνα με την Νομολογία που πιο πάνω παρατέθηκε ό,τι, μεταξύ άλλων, ο αιτητής σε αίτηση για συνοπτική απόφαση οφείλει να πράξει είναι να επιβεβαιώσει την αιτία της αγωγής και το αξιώμενο ποσό. Διαφορετική προσέγγιση θα σήμαινε την αποδοχή με έμμεσο και όχι με τον ορθό τρόπο τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης, κάτι το οποίο δεν θα ήταν εφικτό χωρίς σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου και στην απουσία σχετικής και προηγηθείσας προς τούτο αίτησης από τον Αιτητή. Αναφορικά με το επιχείρημα που πρόβαλε η ευπαίδευτη συνήγορος του Αιτητή κατά την αγόρευσή της ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο δεν ικανοποιήθηκε από την ενώπιον του προσαχθείσα μαρτυρία ότι ο Αιτητής δικαιούται σε απόφαση ως η αξίωσή του στο κλητήριο ένταλμα, τότε, το Δικαστήριο δύναται στην βάση του θεσμού 4 της Διάταξης 18 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας να εκδώσει απόφαση υπέρ του Αιτητή και εναντίον της Καθ' ης η αίτηση για το ποσό των Ευρώ 20.000,00 σεντ πλέον νόμιμο τόκο από τις 22.9.11 πλέον τα έξοδα της αίτησης κρίνω πως στην υπό εξέταση περίπτωση δεν ευσταθεί. Ο θεσμός 4 της Διάταξης 18 προνοεί ως ακολούθως σε ελεύθερη μετάφραση: «Αν φανεί ότι η υπεράσπιση του εναγόμενου αφορά μόνο σε μέρος της απαίτησης του ενάγοντα ή ότι οποιοδήποτε μέρος της είναι παραδεκτό ο ενάγων δικαιούται πάραυτα σε απόφαση για εκείνο το μέρος της απαίτησής του στο οποίο η υπεράσπισή του δεν αφορά ή που είναι παραδεκτό με τέτοιους όρους, αν τεθούν, για αναστολή εκτέλεσης ή την πληρωμή στο Δικαστήριο του ποσού που ανακτάται ή οποιουδήποτε μέρους αυτού από τον εντεταλμένο για την εκτέλεση ενταλμάτων, την ψήφιση εξόδων ή άλλως πως όπως το Δικαστήριο ήθελε κρίνει πρέπον. Και δύναται να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπισθεί το υπόλοιπο της απαίτησης του ενάγοντα». Στην προκείμενη περίπτωση είναι πράγματι παραδεκτό ότι ο Αιτητής δάνεισε στην Καθ' ης η αίτηση το ποσό των Ευρώ 20.000,00 σεντ και ότι σε σχέση με αυτό ουδεμία υπεράσπιση δεν πρόβαλε η Καθ' ης η αίτηση. Καμία, όμως, μαρτυρία δεν παρουσιάσθηκε με την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση που να αποδεικνύει πώς στην βάση των ισχυρισμών που εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησης προκύπτει, αφενός, το υπόλοιπο ποσό των Ευρώ 17.560,00 σεντ, που, επίσης, αξιώνεται με την Έκθεση Απαίτηση, αφετέρου, ο τόκος προς 7,5% ετησίως επί του ποσού των Ευρώ 19.560,00 σεντ από 26.3.11 μέχρι πλήρους εξόφλησης, που, επίσης, αξιώνεται με την Έκθεση Απαίτησης, αφού αναφορικά με την έναρξη του τόκου υπενθυμίζεται ότι καμία αναφορά δεν γίνεται επί του προκειμένου στην Έκθεση Απαίτησης. Η υπό της ευπαίδευτης συνηγόρου του Αιτητή εισηγηθείσα προσέγγιση δικαιολογείται στην περίπτωση που η υπό του εναγόμενου προβληθείσα υπεράσπιση δεν αφορά σε μέρος της απαίτησης του ενάγοντα ή στην περίπτωση που ο εναγόμενος παραδέχεται μέρος της απαίτησης του ενάγοντα και για το υπόλοιπο μέρος της απαίτησης του ενάγοντα ο εναγόμενος προβάλλει υπεράσπιση. Όχι στην περίπτωση, όπως είναι η παρούσα, που ο Αιτητής απέτυχε να αποδείξει ότι δικαιούται στο πιο πάνω αναφερόμενο υπόλοιπο μέρος της απαίτησης του. Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω πως η Αιτήτρια δεν ικανοποίησε το Δικαστήριο ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις που θέτει η Δ.18, θ1(α) των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Υπό το φως των δοσμένων περιστάσεων και της Νομολογίας που πιο πάνω παρατέθηκε το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εξετάσει την υπό κρίση αίτηση επί της ουσίας, εφόσον δεν μετατέθηκε στον Καθ' ου η αίτηση το βάρος απόδειξης να καταδείξει ότι έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω πως η υπό κρίση αίτηση δεν μπορεί να έχει παρά απορριτπική κατάληξη. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εναγόμενης / Καθ' ης η αίτηση και εναντίον του Ενάγοντα / Αιτητή όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας στην πιο πάνω αγωγή. (Υπ.) ............ Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Συνοπτική απόφαση Subject: Civil / Other Actions / Interim cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.