Μαρίνας Παναγιώτη Αγαθοκλέους κ.α. ν. Διευθυντή Κτηματολογίου Χωρομετρίας κ.α., Αριθμός Αίτησης/Έφεσης: 12/2008, 21/8/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A230 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αριθμός Αίτησης/Έφεσης: 12/2008 Αναφορικά με τον περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, Κεφ. 224, όπως τροποποιήθηκε με τους νόμους 3/60 μέχρι 55
(1)/06 Μεταξύ:
- Μαρίνας Παναγιώτη Αγαθοκλέους, από την Πάχνα
- Αβραάμ Διονυσίου Αβραάμ, από την Πάχνα Αιτητών/Εφεσειόντων - και -
- Διευθυντή Κτηματολογίου & Χωρομετρίας
- Ευτέρπης Μιχαήλ Ρούσου και Φοίβης Αλκιβιάδους, ως διαχειριστριών της περιουσίας της αποβιωσάσης Σταυρούλας Συμεού Ονησιφόρου, από τη Λεμεσό
- Ευαγόρα Λεωνίδου, από το Πισσούρι
- Λάμπρου Παναγιώτη Λάμπρου, από την Πάχνα
- Μαρίνας Παντελή Κλεοβούλου, από την Πάχνα Καθ' ων η αίτηση/Εφεσίβλητων ---------------------- Ημερομηνία: 21 Αυγούστου, 2013 Εμφανίσεις: Για αιτητές/εφεσείοντες: κα Χ΄΄ Λοίζου (κ. Χρ. Χ΄΄Λοίζου για να ακούσει απόφαση) Για καθ' ου η αίτηση/εφεσίβλητο 1: κ. Μελάς (κ. Π. Κυριακίδης για να ακούσει απόφαση) Για καθ' ων η αίτηση/εφεσίβλητους 2 μέχρι 5: κ. Σ. Στυλιανού (κα Λ. Γεωργίου για να ακούσει απόφαση) Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση/έφεση (στο εξής «η έφεση»), οι αιτητές/εφεσείοντες (στο εξής «οι εφεσείοντες») ζητούν: «Α. Όπως το Δικαστήριο ακυρώσει και/ή παραμερίσει την απόφαση (που στο εξής θα αναφέρεται η απόφαση) του Διευθυντή του Κτηματολογίου και Χωρομετρίας (που στο εξής θα αναφέρεται ως ο Διευθυντής) που δόθηκε με ειδοποίηση του ημερομηνίας 3/1/2008 στην Εφεσείουσα / Αιτήτρια στην υπόθεση με αριθμό αίτησης ΑΧ 1907/05, Αρ. Φακ. 05.19.001.32.5 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού (που στο εξής θα αναφέρεται ως η υπόθεση ΑΧ 1907/05). Β. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η έκταση γης που αναφέρεται στην απόφαση του Διευθυντή στην υπόθεση ΑΧ 1907/05 και δείχνεται με πράσινο χρώμα στο επικολλημένο σε αυτή σχέδιο (που στο εξής θα αναφέρεται ως η διαφιλονικούμενη έκταση γης) δεν αποτελεί μέρος του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 14766, αριθμό τεμαχίου 874, Φ/ΣΧ 53/01 που είναι στο όνομα των Καθ' ων η Αίτηση/Έφεση 2 αλλά αποτελεί μέρος του τεμαχίου με αριθμό εγγραφής 18346, αριθμό τεμαχίου 1098, Φ/ΣΧ 53/01 που ανήκει στους Εφεσείοντες/Αιτητές. Γ. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η διαφιλονικούμενη έκταση γης είναι ιδιοκτησία και/ή ανήκει αποκλειστικά στους Εφεσείοντες/Αιτητές. Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η ενσωμάτωση της διαφιλονικούμενη έκταση γης στο τεμάχιο με αριθμό τεμαχίου 1098, αριθμό εγγραφής 18346, Φ/ΣΧ 53/01 και η σχετική διόρθωση των Μητρώων του Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. Ε. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία και/ή Διάταγμα τα οποία το Δικαστήριο θα θεωρούσε πρέποντα υπό τις περιστάσεις. Ζ. Έξοδα και νόμιμο τόκο.» Η έφεση βασίζεται στο άρθρο 80 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224, όπως τροποποιήθηκε, στους κανονισμούς 5 και 7 των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών του 1956, στη νομολογία και στις ενυπάρχουσες και/ή εγγενείς και/ή συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι λόγοι επί των οποίων στηρίζεται η έφεση είναι οι εξής: «
- Η επιτόπια εξέταση της διαφιλονικούμενης έκτασης γης έγινε από τους υπαλλήλους του κτηματολογίου κατά αυθαίρετο και/ή λανθασμένο και/ή αντικανονικό τρόπο.
- Κατά την επιτόπια εξέταση λήφθηκαν λανθασμένα κριτήρια για την επίλυση της συνοριακής διαφοράς.
- Κατά την επιτόπια εξέταση ακολουθήθηκε λανθασμένη μέθοδος μέτρησης.
- Κατά την επιτόπια εξέταση χρησιμοποιήθηκαν ανεπαρκή και/ή ανακριβή όργανα μέτρησης.
- Κατά την εξέταση της υπόθεσης ΑΧ 1907/05 ο Διευθυντής χρησιμοποίησε και/ή βασίστηκε σε λανθασμένα και/ή ανακριβή χωρομετρικά σχέδια.
- Κατά την εξέταση της υπόθεσης ΑΧ 1907/05 χρησιμοποίησε και/ή βασίστηκε σε παραπλανητικά γεγονότα και/ή ενήργησε κάτω από νομική πλάνη.
- Κατά την επιτόπια έρευνα ο Διευθυντής και/ή οι υπάλληλοι του αμέλησαν να ενημερώσουν τους Αιτητές/Εφεσείοντες και/ή αντιπροσώπους τους για να παραστούν στην επιτόπια εξέταση/έρευνα με αποτέλεσμα όταν έγιναν οι μετρήσεις ιδιαίτερα στο διαφιλονικούμενο μέρος οι Αιτητές/Εφεσείοντες να μην το γνωρίζει και ως εκ τούτου να απουσιάζει.
- Η απόφαση του διευθυντή του κτηματολογίου δεν έχει αιτιολογηθεί δεόντως και/ή στερείται επαρκούς αιτιολογίας.» Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η έφεση εμφαίνονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του εφεσείοντα 2, ημερομηνίας 25.1.2008, το περιεχόμενο της οποίας παρατίθεται αυτούσιο: «Εγώ ο κάτωθι υπογεγραμμένος Αβραάμ Διονυσίου Αβραάμ από τη Λεμεσό, ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα:-
- Είμαι ένας εκ των Εφεσείοντων/Αιτητών στην υπό ως άνω αριθμό και τίτλο Έφεση/Αίτηση, έχω προσωπική γνώση των πιο κάτω αναφερομένων γεγονότων και είμαι εξουσιοδοτημένος από τη Μαρίνα Παναγιώτου Αγαθοκλέους να προβώ στην παρούσα ένορκη δήλωση.
- Έχω διαβάσει την Αίτηση/Έφεση και υιοθετώ τις αιτούμενες θεραπείες καθώς και τους λόγους εφέσεως τους οποίους με την παρούσα ένορκη δήλωση μου επαναλαμβάνω.
- Είμαι ένας εκ των δύο συνιδιοκτητών με τη Μαρίνα Παναγιώτη Αγαθοκλέους του ως ακινήτου με αριθμό εγγραφής 18346, αριθμό τεμαχίου 1098, Φ/ΣΧ 53/
- Κατά την επιτόπια εξέταση της υπόθεσης αυτής από τους λειτουργούς του Κτηματολογίου και χωρομετρίας τόσο εγώ όσο και η ως άνω υπό αναφοράν συνιδιοκτήτρια δεν ήμασταν παρόντες και στην απουσία μας καθόρισαν επί τόπου το σύνορο στη διαφιλονικούμενη έκταση γης.
- Κατά την επιτόπια εξέταση των υπαλλήλων του κτηματολογίου χρησιμοποιήθηκαν λανθασμένα σταθερά σημεία, αγνοήθηκαν τα υφιστάμενα σύνορα και/ή τα φυσικά σύνορα και χρησιμοποιήθηκε λανθασμένη μέθοδος μέτρησης και χρησιμοποιήθηκαν ανεπαρκή και/ή ανακριβή όργανα μέτρησης.
- Η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ελήφθη υπό το κράτος πραγματικής και νομικής πλάνης.
- Δυνάμει των ανωτέρων θεωρώ ότι η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου και Χωρομετρίας είναι άκυρη και/ή παράνομη και ως εκ τούτου αιτούμαι την ακύρωση αυτής.
- Επισυνάπτω δε την απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ΑΧ 1907/05 ημερομηνίας 3/1/2008.» Οι καθ' ων η αίτηση/εφεσίβλητοι (στο εξής «οι εφεσίβλητοι») αντέδρασαν στην έφεση καταχωρώντας δύο ενστάσεις. Η πρώτη καταχωρήθηκε από τους εφεσίβλητους 2 μέχρι 5 και η δεύτερη από τον εφεσίβλητο
- Η ένσταση των εφεσίβλητων 2 μέχρι 5 εδράζεται στους ακόλουθους λόγους (γεγονότα, όπως αναφέρεται στο σώμα της): «
- Ότι η προσβαλλόμενη απόφαση του Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας (στο εξής «ο Διευθυντής»), ημερομηνίας 03-01-2008 είναι καθ' όλα νόμιμη, ορθή, νομότυπη, δικαιολογημένη και/ή δεόντως αιτιολογημένη.
- Ότι ο Διευθυντής για τη λήψη της πιο πάνω απόφασης του έλαβε υπόψη του ή και εκτίμησε όλα ή και όλα τα αναγκαία ή και ενδεδειγμένα και σχετικά, υπό τις περιστάσεις, δεδομένα, κριτήρια, στοιχεία και γεγονότα και τις θέσεις και/ή ισχυρισμούς των διαδίκων.
- Ο Διευθυντής και/ή ο αντιπρόσωπος του εξέτασε την παρούσα υπόθεση αντικειμενικά και δίκαια διεξήγαγε τις επιτόπιες εξετάσεις καθ' όλα νόμιμα και/ή ορθά και/ή νομοτυπικά και/ή κανονικά.
- Ότι ο Διευθυντής και/ή ο αντιπρόσωπος εφάρμοσε και/ή χρησιμοποίησε τα ορθά χωρομετρικά σχέδια, τα κατάλληλα και/ή επαρκή και/ή ακριβή όργανα και/ή όργανα μέτρησης και/ή μέσα και/ή μέθοδο και/ή διαδικασία και/ή πρακτική.
- Η απόφαση του Διευθυντή είναι νομικά και πραγματικά βάσιμη, ορθή και δικαιολογημένη.» Τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η ένσταση εκτίθενται σε τρεις ένορκες δηλώσεις, ως ακολούθως: της Μαρίνας Νικολάου, ημερομηνίας 10.6.2008, που είναι έκτακτη χωρομέτρης στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας και εργάζεται στον κλάδο χωρομετρίας από το 2001, η οποία στις 20.6.2006 διεξήγαγε τη χωρομετρική εργασία κατά την επιτόπια εξέταση της επίδικης συνοριακής διαφοράς που οδήγησε στην έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης, της Ελένης Χατζηγιάννη, ημερομηνίας 12.6.2008, που είναι βοηθός κτηματολογικός λειτουργός στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας και εργάζεται στον κλάδο επιτόπιων ερευνών από το 1985, στην οποία ανατέθηκε η εξέταση της αίτησης για επίλυση της επίδικης συνοριακής διαφοράς, σε σχέση με την οποία, στις 31.5.2006 απέστειλε στα ενδιαφερόμενα μέρη με ασφαλισμένο ταχυδρομείο, τις ειδοποιήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 58 του νόμου, Κεφ. 224, ενώ ήταν παρούσα και κατά την επιτόπια εξέταση στις 20.6.2006, όπου διεξάχθηκε από την προηγούμενη μάρτυρα η χωρομετρική εργασία για σκοπούς επίλυσης της επίδικης διαφοράς και τέλος, της εφεσίβλητης 5, ημερομηνίας 4.6.
- Η ένσταση του εφεσίβλητου 1 (στο εξής και «ο Διευθυντής») εδράζεται στους ακόλουθους λόγους: «[α] Η παρούσα αίτηση/έφεση δεν μπορεί να προχωρήσει εναντίον του καθ' ου η Αίτηση Εφεσιβλήτου αρ.
- [β] Λανθασμένα, αντικανονικά και κατά παράβαση των προνοιών του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας [Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση] Νόμου Κεφ. 224 και των κανονισμών του 1956, έχει καταστεί διάδικος ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. [γ] Δεν έχει δοθεί οιαδήποτε άδεια του Δικαστηρίου για προσθήκη του Διευθυντή ως διαδίκου σύμφωνα με τους Κανονισμούς περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας του 1956 και ειδικότερα του Κανονισμού 5[2]. Διαζευτικά και άνευ βλάβης των πιο πάνω προδικαστικών ενστάσεων η παρούσα βασίζεται περαιτέρω στα πιο κάτω νομικά σημεία και/ή λόγους:
- Ο εφεσίβλητος/καθ' ου η αίτηση/έφεση Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ισχυρίζεται ότι ενήργησε ορθά και νόμιμα υπό τις περιστάσεις.
- Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ορθή νόμιμη και αιτιολογημένη, διότι έχουν ληφθεί υπόψιν όλα τα πραγματικά περιστατικά και γεγονότα που σχετίζονται με την απόφαση αυτή που είναι προϊόν πλήρους ενδελεχούς και ολοκληρωμένης έρευνας.
- Η αίτηση/έφεση είναι αβάσιμη και/ή αστήρικτη.
- Ο εφεσίβλητος/καθ΄ ου η αίτηση 1 αρνείται και απορρίπτει όλους και καθένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς οι οποίοι περιέχονται στις παραγράφους της ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 25/1/2008 που συνοδεύει την παρούσα αίτηση/έφεση, στον βαθμό και την έκταση που έρχονται σε αντίθεση και/ή αντιφάσκουν και/ή διαφέρουν και/ή δεν συμφωνούν και/ή είναι ασυμβίβαστοι με τις ένορκες δηλώσεις των Ελένη Χατζηγιάννη και Μαρίνα Νικολάου οι οποίες γίνονται για υποστήριξη της ένστασης αυτής.
- Η απόφαση του Διευθυντή Κτηματολογίου και Χωρομετρίας δεν είναι παράνομη και/ή αντισυνταγματική, και/ή εσφαλμένη και/ή αυθαίρετη, και/ή πρόχειρη και/ή ελλειπής και/ή αντικανονική καθότι βασίζεται επί όλων των πραγματικών δεδομένων της υπόθεσης, και ο Διευθυντής ενήργησε σύμφωνα με τις πρόνοιες των σχετικών Νόμων, και ως εκ τούτου οι εφεσείοντες - αιτητές, δεν δικαιούνται σε ικανοποίηση των ζητουμένων αξιώσεων τους ή οποιασδήποτε τούτων.
- Η απόφαση του Διευθυντή Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, είναι δεόντως αιτιολογημένη ορθή και νόμιμη, στηρίχθηκε στα πραγματικά γεγονότα, δεν πάσχει από οποιοδήποτε νομικό ελάττωμα και επομένως δεν πρέπει, ούτε να τροποποιηθεί, ούτε να κηρυχθεί άκυρη και/ή παράνομη και/ή εστερημένη οιουδήποτε αποτελέσματος, καθότι κατά την επιτόπια εξέταση ακολουθήθηκε η ορθή και νενομισμένη διαδικασία και πρακτική που ακολουθείται σε παρόμοιες περιπτώσεις, με χρήση οργάνων ακριβείας και/ή ορθά μέσα επίλυσης της διαφοράς.
- Ο εφεσίβλητος Διευθυντής Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ενήργησε σύμφωνα με τις πρόνοιες του Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας, Νόμου Κεφ.224 και Τροποποιητικούς αυτού Νόμους και ως εκ τούτου η απόφαση του δεν λήφθηκε υπό πλάνη περί τα πράγματα και/ή καθ' υπέρβαση των εξουσιών του, αλλ' αντίθετα τηρήθηκε και/ή ακολουθήθηκε η ορθή και/ή νενομισμένη διαδικασία και/ή πρακτική.
- Ο καθ' ου η αίτηση - έφεση Διευθυντής του Κτηματολογίου και Χωρομετρίας εξέτασε την υπό κρίση υπόθεση δίκαια, και τήρησε τις αρχές της Φυσικής Δικαιοσύνης και Επιείκιας.
- Οι αιτητές - εφεσείοντες δεν δικαιούνται σε ικανοποίηση των απαιτήσεων του ή οποιαδήποτε τούτων και η αίτηση - έφεση πρέπει ν' απορριφθεί με έξοδα εις βάρος τους.
- Ο καθ' ου η αίτηση - έφεση Διευθυντής του Κτηματολογίου και Χωρομετρίας δια του Γενικού Εισαγγελέα, επιφυλάσσει το δικαίωμα του, όπως βασισθεί και σε άλλους λόγους με συμπληρωματικές ενόρκους δηλώσεις.» Η χωρομέτρης Μαρίνα Νικολάου και η βοηθός κτηματολογική λειτουργός Ελένη Χατζηγιάννη προέβησαν και πάλι σε ξεχωριστή ένορκη δήλωση προς υποστήριξη των λόγων και αυτής της ένστασης, με περιεχόμενο σχεδόν όμοιο με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης στην οποία προέβησαν προς υποστήριξη των λόγων ένστασης των εφεσίβλητων 2 μέχρι
- Και οι δύο ένορκες δηλώσεις είναι ημερομηνίας 30.6.
- Στις 3.4.2009, κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου προέβη σε ένορκη δήλωση υπέρ των εφεσειόντων και ο τοπογράφος Χριστόδουλος Μάρκου, με περιεχόμενο, ως ακολούθως: «Εγώ ο κάτωθι υπογεγραμμένος Χριστόδουλος Μάρκου εκ Λεμεσού ορκίζομαι και λέω τα ακόλουθα:
- Είμαι τοπογράφος μέλος του ΕΤΕΚ.
- Έχω εξουσιοδοτηθεί από τους αιτητές εφεσείοντες και έχω προβεί εις επιτόπια εξέταση για την συνοριακή διαφορά μεταξύ των επίδικων κτημάτων υπ' αριθμόν εγγραφής 14766 Τεμ. 874 και υπ' αριθμόν εγγραφής 18346 Τεμ. 1098, Φ/ΣΧ 53/01 ευρισκόμενον εις χωριό Πάχνα Λεμεσού.
- Έχω ετοιμάσει σχετική έκθεση την οποία επισυνάπτω ως Τεκμήριο Α.
- Επίσης έχω ετοιμάσει σχετικό σχέδιο το οποίον επισυνάπτω ως Τεκμήριο Β.
- Επισυνάπτων εγκύκλιο αρ. 412 του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ημερομηνίας 11/12/1998.» Επειδή έχει σημασία παρατίθεται αυτούσιο και το περιεχόμενο της έκθεσης του μάρτυρα: «Ο πιο κάτω υπογεγραμμένος Χριστόδουλος Μάρκου από την Λεμεσό, είμαι τοπογράφος εξ επαγγέλματος, εγγεγραμμένος στο ΕΤΕΚ με αρ. Μητρώου Ε001064 και εγγεγραμμένος Αρμόδιος Χωρομέτρης με αρ. Μητρώου 50-07 και διατηρώ ιδιωτικό τοπογραφικό γραφείο από το
- Διεξήγαγα επιτόπιες έρευνες σε διάφορες ημερομηνίες στο χωριό Πάχνα, Λεμεσού σχετικά με τα τεμάχια 1098 και 874 του Φύλλου/Σχεδίου 53/1, Πάχνα, αναφορικά με την απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ημερομηνίας 3/1/2008 και με αρ. Φακέλου ΑΧ. 1907/
- Μετά τις πιο πάνω επιτόπιες έρευνες μου κατέληξα στο συμπέρασμα ότι η επίδικη απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου είναι λανθασμένη για τους πιο κάτω λόγους: (Α) Ο χωρομέτρης του κτηματολογίου φαίνεται να στήριξε την απόφασή του στην υφιστάμενη περίφραξη που χωρίζει τα τεμάχια 874 και 681 (σημεία Ε, Ζ, Η στο επισυναπτόμενο σχέδιο). Τα τεμάχια όμως 874, 681 και 1195 είναι τεμάχια τα οποία προέκυψαν μετά από διαχωρισμό του αρχικού τεμαχίου 519 όπως φαίνεται στο αρχικό Χωρομετρικό Σχέδιο. Τον διαχωρισμό αρχικών τεμαχίων αναλάμβαναν μέχρι τελευταία, κτηματολόγοι που δεν είχαν ούτε τις γνώσεις ούτε τα μέσα για σωστές μετρήσεις και σχεδιασμό μιας υπόθεσης. Ως εκ τούτου έπρεπε να λάβει υπ' όψιν του την υφιστάμενη δόμη που χωρίζει το τεμάχιο 1195 με τα τεμάχια 202 και 861 (σημεία Α, Β, Γ και Δ στο επισυναπτόμενο σχέδιο) και η οποία ανταποκρίνεται πολύ καλά στον συσχετισμό της επί τόπο κατάστασης με το "εν χρήσει Σχέδιον". (Β) Αν δεχθούμε ότι η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου είναι σωστή τότε το συνολικό πλάτος των τεμαχίων 874, 681 και 1195 (παλαιό 519) θα είναι πιο μεγάλο κατά 4-5 από ότι φαίνεται στο "Εν χρήσει Σχέδιον" (σημεία Α-Μ, Δ-Μ στο επισυναπτόμενο σχέδιο). (Γ) Ο χωρομέτρης φαίνεται να μην έλαβε υπ' όψιν του ούτε την εγκύκλιο αρ.412 ημερομηνίας 11/12/1998 την οποία επισυνάπτω.» Η ένορκη δήλωση του Χριστόδουλου Μάρκου δεν ήταν και η τελευταία που καταχωρήθηκε και τούτο γιατί, στις 19.10.2009 η Μαρίνα Νικολάου και στις 15.10.2009 η Ελένη Χατζηγιάννη και πάλιν κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου προέβησαν και σε νέα ένορκη δήλωση, υπέρ της υπόθεσης των εφεσίβλητων 2 μέχρι 5 και πάλιν, ενώ στις 14.4.2010 και οι δύο προέβησαν και σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση, υπέρ της υπόθεσης του εφεσίβλητου 1, στην οποία επισυνάπτουν και διάφορα τεκμήρια. Η ακρόαση της έφεσης, σε εφαρμογή του κανονισμού 10
(3)των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών του 1956 διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων, χωρίς οποιαδήποτε πλευρά να ζητήσει να αντεξετάσει οποιοδήποτε μάρτυρα της άλλης πλευράς επί του περιεχομένου της ένορκης του δήλωσής. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο όλων των ενόρκων δηλώσεων και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. Πατσαλίδης ν. Δαμασκηνού κ.ά.
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 1248: «Το δικαστήριο, στα πλαίσια της αναθεωρητικής του δικαιοδοσίας δυνάμει του άρθρου 80 του νόμου, εξετάζει κατά πόσο η απόφαση του Διευθυντή είναι νόμιμη και ορθή στην ουσία της. ΄Οταν υπάρχουν όλα τα στοιχεία, το δικαστήριο μπορεί να αντικαταστήσει την κρίση του Διευθυντή με τη δική του και να εκδώσει οποιαδήποτε διαταγή κρίνει δίκαιη. Αυτό σημαίνει ότι η δικαιοδοσία του δικαστηρίου δεν περιορίζεται μόνο στον έλεγχο της νομιμότητας της απόφασης αλλά επεκτείνεται και στην ορθότητά της καθώς και στις ρυθμίσεις των δικαιωμάτων των διαδίκων με γνώμονα το δίκαιο. Βλ. Kafieros v. Theocharous
(1978)1 CLR 619, Peyiotis v. Polemides
(1982)1 CLR 442, Αθανάση κ.α. ν. Χατζημάμα κ.α.
(1990)1 ΑΑΔ 208 και Κουμής ν. Κούντουρου
(1992)1 ΑΑΔ 1312.» Τα ίδια περίπου αναφέρονται και στο απόσπασμα που ακολουθεί από την υπόθεση Κουντουρίδη κ.ά. ν. Νικολάου
(2008)1 (Α) Α.Α.Δ. 412: «. στις υποθέσεις του είδους το πρωτόδικο Δικαστήριο λειτουργεί με βάση «δικαιοδοσία που αφορά την αναθεώρηση απόφασης διοικητικού οργάνου που επενεργεί στον τομέα του ιδιωτικού δικαίου». (Ειρήνη Κάκουλλου ν. Χαραλάμπους Ποχουζούρη
(1992)1 Α.Α.Δ. 1503.). Το Δικαστήριο δύναται σε διαδικασίες αίτησης/έφεσης με βάση το άρθρο 80 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου Κεφ. 224, όπως έχει τροποποιηθεί, να προβεί σε αναψηλάφιση της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου, ακολουθώντας συναφείς προς την αναθεωρητική διαδικασία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αρχές, δικαιούμενο όμως ταυτόχρονα να υποκαταστήσει τη δική του απόφαση για αυτή της διοίκησης. (Καφιέρος ν. Θεοχάρους
(1978)1 Α.Α.Δ. 619). Περαιτέρω το Δικαστήριο ερευνά όχι μόνο αν η απόφαση του Κτηματολογίου ήταν εύλογη υπό τις περιστάσεις αλλά αν ήταν και ουσιαστικά ορθή. (Κουμή ν. Κούντουρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 1312 και Σάββα ν. Κώστα
(2003)1 Α.Α.Δ. 1944).» Ομοίως και στην πιο πρόσφατη υπόθεση Γεωργίου κ.ά. ν. Αργυρίδη, Πολιτική Έφεση Αρ. 65/2009, ημερομηνίας 27.7.2012, σύμφωνα με την οποία: «Όπως επισημάνθηκε και από την πρωτόδικη δικαστή, με αναφορά στην υπόθεση Αριστοτέλους ν. Χατζηκυριάκου
(2001)1 ΑΑΔ 100, ο Διευθυντής ενεργώντας στα πλαίσια των εξουσιών που του παρέχονται από τα άρθρα 50 και 58 για επίλυση συνοριακών διαφορών, έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια, η ενάσκηση της οποίας εμπίπτει στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου (βλ. επίσης Χατζησοφρωνίου ν. Δημοσθένους, Πολ. Έφ. 111/08, ημερ. 20.5.2011). Το Επαρχιακό Δικαστήριο, κατά τον έλεγχο της νομιμότητας και ορθότητας της απόφασης του Διευθυντή, δυνάμει του μηχανισμού που παρέχεται από το άρθρο 80 του Κεφ. 224, εφαρμόζει τις αρχές που διέπουν το δικαστικό έλεγχο διοικητικών πράξεων. Ωστόσο, το Επαρχιακό Δικαστήριο δικαιούται να αντικαταστήσει την κρίση του Διευθυντή, αλλά θα πρέπει να υπάρχουν ισχυροί λόγοι για να ακολουθήσει μια τέτοια πορεία.» Ανάλογη αναφορά γίνεται και στην ακόμη πιο πρόσφατη υπόθεση Προκοπίου ν. Jacquelin Lesley Ryan κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. 341/2008, ημερομηνίας 5.9.2012, στην οποία προστίθεται ότι το βάρος απόδειξης της ύπαρξης λάθους στην απόφαση του Διευθυντή βρίσκεται στον αιτητή, ως επίσης και ότι η κτηματολογική εργασία είναι εξειδικευμένη και ότι αμφισβήτησή της μπορεί να γίνει με παρουσίαση αναλόγου βαρύτητας πραγματογνωμοσύνης. Με υπαγωγή της ενώπιόν μου μαρτυρίας στις παραπάνω αρχές, υπό το φως και των λόγων που στηρίζουν την υπό κρίση έφεση, παρατηρώ τα εξής: Οι πρώτοι 6 λόγοι ακύρωσης και/ή παραμερισμού της εκκαλούμενης απόφασης είναι συναφείς οπότε και θα συνεξεταστούν. Δεδομένης της φύσης τους, και λαμβάνοντας υπόψη ότι καθώς ήδη έχει αναφερθεί το βάρος απόδειξης της ύπαρξης λάθους στην απόφαση του Διευθυντή βρίσκεται στους εφεσείοντες, το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο αυτοί, για σκοπούς στοιχειοθέτησης των υπό αναφορά λόγων προσκομίζουν μαρτυρία πραγματογνώμονα, ανάλογης βαρύτητας εκείνης που προσκομίζουν οι εφεσίβλητοι, η οποία προέρχεται από τις δύο κτηματολογικές υπαλλήλους που διεξήγαγαν εκ μέρους του Διευθυντή τη χωρομετρική εργασία για σκοπούς επίλυσης της επίδικης συνοριακής διαφοράς. Υπάρχει μαρτυρία πραγματογνώμονα εκ μέρους των εφεσειόντων, η οποία προέρχεται από τον ιδιώτη τοπογράφο Χριστόδουλο Μάρκου, ο οποίος, καθώς ήδη έχει αναφερθεί στις 3.4.2009 προέβη σε ένορκη δήλωση, στην οποία επισυνάπτεται και η σχετική έκθεση που ετοίμασε καθώς και σχέδιο αναφορικά με την υπόθεση. Αντιπαραβάλλοντας ωστόσο τη συγκεκριμένη μαρτυρία, με τη μαρτυρία των δύο κτηματολογικών υπαλλήλων που πραγματοποίησαν εκ μέρους του Διευθυντή την επιτόπια εξέταση για σκοπούς επίλυσης της επίδικης συνοριακής διαφοράς και ιδιαίτερα με τη μαρτυρία της Μαρίνας Νικολάου που διεξήγαγε τη χωρομετρική εργασία παρατηρώ τα εξής: Κανένας από τους λόγους που επικαλείται ο Χριστόδουλος Μάρκου, για σκοπούς θεμελίωσης του συμπεράσματός του ότι η επίδικη απόφαση του Διευθυντή είναι λανθασμένη γίνεται αποδεκτός. Ακολουθεί το σκεπτικό: Καταρχήν, στο βαθμό που ο μάρτυρας με τον πρώτο λόγο ισχυρίζεται ότι η χωρομέτρης Μαρίνα Νικολάου δεν έπρεπε να στηρίξει την απόφασή της στην υφιστάμενη περίφραξη που χωρίζει τα τεμάχια 874 και 681, επειδή αυτά προέκυψαν μετά από διαχωρισμό του αρχικού, όπως φαίνεται στο αρχικό σχέδιο, τεμαχίου 519 και το διαχωρισμό αρχικών τεμαχίων μέχρι τελευταία αναλάμβαναν κτηματολόγοι που δεν είχαν ούτε τις γνώσεις μα ούτε και τα μέσα για τις σωστές μετρήσεις και το σχεδιασμό μίας υπόθεσης, είναι σαφές, ότι, έστω έμμεσα, αυτό που υποβάλλεται είναι ότι για σκοπούς επίλυσης της επίδικης συνοριακής διαφοράς δε θα έπρεπε να εφαρμοστεί το εν χρήσει σχέδιο. Ωστόσο, κάτι τέτοιο, δεν μπορεί να υποβάλλεται στα πλαίσια διαδικασίας όπως η παρούσα και τούτο γιατί αντιστρατεύεται τη νομολογιακή αρχή, σύμφωνα με την οποία, το κτηματολόγιο, για επίλυση συνοριακής διαφοράς δυνάμει του άρθρου 58 οφείλει να εφαρμόσει το εν χρήσει σχέδιο, ενώ για σκοπούς διόρθωσης κατ' ισχυρισμό λανθασμένου σχεδίου, η μόνη νομική οδός που παρέχεται είναι η προσφυγή στο άρθρο 61 του νόμου, Κεφ. 224 (βλ. τη Γεωργίου, ανωτέρω, και τη Χατζησωφρονίου κ.ά. ν. Βασιλείου κ.ά., Πολιτική Έφεση 36/2009, ημερομηνίας 9.7.2012). Σε συνέχεια των προηγούμενων τίθεται και το ερώτημα πώς και στη βάση ποιών στοιχείων γνωρίζει ο Χριστόδουλος Μάρκου ότι μέχρι τελευταία αναλάμβαναν το διαχωρισμό αρχικών τεμαχίων κτηματολόγοι που δεν είχαν τα αναγκαία προσόντα για το σκοπό αυτό; Ακολούθως, το μέχρι τελευταία, χρονικά πότε τοποθετείται από το μάρτυρα; Ουδεμία απάντηση δίδεται σ' αυτά τα καίριας σημασίας ερωτήματα, οπότε, οι επί του προκειμένου ισχυρισμοί του μάρτυρα παραμένουν έωλοι και ως τέτοιοι υπέχουν μηδενικής βαρύτητας και αποδεικτικής αξίας. Ωστόσο, ο μάρτυρας, συν τοις άλλοις είναι και αντιφατικός, όταν από τη μια, για λόγους που έχουν αναφερθεί αμφισβητεί το εν χρήσει σχέδιο και από την άλλη ισχυρίζεται ότι η χωρομέτρης που διεξήγαγε τη χωρομετρική εργασία εκ μέρους του Διευθυντή, έπρεπε να λάβει υπόψη την υφιστάμενη δόμη που χωρίζει το τεμάχιο 1195 με τα τεμάχια 202 και 861, η οποία - δόμη -, όπως αναφέρει ανταποκρίνεται πολύ καλά στο συσχετισμό της επί τόπου κατάστασης με το εν χρήσει σχέδιο. Το τελευταίο, προφανώς δεν μπορεί να είναι κατάλληλο όταν το επικαλείται ο μάρτυρας και ακατάλληλο όταν το επικαλείται η χωρομέτρης που διεξήγαγε τη χωρομετρική εργασία για σκοπούς επίλυσης της επίδικης συνοριακής διαφοράς. Εν πάση περιπτώσει ούτε και είναι ορθό ότι η Μαρίνα Νικολάου που διεξήγαγε τη χωρομετρική εργασία εκ μέρους του Διευθυντή στηρίχθηκε μόνο στην περίφραξη που αναφέρει ο μάρτυρας των εφεσειόντων. Όπως αναφέρει η ίδια στην παράγραφο 10 (α) της συμπληρωματικής της ένορκης δήλωσης, ημερομηνίας 14.10.2010, χωρίς να έχει αμφισβητηθεί οποτεδήποτε από τους εφεσείοντες, η χωρομετρική της εργασία στηρίχθηκε και στο κοινό σύνορο των τεμαχίων 1175 και 202. Ο δεύτερος λόγος που επικαλείται ο Χριστόδουλος Μάρκου, για σκοπούς θεμελίωσης του συμπεράσματός του ότι η επίδικη απόφαση είναι λανθασμένη είναι άμεσα σχετικός και αλληλένδετος με τον προηγούμενο. Δεδομένης της τύχης του προηγούμενου, εξ αντικειμένου απορρίπτεται και αυτός, ως στερούμενος οποιουδήποτε πραγματικού υποβάθρου. Και ο τρίτος λόγος που επικαλείται ο μάρτυρας των εφεσειόντων, για σκοπούς θεμελίωσης του συμπεράσματός του ότι η επίδικη απόφαση του Διευθυντή είναι λανθασμένη απορρίπτεται ως αβάσιμος. Εκτός του ότι είναι γενικός, αόριστος και χωρίς ίχνος τεκμηρίωσης, υπό την έννοια ότι δεν επεξηγείται από το μάρτυρα, τι απ' όσα περικλείει η σχετική εγκύκλιος που επισυνάπτει δεν έλαβε υπόψη η χωρομέτρης του κτηματολογίου καθώς και πώς το γνωρίζει ο ίδιος είναι και το γεγονός, ότι, ο ισχυρισμός της Μαρίνας Νικολάου της παραγράφου 8 της ένορκης της δήλωσης, ημερομηνίας 19.10.2009, τον οποίο επαναλαμβάνει και στη συμπληρωματική της ένορκη δήλωση, ημερομηνίας 14.10.2010, σύμφωνα με τον οποίο γνωρίζει πολύ καλά τη σχετική εγκύκλιο που επικαλείται ο μάρτυρας και την έχει εφαρμόσει, επίσης παρέμεινε αναντίλεκτος. Υπάρχουν όμως και διάφοροι άλλοι λόγοι - αρκετοί προβάλλονται από τη Μαρίνα Νικολάου στις 4 συνολικά ένορκες δηλώσεις που έχει προβεί για τις ανάγκες της παρούσας υπόθεσης - για τους οποίους θεωρώ πιο πειστική και κατά συνέπεια αποδέχομαι τη μαρτυρία της Μαρίνας Νικολάου, αντί της αντίστοιχης μαρτυρίας του Χριστόδουλου Μάρκου, στο βαθμό που οι εφεσείοντες, με τη μαρτυρία του δεύτερου επιδιώκουν να στοιχειοθετήσουν τους υπό κρίση λόγους ακύρωσης και/ή παραμερισμού της επίδικης απόφασης. Ειδικότερα: Καταρχήν, ο Χριστόδουλος Μάρκου δεν ήταν παρών κατά την επιτόπια εξέταση στις 20.6.2006, όπου η Μαρίνα Νικολάου διεξήγαγε τη χωρομετρική εργασία για σκοπούς επίλυσης της επίδικης συνοριακής διαφοράς. Επομένως είναι και απορίας άξιο πώς γνωρίζει, μεταξύ άλλων, με ποιο τρόπο αυτή διεξήγαγε την εργασία της, πού βασίστηκε, ποια μέθοδο ακολούθησε και ποια μέσα χρησιμοποίησε κατά τη διεξαγωγή της εργασίας της. Και ενώ, τόσο διευθυντής με την απόφασή του όσο και η μάρτυρας με τη μαρτυρία της, δίδουν επαρκείς λεπτομέρειες συναφώς με όλα τα παραπάνω, δεν ισχύει το ίδιο και για το Χριστόδουλο Μάρκου, ο οποίος, με την έκθεσή του περιορίζεται απλώς να αναφέρει ότι διεξήγαγε επιτόπιες έρευνες, σε διάφορες ημερομηνίες, αναφορικά με την επίδικη απόφαση, χωρίς να λέει πότε τις διεξήγαγε καθώς και πόσες ήταν αυτές και τέλος παραθέτει και τρεις λόγους για τους οποίους κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η επίδικη απόφαση είναι λανθασμένη, οι οποίοι, ωστόσο, για λόγους που έχουν αναφερθεί κρίθηκαν αβάσιμοι. Επιπλέον, ενώ η επιτόπια εξέταση της επίδικης συνοριακής διαφοράς στις 20.6.2006 έγινε από δύο κτηματολογικούς λειτουργούς, μου είναι άγνωστο κατά πόσο Χριστόδουλος Μάρκου διεξήγαγε μόνος του ή με τη βοήθεια κάποιου άλλου ή άλλων τις δικές του επιτόπιες έρευνες. Προστίθενται και τα εξής: Όπως αναφέρει η Μαρίνα Νικολάου στην παράγραφο 5 της ένορκης της δήλωσης, ημερομηνίας 10.6.2008, κατά τη διεξαγωγή της χωρομετρικής εργασίας ακολούθησε, εφάρμοσε και χρησιμοποίησε το ορθό και εν χρήσει κυβερνητικό χωρομετρικό σχέδιο, τα κατάλληλα, επαρκή και ακριβή όργανα και μέσα μέτρησης κ.λ.π. Με αναφορά μόνο στο εν χρήσει σχέδιο, σε σχέση με την εργασία του Χριστόδουλου Μάρκου, εκτός του ότι με μέρος όσων αναφέρει στην έκθεσή του και συνθέτουν τον πρώτο λόγο που επικαλείται για σκοπούς στοιχειοθέτησης του συμπεράσματός του ότι η επίδικη απόφαση είναι λανθασμένη, αποτελούν αμφισβήτηση του εν χρήσει σχεδίου, γεγονός απαράδεκτο στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας είναι και το γεγονός ότι ο ίδιος δεν αναφέρει ποιο σχέδιο χρησιμοποίησε κατά τη διεξαγωγή των δικών του επιτόπιων ερευνών. Και κάτι ακόμη. Η διεξαχθείσα από τη Μαρίνα Νικολάου χωρομετρική εργασία, όπως αναφέρεται από την ίδια και καταγράφεται από το Διευθυντή και στην επίδικη απόφαση ελέγχθηκε από το λειτουργό χαρτογραφήσεων και βρέθηκε ότι ήταν απόλυτα ορθή. Τότε είναι που ο Διευθυντής εξέδωσε την απόφασή του. Κατά πόσο το αποτέλεσμα της εργασίας του Χριστόδουλου Μάρκου ελέγχθηκε από οποιοδήποτε μου είναι άγνωστο. Η Μαρίνα Νικολάου, σε αντίθεση με το Χριστόδουλο Μάρκου, ο οποίος, με την έκθεσή του εσφαλμένα της προσάπτει ότι στήριξε την απόφασή της μόνο στην υφιστάμενη περίφραξη που χωρίζει τα τεμάχια 874 και 681, όπως αναφέρει στην παράγραφο 11 της ένορκης της δήλωσης, ημερομηνίας 30.6.2006 βάσισε τις καταμετρήσεις της για επίλυση της επίδικης συνοριακής διαφοράς, όχι μόνο στο εν χρήσει σχέδιο, αλλά και στους φακέλους που αφορούν τα επηρεαζόμενα τεμάχια. Με την ένορκη της δήλωση, ημερομηνίας 19.10.2009 και τη συμπληρωματική της ένορκη δήλωση, ημερομηνίας 14.4.2010, ακόμη πιο πειστικά, ξεκάθαρα και τεκμηριωμένα - αφού επισυνάπτει και αριθμό σχετικών τεκμηρίων -, ενώ από τη μια αποδεικνύει την ορθότητα της δικής της εργασίας, από την άλλη, αιτιολογεί επαρκώς τη θέση της για το εσφαλμένο της εργασίας το Χριστόδουλου Μάρκου. Απ' όσα αναφέρει συγκρατώ τον ισχυρισμό της τής παραγράφου 14 της συμπληρωματικής της ένορκης δήλωσης, ότι η χωρομετρική της εργασία εκτελέστηκε με βάση δεσμεύσεις που υπήρχαν στο χωρομετρικό βιβλίο Μ 626, σελ. 12 - 21, πιστό αντίγραφο των οποίων επισυνάπτεται στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Απ' εκεί και πέρα παραπέμπω απευθείας στο περιεχόμενο και των δύο ενόρκων δηλώσεων της μάρτυρος. Ισχυρίζονται οι εφεσείοντες με τον 7ο λόγο ακύρωσης και/ή παραμερισμού της επίδικης απόφασης, ότι ο Διευθυντής και/ή οι υπάλληλοί του αμέλησαν να ενημερώσουν τους ίδιους και/ή τους αντιπροσώπους τους, για να παραστούν στην επιτόπια εξέταση/έρευνα με αποτέλεσμα όταν έγιναν οι μετρήσεις ιδιαίτερα στο διαφιλονικούμενο μέρος να μην το γνωρίζουν και ως εκ τούτου να απουσιάζουν. Ο συγκεκριμένος λόγος είναι εντελώς αβάσιμος. Ακολουθεί το σκεπτικό: Μια πρώτη παρατήρηση είναι ότι σύμφωνα με το άρθρο 58
(1)του νόμου, Κεφ. 224, ό,τι απαιτείται για σκοπούς έγκυρης και έγκαιρης ενημέρωσης των ενδιαφερομένων μερών εκ μέρους του Διευθυντή, αναφορικά με την πρόθεσή του να επιλύσει συνοριακή διαφορά είναι να τους δώσει ειδοποίηση, τουλάχιστον 14 μέρες προηγουμένως, με την οποία να τους πληροφορεί για το χρόνο κατά τον οποίο θα γίνει η επιτόπια εξέταση για σκοπούς επίλυσης της διαφοράς. Εάν αυτό συμβεί το γεγονός ότι οποιοδήποτε από τα ενδιαφερόμενα μέρη απουσιάζει κατά τη διεξαγωγή της επιτόπιας εξέτασης, δεν εμποδίζει το Διευθυντή να αποφασίσει επί της συνοριακής διαφοράς (εδάφιο 2 του άρθρου 58 του νόμου, Κεφ. 224). Επί της ουσίας τώρα του συγκεκριμένου λόγου, ενώ οι εφεσείοντες επικαλούνται ως λόγο ακύρωσης της απόφασης του Διευθυντή, την αμέλειά του και/ή των υπαλλήλων του να τους ενημερώσουν για την ημερομηνία διεξαγωγής της επιτόπιας εξέτασης, που αποτελεί λόγο ακύρωσης της επίδικης απόφασης, εάν ήθελε αποδειχθεί τέτοια παράλειψη εκ μέρους του Διευθυντή, με τη μαρτυρία τους λένε κάτι διαφορετικό, που χωρίς τη συνδρομή και του προηγούμενου, για λόγους που ήδη έχουν αναφερθεί δεν αποτελεί παραδεκτό λόγο ακύρωσης της επίδικης απόφασης. Συγκεκριμένα ισχυρίζονται ότι κατά την επιτόπια εξέταση της υπόθεσης δεν ήταν παρόντες και ότι οι λειτουργοί του κτηματολογίου και χωρομετρίας, καθόρισαν επί τόπου το σύνορο στη διαφιλονικούμενη έκταση γης, στην απουσία τους. Παρά την αποτυχία των εφεσειόντων να αποδείξουν, ως όφειλαν, τον υπό αναφορά λόγο ακύρωσης της επίδικης απόφασης, οι εφεσίβλητοι απέδειξαν με πειστικό τρόπο ότι ο Διευθυντής, όχι μόνο ενημέρωσε δεόντως και τους εφεσείοντες για τη μέρα διεξαγωγής της επιτόπιας εξέτασης, αλλά και ότι αυτοί παρευρέθηκαν σ' αυτή. Σε σχέση με το πρώτο παραπέμπω στο περιεχόμενο της παραγράφου 3 της ένορκης δήλωσης της Ελένης Χατζηγιάννη, ημερομηνίας 12.6.2008 (βλ. το τεκμήριο 8 - η σχετική ειδοποίηση - και τα τεκμήρια 13 και 14 - η απόδειξη άφιξής της ταχυδρομικώς συστημένης επ' ονόματι των εφεσειόντων - στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της Ελένης Χατζηγιάννη, ημερομηνίας 14.10.2010). Σε σχέση με το δεύτερο, αντί του γενικού και αόριστου ισχυρισμού του εφεσείοντα 2 της παραγράφου 4 της ένορκης του δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση έφεση, σύμφωνα με τον οποίο, ο ίδιος και η εφεσείουσα 1 δεν ήταν παρόντες κατά την επιτόπια εξέταση της υπόθεσης δέχομαι τους ακόλουθους ισχυρισμούς των δύο κτηματολογικών υπαλλήλων που διεξήγαγαν την επιτόπια εξέταση για επίλυση της επίδικης συνοριακής διαφοράς, η οποία οδήγησε στην έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης, τους οποίους - ισχυρισμούς - προβάλλουν στις δικές τους ένορκες δηλώσεις. Θεωρώ ως πιο πειστικούς τους εν λόγω ισχυρισμούς, αφού, εκτός του ότι υποστηρίζονται και από διάφορα τεκμήρια, παρέμειναν και αναντίλεκτοι. Ειδικότερα: «Μετά τη διεξαγωγή της χωρομετρικής εργασίας, υποδείχθηκε στα ενδιαφερόμενα μέρη το κοινό εγγεγραμμένο σύνορο των πιο πάνω ακινήτων και τοποθετήθηκαν τα αναγκαία ορόσημα» (παράγραφος 6 της ένορκης δήλωσης της Μαρίνας Νικολάου, ημερομηνίας 10.6.2008 και παράγραφος 5 της ένορκης δήλωσης της Ελένης Χατζηγιάννη, ημερομηνίας 12.6.2008). «Μετά την διεξαγωγή της πιο πάνω επιτόπιας εξέτασης και αφού έλαβα υπόψη και εκτίμησα όλα τα αναγκαία και ενδεδειγμένα και σχετικά,.....θέσεις και ισχυρισμούς των ενδιαφερόμενων μερών.» (παράγραφος 8 της ένορκης δήλωσης της Μαρίνας Νικολάου, ημερομηνίας 10.6.2008). Παραπέμπω ακόμη και στην παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης της Μαρίνας Νικολάου, ημερομηνίας 30.6.2008 καθώς και στην ίδια παράγραφο της ένορκης δήλωσης της Ελένης Χατζηγιάννη, ημερομηνίας 30.6.2008 επίσης, όπου, ευθέως αναφέρεται ότι η επιτόπια εξέταση έγινε στην παρουσία και των εφεσειόντων. Ως εντελώς αβάσιμος, αστήριχτος και ατεκμηρίωτος απορρίπτεται και ο 8ος και τελευταίος λόγος ακύρωσης της επίδικης απόφασης, με τον οποίο, οι εφεσείοντες υποβάλλουν ότι η επίδικη απόφαση του Διευθυντή δεν έχει αιτιολογηθεί δεόντως και/ή στερείται επαρκούς αιτιολογίας. Απλή ανάγνωση του περιεχόμενου της επίδικης απόφασης καταδεικνύει ότι αυτή περικλείει όλα τα αναγκαία στοιχεία τα οποία την καθιστούν απόλυτα ορθή και πλήρως αιτιολογημένη. Αυτά δε επιβεβαιώνονται και από τα διάφορα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης που έχουν τεθεί ενώπιόν μου. Εν πάση περιπτώσει, τα όσα ήδη αναφέρω προκειμένου να καταδείξω το αβάσιμο όλων των άλλων λόγων ακύρωσης της εκκαλούμενης απόφασης, αποτελούν και μέρος του σκεπτικού μου για το οποίο θεωρώ την επίδικη απόφαση δεόντως αιτιολογημένη. Τέλος, οι εφεσείοντες, που καθώς ήδη έχει αναφερθεί έχουν το βάρος να αποδείξουν το εσφαλμένο της απόφασης του Διευθυντή, τύποις και ουσία, «.εγχείρημα όχι ευχερές και μέλλον να επιτύχει μόνο αν συντρέχουν ισχυροί λόγοι που να το στηρίζουν.», όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στην υπόθεση Κτωρίδη ν. Επάρχου Λεμεσού κ.ά.
(2005)1 (Α) Α.Α.Δ. 541, σε κανένα στάδιο της δίκης προέβαλαν κατά τρόπο συγκεκριμένο οποιοδήποτε λόγο που να θεμελιώνει τη θέση τους ότι η επίδικη απόφαση στερείται της δέουσας ή επαρκούς αιτιολογίας. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Και κάτι ακόμη προτού καταλήξω. Η προδικαστική ένσταση του εφεσίβλητου 1 που είναι ο Διευθυντής είναι βάσιμη. Συνάγεται από την απόφαση στην υπόθεση Διευθυντής Κτηματολογίου ν. Καρακωτού
(2005)1 (Α) Α.Α.Δ. 99, ότι σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, που ο Διευθυντής δηλαδή, σε εφαρμογή του άρθρου 58 του Κεφ. 224 αναλαμβάνει να επιλύσει μία συνοριακή διαφορά, ενεργεί σαν διαιτητής υπό οιονεί δικαστική ιδιότητα στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου και ενεργώντας κατ' αυτό τον τρόπο ρυθμίζει θέματα ιδιωτικής φύσης ως προς δικαιώματα σε ακίνητη περιουσία. Αυτονόητο πως, υπό αυτή του την ιδιότητα δεν μπορεί να καθίσταται διάδικο μέρος στην αντιδικία μεταξύ των ενδιαφερόμενων και επηρεαζόμενων από την απόφασή του ιδιωτών. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου η έφεση απορρίπτεται. Τα έξοδα της έφεσης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εφεσίβλητων και σε βάρος των εφεσειόντων . (Υπ.) ............ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ../ΚΚ-TA-E.Π. Subject: Civil/Other Actions /Interim Αναφορά: Πολιτική - Αίτηση/Έφεση εναντίον απόφασης του Διευθυντή του κτηματολογίου, με την οποία επέλυσε συνοριακή διαφορά. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο