← Κύπρος

Rayhill Limited ν. Glidefern Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 60/13, 24/7/2013

Rayhill Limited ν. Glidefern Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 60/13, 24/7/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A213 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Ν. Κονή, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 60/13 Μεταξύ: Rayhill Limited Εναγόντων και

  1. Glidefern Limited
  2. Limited Liability Company «Regional Transport Systems»
  3. Xρύσω Γεωργιάδου
  4. Quadri-Top Management Co. Ltd
  5. Irina Loutchina Skittides
  6. Vladimir Skopin
  7. Meritservus Secretaries LImited
  8. Δημήτρης Ιωαννίδης
  9. Erast Z. Tkebuchava
  10. Oleg Glavatskih ή Oleg Glavatskin
  11. Pencilia Holdings Limited
  12. Anatoly Ternavsky
  13. Nickolay Bukhantsov
  14. CJSC Naftatrans (Zao Naftatrans)
  15. Alexander Genadievich Voloshin Εναγομένων ------------------------- Aίτηση ημερoμηνίας 12.3.13 ------------------------- Ημερομηνία: 24 Ιουλίου, 2013 Για Εναγόμενο 6 -Aιτητή: κα Κουδουνάρη, κ. Φλουρέντζος και κα Φιάκα για Σωτήρης Πίττας & Σια ΔΕΠΕ Για Ενάγοντες-Καθ' ων η αίτηση: κ. Χαβιαράς δια Χαβιαράς & Φιλίππου ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Την 17.1.13 το Δικαστήριο επιλαμβανόμενο μονομερούς αίτησης των Εναγόντων ημερομηνίας 15.1.13 αποφάσισε τα ακόλουθα όσον αφορά τον Εναγόμενο 6: «Α. Δοθεί και δια του παρόντος δίδεται άδεια του Δικαστηρίου για σφράγιση ή και έκδοση κλητηρίου ή και παράλληλου κλητηρίου, ειδοποίηση περί του οποίου να επιδοθεί στους ακόλουθους Εναγόμενους εκτός δικαιοδοσίας: ............................................................................................................................................................................................
  16. VLADIMIR SKOPIN, Διεύθυνση: 58 Suedstrasse, Heilbronn, 74072, Germany. ............................................................................................................................................................................................ B. Δοθεί και δια του παρόντος δίδεται άδεια του Δικαστηρίου με την οποία επιτρέπεται στην Ενάγουσα η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας στους πιο πάνω Εναγόμενους 2,6,9,10,12-15 ειδοποίησης του εν τω τίτλω κλητηρίου μαζί με ρωσική μετάφραση στις πιο πάνω διευθύνσεις δια της διπλωματικής οδού. .............................................................................................. Δ. Εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται διάταγμα του Δικαστηρίου όπως οι Εναγόμενοι μετά την επίδοση της ειδοποίησης περί του κλητηρίου εντάλματος και/ή του κλητηρίου καταχωρήσουν εμφάνιση εντός προθεσμίας 30 ημερών. Ε. Εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται διάταγμα του Δικαστηρίου όπως εάν οι Εναγόμενοι παραλείψουν να καταχωρήσουν εμφάνιση εντός της προθεσμίας που θα τους ορισθεί τότε οποιαδήποτε μεταγενέστερη αίτηση στην αγωγή θα θεωρείται ότι του επιδόθηκε εάν αναρτηθεί στον πίνακα του Δικαστηρίου για περίοδο πέντε

(5)ημερών. Στ. Δοθεί και δια του παρόντος δίδεται άδεια του Δικαστηρίου με την οποία επιτρέπεται η υποκατάσταση επίδοση του (α) του προσωρινού διατάγματος ημερ. 10/01/13, (β) της μονομερούς αίτησης ημερ. 09/01/13 και (γ) ρωσικής μετάφρασης των (α) και (β) στους Εναγόμενους 2,6,9,10, 12-15 στις πιο πάνω υπό 1) διευθύνσεις δια της διπλωματικής οδού.» Την 12.3.13 ο Εναγόμενος 6 καταχώρησε την παρούσα αίτηση με την οποία εξαιτείται: «(Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται και/ή ακυρώνεται εξαρχής η ενδιάμεση απόφαση και/ή το διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερομηνίας 17/01/2013 που εκδόθηκε μετά από τη μονομερή αίτηση της Ενάγουσας ημερομηνίας 15/01/2013, καθόσον αφορά τον Εναγόμενο αρ.
  1. (Β) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται και/ή ακυρώνεται εξαρχής η υποκατάστατη επίδοση της Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος της Αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, ως και των άλλων δικαστικών εγγράφων, στον εναγόμενο αρ. 6 που διενεργήθηκε στις ή κατά τις 18.02.2013, και η οποία υποκατάσταση επίδοση εξουσιοδοτήθηκε βάσει του διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερομηνίας 17.01.2013 ή διαφορετικά. (Γ) Διάταγμα και/ή Οδηγίες του παρόντος Δικαστηρίου για την αναστολή της ισχύς των παραγράφων Δ-Στ της ρηθείσας ενδιάμεσης απόφασης και/ή διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερομηνίας 17/01/2013 μέχρι την ακρόαση της παρούσας Αίτησης και/ή νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. (Δ) Οποιοδήποτε άλλο Διάταγμα και/ή Οδηγίες που το Δικαστήριο θα κρίνει ως ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις. (Ε) Έξοδα πλέον Φ.Π.Α.» Η Αίτηση αυτή βασίζεται στα Άρθρα 1Α, 30.3, 179 και 188 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στα Άρθρα 1, 2, 3, 4, 5, 8, 9 και 19 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1348/2000 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 2000, περί επιδόσεως και κοινοποιήσεων στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, στα Άρθρα 26 και 34 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, στο Άρθρο 3 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας: Δ.2 - Θ.2, Δ.5 - Θ.Θ.1-10, Δ.5Α, Δ.6 - ΘΘ.1, 2, 4, 5, 6 και 7, Δ.16 - Θ.9 και στη Δ.64 καθώς και στη σύμφυτη εξουσία, πρακτική και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Αναφέρεται στο σώμα της αίτησης ότι τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση φαίνονται στο φάκελο του Δικαστηρίου ως επίσης στις επισυνημμένες ένορκες δήλωσεις ημερομηνίας 12.3.13 του Λούκα Κόκκινου και της Έλενας Αντώρκα από τη Λεμεσό. Ο Λούκας Κόκκινος αναφέρει στην ένορκη του δήλωση ότι είναι δικηγόρος και συνεργάτης των κ.κ. Σωτήρης Πίττας & Σια ΔΕΠΕ, δικηγόρων του εναγομένου 6 - αιτητή. Αναφέρει επίσης ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον εναγόμενο 6-αιτητή να προβεί στην ένορκη δήλωση λόγω του ότι ο αιτητής είναι αλλοδαπός και κάτοικος εκτός Κύπρου και ως εκ τούτου ένεκα των επαγγελματικών του δεσμεύσεων αδυνατούσε να επισκεφθεί την Κύπρο για να υπογράψει την παρούσα ένορκη δήλωση. Έχει προσωπική γνώση των γεγονότων που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση από μελέτη του φακέλου της υπόθεσης όσο και από πληροφορίες και έγγραφα που έλαβε από τον αιτητή. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει στη συνέχεια ότι όπως φαίνεται από το φάκελο του Δικαστηρίου: «4.
  2. Στις 09/01/2013, η Ενάγουσα Εταιρεία (στη συνέχεια η «Καθ' ης η Αίτηση» ή η «Ενάγουσα»), καταχώρησε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού το κλητήριο ένταλμα της Αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, εναντίον μεταξύ άλλων και της Αιτήτριας, ζητώντας τις θεραπείες που αναφέρονται στη γενική οπισθογράφηση αυτού. 4.2 Την ίδια μέρα, η Καθ' ης η Αίτηση καταχώρησε αίτηση χωρίς ειδοποίηση για την έκδοση συγκεκριμένων παρεμπιπτόντων διαταγμάτων στα πλαίσια της πιο πάνω Αγωγής, και η οποία συνοδεύεται από σχετική υποστηρικτική ένορκη δήλωση της κας Ιωάννας Αντωνίου. 4.3 Συνεπεία της πιο πάνω μονομερής αίτησης ημερομηνίας 09/01/2013, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού εξέδωσε το παρεμπίπτον διάταγμα ημερομηνίας 10/01/
  3. 4.
  4. Στις 15/01/2013, η Ενάγουσα καταχώρησε αίτηση χωρίς ειδοποίηση για την έκδοση διατάγματος για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας ως και για υποκατάστατη επίδοση τόσο του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής όσο και του παρεμπίπτοντος διατάγματος ημερομηνίας 09/01/13, και η οποία συνοδεύεται από σχετική υποστηρικτική ένορκη δήλωση της κας Βικτώριας Δημητριάδου 4.
  5. Συνεπεία της εν λόγω αίτησης χωρίς ειδοποίηση ημερομηνίας 15/01/2013, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού εξέδωσε στις 17/01/2013 σχετικό διάταγμα, για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας ως και για υποκατάστατη επίδοση τόσο του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής όσο και του παρεμπίπτοντος διατάγματος ημερομηνίας 09/01/2013 (το «Προσβαλλόμενο Διάταγμα»). 4.
  6. Στις ή κατά τις 18/02/2013, διενεργήθηκε επίδοση της Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος της Αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, ως και των άλλων δικαστικών εγγράφων της Αγωγής, στον Εναγόμενο Αρ. 6 (η «Αμφισβητούμενη Επίδοση»).
  7. Η παρούσα Αίτηση σκοπό έχει τον παραμερισμό και την εξαρχής ακύρωση του Προσβαλλόμενου Διατάγματος ως και της Αμφισβητούμενης Επίδοσης αφού:- 5.
  8. H Αίτηση χωρίς ειδοποίηση ημερομηνίας 15/01/2013 της Ενάγουσας, βάσει της οποίας εκδόθηκε το Προσβαλλόμενο Διάταγμα, έγινε κατά παράβαση των Κανονισμών των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, και 5.
  9. Η Αμφισβητούμενη Επίδοση διενεργήθηκε κατά παράβαση των διατάξεων του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1348/2000 του Συμβουλίου, της 29ης Μαϊου 2000, περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις.» O ενόρκως δηλών αναφέρει στη συνέχεια ότι όπως φαίνεται και στο φάκελο του Δικαστηρίου, η μονομερής αίτηση ημερομηνίας 15.1.13 βάσει της οποίας εκδόθηκε το προσβαλλόμενο διάταγμα υποστηρίζεται και συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας Β. Δημητριάδου ίδιας ημερομηνίας. Η εν λόγω Β. Δημητριάδου στην ένορκη δήλωση της πέραν του ότι αναφέρει ότι ο εναγόμενος 6 είναι αναγκαίος διάδικος στην αγωγή καμιά συγκεκριμένη και θετική κατάδειξη ή έστω απλή αναφορά γίνεται για τα ακόλουθα: «7.
  10. για το ποίο είναι το κατά ισχυρισμό αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας εναντίον του Εναγόμενου Αρ. 6, 7.
  11. ποία η βάση αυτού και γιατί έχει δικαιοδοσία το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, 7.
  12. ποίες οι πιθανότητες της Ενάγουσας να πετύχει στην αγωγή της εναντίον του Εναγόμενου αρ. 6, και 7.
  13. γενικά να ικανοποιήσει τις τιθέμενες εκ των Κανονισμών και της Νομολογίας προϋποθέσεις για την έκδοση διατάγματος επίδοσης κλητηρίου ή της Ειδοποίησης αυτού στο εξωτερικό.» Eπιπρόσθετα και ανεξάρτητα των πιο πάνω, συνεχίζει ο ενόρκως δηλών, η Β. Δημητριάδου δεν αποκαλύπτει στην ένορκη της δήλωση τα ακόλουθα γεγονότα: «8.
  14. Η Εναγόμενη Αρ. 4 νομότυπα απέστειλε στις 20/12/2012, με συστημένο ταχυδρομείο στον άλλο διευθυντή της Εναγόμενης Αρ. 1, ήτοι την κα. Χρύσω Γεωργιάδου εκ Λεμεσού, γραπτή ειδοποίηση σύγκλησης συνεδρίας του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγόμενης Αρ. 1 για την 27/12/
  15. Η ανωτέρω συστημένη επιστολή απεστάλει στη διεύθυνση της κας. Χρύσως Γεωργιάδη που καταγράφεται στα αρχεία του Εφόρου Εταιρειών. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο «ΛΚ1», αντίγραφο της εν λόγω επιστολής ημερο. 20/12/2012 ως και της απόδειξης του Ταχυδρομείου για την αποστολή συστημένου ταχυδρομείου. 8.
  16. Παρόλο που η Εναγόμενη Αρ. 4 δεν είχε καμία υποχρέωση, με βάση τις πρόνοιες του Καταστατικού της Εναγόμενης Αρ. 1, για να στείλει γραπτή ειδοποίηση σύγκλησης της συνεδρίας του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγόμενης Αρ. 1 στον άλλο διευθυντή της εταιρείας, ήτοι την κα. Χρύσω Γεωργιάδου, εντούτοις η Εναγόμενη Αρ. 4 απέστειλε με συστημένο ταχυδρομείο τέτοια ειδοποίηση σύγκλησης. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο «ΛΚ2», αντίγραφο του Καταστατικού της Εναγόμενης Αρ.
  17. 8.
  18. Την 27/12/2012 το Διοικητικό Συμβούλιο της Εναγόμενης Αρ. 1, συνήλθε σε απαρτία όπως απαιτούσε μεταξύ άλλων, το άρθρο 100 του Καταστατικού αυτής, και αφού εξέτασε και ανέλυσε όλα τα ζητήματα που εκτίθεντο στην ημερήσια διάταξη (AGENDA) της συνεδρίας και έλαβε υπόψη τις Γραπτές Εκθέσεις των Ρώσικων Οίκων κ.κ. ERNST & YOUNG (CIS) BV και κ.κ. KSK GROUP & ΑΕROLE CAPITAL και CJSC BDO, έλαβε μεταξύ άλλων, απόφαση για την πώληση των μετοχών που κατείχε η GLIDEFERN στην NAFTATRANS. Επισυνάπτω ως Τεκμήρια τ' ακόλουθα: 8.3.1 Ως Τεκμήριο «ΛΚ3» αντίγραφο της Έκθεσης των κ.κ. ERNST & YOUNG (CIS) BV. 8.3.2 Ως Τεκμήριο «ΛΚ4» αντίγραφο της Έκθεσης των κ.κ. KSK GROUP & ΑΕROLE CAPITAL 8.3.3 Ως Τεκμήριο «ΛΚ5» αντίγραφο της Έκθεσης των CJSC BDO. 8.3.4 Ως Τεκμήριο «ΛΚ6» αντίγραφο των Πρακτικών της Συνεδρίας του Διοικητικού Συμβουλίου της GLIDEFERN ημερ. 27/12/2012 8.3.5 Ως Τεκμήριο «ΛΚ7» αντίγραφο της Γραπτής Συμφωνίας Πωλήσεως Μετοχών ημερ. 28/12/
  19. 8.
  20. Ως εμφαίνεται από το περιεχόμενο των πρακτικών της Συνεδρίας του Διοικητικού Συμβουλίου της GLIDEFERN ημερ. 27/12/2012 (το Διοικητικό Συμβούλιο της GLIDEFERN) 8.4.1 Συνήλθε νομότυπα, και σύμφωνα με τις πρόνοιες του Καταστατικού της GLIDEFERN. 8.4.2 Προχώρησε στην λήψη απόφασης, για την πώληση των μετοχών της GLIDEFERN στην NAFTATRANS, μετά που έλαβε υπόψη του, την κακή οικονομική κατάσταση της NAFTATRAΝS (που ήταν αποτέλεσμα των κακόπιστων και παράνομων ενεργειών και εκστρατείας του LOKTIONOV/ERIN), ως και τις Εκθέσεις των ανωτέρω Ρώσων Εμπειρογνωμόνων. 8.4.3 Αιτιολόγησε πλήρως και επαρκώς την απόφαση του, για την πώληση των μετοχών της NAFTATRANS. 8.4.4 Έλαβε των ανωτέρω απόφαση για την πώληση των μετοχών της GLIDEFERN στην NAFTATRANS, για την εξυπηρέτηση των καλώς νοουμένων συμφερόντων της GLIDEFERN, ως συνόλου ("to the interests of the Company as a whole"). 8.4.5 Έλαβε τέτοια απόφαση για να περιορίσει τις οικονομικές ζημιές της GLIDEFERN, που προκλήθηκαν και προκαλούντο από μεταξύ άλλων τα παράνομα, κακόπιστα και δόλια διαβήματα του LOKTIONOV/ERIN, που αναλύονται στο Πρακτικό της Συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου της GLIDEFERN ημερ. 31/05/
  21. Επισυνάπτεται ως Τεκμήριο «ΛΚ8» αντίγραφο των εν λόγω Πρακτικών ημερ. 31/5/
  22. 8.5 Η λήψη της απόφασης πώλησης των μετοχών της GLIDEFERN στην NAFTATRANS, δεν ήταν ένα ξαφνικό και απομονωμένο γεγονός, το οποίο και σαφώς παρασιωπήθηκε από την Ενάγουσα. 8.
  23. Τα τελευταία τρία
(3)χρόνια περίπου, ο LOKTIONOV και οι Εταιρείες του ERIN RESOURCES S.A. και LLC ZEMELNAYA COMPANIA, μαζί με άλλα πρόσωπα, έχουν προβεί σε διάφορα δόλια και παράνομα διαβήματα στην Ρωσία για να θέσουν υπό τον έλεγχο τους, την NAFTATRANS και για να εμποδίσουν την NAFTATRANS, να υλοποιήσει την κατασκευή του διυλιστηρίου πετρελαίου (OIL REFINERY) στο Κράσνονταρ σε ακίνητα που η NAFTATRANS αγόρασε για το εν λόγω σκοπό ως και για να εξαναγκάσουν τους άλλους συνεταίρους του LOKTIONOV να πωλήσουν τις μετοχές τους στον LOKTIONOV (ήτοι τον BUKHANTSOV - (που ήταν μέχρι τον Σεπτέμβριον 2011 ένας εκ των τελικών δικαιούχων (BENEFICIARIES) των εν λόγω μετοχών) - και τον TERNAVSKY) έναντι πολύ χαμηλού χρηματικού ποσού. 8.
  1. Ο LOKTIONOV και οι συνεργάτες του, πλαστογράφησαν συμφωνίες και άλλα έγγραφα για να μπορέσουν να καταχωρήσει η Κυπριακή Εταιρεία LYMNIFOLK LTD, αγωγή στην Ρωσία εναντίον της GLIDEFERN, και των Ρώσων συνεταίρων του κ. LOKTIONOV, ήτοι τον κ. ΝIKOLAY BUKHANTSOV και ANATOLY TERNAVSKY, και να πετύχουν την παγοποίηση των περιουσιακών στοιχείων αυτών στην Ρωσία, συμπεριλαμβανομένης και της παγοποίησης των μετοχών της GLIDEFERN στην NAFTATRANS. 8.
  2. Όλα τα ανωτέρω δόλια, αβάσιμα και παράνομα δικαστικά διαβήματα, έγιναν από τον LOKTIONOV και τους συνεργάτες του με αποκλειστικό σκοπό να θέσουν υπό τον έλεγχο τους τη διεύθυνση της NAFTATRANS. 8.
  3. Όλα τα ανωτέρω κακόπιστα, αβάσιμα και δόλια διαβήματα του LOKTIONOV και των Εταιρειών του ERIN και ZEMELNAYA, προκάλεσαν τεράστιες οικονομικές ζημιές στην NAFTATRANS και στην GLIDEFERN. 8.
  4. Όπως εξηγείται και αναλύεται στα πρακτικά του Διοικητικού Συμβουλίου της GLIDEFERN ημερ. 31/5/2012 η οικονομική κατάσταση της GLIDEFERN και της NAFTATRANS ήταν τραγική τον Μάιο 2012 και ότι συνεχώς επιδυνώνετο ένεκα των συνεχιζόμενων επιθέσεων και της κακόβουλης εκστρατείας του κ. LOKTIONOV και των Εταιρειών του. 8.
  5. Η απόφαση για την πώληση των μετοχών της GLIDEFERN στην NAFTATRANS, ήταν μια ορθή και νόμιμη απόφαση, η οποία έλαβε υπόψη της τα οικονομικά δεδομένα της GLIDEFERN και NAFTATRANS ως και τα συμφέροντα της GLIDEFERN. Συνακόλουθα, σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα, καμία παρανομία, απάτη ή συνομωσία δεν διαπράχθηκε σε βάρος της GLIDEFERN ή σε βάρος οποιουδήποτε προσώπου και σε κάθε περίπτωση δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του αιτητή. Εν πάση περιπτώσει η νομική βάση της εν λόγω μονομερούς αιτήσεως ημερομηνίας 15.1.13 πάσχει και είναι ελλιπής και το γεγονός αυτό είναι αυτοτελής, επαρκής και ικανοποιητικός λόγος ακύρωσης του προσβαλλόμενου διατάγματος. Τέλος ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι: «
  6. Όπως καλύτερα γνωρίζω και πιστεύω, και όπως με πληροφορεί ο Αιτητής, στις ή κατά τις 18.2.2013 διενεργήθηκε η Αμφισβητούμενη Επίδοση αλλά κατά παράβαση του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1348/2000 του Συμβουλίου, της 29ης Μαϊου 2000, περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, και συνακόλουθα αυτή είναι κακή. Συγκεκριμένα αναφέρω πως η Αμφισβητούμενη Επίδοση διενεργήθηκε στον Αιτητή χωρίς να του επεξηγηθούν τα δικαιώματα του ότι μπορεί να αρνηθεί να αποδεχτεί την επίδοση εφόσον η ειδοποίηση του Κλητηρίου Εντάλματος και των άλλων δικαστικών εγγράφων ήταν συνταχθέντα στην Ελληνική γλώσσα (την οποία ο αιτητής δεν κατανοεί) και συνοδεύονταν από ρωσικές μη πιστοποιημένες (για την ακρίβεια τους) μεταφράσεις. Αντίθετα, τα έγγραφα της αμφισβητούμενη επίδοσης απλά συνοδεύονταν από επιστολή των Γερμανικών αρχών ότι επισυνάπτονται έγγραφα κατά παράκληση του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Κύπρου. Επισυνάπτω στην παρούσα ως Τεκμήριο «ΛΚ9Α» αντίγραφο της ρηθείσας επιστολής που είναι στην γερμανική γλώσσα, και ως Τεκμήριο «ΛΚ9Β» πιστή και ακριβής ελληνική μετάφραση αυτής που διενεργήθηκε από την κα Έλενα Αντώρκα.» Οι ενάγοντες-καθ'ων η αίτηση προβάλλουν στην ένσταση τους τους ακόλουθους λόγους: «
  7. Η αίτηση χωρίς ειδοποίηση ημερομηνίας 15/1/2013 έγινε νομότυπα και σύμφωνα με τους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας και είχε ορθή νομική βάση.
  8. Η ένορκη δήλωση που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου προς υποστήριξη του αιτήματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας και υποκατάστατης επίδοσης έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα αναγκαία γεγονότα ή/και υπόβαθρο και παρέπεμψε το Δικαστήριο σε όλα τα αναγκαία τεκμήρια που δικαιολογούσαν την έκδοση των σχετικών διαταγμάτων.
  9. Η ένορκη δήλωση που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου προς υποστήριξη του αιτήματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας και υποκατάστατης επίδοσης δεν απέκρυψε οποιοδήποτε γεγονός ενώ τα όσα εκτίθενται στην αίτηση ως δήθεν απόκρυψη γεγονότων είτε αποκαλύφθηκαν στα πλαίσια της αίτησης για προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 9/1/2013 και ήταν στο φάκελο της δικογραφίας και σε γνώση του Δικαστηρίου είτε αφορούν αβάσιμες και ανυπόστατες θέσεις του Εναγόμενου
  10. Η επίδοση του συνόλου των εγγράφων που έγινε στον Εναγόμενο 6 ήταν σύμφωνη με τις διατάξεις του Κανονισμού ΕΚ 1348/2000 του Συμβουλίου, της 29ης Μαϊου 2000, περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξώδικων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις («Κανονισμός»).
  11. Το σύνολο των εγγράφων που επιδόθηκαν στον Αιτητή συνοδεύονταν από μεταφράσεις στη Ρωσική, που είναι γλώσσα που κατανοεί.
  12. Οι αρμόδιες γερμανικές αρχές ενήργησαν σύννομα και με βάση τις πρόνοιες του Κανονισμού.
  13. Εξ αποτελέσματος ο Αιτητής έλαβε γνώση των διαδικασιών και, συνεπώς, η αίτηση και τα αιτούμενα διατάγματα αποτελούν κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου και η αίτηση είναι κακόπιστη και/ή σκοπό έχει να παρακωλύσει και/ή καθυστερήσει την διαδικασία εκδίκασης της υπόθεσης.
  14. Ο ενόρκως δηλών δεν έχει οποιαδήποτε γνώση αναφορικά με θέματα για τα οποία ορκίζεται και δεν καταδεικνύονται επαρκείς λόγοι για το ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν γίνεται από τον Αιτητή.» Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.2 Θ.2, Δ.5 Θ.1-10, Δ.5 Α, Δ.6, Δ.48 Θ.1,2, στους Κανονισμούς του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης αρ. 1348/2000 και 44/2001, στο Νόμο 172/1986 άρθρα 5, 6, 7 και 8 στην Σύμβαση ημερ. 15/11/1965 που επικυρώθηκε με τον Νόμο 40/82 και έχει διευκρινιστεί από την Κύπρο στις 5/01/1984, στον φάκελο δικογραφίας, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στην Νομολογία των Δικαστηρίων της Κύπρου. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Μισιελίνας Χριστοδούλου, δικηγόρου στη δικηγορική εταιρεία Χαβιαράς & Φιλίππου ΔΕΠΕ, δικηγόρους των εναγόντων. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει στην ένορκη της δήλωση ότι είναι εξουσιοδοτημένη από τους ενάγοντες να προβεί σ' αυτήν. Λόγω του ότι η αίτηση αφορά νομικά θέματα που άπτονται της αίτησης για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και αίτησης για υποκατάστατη επίδοση ημερομηνίας 15.1.2013 και επίδοση σχετικών εγγράφων στον εναγόμενο 6-αιτητή και ενόψει του ότι κανένας από τους διευθυντές των εναγόντων δεν είναι δικηγόρος και ούτε γνωρίζει τη διαδικασία επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας η ίδια είναι σε καλύτερη θέση να προβεί στην ένορκη δήλωση και να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τη θέση των εναγόντων. Αναφέρει ακόμα ότι γνωρίζει τα γεγονότα που σχετίζονται με την παρούσα αίτηση από πληροφόρηση που είχε από το φάκελο της δικογραφίας, από τους δικηγόρους των εναγόντων που χειρίζονται την υπόθεση και από έγγραφα στα οποία θα αναφερθεί στη συνέχεια. Είναι η θέση της ενόρκως δηλούσας ότι τα εκδοθέντα διατάγματα περί επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας και υποκατάστατης επίδοσης στον εναγόμενο 6 εκδόθηκαν καθόλα νόμιμα και στη βάση νομότυπης και βάσιμης αίτησης ημερομηνίας 15.1.2013 και πέτυχαν πλήρως τους σκοπούς τους. Υποστηρίζει ότι: «(α) Η Αίτηση για Υποκατάστατη Επίδοση βασιζόταν, μεταξύ άλλων, στο φάκελο της δικογραφίας, εντός του οποίου υπήρχε όλο το υλικό και μαρτυρία που υποστηρίζει το γεγονός ότι η Ενάγουσα έχει συντριπτικά καλή υπόθεση εναντίον του Εναγομένου 6, ο οποίος συμμετείχε ενεργά σε παράνομες ενέργειες που συνιστούσαν απάτη εναντίον των συμφερόντων της Ενάγουσας και της Εναγόμενης
  15. (β) Στην παράγραφο 3 της ένορκης δήλωσης που συνόδευε την Αίτηση για Υποκατάστατη Επίδοση, ρητά αναφέρθηκε ότι η Ενάγουσα καταχώρησε στις 9/1/2013 αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος το οποίο τελικά εκδόθηκε εν μέρει στις 10/1/2013 και ότι η εν λόγω αίτηση και αντίγραφο του εκδοθέντος διατάγματος βρίσκονται στον φάκελο δικογραφίας. Στην εν λόγω αίτηση υπήρχε όλο το υλικό και μαρτυρία που υποστηρίζει το γεγονός ότι η Ενάγουσα έχει συντριπτικά καλή υπόθεση εναντίον του Εναγομένου 6, ο οποίος συμμετείχε ενεργά σε παράνομες ενέργειες που συνιστούσαν απάτη εναντίον των συμφερόντων της Ενάγουσας και της Εναγόμενης
  16. (γ) Επίσης ρητά αναφέρθηκε στην παράγραφο 8 της ένορκης δήλωσης που συνόδευε την Αίτηση για Υποκατάστατη Επίδοση ότι στην ένορκη δήλωση της Ιωάννας Αντωνίου ημερομηνίας 9/1/2013 που βρίσκεται στο φάκελο της δικογραφίας παρατίθενται γεγονότα που καθιστούν σαφές ότι τα δικαστήρια της Κύπρου έχουν δικαιοδοσία να επιληφθούν της διαφοράς και ότι η ενάγουσα έχει συζητήσιμη υπόθεση. (δ) Πέραν τούτου, ήδη το Σεβαστό Δικαστήριο, εκδίδοντας το διάταγμα ημερομηνίας 10/1/2013, είχε αποφασίσει εκ πρώτης όψεως ότι η Ενάγουσα είχε καλή βάση αγωγής και ότι υπήρχε ορατό ενδεχόμενο να επιτύχει στις αξιώσεις της.» Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει στη συνέχεια ότι η ένορκη δήλωση που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου προς υποστήριξη του αιτήματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας και υποκατάστατης επίδοσης δεν απέκρυψε οποιοδήποτε γεγονός ενώ τα όσα εκτίθενται στην αίτηση ως δήθεν απόκρυψη γεγονότων είτε αποκαλύφθηκαν στα πλαίσια της αίτησης για προσωρινό διάταγμα και ήταν στο φάκελο της δικογραφίας και σε γνώση του Δικαστηρίου είτε αφορούν αβάσιμες και ανυπόστατες θέσεις του εναγομένου 6, αναφέροντας ειδικότερα: «(α) Αναφορικά με το θέμα της δήθεν ειδοποίησης της Εναγόμενης 3 (παράγραφος 8.1 της Αίτησης), η εν λόγω ισχυριζόμενη ειδοποίηση αποκαλύφθηκε και είναι μέρος του Τεκμηρίου 22 στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση για προσωρινό διάταγμα («Ένορκη Δήλωση Αίτησης Προσωρινού Διατάγματος»), οι δε θέσεις της Ενάγουσας για αυτό το θέμα έχουν καταγραφεί στην παράγραφο 33 (γ), όπου ρητά αναφέρεται ότι η εναγόμενη 3 αρνείται ότι είχε παραλάβει κλήση και εν πάση περιπτώσει ότι η εν λόγω ισχυριζόμενη ειδοποίηση ήταν μέρος του δόλιου σχεδίου, διότι έγινε υπό συνθήκες που καθιστούσαν αδύνατη την παραλαβή της λόγω του ότι δεν αποστάληκε σε συγκεκριμένο πρόσωπο και, περαιτέρω, αποστάληκε σε περίοδο που οι ταχυδρομικές αρχές ρητά είχαν ανακοινώσει ότι δεν μπορούσαν να την παραδώσουν λόγω της βεβαρημένης ταχυδρομικής κίνησης των Χριστουγέννων. (β) Διαφωνώ και δεν αποδέχομαι και ούτε κατανοώ τη θέση ότι δεν υπήρχε υποχρέωση ειδοποίησης του έτερου διοικητικού συμβούλου για τη σύγκλιση συνεδρίας του Διοικητικού Συμβουλίου. Εν πάση περιπτώσει, το Καταστατικό της Εναγόμενης 1 αποκαλύφθηκε ως Τεκμήριο 1 στην Ένορκη Δήλωση Αίτησης Προσωρινού Διατάγματος. (γ) Η φερόμενη συμφωνία πώλησης των μετοχών της Naftatrans (η «Πλασματική Συμφωνία»), τα φερόμενα ως πρακτικά ημερομηνίας 27/12/2012 (τα «Παράνομα Πρακτικά») και σειρά άλλων εγγράφων, μεταξύ των οποίων και κείμενα στη Ρωσική γλώσσα, τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήριο 21 στην Ένορκη Δήλωση Αίτησης Προσωρινού Διατάγματος. (δ) Τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 8.4 αποτελούν αβάσιμες και ανυπόστατες θέσεις του Εναγόμενου 6, οι οποίες αναπαράγουν τα όσα αναφέρονται στα Παράνομα Πρακτικά που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ως ανωτέρω αναφέρεται ως και στην επιστολή του δικηγόρου του, που επίσης τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήριο
  17. Οι θέσεις της Ενάγουσας αναφορικά με αυτά τα θέματα περιέχονται στην Ένορκη Δήλωση Αίτησης Προσωρινού Διατάγματος, παράγραφοι 33 και εντεύθεν, από τις οποίες ξεκάθαρα καταδεικνύεται η απάτη στην οποία συμμετείχε ο Εναγόμενος
  18. (ε) Διαφωνώ με τις παραγράφους 8.5-8.11 και 9 και εισηγουμαι ότι τα όσα αναφέρονται αποτελούν αβάσιμες και ανυπόστατες θέσεις του Εναγόμενου 6, οι οποίες αναπαράγουν τα όσα αναφέρονται στα Παράνομα Πρακτικά που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ως ανωτέρω αναφέρεται ως και στην επιστολή του δικηγόρου του, που επίσης τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήριο
  19. Είναι εμφανής η προσπάθεια του Εναγόμενου 6 να αποπροσανατολίσει το Δικαστήριο και να στρέψει την προσοχή του σε αβάσιμα γεγονότα που ουδόλως δικαιολογούν την απάτη που συντελέστηκε σε βάρος των συμφερόντων της Ενάγουσας και της Εναγόμενης
  20. Εν πάση περιπτώσει, οι εν λόγω θέσεις, στο βαθμό που καταγράφηκαν στα Παράνομα Πρακτικά, αποκαλύφθηκαν ως ανωτέρω αναφέρεται και αυτό εξαντλεί το θέμα για τους σκοπούς της παρούσας αίτησης.» Αποτελεί ακόμα εισήγηση της ενόρκως δηλούσας ότι η επίδοση του συνόλου των εγγράφων που έγινε στον εναγόμενο 6 ήταν σύμφωνη με τις διατάξεις του Κανονισμού ΕΚ 1348/2000 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως επίσης ότι το σύνολο των εγγράφων που δόθηκαν στον αιτητή συνοδεύονταν από μεταφράσεις στη Ρωσική που είναι η γλώσσα που κατανοεί. Οι αρμόδιες Γερμανικές Αρχές, συνεχίζει, ενήργησαν νομότυπα και με βάση τις πρόνοιες του κανονισμού και ο αιτητής έλαβε γνώση των διαδικασιών. Επομένως η αίτηση και τα αιτούμενα διατάγματα αποτελούν κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου και η αίτηση είναι αβάσιμη, κακόπιστη ή και έχει σκοπό να παρακωλύσει ή και καθυστερήσει τη διαδικασία εκδίκασης της υπόθεσης. Ο εναγόμενος 6 έλαβε και έχει πλήρη γνώση της παρούσας διαδικασίας και των εκδοθέντων διαταγμάτων στην παρούσα αγωγή πριν από την 17.1.13 και συγκεκριμένα από την 14.1.
  21. Αυτό προκύπτει από τα ακόλουθα τα οποία πληροφορήθηκε από το Μιχάλη Κυριακίδη, δικηγόρο και αναπληρωτή διευθυντή των εναγομένων 1: «(i) Στις 14/1/2013 έλαβε χώρα συνεδρία του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγόμενης 1 Εταιρείας. (ii) Στην εν λόγω συνεδρία συμμετείχε τηλεφωνικά ο εναγόμενος
  22. (iii) Κατά τη διάρκεια της εν λόγω συνεδρίας, ο εναγόμενος 6 παρουσιάστηκε ενήμερος για την ύπαρξη της παρούσας διαδικασίας και, μάλιστα, ανέφερε ότι συγκεκριμένα θέματα που θα συζητούνταν στη συνεδρία δεν επιθυμούσε να τα συζητήσει διότι γι' αυτά εκκρεμεί η παρούσα δικαστική διαδικασία. (iv) Συνεπώς, τόσο η παρούσα διαδικασία όσο και τα επίδικα θέματα αυτής ήταν σε γνώση του Εναγόμενου 6 ήδη από τις 14/1/2013.» Tέλος η ενόρκως δηλούσα υποστηρίζει ότι η νομολογία προβλέπει ότι η υποκατάστατη επίδοση είναι επιτρεπτή όταν υπάρχει σοβαρή πιθανότητα να περιέλθει στην αντίληψη του εναγομένου το περιεχόμενου του δικογράφου. Σ' αυτήν την περίπτωση ο μοναδικός σκοπός της επίδοσης ήταν η παροχή ειδοποίησης στην άλλη πλευρά για να ενημερωθεί και να είναι σε θέση να αντικρούσει εκείνο που επιδιώκεται εναντίον της. Εκ των πραγμάτων, συνεχίζει, είναι φανερό ότι ο εναγόμενος 6 έχει ενημερωθεί για την εν λόγω διαδικασία στην Κύπρο. Kατά την ακρόαση της παρούσας αίτησης οι συνήγοροι των δυο πλευρών προχώρησαν σε αγορεύσεις χωρίς να ζητήσουν την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων στην αίτηση και στην ένσταση. Έχω μελετήσει προσεχτικά τις θέσεις και τις εισηγήσεις των δυο πλευρών. Κρίνω σκόπιμο όπως στο σημείο αυτό σημειωθεί ότι η Δ.48 Θ.8
(4)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας παρέχει την ευχέρεια στο Δικαστήριο να παραμερίσει προηγούμενο διάταγμα του το οποίο εκδόθηκε μονομερώς. Καθοδηγητικές επί τούτου είναι οι υποθέσεις Hadjisoteriou
(1986)1 CLR 429, Έλληνας v. Χριστοδούλου κ.ά.
(1995)1 ΑΑΔ 438, Βούρου
(2003)1(B) AΑΔ 1176, Μανώλη κ.ά.
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 1443, και Πεδίου
(2004)1(Γ) ΑΑΔ
  1. Δυνατότητα σε εναγόμενο να αιτηθεί παραμερισμό της επίδοσης σε αυτόν του κλητηρίου εντάλματος ή της ειδοποίησης του προνοεί και η Δ.16 θ.9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία έχει ως ακολούθως (σε μετάφραση): «Ένας Εναγόμενος προτού καταχωρήσει εμφάνιση θα δικαιούται, χωρίς να ζητήσει διάταγμα να καταχωρήσει εμφάνιση υπό διαμαρτυρία, να εκδώσει κλήσεις για παραμερισμό της επίδοσης σ΄ αυτόν του κλητηρίου ή της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος ή να ακυρώσει το διάταγμα που εξουσιοδοτεί τέτοια επίδοση.» Ο εναγόμενος 6 δεν έχει ακόμη καταχωρήσει εμφάνιση στην παρούσα αγωγή. Η Δ.6 Θ.1 και Θ.4 προνοούν (σε μετάφραση) τα ακόλουθα: «
  2. Τηρουμένων των διατάξεων του Περί Δικαστηρίων Νόμου επίδοση εκτός δικαιοδοσίας ενός κλητηρίου εντάλματος ή ειδοποίησης κλητηρίου εντάλματος μπορεί να επιτραπεί από το Δικαστήριο όταν: (α) Ολόκληρον το αντικείμενο της αγωγής είναι ακίνητη περιουσία οιουδήποτε είδους και ευρίσκεται στην Κύπρο ή (β) Οιαδήποτε ενέργεια, πράξη, διαθήκη, σύμβαση, υποχρέωση ή ευθύνη που επηρεάζει ακίνητο περιουσία οιουδήποτε είδους και ευρίσκεται στην Κύπρο απαιτείται να ερμηνευτεί, επανορθωθεί, ακυρωθεί ή επιβληθεί στην αγωγή ή, (γ) Ζητείται οποιαδήποτε θεραπεία εναντίον οιουδήποτε προσώπου που κατοικεί ή διαμένει μόνιμα στην Κύπρο ή, (δ) Η αγωγή είναι για διαχείριση κινητής περιουσίας οιουδήποτε αποθανόντος ο οποίος κατά τον χρόνον του θανάτου του διέμενε στην Κύπρο ή για εκτέλεση (αναφορικά με περιουσία που ευρίσκεται στην Κύπρο) γραπτής παρακαταθήκης της οποίας το πρόσωπο που θα γίνει η επίδοση είναι θεματοφύλακας (trustee) και η οποία παρακαταθήκη πρέπει να εκτελεσθεί σύμφωνα με τους Νόμους της Κύπρου ή, (ε) Η αγωγή εγείρεται για να επιβάλει ή ακυρώσει ή διαλύσει ή καθ΄ οιονδήποτε τρόπο επηρεάσει σύμβαση ή επανόρθωση ζημίας ή άλλη θεραπεία δια ή εν σχέσει με διάρρηξη σύμβασης (breach of contract) (I) που έγινε στην Κύπρο ή, (II) έγινε υπό ή δια μέσου αντιπροσώπου εμπορευομένου, ή κατοικούντος στην Κύπρο εκ μέρους άλλου ο οποίος εμπορεύεται ή κατοικεί εκτός Κύπρου ή είναι αγωγή που ηγέρθη εν σχέσει με διάρρηξη συμβολαίου που έγινε στην Κύπρο το οποίον μπορεί να έγινε οποιουδήποτε και εάν ακόμη η τοιαύτη διάρρηξη προηγήθηκε ή συνοδευόταν από διάρρηξη που έγινε εκτός Κύπρου που καθιστά αδύνατη την εφαρμογή του μέρους του συμβολαίου που έπρεπε να γίνει στην Κύπρο ή (στ) Η αγωγή στηρίζεται σε αστικό αδίκημα που έγινε στην Κύπρο ή, (η) ζητείται διάταγμα το οποίον να απαγορεύει να γίνει κάτι στην Κύπρο ή να παρεμποδισθεί οποιαδήποτε οχληρία είτε ζητούνται αποζημιώσεις είτε δεν ζητούνται ή (θ) οιονδήποτε πρόσωπο εκτός Κύπρου είναι αναγκαίον να προστεθεί διάδικος σε αγωγή που ηγέρθει εναντίον άλλου προσώπου που του έγινε επίδοση κανονικά στην Κύπρο. .............................
  3. Κάθε αίτηση για άδεια για επίδοση σε Εναγόμενο κλητηρίου εντάλματος ή ειδοποιήσεως κλητηρίου εντάλματος εκτός Κύπρου πρέπει να υποστηρίζεται με ένορκο δήλωση ή άλλη μαρτυρία που να ικανοποιεί το Δικαστήριο ή τον Δικαστή ότι ο Ενάγων έχει εκ πρώτης όψεως (primafacie) καλό αγώγιμο δικαίωμα και να δείχνει σε ποιόν μέρος ή χώρα ο Εναγόμενος είναι ή πιθανόν δύναται να βρεθεί και κατά πόσον ο τέτοιος Εναγόμενος είναι Κύπριος Υπήκοος ή όχι και τους σκοπούς για τους οποίους γίνεται η αίτηση, και τέτοια άδεια δεν θα δοθεί εκτός αν φανεί ικανοποιητικόν στο Δικαστήριο ή τον Δικαστή ότι η υπόθεση είναι κατάλληλη για επίδοση εκτός Κύπρου σύμφωνα με αυτή τη Διάταξη.» Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι ο ενάγων έχει υποχρέωση να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση, προκειμένου να επιτύχει διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας (βλ. μεταξύ άλλων The Cyprus Potato Marketing Board v. Primlaks (Pacific Violet) BV κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 219, Νozaki & Co Ltd κ.ά. ν. Σιουκούρογλου & Υιοί Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 1689, Gasto Shipping Company Limited v. Μineag Sqm (Africa)(Proprietory) Limited κ.ά.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1634 και GCC Computers Ltd v. Penril Datacom Ltd
(2000)1 ΑAΔ 1584). Το κριτήριο είναι αντικειμενικό και το κατά πόσο θα ικανοποιηθεί το Δικαστήριο για την ύπαρξη καλής βάσης αγωγής, συναρτάται με τα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται στο στάδιο αυτό ως προς την αξία της μαρτυρίας. Έχει επίσης υποδειχθεί πως απλή επιβεβαίωση από τον Ενάγοντα ότι έχει καλή αιτία αγωγής, δεν είναι από μόνη της αρκετή αν δεν προκύπτει, εξ αντικειμένου, από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης. Έχω εξετάσει με προσοχή το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση ημερ. 15.1.13 και κρίνω ότι το πιο πάνω κριτήριο δεν ικανοποιείται. Η Β. Δημητριάδου στην ένορκη δήλωση της που συνοδεύει την αίτηση ημερ. 15.1.13 αναφέρει απλώς ότι ορισμένοι διάδικοι, ανάμεσα στους οποίους και ο εναγόμενος 6, είναι αναγκαίοι διάδικοι στην αγωγή. Παραπέμπει ακόμα στην ένορκη δήλωση της Ι. Αντωνίου ημερ. 9.1.13 που συνοδεύει την αίτηση ίδιας ημερομηνίας δυνάμει της οποίας εξεδόθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα ημερ. 10.1.13 και αναφέρει ότι η Ι. Αντωνίου παραθέτει γεγονότα που καθιστούν σαφές ότι τα Δικαστήρια της Κύπρου έχουν δικαιοδοσία να επιληφθούν της διαφοράς και ότι οι ενάγοντες έχουν συζητήσιμη υπόθεση. Είναι φανερό από τα πιο πάνω, ότι οι πιο πάνω αναφορές διέπονται από γενικότητα και αοριστία και δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι ικανοποιούν το πιο πάνω κριτήριο. Θα έπρεπε στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση να εξειδικεύονται και να συγκεκριμενοποιούνται τα στοιχεία εκείνα που καταδεικνύουν ότι ο εναγόμενος 6 είναι αναγκαίος διάδικος ως επίσης ότι τα Δικαστήρια της Κύπρου έχουν δικαιοδοσία να επιληφθούν της διαφοράς και ότι οι ενάγοντες έχουν συζητήσιμη υπόθεση. Η απλή παραπομπή στο φάκελο της υπόθεσης ή σε άλλη ένορκη δήλωση εντός του φακέλου δεν είναι αρκετή. Όπως έχει λεχθεί στην GCC Computers Ltd v. Penril Datacom Ltd
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1584, 1588-1589: «Ουσιαστικά, η εισήγηση του δικηγόρου της εφεσείουσας είναι ότι αφ΄ης στιγμής η εφεσείουσα εξασφάλισε, με μονομερή αίτηση, τις αιτηθείσες άδειες του δικαστηρίου στη Γενική Αίτηση 318/98, το βάρος της απόδειξης είχε μετατεθεί στην εφεσίβλητη, με αποτέλεσμα η τελευταία, στα πλαίσια της αίτησής της για παραμερισμό, να υπέχει υποχρέωση να αποδείξει με προφορική μαρτυρία ότι τα γεγονότα δεν ήσαν όπως τα είχε περιγράψει η εφεσείουσα στην ένορκη δήλωση που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της μονομερούς αίτησής της. Τούτο δεν είναι ορθό. Η υποχρέωση της εφεσείουσας όταν ζητούσε μονομερώς τις άδειες του δικαστηρίου, στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης 318/98, ήταν να αποδείξει ότι είχε εκ πρώτης όψεως καλή ή συζητήσιμη υπόθεση εναντίον της εφεσίβλητης. Το βάρος αυτό παρέμεινε στους ώμους της εφεσείουσας καθόλη τη διάρκεια της διαδικασίας για παραμερισμό των αδειών που δόθηκαν από το δικαστήριο στα πλαίσια της εν λόγω αίτησης. Η μόνη υποχρέωση που είχε η εφεσίβλητη, κατά τη διαδικασία του παραμερισμού, ήταν να δείξει ότι η εφεσείουσα, κατά το στάδιο της μονομερούς αίτησης, δεν είχε εκ πρώτης όψεως καλή ή συζητήσιμη υπόθεση.» Ακόμα, στην Zachar. & Pant. Enter. Ltd v. Fiat Auto S.P.A.
(2000)1(A) A.A.Δ. 447, 458 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Δεν θα ήταν ανωφελές να παρατηρήσουμε περαιτέρω ότι αιτήσεις για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας πρέπει να εξετάζονται με σχολαστική προσοχή, όπως απαιτείται στα πλαίσια του άρθρου 3 και της Δ.6, ώστε το δικαστήριο να ικανοποιείται με βάση πλήρη και λεπτομερή ένορκη δήλωση σε στήριξη της αίτησης ότι συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις. Όπως τονίσθηκε και στη Demstar, ανωτέρω, η ύπαρξη των προϋποθέσεων για τη χορήγηση άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας πρέπει να τεκμηριώνεται με την προσαγωγή ανάλογης μαρτυρίας, και δεν αρκεί η επίκληση γνώμης για την ύπαρξη των αναγκαίων δεδομένων, ούτε, ασφαλώς, η απλή γενική και συμπερασματική αναφορά ότι οι προϋποθέσεις συντρέχουν.» Επιπλέον των πιο πάνω, το άρθρο 3 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, προνοεί ότι άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας μπορεί να δοθεί εφόσον διαπιστώνεται επίσης ότι η αγωγή «δεν δύναται να εκδικαστεί αλλού παρά μόνο στη Δημοκρατία ή δύναται να εκδικαστεί ευχερέστερα στη Δημοκρατία παρά αλλού». Η πιο πάνω πρόνοια εμπεριέχεται και στη Δ.6 θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας όπου αναφέρεται ότι «η υπόθεση είναι κατάλληλη για επίδοση εκτός Κύπρου» (the case is a proper one for service out of Cyprus). Ούτε στην ένορκη δήλωση της Β. Δημητριάδου που συνοδεύει την αίτηση ημερ. 15.1.13 ούτε και στην ένορκη δήλωση της Ι. Αντωνίου ημερ. 9.1.13 που συνοδεύει την αίτηση ίδιας ημερομηνίας φαίνεται να περιλαμβάνεται οτιδήποτε για την πτυχή αυτή (βλ. ενδιάμεση απόφαση του τότε Προέδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας Γ.Ν. Γιασεμή, στην αγωγή 1887/10, ημερομηνίας 25.1.2012). Έχοντας λοιπόν υπόψη τα πιο πάνω, κρίνω ότι τόσο η απόφαση/διάταγμα του Δικαστηρίου για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και υποκατάστατη επίδοση στον εναγόμενο 6 όσο και η επίδοση σε αυτόν θα πρέπει να παραμεριστούν. Η πιο πάνω κατάληξη μου έχει κρίνει και την τύχη της αίτησης και θεωρώ αχρείαστη την ενασχόληση με τους άλλους λόγους παραμερισμού ή ακύρωσης που έχουν προβληθεί από τον αιτητή. Ως εκ των ανωτέρω, εκδίδεται διάταγμα με το οποίο παραμερίζεται η απόφαση/διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 17.1.13 που εκδόθηκε στα πλαίσια της μονομερούς αίτησης ημερ. 15.1.13 όσον αφορά τον εναγόμενο 6 ως επίσης η υποκατάσταση επίδοση σε αυτόν της Ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος της παρούσας αγωγής ως επίσης των άλλων δικαστικών εγγράφων που διενεργήθηκε την 18.2.13 δυνάμει της απόφασης/ διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 17.1.13 με έξοδα υπέρ του εναγόμενου 6 - αιτητή και σε βάρος των εναγόντων - καθ΄ ων η αίτηση ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Α.Ν. Κονής, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΚ Civil/Other Actions/Interim (Αναφορά: Πολιτική Δικονομία -παραμερισμός υποκατάστατης επίδοσης και επίδοσης) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.