ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΗ ΣΥΛΙΚΙΩΤΗΣ ν. ΝΕΟΦΥΤΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ ΝΕΟΦΥΤΟΥ άλλως ΤΟΥΛΟΥΠΟΣ, Αρ. Αγωγής: 5316/12, 28/8/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A236 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 5316/12 Μεταξύ: ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΗ ΣΥΛΙΚΙΩΤΗΣ, από την Λεμεσό Ενάγοντος και
- ΝΕΟΦΥΤΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ ΝΕΟΦΥΤΟΥ άλλως ΤΟΥΛΟΥΠΟΣ, από την Πάφο
- ALPHA PANARETI GOLF CLUB LTD (LIMITED), από την Πάφο Εναγομένων Ημερομηνία: 28.8.13 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα / Αιτητή: κα Χρ. Μιχαήλ για κ. Σ. Σωφρονίου (για να ακούσει την απόφαση ο κ. Σ. Σωφρονίου) Για την Εναγόμενη 2 εταιρεία / Καθ' ης η αίτηση: κα Άντρια Καρσερά για κκ Τ. Παπαδόπουλο & Συνεργάτες ΔΕΠΕ (για να ακούσει την απόφαση η κα Ισαβέλα Θεοδοσίου) -------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την έκδοση της παρούσης απόφασης αποτέλεσε αίτηση η οποία υπεβλήθη εκ μέρους του Ενάγοντα / Αιτητή στις 21.12.12 με την οποία ζητείται η έκδοση διατάγματος που να διατάσσει την παρουσία του Εναγόμενου 1 για σκοπούς αντεξέτασής του. Στο στάδιο αυτό κρίνω σκόπιμο να παραθέσω το σύντομο ιστορικό της υπόθεσης. Στις 21.11.12 υποβλήθηκε εκ μέρους του Αιτητή μονομερής αίτηση για την έκδοση προσωρινού διατάγματος. Με την εν λόγω αίτηση, από τώρα και στο εξής «η αίτηση για προσωρινό διάταγμα», ζητείτο διάταγμα που να απαγορεύει στην Εναγόμενη 2 / Καθ' ης η αίτηση να πωλήσει, υποθηκεύσει, επιβαρύνει, μεταβιβάσει και/ή εγγράψει επ' ονόματι οιουδήποτε τρίτου προσώπου και/ή καθ' οιονδήποτε τρόπο αποξενώσει, ζημιώσει, καταστρέψει και/ή δεσμεύσει καθ' οιονδήποτε τρόπο συγκεκριμένο χωράφι το οποίο είναι εγγεγραμμένο επ' ονόματι της. Το Δικαστήριο δεν ενέκρινε την αίτηση για προσωρινό διάταγμα και διέταξε την επίδοσή της καθότι έκρινε ότι δεν συνέτρεχε το στοιχείο του κατεπείγοντος. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή δεν διαφώνησε με την πιο πάνω αντιμετώπιση του Δικαστηρίου. Στις 30.11.12 που η αίτηση για προσωρινό διάταγμα είχε ορισθεί από το Δικαστήριο για επίδοση εμφανίσθηκε δικηγόρος για την Καθ' ης η αίτηση ο οποίος την ίδια ημέρα καταχώρησε και σημείωμα εμφάνισης και για τους δύο Εναγόμενους. Ο συνήγορος της Καθ' ης η αίτηση ζήτησε χρόνο για να καταχωρήσει την ένσταση του, αίτημα στο οποίο η πλευρά του Αιτητή δεν έφερε ένσταση. Η ένσταση καταχωρήθηκε στις 17.12.12 και υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση του Εναγόμενου
- Είναι επί του περιεχομένου αυτής της ένορκης δήλωσης που με την υπό κρίση αίτηση ζητείται η αντεξέταση του Εναγόμενου
- Η αίτηση για προσωρινό διάταγμα ορίσθηκε για ακρόαση στις 8.1.
- Στις 8.1.13 η ακρόαση της αίτησης για προσωρινό διάταγμα αναβλήθηκε από το Δικαστήριο για να δοθεί η δυνατότητα να ακουσθούν άλλες δύο αιτήσεις που καταχωρήθηκαν εκ μέρους του Αιτητή στο ενδιάμεσο και συγκεκριμένα στις 21.12.12 μεταξύ των οποίων και η υπό κρίση αίτηση. Η άλλη αίτηση η οποία ακούσθηκε πρώτη και απερρίφθη με αιτιολογημένη απόφαση του Δικαστηρίου αφορούσε σε αίτημα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Η υπό κρίση αίτηση ορίσθηκε για ακρόαση από το Δικαστήριο στις 20.6.
- Την ημέρα εκείνη ακούσθηκε και το Δικαστήριο επιφύλαξε την απόφασή του. Η υπό κρίση αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση της Καθ' ης η αίτηση η οποία καταχωρήθηκε στις 7.6.13 και εντός της προθεσμίας που όρισε το Δικαστήριο. Η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται στην Δ.39, θ.1, Δ.26, θθ1-3 και 6-10 και Δ.48, θθ.1-4 και 8 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, στις εγγενείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου. Στο σώμα της υπό κρίση αίτησης αναφέρεται ότι η αντεξέταση του Εναγόμενου 1 ζητείται σε σχέση με συγκεκριμένες παραγράφους της ένορκής του δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση της Καθ' ης η αίτηση στην αίτηση για προσωρινό διάταγμα. Υπό μορφή δε τίτλων αναφέρονται επιγραμματικά σε παρένθεση τα θέματα από κάθε παράγραφο επί των οποίων η πλευρά του Αιτητή επιθυμεί να αντεξετάσει. Συνοδεύεται δε από ένορκο δήλωση του ίδιου του Αιτητή. Με την ένσταση της η Καθ' ης η αίτηση προβάλλει έξι λόγους ένστασης οι οποίοι και παρατίθενται στο σώμα της Ειδοποίησης Ένστασης. Η Ειδοποίηση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του Εναγόμενου 1, ο οποίος είναι ένας εκ των διευθυντών της Καθ' ης η αίτηση και δεόντως εξουσιοδοτημένος από αυτήν όπως προβεί στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης διεξήχθη στη βάση της αίτησης και της ένστασης. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν ο καθένας την θέση του διαδίκου που εκπροσωπεί. Το θέμα της αντεξέτασης ενόρκως δηλούντα διέπεται από την Διαταγή 39, θεσμός 1 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Σύμφωνα με τον πιο πάνω θεσμό: «Upon an application evidence may be given by affidavit; but the Court or a Judge may, on the request of either party, order the attendance of the deponent for cross-examination». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Κατόπιν αιτήσεως μαρτυρία δύναται να δοθεί με ένορκο δήλωση∙ όμως το Δικαστήριο ή ο Δικαστής δύναται κατόπιν παράκλησης οιουδήποτε των διαδίκων να διατάξει την παρουσία του ομνύσαντος την ένορκο δήλωση για αντεξέταση». Στην Αίτηση 142/04 του Rana Wahed Ali (Αρ.1)
(2004)1 ΑΑΔ 1660 λέχθηκε ότι η αντεξέταση επί των ενόρκων δηλώσεων επιτρέπεται πολύ σπάνια και μόνο σε πολύ εξαιρετικές περιπτώσεις. Μόνο που τα όσα στην πιο πάνω υπόθεση λέχθηκαν αφορούσαν σε αιτήσεις για έκδοση προνομιακών ενταλμάτων, στην προκείμενη περίπτωση ένταλμα για habeas corpus, και η αρχή που στην πιο πάνω απόφαση διακηρύχθηκε δεν κρίνω, εξ' όσων από την ίδια την απόφαση προκύπτει, να τυγχάνει εφαρμογής σε αιτήσεις άλλες από αυτές για τις οποίες γίνεται λόγος στην εν λόγω απόφαση. Σαφώς δεν εντόπισα οτιδήποτε που να συνηγορεί με την πιο πάνω θέση είτε από την Ετήσια Πρακτική (Annual Practice), είτε από το Αγγλικό σύγγραμμα Halsbury's Laws of England. Τουναντίον, η Νομολογία που πιο κάτω παρατίθεται επιβεβαιώνει ό,τι, άλλωστε, προκύπτει από το λεκτικό του πιο πάνω θεσμού και, συγκεκριμένα, ότι η έκδοση διατάγματος αντεξέτασης ενόρκως δηλούντα επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, κάτι το οποίο επιβεβαιώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο και στην απόφαση που πιο πάνω μνημονεύεται. Στην σελίδα 1661 λέχθηκαν συγκεκριμένα τα ακόλουθα: «Το ζήτημα της αντεξέτασης ομνύσαντος διέπεται από τον θ.1 της Δ.39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών σύμφωνα με το οποίο σε αίτηση μπορεί να δοθεί μαρτυρία με ένορκη δήλωση πλην όμως το Δικαστήριο ή ο Δικαστής δύναται με παράκληση οποιουδήποτε των διαδίκων να διατάξει όπως ο ομνύσας την ένορκη δήλωση παρουσιαστεί για αντεξέταση. Επομένως το θέμα εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου». Στην Ετήσια Πρακτική του 1958 (Annual Practice) υποδεικνύεται στην σελίδα 865 με αναφορά στην αντίστοιχη Αγγλική Διάταξη 38 των Παλαιών Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών ότι κατά την άσκηση της δικαστικής εξουσίας δεν υπάρχει υποχρέωση για έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος. Ανάλογη θέση απαντάται και στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τομ. 21, παρ. 878, σελ. 418-419 όπου αναγράφονται τα εξής: «The Court has discretionary power of acting upon such evidence as may be before it at the time, and will not allow a motion to stand over in order to enable a party to examine a witness viva voce, if it considers that the application is made in order to create delay or that there is sufficient evidence before it to enable it to deal with the motion». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Το Δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία να ενεργήσει στην βάση τέτοιας μαρτυρίας η οποία δύναται να βρίσκεται ενώπιόν του κατά την δίκη και δεν θα επιτρέψει όπως μια αίτηση (motion) εκκρεμεί για να υποβοηθήσει διάδικο να εξετάσει προφορικά έναν μάρτυρα αν είναι της άποψης ότι η αίτηση (για αντεξέταση) γίνεται για να προκαλέσει καθυστέρηση ή αν υπάρχει επαρκής μαρτυρία ενώπιον του για να αποφασίσει την αίτηση (motion)». Στην Αίτηση 18/08 του Λ. Μήλιου κ.α.
(2008)1 ΑΑΔ 280 το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση τονίζοντας πως η αίτηση που στηριζόταν στην Δ.39 θ.1 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας παρείχε την διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να την εγκρίνει ή να την απορρίψει ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Επομένως, σημαντικοί παράμετροι για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου αποτελούν το είδος της αίτησης και, κυρίως, κατά πόσο η αντεξέταση θα είναι προς το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης υπό την έννοια ότι θα συμβάλει στην αποκρυστάλλωση και διασαφήνιση των ζητημάτων που θα πρέπει να απαφασισθούν στην διαδικασία στα πλαίσια της οποίας καταχωρήθηκε η ένορκος δήλωση επί της οποίας ζητείται η αντεξέταση του καταθέτη της. Στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση ό,τι προς υποστήριξη του αιτήματος αναφέρεται είναι ότι ο λόγος που επιζητείται η αντεξέταση είναι γιατί στις συγκεκριμένες παραγράφους στις οποίες και ρητά υποδεικνύονται στην εν λόγω ένορκη δήλωση, που είναι οι ίδιες με αυτές που αναφέρονται και στο σώμα της υπό κρίση αίτησης, αναγράφονται γεγονότα και ισχυρισμοί που καθιστούν την αντεξέταση του Εναγόμενου 1 σκόπιμη και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Μόνο που τα όσα πιο πάνω αναφέρονται αποτελούν μια γενικόλογη δήλωση με την οποία δεν προβάλλεται κάποιος απτός και συγκεκριμένος λόγος που να δικαιολογεί έγκριση του αιτήματος. Δεν είναι αρκετό για τον Αιτητή να ισχυρίζεται ότι η αντεξέταση του Εναγόμενου 1 είναι σκόπιμη και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Όφειλε ο Αιτητής να δικαιολογήσει με απτούς ισχυρισμούς και ικανοποιητική μαρτυρία γιατί είναι σκόπιμο και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να αντεξετασθεί ο Εναγόμενος 1 επί των υποδεικνυόμενων παραγράφων και, έτσι, να δικαιολογήσει γιατί θα πρέπει να υπάρχει παρέκκλιση από τα οριζόμενα στην Διάταξη 48, θεσμό 4
(2)των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας σύμφωνα με τον οποίο ενδιάμεση αίτηση εκδικάζεται «στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις». Τέτοια μαρτυρία δεν παρουσιάσθηκε, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να μην έχει ενώπιόν του υλικό στην βάση του οποίου να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται δικαστικά. Έγκριση του αιτήματος θα ισοδυναμούσε υπό το φως των δοσμένων περιστάσεων με άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ του Αιτητή στα τυφλά, πράγμα ανεπίτρεπτο. Προκύπτει από όλα τα πιο πάνω ότι το αίτημα στερείται ερείσματος. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω πως τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση και άπτονται των όσων ανωτέρω αναφέρθηκαν από το Δικαστήριο είναι βάσιμα. Ως αποτέλεσμα ο αντίστοιχος λόγος ένστασης υπό παράγραφο Β ευσταθεί. Υπό το φως των πιο πάνω η υπό κρίση αίτηση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Η εξέταση των λοιπών λόγων ένστασης παρέλκει. Συνακόλουθα η υπό κρίση αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εναγόμενης 2 / Καθ' ης η αίτηση και εναντίον του Ενάγοντα / Αιτητή όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) ............ Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Αντεξέταση ενόρκως δηλούντα Subject: Civil / Other Actions / Interim cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο