← Κύπρος

Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Μιχάλης Περατικός κ.α., Αρ. Αγωγής: 5788/2005, 5/8/2013

Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Μιχάλης Περατικός κ.α., Αρ. Αγωγής: 5788/2005, 5/8/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A224 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5788/2005 Μεταξύ: Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, εκ Λευκωσίας Ενάγοντος και

  1. Μιχάλης Περατικός εκ Λ/σού 4 Φυτειών Κ. Πολεμίδια
  2. Νίκος Περατικός, εκ Λ/σού 24Α Σπυρίδωνος Λάμπρου
  3. Γιανούλλα Κωνσταντίνου, εκ Λ/σού 17 Ανοικοδομήσεως Αγ. Αθανάσιος
  4. Κυριάκος Κωνσταντίνου, εκ Λ/σού 13Α Τσακάλωφ Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 15.11.12 για παραμερισμό δικαστικής απόφασης Ημερομηνία: 05.08.13 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενο 2-Αιτητή: κα Ε. Μ. Ιωάννου (η κα Α. Ιωάννου για ν' ακούσει απόφαση) Για Ενάγοντα-Καθ' ων η αίτηση: κος Α. Γεωργίου ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση ο Εναγόμενος 2-Αιτητής αιτείται τα εξής: Α. Δικαστικό Διάταγμα με το οποίο να παραμερίζεται και/ή ακυρώνεται η απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 15.12.05 στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Β. Δικαστικό Διάταγμα που να ακυρώνει και/ή απορρίπτει την πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγή και/ή να αναστέλλει την διαδικασία λόγω κατάχρησης της διαδικασίας και/ή παράβασης των συνταγματικών δικαιωμάτων του Αιτητή όπως εκφράζονται στο άρθρο 30

(2)του Συντάγματος για δημόσια ακροαματική διαδικασία κατά την διάγνωση των αστικών δικαιωμάτων του εντός εύλογου χρόνου και/ή παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του. Γ. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι ο Αιτητής δικαιωματικά δικαιούται σε παραμερισμό και ακύρωση της εναντίον του εκδοθείσας δικαστικής απόφασης (ex debito justitiae). Δ. Την πληρωμή των εξόδων που θα δημιουργηθούν μέσα από την εκδίκαση της παρούσας αίτησης. Η υπό κρίση δια κλήσεως αίτηση εδράζεται στη Διάταξη 5 Κανονισμούς 1, 2 και 3, στη Διάταξη 17 Κανονισμό 10, στη Διάταξη 26 Κανονισμό 14, στη Διάταξη 48 Κανονισμούς 2, 3, 4 και 9(h) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο άρθρο 30 παράγραφοι 1, 2 και 3 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, του άρθρου 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων όπως κυρώθηκε με το άρθρο 6 του Ν.39/62, την σύμφυτη εξουσία και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και επί της εν γενεί πρακτικής, της διακριτικής ευχέρειας και των εξουσιών του Δικαστηρίου. Τα δε γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με τον Αιτητή δικαιολογούν την επιτυχία της περιέχονται στις ενόρκους δηλώσεις όλες ημερομηνίας 15.11.12 του ιδίου, του κυρίου Ιούλιου Περατικού, πατέρα του Αιτητή και της κυρίας Νεοφύτας Περατικού, μητέρας του Αιτητή. Στη συνέχεια και συγκεκριμένα στις 16.05.13, κατόπιν εξέτασης σχετικής αίτησης ημερομηνίας 14.05.13 που ο Καθ' ου η αίτηση καταχώρησε, εκ συμφώνου εκδόθηκε διάταγμα αντεξέτασης Αιτητή επί του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης του. Στην ένορκο δήλωση του ο Αιτητής αναφέρει συνοπτικά τα εξής: - Ουδέποτε του επιδόθηκε προσωπικά το κλητήριο ένταλμα της υπό της υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, στην οποία εκδόθηκε δικαστική απόφαση ημερομηνίας 15.12.
  1. Ουδέποτε ο Αιτητής έλαβε γνώση για την καταχώρηση της αγωγής αυτής. Αντίγραφο της εν λόγω δικαστικής απόφασης και ένορκης δήλωσης επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος στον πατέρα του Αιτητή επισυνάπτονται στην ένορκο δήλωση αυτή ως Τεκμήρια 'Α' και 'Β' αντίστοιχα. - Στις 08.11.05, ημερομηνία κατά την οποία το Τεκμήριο 'Β' προσδιορίζει ως χρόνο επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος στον πατέρα του Αιτητή τον οποίο και επικαλείται ως συγκάτοικο του, ο ίδιος (δηλαδή ο Αιτητής) δεν συγκατοικούσε με τον πατέρα του. - Την περίοδο που το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στον πατέρα του, ο Αιτητής διέμενε μαζί με την πρώην σύζυγο του στην οδό Δημητσάνης 6Δ, Παναγία Ευαγγελίστρια, δεύτερο όροφο, 4156 Κάτω Πολεμίδια, Λεμεσός. Προς υποστήριξη του επιχειρήματος του αυτού, ο Αιτητής επισύναψε στην ένορκο δήλωση του ως Τεκμήριο 'Γ' γραπτή βεβαίωση της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου περί κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος από τον πιο πάνω χώρο. - Στις 08.11.05 πατέρας του Αιτητή διέμενε με την μητέρα του Φυτούλα Περατικού άλλως Νεοφύτα Περατικού στην οδό Σπυρίδωνος Λάμπρου 24Α, Νέαπολη 3106 Λεμεσός και τούτο φαίνεται και από βεβαίωση της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου ημερομηνίας 01.11.12, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται στην ένορκο δήλωση αυτή ως Τεκμήριο 'Δ', στην οποία φαίνεται ότι από την 01.03.77 μέχρι 09.07.12 οι γονείς του Αιτητή διέμεναν στην εν λόγω οδό καταναλώνοντας ηλεκτρικό ρεύμα. - Περί τις αρχές Οκτωβρίου 2012 ο Αιτητής πληροφορήθηκε από κάποιο κηπουρό ότι κάποιος επιδότης προσπαθούσε να του επιδώσει μία ειδοποίηση πτώχευσης η οποία σχετιζόταν με δικαστική απόφαση που είχε εκδοθεί εναντίον του. Τότε ο Αιτητής επισκέφτηκε το δικηγόρο του και μετά από έρευνα που έγινε στο σχετικό δικαστηριακό φάκελο από τον οποίο έλαβε και αντίγραφα εγγράφων περιήλθε στην αντίληψη του το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως επίδοσης της αγωγής στον πατέρα του. Αμέσως ο Αιτητής έδωσε οδηγίες στο δικηγόρο του να καταχωρήσει την υπό κρίση αίτηση. - Ο Αιτητής ζητεί τον παραμερισμό της δικαστικής απόφασης για να μπορέσει να ασκήσει το συνταγματικό δικαίωμα να υπερασπίσει τον εαυτό του στην υπόθεση. - Ανεξάρτητα με το πιο πάνω αίτημα, ο Αιτητής ζητεί την απόρριψη της αγωγής επειδή ενώ το αγώγιμο δικαίωμα προέκυψε το 2002 η αγωγή καταχωρήθηκε το
  2. Είναι η θέση του Αιτητή ότι υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της αγωγής καθώς και στην εκτέλεση της απόφασης που εκδόθηκε, γεγονός που κατά την άποψη του αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας αλλά κυρίως παραβιάζει το δικαίωμα του για ανεπηρέαστη δημόσια ακροαματική διαδικασία εντός εύλογου χρόνου κατά τη διάγνωση των αστικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του κατά παράβαση του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος αλλά και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών. - Ο Αιτητής ουδεμία επαφή είχε με οποιονδήποτε δικαστικό επιδότη για εκποίηση της κινητής περιουσίας του ούτε και οποιοσδήποτε τέτοιος τον ενόχλησε περιλαμβανομένου κάποιου Κ. Παναγιώτου που με επιτολή του ημερομηνίας 24.03.09, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται στην ένορκο δήλωση αυτή ως Τεκμήριο 'Ε', αναφέρει ότι επισκέφτηκε τα υποστατικά του και στερείτο κινητής περιουσίας χωρίς να σημειώνει ποια υποστατικά επισκέφτηκε. - Ο προαναφερόμενος δικαστικός επιδότης με ένορκο δήλωση του ημερομηνίας 13.03.09, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται στην ένορκο δήλωση αυτή ως Τεκμήριο 'Ζ', αναφέρει απλά ότι τα υποστατικά που επισκέφτηκε, αλλά δεν διευκρινίζει ποια είναι αυτά, ανήκουν στη Νεοφύτα Περατικού και προφανώς, κατά τον Αιτητή, ο κύριος Παναγιώτου επισκέφτηκε την κατοικία της μητέρας του στην οποία ο Αιτητής ούτε διαμένει ούτε σχέση έχει. Αντεξεταζόμενος ο Αιτητής, δυνάμει του δικαστικού διατάγματος αντεξέτασης επέμεινε, μεταξύ άλλων, ότι ουδέποτε στις 08.11.05 είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον πατέρα του στην παρουσία του ιδιώτη επιδότη Χαράλαμπου Γεωργίου ή με τον Γεωργίου αναφορικά με την επίδοση της υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Επανέλαβε ακόμη τον ισχυρισμό του ότι εκείνη την περίοδο δεν διέμενε με τους γονείς του επειδή από το 2001 και μετά ενοικίασε διαμέρισμα στην οδό Κρυστάλλης στα Κάτω Πολεμίδια και μετέπειτα στην οδό Δημητσάνης. Ο Αιτητής επίσης ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε έλαβε γνώση για την εν λόγω αγωγή παρά μόνο όταν υπέπεσε στην αντίληψη του κάποια αίτηση πτώχευσης την οποία βρήκε συγκεκριμένα κάποιος κηπουρός στο πεζοδρόμιο. Το περιστατικό αυτό διαδραματίστηκε στην οδό Παπαδοπούλου 32 στον Άγιο Αθανάσιο, Λεμεσός όπου υπάρχει διαμέρισμα ιδιοκτησίας της πρώην συζύγου του Αιτητή το οποίο και ενοικιάζεται. Στην ένορκο δήλωση του ο πατέρας του Αιτητή, Ιούλιος Περατικός, δηλώνει ότι στις 08.11.05 ο Αιτητής δεν κατοικούσε μαζί του στην οδό Σπυρίδωνος Λάμπρου 24Α Νέαπολη 3106 Λεμεσός στην οποία διέμενε αυτός με τη σύζυγο του αλλά στην οδό Δημητσάνης 6Δ, Παναγία Ευαγγελίστρια, δεύτερο όροφο, 4156 Κάτω Πολεμίδια, Λεμεσός με την πρώην γυναίκα του. Στην ένορκο δήλωση της η μητέρα του Αιτητή, Νεοφύτα Περατικού, αναφέρει ακριβώς τα ίδια που δήλωσε ο σύζυγος της στη δική του ένορκη δήλωση. Στις 21.02.13 οι Καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης επί των ακόλουθων λόγων: 1. Η αίτησις πάσχει καθ' ότι ο τίτλος της αίτησις είναι λανθασμένος, ως επίσης και το όνομα του Αιτητή. 2. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται από την Νομολογία για την έγκριση τέτοιας αίτησις και δεν προβάλλεται υπεράσπιση στην ουσία της αξίωσης. 3. Δεν έχει δοθεί καθόλου και/ή επαρκής δικαιολογία που να στηρίζει την αιτούμενη θεραπεία. 4. Η ένορκος δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση είναι αντικανονική, παράτυπη και/ή παράνομη. 5. Περαιτέρω ο αιτητής με την αίτηση του δεν παρέθεσε ζητήματα στα οποία το δικαστήριο θα δώσει προσοχή για παραμερισμό της απόφασης. 6. Ο αιτητής δεν αιτιολόγησε την απραξία του και ούτε έδειξε καλή πίστη ώστε να τύχει των ευεργημάτων που παρέχει η Νομολογία για την έγκριση τέτοιας αίτησις. 7. Η αίτησις πάσχει καθ' ότι ο αιτητής με την αίτηση του ζητεί ταυτόχρονα δύο θεραπείες ήτοι α) Διάταγμα για παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε στις15.02.05 και β) επιπλέον ζητεί διάταγμα για ακύρωση και/ή απόρριψη της αγωγής. Η ειδοποίηση ένστασης στηρίζεται στη Διάταξη 5 Κανονισμούς 1, 2 και 3, στη Διάταξη 17 Κανονισμό 10, στη Διάταξη 48 Κανονισμούς 1 μέχρι 6 και Κανονισμό 9, στη Διάταξη 26 Κανονισμό 14, στη Διάταξη 33 Κανονισμό 5, στη Διάταξη 57 Κανονισμό 2, στη Διάταξη 64 Κανονισμό 1, στο άρθρο 31 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), επί του άρθρου 30
(2)και
(3)του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Η ειδοποίηση ένστασης συνοδεύεται από τις ενόρκους δηλώσεις όλες ημερομηνίας 21.02.13 του κυρίου Χρίστου Τσίγκη, αρμοδίου υπαλλήλου στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση και του κυρίου Χαράλαμπου Γεωργίου, ιδιώτη δικαστικού επιδότη. Ακολούθως και συγκεκριμένα στις 28.02.13, κατόπιν εξέτασης σχετικής αίτησης ημερομηνίας 22.02.13 που ο Αιτητής καταχώρησε, εκδόθηκε διάταγμα αντεξέτασης των κυρίων Τσίγκη και Γεωργίου επί του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων τους. Τα γεγονότα της ενόρκου δηλώσεως του κυρίου Τσίγκη είναι περιληπτικά τα πιο κάτω: · Το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στον Αιτητή νομότυπα και σύμφωνα με τους θεσμούς. · Οι ισχυρισμοί του Αιτητή περί μη επιδόσεως της αγωγής, και ότι ουδέποτε έλαβε γνώση αυτής μετά την πάροδο πολλών χρόνων και μάλιστα από το 2005 είναι ανεδαφικοί, αστήρικτοι, αβάσιμοι και στερούνται σοβαρότητας θέτοντας τους Καθ' ων η αίτηση σε δυσμενέστερη θέση να υπερασπίσουν τις θέσεις τους. · Οι ισχυρισμοί του Αιτητή για προσκόμιση βεβαιώσεων της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου για απόδειξη του τόπου διαμονής του ως και των γονιών του είναι ισχυρισμοί ανεδαφικοί και υστερόβουλοι που προβάλλονται εκ των υστέρων. · Επιπλέον, η αγωγή είχε εγερθεί και εναντίον ακόμη τριών
(3)προσώπων, ο ένας εκ των οποίων ήταν συγγενής του και συνεπώς ο Αιτητής έλαβε γνώση για την αγωγή και από τους άλλους εναγομένους που είχε εγερθεί η αγωγή. · Η αγωγή καταχωρίστηκε νομότυπα και εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας και/ή χρόνου και έτσι οι ισχυρισμοί του Αιτητή για τον χρόνο που έχει διαρρεύσει μέχρι την έγερση της αγωγής είναι νομικά και ουσία αβάσιμοι, αστήρικτοι και ανεδαφικοί. Αντεξεταζόμενος ο κύριος Τσίγκης δυνάμει του δικαστικού διατάγματος αντεξέτασης, μεταξύ άλλων, επέμεινε ότι το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε νομότυπα στον Αιτητή από τον ιδιώτη επιδότη με τη διεύθυνση του Αιτητή να είναι αυτή όπου διέμεναν οι γονείς του, ήτοι η οδός οδό Σπυρίδωνος Λάμπρου 24Α, Άγιος Νικόλαος, 3106 Λεμεσός. Προς στήριξη της θέσης του αυτής ο μάρτυρας κατάθεσε ως Τεκμήριο 1 συμβόλαιο ενοικιαγοράς ημερομηνίας 23.07.03 στο οποίο φαίνεται ο Αιτητής να εγγυήθηκε τον Εναγόμενο 1, αδελφό του Αιτητή, γεγονότα που ο Αιτητής παραδέχτηκε μέσα από την αντεξέταση του. Είναι η θέση του μάρτυρα ότι εκ των υστέρων και μετά πάροδο 8-9 ετών πήρε αποδείξεις για να δείξει ότι τότε διέμενε στην οδό Δημητσάνης 6Δ, Παναγία Ευαγγελίστρια, δεύτερο όροφο, 4156 Κάτω Πολεμίδια, Λεμεσός. Ο εν λόγω μάρτυρας δήλωσε ότι γνωρίζει πως ο Αιτητής την περίοδο εκείνη διέμενε στην οδό Σπυρίδωνος Λάμπρου 24Α, Άγιος Νικόλαος, 3106 Λεμεσός επειδή αυτή τη διεύθυνση ο ίδιος ο Αιτητής δήλωσε ως δική του στους αξιωματούχους της τράπεζας και καταχωρήθηκε ηλεκτρονικά στο αρχείο της τράπεζας, ενώ εκ των υστέρων έδωσε νέα διεύθυνση για να προκαλέσει σύγχυση στην υπόθεση ενεργώντας έτσι υστερόβουλα και ενάντια στους θεσμούς. Τα δε γεγονότα της ενόρκου δηλώσεως του κυρίου Γεωργίου είναι συνοπτικά τα πιο κάτω: · Στις 07.11.05 του ανατέθηκε από τον δικηγόρο κύριο Ανδρέα Γεωργίου να επιδώσει στον Αιτητή την αγωγή υπ' αριθμό 5788/05 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στην οδό Σπυρίδωνος Λάμπρου αρ. 24Α στη Λεμεσό. · Στις 08.11.05 μετέβηκε στην πιο πάνω διεύθυνση όπου συνάντησε τον πατέρα του Αιτητή, Ιούλιο Περατικό κατά την οποία του ανέφερε τον λόγο της επισκέψεως του, δηλαδή να επιδώσει την υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή στον υιό του, Αιτητή. Ο Ιούλιος Περατικός, αφού του ανάφερε ότι εκείνη την στιγμή ο υιός του (Αιτητής) δεν ήταν στο σπίτι, τον πήρε τηλέφωνο στην παρουσία του ενόρκως δηλών, μιλώντας μαζί του. Έπειτα έδωσε το τηλέφωνο στον ενόρκως δηλών όπου μίλησε και αυτός μαζί με τον Αιτητή. · Μιλώντας με τον Αιτητή ο ενόρκως δηλών του ανάφερε τον λόγο της επισκέψεως του στην πιο πάνω διεύθυνση, δηλαδή του εξήγησε ότι ήθελε να του επιδώσει την υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή η οποία ηγέρθη από Καθ' ων η αίτηση εναντίον του ως εγγυητή. · Σε ερώτηση του ενόρκως δηλών εάν ο Αιτητής διέμενε με τους γονείς του στην πιο πάνω διεύθυνση τόσο ο πατέρας του Αιτητή όσον και ο ίδιος ο Αιτητής του απήντησαν θετικά και έτσι να επιδώσει το εν λόγω κλητήριο ένταλμα στον πατέρα του Αιτητή, καθ' ότι αυτός διέμενε με τους γονείς του κατά την εν λόγω περίοδο. Ακολούθως, ο ενόρκως δηλών επέδωσε το κλητήριο ένταλμα στον πατέρα του Αιτητή, ο οποίος του υπέγραψε ότι το παρέλαβε. Αντεξεταζόμενος ο κύριος Γεωργίου, δυνάμει του δικαστικού διατάγματος αντεξέτασης δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, ότι λόγω παρέλευσης μεγάλου χρονικού διαστήματος και επειδή δεν πίστευε ότι θα αμφισβητείτο η επίδοση της υπόθεσης αυτής προχώρησε στην καταστροφή του σχετικού μητρώου που τηρούσε και το οποίο κατέγραφε, μεταξύ άλλων και στοιχεία επίδοσης της παρούσας υπόθεσης όπως π.χ. τη διεύθυνση που έγινε η επίδοση του εγγράφου, η ημερομηνία επίδοσης, ποιος παρέλαβε το έγγραφο και τι σχέση έχει με το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται και εάν συγκατοικούν. Όπως ο ίδιος εξήγησε, επειδή ο πατέρας του Αιτητή υπέγραψε το έγγραφο που του επιδόθηκε δεν κατέγραψε οποιεσδήποτε άλλες παρατηρήσεις, πέραν από τα πιο πάνω. Περαιτέρω, ο μάρτυρας επέμεινε ότι γνωρίζει πως την περίοδο που επέδωσε το κλητήριο ένταλμα της υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγής ο Αιτητής διέμενε μαζί με τον πατέρα του στην οδό Σπυρίδωνος Λάμπρου αρ. 24Α στη Λεμεσό επειδή του το ανέφερε ο πατέρας του Αιτητή. Σύμφωνα με το μάρτυρα, εφόσον ο Αιτητής διέμενε μαζί με τον πατέρα του στην προαναφερόμενη διεύθυνση, ο τελευταίος από τη στιγμή που παρέλαβε το έγγραφο είχε υποχρέωση να ενημερώσει τον Αιτητή. Κατά τη νομική επιχειρηματολογία τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι επέμειναν στις εκατέρωθεν νομικές θέσεις και ισχυρισμοί τους παραπέμποντας το Δικαστήριο σε σχετική επί του θέματος νομολογία καθώς και σε αποσπάσματα από νομικά συγγράμματα. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι ο φάκελος της παρούσας υπόθεσης τέθηκε για πρώτη φορά ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου στις 28.02.13 στα πλαίσια εξέτασης μονομερούς αίτησης του Αιτητή ημερομηνίας 22.02.13 με την οποία ζητούσε την άδεια του Δικαστηρίου να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση στην παρούσα αίτηση, η οποία ας σημειωθεί ήταν ήδη προγραμματισμένη για εκδίκαση στις 05.03.
  1. Η φύση της δεύτερης αίτησης υποδείκνυε προτεραιότητα εκδίκασης της έναντι της παρούσας, πράγμα που οδήγησε στην αναβολή της ακρόασης της υπό κρίση αίτησης. Μετά από οδηγίες του Δικαστηρίου η δεύτερη αίτηση επιδόθηκε στον Καθ' ου η αίτηση ο οποίος εκδήλωσε πρόθεση να καταχωρήσει ένσταση, πράγμα που έπραξε στις 29.03.
  2. Τελικά στις 04.04.13 η δεύτερη αίτηση αποσύρθηκε. Μετά από την εξέλιξη αυτή η παρούσα αίτηση ορίστηκε εκ νέου για ακρόαση στις 15.05.
  3. Εκείνη την ημέρα, λόγω ασθένειας του συνηγόρου του Καθ' ου η αίτηση η ακρόαση αναβλήθηκε και η παρούσα αίτηση ορίστηκε για οδηγίες την επόμενη ημέρα, ήτοι στις 16.05.
  4. Στις 16.05.13 η υπό κρίση αίτηση ορίστηκε για ακρόαση στις 04.06.13 αφού πρώτα εξετάστηκε και εγκρίθηκε νέα αίτηση, η οποία αυτή τη φορά καταχωρήθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση, για έκδοση διατάγματος αντεξέτασης του Αιτητή επί του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως του. Στις 04.06.13 άρχισε η ακροαματική διαδικασία της παρούσας αίτησης, η εκδίκαση της οποίας συνεχίστηκε και ολοκληρώθηκε στις 26.06.
  5. Αντλώντας ενημέρωση από το δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης διαπιστώνω ότι εναντίον των εναγομένων 1 και 2 (ο Αιτητής ήταν ο εναγόμενος 2) εκδόθηκε δικαστική απόφαση στις 15.12.05 ενώ εναντίον των εναγομένων 3 και 4 εκδόθηκε δικαστική απόφαση στις 22.02.
  6. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι από τις 11.01.10 επικυρώθηκε από το Δικαστήριο συμφωνία με την οποία η εταιρεία Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ (οι Καθ' ων η αίτηση στην υπό κρίση αίτηση) ανέλαβε, μεταξύ άλλων, τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της εταιρείας Ελληνικής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ που απορρέουν από δικαστικές υποθέσεις, με την εταιρεία Ελληνική Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ να οδηγείται σε διάλυση χωρίς εκκαθάριση. Με μονομερής αίτηση τους ημερομηνίας 07.04.11, η οποία εγκρίθηκε από το Δικαστήριο, οι Καθ' ων η αίτηση της παρούσας αίτησης (Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ) απέκτησαν άδεια να προχωρήσουν οι ίδιοι πλέον στη λήψη μέτρων εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης εναντίον όλων των εναγομένων, περιλαμβανομένου του Αιτητή. Με την χάραξη του πραγματικού πλαισίου προχωρώ ευθύς στην εξέταση των λόγων ένστασης αρχίζοντας από τον έβδομο που είναι η θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι η υπό κρίση αίτηση πάσχει καθ' ότι ο Αιτητής με την αίτηση του ζητεί ταυτόχρονα δύο θεραπείες και συγκεκριμένα Δικαστικό Διάταγμα για παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε στις 15.02.05 καθώς και Δικαστικό Διάταγμα για ακύρωση και/ή απόρριψη της αγωγής. Το γεγονός ότι ο Αιτητής αξιώνει δύο θεραπείες δεν καθιστά νομικά άκυρη την αίτηση του. Είτε αυτές ζητούνται ταυτόχρονα είτε διεκδικούνται διαζευκτικά το Δικαστήριο θα εξετάσει όλα τα αιτήματα του Αιτητή ξεχωριστά και ανεξάρτητα. Η θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι ο Αιτητής θα έπρεπε να ζητήσει παραμερισμό της εκδοθείσας δικαστικής απόφασης και εάν και εφόσον πετύχει τότε θα πρέπει να προχωρήσει με άλλη ξεχωριστή διαδικασία για την ακύρωση της αγωγής παραπέμπει σε εξέταση της ουσίας του αιτήματος επαληθεύοντας έτσι την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου (παράγραφος 7 ένορκης δήλωσης κυρίου Τσίγκη). Επί της ουσίας τους όλα τα αιτήματα του Αιτητή εξετάζονται πιο κάτω. Για τη δικαιολογία όμως που δόθηκε ότι η παρούσα αίτηση πάσχει νομικά, ο λόγος αυτός ένστασης απορρίπτεται ως ανεδαφικός. Ακολούθως θα ασχοληθώ με τον δεύτερο, τρίτο, πέμπτο και έκτο λόγο ένστασης, οι οποίοι άπτονται των αρχών που διέπουν το θέμα παραμερισμού εκδοθείσας δικαστικής απόφασης, η εξέταση του οποίου προέχει από τα υπόλοιπα ζητήματα που τίθενται. Η εξουσία του Δικαστηρίου για παραμερισμό απόφασης, η οποία εκδόθηκε χωρίς την εξέταση της υπόθεσης επί της ουσίας, παρέχεται από τη Διάταξη 17 Κανονισμό 10 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και έχει διακριτικό χαρακτήρα, η οποία θα πρέπει να ασκείται δικαστικά και στη βάση των αρχών που η νομολογία έχει καθορίσει (βλέπε Λουκαΐδου v. Γερολέμου
(2000)1Α Α.Α.Δ. 333 και Εταιρεία Βοθροκαθαριστών Λεμεσού 'Βοθροτέξ' Λτδ v. Φαντάκη
(2001)1Α Α.Α.Δ. 339). Διαχρονικά η νομολογία έχει καθορίσει δύο περιπτώσεις όπου είναι δυνατή η ακύρωση δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε λόγω παράλειψης καταχώρησης εμφάνισης (βλέπε Τσεσμέλογλου v. Σοφοκλέους, Πολιτική Έφεση Αρ. 205/2010, ημερομηνίας 15.01.13):
(1)Όπου η ερήμην απόφαση εκδόθηκε κατά παράβαση ουσιώδους τύπου ή διαδικασίας, όπως π.χ. επίδοση όχι με το δέοντα τρόπο, οπότε και η απόφαση παραμερίζεται ex debito justitiae.
(2)Όπου ο αιτητής παρουσιάζει δια ενόρκου δηλώσεως ύπαρξη συζητήσιμης ή εκ πρώτης όψεως βάσιμη υπεράσπιση ενώ ταυτόχρονα επεξηγεί το λόγο που η υπόθεση αφέθηκε να προχωρήσει σε έκδοση απόφασης χωρίς τη συμμετοχή του. Από το σώμα της παρούσας αίτησης αλλά και το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που την συνοδεύουν φαίνεται ότι ο Αιτητής προωθεί την αίτηση αυτή στη βάση της πρώτης κατηγορίας ισχυριζόμενος ότι η θέση της άλλης πλευράς ότι το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στον πατέρα του είναι κακή και αντικανονική επίδοση αφού την περίοδο επίδοσης δεν διέμεναν μαζί, κατά παράβαση έτσι των κανόνων επίδοσης. Αυτό, όπως περαιτέρω ισχυρίστηκε, είχε ως αποτέλεσμα να μην λάβει γνώση για την καταχώρηση της υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και να στερηθεί έτσι του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος του να συμμετάσχει στη δικαστική διαδικασία ετοιμάζοντας και παρουσιάζοντας την υπεράσπιση του. Η μη επίδοση του κλητηρίου εντάλματος ή η κακή επίδοση του είναι μία από τις περιπτώσεις όπου δεν θα πρέπει να εκδοθεί απόφαση στην αγωγή. Η κακή ή αντικανονική επίδοση της αγωγής έχει ως αποτέλεσμα να μην ενημερωθεί ο εναγόμενος για τη διαδικασία εναντίον του και ως εκ τούτου το Δικαστήριο, αφού διαπιστώσει ότι η επίδοση υπήρξε κακή ή αντικανονική ή γενικότερα διαπιστώνονται λόγοι για ακύρωση στη βάση ex debito justitiae, είναι υποχρεωμένο να παραμερίσει την απόφαση με έξοδα υπέρ του αιτητή (εναγομένου) χωρίς να τίθεται θέμα άσκησης της διακριτικής εξουσίας του (βλέπε Νικόλας Γιωργαλλίδης v Χρυσόστομου Χρίστου (Ττομή)
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 247, Ιεράς Μητρόπολης Λεμεσού v Chr. P. Michaelides (Estates) Limited
(2002)1 Α.Α.Δ. 43 και J.Z. Classic Music Pro Ltd v Alkadia Music Land Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 1151). Επομένως, η κακή επίδοση του κλητηρίου εντάλματος εκθεμελιώνει την κανονικότητα της διαδικασίας που ακολουθήθηκε και γι' αυτό στην παρούσα περίπτωση είναι σημαντικό το Δικαστήριο να ερευνήσει εάν όντως υπήρξε καλή επίδοση και κατ' επέκταση εάν ο αιτητής έλαβε γνώση για τη δικαστική διαδικασία εναντίον του, προτού προχωρήσει και εξετάσει τους υπόλοιπους λόγους για τους οποίους ο Αιτητής ζητεί τον παραμερισμό της απόφασης. Στο αγγλικό νομικό σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 26, παράγραφος 559 σημειώνονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: "When a judgment in default of appearance or defence has been entered before the proper time, or there has been no service or no sufficient service, or it has been entered for a greater amount than in due, or there has been a breach of good faith, it will be set aside ex debito justitiae, apart from any consideration as to whether there is a good defence on the merits and the plaintiff is usually ordered to pay the costs occasioned by the judgment or order." Στον δε Τόμο 37 του ιδίου νομικού συγγράμματος και συγκεκριμένα στην παράγραφο 403 και σελίδα 297 αυτού επισημαίνονται, μεταξύ άλλων, τ' ακόλουθα: "In the case of an irregular judgment, the defendant is entitled to have it set aside ex debito justitiae and the court should not impose any terms whatever upon the defendant." Επιπλέον, στο νομικό σύγγραμμα Odger's on Pleading and Practice, 2η έκδοση στη σελίδα 58 αυτού τονίζονται, ανάμεσα σ' άλλα, τα πιο κάτω: ". where a judgment is irregularly obtained the defendant is entitled as of right to have it set aside on application by summons or by motion (under Order 2, rr.1,2). The irregularities relied on must be specified in the summons and the application must be made within a reasonable time and before any fresh step is taken after knowledge of the irregularity." Επίσης σύμφωνα με το νομικό ερμηνευτικό λεξικό Oxford Dictionary of Law, νέα έκδοση και ειδικότερα στη σελίδα 177 ο όρος ex debito justitiae σημαίνει "As a matter of right. The phrase is applied to remedies that the court is bound to give when they are claimed, as distinct from those that it has discretion to grant." Η επίδοση δικαστικών εγγράφων, όπως το κλητήριο ένταλμα, διέπεται από τους δικονομικούς κανόνες της Διάταξης 5 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών. Συγκεκριμένα, οι Κανονισμοί 1 και 2 αναφέρουν κατά λέξη τα εξής: "1. Every defendant named on the writ of summons shall, except a Judge otherwise orders, be served in the manner provided in Rule 2 of this Order with an office copy of the writ, and such service shall be deemed good service of the writ. 2.
(1)The service shall, whenever it is practicable, be effected by leaving the copy with the person to be served; but if he is not found at his house or at his usual place of employment, the service shall be deemed to be effected if the copy is left- (
  1. i)with any member of his family of apparently 16 years and upwards then in his town or village or within the lands thereof; or (
  2. ii)with any person apparently of such age and in charge of the place of his employment; or (iii) with his master in the case of a servant living with his master. Where service is effected by leaving the copy with a person other than the person to be served, the affidavit of service shall state (if such be the case) that the person to be served was not found at his house or at his usual place of employment. (Form 5) " Ερμηνεύοντας τα πιο πάνω και ειδικότερα τον Κανονισμό 2 της Διάταξης 5 γίνεται αντιληπτό πως όταν το πρόσωπο προς το οποίο πρόκειται να γίνει επίδοση εγγράφου δεν ανευρεθεί στο σπίτι του ή στο συνήθη τόπο εργασίας του, η επίδοση θα θεωρείται ότι έγινε αν αντίγραφο αφεθεί σε ένα μέλος της οικογένειας του που να φαίνεται ότι είναι 16 ετών και άνω και είναι στην πόλη ή το χωριό του ή εντός της περιοχής του ή σε άτομο υπεύθυνου του χώρου εργασίας του ή στον αφέντη του εάν αυτός διαμένει μαζί του. Επομένως, εφόσον το ενδιαφερόμενο πρόσωπο αναζητηθεί και δεν εντοπιστεί στην οικία του ή στον συνηθισμένο χώρο εργασίας του, οι κανόνες επίδοσης επιτρέπουν την μη προσωπική επίδοση του εγγράφου με ένα από τους προαναφερόμενους καθορισμένους τρόπους. Το κρίσιμο στοιχείο είναι να λάβει γνώση ο εναγόμενος για τη δικαστική διαδικασία που εγέρθηκε εναντίον του. Ο εναγόμενος δικαιούται να πληροφορηθεί τους λόγους που τον καλούν να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο και να αναπτύξει τις δικές του θέσεις και ισχυρισμούς. Το δικαίωμα αυτό μαζί με το δικαίωμα της ελεύθερης και απρόσκοπτης πρόσβασης στα Δικαστήρια της χώρας μας κατοχυρώνονται από το άρθρο 30 του Συντάγματος. Οι πιο πάνω τρόποι διασφαλίζουν ότι ο εναγόμενος θα λάβει γνώση για τη δικαστική διαδικασία που εκκρεμεί εναντίον του δίδοντας του την ευκαιρία, αν επιθυμεί, να αντιδράσει προβαίνοντας στα δέοντα διαβήματα υπερασπιζόμενος τον εαυτό του. Η συγκατοίκηση επίσης διασφαλίζει ότι ο εναγόμενος θα λάβει γνώση για την αγωγή που καταχωρήθηκε εναντίον του. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η επίδοση σε μέλος της οικογένειας του εναγόμενου θα πρέπει πάντοτε να συνοδεύεται από το στοιχείο της συγκατοίκησης. Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο το κλητήριο ένταλμα της υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγής όντως επιδόθηκε στον πατέρα του Αιτητή με τον τρόπο που οι Καθ' ων η αίτηση αλλά και ο ιδιώτης επιδότης ισχυρίζονται και τον Αιτητή να έχει λάβει γνώση για την εναντίον του καταχώρηση αγωγής. Μέσα από την προφορική κατάθεση των μαρτύρων το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και την ευχέρεια να παρακολουθήσει και να εκτιμήσει την όλη στάση τους. Με κριτήρια την συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων (βλέπε 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη, σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Ο Αιτητής δεν έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Έδωσε την εικόνα πως με εκ των υστέρων δικαιολογίες και ισχυρισμούς επιχειρεί να αποφύγει τις ευθύνες που τον βαραίνουν ως εγγυητή του αδελφού του, Μιχάλη Περατικού (Εναγομένου 1), δυνάμει συμβάσεως ενοικιαγοράς που ο τελευταίος συνομολόγησε με τους Καθ' ων η αίτηση στις 23.07.03, παράβαση της οποίας οδήγησε στις 15.12.05 στην έκδοση δικαστικής απόφασης εναντίον και των δύο. Το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 'Α' το οποίο παρέμεινε αναντίλεκτο και ως εκ τούτου αποδέχομαι ομιλεί από μόνο του. Στρεφόμενος στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του Αιτητή, παρατηρώ ότι αυτός έδιδε απαντήσεις που στερούνταν λογικής και δεν ήταν πειστικές. Καθ' όλη τη διάρκεια της προφορικής κατάθεσης του αλλά και από το ύφος της γραπτής ένορκης δήλωσης του, το Δικαστήριο αισθάνθηκε ότι πρωταρχικός σκοπός του Αιτητή δεν ήταν να πει την αλήθεια αλλά να απεγκλωβιστεί από το βάρος της δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του και κατ' επέκταση από τον κλοιό των συνεπειών που άρχιζε να σφίγγει γύρω του συνεπεία της αδυναμίας εκτέλεσης της. Προκειμένου να το πετύχει πρόταξε πλήρη άγνοια για οτιδήποτε και οχυρώθηκε πίσω από νομικούς κανόνες και συνταγματικά δικαιώματα. Ο ίδιος ανάφερε στο Δικαστήριο ότι μέχρι το 2001 διέμενε μαζί με τους γονείς του στην οδό Σπυρίδωνος Λάμπρου αρ. 24Α, Λεμεσός ενώ μετά από το 2001 που παντρεύτηκε μετακόμισε στην οδό Δημητσάνης 6Δ, Παναγία Ευαγγελίστρια, δεύτερο όροφο, 4156 Κάτω Πολεμίδια, Λεμεσός όπου εκεί διέμενε μαζί με την πρώην σύζυγο του. Στην ιδία διεύθυνση ισχυρίστηκε ότι εξακολουθούσε να διαμένει και το 2005 όταν σημειώθηκε η επίδικη επίδοση του εγγράφου. Αυτό όμως που δεν εξήγησε στο Δικαστήριο είναι για ποιο λόγο, εφόσον ο ίδιος διέμενε στην οδό Δημητσάνης από το 2002, στις 23.07.03 υπέγραψε ως ένας εκ των εγγυητών του αδελφού του σε συμβόλαιο ενοικιαγοράς δηλώνοντας ως διεύθυνση διαμονής του και λήψης αλληλογραφίας τη διεύθυνση που διέμεναν οι γονείς του. Η εν λόγω διεύθυνση του Αιτητή καταγράφεται στο Τεκμήριο 1, το οποίο μετά από μελέτη και αξιολόγηση του αποδέχομαι ως ορθό, αληθές και αξιόπιστο, με το περιεχόμενο του να μην έχει αμφισβητηθεί, πάντοτε στο βαθμό που αφορά τον σκοπό και τη σημασία της παρούσας αίτησης. Παράλληλα, ο Αιτητής ουδέποτε ανάφερε ότι αντιμετώπισε πρόβλημα λήψης αλληλογραφίας σε σχέση με την πορεία της υπόθεσης ενοικιαγοράς στην οποία είχε κάθε λόγο ως εγγυητής να επιδιώκει να τυγχάνει συνεχούς ενημέρωσης. Ούτε ποτέ ανάφερε ότι χρειάστηκε να αποταθεί στους Καθ' ων η αίτηση και να παραπονεθεί για κάτι τέτοιο. Μάλιστα από την άλλη, δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι σύμφωνα με τον όρο 14 της σύμβασης ενοικιαγοράς οχήματος ημερομηνίας 23.07.03, στην οποία ο Αιτητής είναι ένας εκ των τριών εγγυητών του μισθωτή αδελφού του, Μιχάλη Περατικού (Εναγόμενος 1), αλληλογραφία θα θεωρείται ότι παραλήφθηκε αν αποσταλεί στη διεύθυνση που ο Αιτητής δήλωσε ως διαμονή του και έτσι μέσω αυτής να έχει πρόσβαση στην ενημέρωση, ήτοι στην οδό Σπυρίδωνος Λάμπρου αρ. 24Α, Λεμεσός, η οποία είναι αυτή στην οποία διαμένουν οι γονείς του (Τεκμήριο 1). Όλα αυτά παραπέμπουν στο συμπέρασμα ότι ο Αιτητής δήλωσε την προαναφερόμενη διεύθυνση επειδή σ' αυτή θα λάμβανε γνώση οτιδήποτε οι Καθ' ων η αίτηση του απέστελλαν αναφορικά με τη σύμβαση ενοικιαγοράς ημερομηνίας 23.07.03. Ουδέποτε ο Αιτητής αισθάνθηκε ότι υπήρχε λόγος να ειδοποιήσει τους Καθ' ων η αίτηση για αλλαγή δεδομένων διεύθυνσης έτσι ώστε να μην κινδυνεύει να μην ενημερώνεται για οτιδήποτε είχε σχέση με τη σύμβαση ενοικιαγοράς. Προφανώς επειδή δεν υπήρχε λόγος για κάτι τέτοιο. Προφανώς επειδή ο Αιτητής δεν αντιμετώπιζε τέτοιο κίνδυνο. Η προσκόμιση από μέρους του Αιτητή κατάστασης λογαριασμού της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου εκδομένης εις το όνομα του αναφορικά με την κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος από το υποστατικό στην οδό Δημητσάνης 6Δ, Παναγία Ευαγγελίστρια, δεύτερο όροφο, 4156 Κάτω Πολεμίδια, Λεμεσός (Τεκμήριο 'Γ'), από μόνη της δεν αποτελεί αποδειχτικό στοιχείο ότι ο ίδιος κατοικούσε στο εν λόγω υποστατικό την επίδικη περίοδο. Δεν αποκλείεται ο μετρητής κατανάλωσης ενός υποστατικού να εγγραφεί στο όνομα ενός προσώπου και στο υποστατικό τελικά να διαμένει διαφορετικό άτομο. Ο Αιτητής έχει το βάρος να αποδείξει ότι την επίδικη περίοδο διέμενε στην προαναφερόμενη διεύθυνση ως ο ισχυρισμός του. Για να ήταν πειστικός ο Αιτητής θα έπρεπε να είχε συνοδεύσει το Τεκμήριο 'Γ' με αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού άλλων υπηρεσιών όπως π.χ. κατανάλωσης νερού, σκυβάλων κ.λ.π. που να δείχνουν χρεώσεις και πληρωμές του Αιτητή ένεκα κατοχής και χρήσης του εν λόγω υποστατικού την επίδικη περίοδο. Επίσης, ο Αιτητής θα έπρεπε να είχε προσκομίσει στο Δικαστήριο γραπτή βεβαίωση από το Δήμο Πολεμιδιών που να επιβεβαιώνει ότι αυτός όντως διέμενε στο υποστατικό αυτό κατά την επίδικη περίοδο ή εναλλακτικά, κατά την ταπεινή μου γνώμη, να σημειώνει ακριβώς την περίοδο που ο Αιτητής διέμενε στο υποστατικό. Επιπλέον, το Τεκμήριο 'Γ' χρήζει αποδειχτικής ενίσχυσης αφού ως έχει δεν δείχνει κατά πόσο την συγκεκριμένη επίδικη περίοδο (ήτοι 08.11.05) υπήρξε κατανάλωση ρεύματος από ένοικο του υποστατικού στα πλαίσια κατοχής του ή απλά χρεώθηκε το πάγιο ποσό. Το Τεκμήριο 'Γ' που κατατέθηκε απλά δείχνει συνολική κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος σε συνολική περίοδο δύο
(2)ετών (από 15.04.04 μέχρι 15.03.06) χωρίς να αναλύει και να εξειδικεύει ανά τριμηνία όπως γίνεται για την υπόλοιπη περίοδο. Θα έπρεπε ακόμη να είχε κατατεθεί αναλυτική κατάσταση κατανάλωσης και χρέωσης ηλεκτρικού ρεύματος για την περίοδο στην οποία περιλαμβάνεται η 8η Νοεμβρίου 2005, πλην όμως ούτε αυτό έγινε από τον Αιτητή. Με το Τεκμήριο 'Γ' δεν αποδεικνύεται ότι την τριμηνία στην οποία περιλαμβάνεται η ημερομηνία επίδοσης (08.11.05) υπήρξε όντως κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος από τον Αιτητή ως κάτοχο του εν λόγω υποστατικού. Η δε κατάθεση του Τεκμηρίου 'Δ' δεν διαφοροποιεί την κατάσταση και χωρίς να προσθέτει αποδειχτική αξία στο Τεκμήριο 'Γ' δεν του αποδίδω οποιαδήποτε βαρύτητα. Συνεπώς, το Τεκμήριο 'Γ' όπως απομονωμένα παρουσιάστηκε και με τον τρόπο που καταγράφει τις πληροφορίες, δεν αποδεικνύει τον ισχυρισμό του Αιτητή περί διαμονής του την 08.11.05 σε υποστατικό στην οδό Δημητσάνης 6Δ, Παναγία Ευαγγελίστρια, δεύτερο όροφο, 4156 Κάτω Πολεμίδια, Λεμεσός. Υπό τις περιστάσεις και με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία, ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης του πιο πάνω ισχυρισμού του. Πέραν και ανεξαρτήτως όμως των πιο πάνω, το Δικαστήριο εντοπίζει μια ουσιώδης διαφορά μεταξύ της γραπτής ένορκης δήλωσης του και της προφορικής κατάθεσης του. Συγκεκριμένα, ενώ στην παράγραφο 9 της ενόρκου δηλώσεως του ο Αιτητής αναφέρει ότι πληροφορήθηκε από κάποιο κηπουρό ότι κάποιος επιδότης προσπαθεί να του επιδώσει μια αίτηση πτώχευσης που συνδέεται με την υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, αντεξεταζόμενος επί του θέματος αυτού ο Αιτητής πρόβαλε διαφοροποιημένη θέση δηλώνοντας ότι ενημερώθηκε για την ύπαρξη της αγωγής αυτής μόνο όταν υπέπεσε στην αντίληψη του κάποια αίτηση πτώχευσης την οποία βρήκε κάποιος κηπουρός στο πεζοδρόμιο. Για τη διαφοροποίηση αυτή ο Αιτητής δεν έδωσε οποιαδήποτε δικαιολογία. Σε σχέση δε με τον κηπουρό προκύπτουν διάφορα εύλογα ερωτήματα όπως ποιος είναι αυτός, που εργαζόταν, τι σχέση έχει ο Αιτητής μαζί του, για ποιο λόγο ο Αιτητής βρέθηκε στο χώρο όπου βρισκόταν ο κηπουρός και για ποιο λόγο ο κηπουρός επέδειξε ενδιαφέρον για την υπόθεση του Αιτητή. Για όλα αυτά τα ερωτήματα ουδεμία εξήγηση δίδεται από τον Αιτητή μέσα από τη ένορκο δήλωση του καθιστώντας έτσι το πρόσωπο αυτό φανταστικό. Παράλληλα, ο Αιτητής αποδίδει αλλότρια κίνητρα στον ιδιώτη επιδότη αμφισβητώντας αυτά που αυτός ισχυρίζεται ότι έπραξε. Δεν εξηγεί όμως για ποιο λόγο αποδίδει στον ιδιώτη επιδότη αλλότρια κίνητρα. Ούτε εξηγεί τι συμφέρον είχε από τη δική του υπόθεση για να δικαιολογεί τέτοια συμπεριφορά που του αποδίδει. Επίσης, πέραν της απλής επιστολής που ο συνήγορος του Αιτητή απέστειλε στον Γενικό Εισαγγελέα σχετικά με τον ιδιώτη επιδότη ουδεμία άλλη ενέργεια έγινε από μέρους του με σκοπό να προωθηθεί συγκεκριμένη καταγγελία στη βάση των όσων ισχυρίζεται. Ούτε φαίνεται ο Αιτητής να ενδιαφέρθηκε για την τύχη ή την κατάληξη που είχε η προαναφερόμενη επιστολή του. Αντίθετα, αυτός που έχει κύριο συμφέρον από την υπόθεση αυτή είναι χωρίς δεύτερη σκέψη ο Αιτητής ως εμπλεκόμενο άτομο και διάδικος στην αγωγή, εναντίον του οποίου εκδόθηκε δικαστική απόφαση. Περαιτέρω, μέρος της μαρτυρίας του Αιτητή που περιέχεται στην ένορκο δήλωση του δεν φαίνεται να επαληθεύεται από τα έγγραφα που τη συνοδεύουν και προσκομίστηκαν ως τεκμήρια. Ειδικότερα, ενώ στην παράγραφο 16 της ένορκης δήλωσης του ο Αιτητής αναφέρει ότι ο ίδιος δεν διαμένει αλλά ούτε και σχέση έχει με την κατοικία της μητέρας από το έτος 2001 όταν μετακόμισε από εκεί, το Τεκμήριο 'Ζ' που προσκομίστηκε από τον Αιτητή, το περιεχόμενο του οποίου δεν έχει ευθέως αμφισβητηθεί από οποιονδήποτε και συνεπώς αποδέχομαι ως ορθό, αληθές και αξιόπιστο και συνδέεται άμεσα με το Τεκμήριο 'Ε' που και αυτό παρουσιάστηκε από τον Αιτητή και επίσης γίνεται αποδεχτό ως ορθό, αληθές και αξιόπιστο αφού ούτε αυτό ουσιαστικά αμφισβητήθηκε από οποιονδήποτε, παρουσιάζει το αποτέλεσμα έρευνας του δικαστικού επιδότη Κωνσταντίνου Παναγιώτου στις 24.03.09 που καταρρίπτει την πιο πάνω εκδοχή του Αιτητή. Σύμφωνα με τα Τεκμήρια 'Ε' και 'Ζ' ο εν λόγω δικαστικός επιδότης διαπιστώνει ότι ο Αιτητής στερείται κινητής περιουσίας καταγράφοντας λεπτομέρειες σχετικά με το αποτέλεσμα της πιο πάνω έρευνας του. Όπως ο ίδιος καταγράφει υπό τη μορφή ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 28.04.09, μέσα από την έρευνα που διεξήγαγε αναφορικά με τον Αιτητή διαπίστωσε ότι ένα όχημα με αριθμούς εγγραφής ΚΤΗ 836 που εντοπίστηκε έχει το καθεστώς χρηματοδότησης στην Τράπεζα Κύπρου ενώ το υποστατικό που επίσης ανευρέθηκε ανήκει στη Νεοφύτα Περατικού, η οποία φιλοξενεί τον Αιτητή. Αυτό φανερώνει συγκατοίκηση του Αιτητή με τη μητέρα του, της οποίας η διεύθυνση διαμονής βρίσκεται, ως αναντίλεκτο γεγονός, στην οδό Σπυρίδωνος Λάμπρου αρ. 24Α, Λεμεσός, σε αντίθεση με το τι ο ίδιος ισχυρίστηκε. Ουδεμία δικαιολογία δόθηκε από τον Αιτητή αναφορικά με το θέμα αυτό. Από τα πιο πάνω, διαπιστώνω ότι η μαρτυρία του Αιτητή χαρακτηρίζεται από κενά και αδυναμίες ενώ παράλληλα μαστίζεται από ουσιώδεις αντιφάσεις σε βαθμό που πλήττουν καίρια την αξιοπιστία της. Κάτω από αυτά τα δεδομένα, το Δικαστήριο δεν θεωρεί αξιόπιστη τη μαρτυρία του Αιτητή και ως εκ τούτου δεν αποδέχεται την εκδοχή του ως εκφράζουσα την αληθινή όψη των γεγονότων. Σε σχέση με τις ενόρκους δηλώσεις των γονέων του Αιτητή, Ιούλιου και Νεοφύτας Περατικού αντίστοιχα, το γεγονός ότι οι γονείς του Αιτητή διέμεναν μαζί κατά τον ουσιώδη χρόνο επίδοσης του εγγράφου και εξακολουθούν να συγκατοικούν στο ίδιο υποστατικό που βρίσκεται στην οδό Σπυρίδωνος Λάμπρου αρ. 24Α, Λεμεσός παρέμεινε μέσα από την παρούσα διαδικασία αναντίλεκτο, πράγμα το οποίο και αποδέχομαι. Ωστόσο, όσον αφορά το μέρος της μαρτυρίας τους που άπτεται του ισχυρισμού περί μη διαμονής του Αιτητή μαζί με αυτούς στην πιο πάνω διεύθυνση αλλά στην οικία που βρίσκεται στην οδό Δημητσάνης 6Δ, Παναγία Ευαγγελίστρια, δεύτερο όροφο, 4156 Κάτω Πολεμίδια, Λεμεσός, θεωρώ ότι είναι κατευθυνόμενη και είναι προφανές ότι ο ισχυρισμός αυτός προβλήθηκε με μοναδικό σκοπό να βοηθήσουν τον υιό τους. Ένεκα του συμφέροντος αλλά και του κινήτρου που έχουν, ο ισχυρισμός τους δεν μπορεί από μόνος του να ληφθεί υπόψη, ιδιαίτερα όταν το Τεκμήριο 'Β' ρητά αναφέρει ότι ο πατέρας του Αιτητή, Ιούλιος Περατικός, την 08.11.05 συγκατοικούσε μαζί με τον Αιτητή. Αυτό όμως που δεν περνά απαρατήρητο είναι το ότι, υπό το φως του Τεκμηρίου 'Β' που ο ίδιος ο Αιτητής επισυνάπτει, τόσο ο πατέρας όσο και η μητέρα του Αιτητή δεν διαψεύδουν μέσα από τις ενόρκους δηλώσεις τους ότι ο Ιούλιος Περατικός στις 08.11.05 παρέλαβε και υπέγραψε εκ μέρους και για λογαριασμό του υιού του το κλητήριο ένταλμα της υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγής. Αντίθετα, θα έλεγα ότι η μη αμφισβήτηση της παρουσίας της υπογραφής του Ιούλιου Περατικού, η μη αμφισβήτηση της ύπαρξης σημείωσης του ονόματος του πατέρα του Αιτητή ολογράφως, η μη αμφισβήτηση της ημερομηνίας της υπογραφής και της σχέσης που δηλώνεται ότι έχει με τον Αιτητή πάνω στην πρώτη σελίδα πιστού αντιγράφου του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής αυτής επιβεβαιώνει την επίδοση του εν λόγω δικαστικού εγγράφου στον πατέρα του Αιτητή στις 08.11.05, ο οποίος και το παρέλαβε υπογράφοντας, εκ μέρους και για λογαριασμό του Αιτητή. Αμέσως γεννιέται το εξής εύλογο ερώτημα: εφόσον ο Ιούλιος Περατικός ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής δεν διέμενε μαζί του την 08.11.05 και ήταν της άποψης ότι ο ίδιος δεν θα μπορούσε να θέσει εις γνώση του Αιτητή το περιεχόμενο του κλητηρίου εντάλματος που αυτός παρέλαβε εκ μέρους και για λογαριασμό του υιού του, τότε για ποιο λόγο την ίδια ημερομηνία αποδέχτηκε να του επιδοθεί ένα τόσο σημαντικό έγγραφο, όπως είναι το κλητήριο ένταλμα, που απευθυνόταν και προοριζόταν για τον υιό του υπογράφοντας μάλιστα για την παραλαβή του, δίδοντας έτσι τη συγκατάθεση του γι' αυτό. Ένα ερώτημα που παρέμεινε αναπάντητο αφού ουδεμία εξήγηση δίδεται. Δεν περνά όμως απαρατήρητο ούτε το γεγονός ότι ο πατέρας του Αιτητή, μέσα από την ένορκο δήλωση του, δεν αναφέρει αδυναμία διαβίβασης του κλητηρίου εντάλματος που παρέλαβε στον Αιτητή ή έστω ενημέρωσης στον υιό του με τον οποίο διέμενε στην ίδια πόλη, αν υιοθετηθεί η εκδοχή του Αιτητή ως προς τον τόπο διαμονής του, για την εναντίον του εκκρεμούσα δικαστική διαδικασία. Όσον αφορά την μαρτυρία του κυρίου Χρήστου Τσίγκη, παρατηρώ ότι το περισσότερο μέρος της δεν προέρχεται από προσωπική γνώση του αλλά τόσο από ενημέρωση που προφανώς έτυχε από το δικηγόρο των Καθ' ων η αίτηση όσο και από πληροφόρηση που είχε από το φάκελο της υπόθεσης. Συγκεκριμένα, ο μάρτυρας αυτός αναπτύσσει νομικά θέματα χωρίς να είναι ειδικός καθώς επίσης κάνει αναφορά σε γεγονότα που δεν βίωσε προσωπικά μεταφέροντας απλά αυτά που ο ιδιώτης επιδότης Χαράλαμπος Γεωργίου διαβίβασε σε άλλους αξιωματούχους των Καθ' ων η αίτηση και αυτοί με τη σειρά τους ενημέρωσαν τον τραπεζικό φάκελο της υπόθεσης. Η ύπαρξη της μαρτυρίας του ιδιώτη επιδότη Χαράλαμπου Γεωργίου, ως του ατόμου που βίωσε προσωπικά τα διαδραματισμένα γεγονότα της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος, δεν αφήνει άλλη επιλογή στο Δικαστήριο από του να μη προσδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα στη μαρτυρία του Τσίγκη. Εξαίρεση αποτελεί το κομμάτι αυτής που σημειώνει ότι ο Αιτητής έδωσε στους Καθ' ων η αίτηση ως διεύθυνση διαμονής του την οδό Σπυρίδωνος Λάμπρου αρ. 24Α, Λεμεσός, μαρτυρία την οποία αποδέχομαι ως ορθή, αληθής και αξιόπιστη καθότι υποστηρίζεται από το αναντίλεκτο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 που κατατέθηκε από το μάρτυρα αυτό και φέρει την υπογραφή του Αιτητή δίπλα από το όνομα του ολογράφως με δηλωμένη διαμονή του την πιο πάνω διεύθυνση, γεγονότα που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου και δεν αμφισβητήθηκαν από τον Αιτητή. Ο ιδιώτης επιδότης Χαράλαμπος Γεωργίου έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Έδωσε σαφείς και πειστικές απαντήσεις γύρω από το επίμαχο θέμα της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος. Μετέφερε στο Δικαστήριο τα γεγονότα που ο ίδιος βίωσε προσωπικά. Την ίδια ημέρα που συνέβηκε το περιστατικό, δηλαδή στις 08.11.05, προέβηκε σε σχετική ένορκο δήλωση στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού την οποία και υπέγραψε όπου και αναφέρει ότι στις 08.11.05 επέδωσε το κλητήριο ένταλμα της αγωγής αυτής στον πατέρα του Αιτητή, Ιούλιο Περατικό, με τον οποίο ο Αιτητής συγκατοικεί, ο οποίος υπέγραψε την παραλαβή του. Η υπογραφή του Ιούλιου Περατικού, η ημερομηνία επίδοσης μαζί με το όνομα του ολογράφως καθώς και το ότι είναι πατέρας του Αιτητή σημειώνονται πάνω στην πρώτη σελίδα πιστού αντιγράφου του κλητηρίου εντάλματος το οποίο συνοδεύει την ένορκο δήλωση του Αιτητή ενισχύοντας έτσι την αξιοπιστία της μαρτυρίας του. Τα δύο αυτά έγγραφα αποτελούν το Τεκμήριο 'Β', το περιεχόμενο του οποίου αποδέχομαι ως ορθό, αληθές και αξιόπιστο. Πολλά έχουν ειπωθεί για το μητρώο που ο μάρτυρας έχει καταστρέψει. Ο μάρτυρας εξήγησε τι έχει καταγράψει στο μητρώο και ως λόγο καταστροφής του πρόταξε το ότι αυτό ήταν του έτους 2005 προβαίνοντας στην κίνηση αυτή επειδή δεν πίστευε ότι η επίδοση της αγωγής αυτής θα αμφισβητείτο. Η εξήγηση που ο μάρτυρας έδωσε για το θέμα αυτό κρίνεται δικαιολογημένη και ως εκ τούτου την αποδέχομαι. Εξάλλου λίγη σημασία θα είχε, αφού ενόψει της μη διάψευσης από μέρους του Ιούλιου Περατικού της επίδοσης σ' αυτόν του κλητηρίου εντάλματος στις 08.11.05 ως πατέρα του Αιτητή σε συνδυασμό με την μη αμφισβήτηση της υπογραφής του αλλά και της ολογράφως αναφοράς του ονόματος, της ημερομηνίας και της σχέσης του με τον Αιτητή πάνω στην πρώτη σελίδα πιστού αντιγράφου του κλητηρίου εντάλματος (μέρος Τεκμηρίου 'Β'), καταρρίπτει την όποια αμφισβήτηση ο Αιτητής δύναται να έχει στο θέμα της επίδοσης του εν λόγω εγγράφου στον πατέρα του. Επίσης, ο Αιτητής αποδίδει αλλότριους σκοπούς στον εν λόγω μάρτυρα. Ο ισχυρισμός αυτός του Αιτητή παρέμεινε μετέωρος και ως εκ τούτου απορρίπτεται ως αβάσιμος καθότι το Δικαστήριο, μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία, δεν διαπίστωσε ίχνος αλήθειας επ' αυτού. Παράλληλα, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι ο μάρτυρας δεν υπέπεσε σε οποιεσδήποτε ουσιώδεις αντιφάσεις που θα μπορούσαν να πλήξουν ανεπανόρθωτα την αξιοπιστία του. Στη βάση αυτών αποδέχομαι την μαρτυρία του Χαράλαμπου Γεωργίου στην ολότητα της ως ορθή, αληθής και αξιόπιστη και εκφράζουσα την αληθινή όψη των γεγονότων. Μέσα από την αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας σε συνδυασμό με τη μελέτη του δικαστηριακού φακέλου της υπόθεσης, καταλήγω στα εξής ευρήματα και συμπεράσματα: - Στις 07.11.05 καταχωρήθηκε η υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή υπό τη μορφή ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος εναντίον τεσσάρων εναγομένων, ένα εκ των οποίων τον Αιτητή. - Ο Αιτητής εναγόταν ως ένας εκ των τριών εγγυητών σε σύμβαση ενοικιαγοράς οχήματος ημερομηνίας 23.07.03, στην οποία ο μισθωτής ήταν ο αδελφός του Αιτητή, Μιχάλης Περατικός (εναγόμενος 1). - Στις 08.11.05 ο ιδιώτης επιδότης Χαράλαμπος Γεωργίου μεταβαίνει στην οικία του Ιούλιου Περατικού, πατέρα του Αιτητή, που βρίσκεται στην οδό Σπυρίδωνος Λάμπρου αρ. 24Α, Λεμεσός, με σκοπό να επιδώσει την αγωγή στον Αιτητή. Εκεί ο Γεωργίου συνάντησε τον Ιούλιο Περατικό και αφού του ανέφερε το λόγο της επίσκεψης του, ο Ιούλιος Περατικός πληροφορεί τον Γεωργίου ότι ο Αιτητής διαμένει μαζί του. - Επειδή εκείνη τη στιγμή ο Αιτητής απουσίαζε, ο Ιούλιος Περατικός μαζί με τον Χαράλαμπο Γεωργίου επικοινωνούν με τον Αιτητή και αφού του αναφέρθηκε ο λόγος της επίσκεψης του Γεωργίου ο Αιτητής επιβεβαίωσε ότι διαμένει με τους γονείς του και είπε όπως το κλητήριο ένταλμα επιδοθεί στον πατέρα του. - Πράγματι ο Γεωργίου επέδωσε το κλητήριο ένταλμα στον πατέρα του Αιτητή, ο οποίος το παρέλαβε εκ μέρους και για λογαριασμό του Αιτητή υπογράφοντας γι' αυτό. - Ακολούθως την ίδια ημέρα ο Γεωργίου προέβηκε σε ένορκο δήλωση την οποία και υπέγραψε ενώπιον του Πρωτοκολλητή. Παράλληλα, κατέγραψε όλες τις σχετικές λεπτομέρειες σε σχετικό μητρώο το οποίο όμως κατάστρεψε μετά πάροδο χρόνου. - Επειδή ο Αιτητής δεν καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης εντός του προβλεπόμενου από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας χρόνο καταχωρήθηκε σχετική μονομερής αίτηση στις 05.12.05 και μετά από εξέταση της στις 15.12.05 εκδόθηκε απόφαση εναντίον του Αιτητή με την οποία καλείτο να πληρώσει αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα με τον αδελφό του Μιχάλη Περατικό (εναγόμενο 1) το ποσό των Λ.Κ.£3.407,10 πλέον τόκο προς 11,25% ετησίως επί ποσού Λ.Κ.£3.049,93 από 19.10.05 μέχρι εξόφλησης καθώς και το ποσό των Λ.Κ.£3.976,71 πλέον τόκο προς 8% ετησίως επί του αυτού ποσού από 07.11.05 μέχρι εξόφλησης πλέον τα έξοδα που προέκυψαν και υπολογίστηκαν σε Λ.Κ.£380,50 με τόκο προς 8% ετησίως από 07.11.05 μέχρι εξόφλησης πλέον Λ.Κ.£9,00 έξοδα επίδοσης πλέον Λ.Κ.£15,00 δικαιώματα ενοικιαγοράς. Με βάση τα πιο πάνω, κρίνω ότι έχει γίνει καλή, κανονική και νομικά έγκυρη επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στον Αιτητή μέσω του πατέρα του με τον οποίο την περίοδο εκείνη διέμενε, πράγμα που συνάδει με τις πρόνοιες των σχετικών διατάξεων των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και τις αρχές που χάραξε η νομολογία. Επιπρόσθετα, κρίνω ότι ο Αιτητής έλαβε γνώση για την εναντίον του καταχώρηση αγωγής δίδοντας μάλιστα οδηγίες στον ιδιώτη επιδότη να το επιδώσει στον πατέρα του με τον οποίο συγκατοικούσε, πράγμα που έγινε με την υπογραφή του πατέρα του. Συνεπώς ο ισχυρισμός του Αιτητή για κακή και/ή αντικανονική επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και ότι η δικαστική απόφαση θα πρέπει να παραμεριστεί στη βάση της αρχής της ex debito justitiae απορρίπτεται ως αβάσιμος. Παρόλο ότι ο Αιτητής μέσα από το σώμα της αίτησης αλλά και το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως του δεν εγείρει ευθέως θέμα παραμερισμού δικαστικής απόφασης στη βάση του ότι υπάρχει κανονική επίδοση πιστού αντιγράφου του κλητηρίου εντάλματος αλλά υπάρχουν λόγοι που κατά την άποψη του δικαιολογούν τον παραμερισμό της δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του, εντούτοις το Δικαστήριο θα εξετάσει και αυτήν την πιθανότητα, ανεξαρτήτως αν εμμέσως πλην σαφώς η ευπαίδευτη συνήγορος του Αιτητή στη γραπτή αγόρευση της αγγίζει επιφανειακά το ζήτημα αυτό. Για να στεφθεί με επιτυχία η πιο πάνω περίπτωση ο Αιτητής θα πρέπει μέσα από την ένορκη δήλωση του να πείσει ότι έχει μια συζητήσιμη ή εκ πρώτης όψεως βάσιμη υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον του και παράλληλα να επεξηγήσει το λόγο που η υπόθεση αφέθηκε να προχωρήσει σε έκδοση απόφασης χωρίς τη συμμετοχή του. Οι πιο πάνω αρχές αναδύθηκαν μέσα από τη γνωστή αγγλική απόφαση Evans v Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, η οποία και υιοθετήθηκε σε διάφορες αποφάσεις των κυπριακών δικαστηρίων όπως στην Ioannis Kotsapas & Sons Ltd v Titan Constructions and Engineering Company
(1961)1 C.L.R. 317, στη Christophorou v Kyriakoulli
(1963)2 C.L.R. 159, στη Phylactou v Michael
(1982)1 C.L.R. 204, Δ. Σκάρος v Π. Χριστοδούλου
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 291, Γιάννης άλλως Γιαννάκης Κουδουνάς v ΣΚΥΜΕ Λτδ κ.α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 967, Γεώργιος Φρίξου Γιωργαλλίδης v Ταπελλογραφείο Κώστας Παύλου & Σία Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 1101, στην Bush κ.α. v Γιαννή
(2001)1 Α.Α.Δ. 1342, στην Βύρων Τεγκεράκης, διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Κορίνας Τεγκεράκη (Χατζηπαναγή Γιάννη) v Δήμος Λευκωσίας
(2005)1 Α.Α.Δ. 289 και στην Πατούρης v. Hellenic Bank Ltd
(2001)1Γ Α.Α.Δ.2118. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια το Δικαστήριο θα πρέπει να ισοζυγίσει δύο παράγοντες θεμελιώδεις για την απονομή της δικαιοσύνης, ήτοι από τη μια την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί και από την άλλη την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών διαδικασιών. Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με ένα άλλο λόγο, επίσης σημαντικό για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας. Εάν διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα της υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας, την οποία φέρει η απόφαση, και όλα όσα εξυπακούει, καθώς και η βεβαιότητα την οποία εισάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου, θα απωλεσθούν, με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης (βλέπε Iason Travel & Tours Ltd v. L. Pashias Travel Ltd κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 145/2010, ημερομηνίας 19.02.13). Ο Αιτητής έχει το βάρος να αποκαλύψει τα στοιχεία που θα συνιστούσαν την υπεράσπιση του. Το δε αποδεικτικό αυτό βάρος εξαντλείται με την παράθεση στην ένορκη δήλωση επαρκών στοιχείων για την εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή καλόπιστης συζητήσιμης υπόθεσης έστω και εάν αυτό αμφισβητείται με την ένσταση, η οποία βεβαίως σε τέτοια περίπτωση δεν λαμβάνεται υπόψη (βλέπε Χριστάκης Πίττας v Unigoods Trading Company Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 1761). Παρόλα αυτά, η χωρίς ουσιαστικό λόγο παράλειψη του Αιτητή να εμφανιστεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να πάρει έγκαιρα μέτρα για την ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης μπορεί επίσης να αποτελέσει λόγο για την απόρριψη της αίτησης διότι σε μια τέτοια περίπτωση η πορεία της δικαστικής διαδικασίας και τα αποτελέσματα της θα αφήνονταν αιωρούμενα μέχρι την κατά το δοκούν εκδήλωση της θέσης του εναγομένου σε σχέση με την εναντίον του αγωγή (βλέπε Milouca Motor Tr. Ltd v Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941, Mine & Quarry Services Ltd v Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, Κώστας Φραντζής v Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(1996)1 Α.Α.Δ. 1094). Συνεπώς, παρά την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, όπου η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος ζητεί τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη και εξισώνεται σε περιφρονητική καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση (βλέπε Phylactou v Michael
(1982)1 C.L.R. 204, Olga Kourbatova v. G. Roussos Leisure Industries Ltd
(2001)1Α Α.Α.Δ. 345 και Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ v. Ιακώβου κ.α.
(2001)1Α Α.Α.Δ. 457). Στην παρούσα περίπτωση ο Αιτητής, μέσα από την ένορκο δήλωση του, περιορίζεται να αναφέρει την επιθυμία του να προβάλει την υπεράσπιση του χωρίς να δίδει συγκεκριμένες λεπτομέρειες για ποιο λόγο θεωρεί έχει συζητήσιμη υπόθεση έτσι ώστε η θέση του αυτή να κριθεί από το Δικαστήριο. Η παράλειψη του Αιτητή να αποκαλύψει την υπεράσπιση του οδηγεί σε αποτυχία της πρώτης προϋπόθεσης. Ούτε όμως, με βάση το προαναφερόμενο εύρημα του Δικαστηρίου περί καλής, κανονικής και νομικά έγκυρης επίδοσης στις 08.11.05 πιστού αντιγράφου του κλητηρίου εντάλματος στον πατέρα και τότε συγκάτοικο του Αιτητή, δικαιολογείται η καθυστέρηση που παρατηρείται στην εκδήλωση λήψης μέτρων για την ακύρωση της δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 15.12.05, η οποία τελικά έγινε στις 15.11.12 με την καταχώρηση της παρούσας αίτησης, δηλαδή μετά την παρέλευση σχεδόν επτά
(7)ετών. Κάτω από τα γεγονότα, συνθήκες και περιστατικά που περιβάλουν την υπόθεση αυτή και παράλληλα κρίνοντας σωρευτικά και στο σύνολο τους τα γεγονότα που καλύπτουν την εκ μέρους του Αιτητή αντιμετώπιση της εναντίον του διαδικασίας και μέσα από τα ευρήματα και συμπεράσματα στα οποία το Δικαστήριο έχει καταλήξει, καταδεικνύεται ότι ο Αιτητής επέδειξε πλήρη αδιαφορία για την αγωγή η οποία προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων των Καθ' ων η αίτηση, διαγωγή που, υπό τις περιστάσεις, θεωρώ ασυγχώρητη (βλέπε Εταιρεία Βοθροκαθαριστών Λεμεσού 'Βοθροτέξ' Λτδ v. Φαντάκη
(2001)1Α Α.Α.Δ. 339 και Χριστάκης Πίττας v Unigoods Trading Company Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 1761). Είναι πρόδηλο ότι η αίτηση του Αιτητή ημερομηνίας 15.11.12 για παραμερισμό της δικαστικής απόφασης στοχεύει αποκλειστικά στην απελευθέρωση του από τις συνέπειες που του προκαλεί η εναντίον του εκδοθείσα δικαστική απόφαση που μέχρι σήμερα παραμένει ανεκτέλεστη. Συνεπώς, ούτε η δεύτερη προϋπόθεση της περίπτωσης αυτής ικανοποιείται. Με δεδομένα τα πιο πάνω, ο δεύτερος, τρίτος, πέμπτος και έκτος λόγος ένστασης επιτυγχάνουν. Ο Αιτητής επίσης αιτείται ακύρωση και/ή απόρριψη της αγωγής και/ή αναστολή της διαδικασίας λόγω κατάχρησης της διαδικασίας και/ή παράβασης των συνταγματικών δικαιωμάτων του Αιτητή όπως εκφράζονται στο άρθρο 30
(2)του Συντάγματος για δημόσια ακροαματική διαδικασία κατά την διάγνωση των αστικών δικαιωμάτων του εντός εύλογου χρόνου και/ή παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του. Εδώ ο Αιτητής ζητεί τρεις διαφορετικές και εκ διαμέτρου αντίθετες μεταξύ τους θεραπείες. Ειδικότερα ζητεί ακύρωση της αγωγής, απόρριψη της αγωγής και αναστολή της διαδικασίας. Σε σχέση με την αναστολή δεν διευκρινίζεται για ποια διαδικασία επιθυμείται αναστολή. Μήπως ο Αιτητής εννοεί να ανασταλεί η δικαστική διαδικασία σε περίπτωση που παραμεριστεί η εναντίον εκδοθείσα δικαστική απόφαση ή μήπως εννοεί να ανασταλεί η διαδικασία εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης. Εν πάσει περιπτώσει, το θέμα αυτό δεν μπορεί να εγερθεί και να κριθεί στα πλαίσια εξέτασης αίτησης παραμερισμού δικαστικής απόφασης. Ούτε και με βάση τις αρχές νομολογίας αποτελεί προϋπόθεση ή παράγοντα που εξετάζεται σε μια τέτοια αίτηση. Μπορεί όμως ένα τέτοιο θέμα να εγερθεί στην υπεράσπιση του Αιτητή στην περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι η δικαστική απόφαση που εκδόθηκε θα πρέπει να παραμεριστεί. Παράλληλα, ο Αιτητής ζητεί απόρριψη της αγωγής. Θα πρέπει όμως να τονιστεί ότι μια αγωγή απορρίπτεται αφού πρώτα εκδικαστεί στη βάση ισχυρισμού που εξεταστεί είτε προδικαστικά εφόσον πληρούνται τα κριτήρια για κάτι τέτοιο είτε κατά τη διάρκεια της ακρόασης της ουσίας της υπόθεσης, σε κάθε περίπτωση αν είναι δικογραφημένο. Προϋποθέτει ακόμη εκκρεμοδικία, κάτι που εδώ δεν συμβαίνει αφού εκδόθηκε δικαστική απόφαση εναντίον όλων των εναγομένων, περιλαμβανομένου και του Αιτητή. Επομένως, θα πρέπει πρώτα να παραμεριστεί η δικαστική απόφαση και αν συμβεί αυτό τότε ο λόγος που κατά την άποψη του Αιτητή δικαιολογεί απόρριψη της αγωγής θα πρέπει να εξεταστεί στα πλαίσια πλέον της εκκρεμούσας δικαστικής διαδικασίας. Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με το αίτημα του Αιτητή για απόρριψη της αγωγής. Συνεπώς, το αίτημα του Αιτητή υπό το σημείο Β της αίτησης κρίνεται ανεδαφικό και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Περαιτέρω, με γνώμονα ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τον παραμερισμό της δικαστικής απόφασης για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, τα αιτήματα του Αιτητή υπό τα σημεία Α και Γ της αίτησης δεν έχουν προοπτική επιτυχίας και ως εκ τούτου απορρίπτονται ως ανυπόστατα. Ένεκα της προδιαγραφόμενης κατάληξης της αίτησης που δημιουργήθηκε από την καταλυτική επίδραση που έχει η επιτυχία των προαναφερόμενων λόγων ένστασης, παρέλκει η εξέταση του πρώτου και τέταρτου λόγου ένστασης. Υπό το φως όλων των προαναφερόμενων αρχών αλλά και παραμέτρων και περιστατικών που περιβάλλουν την παρούσα περίπτωση καθώς και στη βάση του μαρτυρικού υλικού που προσκομίστηκε αλλά και των ευρημάτων και συμπερασμάτων στα οποία κατέληξα και αφού συνεκτίμησα όλους τους σχετικούς παράγοντες, κρίνω ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης κλίνει προς την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου εναντίον της έγκρισης της αίτησης. Ως εκ τούτου, η αίτηση απορρίπτεται στην ολότητα της. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other/Interim Αναφορά: Πολιτική Δικονομία/Αίτηση για παραμερισμό δικαστικής απόφασης-ex debito justitiae/Διάταξη 17 Κανονισμός 10 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.