ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ AMATHUSIA BEACH APARTMENTS ν. ΜΑΡΙΑΣ ΣΑΒΒΙΔΟΥ, Αρ. Αγωγής: 1362/12, 23/8/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A234 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1362/12 Μεταξύ: ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ AMATHUSIA BEACH APARTMENTS, από τον Άγιο Τύχωνα Ενάγουσας - και - ΜΑΡΙΑΣ ΣΑΒΒΙΔΟΥ, από τη Λεμεσό Εναγόμενης ------------------------------ Αίτηση παραμερισμού απόφασης, ημερομηνίας 7.2.2013 ------------------------------ Ημερομηνία: 23 Αυγούστου, 2013 Εμφανίσεις: Για εναγόμενη - αιτήτρια: κ. Α. Αντωνίου Για ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση: κα Ν. Δημητρίου ------------------------------ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Τα ακόλουθα γεγονότα εν μέρει αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών, ενώ μέρος αυτών απορρέουν από το φάκελο της υπόθεσης: Η ενάγουσα, σύμφωνα με την αγωγή της, στον ουσιώδη χρόνο ήταν διαχειριστική επιτροπή του οικοδομικού συγκροτήματος AMATHUSIA BEACH APARTMENTS που βρίσκεται στον Άγιο Τύχωνα Λεμεσού. Κατά τον ίδιο χρόνο, η εναγόμενη, που ας σημειωθεί είναι δικηγόρος, ήταν δικαιούμενη σε εγγραφή και/ή ιδιοκτήτρια και/ή κύρια ολόκληρου του μεριδίου συγκεκριμένου διαμερίσματος του παραπάνω συγκροτήματος και μαζί με άλλους ιδιοκτήτες μονάδων, συνιδιοκτήτρια των κοινόχρηστων χώρων καθώς και όλων των τμημάτων και εγκαταστάσεων του συγκροτήματος. Η αξίωση της ενάγουσας εναντίον της εναγόμενης είναι για το ποσό των €12.838,64, το οποίο αντιπροσωπεύει την αναλογία του μεριδίου της ως κυρίου μονάδος, στις δαπάνες για τη συντήρηση, επιδιόρθωση, αποκατάσταση και διαχείριση της κοινόκτητης ιδιοκτησίας και/ή των κοινόχρηστων χώρων του επίδικου οικοδομικού συγκροτήματος και/ή λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή ως ποσό που πληρώθηκε από την ενάγουσα για λογαριασμό της. Το ποσό αυτό καλύπτει την περίοδο μέχρι και τις 6.12.2011. Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 27.3.2012 και επιδόθηκε νομότυπα στην εναγόμενη στις 10.4.2012, η οποία παρέλειψε να καταχωρήσει εμφάνιση εντός της ταχθείσας από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας προθεσμίας των 10 ημερών από την επίδοση. Συνεπεία αυτού, η ενάγουσα, στις 30.4.2012 καταχώρησε μονομερή αίτηση για έκδοση απόφασης εναντίον της, η οποία εκδόθηκε στις 18.5.2012, ως η απαίτηση. Στις 22.5.2012, η εναγόμενη καταχώρησε μέσω των δικηγόρων της εμφάνιση και στις 7.2.2013 την υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητά την ακύρωση και/ή παραμερισμό της εν λόγω απόφασης, με έξοδα. Η αίτηση βασίζεται και στη Δ.17 Θ.10 που αποτελεί το ορθό δικαιοδοτικό βάθρο, δεδομένης της φύσης της, ενώ τα γεγονότα που την υποστηρίζουν εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της εναγόμενης, η οποία, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: Η αγωγή τής επιδόθηκε στις 10.4.2012, ωστόσο καθυστέρησε να επισκεφθεί τους δικηγόρους της για να τους αναθέσει το χειρισμό της υπόθεσης, επειδή μεταξύ των ημερομηνιών 15.4.2012 και 20.5.2012 ήταν κλινήρης λόγω προβλημάτων υγείας. Κατέστη δυνατό να συναντηθεί με τους δικηγόρους της και να τους διορίσει να εμφανιστούν εκ μέρους της και να χειριστούν την υπόθεση, στις 21.5.2012. Οι τελευταίοι καταχώρησαν εμφάνιση την επομένη 22.5.2012, ενώ ετοίμασαν και την υπεράσπισή της στην αγωγή, η οποία, εκ παραδρομής, δεν καταχωρήθηκε. Όπως πληροφορείται από αυτούς, κατά ή περί τις 20.12.2012, κατά τη διεκπεραίωση της συνήθους ετήσιας επιθεώρησης και ανασκόπησης φακέλων του γραφείου τους, διαπίστωσαν ότι δεν είχαν καταγεγραμμένη την ημερομηνία καταχώρησης της υπεράσπισής της. Συνεπεία αυτού προέβησαν σε έρευνα στο πρωτοκολλητείο και κατά ή περί τις 4.1.2013 ενημερώθηκαν από λειτουργό του πρωτοκολλητείου για την έκδοση απόφασης εναντίον της στην αγωγή. Η ίδια δε γνωρίζει μέχρι σήμερα το περιεχόμενο της απόφασης, ενώ οι δικηγόροι της, μόλις έλαβαν γνώση αυτής προσπάθησαν να επικοινωνήσουν μαζί της για να την ενημερώσουν για τη συγκεκριμένη εξέλιξη. Αυτό κατέστη δυνατό μόλις στις 10.1.2013, επειδή, μεταξύ των ημερομηνιών 3.1.2013 και 5.2.2013 έλειπε στο εξωτερικό. Μόλις έλαβε γνώση της εναντίον της απόφασης μετέφερε στο δικηγόρο της την πρόθεσή της να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα για παραμερισμό της απόφασης, καθώς έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή και η οποιαδήποτε καθυστέρηση στην καταχώρησή της οφείλεται σε αθώα παραδρομή. Σ' αυτά τα πλαίσια συναντήθηκε μαζί τους μόλις επέστρεψε από το ταξίδι της στις 5.2.2013. Το περιεχόμενο της παραγράφου 9 της ένορκης δήλωσης της εναγόμενης περικλείει την κατ' ισχυρισμό της υπεράσπισή της στη αγωγή. Δεδομένου ότι το στοιχείο αυτό, δηλαδή κατά πόσο ο εναγόμενος ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να την προβάλει αποτελεί το βασικό κριτήριο που λαμβάνεται υπόψη κατά την εξέταση αιτήσεων, όπως η υπό κρίση, το περιεχόμενο της σχετικής παραγράφου παρατίθεται αυτούσιο: «9. Εξ' όσων κάλλιον γνωρίζω και πιστεύω και ως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου έχω καλή υπεράσπιση στην παρούσα υπόθεση για τους εξής λόγους: (
- i)Είμαι ιδιοκτήτρια ολόκληρου του μεριδίου του διαμερίσματος αρ. 1 με αριθμό θύρας LA11 επί του οικοδομικού συγκροτήματος AMATHUSIA APARTMENTS που βρίσκεται στην κοινότητα του Αγίου Τύχωνα, στην επαρχία Λεμεσού όπως αναφέρεται στην παράγραφο 2 της Έκθεσης Απαίτησης, από την 05/08/2009. Επισυνάπτω και σημειώνω ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1 το Πιστοποιητικό Εγγραφής Ακίνητης Ιδιοκτησίας ημερομηνίας 06/08/2009. (
- ii)Ως εκ τούτου εξ όσων κάλλιον γνωρίζω και πιστεύω και ως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου δυνάμει της σχετικής νομοθεσίας και/ή των συναλλακτικών συνηθειών, δε μου αναλογεί το ποσό της αξίωσης ως μερίδιο στις δαπάνες για τη συντήρηση, επιδιόρθωση, αποκατάσταση και διαχείριση της κοινόκτητης ιδιοκτησίας και/ή των κοινόχρηστων χώρων με βάση το εμβαδό της μονάδας μου ως η παράγραφος 4 της Έκθεσης Απαίτησης στην Αγωγή. (iii) Περαιτέρω ακόμα και αν υπάρχει βάσιμη αξίωση εναντίον μου όσον αφορά το μερίδιο μου στις δαπάνες για τα κοινόχρηστα του αναφερόμενου οικοδομικού συγκροτήματος από την ημερομηνία εγγραφής της ακίνητης ιδιοκτησίας στο όνομά μου, ήτοι την 05/08/2009, αυτό δε σημαίνει ότι μπορώ να δεκτώ την εκδοθείσα απόφαση εναντίον μου, καθώς εξ όσον κάλλιο γνωρίζω και ειλικρινά πιστεύω είναι αδύνατον να έχει συσσωρευτεί το ποσό το οποίο αξιώνεται στην αγωγή από την 05/08/2009 ημερομηνία κατά την οποία απέκτησα κυριότητα του εν λόγω διαμερίσματος μέχρι την 6/12/2011 ημερομηνία κατά την οποία σύμφωνα με την παράγραφο 4 της Έκθεσης Απαίτησης ημερομηνίας 27/3/2012 η αναλογία του μεριδίου μου για τις δαπάνες της κοινόκτητης ιδιοκτησίας ανέρχεται στο αξιούμενο ποσό. Είναι προφανές ότι οι δικηγόροι της Ενάγουσας έχουν συσσωρεύσει οφειλόμενα ποσά κοινοχρήστων που δεν μου αναλογούν ή που αφορούν περίοδο πριν καταστώ εγώ ιδιοκτήτρια της επίδικης μονάδος. (
- iv)Εξ όσων κάλλιο γνωρίζω και ειλικρινά πιστεύω και ως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου ο κύριος της κάθε μονάδας φέρει υποχρέωση να συμμετέχει στις δαπάνες που είναι αναγκαίες για την ασφάλιση, συντήρηση, επιδιόρθωση αποκατάσταση και διαχείριση της κοινόκτητης ιδιοκτησίας κατά το χρόνο στον οποίο είναι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης της εν λόγω μονάδας. Όπως αποδεικνύεται από το αναφερόμενο Τεκμήριο 1 ήμουν ιδιοκτήτρια ολόκληρου του μεριδίου του διαμερίσματος αρ. 1 με αριθμό θύρας LA11 επί του οικοδομικού συγκροτήματος AMATHUSIA APARTMENTS από την 05/08/2009 ενώ η αγωγή αξιώνει εναντίον μου αναλογία μεριδίου ως κυρίου μονάδας στη συμμετοχή στις δαπάνες για την κοινόκτητη ιδιοκτησία για πολύ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα και σε κάθε περίπτωση η απόφαση, αν δεν παραμεριστεί, θα καταστρατηγήσει τα νόμιμα δικαιώματα μου και θα έχει εκδωθεί ενάντια στην ισχύουσα νομοθεσία.» Η αίτηση προσέκρουσε στην ακόλουθη ένσταση της ενάγουσας: «1. Η Αιτήτρια με την Ένορκη Δήλωση της δεν αποκαλύπτει και δεν αποδεικνύει ικανοποιητικούς και/ή επαρκείς λόγους υπεράσπισης και/ή εκ πρώτης όψεως βάσιμους και ικανοποιητικούς λόγους υπεράσπισης ώστε να καθίσταται αναγκαίο το επανάννοιγμα της υπόθεσης. 2. Η Αιτήτρια δεν προβάλλει λογική εξήγηση γιατί παρέλειψε να καταχωρήσει εμφάνιση. 3. Η Αιτήτρια δεν προβάλλει λογική εξήγηση γιατί καθυστέρησε να καταχωρήσει αίτηση για παραμερισμό της ενδιάμεσης απόφασης που λήφθηκε. 4. Η Αιτήτρια με την παράλειψη της να καταχωρήσει εμφάνιση συμπεριφέρθηκε περιφρονητικά προς τους θεσμούς και το Δικαστήριο και το γεγονός αυτό συνιστά ένα επιπρόσθετο λόγο που θα πρέπει το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του για την απόρριψη της Αίτησης της. 5. Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση της αιτήτριας πάσχει. 6. Η αίτηση της αιτήτριας συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας λόγω του διαρρεύσαντος χρόνου υποβολής της.» Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της διευθύντριας της ενάγουσας, Μαρίνας Ιωαννίδου. Οι βασικές θέσεις της ενάγουσας σύμφωνα με το περιεχόμενο της παραπάνω ένορκης δήλωσης είναι οι εξής: Τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε η εναγόμενη, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελούν σοβαρό λόγο που καθυστέρησε να επισκεφθεί τους δικηγόρους της και να τους αναθέσει την υπόθεση, καθότι, ως δικηγόρος η ίδια γνωρίζει τις δικαστικές διαδικασίες και θα μπορούσε να ειδοποιήσει τηλεφωνικά τους δικηγόρους της ενάγουσας ότι προτίθετο να υπερασπιστεί και να μην προχωρήσουν στην αίτηση για έκδοση απόφασης. Μετά την έκδοση απόφασης και συγκεκριμένα περί την 1η.6.2012, οι δικηγόροι της απέστειλαν στην εναγόμενη αντίγραφο της απόφασης με συνοδευτική επιστολή, με την οποία την κάλεσαν να πληρώσει το χρέος της, προς αποφυγή περαιτέρω διαδικαστικών διαβημάτων και εξόδων, πλην όμως ουδεμία ανταπόκριση υπήρξε εκ μέρους της. Η εναγόμενη ως δικηγόρος στο επάγγελμα γνώριζε ότι θα έπρεπε να καταχωρήσει το συντομότερο αίτηση παραμερισμού και όχι 10 σχεδόν μήνες μετά την έκδοση απόφασης. Το γεγονός δε ότι από τις 3.1.2013 μέχρι και τις 5.2.2013 απουσίαζε στο εξωτερικό δεν αποτελεί δικαιολογία για την παραπάνω παράλειψή της. Η εναγόμενη δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή, αφού σύμφωνα με τον κανονισμό 5 των Πρότυπων Κανονισμών για τη Ρύθμιση και Διαχείριση Κοινόκτητων Οικοδομών, του σχετικού νόμου, ο νέος ιδιοκτήτης μονάδας είναι υποχρεωμένος να πληρώνει και οποιοδήποτε ποσό κοινοχρήστων οφείλεται από τον προηγούμενο ιδιοκτήτη της μονάδας. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων που ακολούθησαν. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Αναμφίβολα, θεμελιακή βάση της αίτησης, αποτελεί η Δ.17 Θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Αναφορικά με τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται και τα κριτήρια που επιβάλλεται να ικανοποιούνται κατά την εξέταση αίτησης παραμερισμού που εκδόθηκε λόγω παράλειψης καταχώρησης εμφάνισης, υπάρχει σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Phylactou v. Michael
(1982)1 CLR 204, 210, «Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, το Δικαστήριο πρέπει να επιδιώκει την εξισορρόπηση δύο παραγόντων, θεμελιακών για την απονομή της δικαιοσύνης. Την ανάγκη να διασφαλίσει, αφενός, αποτελεσματικά το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεσή του και, αφετέρου, την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων. Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με ένα άλλο λόγο, επίσης σημαντικό για απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας. Εάν διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα της υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας, την οποία φέρει η απόφαση, και όλα όσα εξυπακούει, καθώς και η βεβαιότητα την οποία εισάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου, θα απωλεσθούν, με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης - (βλ. παρατηρήσεις του Megaw L.J. στη Lambert v. Mainland Market
(1977)2 All E.R. 826, στη σελ. 833 (c-d)). Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπου η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να αρνηθεί αν παραμερίσει την απόφαση.» Στην υπόθεση Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη
(1997)1 ΑΑΔ 941, τονίστηκε κάτι ανάλογο: «Η άνευ αποχρώντος λόγου παράλειψη του εναγόμενου να εμφανιστεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να αποταθεί για τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, μπορεί βάσιμα να αποτελέσουν λόγο για την απόρριψη του αιτήματός του. Διαφορετικά, η πορεία της δικαστικής διαδικασίας και τα αποτελέσματά της θα αφήνονταν αιωρούμενα μέχρι την εκδήλωση της θέσης του εναγόμενου, σε σχέση με την εναντίον του αγωγή.» Στην υπόθεση Ζήνωνα Μερκή v. Yiannoukas Holiday Inns Limited και Άλλου
(1994)1 ΑΑΔ 736, 748 αναφέρονται συναφώς τα ακόλουθα: «Από το σκεπτικό της Evans v. Bartlam, συνάγεται ότι:
(1)Η αίτηση για παραμερισμό αποφάσεως είναι θέμα το οποίο εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και πρωταρχικής σημασίας είναι το κατά πόσο ο αιτητής έχει πράγματι καλή υπεράσπιση.
(2)Ο αιτητής πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι υπάρχει πράγματι σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του.
(3)Το Δικαστήριο δεν πρέπει να προχωρήσει ως θα έπραττε αν εκδίκαζε την υπόθεση και να αποφασίσει ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει υπεράσπιση.
(4)Το βάρος της απόδειξης είναι σίγουρα πάνω στον αιτητή, αλλά όχι για να αποδείξει την υπεράσπιση, απλώς για να δείξει στο Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση πάνω στην ουσία της υπόθεσης» Τέλος, στην υπόθεση Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ κ.α. v. Ηαπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ
(1997)1Α, 28 στη σελ. 31 αναφέρεται ότι: «Τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη στην εξέταση αιτήσεων, όπως η παρούσα, έχουν επανειλημμένα συζητηθεί σε αριθμό αποφάσεων του Δικαστηρίου μας, που υιοθετούν την ίδια προσέγγιση με τα δικαστήρια στην Αγγλία, όπου ισχύουν παρομοίας φύσεως Κνονισμοί. Θεμελιακή υπόθεση θεωρείται η Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. p. 646, στην οποία ελέχθη πως το Δικαστήριο δεν θέτει, και είναι αμφίβολο αν μπορεί να θέσει άκαμπτους κανόνες που αποστερούν τη δικαιοδοσία του. Το βασικό κριτήριο είναι κατά πόσον ο εναγόμενος ικανοποιεί το δικαστήριο πως έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να την προβάλει. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως π.χ. η επιμέλεια την οποία επέδειξε και η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του, μολονότι στοιχεία που μετρούν στην κρίση του δικαστηρίου, δεν αναιρούν το πιο ουσιώδες, την ύπαρξη δηλαδή εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης.» Έχοντας υπόψη όλες τις παραπάνω αρχές και με βάθρο την ενώπιόν μου μαρτυρία παρατηρώ τα εξής: Θεωρώ άνευ αποχρώντος λόγου την παράλειψη της εναγόμενης να καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή εντός της ταχθείσας προθεσμίας των 10 ημερών, από τις 10.4.2012 που της επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα. Ακολουθεί το σκεπτικό: Ο ισχυρισμός της ενόρκως δηλούσας για την ενάγουσα ότι η εναγόμενη είναι δικηγόρος στο επάγγελμα παρέμεινε αναντίλεκτος. Και υπό αυτή της την ιδιότητα λοιπόν η εναγόμενη γνώριζε και/ή όφειλε να γνωρίζει, ότι, δεδομένου ότι το κλητήριο ένταλμα της είχε επιδοθεί στις 10.4.2012, εκτός κι αν καταχωρούσε εμφάνιση το αργότερο στις 20.4.2012, η ενάγουσα θα μπορούσε οποτεδήποτε στη συνέχεια να απευθυνθεί μονομερώς στο Δικαστήριο καταχωρώντας αίτηση - όπως και έκανε - για έκδοση απόφασης εναντίον της, λόγω παράλειψης καταχώρησης εμφάνισης. Δεν υπεισέρχομαι στα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε η εναγόμενη, - για τα οποία η ίδια δε δίδει καθόλου λεπτομέρειες - εξαιτίας των οποίων μεταξύ των ημερομηνιών 15.4.2012 και 20.5.2012 ήταν κλινήρης, όπως ισχυρίζεται. Ωστόσο, δεδομένου ότι δεν υπάρχει ισχυρισμός εκ μέρους της, ότι τα εν λόγω προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε, επηρέασαν καθοιονδήποτε τρόπο για όσο χρόνο διήρκησαν την πνευματική της λειτουργία ή ικανότητα αντίληψης, διερωτώμαι για τα εξής: Καταρχήν, γιατί δεν μπήκε στον κόπο να επικοινωνήσει, έστω τηλεφωνικώς, με τους δικηγόρους της ενάγουσας που είναι και συνάδελφοί της και αφού τους ενημέρωνε για τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε και τους γνωστοποιούσε την πρόθεσή της να εμφανιστεί στην αγωγή, την ίδια ώρα, ανθρώπινα και συναδελφικά, να τους παρακαλούσε να μην προχωρούσαν στην καταχώρηση της αίτησης που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης που επιδιώκει να παραμερίσει με την υπό κρίση αίτηση; Δυσκολεύομαι να φανταστώ ποιος δικηγόρος δε θα έδειχνε κατανόηση σ' ένα τέτοιο αίτημα, ιδιαίτερα όταν αυτό προέρχεται από συνάδελφό του. Ουδεμία απάντηση δίδεται από την ενάγουσα στο παραπάνω ερώτημα. Η παραπάνω δεν ήταν και η μοναδική επιλογή που είχε η εναγόμενη, την οποία δεν ακολούθησε. Εάν ήθελε πραγματικά να καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή και ταυτόχρονα να ανακόψει καθ' όλα νόμιμα το ενδεχόμενο έκδοσης απόφασης στην απουσία της και μάλιστα, χωρίς να αισθάνεται και υποχρεωμένη έναντι, είτε της ενάγουσας είτε των δικηγόρων της, είχε κι άλλη επιλογή, την οποία εντελώς ανεξήγητα και πάλι δεν ακολούθησε. Θα μπορούσε, τηλεφωνικώς και πάλι, να επικοινωνήσει με τους δικηγόρους της αυτή τη φορά, οι οποίοι, αφού ενημερώνονταν από αυτή για την αγωγή και τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε, με τη σειρά τους, σε εφαρμογή της Δ.16 Θ.11, θα μπορούσαν να καταχωρήσουν εκ μέρους της εμφάνιση στη αγωγή, χωρίς γραπτή εξουσιοδότηση - διοριστήριο - την οποία θα καταχωρούσαν σε κατοπινό στάδιο. Το γεγονός ότι η εναγόμενη, ούσα δικηγόρος, για να επαναλάβω, όπως ισχυρίζεται κατέστη δυνατό να συναντηθεί με τους δικηγόρους της, μόνο στις 21.5.2012 για να τους διορίσει όπως εμφανιστούν εκ μέρους της και χειριστούν την υπόθεση, οι οποίο καταχώρησαν εμφάνιση στις 22.5.2012, όχι μόνο δεν αναιρεί το συμπέρασμά μου ότι παρέλειψε άνευ αποχρώντος λόγου να καταχωρήσει εμφάνιση, αλλά, ομολογώ ότι προβληματίζομαι και για τις προθέσεις της, υπό την εξής έννοια: Δεδομένου ότι η αγωγή της επιδόθηκε στις 10.4.2012 και παρήλθε η σχετική προθεσμία των 10 ημερών που θα μπορούσε να καταχωρήσει εμφάνιση, τι ήταν εκείνο που έκανε είτε την ίδια είτε τους δικηγόρους της να πιστεύουν ή ορθότερα να θεωρούν δεδομένο, ότι η ενάγουσα, στην οποία η εναγόμενη δεν είχε γνωστοποιήσει την πρόθεσή της να εμφανιστεί στην αγωγή, θα την ανέμενε για ένα και πλέον μήνα ακόμη να το πράξει, χωρίς να προχωρήσει στην καταχώρηση αίτησης για έκδοση απόφασης εναντίον της; Ούτε και σ' αυτό το ερώτημα υπάρχει απάντηση από την εναγόμενη, η οποία γνώριζε και/ή όφειλε να γνωρίζει ότι, αφ' ης στιγμής παρήλθε η προθεσμία των 10 ημερών από την ημέρα που της επιδόθηκε η αγωγή και δεν καταχώρησε εμφάνιση, η ενάγουσα, ανά πάσα στιγμή θα μπορούσε να καταχωρήσει αίτηση στο Δικαστήριο για έκδοση απόφασης στην απουσία της, όπως και έκανε. Έπεται ότι η εναγόμενη απέτυχε να ικανοποιήσει το πρώτο κριτήριο παραμερισμού της απόφασης. Για λόγους που θα παραθέσω στη συνέχεια θεωρώ ως εντελώς αδικαιολόγητη την περίοδο 8 ½ και πλέον μηνών που παρήλθε από την έκδοση της απόφασης στις 18.5.2012 μέχρι και τις 7.2.2013 που η εναγόμενη καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση. Την ίδια ώρα θεωρώ ότι η διαγωγή που επέδειξε η εναγόμενη όλη αυτή την περίοδο είναι ασυγχώρητη και περιφρονητική, μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων της ενάγουσας, σε βαθμό που πλήττεται το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Επομένως, κατά την ενάσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας, φρονώ ότι, όχι απλώς δικαιούμαι, αλλά, υποχρεούμαι κιόλας να αρνηθώ να παραμερίσω την απόφαση και να επανανοίξω την υπóθεση. Eιδικότερα: Ισχυρίζεται η εναγόμενη ότι οι δικηγόροι της, εκτός του ότι καταχώρησαν εμφάνιση ετοίμασαν και την υπεράσπισή της στην αγωγή, η οποία, ωστόσο, όπως διαφάνηκε εκ τω υστέρων, εκ παραδρομής παρέμεινε στο φάκελο και δεν καταχωρήθηκε. Συγκεκριμένα, οι δικηγόροι της, κατά ή περί τις 20.12.2012, κατά τη διεκπεραίωση της συνήθους ετήσιας επιθεώρησης και ανασκόπησης φακέλων του γραφείου τους διαπίστωσαν ότι δεν είχαν καταγεγραμμένη στο φάκελο της υπόθεσης την ημερομηνία καταχώρησης της υπεράσπισής της. Ευθύς αμέσως, προστίθεται από την εναγόμενη, οι δικηγόροι της προέβησαν σε έρευνα στο Πρωτοκολλητείο του Δικαστηρίου και στο πλαίσιό της, κατά ή περί τις 4.1.2013 ενημερώθηκαν για την έκδοση της εναντίον της απόφασης. Οι δικηγόροι της, δεν ενημερώθηκαν για την έκδοση της απόφασης κατά την καταχώρηση της εμφάνισης στις 22.5.2012 ή οποτεδήποτε αργότερα. Η απόφαση δεν επιδόθηκε στην ίδια και ούτε γνωρίζει το περιεχόμενό της μέχρι σήμερα. Μόλις έλαβαν γνώση της απόφασης οι δικηγόροι της, προσπάθησαν να επικοινωνήσουν μαζί της για να την ενημερώσουν σχετικά, ωστόσο, αυτό κατέστη δυνατό μόλις στις 10.1.2013, επειδή μεταξύ των ημερομηνιών 3.1.2013 και 5.2.2013 έλειπε στο εξωτερικό. Μετέφερε αμέσως στους δικηγόρους της την πρόθεσή της να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα για παραμερισμό της απόφασης, καθότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή και η οποιαδήποτε καθυστέρηση στην καταχώρησή της οφείλεται σε αθώα παραδρομή. Μόλις επέστρεψε από το ταξίδι της στις 5.2.2013 συναντήθηκε με τους δικηγόρους της, ώστε να λάβουν όλα τα απαραίτητα δικονομικά μέτρα για παραμερισμό της απόφασης. Παρατηρώ τα εξής: Όλοι οι παραπάνω ισχυρισμοί της εναγόμενης και ιδιαίτερα ο ισχυρισμός της ότι η ίδια έλαβε γνώση ότι εκδόθηκε απόφαση εναντίον της στην αγωγή, μόλις στις 10.1.2013, εξ αντικειμένου απορρίπτονται ως αναξιόπιστοι και ψευδείς. Προκύπτει από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση στην αίτηση, ότι οι δικηγόροι της ενάγουσας, με την επιστολή τους ημερομηνίας 12.6.2012 (η οποία επισυνάπτεται ως τεκμήριο στην ένορκη δήλωση της Μαρίνας Ιωαννίδου), την οποία απέστειλαν στην εναγόμενη, όχι μόνο την ενημέρωσαν λεπτομερώς για την έκδοση απόφασης εναντίον της στην αγωγή, αλλά, την κάλεσαν κιόλας να καταβάλει στο γραφείο τους εντός 7 ημερών τα ποσά της απόφασης, προκειμένου να αποφευχθούν περαιτέρω δικαστικά διαβήματα και δικηγορικά έξοδα. Μάλιστα, με την εν λόγω επιστολή, της απέστειλαν και αντίγραφο της απόφασης. Δεδομένου ότι ο παραπάνω ισχυρισμός της ενόρκως δηλούσας για την ενάγουσα - ο οποίος επιβεβαιώνεται και από σχετικό τεκμήριο - παρέμεινε αναντίλεκτος, η εναγόμενη, που αποδεδειγμένα πια έλαβε πλήρη γνώση τόσο ότι εκδόθηκε απόφαση στην αγωγή εναντίον της όσο και του περιεχομένου της απόφασης, τουλάχιστον στις 13.6.2013, δηλαδή την επομένη που της έχει αποσταλεί η σχετική επιστολή των δικηγόρων της ενάγουσας, δεν μπορεί πειστικά και αξιόπιστα να ισχυρίζεται ότι, το πρώτο - λήψη γνώσης ότι εκδόθηκε απόφαση - συνέβηκε μόλις στις 10.1.2013 και το δεύτερο - γνώση του περιεχομένου της απόφασης - όχι ακόμη. Και κάτι ακόμη. Έστω ότι δεχόμουν τον ισχυρισμό της εναγόμενης πως έλαβε γνώση ότι εκδόθηκε απόφαση στην αγωγή εναντίον της, μόλις στις 10.1.2013. Ακόμη κι αν αυτό ήτο αληθές, που δεν είναι, πώς θα πρέπει να σχολιάσω τον ισχυρισμό της τής παραγράφου 6 της ένορκης της δήλωσης, σύμφωνα με τον οποίο, δε γνωρίζει μέχρι σήμερα το περιεχόμενο της απόφασης; Εάν όντως, όπως αναφέρει στην επόμενη παράγραφο, πρόθεσή της ήταν να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα για παραμερισμό της απόφασης, καθώς έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή και η οποιαδήποτε καθυστέρηση στην καταχώρησή της οφείλεται σε αθώα παραδρομή, δικαιολογείται να δηλώνει ότι ακόμη και μετά την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης, αγνοεί το περιεχόμενο της απόφασης που επιδιώκει να παραμερίσει; Φυσικά όχι είναι η απάντηση. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να αιτιολογήσω το συμπέρασμά μου ότι η εναγόμενη δεν έχει ικανοποιήσει ούτε και το δεύτερο κριτήριο για σκοπούς παραμερισμού της απόφασης. Μολονότι η τύχη της αίτησης έχει κριθεί, εντούτοις, χάριν πληρότητας της απόφασής μου, ακολούθως, θα παραθέσω τους λόγους για τους οποίους θεωρώ ότι η εναγόμενη, ούτε και το τρίτο και βασικό κριτήριο για σκοπούς παραμερισμού της απόφασης, που είναι η απόδειξη ύπαρξης εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης στην αγωγή, ώστε να της δοθεί το δικαίωμα να την προβάλει, κατόρθωσε να ικανοποιήσει. Με την αγωγή της η ενάγουσα, την οποία καταχώρησε υπό την ιδιότητά της ως διαχειριστικής επιτροπής συγκεκριμένου οικοδομικού συγκροτήματος - κοινόκτητης οικοδομής, σύμφωνα με το σχετικό νόμο, Κεφ. 224 - αξίωσε και εξασφάλισε την έκδοση απόφασης εναντίον της εναγόμενης, για το ποσό των €12.838,64, το οποίο αντιπροσωπεύει την αναλογία του μεριδίου της ως κυρίου μονάδας επί του επίδικου οικοδομικού συγκροτήματος, μέχρι και τις 6.12.2011, στις δαπάνες για τη συντήρηση, επιδιόρθωση, αποκατάσταση και διαχείριση της κοινόκτητης ιδιοκτησίας και/ή των κοινόχρηστων χώρων του συγκροτήματος, με βάση το εμβαδό της μονάδας της. Η ουσία της υπεράσπισης της εναγόμενης έγκειται στον ισχυρισμό της ότι κατέστη εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του διαμερίσματος σε σχέση με το οποίο ενάγεται, μόλις στις 5.8.2009 και η εναντίον της αξίωση, παράνομα περικλείει και οφειλόμενα ποσά κοινοχρήστων που δεν της αναλογούν, καθότι αφορούν προγενέστερη περίοδο, δηλαδή, προτού η ίδια καταστεί ιδιοκτήτρια της επίδικης μονάδας. Παρατηρώ τα εξής: Δεν αποδεικνύουν εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή οι παραπάνω ισχυρισμοί και θέσεις της εναγόμενης. Ακολουθεί το σκεπτικό: Tο άρθρο 38ΙΑ. του νόμου, Κεφ. 224, με τίτλο «Συντήρηση, Ασφάλιση κτλ. Κοινόκτητων Οικοδομών» και πλαγιότιτλο «Δαπάνες για τη συντήρηση κτλ. κοινόκτητης ιδιοκτησίας.» προνοεί ότι: «38
(1)Οι κύριοι όλων των μονάδων θα συμμετέχουν στις δαπάνες που είναι αναγκαίες για την ασφάλιση, συντήρηση, επιδιόρθωση αποκατάσταση και διαχείριση της κοινόκτητης ιδιοκτησίας και για την εξασφάλιση των υπηρεσιών που καθορίζονται από το Μέρος αυτό ή από τους Κανονισμούς. Η αναλογία του μεριδίου κάθε κυρίου στις δαπάνες θα καθορίζεται από τους Κανονισμούς με βάση το εμβαδό κάθε μονάδας.
(2)Αν οποιοσδήποτε κύριος παραλείπει ή αμελεί να συμμορφωθεί στις απαιτήσεις του άρθρου αυτού, η Διαχειριστική Επιτροπή μπορεί να προβεί σε οποιαδήποτε πράξη και σε οποιαδήποτε δαπάνη εύλογα αναγκαία για το σκοπό αυτό και μπορεί να ανακτήσει με αγωγή το ποσό που οφείλει ο παραβάτης κύριος σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου αυτού.» Περαιτέρω, σύμφωνα με τον κανονισμό 3
(2)των Πρότυπων Κανονισμών για τη Ρύθμιση και Διαχείριση Κοινόκτητων Οικοδομών που εκτίθενται ως Παράρτημα στο νόμο, Κεφ. 224, δυνάμει του άρθρου 38ΚΑ: «Το μερίδιο του κάθε κύριου στα έξοδα για τη συντήρηση κλπ. της κοινόκτητης ιδιοκτησίας, όπως προβλέπεται στο άρθρο 38ΙΑ του Νόμου, θα εκτίθεται σε Πίνακα κατά τον επισυνημμένο στους Κανονισμούς αυτούς τύπο του Πίνακα Β'.» Τέλος, ο κανονισμός 5 των ίδιων κανονισμών διαλαμβάνει ότι: «Μόλις αναλάβει την κατοχή της μονάδας του, κάθε κύριος έχει υποχρέωση να καταβάλει στη Διαχειριστική Επιτροπή ή τον πωλητή, αν δεν έχει ακόμα διοριστεί Διαχειριστική Επιτροπή, το ποσό των χρημάτων που θα καθοριστεί σύμφωνα με τους Κανονισμούς αυτούς, το οποίο θα αντιπροσωπεύει το μερίδιο του για την κάλυψη των αρχικών εξόδων διαχείρισης και διεύθυνσης της κοινόκτητης ιδιοκτησίας. Επιπρόσθετα οι εκάστοτε κύριοι θα καταβάλλουν στη Διαχειριστική Επιτροπή το συνολικό ποσό που θα καθοριστεί σύμφωνα με το Νόμο και τους Κανονισμούς αυτούς. Κάθε κύριος θα συνεισφέρει έναντι του ποσού αυτού ανάλογα με το εμβαδόν του, όπως προβλέπεται στο άρθρο 38ΙΑ του Νόμου και όπως φαίνεται στον Πίνακα Β' που επισυνάπτεται στους Κανονισμούς αυτούς. Κάθε πρόσωπο που καθίσταται σε μεταγενέστερο στάδιο κύριος μονάδας έχει την ίδια υποχρέωση συνεισφοράς έναντι του ποσού αυτού. Το ποσό αυτό θα χρησιμοποιείται ως πάγιο αποθεματικό έναντι των κοινών εξόδων της κοινόκτητης ιδιοκτησίας, περιλαμβανομένης της ασφάλισης της κοινόκτητης οικοδομής σύμφωνα με το Νόμο.» Από τη συνδυασμένη ερμηνεία των παραπάνω διατάξεων είναι σαφές, ότι ο εκάστοτε κύριος μονάδας κοινόκτητης οικοδομής, κατ' αναλογία του μεριδίου του ως κυρίου της μονάδας, το οποίο καθορίζεται με βάση το εμβαδό κάθε μονάδας, οφείλει να συνεισφέρει επί του συνολικού ποσού που συνθέτει τις δαπάνες για την ασφάλιση, συντήρηση, επιδιόρθωση, αποκατάσταση και διαχείριση της κοινόκτητης ιδιοκτησίας και τούτο, ανεξάρτητα από το χρόνο που κατέστη κύριος της μονάδας κάποιος. Είναι φανερό, ότι ο νομοθέτης, με το να καταστήσει τον εκάστοτε κύριο μονάδας, υπόχρεο να συνεισφέρει κατ' αναλογία του μεριδίου του στο ποσό που συνθέτει τις παραπάνω δαπάνες, ανεξάρτητα από το πότε αυτές προέκυψαν χρονικά, είχε ως κύριο μέλημά του να διασφαλίσει όσο πιο αποτελεσματικά γίνεται, την απρόσκοπτη και εύρυθμη λειτουργία ολόκληρης της οικοδομής, έργο καθόλου ευχερές, χωρίς τη συνδρομή των εκάστοτε κυρίων των μονάδων αυτής. Η φράση από τον κανονισμό 5, πιο πάνω, «Κάθε πρόσωπο που καθίσταται σε μεταγενέστερο στάδιο κύριος μονάδας έχει την ίδια υποχρέωση συνεισφοράς έναντι του ποσού αυτού» έχω τη γνώμη πως δε μου επιτρέπει να προβώ σε κάποια άλλη - διαφορετική ερμηνεία. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ της ενάγουσας και σε βάρος της εναγόμενης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ../ΚΚ, TA, Ε.Π Subject: Civil/Other Actions /Interim Αναφορά: Πολιτική - Αίτηση παραμερισμού απόφασης, η οποία εκδόθηκε λόγω παράλειψης καταχώρησης εμφάνισης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο