← Κύπρος

Δρα Χριστάκης Φελλάς κ.α. ν. AP Kypros Satelites Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 4250/12, 30/8/2013

Δρα Χριστάκης Φελλάς κ.α. ν. AP Kypros Satelites Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 4250/12, 30/8/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A243 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 4250/12 Μεταξύ:

  1. Δρα Χριστάκης Φελλάς, από την Λευκωσία και νυν κάτοικος Λονδίνου
  2. ετ. SEC telecommunications ltd, από το Λονδίνο Εναγόντων και
  3. ετ. A.P. Kypros Satelites Ltd, από την Λεμεσό
  4. Άγγελος Πιερή, από την Λεμεσό
  5. Χρίστος Κυπριανού, από την Λεμεσό Εναγομένων Ημερομηνία: 30.8.13 Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους 1 και 2 / Αιτητές: κ. Ν. Θρασυβούλου για κκ Α. Γιωρκάτζη ΔΕΠΕ (για να ακούσει την απόφαση ο κ. Κ. Αυγουστή) Για τους Ενάγοντες / Καθ' ων η αίτηση: κ. Δ. Κυπριανού -------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την έκδοση της παρούσης απόφασης αποτέλεσε αίτηση η οποία υπεβλήθη εκ μέρους των Εναγόμενων 1 και 2 / Αιτητών στις 14.2.13 με την οποία ζητείται, μεταξύ άλλων, η έκδοση διατάγματος που να διατάσσει τους Ενάγοντες / Καθ' ων η αίτηση: «να παρουσιάσουν τα έγγραφα που αναφέρονται στην ειδοποίηση προσαγωγής εγγράφων για επιθεώρηση ημερομηνίας 14/01/2013 των δικηγόρων των Εναγόμενων 1 και 2 για εξέταση από τους Εναγόμενους 1 και 2 ή τους δικηγόρους τους εντός χρονικού διαστήματος 10 ημερών από την έκδοση του διατάγματος ή εντός χρονικού διαστήματος το οποίο ήθελε ορίσει το Δικαστήριο και όπως οι Ενάγοντες προμηθεύσουν τους Εναγόμενους 1 και 2 ή τους δικηγόρους τους με αντίγραφα των εν λόγω εγγράφων». Η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται στην Δ.28, θθ 5-10 και 12, Δ.48, θθ 1-3, Δ.57, θ.2 και Δ.64 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, στις συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από ένορκο δήλωση του Εναγόμενου 2, ο οποίος είναι ο διευθυντής της Εναγόμενης 1, και είναι κανονικά εξουσιοδοτημένος από την τελευταία όπως προβεί στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση για λογαριασμό της. Η υπό κρίση αίτηση προσέκρουσε στην Απάντηση των Καθ' ων η αίτηση όπως αυτή αποκαλείται από τον ευπαίδευτο δικηγόρο τους. Με έξι διαφορετικούς λόγους, οι οποίοι εκτίθενται στο σώμα του πιο πάνω εγγράφου, που, όπως από το περιεχόμενο του ευκρινώς προκύπτει, υπέχει μορφή ένστασης στην υπό κρίση αίτηση και το οποίο, ας σημειωθεί, δεν συνοδεύεται από ένορκο δήλωση, οι Καθ' ων η αίτηση ενίστανται στην έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης περιορίσθηκε σε επιχειρηματολογία. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων με τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν την θέση του διάδικου που ο καθένας εκπροσωπεί. Προτού υπεισέλθω στην εξέταση της υπό κρίση αίτησης επί της ουσίας θα ασχοληθώ με το ζήτημα που προβλήθηκε με την αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Αιτητών αναφορικά με την εγκυρότητα της ένστασης. Ήταν η θέση του κύριου Θρασυβούλου ότι η ένσταση θα πρέπει να θεωρηθεί άκυρη από το Δικαστήριο καθότι σε αυτή δεν γίνεται αναφορά στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς επί των οποίων αυτή βασίζεται. Ένεκα της σπουδαιότητας του ζητήματος τούτου και της δραστικότητάς του σε περίπτωση που η εισήγηση του ευπαίδευτου συνήγορου των Αιτητών ευσταθεί θα προχωρήσω ευθύς αμέσως με την εξέτασή του. Η Διάταξη 48, θεσμός 1 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Κάθε αίτηση στον Πρωτοκολλητή θα πρέπει να είναι γραπτή, να εκθέτει την φύση της παράκλησης που ζητείται και να αναφέρεται στο συγκεκριμένο άρθρο του Νόμου ή τον συγκεκριμένο Διαδικαστικό Κανονισμό επί του οποίου στηρίζεται. Αν η αίτηση στηρίζεται σε γεγονότα τα οποία δεν εμφαίνονται στα βιβλία ή τα πρακτικά του Δικαστηρίου πρέπει να υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση». Στην υπόθεση Μάριος Μαχλουζαρίδης ν. Χρίστου Ιωαννίδη και Άλλων

(1990)1 ΑΑΔ 965 λέχθηκαν τα ακόλουθα στην σελίδα 970: «Στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Kouppa and Another v. Vassiliades* αποφασίστηκε ότι σε ενδιάμεση αίτηση ο καθορισμός του νομικού βάθρου, με αναφορά στο άρθρο ή άρθρα της νομοθεσίας και των θεσμών που το στοιχειοθετούν, αποτελεί, σύμφωνα με τις διατάξεις της Δ.48 θ.1 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όρο απαράβατο για την εγκυρότητα του δικονομικού μέτρου. Το σκεπτικό του Δικαστηρίου στην υπόθεση Kouppa συνοψίζεται στο πιο κάτω απόσπασμα: "The specification of the rules relied upon in interlocutory proceedings is not, to my comprehension, a matter of mere formality but a substantive procedural provision that should be strictly adhered to. For interlocutory proceedings are proceedings of an extraordinary nature in that deliberations are made without a complete trial, the normal process through which a cause is ventilated before the Court. Hence procedural safeguards designed to elicit the questions in issue and put the matter in a proper perspective should be meticulously observed especially mandatory provisions like those set out in Ord. 48 r.1. It is no accident that the legal substratum of an application must, unlike the statement of claim, be specified for there are compelling reasons that side issues should be succinctly defined both legally and factually so that the Court may, without undue delay, deal with them and thus pave the way for the trial of the main issues in dispute." Σε μετάφραση: "Ο καθορισμός των θεσμών στους οποίους στηρίζεται το ενδιάμεσο δικονομικό μέτρο (αίτηση με κλήση) δεν είναι όπως κατανοώ μόνο θέμα τύπου αλλά ουσιαστική δικονομική διάταξη, η οποία πρέπει να ακολουθείται αυστηρά. εν όψει του ότι η ενδιάμεση διαδικασία συνιστά διαδικασία ασυνήθη χαρακτήρα για το λόγο ότι τα επίδικα θέματα εκδικάζονται έξω από το *
(1981)1 J.S.C.
  1. πλαίσιο της ολοκληρωμένης δίκης που αποτελεί τη συνήθη οδό για την εκδίκαση των επίδικων θεμάτων. Συνεπώς τα δικονομικά εχέγγυα τα οποία αποβλέπουν στον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και του πλαισίου εκδίκασής τους πρέπει να τηρούνται με σχολαστικότητα ιδιαίτερα στην περίπτωση των επιτακτικών προνοιών της Δ.48 θ.
  2. Δεν είναι τυχαίο ότι το νομικό υπόβαθρο της αίτησης πρέπει, αντίθετα με την έκθεση απαιτήσεως, να καθορίζεται. συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι που επιβάλλουν όπως παρεμφερή θέματα προσδιορίζονται τόσο νομικά όσο και πραγματικά με ακρίβεια ώστε το Δικαστήριο, χωρίς υπέρμετρη καθυστέρηση, να είναι σε θέση να τα εξετάσει και με αυτό τον τρόπο να επιστρώσει το έδαφος διά την εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς." Συμφωνούμε με τις αρχές που διατυπώνονται στην Kouppa ως προς το δικονομικό πλαίσιο το οποίο διέπει την έγκυρη έγερση ενδιάμεσων αιτήσεων». Στην υπόθεση Γιαννάκης Φλουρέντζου κ.α. ν. Cashgrove Betting Ltd κ.α.
(2007)1 ΑΑΔ 393 μετά την απόρριψη έφεσης από το Ανώτατο Δικαστήριο δυνάμει του Κανονισμού 13(ε) των Περί Εφέσεων (Προδικασία, Περιγράμματα Αγορεύσεων, Περιορισμός του Χρόνου των Προφορικών Αγορεύσεων και Συνοπτική Διαδικασία για την Απόρριψη Προδήλως Αβάσιμων Εφέσεων) Κανονισμών του 1996 έως 1998 οι ενάγοντες / εφεσείοντες καταχώρησαν αίτηση με την οποία ζητούσαν επαναφορά (re-instatement) της έφεσης. Από πλευράς των εφεσιβλήτων 1, 3 και 4 καταχωρήθηκε ένσταση στην οποία προβάλλετο, μεταξύ άλλων, ο ισχυρισμός ότι η αίτηση δεν στηριζόταν στην ορθή διαδικαστική διάταξη. Σύμφωνα με το Εφετείο καμία από τις δικονομικές διατάξεις στις οποίες στηριζόταν η αίτηση δεν είχε εφαρμογή. Επικαλούμενο την σχετική Νομολογία (Μάριος Μαχλουζαρίδης ν. Χρίστου Ιωαννίδη και Άλλων
(1990)1 ΑΑΔ 965, Ευδόκιος Σάββα ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ (Αρ. 2)
(1992)1 ΑΑΔ 1146 και Χριστοφόρου ν. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λ. Ιορδάνους Λτδ.
(2001)1 ΑΑΔ 743) το Εφετείο ανέφερε ότι μια ενδιάμεση αίτηση πρέπει απαραιτήτως να προσδιορίζει τις δικονομικές διατάξεις πάνω στις οποίες βασίζεται. Αυτό σημαίνει ότι η αίτηση θα πρέπει να στηρίζεται στην ορθή δικονομική και/ή νομική διάταξη. Αν η διάταξη στην οποία στηρίζεται η αίτηση είναι άσχετη, τότε, η νομική της βάση είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη. Το γεγονός ότι η αίτηση δεν στηριζόταν στην ορθή δικονομική διάταξη κρίθηκε πως αποτελούσε επαρκή λόγο για απόρριψή της. Στην υπόθεση Χριστοφόρου ν. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λ. Ιορδάνους Λτδ.
(2001)1 ΑΑΔ 743, που πιο πάνω μνημονεύεται, κατά την διάρκεια της ακρόασης της έφεσης ζητήθηκε από τον συνήγορο του εφεσείοντος η τροποποίηση των λόγων έφεσης σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.25 θ.1 και Δ.48 θ.1 και 2, έτσι που να συμπεριληφθεί έβδομος λόγος έφεσης. Η εφεσίβλητη εταιρεία έχει προβάλει ένσταση στη σχετική αίτηση ισχυριζόμενη, μεταξύ άλλων, ότι οι αναφερόμενοι στην αίτηση θεσμοί δεν μπορούσαν να στηρίξουν το αίτημα. Ήταν η θέση της εφεσίβλητης ότι η εμβέλεια της Δ.25, θ.1 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, επί της οποίας στηριζόταν η αίτηση, περιορίζεται στην τροποποίηση δικογράφων που αφορούν σε πολιτικές διαδικασίες ενώπιον πρωτόδικων Δικαστηρίων. Η ορθή Κανονιστική Διάταξη ήταν εκείνη της Δ.35 θ.4, πλην όμως δεν χωρούσε διορθωτική επέμβαση με την καταφυγή στις πρόνοιες της Δ.64. Λέχθηκαν τα ακόλουθα από το Ανώτατο Δικαστήριο: «Η εισήγηση της εφεσίβλητης ότι η αίτηση βασίζεται σε λανθασμένους Κανονισμούς είναι ορθή. Η Δ.48 θ.2 προνοεί ότι οι ενδιάμεσες αιτήσεις πρέπει απαραιτήτως να προσδιορίζουν τις νομικές διατάξεις πάνω στις οποίες βασίζονται. Και τούτο γιατί η ενδιάμεση διαδικασία της εξέτασης αιτήσεων έχει ένα ασυνήθιστο χαρακτήρα αφού τα επίδικα θέματα πρέπει να εξετάζονται έξω από τα πλαίσια της ολοκληρωτικής δίκης και με αυτό το πνεύμα ο προσδιορισμός τους πρέπει να γίνεται με ακρίβεια για να μπορεί το Δικαστήριο να επιστρώσει το έδαφος για τη γρήγορη εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς. (Ίδε Kouppa and another v. Vassiliadis [1981] 1 JSC 120). Οι αρχές που καθιερώθηκαν στην Kouppa and another v. Vassiliadis υιοθετήθηκαν στην υπόθεση Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη και άλλων
(1990)1 Α.Α.Δ. 965 όπου τονίστηκε ότι απαράβατοι όροι της εγκυρότητας του δικονομικού πλαισίου μιας ενδιάμεσης αίτησης είναι η αναφορά στα άρθρα και στους θεσμούς που στοιχειοθετούν το νομικό υπόβαθρο της αίτησης». Παρόμοια πρόνοια σε σχέση με ενστάσεις σε ενδιάμεσες αιτήσεις περιέχεται στην Διάταξη 48, θεσμό 4
(1)των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας ο οποίος διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Αν πρόσωπο προς το οποίο επιδίδεται αίτηση προτίθεται να ενστεί, τουλάχιστον δύο ημέρες πριν από την ημερομηνία κατά την οποία ορίζεται η αίτηση για πρώτη εμφάνιση, θα καταχωρεί ειδοποίηση αυτής της πρόθεσης του σύμφωνα με τον Τύπο 47 και θα αφήνει αντίγραφο της για τον αιτητή στη διεύθυνση επίδοσής του. Η ειδοποίηση αυτή θα αναφέρεται στο συγκεκριμένο άρθρο του Νόμου ή στους συγκεκριμένους Διαδικαστικούς Κανονισμούς επί των οποίων βασίζεται η ένσταση και θα εξειδικεύει τους συγκεκριμένους λόγους της ένστασης ...». Καθίσταται έκδηλο από τα πιο πάνω ότι όπως σε ενδιάμεσες αιτήσεις έτσι και σε ενστάσεις σε ενδιάμεσες αιτήσεις πρέπει να αναφέρεται το συγκεκριμένο άρθρο του Νόμου ή οι συγκεκριμένοι Διαδικαστικοί Κανονισμοί επί των οποίων αυτές βασίζονται. Προδήλως, για τους ίδιους λόγους που η αναφορά στο συγκεκριμένο άρθρο του Νόμου ή στους συγκεκριμένους Διαδικαστικούς Κανονισμούς κρίνεται αναγκαία σε σχέση με ενδιάμεση αίτηση. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι η Νομολογία που πιο πάνω παρατέθηκε εφαρμόζεται και καλύπτει και τις ενστάσεις σε ενδιάμεσες αιτήσεις. Η ένσταση που καταχωρήθηκε στην υπό κρίση αίτηση δεν εκθέτει κατά παράβαση του θεσμού 4
(1)της Διάταξης 48 τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς επί των οποίων βασίζεται. Η πιο πάνω παράλειψη υπό το φως και της Νομολογίας που πιο πάνω παρατέθηκε κρίνεται μοιραία για την ένσταση. Ακολουθεί ότι η ένσταση δεν είναι έγκυρη και συνακόλουθα δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Ερχόμενος στην ουσία της αίτησης έχω να αναφέρω τα ακόλουθα. Σύμφωνα με την Διάταξη 28, θεσμό 6 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας όταν διάδικος κάνει στα δικόγραφά του αναφορά σε οιονδήποτε έγγραφο, τότε, δύναται να ζητηθεί από τον διάδικο αυτό με γραπτή ειδοποίηση από οιονδήποτε άλλο διάδικο να παρουσιάσει το έγγραφο αυτό για επιθεώρηση από τον διάδικο που δίδει την ειδοποίηση ή από τον δικηγόρο του τελευταίου και να του επιτρέψει να λάβει αντίγραφα. Σε περίπτωση παράλειψης συμμόρφωσης με μια τέτοια ειδοποίηση ο διάδικος που παρέλειψε να συμμορφωθεί δεν θα δικαιούται να παρουσιάσει το έγγραφο ως μαρτυρία εκτός αν ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι συντρέχει κάποιος από τους λόγους για τους οποίους γίνεται αναφορά στον πιο πάνω θεσμό, οπότε και το Δικαστήριο δύναται να επιτρέψει την κατάθεση του εγγράφου υπό τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως πως όπως το Δικαστήριο θα κρίνει δίκαιο. Σύμφωνα με την Διάταξη 28, θεσμό 8 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας ο διάδικος στον οποίο δίδεται η αναφερόμενη στον θεσμό 6 ειδοποίηση θα πρέπει (σε περίπτωση όπως η υπό εξέταση) εντός 10 ημερών από της λήψης της πιο πάνω ειδοποίησης να παραδώσει στον διάδικο που ζητά επιθεώρηση των εγγράφων ειδοποίηση με την οποία ο τελευταίος να πληροφορείται τον χρόνο, ο οποίος καθορίζεται από τον εν λόγω θεσμό, κατά τον οποίο τα έγγραφα ή τα έγγραφα εκείνα στην αποκάλυψη των οποίων ο διάδικος που δίδει την ειδοποίηση δυνάμει του θεσμού 8 δεν ενίσταται δύνανται να επιθεωρηθούν από τον διάδικο που ζητά την επιθεώρηση. Αναλόγως της φύσης των εγγράφων η επιθεώρηση δύναται να λάβει χώρα σε μέρος που υποδεικνύεται από τον πιο πάνω θεσμό. Στις σύνηθεις περιπτώσεις η επιθεώρηση λαμβάνει χώρα στο γραφείο του δικηγόρου του διαδίκου που προσφέρει την αποκάλυψη. Η ειδοποίηση πρέπει, επίσης, να αναφέρει τα έγγραφα, αν υπάρχουν, τα οποία ο διάδικος που παραδίδει την ειδοποίηση δυνάμει του θεσμού 8 ενίσταται να παρουσιάσει και τον λόγο στον οποίο αυτός στηρίζεται για την μη αποκάλυψη. Σύμφωνα με την Διάταξη 28, θεσμό 9 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας αν διάδικος στον οποίο έχει επιδοθεί ειδοποίηση σύμφωνα με τον θεσμό 6 παραλείψει να δώσει την προνοούμενη στον θεσμό 8 ειδοποίηση ή ενίσταται στην επιθεώρηση ή προτίθεται να αποκαλύψει τα έγγραφα σε μέρος άλλο από το γραφείο του δικηγόρου του, το Δικαστήριο ή ο Δικαστής δύναται κατόπιν αίτησης του διαδίκου που επιθυμεί την επιθεώρηση να εκδώσει διάταγμα επιθεώρησης σε τέτοιο μέρος ή με τέτοιο τρόπο που το Δικαστήριο ή ο Δικαστής ήθελε κρίνει κατάλληλο. Τέτοιο διάταγμα δεν θα εκδοθεί αν το Δικαστήριο ή ο Δικαστής είναι της γνώμης ότι δεν είναι αναγκαίο είτε για σκοπούς δίκαιης περάτωσης της υπόθεσης, είτε για εξοικονόμηση εξόδων. Στην Αγγλική υπόθεση Quilter v. Heatly
(1883)23 Ch. D. 42, στην οποία παρέπεμψε το Δικαστήριο ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών, λέχθηκε στην βάση των Παλαιών Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών που προσομοιάζουν με τους δικούς μας πιο πάνω αναφερόμενους θεσμούς ότι διάταγμα επιθεώρησης εγγράφων που αναφέρονται στα δικόγραφα του αντιδίκου εκδίδεται δικαιωματικά (as of course) εκτός αν καταδειχθεί κάποιος καλός λόγος που να συνηγορεί με την μη έκδοσή του. Το ότι ο εναγόμενος δεν έχει καταχωρήσει την Υπεράσπιση του ή ότι με την επιθεώρηση των εγγράφων που επιζητεί ο εναγόμενος θα διαμορφώσει ανάλογα την υπεράσπισή του δεν αποτελεί καλό λόγο για να μην εκδοθεί διάταγμα επιθεώρησης. Παρατίθεται χαρακτηριστικό απόσπασμα από την απόφαση του Άγγλου Δικαστή Jessel M.R. στην πιο πάνω υπόθεση με το οποίο καταδεικνύεται, μεταξύ άλλων, η προσέγγιση των Αγγλικών Δικαστηρίων στο τελευταίο επιχείρημα: «I cannot conceive that this is a sufficient answer. The defendant may say, «Your case depends partly on a set of documents which you may have set out incorrectly. I wish to see them. It may be that I have made admissions which will put me out of Court. I wish to see the documents to know whether I have made such admissions, and it is important for me to see them before I put in my defence». It is reason enough why the Defendant should be allowed to see them that the Plaintiff has made them part of his statement of claim. As to items 2, 3 and 5, the order asked for by the Defendant appears to me to be of course». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Δεν μπορώ να θεωρήσω ότι αυτό αποτελεί επαρκή απάντηση. Ο εναγόμενος μπορεί να ισχυρισθεί, «Η υπόθεσή σου εξαρτάται μερικώς από έγγραφα τα οποία μπορεί να έχεις επικαλεσθεί λανθασμένα. Επιθυμώ να τα δω. Μπορεί να έχω κάνει παραδοχές οι οποίες να με θέσουν εκτός Δικαστηρίου. Επιθυμώ να δω τα έγγραφα για να ξέρω αν κατά πόσο έχω κάνει τέτοιες παραδοχές και είναι σημαντικό να τα δω πριν καταχωρήσω την Υπεράσπισή μου». Είναι αρκετός λόγος για να επιτραπεί στον Εναγόμενο να τα δει το ότι ο Ενάγων τα έχει καταστήσει μέρος της Έκθεσης Απαίτησής του. Όσον αφορά τα έγγραφα 2, 3 και 5 το διάταγμα που ζητείται από τον Εναγόμενο θα πρέπει κατά την άποψή μου να δοθεί δικαιωματικά». Στην πιο πάνω υπόθεση λέχθηκε, επίσης, από τον Άγγλο Δικαστή Lindley L.J. ότι υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ γενικής αίτησης για αποκάλυψη εγγράφων τα οποία σχετίζονται με τα επίδικα θέματα στην αγωγή και αίτησης για παρουσίαση εγγράφων τα οποία αναφέρονται στα δικόγραφα. Οι Κανονισμοί που καταπιάνονται με την αποκάλυψη εγγράφων που αναφέρονται στα δικόγραφα είναι πολύ διαφορετικά διατυπωμένοι από τους γενικούς κανονισμούς αποκάλυψης εγγράφων. Οι πρώτοι αποσκοπούν να δώσουν στον αντίδικο το ίδιο όφελος ως εάν το περιεχόμενο των εγγράφων που αναφέρονται στα δικόγραφα του διαδίκου από τον οποίο επιζητείται η επιθεώρηση είχε εκτεθεί εξ' ολοκλήρου στα εν λόγω δικόγραφα. Τέλος, ο Άγγλος Δικαστής Bowen L.J. ανέφερε στην πιο πάνω υπόθεση ότι ο αντίστοιχος με τον δικό μας θεσμό 6 παλαιός Αγγλικός Θεσμός προνοεί για άμεση αποκάλυψη εγγράφων τα οποία διάδικος αναφέρει στα δικόγραφα του. Ο διάδικος εναντίον του οποίου υποβάλλεται η αίτηση για επιθεώρηση πρέπει να παρουσιάσει τα έγγραφα στα οποία κάνει αναφορά στα δικόγραφά του εκτός αν καταδείξει ότι συντρέχει λόγος για το αντίθετο. Αν αρνηθεί να τα αποκαλύψει ο διάδικος που επιζητεί την επιθεώρησή τους δύναται να αποταθεί στο Δικαστή ο οποίος δύναται να αρνηθεί την αίτηση αν θεωρήσει ότι συντρέχει καλός λόγος για κάτι τέτοιο. Το βάρος είναι στον διάδικο που αρνείται την επιθεώρηση να δείξει ότι συντρέχει καλός λόγος για να μην διαταχθεί η επιθεώρηση. Στην υπό εξέταση περίπτωση οι Καθ' ων η αίτηση στην Έκθεση Απαίτησής τους κάνουν αναφορά σε δύο έγγραφα. Πρόκειται για δύο συμφωνίες με ημερομηνία 1.11.
  1. Σύμφωνα με την ένορκο δήλωση του Εναγόμενου 2 η οποία συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση η γραπτή ειδοποίηση με την οποία οι Αιτητές ζήτησαν την προσαγωγή εγγράφων για επιθεώρηση από τους Καθ' ων η αίτηση φέρει ημερομηνία 14.1.13 και επιδόθηκε αυθημερόν με ιδιώτη επιδότη στο γραφείο επίδοσης του δικηγόρου των Καθ' ων η αίτηση. Αντίγραφο της ειδοποίησης επισυνάπτεται στην ένορκο δήλωση του Εναγόμενου 2 ως Τεκμήριο Α και αντίγραφο της ένορκης δήλωσης του ιδιώτη επιδότη ημερομηνίας 15.1.13 με συνημμένη την πιο πάνω ειδοποίηση ως Τεκμήριο Β. Με την ένορκο δήλωση επίδοσης πιστοποιείται η επίδοση της ειδοποίησης. Προκύπτει, επίσης, από τον φάκελο του Δικαστηρίου ότι η εν λόγω ειδοποίηση καταχωρήθηκε και στο Δικαστήριο. Ο χρόνος των δέκα ημερών από της λήψης της ειδοποίησης παρήλθε χωρίς να υπάρξει οποιαδήποτε ανταπόκριση από τους Καθ' ων η αίτηση, πράγμα το οποίο σύμφωνα με τον θεσμό 9 ανωτέρω δίνει το δικαίωμα στους Αιτητές να αποταθούν στο Δικαστήριο με την υπό κρίση αίτηση. Οι πιο πάνω συμφωνίες υπεγράφησαν σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης από τον Εναγόμενο 3 και τους Καθ' ων η αίτηση. Υπό το φως των πιο πάνω οι Αιτητές εκ πρώτης όψεως δεν έχουν στην κατοχή τους τις πιο πάνω αναφερόμενες συμφωνίες. Η ένσταση των Καθ' ων η αίτηση δεν λήφθηκε υπόψη με αποτέλεσμα κανένας λόγος γιατί να μην εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα δεν έχει καταδειχθεί από την πλευρά των Καθ' ων η αίτηση. Υπό το φως όλων των πιο πάνω και της Νομολογίας που πιο πάνω παρατέθηκε κρίνω πως δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου με την παράγραφο (α) της υπό κρίση αίτησης διατάγματος. Δεν μου διαφεύγει ότι με την παράγραφο 2 της γραπτής ειδοποίησης των Αιτητών ημερομηνίας 14.1.13, ζητείται η προσαγωγή προς επιθεώρηση συμφωνίας ημερομηνίας 1.11.11 και όχι της δεύτερης συμφωνίας που αναφέρεται στην παράγραφο 6 της Έκθεσης Απαίτησης ημερομηνίας 1.11.
  2. Διευκρινίζεται ότι στην εν λόγω παράγραφο της Έκθεσης Απαίτησης γίνεται αναφορά σε δύο συμφωνίες με ημερομηνία 1.11.
  3. Με την παράγραφο 1 της γραπτής ειδοποίησης των Αιτητών ημερομηνίας 14.1.13 ζητείται η επιθεώρηση μιας εκ των δύο πιο πάνω αναφερόμενων συμφωνιών, ενώ με την παράγραφο 2 της εν λόγω ειδοποίησης ζητείται η επιθεώρηση συμφωνίας ημερομηνίας 1.11.
  4. Είναι πρόδηλο ότι η λανθασμένη ημερομηνία οφείλεται σε παραδρομή, αφού, συν τοις άλλοις στην παράγραφο 6 της Έκθεσης Απαίτησης, όπως και ανωτέρω αναφέρθηκε, γίνεται αναφορά σε δύο συμφωνίες με ημερομηνία 1.11.07 και καμία αναφορά δεν γίνεται στην Έκθεση Απαίτησης ή σε οποιαδήποτε άλλη παράγραφο αυτής σε συμφωνία ημερομηνίας 1.11.
  5. Επίσης, στην παράγραφο 2 της γραπτής ειδοποίησης των Αιτητών με σκοπό, προδήλως, την διασαφήνιση της ταυτότητας της συμφωνίας αναφέρεται σε παρένθεση η παράγραφος 6 της Έκθεσης Απαίτησης, πράγμα που καθιστά σαφές ότι η συμφωνία της οποίας επιζητείτο η προσαγωγή για επιθεώρηση ήταν η δεύτερη συμφωνία ημερομηνίας 1.11.07 που αναφέρεται στην παράγραφο 6 της Έκθεσης Απαίτησης. Συν τοις άλλοις, στην αγόρευσή του ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση δεν πρόβαλε οποιαδήποτε θέση προς την κατεύθυνση ότι παραπλανήθηκε από την λανθασμένη ημερομηνία. Υπό το φως όλων των πιο πάνω δεν θεωρώ ότι το πιο πάνω γεγονός μπορεί να αποτελέσει λόγο για να μην εκδοθεί το αιτούμενο με την παράγραφο (α) της αίτησης διάταγμα. Δεν μου διαφεύγει, επίσης, ότι της υπό κρίση αίτησης είχε προηγηθεί η καταχώρηση στις 11.12.12 και εκ μέρους των Καθ' ων η αίτηση αίτησης για απόφαση λόγω παράλειψης καταχώρησης Υπεράσπισης εκ μέρους των Αιτητών. Και ότι την ημέρα που η πιο πάνω αίτηση ήταν ορισμένη για πρώτη εμφάνιση, ήτοι στις 23.1.13, ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών ζήτησε παράταση χρόνου για να καταχωρήσει την Υπεράσπισή του. Το γεγονός ότι η πιο πάνω δήλωση προηγήθηκε της καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης η οποία, όπως προκύπτει από την ένορκο δήλωση που την υποστηρίζει, υποβλήθηκε για σκοπούς διευκόλυνσης της προετοιμασίας της Υπεράσπισης, δεν θεωρώ πως εμποδίζει τους Αιτητές από του να ζητούν ή να νομιμοποιούνται στην έκδοση του αιτούμενου με την παράγραφο (α) της αίτησης διατάγματος. Όπως και από την Νομολογία που πιο πάνω παρατέθηκε καθίσταται έκδηλο διάταγμα για αποκάλυψη των εγγράφων που ένας διάδικος κάνει αναφορά στα δικόγραφά του εκδίδεται δικαιωματικά εκτός αν συντρέχει κάποιος καλός λόγος που να συνηγορεί με την μη έκδοση του. Επίσης, ασχέτως του λόγου που υποκίνησε τους δικηγόρους των Αιτητών να υποβάλουν την υπό κρίση αίτηση διάταγμα επιθεώρησης στην βάση των προαναφερόμενων θεσμών εκδίδεται επειδή ο διάδικος δικαιούται έτσι κι' αλλιώς να γνωρίζει το περιεχόμενο των εγγράφων στα οποία ο αντίδικος κάνει αναφορά στα δικόγραφά του ως εάν το περιεχόμενό τους είχε εκτεθεί στα δικόγραφα του τελευταίου. Επομένως, το γεγονός ότι, σύμφωνα με τον φάκελο της υπόθεσης, την ημέρα κατά την οποία ήταν ορισμένη για πρώτη εμφάνιση η αίτηση των Καθ' ων η αίτηση για απόφαση ημερομηνίας 11.12.12 ζητήθηκε εκ μέρους των Αιτητών παράταση του χρόνου για καταχώρηση της Υπεράσπισης και ότι με την υπό κρίση αίτηση η αποκάλυψη ζητείται «για σκοπούς διευκόλυνσης της προετοιμασίας της Υπεράσπισης» δεν αποτελεί κατά την κρίση μου κώλυμα στο να αιτούνται οι Αιτητές διατάγματος αποκάλυψης στην βάση του θεσμού
  6. Συν τοις άλλοις, στις 5.3.13 και αφότου το Δικαστήριο επιλήφθηκε της υπό κρίση αίτησης στα πλαίσια της οποίας ενέκρινε το αίτημα των δικηγόρων των Καθ' ων η αίτηση για παράταση χρόνου καταχώρησης της ένστασής τους, όρισε την αίτηση ημερομηνίας 11.12.12 για οδηγίες κατόπιν κοινού αιτήματος των δικηγόρων των διαδίκων προς την πιο πάνω κατεύθυνση. Σημειώνεται ότι ενωρίτερα την ίδια ημέρα ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησης συμφώνησε με την παράκληση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Αιτητών για ορισμό της υπό κρίση αίτησης για ακρόαση. Επίσης, στις 23.5.13, που ήταν ορισμένη και πάλι η πιο πάνω αίτηση οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων ζήτησαν από το Δικαστήριο τον εκ νέου ορισμό της αίτησης για οδηγίες και όπως μη καθορισθεί χρόνος από το Δικαστήριο για καταχώρηση Υπεράσπισης εν' όψει του ότι την ίδια ημέρα το Δικαστήριο είχε επιφυλάξει την απόφασή του στην υπό κρίση αίτηση. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω πως οι Καθ' ων η αίτηση με την όλη στάση τους δεν νομιμοποιούνται να οικοδομούν στο γεγονός ότι πριν την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης ζητήθηκε εκ μέρους των Αιτητών παράταση του χρόνου καταχώρησης της Υπεράσπισης. Τουναντίον, με την στάση τους και τις δηλώσεις που έγιναν εκ μέρους τους από τον ευπαίδευτο συνήγορό τους έδειξαν ότι δεν είχαν οποιαδήποτε ένσταση στο να ακουσθεί πρώτα η υπό κρίση αίτηση και όπως η αίτηση ημερομηνίας 11.12.12 μετατεθεί σε χρόνο μετά την έκδοση της απόφασης στην υπό κρίση αίτηση. Με την παράγραφο (β) της υπό κρίση αίτησης ζητείται διάταγμα με το οποίο να παρατείνεται ο χρόνος καταχώρησης της Υπεράσπισης. Αναφορικά με το ζήτημα τούτο σχετίζεται η αίτηση ημερομηνίας 11.12.12 που αναφέρεται στην προηγούμενη παράγραφο, η οποία εκκρεμεί και είναι ορισμένη στις 11.9.
  7. Με την πιο πάνω αίτηση οι Καθ' ων η αίτηση ζητούν την έκδοση απόφασης υπέρ τους και εναντίον των Αιτητών για τον λόγο ότι οι Αιτητές παρέλειψαν να καταχωρήσουν της Υπεράσπισή τους εντός του χρόνου που τάσσουν οι θεσμοί της Πολιτικής Δικονομίας. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω πως το Δικαστήριο δεν δύναται στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησης να επιληφθεί του πιο πάνω θέματος ή να εκδώσει διάταγμα παράτασης του χρόνου καταχώρησης της Υπεράσπισης. Μοιραία το μέρος αυτό της υπό κρίση αίτησης αποτυγχάνει. Συνακόλουθα εκδίδεται διάταγμα με το οποίο οι Καθ' ων η αίτηση / Ενάγοντες διατάσσονται να παρουσιάσουν στο γραφείο του δικηγόρου τους τα έγγραφα που αναφέρονται στην παράγραφο 6 της Έκθεσης Απαίτησης για σκοπούς επιθεώρησης από τους Αιτητές και/ή τους δικηγόρους τους εντός 10 ημερών από σήμερα αφού δώσουν τουλάχιστον δύο ημέρες ειδοποίηση στους δικηγόρους των Αιτητών / Εναγόμενων 1 και 2 για την ημερομηνία της επιθεώρησης και όπως οι Καθ' ων η αίτηση προμηθεύσουν τους Αιτητές ή τους δικηγόρους τους με αντίγραφα των εν λόγω εγγράφων. Εν' όψει της μερικής επιτυχίας της υπό κρίση αίτησης κρίνω ορθό και δίκαιο να επιδικάσω υπέρ των Αιτητών το ήμισυ των εξόδων της αίτησης. Συνακόλουθα τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται κατά το ήμισυ υπέρ των Αιτητών / Εναγόμενων 1 και 2 και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση / Εναγόντων όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) ............ Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Αποκάλυψη εγγράφων για τα οποία γίνεται αναφορά σε δικόγραφο Subject: Civil / Other Actions / Interim cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.