← Κύπρος

Κοινοτικό Συμβούλιο Πύργου Λεμεσού ν. Μάριος Αργυρίδης, Αρ. Αγωγής: 1789/12, 30/8/2013

Κοινοτικό Συμβούλιο Πύργου Λεμεσού ν. Μάριος Αργυρίδης, Αρ. Αγωγής: 1789/12, 30/8/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A244 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 1789/12 Μεταξύ: Κοινοτικό Συμβούλιο Πύργου Λεμεσού Ενάγοντες και Μάριος Αργυρίδης, από την Λεμεσό Εναγόμενος Ημερομηνία: 30.8.13 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα / Αιτητή: κ. Μ. Ιωάννου (για να ακούσει την απόφαση η κα Ελ. Ιωάννου) Για τον Εναγόμενο / Καθ' ου η αίτηση: κ. Κυπρίζογλου (για να ακούσει την απόφαση η κα Στέλλα Ευριπίδου) -------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση ημερομηνίας 19.10.12 ο Ενάγων / Αιτητής εξαιτείται εναντίον του Εναγόμενου / Καθ' ου η αίτηση πέντε διαφορετικά διάταγμα. Η υπό κρίση αίτηση υποβλήθηκε μονομερώς πλην όμως το Δικαστήριο αφού έκρινε ότι δεν συνέτρεχε το στοιχείο του κατεπείγοντος διέταξε την επίδοση της χωρίς ο ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή να διαφωνήσει επί του προκειμένου. Η υπό κρίση αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση του Εναγόμενου / Καθ' ου η αίτηση. Εκ μέρους του καταχωρήθηκε σχετική Ειδοποίηση Ένστασης συνοδευόμενη από ένορκο δήλωση. Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, όπως τροποποιήθηκε, άρθρα 4, 5 και 9, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν.14/60, όπως τροποποιήθηκε, άρθρο 32, στην Δ.39, θθ.1, 2, Δ.48, θθ.1-3 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, στον Περί Κοινοτήτων Νόμο, Ν.86(Ι)/99, άρθρα 2, 5, 11, 41-43, 45, 46, 56, 82, 83, 103 και 108, στις γενικές αρχές, την πρακτική και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του Ανδρέα Σπύρου, ο οποίος είναι ο πρόεδρος του Αιτητή, που είναι το Κοινοτικό Συμβούλιο Πύργου της επαρχίας Λεμεσού, γνωρίζει πλήρως τα γεγονότα της υπόθεσης και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Αιτητή να προβεί στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση. Στην ένορκό του δήλωση ο κύριος Σπύρου αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Ο Αιτητής είναι το Κοινοτικό Συμβούλιο Πύργου της επαρχίας Λεμεσού το οποίο συστάθηκε βάσει των προνοιών του σχετικού νόμου και αποτελείται από τον Κοινοτάρχη και τα εκλελεγμένα μέλη του. Είναι αρμόδιο για την διοίκηση όλων των τοπικών υποθέσεων της κοινότητας Πύργου της επαρχίας Λεμεσού. Ο κύριος Σπύρου είναι ο πρόεδρος του Αιτητή και Κοινοτάρχης της κοινότητας Πύργου. Ο Αιτητής είναι ο εγγραγραμμένος ιδιοκτήτης του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 18074, τεμάχιο 1223, Φ/Σχ LIV/31, το οποίο βρίσκεται εντός της κοινότητας Πύργου της επαρχίας Λεμεσού και στο νοτιοδυτικό τμήμα του οποίου ανεγέρθη το κοινοτικό πάρκο της κοινότητας. Το κοινοτικό πάρκο είναι ένας περιφραγμένος χώρος με υπαίθριο χώρο αναψυχής, υπαίθριο χώρο παιδικής χαράς και κτηριακές εγκαταστάσεις οι οποίες κατασκευάσθηκαν με τέτοιο τρόπο ώστε να λειτουργούν ως καφεστιατόριο και αίθουσα δεξιώσεων. Ο χώρος ο οποίος κατασκευάσθηκε από τον Αιτητή για να λειτουγεί ως καφεστιατόριο και αίθουσα δεξιώσεων αποτελείται από 252 τετραγωνικά μέτρα και είναι χώρος καλυμμένος. Αποτελείται από προθάλαμο, ενιαίο χώρο εστίασης, κουζίνα, ψυγείο, αποθήκη, αποθήκη ποτών, δωμάτιο φύλαξης ειδών καθαρισμού, αποχωρητήριο προσωπικού και αποχωρητήρια ανδρών και γυναικών. Η κατασκευή του πιο πάνω κτηρίου εκτελέσθηκε με βάση αρχιτεκτονικά σχέδια για να πληροί τις προϋποθέσεις προκειμένου να λάβει άδεια λειτουργίας καφεστιατορίου και για να καλύπτεται από πιστοποιητικό πιστοποίησης HACCP. Για να πληρούνται δε οι προϋποθέσεις λειτουργίας καφεστιατορίου ο Αιτητής εξόπλισε το υποστατικό με εξειδικευμένο εξοπλισμό για την αγορά του οποίου κατέβαλε το συνολικό ποσό των Ευρώ 40.329,06 σεντ. Αντίγραφα σχετικών τιμολογίων πληρωμής επισυνάπτονται ως δέσμη εγγράφων στην ένορκο δήλωση του κύριου Σπύρου που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση ως Τεκμήριο Α. Το τότε Κοινοτικό Συμβούλιο μέσω του πρώην προέδρου του, Αργύρη Ευαγόρου, από τώρα και στο εξής «ο Ευαγόρου», την 1.3.10 ενοικίασε το καφεστιατόριο, το οποίο βρίσκεται εντός του κοινοτικού πάρκου και απέναντι από τα γραφεία του Αιτητή, από τώρα και στο εξής «το υποστατικό», στον Καθ' ου η αίτηση με βάση ενοικιαστήριο έγγραφο, από τώρα και στο εξής «το ενοικιαστήριο». Αντίγραφο του ενοικιαστηρίου επισυνάπτεται στην ένορκο δήλωση του κύριου Σπύρου που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση ως Τεκμήριο Β. Ο Καθ' ου η αίτηση είναι επί θυγατρί γαμβρός του Ευαγόρου. Ο Ευαγόρου διετέλεσε πρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου για περίοδο 10 ετών περίπου και μέχρι την 18.12.11 οπότε και δεν επανεκλέγηκε στις κοινοτικές εκλογές για ανάδειξη νέου προέδρου. Ήταν, μεταξύ άλλων, ρητοί όροι του ενοικιαστηρίου ότι: η περίοδος ενοικίασης ήταν για δύο χρόνια αρχομένης την 1.3.10 και λήγουσης την 28.2.12 το ενοίκιο για την πιο πάνω περίοδο ήταν Ευρώ 1.050,00 σεντ τον μήνα προπληρωτέο την 1ην ημέρα κάθε μήνα ο Καθ' ου η αίτηση ταυτόχρονα με την υπογραφή του ενοικιαστηρίου θα παραδώσει στον Αιτητή αμετάκλητη τραπεζική επιστολή για το ποσό των Ευρώ 6.300,00 σεντ ως εγγύηση για την πιστή τήρηση από μέρους του των όρων του ενοικιαστηρίου συμπεριλαμβανομένης και της καταβολής των μηνιαίων ενοικίων μέχρι την λήξη της ενοικίασης με την λήξη της περιόδου ενοικίασης αυτή θα μπορεί να ανανεωθεί για ακόμα δύο χρόνια νοουμένου ότι τουλάχιστον δύο μήνες πριν την λήξη της περιόδου ενοικίασης ο Καθ' ου η αίτηση παραδώσει στον Αιτητή σχετική γραπτή ειδοποίηση και νέα αμετάκλητη τραπεζική επιστολή για το ποσό των Ευρώ 6.300,00 σεντ με ημερομηνία λήξης την 28.2.14 αν το ενοίκιο παραμείνει απλήρωτο από τον Καθ' ου η αίτηση για 15 συνεχείς ημέρες μετά την ημερομηνία που αυτό θα έπρεπε να πληρωθεί ή σε περίπτωση που ο Καθ' ου η αίτηση παραβεί οποιαδήποτε υποχρέωσή του η οποία πηγάζει από το ενοικιαστήριο ο Αιτητής θα μπορεί να τερματίσει το ενοικιαστήριο και να καταχωρήσει αγωγή για ανάκτηση της κατοχής του υποστατικού, την πληρωμή τυχόν καθυστερημένων ενοικίων καθώς και αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης ο Καθ' ου η αίτηση με την ανάληψη της κατοχής του υποστατικού θα χρησιμοποιεί τούτο μόνο ως καφεστιατόριο και απαγορεύεται σε αυτόν να προχωρήσει με αλλαγή της χρήσης του χωρίς την γραπτή συγκατάθεση του Αιτητή. Η ενοικίαση έγινε προκειμένου το υποστατικό να χρησιμοποιηθεί από τον Καθ' ου η αίτηση ως καφεστιατόριο αφότου ο ίδιος ο Καθ' ου η αίτηση θα εξασφάλιζε τις σχετικές άδειες. Το ενοικιαστήριο δεν προνοούσε ότι η εξασφάλιση των σχετικών αδειών ήταν υποχρέωση του Αιτητή και ο Καθ' ου η αίτηση γνώριζε από τον Ευαγόρου, ο οποίος τότε το υπέγραψε ως πρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου, ότι το υποστατικό στερείτο άδειας λειτουργίας ως καφεστιατόριο. Ο Καθ' ου η αίτηση προχώρησε, όμως, με την ενοικίαση του υποστατικού αναλαμβάνοντας και την ευθύνη να εξασφαλίσει ο ίδιος την πιο πάνω άδεια. Επειδή και στο παρελθόν ο Καθ' ου η αίτηση καθυστερούσε να καταβάλλει τα ενοίκια του ο Αιτητής αποτάθηκε σε αυτόν με διάφορες επιστολές με ημερομηνίες 30.6.10, 28.7.10 και 31.1.11 καλώντας τον να καταβάλει τα καθυστερημένα ενοίκια και να παραδώσει την προνοούμενη στο ενοικιαστήριο εγγυητική. Οι πιο πάνω επιστολές επισυνάπτονται ως δέσμη εγγράφων στην ένορκο δήλωση του κύριου Σπύρου που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση ως Τεκμήριο Γ. Ο Καθ' ου η αίτηση κατά παράβαση των συμφωνηθέντων ουδέποτε ανταποκρίθηκε στις πιο πάνω παρακλήσεις του Αιτητή. Κληθείς δε στις 24.10.11 στα γραφεία του Αιτητή και δεσμευθείς ότι μέχρι το τέλος του έτους 2011 θα ξοφλούσε όλες του τις υποχρεώσεις απέναντι στον Αιτητή ο Καθ' ου η αίτηση όχι μόνο δεν κατέβαλε τα υπό αυτού οφειλόμενα ενοίκια μέχρι την 31.12.11, αλλά εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να έχει στην κατοχή του το υποστατικό. Αντίγραφο των πρακτικών συνεδρίας του Αιτητή ημερομηνίας 24.10.11 επισυνάπτεται στην ένορκο δήλωση του κύριου Σπύρου που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση ως Τεκμήριο Δ. Σύμφωνα με το εν λόγω τεκμήριο το Κοινοτικό Συμβούλιο κάλεσε τον Καθ' ου η αίτηση στην συνεδρία του που έλαβε χώρα κατά την πιο πάνω ημερομηνία. Μετά από ανταλλαγή απόψεων ο Καθ' ου η αίτηση έδωσε την δέσμευση που πιο πάνω αναφέρεται. Στις 18.1.12 ο Καθ' ου η αίτηση για πρώτη φορά απέστειλε μέσω του τότε δικηγόρου του επιστολή με την οποία, μεταξύ άλλων, ισχυριζόταν ότι δεν ήταν αυτός ο ενοικιαστής του υποστατικού, αλλά κάποια εταιρεία με το όνομα Bergerburg Ltd, προφανώς, στην προσπάθειά του να αποφύγει την καταβολή των οφειλομένων ενοικίων. Αντίγραφο της πιο πάνω επιστολής ημερομηνίας 18.1.12 επισυνάπτεται στην ένορκο δήλωση του κύριου Σπύρου που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση ως Τεκμήριο Ε. Ο Αιτητής με επιστολή του τότε δικηγόρου του ημερομηνίας 30.1.12 - Τεκμήριο Ζ - απέρριψε τους πιο πάνω ισχυρισμούς του Αιτητή, ενώ με άλλη επιστολή του εν λόγω δικηγόρου ίδιας ημερομηνίας η οποία απεστάλη στον Καθ' ου η αίτηση - Τεκμήριο Η - ο Αιτητής τερμάτισε την ενοικίαση. Λόγος για τον τερματισμό αποτέλεσε η μη καταβολή 14 μηνιαίων ενοικίων τα οποία συμποσούνται στο συνολικό ποσό των Ευρώ 14.700,00 σεντ και η μη προσκόμιση από τον Καθ' ου η αίτηση στον Αιτητή της προνοούμενης στο ενοικιαστήριο τραπεζικής εγγύησης για το ποσό των Ευρώ 6.300,00 σεντ. Με την εν λόγω επιστολή καλείτο ο Καθ' ου η αίτηση, αφενός, να παραδώσει άμεσα την κατοχή του υποστατικού, αφετέρου, να πληρώσει τα υπό αυτού οφειλόμενα ενοίκια πλην όμως αυτός ουδέν έπραξε μέχρι σήμερα. Ο Καθ' ου η αίτηση εξακολουθεί να οφείλει και αρνείται και παραλείπει να καταβάλει στον Αιτητή τα ενοίκια των μηνών Νοεμβρίου του 2010 μέχρι και Οκτωβρίου του 2012, ήτοι 24 ενοίκια ανερχόμενα στο συνολικό ποσό των Ευρώ 25.200,00 σεντ. Επίσης, παρά το ότι δεν έχει καταβάλει μέχρι σήμερα τα πιο πάνω υπό αυτού οφειλόμενα ενοίκια και ουδέποτε παρέδωσε στον Αιτητή την προνοούμενη στο ενοικιαστήριο εγγυητική και παρά το ότι η συμφωνία ενοικίασης τερματίσθηκε ο Καθ' ου η αίτηση ενεργώντας παράνομα, αυθαίρετα, ετσιθελικά και εκδικητικά εξακολουθεί να έχει το υποστατικό στην κατοχή του και να μην παραδίδει τα κλειδιά του πάρκου στον Αιτητή στερώντας από τον Αιτητή και ολόκληρη την κοινότητα την χρήση του υποστατικού καθώς και ολόκληρου του κοινοτικού πάρκου, το οποίο λόγω της πιο πάνω συμπεριφοράς του Καθ' ου η αίτηση δεν λειτουργεί παρά το ότι η συμφωνία ενοικίασης τερματίσθηκε. Στερεί, επίσης, στα παιδιά της κοινότητας την χρήση της παιδικής χαράς που υπάρχει εντός του πάρκου. Ο Καθ' ου η αίτηση μόλις παρέλαβε την κατοχή του υποστατικού άρχισε να το λειτουργεί ως καφεστιατόριο και εξακολουθούσε να το λειτουργεί ως τέτοιο μέχρι και τον Οκτώβριο του

  1. Παρέλειψε, όμως, να αποταθεί στις αρμόδιες αρχές για να εξασφαλίσει την άδεια καφεστιατορίου και στην συνέχεια διέκοψε τις εργασίες του και συνεχίζει να το έχει στην κατοχή του παραλείποντας να πληρώσει ενοίκιο από τον Νοέμβριο του 2010 μέχρι και σήμερα. Σταμάτησε δε να λειτουργεί το υποστατικό ως καφεστιατόριο προφασιζόμενος ότι ο Αιτητής δεν εξασφάλισε άδεια καφεστιατορίου και ότι ο Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού (ΚΟΤ) ήγειρε εναντίον του ποινική υπόθεση λόγω του ότι δεν είχε την απαιτούμενη από τον Νόμο άδεια. Η αλήθεια, όμως, είναι ότι ο Καθ' ου η αίτηση διέκοψε τις εργασίες του για δικούς του λόγους. Επίσης, η αλήθεια είναι ότι ο Ευαγόρου γνώριζε πολύ καλά ότι το υποστατικό στερείτο άδειας λειτουργίας καφεστιατορίου, πράγμα που είχε εξηγήσει στον Καθ' ου η αίτηση, ο οποίος και ανέλαβε να εξασφαλίσει την άδεια αυτή πλην όμως ο τελευταίος παρέλειψε να προβεί στις κατάλληλες ενέργειες. Ο Ευαγόρου, επίσης, στην προσπάθειά του να ευνοήσει τον Καθ' ου η αίτηση, που είναι γαμπρός του, καταχράστηκε την θέση του ως πρόεδρος του τότε Κοινοτικού Συμβουλίου και επέδειξε ανοχή στον Καθ' ου η αίτηση αφού, μεταξύ άλλων, αυτός «έκλεινε τα μάτια» μπροστά στο γεγονός ότι ο Καθ' ου η αίτηση ουδέποτε παρέδωσε την τραπεζική εγγύηση που προνοείτο στο ενοικιαστήριο. Επίσης, σκόπιμα ο Καθ' ου η αίτηση δεν αποτάθηκε στις αρμόδιες αρχές για να εξασφαλίσει την απαιτούμενη από τον Νόμο άδεια καθ' ον χρόνο ο Ευαγόρου βρισκόταν στην προεδρία του Κοινοτικού Συμβουλίου, ήτοι μέχρι τις 18.12.11, παρά το ότι τόσο αυτός όσο και ο Ευαγόρου γνώριζαν ότι η άδεια μπορούσε να εξασφαλισθεί εύκολα με σκοπό και μόνο οι δυο τους να δημιουργήσουν τα προβλήματα που δημιούργησαν στην κοινότητα. Σκόπιμα, επίσης, και κακόπιστα ο Ευαγόρου δεν ήγειρε τις νόμιμες και προνούμενες από το ενοικιαστήριο διαδικασίες εναντίον του Καθ' ου η αίτηση για είσπραξη, μεταξύ άλλων, των καθυστερημένων ενοικίων, κάτι για το οποίο έγινε και γραπτή παρατήρηση από την Επαρχιακή Διοίκηση Λεμεσού προς τον Αιτητή με επιστολή ημερομηνίας 13.1.
  2. Ο λόγος δε που ο Καθ' ου η αίτηση δεν παραδίδει την κατοχή του υποστατικού είναι για να προκαλέσει σε συνεννόηση με τον Ευαγόρου τις διαμαρτυρίες των κατοίκων της περιοχής, οι οποίοι στερούνται της χρήσης του κοινοτικού πάρκου, όπως και τις προκάλεσε, και έτσι να πληγεί το κύρος και η αξιοπιστία του νέου Κοινοτικού Συμβουλίου, συμπεριλαμβανομένων του προέδρου και των υπόλοιπων μελών του, επειδή ο Ευαγόρου δεν επανεξελέγη πρόεδρος της κοινότητας. Το υποστατικό με βάση τα αρχικά αρχιτεκτονικά σχέδια που εκπονήθηκαν από τον αρχιτέκτονα μηχανικό, Κυριάκο Βακανά, ο οποίος είχε διορισθεί από τον Ευαγόρου και τα υπόλοιπα μέλη του τότε Κοινοτικού Συμβουλίου, προοριζόταν για περίπτερο, κάτι το οποίο περιλαμβανόταν και στην αρχική πολεοδομική άδεια που εκδόθηκε ημερομηνίας 31.1.07 με αριθμό ΛΕΜ/01672/
  3. Ακολούθησε τροποποίηση των σχεδίων ώστε αντί του περιπτέρου να προνοείται αίθουσα δεξιώσεων οπότε και μετά από προσφορές και έγκριση της Επαρχιακής Διοίκησης Λεμεσού ανετέθη το έργο προσθηκομετατροπών του υποστατικού σε αίθουσα εκδηλώσεων σε αδειούχους εργολάβους. Κατά την 1.3.10 όλες οι εργασίες του κοινοτικού πάρκου είχαν αποπερατωθεί. Σχετική επιστολή του αρχιτέκτονα μηχανικού, Κυριάκου Βακανά, ημερομηνίας 9.10.12 επισυνάπτεται στην ένορκο δήλωση του κύριου Σπύρου που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση ως Τεκμήριο Μ. Ο Καθ' ου η αίτηση προκειμένου να μην πληρώσει τα ενοίκια του σκόπιμα και κακόπιστα απέκρυψε από το Δικαστήριο ότι στην ποινική υπόθεση που πιο πάνω αναφέρεται κατηγορούμενοι ήταν ο Καθ' ου η αίτηση - κατηγορούμενος 2 - ως διευθυντής της πρώτης κατηγορούμενης που ήταν όντως η εταιρεία Bergerburg Ltd. Ο Αιτητής, όμως, ουδεμία σχέση έχει με την πιο πάνω εταιρεία. Το υποστατικό είναι εξοπλισμένο με ακριβό εξοπλισμό καφεστιατορίου το οποίο πληρώθηκε από τον Αιτητή και βρίσκεται παράνομα στην κατοχή του Καθ' ου η αίτηση. Ο κίνδυνος πρόκλησης ζημιών στον εν λόγω εξοπλισμό είναι υπαρκτός κατά τρόπο ώστε να επιβάλλεται άμεσα η παράδοσή του καθώς και του υποστατικού στον Αιτητή. Εκ μέρους του Αιτητή καταβάλλονταν προσπάθειες για εξεύρεση λύσης σε όλα τα πιο πάνω προβλήματα και αποφυγή των δικαστικών διαδικασιών μέχρι και τις 10.10.
  4. Ο Καθ' ου η αίτηση δεν είχε, όμως, ειλικρινείς προθέσεις. Μάλιστα, προ ολίγων ημερών δήλωσε δημόσια στον κύριο Σπύρου ότι δεν έχει πρόθεση να παραδώσει την κατοχή του υποστατικού, ούτε τον εξοπλισμό ή τα κλειδιά του υποστατικού στον Αιτητή, αλλά ούτε και να καταβάλει τα υπό αυτού οφειλόμενα ενοίκια. Επειδή η εκδίκαση της υπόθεσης θα καθυστερήσει κάποια χρόνια και κατά τον χρόνο αυτό το πάρκο θα παραμείνει κλειστό τα απλήρωτα ενοίκια θα ανέλθουν σε πολύ μεγάλο ποσό. Σε περίπτωση δε που ο Αιτητής επιτύχει δικαστική απόφαση εναντίον του υπάρχει ο κίνδυνος ο Αιτητής να μείνει ανικανοποίητος και να υποστεί ζημία, αφού ο Καθ' ου η αίτηση στερείται περιουσίας, κινητής ή ακίνητης. Ο Καθ' ου η αίτηση αθέτησε και παρέβηκε τους όρους του ενοικιαστηρίου και πλούτισε αδικαιολόγητα εις βάρος του Αιτητή και λόγω της συμπεριφοράς του Καθ' ου η αίτηση ο Αιτητής απώλεσε ενδιάμεσα κέρδη και θα συνεχίζει να έχει τέτοιες απώλειες μέχρι την παράδοση του υποστατικού στον Αιτητή. Ο Καθ' ου η αίτηση παραδέχθηκε επανειλημμένα και συνεχίζει να παραδέχεται ότι οφείλει τα ενοίκια από τον Νοέμβριο του 2010 μέχρι και σήμερα και συνεχίζει μέχρι και σήμερα να έχει την κατοχή του υποστατικού και να κρατά τα κλειδιά του και να στερεί από τους κατοίκους και τα παιδιά της κοινότητας την χρήση του κοινοτικού πάρκου και της παιδικής χαράς χωρίς να έχει οποιαδήποτε βάσιμη υπεράσπιση ή δικαιολογία. Ο Αιτητής έχει πολύ καλή υπόθεση εναντίον του Καθ' ου η αίτηση, σε περίπτωση δε που το Δικαστήριο δεν εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα ο Αιτητής θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά, η οποία και θα μεγαλώνει με τον χρόνο, και η οποία δεν θα μπορεί να επανορθωθεί με κανένα τρόπο. Υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας στην αγωγή. Επίσης, θα είναι δύσκολο και αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν τα αιτούμενα διατάγματα δεν εκδοθούν. Με 5 λόγους ένστασης ο Καθ' ου η αίτηση ενίσταται στην έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Η Ειδοποίηση Ένστασης συνοδεύεται από ένορκο δήλωση της κυρίας Στέλλας Ευριπίδου η οποία είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων του Καθ' ου η αίτηση και δεόντως εξουσιοδοτημένη από τον τελευταίο να προβεί στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Τα όσα δε η ενόρκως δηλούσα αναφέρει στην ένορκό της δήλωση που συνοδεύει την ένσταση τα πληροφορήθηκε από τον Καθ' ου η αίτηση ο οποίος χαρακτηρίζεται από την κυρία Ευριπίδου ως «αξιόπιστη πηγή». Οι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι: δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων κανένα στοιχείο δεν αποκαλύφθηκε από τον Αιτητή που να καταδεικνύει ότι ο Καθ' ου η αίτηση είναι αφερέγγυος και ότι σε περίπτωση που ο Αιτητής πετύχει στην αγωγή του δεν θα μπορέσει να εισπράξει το λαβείν του από τον Καθ' ου η αίτηση η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε κακόπιστα και καταχρηστικά έχοντας ως μοναδικό αλλότριο κίνητρο και στόχο την χρήση ενός παρεπίμπτοντος διατάγματος «που πιθανώς να εκδίδετο από το δικαστήριο στα πλαίσια της πιο πάνω με αριθμό και τίτλο αγωγής, ως μοχλού πιέσεως για να επιλυόταν η μεταξύ των Αιτητών και του Καθ' ου η Αίτησις διαφορά προς το συμφέρον των Αιτητών» ο Αιτητής δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια κια, τέλος, ο Αιτητής εσκεμμένα δεν αποκάλυψε ουσιώδη στοιχεία. Για τους λόγους που η κυρία Ευριπίδου εξηγεί στην ένορκό της δήλωση που συνοδεύει την ένσταση είναι η θέση της ότι η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα υπέρ του Καθ' ου η αίτηση και εναντίον του Αιτητή. Δεν θα παραθέσω το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της κυρίας Ευριπίδου που συνοδεύει την ένσταση για λόγους που θα καταστούν έκδηλοι πιο κάτω. Αναφορά θα γίνει μόνο σε κάποια σημεία αυτής που κρίνω ότι είναι σκόπιμο. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων δεν περιορίσθηκαν στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την υπό κρίση αίτηση και την ένσταση αλλά προέβησαν ο καθένας σε αντεξέταση του ενόρκως δηλούντως της άλλης πλευράς κατόπιν σχετικών αιτημάτων που υπέβαλε η κάθε πλευρά προς την πιο πάνω κατεύθυνση και στα οποία δεν υπήρξε ένσταση από την άλλη. Έτσι, το Δικαστήριο στις 4.12.12 εξέδωσε εκ συμφώνου διάταγμα αντεξέτασης της κυρίας Στέλλας Ευριπίδου και εκ συμφώνου διάταγμα αντεξέτασης του κύριου Αντρέα Σπύρου αναφορικά με το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεών τους που υποστηρίζουν την ένσταση και την υπό κρίση αίτηση αντίστοιχα. Προτού υπεισέλθω στην εξέταση της υπό κρίση αίτησης επί της ουσίας θα εξετάσω πρώτα δύο ζητήματα. Το πρώτο άπτεται του ότι η ένσταση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση δικηγόρου, ζήτημα το οποίο έτυχε σχολιασμού και από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Αιτητή με την αγόρευσή του. Για τους λόγους που ο κύριος Ιωάννου αναπτύσσει στην αγόρευσή του είναι η θέση του ότι η ένορκος δήλωση της κυρίας Ευριπίδου που συνοδεύει την ένσταση δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη. Επί του του πιο πάνω θέματος υπάρχει πλούσια Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Αναφέρω ως ενδεικτικά της στάσης της Νομολογίας στο εν λόγω ζήτημα τα όσα λέχθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση D. Rybolovlev v. E. Rybolovleva και M. Holdings Ltd κ.α. ν. E. Rybolovleva, Πολιτικές Εφέσεις 130/09 και 131/09 ημερομηνίας 29.1.10 αναφορικά με ένορκη δήλωση που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη αίτησης με την οποία ζητούνταν παρεπίμπτοντα απαγορευτικά διατάγματα. Στις πιο πάνω υποθέσεις ένας από τους λόγους έφεσης ήταν και η κατ' ισχυρισμό αντικανονικότητα της ένορκης δήλωσης που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της αίτησης. Η εν λόγω ένορκος δήλωση είχε καταρτισθεί από δικηγόρο ο οποίος εργοδοτείτο από τους δικηγόρους της εφεσίβλητης - αιτήτριας. Υποστηρίχθηκε κατ' έφεση ότι ο δικηγόρος που ορκίσθηκε την ένορκο δήλωση έπρεπε απαραίτητα να δώσει ικανοποιητικές εξηγήσεις στην ένορκό του δήλωση ως προς τον λόγο για τον οποίο αδυνατούσε να ορκισθεί η αιτήτρια. Λέχθηκαν από το Εφετείο τα ακόλουθα: «Ως βάση και αιτιολογία υποβολής αυτού του λόγου έφεσης προβάλλεται από τον εφεσείοντα το γεγονός ότι η ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης με την οποία εκδόθηκαν τα προσβαλλόμενα διατάγματα, είχε καταρτισθεί από το δικηγόρο κ. Νεόφυτο Χ"Λοϊζου. Ο κ. Χ"Λοϊζου εργάζεται στο γραφείο των δικηγόρων που εκπροσωπούν την αιτήτρια, χωρίς όμως ο ίδιος να χειρίζεται την υπόθεσή της. Σύμφωνα με τον εφεσείοντα, αν και σύμφωνα με τις καθιερωθείσες από τη νομολογία αρχές, τυγχάνει ανεπιθύμητο, πλην όμως όχι ανεπίτρεπτο να ορκίζεται ως προς γεγονότα δικηγόρος και όχι ο ίδιος ο διάδικος, στην περίπτωση κατά την οποία ο ομνύων είναι δικηγόρος, θα πρέπει απαραίτητα στην ένορκη δήλωσή του να παρέχει ικανοποιητικές εξηγήσεις ως προς το γιατί ο ίδιος ο διάδικος αδυνατούσε να ορκισθεί ο ίδιος. Αυτή η αρχή, σύμφωνα με τον εφεσείοντα, εκπηγάζει από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Dulal Dulal v. Δημοκρατίας, Προσφυγή αρ. 1045/2005, ημερομηνίας 27.10.2005, την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο ερμήνευσε εσφαλμένα, προβαίνοντας σε διαφοροποίηση μεταξύ ενδιάμεσης και πρωτογενούς διαδικασίας και αρνούμενο να αγνοήσει την ένορκη δήλωση. Σε σχέση με τον πρώτο τούτο λόγο έφεσης, το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού επιλήφθηκε του σχετιζόμενου με το θέμα λόγου Ένστασης που είχε προβληθεί κατά της συνέχισης ισχύος των προσωρινών διαταγμάτων, αποφάνθηκε ως εξής: "Στην κρινόμενη περίπτωση με βάση τη φύση της αίτησης ως ενδιάμεσης και ορώμενη κάτω από το πλαίσιο της Διαταγής 48 και 39 επιτρέπουσα εξ ακοής μαρτυρία, εφ΄ όσον αποκαλύπτονται οι πηγές πληροφόρησης, κρίνω ότι δεν μπορώ να θεωρήσω άκυρη την ένορκη δήλωση του Ν. Χ"Λοϊζου αφού ο τελευταίος δηλώνει σαφώς τις πηγές πληροφόρησης του, την εξουσιοδότηση του καθώς και την κατοχή εγγράφων που επίσης του δίνουν δυνατότητα γνώσης. (Η υπόθεση Dulal Dulal - v - Κυπρ. Δημοκρατία Προσφ. 1045/05 ημερ. 27.10.05 στην οποία με παρέπεμψαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των καθ΄ων η αίτηση δεν αφορά ενδιάμεση αίτηση αλλά ένορκη δήλωση που συνοδεύει πρωτογενή αίτηση άλλης υφής. Βλ. In re Efthymiou

(1987)1 C.L.R. 28, Zeeland Navigation Co. Ltd - v - Banque Worms κ.α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 964, Thanos Hotels Ltd - v - Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036)." Το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, διέπεται από καλά καθιερωμένες αρχές που εκπηγάζουν από τη νομολογία. Αν χρειάζεται να τις συνοψίσουμε ξανά, θα λέγαμε ότι γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ΄ ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεσή του πελάτη του ως δικηγόρος. (Ahapittas v. Roc Chic Ltd
(1968)1 CLR 1, In re Efthymiou
(1987)1CLR 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 ΑΑΔ 1036). Στις πιο πάνω καλά καθιερωμένες αρχές δεν κρίνουμε ορθό να προσθέσουμε ή να αναγνωρίσουμε και άλλη αρχή σύμφωνα με την οποία εάν ο ομνύων είναι δικηγόρος και δεν επεξηγεί με επάρκεια γιατί προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο πελάτης του, τότε η ένορκη δήλωση πάσχει και θα πρέπει ν΄ αγνοηθεί ή απορριφθεί. Ούτε και συμφωνούμε ότι μια τέτοια απόλυτη αρχή εξάγεται από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Dulal Dulal (ανωτέρω). Απλά, στη προσφυγή εκείνη το Ανώτατο Δικαστήριο με μονομελή σύνθεση, το οποίο επιλαμβανόταν ενδιάμεσης αίτησης στο πλαίσιο προσφυγής για αναστολή εκτέλεσης διαταγμάτων απέλασης και κράτησης, έκρινε ότι θα έπρεπε ο ομνύων δικηγόρος να παράσχει κάποια εξήγηση γιατί προέβηκε ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο ίδιος ο αιτητής. Ενώ δε το Δικαστήριο εξέφρασε την άποψη ότι αυτός θα ήταν αρκετός λόγος γι΄ απόρριψη της αίτησης, εν τούτοις, προχώρησε και εξέτασε την ουσία της και την απέρριψε για άλλους λόγους, βασιζόμενο στα στοιχεία που παρατέθηκαν στην ένορκη δήλωση. Σημειώνεται ότι στην υπόθεση Dulal Dulal ο αιτητής, αν και ήταν υπήκοος της Μπαγκλαντές, κατά τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν στην Κύπρο αναμένοντας την έκβαση της αίτησής του. Υπ΄ εκείνες τις περιστάσεις κρίθηκε ότι χρειαζόταν μια εξήγηση ως προς το γιατί δεν κατάρτισε ο ίδιος την ένορκη δήλωση. Θα σημειώναμε εδώ, σε αντιδιαστολή, ότι το Ανώτατο Δικαστήριο με την ίδια μονομελή σύνθεση αποδέχτηκε ως κανονική ένορκη δήλωση δικηγόρου εκ μέρους αλλοδαπής αιτήτριας, εφόσον αυτή βρισκόταν στο εξωτερικό, χωρίς άλλη εξήγηση. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση Svetlana Shalaeva v. Δημοκρατίας, Προσφυγή αρ. 869/2005, Απόφαση ημερομηνίας 24.3.2006, επιλαμβανόμενο αίτησης της Δημοκρατίας για παροχή ασφάλειας εξόδων από την αλλοδαπή προσφεύγουσα, το ίδιο Δικαστήριο, και ορθά βέβαια, αποδέχθηκε και ενήργησε στη βάση Ένστασης που στηριζόταν σε ένορκη δήλωση δικηγόρου εκ μέρους της προσφεύγουσας-καθ΄ης η αίτηση, η οποία είχε ήδη απελαθεί και βρισκόταν στο εξωτερικό. Με αυτά ως δεδομένα, μπορούμε να δεχθούμε ως αρχή της νομολογίας αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών. Στην υπό εξέταση δε περίπτωση, σύμφωνα με τον ομνύοντα δικηγόρο, η αιτήτρια-εφεσείουσα είναι μόνιμη κάτοικος Ελβετίας η οποία έχει την φροντίδα ανήλικου τέκνου του ζεύγους και η οποία επιλαμβανόταν λήψης δικαστικών μέτρων στην Ελβετία και σε άλλες χώρες κατά τον ουσιώδη χρόνο. Αυτά τα στοιχεία, λαμβανόμενα υπόψη, μαζί με το στοιχείο του επικαλούμενου κατεπείγοντος του θέματος, δεν θα απαιτούσαν, κατά την άποψή μας την παροχή οποιωνδήποτε άλλων εξηγήσεων ως προς το γιατί τα αναγκαία γεγονότα τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου μέσω δικηγόρου ο οποίος αποκάλυψε ικανοποιητικά τις πηγές πληροφόρησής του. Ο πρώτος τούτος Λόγος Έφεσης επομένως δεν μπορεί να ευσταθήσει». Στην υπόθεση Γεώργιου Νικολάου ν. Total Properties Ltd κ.α. (Πολιτική Έφεση 124/10 ημερομηνίας 14.7.11 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Σ' αυτό το στάδιο και με δοσμένο το γεγονός ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για υποκατάστατη επίδοση, καταρτίστηκε από δικηγόρο, θεωρούμε σκόπιμο να προβούμε στις πιο κάτω επισημάνσεις, σε σχέση με το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ενόρκων δηλώσεων από δικηγόρους. Όπως έχουμε ήδη αναφέρει, η ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση για υποκατάστατη επίδοση της απαίτησης πληρωμής, είχε καταρτιστεί από το δικηγόρο του αιτητή κ. Γ. Παπαθεοδώρου, ο οποίος δεν χειρίστηκε την υπόθεση πρωτόδικα, την χειρίστηκε όμως κατ' έφεση. Συνιστά πάγια αρχή της νομολογίας μας ότι είναι ανεπιθύμητο να ορκίζεται ως προς τα γεγονότα δικηγόρος και όχι ο ίδιος ο διάδικος, εκτός βέβαια και αν αυτό είναι αναγκαίο, οπόταν και ο δικηγόρος, εφόσον έχει καταστήσει τον εαυτό του μάρτυρα γεγονότων, κωλύεται λόγω ασυμβιβάστου να συνεχίσει να ενεργεί ως δικηγόρος του διαδίκου πελάτη του. (In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319 και D. Rybolovlev v. E. Rybolovleva και M. Holdings Ltd. κ.ά. ν. E. Rybolovleva, Πολιτικές Εφέσεις αρ. 130/2009 και 131/2009, ημερομηνίας 29/1/2010). Στις περιπτώσεις δε όπου ο ομνύων είναι δικηγόρος, «κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών». (D. Rybolovlev και M. Holdings (πιο πάνω)). Στην υπό εξέταση περίπτωση καμιά εξήγηση δεν δίδεται ως προς τους λόγους που οδήγησαν στον καταρτισμό της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, από το δικηγόρο και όχι τον πελάτη. Αυτά ως επισημάνσεις για το γεγονός του καταρτισμού της ένορκης δήλωσης από τον κ. Παπαθεοδώρου». Στην υπόθεση Dulal Dulal v. Δημοκρατίας, Προσφυγή αρ. 1045/2005, ημερομηνίας 27.10.2005, που πιο πάνω μνημονεύεται, λέχθηκαν τα ακόλουθα από το Ανώτατο Δικαστήριο υπό την μονομελή του σύνθεση: «Επιστρέφοντας στα γεγονότα της δικής μας περίπτωσης παρατηρώ τα εξής: (α) Σύμφωνα με νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων Ahapittas v. Roc Chik Ltd
(1968)1 C.L.R. 1, in Re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 28, in Re An advocate
(1987)1 C.L.R. 319 και Thanos Hotels Ltd. v. Δημήτρης Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036) οι δικηγόροι δεν πρέπει να ορκίζονται αναφορικά με τα γεγονότα της υπόθεσης του πελάτη τους, εκτός όπου τούτο είναι απόλυτα αναγκαίο. Εδώ, όπως ήδη ανάφερα, δεν εξηγείται γιατί να μην ορκίζεται ο ίδιος ο αιτητής. Παρόλο που ο κ. Παύλος Ερωτοκρίτου δεν χειρίζεται την υπόθεση, ουσιαστικά η ένορκη δήλωση προέρχεται από τους δικηγόρους του αιτητή. Είμαι της άποψης ότι αυτός είναι αρκετός λόγος για απόρριψη της αίτησης ...». Τέλος, στην Αίτηση 90/10 ημερομηνίας 25.8.10 o αιτητής ζήτησε από το Ανώτατο Δικαστήριο άδεια για καταχώρηση αίτησης για έκδοση εντάλματος certiorari και prohibition. Η αίτηση συνοδεύετο από ένορκο δήλωση δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων του αιτητή. Η αίτηση απορρίφθηκε, μεταξύ άλλων, επειδή δεν δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση γιατί δεν ορκίσθηκε ο ίδιος ο αιτητής. Λέχθηκαν τα ακόλουθα από το Ανώτατο Δικαστήριο υπό την μονομελή του σύνθεση: «Μελέτησα την αίτηση και τα όσα ανάφερε κατά την αγόρευση ο ευπαίδευτος συνήγορος του αιτητή και για τους λόγους που εξηγώ στη συνέχεια έχω καταλήξει όπως η διακριτική μου ευχέρεια ασκηθεί ενάντια του αιτήματος: (α) ..................................................................................................................... (β) Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση δε γίνεται από τον ίδιο τον αιτητή αλλά ουσιαστικά από το δικηγόρο του χωρίς να δίδεται οποιαδήποτε εξήγηση γιατί να μην ορκιστεί ο ίδιος ο αιτητής. Υπάρχει αρκετή νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων Ahapittas v. Rock-Chick Ltd
(1968)1 C.L.R. 1, Lazarou (No. 1) v. Police
(1969)2 C.L.R. 53, In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 329, In re an Advocate
(1987)1 C.L.R. 319 και Thanos Hotels Ltd. v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036), ότι είναι ανεπιθύμητο να ορκίζονται οι δικηγόροι των διαδίκων για την υπόθεση των πελατών τους, εκτός αν τούτο είναι αναγκαίο. Στην τελευταία πιο πάνω υπόθεση, στη σελ. 1041, αναφέρθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Τελειώνοντας θα θέλαμε να σχολιάσουμε το γεγονός ότι η Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση έγινε από το συνήγορο των Αιτητών. Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει επανειλημμένα σχολιάσει το ανεπιθύμητο της πρακτικής αυτής και θα αναμέναμε ότι το φαινόμενο αυτό θα έπρεπε να είχε ήδη εκλείψει.» Όπως ήδη ανάφερα δεν υπάρχει εξήγηση γιατί να μην ορκιστεί ο ίδιος ο αιτητής ...». Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση προέρχεται ουσιαστικά από τους δικηγόρους του Καθ' ου η αίτηση αφού η κυρία Ευριπίδου που την ορκίσθηκε είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων του. Το πιο πάνω γεγονός καθιστά σύμφωνα με την Νομολογία που πιο πάνω παρατέθηκε την εξέταση της κανονικότητας της αναγκαία και επιβεβλημένη. Στην ένορκο δήλωση της κυρίας Ευριπίδου που συνοδεύει την ένσταση καμία εξήγηση δεν δίδεται γιατί αυτή δεν έγινε από τον Καθ' ου η αίτηση, αλλά από την ίδια. Κατά την αντεξέτασή της δε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Αιτητή ό,τι επί του προκειμένου η κυρία Ευριπίδου ανέφερε ήταν ότι ο Καθ' ου η αίτηση, όπως ο ίδιος την πληροφόρησε, κωλύετο λόγω προσωπικών οικογενειακών προβλημάτων να παρουσιασθεί στο Δικαστήριο για να υπογράψει ένορκο δήλωση. Ποια, όμως, ήταν τα προβλήματα αυτά η κυρία Ευριπίδου δεν γνώριζε. Ο Καθ' ου η αίτηση δεν είναι κάτοικος εξωτερικού, ούτε και διεφάνη να συντρέχουν οποιεσδήποτε άλλες εγγενείς δυσχέρειες που να μην του επέτρεπαν να υπογράψει ο ίδιος την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση. Υπό το φως των δοσμένων περιστάσεων και της Νομολογίας που πιο πάνω αναφέρθηκε απαιτείτο μια εξήγηση για το ότι την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση δεν την υπέγραψε ο ίδιος ο Καθ' ου η αίτηση αλλά δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων του. Η κυρία Ευριπίδου όφειλε δε να γνωρίζει και να είναι σε θέση να αναφέρει στο Δικαστήριο τι είδους προβλήματα ήταν αυτά που αντιμετώπιζε ο Καθ' ου η αίτηση και τα οποία σύμφωνα με ό,τι αναφέρθηκε από τον ίδιο σε αυτήν εμπόδιζαν τον Καθ' ου η αίτηση να προσέλθει στο Δικαστήριο για να υπογράψει την ένορκο δήλωση. Η απλή και γενικόλογη δήλωση της κυρίας Ευριπίδου ότι ο Καθ' ου η αίτηση εμποδιζόταν λόγω προσωπικών οικογενειακών προβλημάτων να προσέλθει στο Δικαστήριο για να υπογράψει ένορκη δήλωση δεν συνιστά ικανοποιητική εξήγηση υπό το φως των δοσμένων περιστάσεων και, ειδικότερα, στην απουσία μαρτυρίας που να εξειδικεύει τα προβλήματα αυτά και να παρέχει υλικό για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Η κυρία Ευριπίδου όφειλε να δώσει επαρκείς λεπτομέρειες για τα προβλήματα που σύμφωνα με ό,τι λέχθηκε στην ίδια από τον Καθ' ου η αίτηση εμπόδιζαν τον τελευταίο να προσέλθει στο Δικαστήριο για να υπογράψει ένορκη δήλωση. Αυτή δε αρκέσθηκε να πληροφορηθεί από τον Καθ' ου η αίτηση ό,τι επί του προκειμένου η ίδια ανέφερε κατά την αντεξέτασή της χωρίς να ενδιαφερθεί, όπως από την μαρτυρία της προκύπτει, να μάθει από τον Καθ' ου η αίτηση σε τι συνίσταντο τα προβλήματα αυτά ώστε να μπορεί να δικαιολογήσει το γεγονός ότι την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση την υπέγραψε η ίδια και όχι ο Καθ' ου η αίτηση. Με την πιο πάνω δήλωση της δεν παρέχεται η δυνατότητα στο Δικαστήριο να ελέγξει και αποφασίσει αν όντως η δικαιολογία που προσφέρεται είναι μια ικανοποιητική δικαιολογία. Θεωρώ, λοιπόν, ότι η εξήγηση που δόθηκε από την κυρία Ευριπίδου δεν είναι ικανοποιητική. Διαφορετική προσέγγιση θα ισοδυναμούσε με το θέμα αυτό να αφήνεται να αποφασίζεται από τον ίδιο τον διάδικο και όχι από το Δικαστήριο με αποτέλεσμα και η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να ασκείται στα τυφλά και όχι δικαστικά. Λόγοι τους οποίους ένας διάδικος θα θεωρούσε ως ικανοποιητικούς για το Δικαστήριο μπορεί να μην είναι ικανοποιητικοί. Για τους πιο πάνω λόγους και υπό το φως της Νομολογίας που πιο πάνω αναφέρθηκε κρίνω ότι η ένορκη δήλωση της κυρίας Ευριπίδου που συνοδεύει την ένσταση πάσχει και ότι αυτή σύμφωνα με την Νομολογία που πιο πάνω παρατέθηκε δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη και θα πρέπει να αγνοηθεί. Επίσης, θεωρώ ότι συντρέχει επιπρόσθετος λόγος για να μην λάβω υπόψη μου την ένορκη δήλωση της κυρίας Ευριπίδου που συνοδεύει την ένσταση. Η κυρία Ευριπίδου στην ένορκό της δήλωση που συνοδεύει την ένσταση αναφέρει ότι τα όσα η ίδια κατέγραψε στην εν λόγω ένορκο δήλωση τα πληροφορήθηκε από τον Καθ' ου η αίτηση τον οποίο θεωρεί αξιόπιστη πηγή. Κατά την αντεξέτασή της, όμως, δεν υποστήριξε τον πιο πάνω ισχυρισμό της που με την ένορκό της δήλωση πρόβαλε. Στην ουσία τον αναίρεσε αφού όταν της ζητήθηκε να εξηγήσει γιατί θεωρούσε τον Καθ' ου η αίτηση αξιόπιστο ό,τι απάντησε ήταν ότι δεν γνώριζε αν ο Καθ' ου η αίτηση ήταν αξιόπιστος και ότι - σε συνέχεια, προδήλως, της δήλωσής της αυτής - αν κατά πόσο τα όσα ο Καθ' ου η αίτηση την πληροφόρησε και η ίδια κατέγραψε στην ένορκό της δήλωση είναι αληθή ή όχι δεν μπορούσε να γνωρίζει. Προφανώς, γιατί όπως και ρητά δέχθηκε κατά την αντεξέτασή της μόνο μια φορά συνάντησε τον Καθ' ου η αίτηση στην ζωή της και συγκεκριμένα την ημέρα κατά την οποία ο Καθ' ου η αίτηση της ανέφερε αυτά που η ίδια κατέγραψε στην ένορκό της δήλωση. Οι πιο πάνω δηλώσεις της κυρίας Ευριπίδου έχουν σημασία. Ό,τι από αυτές με ευκρίνεια προκύπτει είναι ότι δεν δηλώνεται οποιαδήποτε πεποίθηση από μέρους της κυρίας Ευριπίδου ότι τα όσα αυτή εξέθεσε στην ένορκό της δήλωση που συνοδεύει την ένσταση είναι αληθή κατά παράβαση των προνοιών του θεσμού 2 της Διάταξης 39 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας ο οποίος προνοεί για το περιεχόμενο ενόρκων δηλώσεων και διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Affidavits shall be confined to such facts as the witness is able of his own knowledge to prove, but on interlocutory applications an affidavit may contain statements of information and belief, with the sources and grounds thereof .». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Οι ένορκες δηλώσεις θα πρέπει να περιορίζονται σε τέτοια γεγονότα που ο μάρτυρας είναι ικανός να αποδείξει εξ' ιδίας γνώσης, αλλά σε ενδιάμεσες αιτήσεις μια ένορκη δήλωση μπορεί να περιέχει δηλώσεις πληροφορίας και πίστης με τις πηγές και τους λόγους στους οποίους αυτές βασίζονται ...». Δεν μου διαφεύγει ότι σε κάποιες υποβολές του ευπαίδευτου συνηγόρου του Αιτητή η κυρία Ευριπίδου υπεραμύνθηκε των αντίστοιχων δηλώσεων του Καθ' ου η αίτηση προς αυτή, γεγονός το οποίο συνηγορεί με την άποψη ότι αυτή υιοθετεί την αλήθεια των δηλώσεων αυτών και από το οποίο έμμεσα προκύπτει ότι δίδει πίστη στα όσα της λέχθηκαν από τον Καθ' ου η αίτηση και υπεραμύνθηκε. Αναφέρομαι ενδεικτικά στην θέση που πρόβαλε εις απάντηση δύο υποβολών που της τέθηκαν κατά την αντεξέτασή της από τον κύριο Ιωάννου. Συγκεκριμένα της υπεβλήθη, πρώτο, ότι δεν υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα που εμπόδιζε τον Καθ' ου η αίτηση να υπογράψει αυτός την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση και όχι η ίδια και, δεύτερο, ότι δεν καταχωρήθηκε εναντίον του Καθ' ου η αίτηση η ποινική υπόθεση που αναφέρει στην ένορκό της δήλωση. Η κυρία Ευριπίδου επέμεινε ότι συνέτρεχε προσωπικό πρόβλημα και ότι η πιο πάνω υπόθεση καταχωρήθηκε. Ως πρώτο σχόλιο θα πρέπει να λεχθεί ότι οι πιο πάνω δηλώσεις της κυρίας Ευριπίδου άπτονται των ζητημάτων εκείνων για τα οποία εξειδικευμένα ρωτήθηκε από τον κύριο Ιωάννου και από αυτές δεν μπορεί να εξαχθεί ως συμπέρασμα ότι το ίδιο συμβαίνει και για όλους τους υπόλοιπους ισχυρισμούς της που προέβαλε με την ένορκή της δήλωση. Σε άλλα πάλι σημεία, τα οποία δεν ήταν λίγα, υποστήριξε ότι τα όσα κατέγραψε στην ένορκό της δήλωση είναι αυτά που της ανέφερε ο Καθ' ου η αίτηση αφήνοντας να νοηθεί ότι για τον λόγο που διά ζώσης υποστήριξε, ήτοι ότι δεν γνωρίζει αν ο Καθ' ου η αίτηση είναι αξιόπιστος, δεν μπορεί και να γνωρίζει αν αυτά είναι αληθή ή όχι. Κρίνω ότι ό,τι έχει σημασία για το υπό συζήτηση ζήτημα είναι οι επίμαχες δηλώσεις της κυρίας Ευριπίδου που πιο πάνω αναφέρθηκαν. Από αυτές εύλογα προκύπτει ότι η κυρία Ευριπίδου ακόμα και στα σημεία που υπεραμύνθηκε των ισχυρισμών του Καθ' ου η αίτηση κατά την αντεξέτασή της στην πραγματικότητα δεν πιστεύει ότι τα όσα κατέγραψε στην ένορκό της δήλωση και υπεραμύνθηκε είναι αληθή. Επομένως, το γεγονός ότι αυτή κατά την αντεξέτασή της υπεραμύνθηκε κάποιων ισχυρισμών του Καθ' ου η αίτηση όπως και το ότι κατά την επανεξέτασή της υιοθέτησε το περιεχόμενο της ένορκής της δήλωσης δεν αποτελούν στοιχεία ικανά να ανατρέψουν την σκέψη που εύλογα δημιουργούν κατά την κρίση μου στο μυαλό κάθε λογικού ανθρώπου οι πιο πάνω δηλώσεις της. Υπό το φως των πιο πάνω και αφ' ης στιγμής από την αντεξέταση της κυρίας Ευριπίδου προέκυψε ότι αυτή δεν έχει πίστη στην αλήθεια των όσων της ανέφερε ο Καθ' ου η αίτηση και η ίδια κατέγραψε στην ένορκό της δήλωση, που είναι ό,τι ευκρινώς προκύπτει από την δήλωσή της και μόνο ότι δεν γνωρίζει αν ο Καθ' ου η αίτηση είναι αξιόπιστος, η ένορκός της δήλωση πάσχει και γι' αυτό τον λόγο και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Στην προκείμενη περίπτωση όχι μόνο δεν δηλώνεται οποιαδήποτε πεποίθηση από την κυρία Ευριπίδου ότι τα όσα έχει πληροφορηθεί από τον Καθ' ου η αίτηση και η ίδια κατέγραψε στην ένορκό της δήλωση είναι αληθή, αλλά και ρητά δηλώνεται από την ομνύσασα ότι δεν πιστεύει ότι το πρόσωπο από το οποίο πληροφορήθηκε τα γεγονότα που κατέγραψε στην ένορκό της δήλωση είναι αξιόπιστο. Στην υπόθεση Louis Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ κ.α.
(1992)1 ΑΑΔ 1453 λέχθηκε ότι: «Η μαρτυρία η οποία υποστηρίζει την αίτηση παρέχεται με ένορκη δήλωση, όπως προβλέπεται στη Δ.48. Η ένορκη δήλωση πρέπει να συνάδει με τους κανόνες που διέπουν τον καταρτισμό της και προβλέπονται στη Δ.39». Η ένορκη δήλωση της κυρίας Ευριπίδου η οποία συνοδεύει την ένσταση παραβιάζει τις πρόνοιες της Δ.39, θ.2 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας εφόσον οι ισχυρισμοί της κυρίας Ευριπίδου που εκτίθενται σε αυτήν δεν είναι με πίστη ως προς την αλήθεια τους. Υπό το φως του αποσπάσματος από την υπόθεση Louis Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ κ.α.
(1992)1 ΑΑΔ 1453 που πιο πάνω μνημονεύεται είναι αντικανονική. Το ότι η κυρία Ευριπίδου κατά την επανεξέτασή της υιοθέτησε το περιεχόμενο της ένορκής της δήλωσης δεν μπορεί να αναιρέσει ό,τι εύλογα προκύπτει από τις πιο πάνω επίμαχες δηλώσεις της. Τουναντίον, από αυτές προκύπτει ότι ο πιο πάνω ισχυρισμός της καθώς και το γεγονός ότι κατά την αντεξέτασή της υπεραμύνθηκε κάποιων ισχυρισμών του Καθ' ου η αίτηση δεν μπορούν να ληφθούν σοβαρά υπόψη. Σημειώνεται ότι εν' όψει της κατάληξής μου ότι η ένορκη δήλωση της κυρίας Ευριπίδου που συνοδεύει την ένσταση για τους λόγους που πιο πάνω αναλύθηκαν δεν θα ληφθεί υπόψη, για τους ίδιους λόγους δεν θα ληφθεί υπόψη και η διά ζώσης μαρτυρία της κυρίας Ευριπίδου η οποία δόθηκε από την ίδια αντεξεταζόμενη επί του περιεχομένου της ένορκής της δήλωσης καθώς και το μέρος αυτής που άπτεται θεμάτων για τα οποία η κυρία Ευριπίδου δεν είχε κάνει ρητή αναφορά στην ένορκό της δήλωση, αφού, όπως από την διά ζώσης μαρτυρία της προκύπτει, και αυτούς τους ισχυρισμούς η κυρία Ευριπίδου τους πληροφορήθηκε από τον Καθ' ου η αίτηση για τον οποίο, όπως και ενωρίτερα είδαμε, η κυρία Ευριπίδου ανέφερε ότι δεν γνωρίζει αν είναι αξιόπιστος. Ειδικότερα, αναφέρομαι στα όσα η κυρία Ευριπίδου ανέφερε για την εταιρεία Bergerburg Ltd και την υπό αυτής ισχυριζόμενη ανάμειξη της εν λόγω εταιρείας στην διαχείρηση του υποστατικού. Κατ' επέκταση, δεν δέχομαι ούτε την θέση της ότι η πιο πάνω εταιρεία είχε συμβατική σχέση με τον Αιτητή. Χώρια που με τον απλό και γενικόλογο ισχυρισμό ότι η εν λόγω εταιρεία διαχειριζόταν το υποστατικό δεν προκύπτει να ευσταθεί η θέση που η κυρία Ευριπίδου πρόβαλε κατά την αντεξέταση ότι η εν λόγω εταιρεία είχε συμβατική σχέση με τον Αιτητή. Επί του προκειμένου ό,τι έχει σημασία είναι ότι συμβαλλόμενο μέρος στην συμφωνία ενοικίασης δεν είναι η πιο πάνω εταιρεία, αλλά ο Καθ' ου η αίτηση. Επομένως, και αν ακόμα δεχόμουν ότι ο Καθ' ου η αίτηση είναι διευθυντής της πιο πάνω εταιρείας και ότι η τελευταία ανέλαβε την διαχείριση του υποστατικού, όπως υπέδειξε η κυρία Ευριπίδου κατά την αντεξέτασή της, αυτό δεν θα μετάβαλλε την συμφωνία ενοικίασης, ούτε και θα καθιστούσε την πιο πάνω εταιρεία ενοικιαστή του υποστατικού. Ενοικιαστής παραμένει ο Καθ' ου η αίτηση. Θα πρέπει, όμως, να λεχθεί ότι η προσπάθεια του ευπαίδευτου συνηγόρου του Αιτητή κατά την αντεξέταση της κυρίας Ευριπίδου να αμφισβητήσει την καταχώρηση της ποινικής υπόθεσης με αριθμό 8861/11 δεν υπαγορεύονταν από το μαρτυρικό υλικό που παρουσιάσθηκε από την πλευρά του Αιτητή. Καθότι με την ένορκό του δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση ο κύριος Σπύρου όχι μόνο δεν αρνείται την καταχώρηση της πιο πάνω υπόθεσης, αλλά με την παράγραφο 30 αυτής ρητά την δέχεται. Στην εν λόγω παράγραφο αναφέρεται επιπλέον ότι κατηγορούμενη 1 στην πιο πάνω υπόθεση ήταν η εταιρεία Bergerburg Ltd και κατηγορούμενος 2 ο Καθ' ου η αίτηση. Δεν συνάδει, επίσης, με άλλη υποβολή του κύριου Ιωάννου σύμφωνα με την οποία η καταχώρηση της πιο πάνω υπόθεσης διαπιστώθηκε από την πλευρά του Αιτητή κατόπιν έρευνας που έγινε στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Εν' όψει της απόφασής μου να μην δεχθώ την ένορκο δήλωση της κυρίας Ευριπίδου δεν δέχομαι, επίσης, ότι κατηγορούμενος στην πιο πάνω υπόθεση ήταν και ο Αιτητής - όπως ευκρινώς προκύπτει από την ένορκο δήλωση της κυρίας Ευριπίδου στην οποία αναφέρεται ότι κατηγορούμενοι στην πιο πάνω υπόθεση ήταν και οι ιδιοκτήτες - αφού σε ένα τέτοιο γεγονός ο κύριος Σπύρου δεν κάνει αναφορά στην δική του ένορκο δήλωση. Ούτε και την κατηγορία την οποία σύμφωνα με την ένορκο δήλωση της κυρίας Ευριπίδου αντιμετώπιζε ο Καθ' ου η αίτηση στην πιο πάνω υπόθεση. Υπενθυμίζεται ότι από την πλευρά του Αιτητή ό,τι επί του προκειμένου είναι αποδεκτό είναι μόνο ότι η πιο πάνω υπόθεση καταχωρήθηκε και ότι κατηγορούμενοι σε αυτήν ήταν ο Καθ' ου η αίτηση και η εταιρεία Bergerburg Ltd και τίποτε άλλο. Από την διά ζώσης μαρτυρία της κυρίας Ευριπίδου δέχομαι μόνο ότι ο Καθ' ου η αίτηση καταχώρησε αγωγή εναντίον του Αιτητή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού. Αντίγραφο της αγωγής αυτής επισυνάπτεται στην ένορκο δήλωση του κύριου Σπύρου ως Τεκμήριο Κ. Και, επίσης, ότι εκτός από την ημέρα κατά την οποία η κυρία Ευριπίδου συνάντησε τον Καθ' ου η αίτηση για να της αναφέρει τα γεγονότα η κυρία Ευριπίδου δεν συνάντησε ποτέ άλλοτε τον Καθ' ου η αίτηση. Αντεξεταζόμενη η κυρία Ευριπίδου και ερωτηθείσα αν μέχρι σήμερα ο Καθ' ου η αίτηση εξακολουθεί να έχει το υποστατικό στην κατοχή του και να μην το έχει παραδώσει στον Αιτητή η κυρία Ευριπίδου ανέφερε ότι ο Καθ' ου η αίτηση δεν της είπε κάτι τέτοιο υπονοώντας ότι επί του προκειμένου ο πρώτος δεν της είχε κάνει νύξη. Ξενίζει ο πιο πάνω ισχυρισμός καθώς και η όλη στάση της κυρίας Ευριπίδου επί του προκειμένου, αφού ο εν λόγω ισχυρισμός δεν συνάδει με το όλο πνεύμα της ένστασης και τους λόγους επί των οποίων αυτή στηρίζεται και δη τους λόγους ένστασης υπό παραγράφους Α και Γ. Σύμφωνα με τον λόγο ένστασης υπό παράγραφο Α δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Σύμφωνα με τον λόγο ένστασης υπό παράγραφο Γ η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε κακόπιστα και καταχρηστικά έχοντας ως μοναδικό αλλότριο κίνητρο και στόχο την χρήση ενός παρεπίμπτοντος διατάγματος «που πιθανώς να εκδίδετο από το δικαστήριο στα πλαίσια της πιο πάνω με αριθμό και τίτλο αγωγής, ως μοχλού πιέσεως για να επιλυόταν η μεταξύ των Αιτητών και του Καθ' ου η Αίτησις διαφορά προς το συμφέρον των Αιτητών». Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι υπάρχει ευκρινώς ένσταση στην έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων, μεταξύ των οποίων και διάταγμα παράδοσης ελεύθερης κατοχής, πράγμα που συνηγορεί με το ότι θέση της πλευράς του Καθ' ου η αίτηση είναι ότι ο τελευταίος εξακολουθεί να έχει το υποστατικό στην κατοχή του. Παρά την απόφασή μου να μην δεχθώ την ένορκο δήλωση της κυρίας Ευριπίδου αισθάνομαι την ανάγκη να πω - αν και μόνο υπό μορφή σχόλιου - πως κάποιοι ισχυρισμοί της κυρίας Ευριπίδου που σε αυτήν αναφέρονται δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα ή και δεν συνάδουν ο ένας με τον άλλο. Στην παράγραφο 8 της ένορκής της δήλωσης η κυρία Ευριπίδου αναφέρει ότι κατά την ημέρα υπογραφής του ενοικιαστηρίου ο Αιτητής έδωσε «ρητή δέσμευση» προς τον Καθ' ου η αίτηση ότι το υποστατικό από την ημερομηνία εκείνη και επέκεινα θα ήταν έτοιμο να χρησιμοποιηθεί ως καφεστιατόριο νόμιμα. Με την λέξη «νόμιμα», προδήλως, εννοείτο σε συνδυασμό με το περιεχόμενο ολόκληρης της πιο πάνω παραγράφου ότι το υποστατικό θα διέθετε και άδεια λειτουργίας ως τέτοιο. Ο ίδιος ισχυρισμός αναφέρεται και στις παραγράφους 12 και 13 της ένορκής της δήλωσης, αν και στην παράγραφο 12 η κυρία Ευριπίδου κάνει αναφορά σε ρητή διαβεβαίωση του Αιτητή. Επίσης, η υπό της κυρίας Ευριπίδου ισχυριζόμενη ρητή διαβεβαίωση ή δέσμευση συναρτάται και με την αποπεράτωση των εργασιών στο υποστατικό. Στην παράγραφο 13 της ένορκής της δήλωσης η κυρία Ευριπίδου αναφέρει ότι ο Αιτητής με το να μην προβεί στην αποπεράτωση των εργασιών στο υποστατικό παρέβη την πιο πάνω ρητή διαβεβαίωση που έδωσε προς τον Καθ' ου η αίτηση. Από τα πιο πάνω καθώς και την διά ζώσης μαρτυρία της κυρίας Ευριπίδου προκύπτει ότι θέση της είναι ότι η ρητή δέσμευση για την οποία η κυρία Ευριπίδου κάνει αναφορά στην ένορκό της δήλωση δόθηκε προφορικά στον Καθ' ου η αίτηση από τον Αιτητή. Ενδεικτική είναι η δήλωση της κυρίας Ευριπίδου κατά την αντεξέτασή της ότι δεν γνωρίζει αν ήταν όρος του ενοικιαστηρίου η αποπεράτωση των εργασιών από τον Αιτητή αν και δήλωσε ότι γνωρίζει το περιεχόμενό του. Σε αντίθεση με ό,τι εύλογα προκύπτει ως συμπέρασμα από τους πιο πάνω ισχυρισμούς της κυρίας Ευριπίδου η τελευταία στην παράγραφο 8 της ένορκής της δήλωσης αναφέρει, επίσης, ότι η μη συμπλήρωση των εργασιών στο υποστατικό εξ' αιτίας της οποίας ο Αιτητής δεν μπορούσε να υποβάλει αίτηση στις αρμόδιες αρχές για εξασφάλιση άδειας λειτουργίας σύμφωνα με την ίδια αποτελούσε και παράβαση από μέρους του Αιτητή όρου του ενοικιαστηρίου. Επίσης, στην παράγραφο 12 της ένορκής της δήλωσης η κυρία Ευριπίδου ισχυρίζεται ότι ήταν όρος του ενοικιαστηρίου ότι το υποστατικό θα ήταν έτοιμο να χρησιμοποιηθεί ως καφεστιατόριο από την ημέρα της υπογραφής του. Μόνο που το ενοικιαστήριο δεν περιέχει όρο που να προνοεί για εκτέλεση και/ή συμπλήρωση εργασιών από τον Αιτητή, ούτε και όρο προς την κατεύθυνση ότι το υποστατικό θα ήταν έτοιμο, όπως η κυρία Ευριπίδου εννοούσε τον όρο, να χρησιμοποιηθεί ως καφεστιατόριο από την ημέρα της υπογραφής του ως ήταν, επίσης, η θέση της κυρίας Ευριπίδου. Στην παράγραφο 15 της ένορκής της δήλωσης η κυρία Ευριπίδου αναφέρει ότι η αθέτηση της υπόσχεσης του Αιτητή προς τον Καθ' ου η αίτηση, που ως εκ της πιο πάνω παραγράφου αλλά και το υπόλοιπο μέρος της ένορκης δήλωσης της κυρίας Ευριπίδου προκύπτει δόθηκε προφορικά, ότι ο Αιτητής θα υπέβαλλε στις αρμόδιες αρχές σχετική αίτηση συνοδευόμενη από υπογραμμένα σχέδια για έκδοση άδειας λειτουργίας του υποστατικού ως καφεστιατόριο συνιστούσε παράβαση ουσιώδη όρου και/ή εγγυητικής διαβεβαίωσης του ενοικιαστηρίου. Στην παράγραφο 19 της ένορκής της δήλωσης η κυρία Ευριπίδου επαναλαμβάνει ότι η συμπεριφορά που αυτή καταλογίζει στον Καθ' ου η αίτηση συνιστά παράβαση ουσιώδη όρου και/ή εγγυητικής διαβεβαίωσης του ενοικιαστηρίου, κάτι το οποίο επαναλαμβάνεται και στην παράγραφο 20 της ένορκής της δήλωσης. Το ενοικιαστήριο δεν περιέχει, όμως, όρο που να προνοεί για όσα πιο πάνω η κυρία Ευριπίδου υποστήριξε. Όταν δε ζητήθηκε από την κυρία Ευριπίδου κατά την αντεξέταση να υποδείξει από το ενοικιαστήριο που καταχωρήθηκε ως τεκμήριο στην ένορκο δήλωση του κύριου Σπύρου ποιος ήταν ο όρος του ενοικιαστηρίου που παρέβη ο Αιτητής αυτή δεν ήταν σε θέση να προβεί σε υπόδειξη. Περιορίσθηκε μόνο να αναφέρει ότι οι πιο πάνω ισχυρισμοί της ήταν ό,τι είχε αναφερθεί σε αυτήν από τον Καθ' ου η αίτηση. \ Κατά την αντεξέταση του ο κύριος Σπύρου δέχθηκε ότι το ενοικιαστήριο δεν περιείχε όρο που να προνοεί ότι ο Καθ' ου η αίτηση είχε την υποχρέωση να εξασφαλίσει άδεια λειτουργίας του υποστατικού ως καφεστιατόριο. Επέμεινε, όμως, στον ισχυρισμό του, ο οποίος προβάλλεται και στην ένορκό του δήλωση, ότι ο Αιτητής δεν είχε τέτοια υποχρέωση και ότι η ανάληψη μιας τέτοιας υποχρέωσης από τον Καθ' ου η αίτηση ήταν εξ' όσων είχε πληροφορηθεί από νυν μέλη του Αιτητή που ήταν και μέλη του τότε Κοινοτικού Συμβουλίου αποτέλεσμα προφορικής συμφωνίας μεταξύ του Καθ' ου η αίτηση και του τότε Κοινοτικού Συμβουλίου. Ο κύριος Κυπρίζογλου αμφισβήτησε τον πιο πάνω ισχυρισμό υποβάλλοντας στον κύριο Σπύρου ότι καμία συμφωνία δεν είχε γίνει μεταξύ του Καθ' ου η αίτηση και του τότε Κοινοτικού Συμβουλίου προς την πιο πάνω κατεύθυνση. Αυτός ήταν και ο λόγος που σύμφωνα με τον κύριο Κυπρίζογλου ο κύριος Σπύρου δεν ανέφερε τον πιο πάνω ισχυρισμό στην ένορκό του δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Εν' όψει της απόφασής μου να μην λάβω υπόψη την ένορκο δήλωση της κυρίας Ευριπίδου η πιο πάνω θέση, ότι, δηλαδή, ουδέποτε συμφώνησε ο Καθ' ου η αίτηση με το τότε Κοινοτικό Συμβούλιο ότι θα αναλάμβανε την υποχρέωση να εξασφαλίσει την άδεια λειτουργίας, που είναι ό,τι ευκρινώς προκύπτει από την ένορκο δήλωση της κυρίας Ευριπίδου, είναι αστήρικτη από μαρτυρία και ως εκ τούτου καμία βαρύτητα δεν μπορεί να προσδοθεί σε αυτήν. Είναι, επίσης, σημαντικό να λεχθεί ότι ο κύριος Κυπρίζογλου δεν υπέβαλε στον κύριο Σπύρου οποιαδήποτε θετική θέση επί του πιο πάνω ζητήματος. Προς την κατεύθυνση, για παράδειγμα, ότι, ναι μεν, δόθηκε υπόσχεση ή δέσμευση για εξασφάλιση της άδειας, αλλά ότι η υπόσχεση αυτή δεν δόθηκε από τον Καθ' ου η αίτηση αλλά από το τότε Κοινοτικό Συμβούλιο προς τον Καθ' ου η αίτηση και, μάλιστα, πριν την έναρξη της λειτουργίας του υποστατικού ως καφεστιατόριο ως ήταν η θέση την οποία πρόβαλε η κυρία Ευριπίδου στην ένορκό της δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση. Από την πιο πάνω υποβολή του κύριου Κυπρίζογλου δεν κρίνω πως συνάγεται ότι θέση του είναι ότι το τότε Κοινοτικό Συμβούλιο συμφώνησε με τον Καθ' ου η αίτηση όπως ο πρώτος εξασφαλίσει την άδεια λειτουργίας για το υποστατικό. Υπό το φως των πιο πάνω η υποβολή του κύριου Σπύρου κρίνω πως δεν προωθεί την υπόθεση του Καθ' ου η αίτηση, για όλους δε τους λόγους που πιο πάνω αναφέρθηκαν δεν είναι ικανή να διασαλεύσει τα όσα επί του προκειμένου υποστήριξε ο κύριος Σπύρου στην ένορκό του δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Βεβαίως και να υποδείκνυε ο κύριος Κυπρίζογλου οποιαδήποτε θέση επί του προκειμένου ή την θέση που η κυρία Ευριπίδου πρόβαλε στην ένορκό της δήλωση, αυτή θα ήταν άνευ σημασίας αφ' ης στιγμής αυτή δεν θα υποστηριζόταν από μαρτυρία με δεδομένη την απόφασή μου να μην λάβω υπόψη την ένορκο δήλωση της κυρίας Ευριπίδου. Ο κύριος Κυπρίζογλου αμφισβήτησε, επίσης, τον ισχυρισμό που πρόβαλε ο κύριος Σπύρου κατά την αντεξέτασή του σύμφωνα με τον οποίο για τον ισχυρισμό του που εκτίθεται στην παράγραφο 25 της ένορκής του δήλωσης, ότι, δηλαδή, ο Καθ' ου η αίτηση ουδέποτε αποτάθηκε στις αρμόδιες αρχές για την εξασφάλιση της άδειας, πληροφορήθηκε από τα μέλη του τότε Κοινοτικού Συμβουλίου που τυγχάνει να είναι και νυν μέλη του Αιτητή. Βεβαίως, με την πιο πάνω θέση δεν θεωρώ ότι ο κύριος Κυπρίζογλου υπό το φως και των εν γένει θέσεών του δεχόταν ότι ο Καθ' ου η αίτηση όντως αποτάθηκε στις αρμόδιες αρχές για την εξασφάλιση της άδειας και, επομένως, ότι σύμφωνα με την πλευρά του Καθ' ου η αίτηση αυτός υπείχε και τέτοια υποχρέωση. Αυτό που θεωρώ ότι υποβόσκει στην πιο πάνω θέση του ευπαίδευτου συνήγορου του Καθ' ου η αίτηση είναι ότι αφ' ης στιγμής ο Καθ' ου η αίτηση δεν είχε τέτοια υποχρέωση δεν θα μπορούσε και να είχε προβεί σε ενέργειες για εξασφάλιση της άδειας. Η υποβολή δεν είναι ικανή να διασαλεύσει τους πιο πάνω ισχυρισμούς του κύριου Σπύρου. Τουναντίον, κρίνω ότι αφ' ης στιγμής σύμφωνα με την ένορκο δήλωση του κύριου Σπύρου καμία άδεια λειτουργίας δεν έχει εκδοθεί μέχρι σήμερα, κάτι το οποίο δεν αμφισβήτησε ούτε και ο κύριος Κυπρίζογλου κατά την αντεξέταση του πρώτου, και αφ' ης στιγμής θέση του Αιτητή, όπως αυτή καταμαρτυρείται από την ένορκο δήλωση του κύριου Σπύρου, είναι ότι τα μέρη στην συμφωνία ενοικίασης συμφώνησαν όπως ο Καθ' ου η αίτηση είχε την υποχρέωση να εξασφαλίσει την άδεια λειτουργίας λογικό είναι και αναμενόμενο όπως τα πρόσωπα τα οποία ο κύριος Σπύρου ανέφερε ότι τον πληροφόρησαν τα πιο πάνω τον πληροφόρησαν τα όσα αυτός ισχυρίσθηκε. Ο κύριος Σπύρου αμφισβήτησε, επίσης, μέρος των ισχυρισμών του κύριου Σπύρου που εκτίθενται στην παράγραφο 27 της ένορκής του δήλωσης. Σύμφωνα με την εν λόγω παράγραφο ο Καθ' ου η αίτηση γνώριζε από τον πεθερό του και πρώην Κοινοτάρχη ότι το υποστατικό στερείτο άδειας λειτουργίας. Επίσης, ο Καθ' ου η αίτηση ανέλαβε να εξασφαλίσει την πιο πάνω άδεια πλην όμως παρέλειψε να προβεί στις κατάλληλες ενέργειες. Υποβλήθηκε στον κύριο Σπύρου από τον κύριο Κυπρίζογλου ότι καμίας τέτοιας πληροφόρησης δεν είχε τύχει ο κύριος Σπύρου από τον πρώην γραμματέα του Κοινοτικού Συμβουλίου και νυν γραμματέα του Αιτητή ως ήταν η θέση του κύριου Σπύρου. Εις απάντηση ο κύριος Σπύρου επέμεινε στον ισχυρισμό του περαιτέρω προβάλλοντας ότι ήταν στα καθήκοντα του γραμματέα να τον πληροφορήσει και να τον ενημερώσει για τα γεγονότα που αφορούσαν στην υπόθεση. Ο κύριος Κυπρίζογλου υπέβαλε, τότε, στον κύριο Σπύρου ότι και αν ακόμα έτσι είχαν τα πράγματα ουδέποτε ο Ευαγόρου πληροφόρησε τον Καθ' ου η αίτηση ως ο κύριος Σπύρου ισχυρίσθηκε και ότι ουδέποτε ο Ευαγόρου είπε στον Καθ' ου η αίτηση να εξασφαλίσει την άδεια. Ο κύριος Σπύρου επέμεινε στον ισχυρισμό του προβάλλοντας ως δικαιολογία ότι η πληροφόρηση του γραμματέα για τα όσα ο κύριος Σπύρου πιο πάνω ισχυρίσθηκε έλαβε χώρα σε συνεδρία του τότε Κοινοτικού Συμβουλίου στην οποία ο γραμματέας ήταν παρών. Σημειώνεται αν και μόνο υπό μορφή σχολίου ότι με την ένορκό της δήλωση η κυρία Ευριπίδου προχωρεί ένα βήμα πιο μπροστά προβάλλοντας στην ένορκή της δήλωση ότι ο Αιτητής απέκρυψε από τον Καθ' ου η αίτηση, αφενός, ότι το υποστατικό δεν είχε άδεια λειτουργίας καφεστιατορίου, αφετέρου, ότι αυτό δεν μπορούσε να λειτουργήσει ως καφεστιατόριο χωρίς μια τέτοια άδεια. Υποβόσκει, βέβαια, στον πιο πάνω ισχυρισμό της κυρίας Ευριπίδου ότι αυτός που απέκρυψε από τον Καθ' ου η αίτηση τα πιο πάνω ήταν ο πεθερός του. Ο κύριος Σπύρου υποστήριξε τους πιο πάνω ισχυρισμούς του με σταθερότητα και θετικότητα. Ανέφερε τις πηγές της πληροφόρησής του και δήλωσε την πεποίθησή του για την αλήθεια των όσων πληροφορήθηκε. Επίσης, η δικαιολογία που αυτός πρόβαλε για την ενημέρωση που έτυχε από τον γραμματέα είναι λογική και πειστική. Ο γραμματέας είχε καθήκον να τον πληροφορήσει για τα τεκταινόμενα στα οποία ήταν και παρών. Συν τοις άλλοις, η θέση του κύριου Κυπρίζογλου ότι ο Καθ' ου η αίτηση ουδέποτε έτυχε από τον Ευαγόρου της πληροφόρησης που ισχυρίζεται ο κύριος Σπύρου είναι αστήρικτη από μαρτυρία αφού για τους λόγους που ενωρίτερα εξήγησα η ένορκη δήλωση της κυρίας Ευριπίδου δεν θα ληφθεί υπόψη. Για τους πιο πάνω λόγους ούτε οι πιο πάνω υποβολές του κύριου Κυπρίζογλου είναι ικανές να διασαλεύσουν τους ισχυρισμούς του κύριου Σπύρου που αναφέρονται στην παράγραφο 27 της ένορκής του δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Υπεβλήθη, επίσης, στον κύριο Σπύρου από τον κύριο Κυπρίζογλου ότι αφ' ης στιγμής δεν έχει προσωπική γνώση για όσα με την ένορκό του δήλωση ο πρώτος υποστήριξε, αφού, όπως και ο ίδιος υποστήριξε, πληροφόρηση άντλησε από τρίτους, δεν μπορεί να είναι και σίγουρος ότι και τα όσα στην ένορκό του δήλωση αναφέρει είναι αληθή. Επισημαίνεται ότι στην παράγραφο 1 της ένορκής του δήλωσης ο κύριος Σπύρου αναφέρει ότι γνωρίζει πλήρως τα γεγονότα της παρούσης υπόθεσης. Κατά την αντεξέταση διεφάνη ότι δεν είχε προσωπική γνώση των γεγονότων αυτών, αφού όπως ο ίδιος ενδεικτικά ανέφερε, κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν ήταν μέλος του Κοινοτικού Συμβουλίου και ότι τα γεγονότα της υπόθεσης τα πληροφορήθηκε από τον γραμματέα του τότε Κοινοτικού Συμβουλίου που τυγχάνει να είναι και γραμματέας του νέου Κοινοτικού Συμβουλίου, ήτοι του Αιτητή, καθώς και από παλιά μέλη του τότε Κοινοτικού Συμβουλίου που τυγχάνει να είναι και μέλη του Αιτητή. Δεν θεωρώ ότι ο ισχυρισμός περί πλήρους γνώσης των γεγονότων που ο κύριος Σπύρου πρόβαλε στην ένορκό του δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση δεν συνάδει με ό,τι αναφορικά με την γνώση του για τα γεγονότα ο κύριος Σπύρου υποστήριξε κατά την αντεξέτασή του. Πλήρης γνώση των γεγονότων δεν σημαίνει κατ' ανάγκη και προσωπική γνώση αυτών. Υπό το φως των πιο πάνω δεν θεωρώ πως επί του προκειμένου ζητήματος υπάρχει αντίθεση μεταξύ των ισχυρισμών του κύριου Σπύρου που εκτίθενται στην παράγραφο 1 της ένορκής του δήλωσης και των όσων επί του προκειμένου αυτός υποστήριξε κατά την αντεξέτασή του. Περαιτέρω, όπως και πιο κάτω λεπτομερώς υποδεικνύεται η διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος δεν προσφέρεται για εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων και το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας με σκοπό την εξαγωγή ευρημάτων αναφορικά με την ουσία της υπόθεσης. Σε ενδιάμεσες αιτήσεις αρκεί όπως ο ενόρκως δηλών αποκαλύπτει την πηγή της πληροφόρησής του, πράγμα που, όπως πιο κάτω σχολιάζεται, ο κύριος Σπύρου έπραξε. Πιο κάτω, επίσης, αναφέρεται ότι μετά την τροποποίηση του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφάλαιο 9, ενδεχομένως ένας ενόρκως δηλών να μην υπέχει πλέον τέτοια υποχρέωση. Ανεξαρτήτως αν υπάρχει τέτοια υποχρέωση ή όχι από μέρους ενόρκως δηλούντος από τα πιο πάνω προκύπτει ότι το θέμα που έθιξε ο κύριος Κυπρίζογλου δεν ενδιαφέρει. Πάντως, εις απάντηση στην πιο πάνω υποβολή ο κύριος Σπύρου όχι μόνο δήλωσε την πεποίθηση του ως προς την αλήθεια των όσων κατέγραψε στην ένορκό του δήλωση και πληροφορήθηκε από τα πρόσωπα από τα οποία άντλησε πληροφόρηση, αλλά και ότι η αλήθεια των ισχυρισμών του επιβεβαιώνεται από τα Τεκμήρια Α-Μ που επισύναψε στην ένορκό του δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση και τα οποία του είχε κοινοποιήσει ο γραμματέας. Αναφορικά με τα πιο πάνω τεκμήρια σημειώνεται ότι αυτά επιβεβαιώνουν, σε αντίθεση με την θέση του κύριου Κυπρίζογλου, τα όσα ο κύριος Σπύρου διατείνεται με την ένορκό του δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση και είναι ουσιώδη για το αίτημα. Ειδικότερα, αναφέρονται τα ακόλουθα: το Τεκμήριο Β είναι το ενοικιαστήριο σύμφωνα με την επιστολή ημερομηνίας 31.1.11 που επισυνάφθηκε ως μέρος του Τεκμηρίου Γ ο Καθ' ου η αίτηση οφείλει ενοίκια από τον Νοέμβριο του 2010, αφού αυτή αναφέρεται σε τρία καθυστερημένα ενοίκια, και ότι ο Καθ' ου η αίτηση παρέλειψε να παραδώσει την προνοούμενη στο ενοικιαστήριο τραπεζική εγγυητική σύμφωνα με το Τεκμήριο Δ ο Καθ' ου η αίτηση δέχεται ότι οφείλει στον Αιτητή και δεσμεύθηκε ότι μέχρι το τέλος του έτους 2011 θα ξοφλούσε όλες του τις υποχρεώσεις προς τον Αιτητή σύμφωνα με το Τεκμήριο Ζ ο Καθ' ου η αίτηση οφείλει στον Αιτητή μεγάλο αριθμό ενοικίων και ο Αιτητής προέβη σε τερματισμό της συμφωνίας ενοικίασης το Τεκμήριο Η είναι η επιστολή με την οποία ο Αιτητής τερμάτισε την συμφωνία ενοικίασης. Σύμφωνα με την εν λόγω επιστολή λόγοι για τον τερματισμό αποτέλεσαν το ότι ο Καθ' ου η αίτηση δεν παρείχε την προνοούμενη στο ενοικιαστήριο τραπεζική εγγύηση αλλά και γιατί όφειλε 14 απλήρωτα ενοίκια συμποσούμενα στο συνολικό ποσό των Ευρώ 14.700,00 σεντ. Με την εν λόγω επιστολή ζητείτο, επίσης, η εξόφληση των οφειλομένων ενοικίων και η παράδοση της κατοχής του υποστατικού σύμφωνα με το Τεκμήριο Μ οι εργασίες που αφορούσαν στο υποστατικό είχαν ολοκληρωθεί κατά την υπογραφή του ενοικιαστηρίου. Το δεύτερο είναι η πηγή της πληροφόρησης του κύριου Σπύρου σε σχέση με τα γεγονότα που αναφέρει στην ένορκό του δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Στην υπόθεση Louis Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ κ.α.
(1992)1 ΑΑΔ 1453 λέχθηκε ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις η ένορκη δήλωση μπορεί να αναφέρεται και σε γεγονότα για τα οποία ο ομνύων δεν έχει προσωπική γνώση, νοουμένου ότι αποκαλύπτει την πηγή από την οποία αντλείται η πληροφόρηση του. Το θέμα ρυθμίζεται από τις διατάξεις της Δ. 39 θ. 2 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, η οποία βασίζεται στους Αγγλικούς Θεσμούς που ίσχυαν μέχρι το 1893. Η Αγγλική νομολογία, ερμηνευτική των παλαιών Αγγλικών Θεσμών, υποστηρίζει ότι ένορκη δήλωση η οποία δεν βασίζεται σε γεγονότα για τα οποία ο καταθέτων έχει προσωπική γνώση και δεν αποκαλύπτει την πηγή πληροφοριών είναι αντικανονική (Βλ. In κ J.L. Young Manufacturing Company Limited [1900] 2 Ch. 753, C.A. και Lumley v. Osborne [1901] 1 K.B. 532). Λέχθηκε, επίσης, ότι η Δ.39 θ.2 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα που διέπει την απόδειξη γεγονότων, σύμφωνα με το δίκαιο της απόδειξης, που απέκλειε την εξ ακοής μαρτυρία. Όπως κάθε εξαίρεση από τον κανόνα έτσι και η εξαίρεση που προβλέπεται από την Δ.39, θ.2 συναρτάται με την τήρηση των προϋποθέσεων που τίθενται για την επίκλησή της. Υπό το φως των πιο πάνω η ένορκη δήλωση η οποία στοιχειοθετούσε την αίτηση στην πιο πάνω υπόθεση κρίθηκε πρόδηλα αντικανονική. Η πηγή προέλευσης των πληροφοριών της ενόρκως δηλούσας για τα ουσιώδη γεγονότα στα οποία αυτή αναφέρετο, όπως η φήμη και η εμπορική εύνοια που απολάμβαναν τα προϊόντα των εφεσειόντων στην τοπική αγορά και διεθνώς, καθώς και οι συνέπειες από τις ενέργειες των εφεσιβλήτων, δεν είχαν αποκαλυφθεί. Κρίθηκε ότι το κενό δεν πληρώνετο με την πίστη της ομνύουσας για την ορθότητα των αόριστων πληροφοριών της. Στην μεταγενέστερη υπόθεση Χριστάκης Αντωνίου Σοφιανού ν. Minas Makris Developers Ltd κ.α., Πολιτική Έφεση 378/08, ημερομηνίας 23.9.11 ο ενάγων / εφεσείων υπέβαλε αίτηση με την οποία ζητούσε την προσθήκη τρίτου εναγόμενου στην αγωγή, τροποποίηση του τίτλου της αγωγής και συνέχιση της διαδικασίας μεταξύ των υφισταμένων και του νέου διαδίκου. Το πρωτόδικο Δικαστήριο με αναφορά στην υπόθεση Louis Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ κ.α.
(1992)1 ΑΑΔ 1453 έκρινε ότι ο αιτητής είχε παραλείψει να αναφέρει στην ένορκό του δήλωση την πηγή των πληροφοριών του αναφορικά με συγκεκριμμένο ισχυρισμό. Η παράλειψη αυτή κρίθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι καθιστούσε την ένορκο δήλωση αντικανονική και την υπό κρίση αίτηση μετέωρη. Λέχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι οι τροποποιήσεις που υπέστη ο Περί Αποδείξεως Νόμος, Κεφ. 9, μετά την Louis Vuitton διαφοροποίησαν την προϋπάρχουσα κατάσταση με βάση τα στην πιο πάνω υπόθεση νομολογηθέντα. Προκύπτει από την πιο πάνω απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι η Δ.39, θ.2 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας υπερκεράσθηκε από τον τροποποιητικό Νόμο 32(Ι)/2004 σύμφωνα με τον οποίο καμία μαρτυρία δεν αποκλείεται για τον λόγο και μόνο ότι είναι εξ' ακοής. Επομένως, το γεγονός ότι ένας ενόρκως δηλών δεν αποκαλύπτει την πηγή της πληροφόρησής του αναφορικά με ένα ισχυρισμό τον οποίο εκθέτει στην ένορκό του δήλωση δεν καθιστά τον ισχυρισμό αυτό εκ προοιμίου μη αποδεκτή μαρτυρία. Όπως κάθε εξ' ακοής μαρτυρία έτσι και ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία, το θέμα δε της αξιολόγησης του και πόσο βάρος θα πρέπει να προσδωθεί σε αυτόν επαφίεται στο Δικαστήριο. Κατά την αντεξέταση του κύριου Σπύρου διεφάνη, όπως και ενωρίτερα αναφέρθηκε, ότι για τα γεγονότα που αυτός αναφέρει στην ένορκό του δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση άντλησε πληροφόρηση από τρίτα πρόσωπα τα οποία και υπέδειξε κατά την αντεξέτασή του και πιο πάνω αναφέρθηκαν. Συγκεκριμένα, τον γραμματέα του τότε Κοινοτικού Συμβουλίου που είναι και γραμματέας του νυν Κοινοτικού Συμβουλίου, ήτοι του Αιτητή, καθώς και παλιά μέλη του τότε Κοινοτικού Συμβουλίου που είναι και μέλη του Αιτητή. Επομένως, και αν ακόμα η κρίση μου όσον αφορά στην αδράνεια στην οποία περιέπεσε μετά τον τροποποιητικό Νόμο 32(Ι)/2004 η Δ.39, θ.2 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας είναι λανθασμένη, με την αντεξέταση του κύριου Σπύρου ο τελευταίος αποκάλυψε την πηγή της γνώσης του για όλους τους εξ' ακοής ισχυρισμούς του που εκτίθενται στην ένορκό του δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Σημειώνεται, επίσης, ότι για τα γεγονότα εκείνα που ο κύριος Σπύρου αναφέρει στην ένορκό του δήλωση και τα οποία υποστηρίζονται από τα τεκμήρια τα οποία επισύναψε σε αυτήν καθίσταται έκδηλο ότι η πηγή της πληροφόρησής του για τα γεγονότα αυτά προέρχεται από τα εν λόγω τεκμήρια ή και από αυτά. Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω πως ο κύριος Σπύρου συμμορφώθηκε με τις πρόνοιες του πιο πάνω θεσμού. Το ότι το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη τους ισχυρισμούς που ο κύριος Σπύρου ανέφερε κατά την αντεξέτασή του αναφορικά με την πηγή της πληροφόρησής του είναι σαφώς νομολογημένο. Στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd v. Χάρη Χρίστου
(1998)1 ΑΑΔ 598 διεφάνη κατά την αντεξέταση του εφεσίβλητου, ότι οι πληροφορίες για τον κίνδυνο αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων του εφεσείοντα είχαν περιέλθει σε γνώση του τέσσερεις μήνες και πλέον πριν την υποβολή της μονομερούς αίτησης. Το Εφετείο στην βάση του ότι σε μονομερείς αιτήσεις ουσιώδη είναι και τα γεγονότα που σχετίζονται με το κατεπείγον του αιτήματος για την χορήγηση θεραπείας έκρινε ότι η μη αποκάλυψη ενός τέτοιου γεγονότος συνιστούσε παραβίαση των αρχών της αποκάλυψης που διέπουν μονομερείς αιτήσεις και, κατά συνέπεια, επιπρόσθετο λόγο ακύρωσης του διατάγματος. Με άλλα λόγια, το Εφετείο θεώρησε, ότι παρείχετο σε αυτό η εξουσία να ακυρώσει το διάταγμα στηριζόμενο σε μαρτυρία που δεν περιείχετο στην ένορκο δήλωση που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της μονομερούς αίτησης και η οποία, όπως πιο πάνω διεφάνη, προέκυψε κατά την αντεξέταση του εφεσίβλητου / αιτητή. Η ίδια προσέγγιση ακολουθήθηκε από το Εφετείο στην υπόθεση C. Phasarias (Automotive Centre) Limited v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λίμιτεδ
(2001)1 ΑΑΔ 785. Στην υπόθεση αυτή οι αιτητές / εφεσείοντες ζήτησαν την έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο να δεσμεύεται το μοναδικό ακίνητο των καθ' ων η αίτηση / εφεσίβλητων. Ο ισχυρισμός των εφεσειόντων αναφορικά με την οικονομική κατάσταση των εφεσίβλητων είχε ως πηγή «έγκυρους τραπεζικούς κύκλους». Οι εφεσίβλητοι ισχυρίσθηκαν ότι ο πιο πάνω ισχυρισμός ήταν αόριστος και δεν αποκάλυπτε την πηγή των πληροφοριών των εφεσειόντων. Όφειλε, επομένως, το πρωτόδικο Δικαστήριο να τον αγνοήσει. Μη λαμβανομένου υπόψη του ισχυρισμού τούτου δεν υπήρχε, σύμφωνα με τους εφεσίβλητους, μαρτυρία επί της οποίας να βασισθεί το Δικαστήριο για να καταλήξει στην διαπίστωση ότι ικανοποιείτο η προϋπόθεση του άρθρου 5 του Κεφ. 6, όπως τροποποιήθηκε, ήτοι ότι εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα οι εφεσείοντες θα εμποδίζονταν στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν ήθελε εκδοθεί υπέρ τους. Το Εφετείο απέρριψε την πιο πάνω εισήγηση. Εκτός του ότι τα όσα πιο πάνω προβλήθηκαν σε σχέση με την πηγή της πληροφόρησης των εφεσειόντων δεν υποστηρίζονταν από την Νομολογία - το Ανώτατο Δικαστήριο ενδεικτικά αναφέρθηκε στην υπόθεση Γεώργιου Χριστοδούλου ν. Antonious M.F.M. Vraets
(1999)1 ΑΑΔ 1475 - στην απόφαση του Εφετείου προσμέτρησε, επίσης, ότι τα «όσα αποδόθηκαν σε πληροφόρηση από έγκυρους τραπεζικούς κύκλους ... ουσιαστικά επιβεβαιώθηκαν κατά την αντεξέταση του διευθυντή των εφεσιβλήτων». Το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, όπως τροποποιήθηκε, επί του οποίου βασίζεται η υπό κρίση αίτηση προνοεί ως ακολούθως: «
(1)Subject to any Rules of Court every Court, in the exercise of its civil jurisdiction, may, by order, grant an injunction (interlocutory, perpetual or mandatory) or appoint a receiver in all cases in which it appears to the Court just or convenient so to do, notwithstanding that no compensation or other relief is claimed or granted together therewith: Provided that an interlocutory injunction shall not be granted unless the Court is satisfied that there is a serious question to be tried at the hearing, that there is a probability that the plaintiff is entitled to relief and that unless an interlocutory injunction is granted it shall be difficult or impossible to do complete justice at a later stage.
(2)Any interlocutory order made under sub-section
(1)may be made under such terms and conditions as the Court thinks just, and the Court may at any time, on reasonable cause shown, discharge or vary any such order. ....................................». Σε ελεύθερη μετάφραση: «
(1)Τηρουμένου οιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού κάθε Δικαστήριο κατά την ενάσκηση της πολιτικής του δικαιοδοσίας δύναται να εκδώσει απαγορευτικό διάταγμα (παρεμπίπτον, διηνεκές ή προστακτικό) ή να διορίσει παραλήπτη σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες το Δικαστήριο κρίνει τούτο πρόσφορο και δίκαιο καίτοι δεν αξιούνται ή χορηγούνται ομού μετ' αυτού αποζημιώσεις ή άλλη θεραπεία Νοείται ότι παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα δεν θα εκδίδεται εκτός εάν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία, ότι υπάρχει πιθανότητα ότι ο ενάγων δικαιούται εις θεραπεία και ότι εκτός εάν εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.
(2)Οιονδήποτε παρεπίμπτον διάταγμα εκδοθέν σύμφωνα με το εδάφιο
(1)δύναται να εκδοθεί υπό τέτοιους όρους και προϋποθέσεις ως το Δικαστήριο θεωρεί δίκαιο και το Δικαστήριο δύναται καθ' οιονδήποτε χρόνο επί αποδείξει εύλογου αιτίας να ακυρώσει ή τροποποιήσει οιονδήποτε τέτοιο διάταγμα». Το πιο πάνω άρθρο ερμηνεύθηκε σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση ΚΟΤ ν. Αλκιβιάδης Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ 255 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Προσωρινά διάταγμα εκδίδονται με βάση το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 όταν το Δικαστήριο κρίνει πως η παροχή τέτοιας θεραπείας είναι δίκαιη και ευχερής. Το άρθρο αυτό του Νόμου έχει εξετασθεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο σε σειρά υποθέσεων. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά πολύ περιεκτικά και με σαφήνεια, οι αρχές που διέπουν την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι τρείς βασικές προϋποθέσεις είναι: 1) H ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση, 2) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας και 3) Η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Όπως υποδεικνύεται στην Odysseos, στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα. (Βλέπε επίσης την υπόθεση Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ" Βασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 152). Πρέπει να τονίσουμε πως τα Δικαστήρια εκδίδουν τέτοια διατάγματα με φειδώ». Ο διάδικος που ζητεί την έκδοση προσωρινού διατάγματος φέρει μέχρι τέλους το βάρος να αποδείξει ότι υφίστανται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 αλλά και να δικαιολογήσει την συνέχιση ενός διατάγματος που εκδόθηκε στην βάση μονομερούς αιτήσεως (Βλ. Χάρης Φεσσάς, Αίτηση 129/90
(1990)1 ΑΑΔ 704). Στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1993)1 ΑΑΔ 246 αναφέρθηκε ότι στην διαδικασία προσωρινού διατάγματος το έργο του Δικαστηρίου είναι περιορισμένο. Το καθήκον του περιορίζεται στη διαπίστωση κατά πόσο οι τρεις βασικές προϋποθέσεις που ο νομοθέτης έταξε στο άρθρο 32 του Ν.14/60 ικανοποιούνται. Το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα δεν αποφασίζει την ουσία της υπόθεσης και πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (Βλ American Cyanamid Co v. Ethicon Ltd
(1975)1 All E R 504 (H.L.)). Ούτε και πρέπει να αποφαίνεται σε θέματα αξιοπιστίας εκτός εκεί που τούτο είναι απόλυτα αναγκαίο, διαφορετικά θα επηρεάζετο δυσμενώς η υπόθεση στην ουσία της για τον διάδικο εκείνο τον οποίο το Δικαστήριο κρίνει από το στάδιο αυτό ως αναξιόπιστο. Στην υπόθεση Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263 αναφέρεται ενδεικτικά στις σελίδες 267 - 268 ότι οι διάδικοι στο στάδιο αυτό περιορίζονται στο κατά πόσο το διάταγμα θα πρέπει να εκδοθεί υπό το φως των προνοιών του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 και των αρχών της Νομολογίας. Τα δικαιώματα των διαδίκων καθορίζονται αργότερα με την έκδοση της απόφασης η οποία θα είναι απόφαση επί της ουσίας της υπόθεσης, και όχι στο στάδιο του προσωρινού διατάγματος. Το ορθό για τον Δικαστή είναι όπως στην απόφασή του για προσωρινό διάταγμα αποφεύγει να κάνει αναφορά σε θέματα που άπτονται της ουσίας της υπόθεσης, για να αποφύγει με τον τρόπο αυτό να προδικάσει αναφορικά με αυτά. Τέλος, η διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος δεν προσφέρεται για εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων (Βλ. Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 AAΔ 788). Σύμφωνα με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Andreas Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd κ.α.
(1982)1 ΑΑΔ 557 η έννοια του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση δεν προϋποθέτει τίποτα περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης στη βάση των έγγραφων προτάσεων (an arguable case on the strength of the pleadings) ή κάποιας γνωστής στο νόμο αιτία αγωγής η οποία αν επιτύχει θα έχει ως συνέπεια την χορήγηση προς όφελος του ενάγοντα ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας. Στην ίδια υπόθεση και αναφορικά με την δεύτερη προϋπόθεση λέχθηκε ότι το μέτρο που απαιτείται για να αποσείσει ο αιτητής το βάρος να αποδείξει ότι δικαιούται θεραπείας δεν είναι πολύ μεγάλο αφού αυτός αρκεί να καταδείξει μόνο ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Για τον σκοπό αυτό το Δικαστήριο προβαίνει μεν σε αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης του αιτητή («The Court must purport to make some evaluation . of the evidential strength of the case for the party applying for an injunction»), όχι, όμως, σε αξιολόγηση της υπό αυτού προσαχθείσας μαρτυρίας (Βλ. Κώστας Ελευθερίου Κυρίσαββα ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Παντελούς Κωνσταντίνου Κκίζη κ.α. ν. Χάρη Γεωργίου Κύζη ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Μαριτσούς Κωστή Κκίζη
(2001)1(Β) ΑΑΔ 1245). Η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα (mere possibility), αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις. Η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας (Βλ. Ανδρέας Σάββα Κυτάλα ν. Άννα Χρυσάνθου
(1996)1 ΑΑΔ 253). Στην παρούσα υπόθεση προκύπτει από την Έκθεση Απαίτησης και την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση ότι ο Αιτητής επικαλούμενος την παράβαση της συμφωνίας ενοικίασης από μέρους του Καθ' ου η αίτηση και τον συνεπακόλουθο τερματισμό της από τον ίδιο αξιώνει μέσω της αγωγής του από τον Καθ' ου η αίτηση την ανάκτηση της κατοχής του υποστατικού, οφειλόμενα ενοίκια, ενδιάμεσα κέρδη καθώς και αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης. Σύμφωνα με την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση αφορμή για τον τερματισμό της συμφωνίας ενοικίασης αποτέλεσε, μεταξύ άλλων, η μη καταβολή οφειλόμενων ενοικίων από μέρους του Καθ' ου η αίτηση. Σύμφωνα με το ενοικιαστήριο αν το ενοίκιο παρέμενε απλήρωτο από τον Καθ' ου η αίτηση για 15 συνεχείς ημέρες μετά την ημερομηνία που αυτό θα έπρεπε να πληρωθεί ο Αιτητής δικαιούτο να τερματίσει την ενοικίαση και μέσω αγωγής να διεκδικήσει την επανάκτηση της κατοχής του υποστατικού, την καταβολή τυχόν καθυστερημένων ενοικίων και αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης. Ο Καθ' ου η αίτηση καθυστερούσε ενοίκια από τον Νοέμβριο του 2010. Ο Αιτητής με επιστολή ημερομηνίας 30.1.12 προέβη σε τερματισμό της ενοικίασης και ζητούσε από τον Καθ' ου η αίτηση την παράδοση ελεύθερης κατοχής του υποστατικού καθώς και την πληρωμή των υπό αυτού οφειλόμενων ενοικίων. Ο Καθ' ου η αίτηση παρά τον τερματισμό της συμφωνίας ενοικίασης δεν παρέδωσε την κατοχή του υποστατικού στον Αιτητή, ούτε και κατέβαλε τα υπό αυτού οφειλόμενα ενοίκια. Επίσης, παρά το ότι η συμφωνία ενοικίασης τερματίσθηκε και η περίοδος ενοικίασης έχει λήξει εξακολουθεί να κατέχει το υποστατικό και να μην παραδίδει τα κλειδιά του στον Αιτητή. Ταυτόχρονα οφείλει δεδουλευμένα ενοίκια καθώς και αποζημιώσεις μέχρι την παράδοση του υποστατικού στον Αιτητή ως ενδιάμεσα κέρδη. Στην βάση όλων των πιο πάνω αλλά και του δικαιώματος ιδιοκτησίας το οποίο αναφέρεται ρητά στο ενοικιαστήριο και επικαλείται ο Αιτητής και το οποίο δεν αμφισβητήθηκε από τον κύριο Κυπρίζογλου κατά την αντεξέταση του κύριου Σπύρου κρίνω ότι ο Αιτητής αποκάλυψε και σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας στην αγωγή. Αναφορικά με το υπό παράγραφο Γ του Παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησης αιτούμενο διάταγμα παράδοσης ελεύθερης κατοχής είναι ενδεικτικά τα όσα αναφέρθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ζήνωνας Χρυσάνθου ν. Χρυσούλλας Παγκρατίου
(1998)1(Β) ΑΑΔ 675 και που πιο κάτω παρατίθενται: «Το προστακτικό διάταγμα, όπως διαφαίνεται από τη νομολογία, είναι μια από τις θεραπείες η οποία, ανάλογα με τη φύση της επέμβασης ή διατάραξης, μπορεί, ως θέμα αρχής, να χορηγηθεί από το Δικαστήριο. Η Αγγλική νομολογία, η οποία αναλύεται στο σύγγραμμα Gale on Easements (ανωτέρω), αναγνωρίζει το προστακτικό διάταγμα ως μία από τις θεραπείες η οποία μπορεί να χορηγηθεί για την αποκατάσταση του τρωθέντος δικαιώματος του ενάγοντα». Συνακόλουθα τόσο η πρώτη όσο και η δεύτερη προϋπόθεση ικανοποιούνται. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση έχω να αναφέρω τα ακόλουθα. Μια περίπτωση που μπορεί να εμπίπτει σε αυτή την προϋπόθεση είναι εκείνη κατά την οποία ο ενάγων δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός στο μέλλον τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογισθεί έστω και με κάποια δυσκολία, τότε, δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν θα είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Άλλη περίπτωση είναι εκείνη κατά την οποία η οικονομική κατάσταση του εναγόμενου είναι τέτοια που αν δεν εμποδισθεί η αποξένωση ακίνητης ή κινητής του περιουσίας θα είναι δύσκολο για τους ενάγοντες να εισπράξουν το εξ' αποφάσεως χρέος αν η απόφαση είναι τελικά υπέρ τους (Βλ. Αρ. Αγ. 4679/02 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, ημερομηνίας 26.9.03). Μέσα στο πνεύμα της δεύτερης περίπτωσης εμπίπτει και η υπό εξέταση περίπτωση αφού αν ο Καθ' ου η αίτηση στερείται περιουσίας και πάλι θα είναι αδύνατο για τον Αιτητή να εισπράξει το εξ' αποφάσεως χρέος αν η απόφαση που θα εκδοθεί είναι τελικά υπέρ του. Για λόγους που θα καταστούν έκδηλοι πιο κάτω η τρίτη προϋπόθεση θα με απασχολήσει μόνο όσον αφορά τα διατάγματα που ο Αιτητής εξαιτείται υπό παραγράφους (Α), (Β) και (Γ) της υπό κρίση αίτησης και τα οποία αφορούν στην παράδοση ελεύθερης και κενής κατοχής του υποστατικού. Συγκεκριμένα με αυτά ο Αιτητής εξαιτείται όπως ο Καθ' ου η αίτηση διαταχθεί να παύσει να επεμβαίνει καθ' οιονδήποτε τρόπο στο υποστατικό, στον υπαίθριο χώρο αναψυχής και στον υπαίθριο χώρο παιδικής χαράς που βρίσκονται εντός του κοινοτικού πάρκου (παράγραφος (Α) της υπό κρίση αίτησης), όπως διαταχθεί να παραδώσει την κατοχή του υποστατικού μαζί με τον εξοπλισμό του (παράγραφος (Β) της υπό κρίση αίτησης) και όπως παραδώσει τα κλειδιά των κτηριακών εγκαταστάσεων που βρίσκονται εντός του κοινοτικού πάρκου (παράγραφος (Γ) της υπό κρίση αίτησης). Ο κύριος Σπύρου στην ένορκό του δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση αναφέρει ότι ο Καθ' ου η αίτηση δήλωσε σε αυτόν και, μάλιστα, δημόσια ότι δεν έχει πρόθεση να παραδώσει την κατοχή του υποστατικού ούτε και να καταβάλει τα υπό αυτού οφειλόμενα ενοίκια. Ο πιο πάνω ισχυρισμός του κύριου Σπύρου αν και αμφισβητήθηκε από τον κύριο Κυπρίζογλου κατά την αντεξέταση του πρώτου, αμφισβητήθηκε με μια γενικόλογη υποβολή στην οποία δεν μπορεί να προσδωθεί οποιαδήποτε βαρύτητα αφού αυτή δεν υποστηρίζεται από ένορκο μαρτυρία. Σημειώνεται, επίσης, ότι και αν ακόμα δεχόμουν την ένορκο δήλωση της κυρίας Ευριπίδου και πάλι δεν θα ήμουν διατεθειμένος να προσδώσω βαρύτητα στην πιο πάνω υποβολή. Σύμφωνα με την παράγραφο 3 της ένορκης δήλωσης της κυρίας Ευριπίδου οι ισχυρισμοί του κύριου Σπύρου «δεν γίνονται αποδεκτοί και απορρίπτονται, καθ' ον μέτρο και βαθμό τούτοι αντιτίθενται προς τους ισχυρισμούς του Καθ' ου η Αίτησις, όπως τούτοι αναφέρονται στην παρούσα ένορκο δήλωση». Υπό το φως των πιο πάνω και αφ' ης στιγμής η κυρία Ευριπίδου με την ένορκό της δήλωση δεν αμφισβήτησε τον πιο πάνω ισχυρισμό του κύριου Σπύρου η κατάληξή μου θα ήταν ότι αυτός είναι παραδεκτός από την πλευρά του Καθ' ου η αίτηση αν λάμβανα υπόψη την ένορκή της δήλωση. Σύμφωνα με τον κύριο Σπύρου αν ο Καθ' ου η αίτηση δεν διαταχθεί από το Δικαστήριο να παραδώσει την κατοχή του υποστατικού το ποσό των ενοικίων θα αυξάνεται ολοένα με αποτέλεσμα αυτό μέχρι την εκδίκαση της αγωγής να καταστεί ένα πολύ μεγάλο ποσό, το οποίο ένεκα του ότι ο Καθ' ου η αίτηση δεν διαθέτει οποιαδήποτε περιουσία, κινητή ή ακίνητη, αυτός να μην μπορεί σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής να το πληρώσει με αποτέλεσμα ο Αιτητής να υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά. Υπό αυτή την έννοια η απονομή της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο θα είναι αδύνατη αν δεν εκδοθούν διατάγματα που να διατάσσουν τον Καθ' ου η αίτηση να παύσει να επεμβαίνει στο υποστατικό και να παραδώσει ελεύθερη την κατοχή του υποστατικού. Αναφορικά με τον ισχυρισμό του κύριου Σπύρου περί αφερεγγυότητας του Καθ' ου η αίτηση έχω να αναφέρω τα ακόλουθα. Κατά την αντεξέτασή του ο κύριος Σπύρου και εις απάντηση σχετικών επί του θέματος τούτου ερωτήσεων από τον κύριο Κυπρίζογλου δικαιολόγησε πού στηρίζει τον πιο πάνω ισχυρισμό του. Αν και δέχθηκε ότι δεν προέβη σε έρευνα στο Κτηματολόγιο για να διαπιστώσει αν ο Καθ' ου η αίτηση έχει ακίνητη περιουσία, ούτε και σε οποιαδήποτε άλλη έρευνα για να διαπιστώσει αν ο Καθ' ου η αίτηση έχει κινητή περιουσία, υποστήριξε ότι είναι μέλος της επιτροπής στην ΣΠΕ Ανατολικής Λεμεσού εδώ και χρόνια και γνωρίζει ότι ο Καθ' ου η αίτηση είναι καταχρεωμένος και ότι όλη η ακίνητη περιουσία που αυτός διαθέτει είναι υποθηκευμένη. Σημειώνεται ότι στην βάση των αποφάσεων που υποδείχθηκαν στις σελίδες 35-36 της παρούσης απόφασης η πιο πάνω μαρτυρία του κύριου Σπύρου μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Καθ' ου η αίτηση κατά την αντεξέταση του κύριου Σπύρου περιορίσθηκε μόνο στο να εξακριβώσει αν ο κύριος Σπύρου είχε προβεί σε έρευνα με σκοπό να εξακριβώσει τον επί του προκειμένου ισχυρισμό του τελευταίου που αναφέρεται στην ένορκό του δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Στην ουσία, όμως, δεν αμφισβήτησε τον πιο πάνω ισχυρισμό του κύριου Σπύρου. Καμία υποβολή δεν τέθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Αιτητή προς την κατεύθυνση ότι τα όσα πιο πάνω ο κύριος Σπύρου ανέφερε κατά την αντεξέταση αλλά και τα όσα αυτός ισχυρίσθηκε στην ένορκό του δήλωση δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα ή ότι ο Καθ' ου η αίτηση διαθέτει και άλλη ακίνητη περιουσία εκτός από αυτή που σύμφωνα με τον κύριο Σπύρου είναι υποθηκευμένη στην ΣΠΕ Ανατολικής Λεμεσού ή οποιαδήποτε κινητή περιουσία. Ό,τι δε υπέβαλε στον κύριο Σπύρου είναι ότι ο τελευταίος δεν έχει αποδεδειγμένη γνώση για την οικονομική κατάσταση και την περιουσία του Καθ' ου η αίτηση στην βάση εγγράφων από τραπεζικά ιδρύματα ή το Κτηματολόγιο. Από αυτήν, όμως, την υποβολή δεν προκύπτει κατά την κρίση μου ότι θέση του κύριου Κυπρίζογλου είναι ότι ο Καθ' ου η αίτηση διαθέτει ακίνητη περιουσία που να μην είναι υποκείμενη σε υποθήκη ή περιουσία κινητή ή άλλης μορφής. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω πως τα όσα επί του προκειμένου υποστηρίχθηκαν από τον κύριο Σπύρου κατά την αντεξέτασή του αλλά και στην ένορκό του δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση παρέμειναν αναντίλεκτα από την πλευρά του Καθ' ου η αίτηση. Για σκοπούς πληρότητας θα πρέπει να αναφέρω ότι και να υπεδείκνυε υπό μορφή υποβολής ο κύριος Κυπρίζογλου στον κύριο Σπύρου περιουσιακά στοιχεία του Καθ' ου η αίτηση που θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν προς ικανοποίηση απόφασης που ήθελε εκδοθεί εναντίον του στο τέλος της ημέρας οι θέσεις του αφ' ης στιγμής αυτές θα ήταν αστήρικτες από μαρτυρία δεν θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη. Το ίδιο θα ίσχυε αν λάμβανα υπόψη και την ένορκο δήλωση της κυρίας Ευριπίδου, αφού σε αυτήν καμία αναφορά δεν γίνεται στην περιουσία του Καθ' ου η αίτηση. Η κυρία Ευριπίδου αρκέσθηκε σε ένα γενικόλογο ισχυρισμό προς την κατεύθυνση ότι ο αντίστοιχος ισχυρισμός του κύριου Σπύρου που εκτίθεται στην ένορκό του δήλωση δεν ανταποκρίνεται προς την πραγματικότητα. Ο κύριος Σπύρου κατά την αντεξέτασή του απεκάλυψε τα στοιχεία εκείνα στα οποία στηρίζει τον ισχυρισμό του για έλλειψη ακίνητης περιουσίας του Καθ' ου η αίτηση που θα μπορούσε να χρησιμεύσει προς ικανοποίηση απόφασης που ήθελε εκδοθεί εναντίον του και τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν από τον κύριο Κυπρίζογλου. Αναφορικά με τον ισχυρισμό του κύριου Σπύρου ως προ την έλλειψη κινητής περιουσίας του Καθ' ου η αίτηση ό,τι έχω να αναφέρω είναι το εξής. Κατά την κρίση μου ενάγων ο οποίος εξαιτείται προσωρινού διατάγματος στην βάση του ότι ο εναγόμενος δεν διαθέτει περιουσία οπότε και συντρέχει ο κίνδυνος να μείνει ανικανοποίητη απόφαση που ήθελε στο τέλος της ημέρας εκδοθεί υπέρ του δεν οφείλει να παρουσιάσει μαρτυρία προς απόδειξη ενός τέτοιου ισχυρισμού. Η υποχρέωσή του περιορίζεται απλώς στο να αναφέρει ή να επικαλεσθεί ένα τέτοιο ισχυρισμό, οπότε το βάρος μετατίθεται στην άλλη πλευρά για να τον αντικρούσει. Θα ήταν, άλλωστε, παράλογο κατά την κρίση μου να αναμένετο όπως ο ενάγων γνωρίζει θετικά και επ' ακριβώς την οικονομική κατάσταση ενός εναγόμενου και με ακρίβεια τι περιουσία αυτός διαθέτει. Υπό το φως όλων των πιο πάνω η έλλειψη μαρτυρίας από πλευράς του Καθ' ου η αίτηση που να αντικρούει την μαρτυρία του κύριου Σπύρου είναι κατά την κρίση μου μοιραία. Υπό το φως των πιο πάνω καταλήγω ότι ο Αιτητής κατάφερε να αποδείξει το υπόβαθρο επί του οποίου στηρίζεται η τρίτη προϋπόθεση. Τα πιο πάνω κρίνω πως απαντούν επαρκώς και στον λόγο ένστασης υπό παράγραφο Β. Μέσα από την ένορκο δήλωση του κύριου Σπύρου κρίνω πως διαφαίνεται η ύπαρξη επιπρόσθετου λόγου που συνηγορεί με την ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης. Αυτός συνίσταται στο ότι παρά τον τερματισμό της συμφωνίας ενοικίασης ο Καθ' ου η αίτηση εξακολουθεί να κατέχει το υποστατικό, γεγονός που τον καθιστά παράνομο επεμβασία (trespasser). Στο σύγγραμμα Bullen & Leake and Jacob's Precedents of Pleadings, 12η έκδοση αναφέρονται στην σελίδα 592 τα ακόλουθα ενδεικτικά: «Relief claimed. As soon as a tenant's interest is legally determined, his holding becomes wrongful, and is in law a trespass for which damages in respect of mesne profits may be recovered. The expression "mesne profits" is only another term for damages for trespass arising from the particular relationship of landlord and tenant (Bramwell v. Bramwell
(1942)1 K.B. 370)». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Αξιώμενη θεραπεία. Με τον νόμιμο τερματισμό του συμφέροντος του ενοικιαστή η κατοχή του καθίσταται παράνομη και σύμφωνα με τον νόμο αποτελεί παράνομη επέμβαση για την οποία δύνανται να ανακτηθούν αποζημιώσεις υπό την μορφή ενδιάμεσων κερδών. Η έκφραση "ενδιάμεσα κέρδη" είναι μόνο άλλος ένας όρος για αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση η οποία εκπηγάζει από την ιδιαίτερη σχέση του ιδιοκτήτη και του ενοικιαστή (Bramwell v. Bramwell
(1942)1 K.B. 370)». Ενδεικτικά είναι και τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα Atkin's Court Forms, 2η έκδοση, Τόμος 24, σελίδα 43: «Mesne profits. Mesne profits are the equivalent of damages for trespass, and can be claimed in respect of the period after the date upon which the defendant ceased to be entitled to possession (g). Where a landlord sues for possession and the rent represents the fair value of the premises, mesne profits will be assessed at the amount of the rent. If, however, as is commonly the case where the tenant has enjoyed a substantial term, the rent represents less than the fair value of the premises, mesne profits will be assessed at the higher value, which should be expressly claimed (h)». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Τα ενδιάμεσα κέρδη είναι το αντίστοιχο των αποζημιώσεων για παράνομη επέμβαση και μπορούν να απαιτηθούν για την περίοδο που ακολουθεί της ημερομηνίας κατά την οποία ο εναγόμενος έπαυσε να δικαιούται σε κατοχή (g). Όταν ο ιδιοκτήτης κινεί αγωγή για κατοχή και το ύψος του ενοικίου αντιπροσωπεύει την δίκαιη αξία των υποστατικών, τα ενδιάμεσα κέρδη θα υπολογισθούν στην βάση του ποσού του ενοικίου. Αν, όμως, όπως είναι συνήθως η περίπτωση, ο ενοικιαστής έχει απολαύσει κατοχή για ουσιαστική περίοδο και το ύψος του ενοικίου είναι μικρότερο από την δίκαιη αξία των υποστατικών τα ενδιάμεσα κέρδη θα υπολογισθούν στην ψηλότερη αξία η οποία και θα πρέπει ρητά να αξιώνεται». Η παρανομία που ενέχει η συμπεριφορά του Καθ' ου η αίτηση είναι καταλυτική για την τρίτη προϋπόθεση. Στην υπόθεση Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd, Πολιτική Έφεση 304/08, ημερομηνίας 21.10.11 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Έχει σαφώς νομολογηθεί ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και διάφορα άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, όπως έχει υποδείξει και η υπόθεση Παπαστράτης ν. Πετρίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 240. Στην υπόθεση Cambridge Nutrition Ltd v. British Broadcasting Corp.
(1990)3 All E.R. 523, έγινε δεκτό ότι στην ενάσκηση της εξισορροπητικής άσκησης μεταξύ της παρουσίασης σοβαρής υπόθεσης προς συζήτηση και του ισοζυγίου της ευχέρειας, ο χρηματικός παράγων για σκοπούς αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη, αλλά επενεργούν και άλλοι, όπως το δικαίωμα του BBC να μεταδώσει συγκεκριμένο πρόγραμμα στα πλαίσια της μετάδοσης προγραμμάτων δημοσίου ενδιαφέροντος. Στην υπόθεση Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245, επιβεβαιώθηκε η θέση ότι ο χρηματικός παράγων της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη προς ικανοποίηση του τρίτου κριτηρίου, όπως τα κριτήρια αυτά εξηγήθηκαν από τη νομολογία, μεταξύ άλλων, και, στην υπόθεση Οδυσσέως ν. Pieris Estates Ltd
(1982)1 A.A.Δ. 557». Στην πιο πάνω υπόθεση η εναγόμενη / εφεσίβλητη αυθαίρετα και αναίτια και κατά παράβαση συμφωνίας προέβη στην τοποθέτηση πλακόστρωτου σε χώρο που δεν δικαιούτο, ιδιοκτησίας της ενάγουσας / εφεσείουσας, τοποθετώντας τραπέζια, καρέκλες, καθίσματα και ανθώνες. Αυτό έγινε παρά την άρνηση της εφεσείουσας να αποδεχθεί τέτοια χρήση. Ακολούθησε η καταχώρηση αγωγής εναντίον της εφεσίβλητης αφότου οι προσπάθειες για επίλυση της διαφοράς δεν είχαν τελεσφορήσει. Ταυτόχρονα με την καταχώρηση της αγωγής επιδιώχθηκε και η εξασφάλιση απαγορευτικού διατάγματος πάνω σε μονομερή βάση ώστε η εφεσίβλητη και οι υπάλληλοι, εκπρόσωποι και αντιπρόσωποι της να παύσουν να δημιουργούν οχληρία και να επεμβαίνουν με οποιοδήποτε τρόπο στην εύλογη χρήση και απόλαυση της περιουσίας της εφεσείουσας. Επιδιώχθηκε, επίσης, και η εξασφάλιση προστακτικού διατάγματος επαναφοράς του πιο πάνω χώρου στην προτέρα του κατάσταση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση κρίνοντας ότι ενώ οι πρώτες δύο προϋποθέσεις ικανοποιούνταν, η τρίτη προϋπόθεση, αυτή της πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς, δεν ικανοποιείτο. Ήταν, μεταξύ άλλων, θέση της εφεσείουσας κατ' έφεση ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν είχε αποδώσει την δέουσα σημασία στην παρανομία που είχε προκύψει από τις ενέργειες της εφεσίβλητης. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι δεν ικανοποιείτο η τρίτη προϋπόθεση και ότι παραγνώρισε στην ουσία τις ενέργειες της εφεσίβλητης που συνιστούσαν επέμβαση στα δικαιώματα της εφεσείουσας. Κρίθηκε κατ' έφεση ότι οι παράνομες ενέργειες της εφεσίβλητης είχαν την δική τους καταλυτική σημασία εφόσον «ένα Δικαστήριο δεν θα πρέπει να ανέχεται τη διαιώνιση μιας κατάστασης πραγμάτων κατά παράβαση είτε των συμφωνηθέντων, είτε του νόμου». Στην υπόθεση Κώστας Ελευθερίου Κυρίσαββα ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Παντελούς Κωνσταντίνου Κκίζη κ.α. ν. Χάρη Γεωργίου Κύζη ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Μαριτσούς Κωστή Κκίζη
(2001)1(Β) ΑΑΔ 1245 το πρωτόδικο Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του οριστικοποίησε προσωρινό διάταγμα το οποίο απαγόρευε στους εφεσείοντες-εναγόμενους να συνεχίσουν να ανεγείρουν οποιαδήποτε οικοδομή και/ή να την κατέχουν και/ή να την χρησιμοποιούν εντός του κτήματος του οποίου η ιδιοκτησία τελούσε υπό αμφισβήτηση μεταξύ των διαδίκων οι οποίοι ήταν συγγενείς. Σύμφωνα με την ένορκο δήλωση του ενάγοντα / εφεσίβλητου το πρόβλημα δημιουργήθηκε όταν ο εναγόμενος 2 / εφεσείων 2 παράνομα και αυθαίρετα και χωρίς καν άδεια οικοδομής επενέβη στο αμφισβητούμενο κτήμα με την ανέγερση περιπτέρου, κάτι το οποίο είχε πράξει με την συγκατάθεση και/ή την συνέργεια του εναγόμενου 1 / εφεσείοντα 1 και αφού είχε εξασφαλίσει με ψευδείς παραστάσεις πολεοδομική άδεια για την ανέγερση περιπτέρου, ενώ ταυτόχρονα προωθείτο και διαδικασία για την έκδοση άδειας οικοδομής. Κρίθηκε από το Εφετείο ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά αποφάσισε ότι ικανοποιείτο η τρίτη προϋπόθεση αφ' ης στιγμής ο χαρακτήρας του κτήματος θα αλλοιωνόταν αν αφηνόταν η οικοδομή που περιελάμβανε την κατασκευή πεζοδρομίων, σιδηρών πασσάλων, χώρους στάθμευσης, premix και άλλα να προχωρήσει. Η παρανομία στην επιδίωξη της κατασκευής του περιπτέρου με τις παρεμφερείς κατασκευές του ήταν στοιχείο το οποίο το Εφετείο έκρινε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε λάβει υπόψη στην αποτίμηση της ύπαρξης του τρίτου κριτηρίου. Επιβεβαιώθηκε από το Εφετείο το ακόλουθο απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση «... Το Δικαστήριο αποτελεί το θεματοφύλακα γενικά του κράτους δικαίου και δεν μπορεί να παραγνωρίσει το γεγονός ότι η αρμόδια αρχή για τις ανοικοδομήσεις κτιρίων έχει λάβει μια συγκεκριμένη θέση μετά από την καταγγελία της όλης υπόθεσης από την πλευρά του αιτητή, που οδηγεί εκ πρώτης όψεως στο συμπέρασμα ότι η οικοδομή αυτή δεν θα έπρεπε να είχε αρχίσει καν. Η ίδια η αρμόδια πολεοδομική αρχή που είχε δώσει την άδεια χαρακτηρίζει ως αυθαίρετες και παράνομες τις οικοδομικές εργασίες που άρχισαν. Αυτό απαντά το επιχείρημα του κ. Σωτηρίου ότι δεν έχει σχέση η τυχόν ποινική δίωξη που θα μπορούσε να ασκήσει η αρμόδια αρχή με την πολιτική υφή και την αστική διαφορά της παρούσας υπόθεσης. Το κράτος δικαίου περιλαμβάνει και συσχετίζει ενιαίες έννοιες και δεν μπορεί μια διαφορά η οποία ενδεχόμενα έχει και αστική και ποινική πτυχή να διαχωρίζεται πλασματικά και μόνον». Τέλος, στην υπόθεση Αγγελίδης και Φιλίππου ν. Σπύρος Κολοκασίδης Εστέιτς Λτδ
(1991)1 ΑΑΔ 327 η εναγόμενη / εφεσείουσα, που ήταν θέσμια ενοικιάστρια καταστήματος σε πολυκατοικία, τοποθέτησε στον φωταγωγό, που ήταν κοινόχρηστος χώρος, δύο συσκευές κλιματισμού, χωρίς την συγκατάθεση της ενάγουσας / εφεσίβλητης που ήταν η ιδιοκτήτρια. Σε κάποιο στάδιο μεταγενέστερα η εφεσίβλητη έλαβε γνώση του γεγονότος της εγκατάστασης των συσκευών αλλά για αρκετό χρόνο δεν έλαβε κανένα μέτρο εναντίον της εφεσείουσας και σιωπηρά δέχθηκε την παρουσία τους στο φωταγωγό. ΄Ηταν κοινά παραδεκτό ότι με την ανοχή της αυτή η εφεσίβλητη παραχώρησε άδεια χρήσης του φωταγωγού στην εφεσείουσα. Ακολούθως, η εφεσίβλητη με δύο επιστολές της ζήτησε από την εφεσείουσα την μετακίνηση των συσκευών, όταν δε η εφεσείουσα αρνήθηκε να συμμορφωθεί η εφεσίβλητη κίνησε αγωγή εναντίον της εφεσείουσας για παράνομη επέμβαση. Αποφασίσθηκε, μεταξύ άλλων, από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι η άδεια που είχε παραχωρηθεί με την ανοχή της εφεσίβλητης ήταν απλή άδεια (bare licence) και σαν τέτοια μπορούσε να ανακληθεί οποτεδήποτε με ειδοποίηση προς τον αδειούχο, χωρίς ο αδειούχος να δικαιούται αποζημιώσεις. Το περιεχόμενο των επιστολών της εφεσίβλητης συνιστούσε ανάκληση της άδειας. Επομένως, η διατήρηση των συσκευών στον φωταγωγό συνιστούσε παράνομη επέμβαση. Υπό το φως των δοσμένων περιστάσεων κρίθηκε από το Εφετείο ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν είχε άλλη εκλογή παρά να διατάξει την μετακίνηση των συσκευών για να τερματισθεί η παρανομία αφού χωρίς αμφιβολία οι συσκευές αποτελούσαν παράνομη επέμβαση. Οποιαδήποτε άλλη απόφαση για αποζημιώσεις δεν θα διασφάλιζε πλήρως τα δικαιώματα της εφεσίβλητης. Όπως και ενωρίτερα αναφέρθηκε ο Καθ' ου η αίτηση μετά τον τερματισμό του συμφέροντός του στο υποστατικό που επήλθε με την επιστολή τερματισμού και μέχρι σήμερα εξακολουθεί να παραμένει στο υποστατικό και να μην έχει παραδώσει την κατοχή αυτού στον Αιτητή. Με βάση τα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν η κατοχή του από του τερματισμού και έπειτα είναι παράνομη και ο ίδιος παράνομος επεμβασίας. Στην βάση της Νομολογίας που πιο πάνω παρατέθηκε κρίνω πως το στοιχείο αυτό αποτελεί επιπρόσθετο λόγο για να ικανοποιηθώ ότι πληρούται η τρίτη προϋπόθεση. Επαναλαμβάνεται ότι στην υπόθεση Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd, Πολιτική Έφεση 304/08, ημερομηνίας 21.10.11, που πιο πάνω μνημονεύεται, λέχθηκε ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να ανέχεται την διαιώνιση μιας κατάστασης πραγμάτων κατά παράβαση είτε των συμφωνηθέντων, είτε του νόμου. Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω ότι αν δεν εκδοθούν τα διατάγματα που ζητούνται με τις παραγράφους (Α), (Β) και (Γ) της υπό κρίση αίτησης θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Συνεπώς, ο Αιτητής κατάφερε να αποδείξει και την τρίτη προϋπόθεση. Κατά το έργο της στάθμισης κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθούν τα πιο πάνω αιτούμενα διατάγματα ένα από τα ζητήματα που θα πρέπει να αποφασίσει το Δικαστήριο είναι το εξής: αν παρά το ότι ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60, όπως τροποποιήθηκε, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της έκδοσης τους αφ' ης στιγμής με αυτήν ικανοποιείται ουσιαστικά από αυτό το στάδιο μια από τις θεραπείες που ο Αιτητής επιδιώκει με την αγωγή, ήτοι η θεραπεία υπό παράγραφο Γ του Παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησης. Στην πρόσφατη υπόθεση Ελπίδα Αβερκίου ν. ΘΕΟ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΛΤΔ κ.α., Πολιτική Έφεση 85/10, ημερομηνίας 31.1.13 λέχθηκε ότι η έκδοση προσωρινών διαταγμάτων που είναι ταυτόσημα με τα αιτούμενα στο πλαίσιο της αγωγής διατάγματα και η έκδοση των οποίων επιφέρει, ουσιαστικά, τον τερματισμό της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων ή του ενδιαφέροντός τους να συνεχίσουν με σπουδή την εκδίκαση της υπόθεσης συναρτάται άμεσα προς το ισοζύγιο της ευχέρειας. Στην υπόθεση Άκης (Μεταφορές Δεμάτων Εξπρές) Λτδ v. C. Koukkouris Trading Co Ltd
(1998)1 ΑΑΔ 149, η οποία υιοθετήθηκε στην υπόθεση Goody's Evagorou Ltd (Γκούτις Ευαγόρου Λτδ) v. Lani Restaurants Ltd (Λάνι Ρέστοραντς Λτδ)
(1998)1(Γ) ΑΑΔ 1572, που πιο πάνω μνημονεύεται, λέχθηκε ότι: «Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι όπου το αίτημα για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είναι ταυτόσημο με τα αιτούμενα διατάγματα της αγωγής και η τυχόν έκδοση τους επιφέρει ουσιαστικά και τον τερματισμό της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων ή του ενδιαφέροντος τους να συνεχίσουν με την ταχύτατη εκδίκαση της αγωγής, όπως προνοούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, σε συνάρτηση πάντοτε με το ισοζύγιο της ευχέρειας, δεν πρέπει να παραχωρούνται». Στην υπόθεση Ελπίδα Αβερκίου ν. ΘΕΟ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΛΤΔ κ.α., Πολιτική Έφεση 85/10, ημερομηνίας 31.1.13, που πιο πάνω μνημονεύεται, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Κοσμά ν. Χ΄Κυπρή
(2001)Α.Α.Δ. 169, από τη στιγμή που ικανοποιείται το πρωτόδικο δικαστήριο για την ύπαρξη και των τριών προϋποθέσεων, που τίθενται με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν.14/60, δεν αυτοματοποιείται η έκδοση του αιτούμενου προστακτικού διατάγματος, αφού τούτο, ως εκ της φύσεως του δεν έχει στόχο την αποκατάσταση της τάξεως πραγμάτων, αλλά την απόδοση στην εφεσείουσα της θεραπείας και μάλιστα προς ουσιαστική ικανοποίηση της κυρίως θεραπείας που ζητείται στην αγωγή. Περαιτέρω, στην υπόθεση Goody´s v. Lani
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1572, σημειώθηκε ότι το συντηρητικό διάταγμα στοχεύει στην παροχή προσωρινής θεραπείας, λόγω της αντικειμενικής αδυναμίας άμεσης διεξαγωγής της δίκης, και όχι στην ικανοποίηση του ουσιαστικού αιτήματος της δίκης». Η βασική αρχή, βέβαια, όπως προκύπτει από την Νομολογία δεν είναι ότι το ανεπιθύμητο εξισούται με απαγόρευση (Βλ. Michael v. Brevinos
(1969)1 CLR 578), αλλά ότι η έκδοση διαταγμάτων που ικανοποιούν τις βασικές θεραπείες στην αγωγή ή θέτουν ουσιαστικό τέρμα σε αυτές γίνεται μόνο σε πολύ καθαρές και ισχυρές περιπτώσεις όπου είναι σχεδόν αδιαμφισβήτητο ότι ο ενάγων έχει δικαιώματα και δικαιούται σε θεραπεία. Στην υπόθεση Γεώργιος Κοσμά v. Ανδρέα Χατζηκυπρή κ.α.
(2000)1(Α) ΑΑΔ 169 λέχθηκαν τα ακόλουθα : «Όπως όμως δείχνει καθαρά η υπόθεση Michael v. Brevinos
(1969)1 C.L.R. 578, εκτός ίσως σε ξεκάθαρες υποθέσεις, αυτό δεν μπορεί να γίνει με τρόπο που να ανατρέπει το status quo ante, και μάλιστα προς ουσιαστική ικανοποίηση της κυρίως θεραπείας που ζητείται με την αγωγή». Στην υπόθεση Κατερίνα Τσιερκέζου v. Dragon Tourist Enterprises Ltd
(2009)1(Α) ΑΑΔ 734 το Ανώτατο Δικαστήριο καθοδηγούμενο από την Αγγλική απόφαση Shepherd Homes v. Sandham
(1971)Ch. 340 και το Αγγλικό σύγγραμμα David Bean: Injuctions, 8η έκδοση, σελ. 35-37, παρα. 3.33-3.37 ανέφερε ότι ενδιάμεσο προστακτικό διάταγμα σπάνια εκδίδεται με βάση διαχρονική Νομολογία εκτός μόνο όταν από την απαίτηση φανερώνεται μια ασυνήθιστα δυνατή και καθαρή περίπτωση. Αναφέρθηκε, επίσης, ότι είναι άκρως ανεπιθύμητο και αντίθετο με την ανάγκη έκδοσης προσωρινού και μόνο μέτρου η έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο στην πράξη να εκδικάζεται η ουσία της αγωγής. Στην Αγγλική υπόθεση Locabail International Finance Ltd ν. Agroexport and others
(1986)1 All E R 901 λέχθηκε ότι τέτοια διατάγματα εκδίδονται με φειδώ και σε περιπτώσεις ξεκάθαρων υποθέσεων. Σε σχέση με προστακτικά διατάγματα ενδεικτικά είναι τα όσα αναφέρονται στο Αγγλικό σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 24, παρ. 948 υπό τον τίτλο: «Mandatory injunctions on interlocutory applications» και τα οποία πιο κάτω παρατίθενται: «A mandatory injunction can be granted on an interlocutory application as well as at the hearing, but, in the absence of special circumstances, it will not normally be granted. However, if the case is clear and one which the court thinks ought to be decided at once . a mandatory injunction will be granted on an interlocutory application». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Προστακτικό διάταγμα μπορεί να εκδοθεί σε ενδιάμεση αίτηση καθώς και κατά την δίκη της αγωγής. Υπό κανονικές, όμως, συνθήκες δεν εκδίδεται εκτός αν συντρέχουν ειδικές περιστάσεις. Όμως, όπου η υπόθεση είναι ξεκάθαρη και το Δικαστήριο είναι της γνώμης ότι θα πρέπει να αποφασισθεί αμέσως ... τότε εκδίδεται προστακτικό διάταγμα σε ενδιάμεση αίτηση». Τέλος, στην υπόθεση Γεώργιος Κοσμά v. Ανδρέα Χατζηκυπρή κ.α.
(2000)1(Α) ΑΑΔ 169, που πιο πάνω μνημονεύεται, λέχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο καθοδηγούμενο από την απόφαση στην υπόθεση Jonitexo Ltd v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassler KG
(1984)1 CLR 263 ότι δεν αποκλείεται η έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος αντίστοιχου προς την θεραπεία που ζητείται με την αγωγή (Βλ., επίσης, Χριστοφής Κούνουνα ν. C & A. Simonos Ltd
(2002)1(Β) ΑΑΔ 1361). Στην υπόθεση Ελπίδα Αβερκίου ν. ΘΕΟ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΛΤΔ κ.α., Πολιτική Έφεση 85/10, ημερομηνίας 31.1.13, που πιο πάνω μνημονεύεται, κρίθηκε από το Εφετείο ως ορθή η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να μην εκδώσει το αιτούμενο προσωρινό διάταγμα για άρση της οχληρίας που κατά τον ισχυρισμό της ενάγουσας / εφεσείουσας προκαλείτο από τους εναγόμενους / εφεσίβλητους παρά την διαπίστωση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ικανοποιούνταν οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, όπως τροποποιήθηκε. Αποφασιστικής σημασίας παράγοντα για την απόφαση του Δικαστηρίου και την κατάληξή του ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας έκλεινε υπέρ των εφεσίβλητων αποτέλεσε το ότι υπήρχε ταυτότητα αιτημάτων μεταξύ του τελικού με την αγωγή επιδιωχθέντος διατάγματος και του αιτούμενου στο πλαίσιο της ενδιάμεσης διαδικασίας συντηρητικού διατάγματος, κάτι το οποίο αποτέλεσε αναμφίβολο και αποδεκτό και από τις δύο πλευρές γεγονός. Στην πιο πάνω υπόθεση το Δικαστήριο κατέληξε στην πιο πάνω απόφαση αφού έλαβε υπόψη την διάσταση ως προς τα γεγονότα που υπήρχε μεταξύ της ένορκης δήλωσης της εφεσείουσας που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της αίτησης, από την μια, και των δύο ενόρκων δηλώσεων που καταχωρήθηκαν για τους εφεσίβλητους προς υποστήριξη της ένστασης, από την άλλη. Λέχθηκε από το Εφετείο ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι οι πιο πάνω διαφορές, πάντοτε μέσα στο πλαίσιο της δυνατότητας εξέτασης της προσαχθείσας μαρτυρίας για σκοπούς συντηρητικού διατάγματος, δεν καθιστούσαν την υπόθεση της εφεσείουσας ξεκάθαρη ή ισχυρή. Κρίνω πως η υπό εξέταση περίπτωση είναι διάφορη από την υπόθεση Ελπίδα Αβερκίου ν. ΘΕΟ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΛΤΔ κ.α., Πολιτική Έφεση 85/10, ημερομηνίας 31.1.13, που πιο πάνω μνημονεύεται. Στην πιο πάνω υπόθεση η ισχύς της υπόθεσης της εφεσείουσας κρίθηκε στην βάση των ενόρκων δηλώσεων που καταχωρήθηκαν εκατέρωθεν των πλευρών. Οι ένορκες δηλώσεις παρουσίαζαν διαφορές, στην βάση δε της αξιολόγησή τους η υπόθεση της εφεσείουσας δεν μπορούσε να κριθεί ισχυρή ή ξεκάθαρη ώστε να μπορούσε από το πρώιμο εκείνο στάδιο να κριθεί ότι η εφεσείουσα θα δικαιούτο στα πλαίσια εκδίκασης της αγωγής στο αιτούμενο διάταγμα. Η υπό εξέταση περίπτωση διαφέρει άρδην από την πιο πάνω υπόθεση. Στην υπό εξέταση περίπτωση η υπό του Αιτητή προσαχθείσα μαρτυρία παρέμεινε αναντίλεκτη εφόσον για τους λόγους που ενωρίτερα εξήγησα η ένσταση του Καθ' ου η αίτηση παρέμεινε αστήρικτη από μαρτυρία. Υπό το φως των δοσμένων περιστάσεων καθίσταται αναπόδραστο το συμπέρασμα ότι η υπόθεση του Αιτητή μπορεί αναπόφευκτα από αυτό το στάδιο να κριθεί ως αρκετά ισχυρή και, επομένως, μια ξεκάθαρη περίπτωση για χορήγηση των ενδιάμεσων διαταγμάτων που ζητούνται με τις παραγράφους (Α), (Β) και (Γ) της υπό κρίση αίτησης, έστω αν με αυτά ικανοποιείται ουσιαστικά από αυτό το στάδιο μια από τις θεραπείες που ο Αιτητής επιδιώκει με την αγωγή. Για τον λόγο που πιο πάνω υποδείχθηκε θεωρώ ότι δεν θα μπορούσε να υπάρχει πιο ξεκάθαρη περίπτωση από την υπό εξέταση. Επίσης, κατά την εξέταση του πού κλίνει το ισοζύγιο της ευχέρειας θα πρέπει κατά την κρίση μου να ληφθεί οσβαρά υπόψη, μεταξύ άλλων, η παράνομη συμπεριφορά που επιδεικνύει ο Καθ' ου η αίτηση. Αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα η παράνομη επέμβαση που διαπράττει ο Καθ' ου η αίτηση θα συνεχίζεται μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής. Όπως είδαμε στην υπόθεση Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd, Πολιτική Έφεση 304/08, ημερομηνίας 21.10.11 το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να ανέχεται την διαιώνιση μιας κατάστασης πραγμάτων κατά παράβαση του νόμου. Στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο ως θεματοφύλακας του κράτους θα πρέπει να διαφυλάξει και προστατεύσει τον Αιτητή από την παράνομη συμπεριφορά που επιδεικνύει ο Καθ' ου η αίτηση (Βλ. Κυρίσαββα ν. Κύζη
(2001)1(Β) ΑΑΔ 1245). Επίσης, οι επιπτώσεις στον Αιτητή θα είναι μεγάλες αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Αυτός θα στερείται της δυνατότητας για οικονομική εκμετάλλευση του πάρκου για όσο καιρό χρειασθεί μέχρι να εκδικασθεί η αγωγή και θα υπόκειται σε ζημία η οποία θα μεγαλώνει με τον χρόνο, αφού ο Καθ' ου η αίτηση όπως δήλωσε δεν έχει πρόθεση να πληρώσει κανένα ενοίκιο αλλά ούτε και να παραδώσει την κατοχή του υποστατικού στον Αιτητή. Υπό το φως όλων των πιο πάνω φρονώ πως το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της έκδοσης των υπό συζήτηση διαταγμάτων. Στο Αγγλικό σύγγραμμα Kerr on Injuctions, 6η έκδοση, αναφέρονται στην σελίδα 92 τα ακόλουθα: «The jurisdiction of the Court by injunction in cases of trespass is in aid of the legal right. If the right at law is clear and the breach clear, and serious damage is likely to arise to the plaintiff if the defendant is allowed to proceed with what he is doing or threatens to do, an injunction will be granted pending the trial of the right. But if the right at law is not clear or the breach is doubtful, and no irreparable injury can arise to the plaintiff pending the trial of the right, the case resolves itself into a question of comparative convenience». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδώσει απαγορευτικό διάταγμα σε περίπτωση παράνομης επέμβασης είναι προς υποβοήθηση νομίμων δικαιωμάτων. Αν το δικαίωμα είναι σαφές κατά τον νόμο και η παράβαση ξεκάθαρη και ενδέχεται να επέλθει σοβαρή ζημία στον ενάγοντα αν επιτραπεί στον εναγόμενο να προχωρήσει με αυτό που κάνει ή που απειλεί να κάνει τότε εκδίδεται απαγορευτικό διάταγμα εκκρεμούσης της εκδίκασης του δικαιώματος. Όμως, αν το δικαίωμα δεν είναι σαφές κατά τον νόμο ή η παράβαση είναι αμφίβολη και καμία ανεπανόρθωτη ζημιά δεν μπορεί να επέλθει στον ενάγοντα εκκρεμούσης της εκδίκασης του δικαιώματος, τότε, το όλο θέμα ανάγεται στο ερώτημα τι είναι πρόσφορο να διαταχθεί». Στην κρινόμενη περίπτωση συντρέχουν όλα όσα αναφέρονται στο πιο πάνω απόσπασμα και που δικαιολογούν την έκδοση των υπό συζήτηση διαταγμάτων. Ο Καθ' ου η αίτηση παραλείπει να πληρώσει ενοίκια από τον Νοέμβριο του 2010. Η παράλειψη πληρωμής ενοικίου για περίοδο πέραν των 15 ημερών από την ημερομηνία που αυτό κατέστη πληρωτέο είναι ουσιώδης όρος της συμφωνίας ενοικίασης δίδοντας στον Αιτητή το δικαίωμα να τερματίσει την σύμβαση. Ο Αιτητής τερμάτισε την συμφωνία ενοικίασης. Παρόλα αυτά ο Καθ' ου η αίτηση δεν παρέδωσε την κατοχή του υποστατικού και εξακολουθεί να το κατέχει μέχρι και σήμερα ως παράνομος επεμβασίας. Υπό το φως των πιο πάνω το αγώγιμο δικαίωμα του Αιτητή κρίνεται σαφές κατά τον νόμο και η παράβαση του Καθ' ου η αίτηση ξεκάθαρη. Επίσης, αν επιτραπεί στον Καθ' ου η αίτηση να συνεχίσει να κατέχει το υποστατικό θα επέλθει σοβαρή ζημία στον Αιτητή αφού αυτός για όσο καιρό χρειασθεί μέχρι να εκδικασθεί η αγωγή θα στερείται της δυνατότητας για οικονομική εκμετάλλευση του υποστατικού. Και όχι μόνο. Στο τέλος της ημέρας ο Αιτητής θα αδικηθεί κατάφωρα αφού τα ενοίκια που θα συσσωρευθούν μέχρι την εκδίκαση της αγωγής θα είναι πολλά και το συνολικό ποσό πολύ ψηλό και ο Καθ' ου η αίτηση δεν θα μπορεί εν' όψει της οικονομικής του κατάστασης να ικανοποιήσει απόφαση που ήθελε εκδοθεί εναντίον του και υπέρ του Αιτητή. Τέλος, θα πρέπει να λεχθεί ότι με την αγωγή εκτός από διάταγμα που να διατάσσει τον Καθ' ου η αίτηση να εκκενώσει και παραδώσει στον Αιτητή ελεύθερη την κατοχή του ακινήτου που βρίσκεται εντός του κοινοτικού πάρκου αξιώνονται και (α) καθυστερημένα και/ή μη καταβληθέντα δεδουλευμένα ενοίκια συνολικού ύψους Ευρώ 25.200,00 σεντ, (β) ενδιάμεσα ενοίκια καθώς και (γ) τιμωρητικές αποζημιώσεις. Υπό το φως των πιο πάνω δεν μπορεί να λεχθεί ότι η έκδοση των διαταγμάτων υπό παράγραφους (Α), (Β) και (Γ) της υπό κρίση αίτησης ισοδυναμεί με εκδίκαση της ουσίας ολόκληρης της αγωγής και παροχή όλων των θεραπειών που ο Αιτητής αξιώνει με την αγωγή του από αυτό το στάδιο (Βλ. Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd, Πολιτική Έφεση 304/08, ημερομηνίας 21.10.11 και Κυρίσαββα ν. Κύζη
(2001)1(Β) ΑΑΔ 1245). Στην βάση όλων των πιο πάνω κρίνω πως δικαιολογείται η έκδοση των διαταγμάτων υπό παραγράφους (Α), (Β) και (Γ) της υπό κρίση αίτησης. Με την παράγραφο (Δ) της υπό κρίση αίτησης ζητείται διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται ο Καθ' ου η αίτηση να καταθέσει στο Δικαστήριο το χρηματικό ποσό των Ευρώ 25.200,00 σεντ το οποίο αντιπροσωπεύει 24 καθυστερημένα ενοίκια για την περίοδο Νοεμβρίου του 2010 μέχρι Οκτωβρίου του 2012. Στην βάση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, όπως τροποποιήθηκε, το Δικαστήριο έχει την εξουσία να εκδώσει προσωρινό διάταγμα ως ασφαλιστικό μέτρο. Δηλαδή, προς διασφάλιση των συμφερόντων του ενάγοντα και, κατ' επέκταση, προς ικανοποίηση απόφασης που ήθελε εκδοθεί υπέρ του στο τέλος της ημέρας. Όπως, για παράδειγμα, διάταγμα που να δεσμεύει περιουσία του εναγόμενου μέχρι τελικής εκδίκασης της αγωγής παρέχοντας, έτσι, προσωρινή θεραπεία λόγω της αντικειμενικής αδυναμίας άμεσης διεξαγωγής της δίκης. Με το πιο πάνω αιτούμενο διάταγμα δεν επιδιώκεται κάτι τέτοιο, αλλά η ίδια η πληρωμή από τον Καθ' ου η αίτηση μέρους της απαίτησης του Αιτητή και, επομένως, ικανοποίηση του ουσιαστικού αιτήματος της δίκης. Και δεν έχει σημασία το ότι η πληρωμή δεν θα γίνει στον Αιτητή τον ίδιο αλλά στο Δικαστήριο. Υπό το φως των πιο πάνω το αιτούμενο με την παράγραφο (Δ) της υπό κρίση αίτησης διάταγμα δεν συνάδει με την έννοια του προσωρινού διατάγματος και δεν εμπίπτει στις εξουσίες που δίδει στο Δικαστήριο το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, όπως τροποποιήθηκε. Στην υπόθεση Goody's Evagorou Ltd (Γκούτις Ευαγόρου Λτδ) v. Lani Restaurants Ltd (Λάνι Ρέστοραντς Λτδ)
(1998)1(Γ) ΑΑΔ 1572, που πιο πάνω μνημονεύεται, λέχθηκε ότι το συντηρητικό διάταγμα στοχεύει στην παροχή προσωρινής θεραπείας λόγω της αντικειμενικής αδυναμίας άμεσης διεξαγωγής της δίκης και όχι στην ικανοποίηση του ουσιαστικού αιτήματος της δίκης. Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω πως δεν δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος ως η παράγραφος (Δ) της υπό κρίση αίτησης. Με το αιτητικό υπό παράγραφο (Ε) της υπό κρίση αίτησης ζητείται διάταγμα του Δικαστηρίου που να παρεπομπίζει τον Καθ' ου η αίτηση από του να προκαλέσει οποιαδήποτε απώλεια ή ζημία ή δυσμενή επηρεασμό του ακινήτου καθώς και του εξοπλισμού του. Το σημείο στο οποίο πρωτίστως χωλαίνει η αιτούμενη αυτή θεραπεία, ανεξαρτήτως οποιωνδήποτε άλλων παραμέτρων με τις οποίες και δεν προτίθεμαι να ασχοληθώ, είναι ότι αφ' ης στιγμής δεν είναι γνωστή η φυσική κατάσταση του ακινήτου ή η κατάσταση του εξοπλισμού του υποστατικού πριν την έγερση της αγωγής και την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης θα είναι αδύνατο να εξετασθεί μελλοντική αίτηση για πρόκληση ζημίας. Αυτό που ενδιαφέρει δεν είναι η κατάσταση του ακίνητου και του εξοπλισμού πριν την ενοικίαση, αλλά η κατάσταση της προαναφερθείσας περιουσίας πριν την έγερση της αγωγής και πριν την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. Επί του προκειμένου ο κύριος Σπύρου δεν αναφέρει οτιδήποτε στην ένορκό του δήλωση. Συναφώς δεν αναφέρει ποια είναι η κατάσταση της πιο πάνω περιουσίας κατά τον πιο πάνω υποδειχθέντα χρόνο. Προδήλως, επειδή δεν γνωρίζει, αφού όπως ευκρινώς προκύπτει από την ένορκό του δήλωση, ο Καθ' ου η αίτηση με την συμπεριφορά του εμποδίζει στον Αιτητή την πρόσβαση στο υποστατικό και το ακίνητο. Ελλείψει του πιο πάνω στοιχείου δεν θα μπορεί να ελεχθεί αν οποιαδήποτε ζημιά στο ακίνητο ή τον εξοπλισμό προήλθε πριν από την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος ή μετά. Με αποτέλεσμα και η παρακολούθηση της εφαρμογής ενός τέτοιου διατάγματος, αν εκδιδόταν, να καθίστατο πολύ δύσκολη, αν όχι, αδύνατη, πολύ δε περισσότερο η άσκηση μέτρων σε τυχόν αίτηση για παρακοή. Στην υπόθεση Χριστοφής Κούνουνα ν. C & A Simonos Ltd
(2002)1(Β) ΑΑΔ 1361 ο ενάγων / εφεσείων δυνάμει γραπτής συμφωνίας μεταβίβασε στους εναγόμενους / εφεσίβλητους προνόμιο λατομείου για ανόρυξη ασβεστόλιθου σε χωριό της επαρχίας Πάφου μαζί με αριθμό μηχανημάτων. Παρέμεινε ως εργοδοτούμενος στο λατομείο και σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης κατά την μεταβατική περίοδο της εκτέλεσης της συμφωνίας ενοικίασε στους εφεσίβλητους με εύλογο ημερήσιο ενοίκιο αριθμό μηχανημάτων, ιδιοκτησίας του, άλλων των περιλαμβανομένων στην πιο πάνω γραπτή συμφωνία προς διευκόλυνση των εργασιών. Ύστερα από διαφωνίες που προέκυψαν ο εφεσείων και μια άλλη εταιρεία που προφανώς εκπροσωπούσε δικά του συμφέροντα και ήταν, επίσης, συμβαλλόμενο μέρος, τερμάτισαν την ρηθείσα συμφωνία. Όταν, στην συνέχεια, ο εφεσείων προσπάθησε να μετακινήσει τα μηχανήματά του, οι εφεσίβλητοι δεν του το επέτρεψαν. Με ενδιάμεση αίτηση ο εφεσείων αξίωνε την έκδοση προσωρινού διατάγματος που να εμποδίζει τους εφεσίβλητους, μεταξύ άλλων, από του να προκαλούν ζημιές στα μηχανήματα. Στην ένορκο δήλωση που συνόδευε την αίτηση προβάλλονταν, μεταξύ άλλων, ο κίνδυνος καταστροφής και η πρόκληση ζημιάς σε αυτά. Το πρωτόδικο Δικαστήριο παρά το ότι κατέληξε ότι ικανοποιούνταν όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, όπως τροποποιήθηκε, καθώς και οι προϋποθέσεις του άρθρου 4 του Κεφ. 6, όπως τροποποιήθηκε, δεν εξέδωσε το πιο πάνω διάταγμα καθότι έκρινε ότι η έκδοσή του δεν ήταν δίκαιη και εύλογη. Ο εφεσείων καταχώρησε έφεση εναντίον, μεταξύ άλλων, της πιο πάνω απόφασης. Το Εφετείο απέρριψε την έφεση με το εξής αιτιολογικό: «Στην ουσία δεν υπάρχει λόγος να εκδοθεί διάταγμα που να διατάσσει το αυτονόητο. Ασφαλώς και οι εφεσίβλητοι δεν έχουν δικαίωμα να προκαλέσουν ζημιές στα μηχανήματα, αν αυτά τελικά αποδειχθεί ότι ανήκουν στους εφεσείοντες και είχαν ενοικιαστεί σ' αυτούς. Αν τα μηχανήματα, αποδειχθεί ότι ανήκουν τελικά στους εφεσείοντες και φανεί ότι οι εφεσίβλητοι προκάλεσαν σ' αυτά ζημιά, υπάρχει πάντα η ικανοποίηση της επιδίκασης αποζημιώσεων. Όμως, εκτός αυτού και εκτός του ότι θα ήταν πρακτικά πολύ δύσκολο να παρακολουθηθεί η εφαρμογή ενός τέτοιου διατάγματος και πολύ περισσότερο να ασκηθούν μέτρα σε τυχόν αίτηση για παρακοή, δεν νομίζουμε ότι εν πάση περιπτώσει είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί. Το ισοζύγιο της ευχέρειας (balance of convenience) κρίνεται με βάση τα ενώπιον του δικαστηρίου κατά τον ουσιώδη χρόνο στοιχεία (Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά., ανωτέρω) και στην παρούσα περίπτωση φαίνεται ότι αυτό κλίνει υπέρ των εφεσίβλητων για διάφορους λόγους. Αφού δεν γνωρίζουμε και δεν υπάρχει τρόπος να γνωρίζουμε την κατάσταση των μηχανημάτων και λοιπών αντικειμένων πριν από την έγερση της αγωγής και την καταχώρηση της παρούσας αίτησης, πώς μπορεί να εξεταστεί μελλοντική αίτηση για την πρόκληση ζημιάς στα μηχανήματα αυτά». Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω πως δεν δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος ως η παράγραφος (Ε) της υπό κρίση αίτησης. Στο αιτούμενο υπό παράγραφο (Β) της υπό κρίση αίτησης

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.