Aliaksandr Dounar κ.α. ν. Hycone Estates Ltd, Αρ. Αγωγής: 1438/13, 29/8/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A241 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής ׃ 1438/13 Μεταξύ:
- Aliaksandr Dounar
- Μαρίας Κυριακίδου Εναγόντων Και Hycone Estates Ltd Εναγομένων Ημερομηνία: 29/8/2013 Εμφανίσεις: Για αιτητές/ενάγοντες׃ κ. Δ. Μιχαήλ (για την απαγγελία της απόφασης κα Πλιάκα) Για καθ' ων η αίτηση/εναγόμενους׃ κ. Κ. Αριστείδου (για την απαγγελία της απόφασης κα Ν. Δημητρίου) Α Π Ο Φ Α Σ Η Η οριστικοποίηση ή όχι του ενδιάμεσου προσωρινού διατάγματος που εκδόθηκε στις 18/4/2013 μετά από μονομερή αίτηση των εναγόντων/αιτητών, αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας υπόθεσης. Το διάταγμα αυτό, διατάζει τους εναγομένους/καθ' ων η αίτηση και αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες και/ή υπαλλήλους τους και/ή άλλως πως׃ «
- Να άρουν και σταματήσουν την οχληρία που δημιουργείται μέσω της δυσοσμίας από το αποχετευτικό σύστημα του συγκροτήματος Εσπερίδες Χόουμς και/ή άλλως πως στις οικίες των Εναγόντων 1 και 2 μέχρι τελικής εκδίκασης και έκδοσης απόφασης στην αγωγή με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό στα ακόλουθα ακίνητα και/ή οποιοδήποτε μέρος αυτών׃ «
- Οικία Αρ.1 στο Τεμάχιο 95, Αρ. Εγγραφής 7457, Φ/Σχ. 54/45 στην τοποθεσία Μουτταγιάκας, οδός Εσπερίδων Αρ. 1, Εσπερίδες Χόουμς στη Λεμεσό.
- Οικία Αρ.2 στο Τεμάχιο 95, Αρ. Εγγραφής 7457, Φ/Σχ. 54/45 στην τοποθεσία Μουτταγιάκας, οδός Εσπερίδων Αρ. 2, Εσπερίδες Χόουμς στη Λεμεσό». Το εκδοθέν διάταγμα, συνάντησε την ένσταση των καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι και καταχώρησαν σχετική ειδοποίηση. Η ακροαματική διαδικασία περιορίσθηκε σε αγορεύσεις και οι θέσεις και τα επιχειρήματα των διαδίκων, καταγράφονται και προκύπτουν από την αίτηση, την ένσταση και τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις που τις υποστηρίζουν, καθώς επίσης και από το περιεχόμενο των γραπτών αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων τους και τα πρακτικά του Δικαστηρίου, αφού οι δικηγόροι των διαδίκων και πέραν των όσων εκτίθενται στις γραπτές τους αγορεύσεις, επιχειρηματολόγησαν περαιτέρω και προφορικά και για τον λόγο αυτό δεν θεωρώ απαραίτητο να τα παραθέσω . Ως νομική βάση της αίτησης τίθενται από τους αιτητές τα άρθρα 12 και 30 του Συντάγματος, τα άρθρα 31 και 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60τα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, τα άρθρα 46-49 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, η Δ.48 Θ.Θ. 1-3, 8 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η νομολογία, η πρακτική και η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Ο συσχετισμός των άρθρων 5 και 32, εξετάσθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο σε διάφορες υποθέσεις (βλ. Ευριπίδης Φ. Ζεμενίδης v. Άννας Ζεμενίδη
(1992)1 ΑΑΔ 54), όπου και καθορίζεται ότι η εξουσία που παρέχεται στο Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 32 του Ν. 14/60, είναι ευρύτερη αυτής που παρέχεται με το άρθρο 5 του Κεφ. 6, κάτι που επίσης συμβαίνει και σε σχέση με το άρθρο 4. Οι αρχές που διέπουν το ζήτημα έκδοσης διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 32, έχουν καθορισθεί σε πολλές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Οδυσσέως v. Πιερής Estates
(1982)1 AAΔ 557, Μ. Δημητρίου κ.α. v. Royal Ris Ltd
(2002)1 (B) AAΔ.1164, Χρ. Κούνουνα v. C & A Simonos Ltd
(2002)1 (B) AAΔ.1361, Μαίρη Ν. Σεβαστού v. Εμμανουήλ Σεβαστού
(2002)1(Γ) 1980, Papapetrou Bros Ltd v. Παπαπέτρου
(2003)1 ΑΑΔ 741). Στην κλασσική για το θέμα απόφαση Οδυσσέως πιο πάνω, επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32, απαιτείται να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι ακόλουθες τρεις προϋποθέσεις: (α) να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση (β) να υπάρχουν πιθανότητες επιτυχίας οι αιτητές να δικαιούνται σε θεραπεία και (γ) να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το διάταγμα. Αναλύοντας το Ανώτατο Δικαστήριο τις πιο πάνω προϋποθέσεις ανάφερε ότι, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση δεν εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων. Η 2η προϋπόθεση επιβάλλει στον αιτητή να δείξει ότι έχει πιθανότητα επιτυχίας. Η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις, ενώ η 3η προϋπόθεση είναι η αδυναμία απόδοσης δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Στην υπόθεση Χάρης Φεσσάς, Αίτηση
(1990)1 ΑΑΔ 704, αποφασίσθηκε ότι το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, περιέχει ουσιαστικό και όχι δικονομικό δίκαιο και ότι το πρόσωπο που επιζητεί την έκδοση προσωρινού διατάγματος φέρει το βάρος να αποδείξει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας για εκδίκαση κάποιου συντηρητικού διατάγματος, η υποχρέωση απόδειξης αμφισβητούμενων γεγονότων βαρύνει πάντοτε τους ώμους του αιτητή (βλ. Iacovou Brothers v. Fashionwise Ltd
(2000)1 (B) AAΔ.1377). Σύμφωνα με τη νομολογία το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας, ούτε και προχωρεί στην εξαγωγή συμπερασμάτων σε σχέση με την αξιοπιστία (βλ. Jonitexo v. Adidas
(1984)1 CLR 263). Κατά την εκδίκαση αιτήσεων αυτής της φύσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει την ουσία της υπόθεσης. Περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων (βλ. C.T.Tobacco Ltd v. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.α.
(2003)1(Β) ΑΑΔ 853). Η ύπαρξη απλώς των θεσμικών αυτών προϋποθέσεων δεν είναι αρκετή αλλά το Δικαστήριο στο τελικό στάδιο θα πρέπει πρόσθετα να εξετάσει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και σταθμίσει στα πλαίσια αυτά κατά πόσο με βάση τα δεδομένα της υπόθεσης είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)2 CLR 557, Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού v. Θεωρή
(1989)ΑΑΔ 1(Ε) 255), το οποίο πάντοτε στοχεύει στην εξυπηρέτηση των αναγκών της δικαιοσύνης και θα κριθεί με βάση πάντα τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Εφόσον ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο πως πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και να σταθμίσει στα πλαίσια αυτά κατά πόσο με βάση τα δεδομένα της υπόθεσης είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 152, Bacardi v. Vinko
(1996)ΑΑΔ 788, C.T. Tobacco v. Εταιρεία Εκδόσεων Αρκτίνος
(2003)1 ΑΑΔ 853 και Χρ. Κούνουνα v. C & A Simonos
(2002)1(B) ΑΑΔ 136). Η καθυστέρηση στην έναρξη της διαδικασίας δυνατό να επιφέρει αρνητικά αποτελέσματα στην έγκριση του αιτήματος. Στην υπόθεση Bacardi, πιο πάνω αναλύονται οι συνέπειες της καθυστέρησης για έναρξη διαδικασίας σε αίτηση για προσωρινό διάταγμα. Στην υπόθεση αυτή παρότι βρέθηκε ότι συνέτρεχαν οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60, το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση λόγω της μεγάλης καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης. Αποτελεί μεταξύ άλλων, λόγο ένστασης, ότι το εκδοθέν διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί γιατί οι αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα. Είναι αναγκαίο λοιπόν και πριν την εξέταση της ουσίας της αίτησης, να εξετασθεί η εισήγηση αυτή των καθ' ων η αίτηση, αφού η αποδοχή της καθιστά αχρείαστη την εξέταση οποιουδήποτε άλλου ζητήματος (βλ. Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co. Ltd
(1996), 1 Α.Δ.Δ. 597). Είναι νομολογημένο ότι η διαδικασία έκδοσης διατάγματος κατόπιν μονομερούς αίτησης επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων, που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση, υποχρέωση που είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides). Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Ο λόγος είναι ότι η έκδοση διατάγματος μονομερώς συνιστά παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης να ακούονται και τα δύο μέρη πριν το Δικαστήριο εκφέρει κρίση (βλ. Resola (Cyprus) Ltd κ.α. ν. Χρίστου,
(1988), 1 Α.Α.Δ. 598 και Zein ν. Καμπανέλλα Λτδ,
(2000), 1 Α.Α.Δ. 606). Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος, διασαλεύει την ίδια τη βάση του διατάγματος. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση, θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου. Επειδή η αίτηση υποβάλλεται μονομερώς και η μόνη μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αυτή που προσκομίζεται από τον αιτητή, αυτός οφείλει να παρουσιάσει και να περιγράψει την υπόθεση στο Δικαστήριο όσο πιο δίκαια γίνεται. Θα πρέπει να τεθούν σε γνώση του Δικαστηρίου οποιεσδήποτε τυχόν υπερασπίσεις που ο καθ΄ ου η αίτηση θα μπορούσε να προβάλει ή οποιαδήποτε τυχόν προβλήματα, ώστε η κρίση του Δικαστηρίου να είναι όσο πιο αντικειμενική μπορεί να είναι στο αρχικό αυτό στάδιο της υπόθεσης (βλ. το σύγγραμμα «The Mareva Injunction and Related Orders», Mark S.W. Hoyle, 1997, 3η έκδοση, σελ. 71 υπό τον τίτλο «Lack of full disclosure»). Το Δικαστήριο στην περίπτωση μη αποκάλυψης απαντά «δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει την διαταγή που έδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία (βλ. Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου, πιο πάνω). Η απόκρυψη ανατρέπει τη βάση του διατάγματος και το καθιστά ακυρωτέο. Το διάταγμα που δόθηκε χωρίς να τηρηθεί η υποχρέωση αυτή του αιτητή θα πρέπει να ακυρωθεί κατά την inter partes ακρόαση της αίτησης (βλ. Δήμος Πάφου ν. Σοφοκλή Βοσκού
(2001), 1 Α.Α.Δ. 1168). Οι παράμετροι και οι διαστάσεις της υποχρέωσης αποκάλυψης σε μονομερείς αιτήσεις αναπτύχθηκαν στην υπόθεση Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co. Ltd
(1996), 1 Α.Δ.Δ. 597 στις σελίδες 601 - 602 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση την χορήγηση θεραπείας πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου». Όπως υποδεικνύεται στην ίδια υπόθεση: «το καθήκον για αποκάλυψη συναρτάται προς τη καλή πίστη που πρέπει να επιδεικνύεται όποτε επιδιώκεται η παροχή θεραπείας στην απουσία του αντιδίκου. Το κριτήριο για τα γεγονότα που πρέπει να αποκαλυφθούν είναι αντικειμενικό. Το ηθελημένο ή μη της παράλειψης δεν είναι σημαντικό ούτε η πρόθεση εξαπάτησης αποτελεί προυπόθεση για την ακύρωση του διατάγματος για τη μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων. Η σημασία της μη αποκάλυψης έγκειται στην αποστέρηση του Δικαστηρίου γνώσης ουσιωδών γεγονότων για την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Ουσιώδες για τους σκοπούς αυτούς, είναι κάθε γεγονός το οποίο άπτεται και μπορεί εξ' αντικειμένου να επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για τη χορήγηση ή όχι της αιτούμενης θεραπείας. Το ουσιώδες του γεγονότος προσδιορίζεται με αναφορά στα επίδικα θέματα του αιτήματος για απαγορευτικό διάταγμα όπως καθορίζεται από το άρθρο 32 του Ν.14/60. Επιπλέον, σε μονομερείς αιτήσεις, ουσιώδη είναι και τα γεγονότα που σχετίζονται με το επείγον του ζητήματος». Όπως ενδεικτικά αναφέρθηκε στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd ν. Χρήστου
(1998), 1 Α.Α.Δ. 598, στις σελίδες 602 - 603: «Όπως διαπιστώσαμε στην Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co. Ltd κ.α.
(1996)1(Α) ΑΑΔ 597, πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Το κριτήριο είναι, όπως αναφέραμε κατά πόσο η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστά, εξ΄ αντικειμένου, ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, οπόταν, στην απουσία του, αυτή τούτη η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής». Στην υπόθεση M & CH Mitsingas Trading Λτδ κ.α. ν. The Timberland Co of USA
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 αποφασίσθηκε ότι το ουσιώδες ενός ζητήματος προσδιορίζεται στο πλαίσιο της αντιδικίας των μερών. Το ουσιώδες του γεγονότος προσδιορίζεται με αναφορά στα επίδικα θέματα του αιτήματος για όπως καθορίζονται από το άρθρο 32 του Ν.14/60. Ό, τι πρέπει να αποκαλυφθεί σε κάθε περίπτωση είναι: «....γεγονότα γνωστά στον αιτητή ή γεγονότα τα οποία θα μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογες προσπάθειες, τα οποία σχετίζονται με: (α) το βάσιμο του δικαιώματος του, όπως διαγράφεται στο δικόγραφό του, (β) την σοβαρότητα του ζητήματος, το οποίο εγείρεται καθώς και (γ) την πιθανότητα επιτυχίας». Στην υπόθεση Βασιλική Χαραλάμπους ν. Petros Michael Exclusif Ltd κ.α.
(2004), 1(Γ) Α.Α.Δ. 1953 κρίθηκε ότι ορθά ακυρώθηκε το προσωρινό διάταγμα που είχε εκδοθεί αφού η Έκθεση Απαίτησης και η ένορκος δήλωση που συνόδευε τη μονομερή αίτηση για προσωρινό διάταγμα έδιδαν την εντύπωση ότι η ενάγουσα ήταν κάτοχος εγγεγραμμένου σήματος. Λέχθηκαν στην υπόθεση αυτή τα ακόλουθα: «Είναι μεγάλη η ευθύνη εκείνου που επιδιώκει θεραπεία χωρίς να ακούεται η άλλη πλευρά, να θέσει όλα τα δεδομένα με ύψιστη καλή πίστη και πληρότητα. Το ενδεχόμενο να είναι δυνατό εκ των υστέρων η γενική εικόνα που δημιουργείται να είχε αντικρυστεί διαφορετικά μετά από μια εξονυχιστική έρευνα, δεν είναι ικανοποιητική απάντηση όταν όσα ως σύνολο μεταδίδονται, σαφώς οδηγούν στο σχηματισμό άλλης εικόνας». Σε περιπτώσεις μονομερών αιτήσεων, ουσιώδη είναι και τα γεγονότα που σχετίζονται με το κατεπείγον του αιτήματος για τη χορήγηση θεραπείας (βλ. M & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.α. ν. The Timberland Co of Usa,
(1998)1 Α.Α.Δ. 1180. Όπως λέχθηκε στην απόφαση αυτή: «Γεγονότα που σχετίζονται με το κατεπείγον του αιτήματος ενέχουν άμεση σημασία για τη χορήγηση θεραπείας στην απουσία του αντιδίκου. Απόκρυψη γεγονότων, που καθιστούν το αίτημα μη επείγον, αναιρούν τη βασική προϋπόθεση για παροχή ενδιάμεσης θεραπείας στη απουσία του εναγομένου». Σύμφωνα με τους καθ' ων η αίτηση, οι αιτητές απέκρυψαν την αλήθεια σε σχέση με το Τεκμήριο 7 στην αίτηση, καθότι όπως αναφέρεται η μελέτη αυτή, υποβλήθηκε από τους ίδιους τους εναγομένους προς το Σάλα, αλλά ουδέποτε έγινε αποδεκτή από το αρμόδιο γραφείο του Επάρχου και ουδέποτε σφραγίστηκε και στάληκε προς τους ίδιους τους καθ' ων η αίτηση κατά τον χρόνο κατασκευής του συστήματος αποχέτευσης για να αποτελέσει και μέρος της άδειας οικοδομής και έτσι οι καθ' ων η αίτηση προχώρησαν στην κατασκευή παραδοσιακού συστήματος σηπτικού και απορροφητικού λάκκου. Θα πρέπει να επισημανθεί ότι με τον τρόπο που διατυπώνεται η θέση αυτή των καθ' ων η αίτηση, δεν προκύπτει με σαφήνεια και δεν προσδιορίζεται ποιο ακριβώς γεγονός ή γεγονότα, σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς τους, απέκρυψαν οι αιτητές. Εν πάση περιπτώσει θα πρέπει να λεχθεί ότι εάν αυτοί εννοούν ότι οι αιτητές απέκρυψαν ότι οι καθ' ων η αίτηση ήταν τα πρόσωπα που υπέβαλαν την μελέτη, τούτο είναι γεγονός που δεν έχει συμβεί αφού και όπως αναφέρεται στην παράγραφο 7 της ένορκης δήλωσης που στηρίζει την αίτηση και όπως επίσης προκύπτει από το Τεκμήριο 4 στην αίτηση, τη διεξαγωγή της μελέτης την είχε ζητήσει ο Σάλα από τους εναγόμενους. Ο ισχυρισμός περαιτέρω που τίθεται από τους καθ' ων η αίτηση ότι η μελέτη αυτή δεν έγινε αποδεκτή, δεν σφραγίστηκε και δεν στάληκε προς αυτούς για να αποτελέσει μέρος της άδειας οικοδομής, ασχέτως εάν ευσταθεί ή όχι, στοιχείο που δεν είναι απαραίτητο να εξετασθεί, δεν αποτελεί ουσιώδες ζήτημα το οποίο θα έπρεπε να είχε αποκαλυφθεί. Το σημαντικό είναι αυτό που προκύπτει από τα ίδια τα έγγραφα που οι αιτητές έχουν επισυνάψει στην αίτηση τους και για τα οποία γίνεται αναφορά στην ένορκο δήλωση που στηρίζει την αίτηση ότι δηλαδή μετά την έκδοση της άδειας οικοδομής (Τεκμήριο 3) και μετά τη διεξαγωγή της μελέτης αποχέτευσης (Τεκμήριο 5) ακολούθησε τροποποίηση της άδειας οικοδομής (Τεκμήριο 7). Σημαντικά λοιπόν είναι τα γεγονότα αυτά και όχι εάν η συγκεκριμένη μελέτη σφραγίστηκε και τους απεστάλη. Πουθενά περαιτέρω δεν γίνεται καμία αναφορά από τους αιτητές ότι η συγκεκριμένη μελέτη αποτέλεσε μέρος της άδειας οικοδομής. Συνεπώς κρίνεται ότι κανένα ουσιώδες για την υπόθεση γεγονός δεν έχουν αποκρύψει οι αιτητές, γι' αυτό και θα προχωρήσω να εξετάσω την ουσία της αίτησης. Το άρθρο 9
(1)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 έχει εφαρμογή μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και μόνο εφόσον καταδεικνύονται επείγουσες ή άλλες περιστάσεις που να δικαιολογούν την έκδοση του διατάγματος μονομερώς. Η δικαιοδοτική ικανότητα έκδοσης ex-parte διατάγματος βασίζεται πάντοτε στο άρθρο 9
(1)σαν εξαιρετικό μέτρο προς το οποίο ο παράγοντας του χρόνου είναι ως εκ των πραγμάτων άμεση συνάρτηση αφού ανάγεται στο θεμελιακό ερώτημα του κατεπείγοντος του πράγματος. Όπως είναι νομολογημένο, μόνο εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του αντιδίκου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρεθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούονται και τα δύο μέρη πριν το Δικαστήριο εκφέρει κρίση (βλ. Resola (Cyprus) Ltd ν. Χρήστου (πιο πάνω) και Zein κ.α. ν. Καμπανέλλα Λτδ, (πιο πάνω). Παρά το ότι στην ειδοποίηση ένστασης προβάλλεται ως λόγος ακύρωσης του διατάγματος η έλλειψη του στοιχείου του επείγοντος, εν τούτοις αυτός δεν προωθήθηκε με την αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου των καθ' ων η αίτηση και για το λόγο αυτό θεωρώ ότι έχει εγκαταλειφθεί και δεν θα με απασχολήσει και έτσι θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσον πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 οι οποίες και όπως προαναφέρεται συσχετίζονται με αυτές του άρθρου 5 του Κεφ. 6, έχοντας κατά νου τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης. Λαμβάνοντας υπόψη τους εκατέρωθεν προβαλλόμενους ισχυρισμούς, τα γεγονότα όπως διαγράφονται μέσα από αυτούς, καθώς και την ποιότητα της προσκομισθείσας από το κάθε διάδικο μέρος μαρτυρίας, κρίνεται ότι καταδεικνύεται τόσο η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, καθώς επίσης και πιθανότητες επιτυχίας. Παρά το ότι στην εξεταζόμενη περίπτωση έχει καταχωρηθεί μόνο κλητήριο ένταλμα με γενική οπισθογράφηση, στο συμπέρασμα αυτό καταλήγω λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψη τους εκατέρωθεν στην αίτηση, την ειδοποίηση ένστασης και τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις που τις υποστηρίζουν προβαλλόμενους ισχυρισμούς και ειδικότερα ότι η αγωγή έχει εγερθεί εναντίον των καθ' ων η αίτηση ως των προσώπων που όπως προκύπτει έμμεσα από την παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης που στηρίζει την αίτηση και είναι παραδεκτή από τους καθ' ων η αίτηση, οι τελευταίοι είναι τα πρόσωπα που ανήγειραν και πώλησαν στους αιτητές τις κατοικίες δυνάμει σχετικών συμφωνιών, συμφωνίες που όπως αναφέρεται είναι ακόμα κατατεθειμένες στο κτηματολόγιο, εξασφαλίζοντας για την ανέγερση τους άδεια οικοδομής, στην οποία περιλαμβάνονταν όροι σε σχέση με την κατασκευή του αποχετευτικού συστήματος του συγκροτήματος. Αποτελεί θέση των αιτητών ότι οι καθ' ων η αίτηση κατασκεύασαν το αποχετευτικό σύστημα του συγκροτήματος κατά παράβαση του σχετικού όρου στην εκδοθείσα άδεια οικοδομής, θέση την οποία οι καθ' ων η αίτηση απορρίπτουν, όχι όμως με επαρκή σαφήνεια, αλλά προβάλλοντας ισχυρισμούς συγκεχυμένους από τους οποίους δεν προκύπτει με καθαρότητα και σαφήνεια πως ενήργησαν. Ενδεικτικά θα αναφέρω ότι στην παράγραφο 10 της ένορκης δήλωσης που στηρίζει την ένσταση αναφέρουν ότι ενήργησαν σύμφωνα με τις υποδείξεις του ΣΑΛΑ, ενώ στην παράγραφο 19 ότι «... συμμορφώθηκαν πλήρως με την σχετική άδεια οικοδομής όταν αυτή εκδόθηκε το 2006». Επί του θέματος τούτου, οι αιτητές παρουσιάζουν την άδεια οικοδομής (Τεκμήριο 3 στην αίτηση), δυνάμει του όρου 7 της οποίας καθορίζεται ότι θα πρέπει να τηρηθούν οι «συνημμένοι όροι των υγιειονολόγων μηχανικών» σύμφωνα με τους οποίους θα έπρεπε να κατασκευαστεί βιολογική μονάδα. Προκύπτει περαιτέρω ότι μετά την έκδοση της άδειας οικοδομής (Τεκμήριο 3) και μετά τη διεξαγωγή μελέτης αποχέτευσης (Τεκμήριο 5) ακολούθησε τροποποίηση της άδειας οικοδομής (Τεκμήριο 7), σύμφωνα με την οποία ο όρος 7 αυτής, «αντικατασταθεί με τα πιο κάτω.... «Να τηρηθούν οι συνημμένοι όροι του ΣΑΛΑ». Οι όροι αυτοί του ΣΑΛΑ, εμφαίνονται σε επιστολή του ημερομ. 20/4/07, σύμφωνα με την οποία έπρεπε να ανορυχθούν 4 απορροφητικοί λάκκοι βάθους 12 μέτρων. Όσον αφορά τον ισχυρισμό αυτό των αιτητών, οι καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι δεν έλαβαν γνώση της τροποποιηθείσας αυτής άδειας παρά μόνο το 2012 και ότι οι ίδιοι ενήργησαν και κατασκεύασαν το αποχετευτικό σύστημα του συγκροτήματος σύμφωνα με τις υποδείξεις του ΣΑΛΑ (Τεκμήριο 3) στην ένσταση. Όμως όπως προκύπτει από το ίδιο το Τεκμήριο 3, αυτό δεν αποτελεί ούτε άδεια οικοδομής, ούτε τροποποιητική άδεια οικοδομής. Είναι απλώς μια επιστολή του ΣΑΛΑ η οποία απευθύνεται στην Επαρχιακή Διοίκηση Λεμεσού με κοινοποίηση και στους καθ' ων η αίτηση και στην οποία εκφράζονται οι απόψεις του ΣΑΛΑ, ότι δηλαδή συνιστάται η κατασκευή παραδοσιακών και σηπτικών δεξαμενών, χωρίς όμως οι παραδοσιακές αυτές και σηπτικές δεξαμενές να περιγράφονται και να προσδιορίζονται, πόσες δηλαδή θα έπρεπε να γίνουν, ποιας διαμέτρου, ποιου βάθους, ποιας χωρητικότητας κ.λ.π.. Εκτός δηλαδή του σημαντικού γεγονότος ότι η επιστολή αυτή δεν έχει καμία σχέση με άδεια, δημιουργείται περαιτέρω το ερώτημα, ποιο είναι τελικά αυτό το αποχετευτικό σύστημα που κατασκεύασαν οι καθ' ων η αίτηση και προπάντων με βάση ποια άδεια, ακόμα και ποιων υποδείξεων; Η θέση των αιτητών ότι όντως υπάρχει πρόβλημα στη λειτουργία του συστήματος αυτού, καταδεικνύεται μέσα από τα διάφορα τεκμήρια που αυτοί έχουν παρουσιάσει και ειδικότερα τα Τεκμήρια 10, 11, 12, 13, 14, 17, 18 από τα οποία προκύπτει ότι όχι μόνο οι αιτητές αλλά και οι αρμόδιες αρχές διαπίστωσαν την ύπαρξη του προβλήματος. Ως αποτέλεσμα είναι η θέση των αιτητών ότι προκαλείται υπερχείλιση λυμάτων με όλα τα συνεπακόλουθα, πρόκλησης δηλαδή έντονης δυσοσμίας. Η θέση δε των καθ' ων η αίτηση ότι τα όσα προβλήματα δέχονται ότι δημιουργούνται, οφείλονται στην μη τακτική απομάκρυνση των λυμάτων, αποδυναμώνεται από το περιεχόμενο των τεκμηρίων που επισυνάπτονται στην αίτηση (Τεκμήρια 10-14). Ενόψει λοιπών όλων των πιο πάνω, κρίνεται ότι τόσον η 1η όσο και η 2η προϋπόθεση που τίθενται από το άρθρο 32 πληρούνται. Σε σχέση με την 3η προϋπόθεση του άρθρου 32, οι αιτητές ισχυρίζονται ότι η επιδίκαση αποζημιώσεων στο τέλος της υπόθεσης δεν θα είναι αρκετή, αφού η συνέχιση της κατάστασης που επικρατεί σήμερα, εγκυμονεί και σοβαρότατους κινδύνους για τη δημόσια υγεία. Υποστηρίζουν επίσης ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της οριστικοποίησης του εκδοθέντος διατάγματος. Αντίθετα οι καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι το διάταγμα αυτό θα πρέπει να ακυρωθεί γιατί με αυτό επιδιώκεται ουσιαστικά η τροποποίηση του υφιστάμενου αποχετευτικού συστήματος. Δεν θα συμφωνήσω με την εισήγηση αυτή του ευπαίδευτου συνηγόρου των καθ' ων η αίτηση. Εκείνο που διατάζει το εκδοθέν διάταγμα δεν είναι η τροποποίηση ή μετατροπή του αποχετευτικού συστήματος, αλλά η άρση της οχληρίας που δημιουργείται κατά τη λειτουργία του. Όπως λέχθηκε και στην υπόθεση Κώστα Καλογήρου v. C.C.F. Credit Capital Finance Ltd,
(2005)1 ΑΑΔ 11895׃ «.....δεν υπάρχουν αυστηρά οριοθετημένα πλαίσια, μέσα στα οποία ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Η κάθε περίπτωση κρίνεται υπό το φως των δικών της γεγονότων και περιστατικών, με γνώμονα πάντοτε το κατά πόσο η έκδοση του διατάγματος είναι αναγκαία, για να καταστεί δυνατή η απονομή της δικαιοσύνης σε κάθε στάδιο, περιλαμβανομένου και αυτού της ικανοποίησης της απόφασης, που τυχόν ήθελε εκδοθεί». Στην Mitsingas Trading Ltd v. Timberland Co.
(1997)1Γ ΑΑΔ 1791 λέχθηκε ότι׃ «Κριτήριο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος, είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτητή. Ο αθέμιτος ανταγωνισμός έχει προεκτάσεις, μεταξύ των οποίων και ο επηρεασμός της εμπορικής εύνοιας, που είναι δύσκολο να αποτιμηθούν σε χρήμα ή να εξακριβωθούν με βεβαιότητα». Είναι γεγονός που ουσιαστικά δεν έχει αμφισβητηθεί η ύπαρξη προβλημάτων στο αποχετευτικό σύστημα του συγκροτήματος οικιών στο οποίο διαμένουν και οι ενάγοντες. Ότι αμφισβητήθηκε ήταν ο λόγος που τα προβλήματα αυτά παρουσιάζονται και τα οποία κατά τους αιτητές οφείλονται στον τρόπο κατασκευής του αποχετευτικού συστήματος που έγινε κατά παράβαση των όρων της εκδοθείσας άδειας οικοδομής, ενώ κατά τους καθ' ων η αίτηση στην μη έγκαιρη και συστηματική απομάκρυνση των λυμάτων από τη διαχειριστική επιτροπή του συγκροτήματος, ζήτημα επί του οποίου έγινε και όπως και πιο πάνω αναφέρεται αποδεκτή η θέση των αιτητών ως περισσότερο πειστική αφού ενισχύεται και από τα τεκμήρια που επισυνάπτονται στην αίτηση. Η παραβίαση των όρων της άδειας οικοδομής που είχαν σχέση με το αποχετευτικό σύστημα του συγκροτήματος οικοδομών και η δημιουργία των προβλημάτων που παρουσιάζονται ενέχουν συνέπειες για τα δικαιώματα των κατοίκων της περιοχής και ειδικότερα των εναγόντων, αφού η συνέχιση της υπερχείλισης λυμάτων ενέχει συνέπειες που δύσκολα μπορεί να προσδιορισθούν και να αποτιμηθούν σε χρήμα, καθιστώντας δίκαια την οριστικοποίηση του διατάγματος προς προστασία των δικαιωμάτων των εναγόντων. Είναι νομολογημένο ότι η ύπαρξη απλώς των θεσμικών αυτών προϋποθέσεων δεν είναι αρκετή, αλλά το Δικαστήριο στο τελικό στάδιο θα πρέπει πρόσθετα να εξετάσει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και να σταθμίσει στα πλαίσια αυτά κατά πόσο με βάση τα δεδομένα της υπόθεσης είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)2 CLR 557, Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού v. Θεωρή
(1989)ΑΑΔ 1(Ε) 255), το οποίο πάντοτε στοχεύει στην εξυπηρέτηση των αναγκών της δικαιοσύνης και κρίνεται με βάση τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και συνυπολογίζοντας όλα τα περιστατικά της υπόθεσης, θεωρώ ότι και το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της οριστικοποίησης του διατάγματος. Στην περίπτωση που το εκδοθέν διάταγμα δεν οριστικοποιηθεί θα αφεθεί να συνεχίζεται μια απαράδεκτη κατάσταση η οποία όπως καταδεικνύεται μέσα από την προσκομισθείσα από τους αιτητές μαρτυρία επηρεάζει δυσμενώς την ποιότητα της ζωής τους και εγκυμονεί σοβαρότατους κινδύνους για τη δημόσια υγεία. Δεν είναι δυνατό και μέχρι την έκδοση τελικής απόφασης στην αγωγή να αφεθεί η συνέχιση της κατάστασης που επικρατεί σήμερα. Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει σαφώς υπέρ της οριστικοποίησης του διατάγματος έτσι ώστε να είναι δυνατή η απονομή δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, αφού όπως λέχθηκε και στην Mitsingas πιο πάνω «Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτητή». Συνακόλουθα το εκδοθέν στις 18/4/2013 διάταγμα οριστικοποιείται και παραμένει σε ισχύ μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Τα έξοδα της αίτησης όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων/αιτητών και εναντίον του εναγομένων/καθ' ων η αίτηση και να είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) .......... Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Aντίγραφο Πρωτοκολλητής civii/interim sybject:interim order cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο