← Κύπρος

Γεώργιου Γεωργίου Ζαβού ν. Alpha Concrete Ltd, Αρ. Αγωγής: 2763/07, 27/8/2013

Γεώργιου Γεωργίου Ζαβού ν. Alpha Concrete Ltd, Αρ. Αγωγής: 2763/07, 27/8/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A235 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής׃ 2763/07 Όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου, ημερομ. 8/11/12 Μεταξύ: Γεώργιου Γεωργίου Ζαβού Εναγόντων και Alpha Concrete Ltd Eναγομένων Ημερομηνία: 27/8/2013 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κ. Ε. Αναστασίου με κα Χρ. Καρεκλά (για την απαγγελία της απόφασης η κα Καρεκλά) Για Εναγόμενους: κ. Ε. Αντωνιάδης ΑΠΟΦΑΣΗ Αφορμή για έκδοση της παρούσας απόφασης αποτέλεσε η αγωγή του ενάγοντα με την οποία αξιώνει εναντίον της εναγόμενης εταιρείας, γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για ζημιές, σωματικές βλάβες, ταλαιπωρίες και έξοδα τα οποία σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του υπέστη συνεπεία εργατικού ατυχήματος που επισυνέβη στις 4/10/2006 στο εργοτάξιο της εναγομένης εταιρείας και τότε εργοδότριας του. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του όπως εκτίθενται στην τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης, τη συγκεκριμένη ημερομηνία και κατά τη διάρκεια εκτέλεσης των καθηκόντων του ως οδηγού φορτηγού οχήματος, της μπετονιέρας με αριθμούς εγγραφής KLB 894, στην προσπάθεια του να κατεβεί από το όχημα, έσπασε το σκαλί (πατίδι) της μπετονιέρας με αποτέλεσμα να πέσει στο έδαφος και να τραυματιστεί. Αντίθετη εκδοχή προέβαλε η εναγόμενη εταιρεία η οποία με την Υπεράσπιση της αρνείται τους ισχυρισμούς αυτούς και ισχυρίζεται ότι ποτέ δεν έγινε το ατύχημα και ότι την επίδικη ημερομηνία και ενώ ο ενάγοντας εκτελούσε κανονικά τα καθήκοντα του, περί η ώρα 11.00 π.μ. έφυγε από τη δουλειά του αναφέροντας μόνο ότι ήταν άρρωστος και ότι θα μετέβαινε στο γιατρό, χωρίς ποτέ να αναφέρει ότι τραυματίσθηκε κατά τη διάρκεια της εργασίας του. Την επόμενη ημέρα, στις 5/10/2006, o ενάγοντας παρουσίασε στην εταιρεία συμπληρωμένη αίτηση για επίδομα ασθενείας, η οποία υπογράφηκε από την εναγόμενη εταιρεία ως εργοδότρια του ενάγοντα και συγκεκριμένα από τον Μ.Υ.1. Την αίτηση αυτή ο ενάγοντας την υπέβαλε στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Λόγω των πιο πάνω γεγονότων η εναγόμενη εταιρεία προβάλλει τη θέση ότι ο ενάγοντας εμποδίζεται να εγείρει την αγωγή εναντίον της. Εν πάση περιπτώσει είναι η θέση της ότι ακόμα και στην περίπτωση που αποδειχθεί ότι το ατύχημα έχει συμβεί, αυτό οφείλεται στην αποκλειστική αμέλεια του ενάγοντα, λεπτομέρειες της οποίας εκτίθενται στην Έκθεση Υπεράσπισης. Προς απόδειξη της υπόθεσης του μαρτύρησε ο ίδιος ο ενάγοντας καθώς επίσης και η σύζυγος του Καίτη Γεωργίου, ενώ εκ μέρους της εναγόμενης εταιρείας κλήθηκε και μαρτύρησε ένας μόνος μάρτυρας, ο εκ των διευθυντών της, ο Χαράλαμπος Αντωνίου. Στη συνέχεια δε και μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας, κατά τη διάρκεια της οποίας και μετά από ακρόαση επιτράπηκε η τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων κατάθεσαν στο Δικαστήριο τις γραπτές τους αγορεύσεις, όπου εκτίθενται οι θέσεις και τα επιχειρήματα τους και τα οποία για το λόγο αυτό δεν θεωρώ αναγκαίο να παραθέσω. Αχρείαστο επίσης θεωρώ να εκθέσω τη μαρτυρία που έχει προσκομισθεί και η οποία είναι καταγραμμένη στα πρακτικά, γι' αυτό και θα προχωρήσω αμέσως σε αξιολόγηση της έχοντας κατά νου τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων, ότι πρόκειται για υπόθεση πολιτικής φύσης που κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικά ή εξ' ολοκλήρου (βλ. Αγαπίου v. Παναγιώτου 1983

(1)ΑΑΔ 263, Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη 1995
(2)ΑΑΔ 207, Χάρης Χρίστου v. Eυγενία Khoreva 2002 (1Α) 454). Από την αρχή θα πρέπει να λεχθεί ότι μεταξύ των δύο αντικρουόμενων εκδοχών που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, επιλέγω ως πλέον ειλικρινή και αξιόπιστη, αυτή του ενάγοντα. Και αυτό γιατί τόσο ο ίδιος ο ενάγοντας όσο και η σύζυγος του, μου έκαμαν καλή εντύπωση ως μάρτυρες της αλήθειας και με έπεισαν ότι η εκδοχή που προέβαλαν ήταν η αληθινή, σε αντίθεση με αυτήν των εναγομένων και για τους λόγους που εκτίθενται αναλυτικά πιο κάτω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Υ.1. Κατά τη διάρκεια της ένορκης κατάθεσης τους και ο ενάγοντας και η Μ.Ε.2, απαντούσαν στις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν με αμεσότητα και ευθύτητα και χωρίς κανένα δισταγμό. Ήταν σαφείς και θετικοί στις απαντήσεις τους και δεν έχω αντιληφθεί οτιδήποτε ικανό να κλονίσει τη θετική εντύπωση που σχημάτισα γι' αυτούς. Ειδικότερα και σε σχέση με την Μ.Ε.2 θα πρέπει πρόσθετα να λεχθεί ότι αυτή κατάθεσε με απλό, εντελώς γνήσιο, αυθόρμητο και φυσικό τρόπο. Περαιτέρω σημαντικό είναι να λεχθεί ότι η μαρτυρία τους και για όσα γεγονότα είχαν γνώση και οι δύο, συνέπιπτε, εκτός μόνο από ένα σημείο. Ενώ ο ενάγοντας ανάφερε ότι μετά την εργασία του πήγαινε καθημερινά με τον κουμπάρο του για περπάτημα και τρέξιμο, η σύζυγος του δεν τον επιβεβαίωσε στο σημείο αυτό, λέγοντας ότι αυτός μετά τη δουλειά παρέμενε στο σπίτι τους. Θεωρώ ότι αν πράγματι ο ενάγοντας καθημερινά ασχολείτο με το περπάτημα, εύλογα αναμενόμενο θα ήταν τούτο να αναφερθεί και από τη σύζυγο του. Γι' αυτό και επί του σημείου αυτού, δεν αποδέχομαι τον ισχυρισμό αυτό του ενάγοντα, ο οποίος θεωρώ ότι ήταν αποτέλεσμα υπερβολής. Δεν μπορώ επίσης να αποδεχθώ τα όσα αναφέρθηκαν και από τον ίδιο τον ενάγοντα όσο και από τη Μ.Ε.2, ότι για κάποιο χρονικό διάστημα ο πρώτος χρησιμοποιούσε πατερίτσες. Και αυτό γιατί τα όσα επί του θέματος αναφέρθηκαν και παρά το ότι αποτελούν ουσιώδη γεγονότα τα οποία ως τέτοια έπρεπε να δικογραφηθούν, βρίσκονται εκτός των δικογραφημένων ισχυρισμών του ενάγοντα. Το λοιπό μέρος της μαρτυρίας του που δεν περιλαμβάνει όμως την εξ' ακοής μαρτυρία την οποία προσήγαγε και στην οποία αναφορά γίνεται πιο κάτω καθώς και η μαρτυρία της Μ.Ε.2 πλην του μέρους που αφορά τις πατερίτσες, γίνονται αποδεκτές. Εξ' ολοκλήρου εξ' ακοής, ήταν η μαρτυρία που ο ενάγοντας προσήγαγε στην προσπάθεια του να αποδείξει τις σωματικές βλάβες, αλλά και τις ειδικές ζημιές τις οποίες ισχυρίζεται ότι υπέστη. Με αναφορά στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τάσου Γεωργίου
(2006)2 ΑΑΔ 217, εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγόμενης εταιρείας ότι το Δικαστήριο δεν έχει τη δυνατότητα να αξιολογήσει τα όσα αναφέρονται στην εξ' ακοής αυτή μαρτυρία που βασικά περιέχεται στα Τεκμήρια 1, 2, 5, 6, 7 και 11, λόγω της μη παρουσίας των προσώπων που συνέταξαν τα έγγραφα αυτά στο Δικαστήριο. Μετά την τροποποίηση του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9 με το Νόμο 32
(1)/04, η εξ' ακοής μαρτυρία, δεν αποκλείεται πλέον γι' αυτό και μόνο το λόγο. Η βαρύτητα όμως που θα της προσδοθεί, εναπόκειται στο Δικαστήριο το οποίο κατά την κρίση του, μπορεί να λάβει υπόψη του διάφορους παράγοντες οι οποίοι ενδεικτικά και μόνο εκτίθενται στο Νόμο. Η μη κλήτευση στο Δικαστήριο του προσώπου που έχει προβεί στην αρχική δήλωση, είναι σύμφωνα με το άρθρο 27 του Κεφ.9, ένας μόνο από τους λόγους που το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη του όταν αποφασίζει ποια βαρύτητα πρέπει να προσδώσει σε εξ' ακοής μαρτυρία και δεν αποστερεί τη δυνατότητα του Δικαστηρίου να αξιολογήσει τη μαρτυρία αυτή όπως ήταν η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της εναγόμενης εταιρείας. Επιπρόσθετα όμως, είναι ορθό να επισημανθεί μια ουσιώδης κατά την άποψη μου διαφορά μεταξύ της απόφασης Γεωργίου πιο πάνω και της παρούσας υπόθεσης. Η υπόθεση εκείνη ήταν ποινικής φύσης, όπου το βάρος απόδειξης είναι αυξημένο και είναι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Λοίζου v. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363 και Γενικός Εισαγγελέας v. Σαζός
(2001)2 ΑΑΔ 18). Στην υπόθεση εκείνη κλήθηκε ουσιαστικά το Δικαστήριο να βασισθεί αποκλειστικά σε εξ' ακοής μαρτυρία και να βασίσει την καταδίκη του κατηγορούμενου σε αυτήν, κάτι το οποίο το Κακουργιοδικείο δεν θεώρησε ορθό να πράξει, αντιμετώπιση που επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Σε αντίθεση, η παρούσα είναι πολιτικής φύσης υπόθεση, με διαφοροποιημένο το βάρος της απόδειξης, αφού οι πολιτικής φύσεως υποθέσεις κρίνονται και όπως και πιο πάνω αναφέρεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Αυτό, αποτελεί κατά την κρίση μου μια ουσιώδη διαφορά, διότι άλλο είναι βασιζόμενος σε ακοής μαρτυρία να καταλήγεις σε συμπέρασμα ενοχής κάποιου κατηγορούμενου, πέραν μάλιστα πάσης λογικής αμφιβολίας και άλλο να κρίνεις μια υπόθεση με βάση τέτοια μαρτυρία στην οποία το βάρος απόδειξης είναι η απλή πιθανολόγηση. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, θα προχωρήσω να εξετάσω τη βαρύτητα που θα πρέπει να προσδοθεί στην προσκομισθείσα εξ' ακοής μαρτυρία, ξεκινώντας πρώτα με αυτήν που σχετίζεται με τις ισχυριζόμενες σωματικές βλάβες. Προς απόδειξη αυτών, ο ενάγοντας κατάθεσε ως Τεκμήρια 1 και 11, δύο ιατρικά πιστοποιητικά, το ένα του Δρ Φ. Συμιλλίδη και το άλλο του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού αντίστοιχα, χωρίς να καλέσει ως μάρτυρες τους γιατρούς που τα συνέταξαν. Ότι πράγματι ο ενάγοντας και μετά το κτύπημα το οποίο υπέστη στο πόδι, επισκέφθηκε τους δύο αυτούς ιατρούς, μαρτύρησαν τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγος του και η μαρτυρία τους έγινε αποδεκτή. Ξεκινώντας από το ιατρικό πιστοποιητικό του νοσοκομείου που υπογράφει ο Δρ Λούτσιος (Τεκμήριο 11), προκύπτει ότι τα όσα αναφέρονται σε αυτό, συνάδουν και επιβεβαιώνονται από τη μαρτυρία του ενάγοντα και της συζύγου του. Το περιεχόμενο αυτού επιβεβαιώνεται από όσα οι δύο αυτοί ανάφεραν ενώπιον του Δικαστηρίου σε σχέση με την ημερομηνία αλλά και την ώρα που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους έγινε το ατύχημα, όσο και για το τι συνέβη ότι δηλαδή αναφέρθηκε στο γιατρό ότι οι σωματικές βλάβες προκλήθηκαν από εργατικό ατύχημα. Η αναφορά που γίνεται στο πιστοποιητικό ότι δηλαδή το δεξί πόδι, παρουσίαζε οίδημα και άλγος, επίσης συμβαδίζουν με τα λεχθέντα. Λαμβάνοντας υπόψη ότι το περιεχόμενο του συνάδει με τη μαρτυρία των πιο πάνω οι οποίοι μου έκαμαν καλή εντύπωση ως μάρτυρες της αλήθειας και χωρίς να μου διαφεύγει ότι ο γιατρός που εξέτασε τον ενάγοντα και συνέταξε το Τεκμήριο 11 δεν κλήθηκε και δεν προσήλθε ως μάρτυρας στο Δικαστήριο, χωρίς μάλιστα κανένας απολύτως λόγος να δοθεί προς τούτο, συνυπολογίζοντας επίσης ότι η παρούσα υπόθεση δεν είναι ποινικής φύσης όπου ο βαθμός απόδειξης είναι πολύ αυστηρός, αλλά πολιτικής που κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, καταλήγω ότι στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου αυτού θα πρέπει να προσδοθεί πλήρης βαρύτητα. Σε όλα τα πιο πάνω λαμβάνεται επίσης υπόψη το πολύ σημαντικό στοιχείο ότι σε κανένα σημείο της αντεξέτασης δεν υποβλήθηκε στον ενάγοντα ότι δεν υπέστη τις περιγραφόμενες στο Τεκμήριο 11 σωματικές βλάβες. Τώρα και σε σχέση με το ιατρικό πιστοποιητικό του Δρ Συμιλλίδη (Τεκμήριο 1) παρατηρείται ότι μέρος και αυτού, συνάδει και πάλι με τα όσα ανάφερε ο ενάγοντας και η σύζυγος του. Τα σημεία αυτά από το πιστοποιητικό, που συνάδουν με τη μαρτυρία τους, είναι αυτά όπου αναφέρεται ο έντονος πόνος που αισθανόταν ο ενάγοντας στη δεξιά ποδοκνημική όταν επισκέφθηκε το ιατρείο, ότι η ποδοκνημική ήταν πολύ διογκωμένη και παρουσίαζε και αιμάτωμα. Για την ύπαρξη αυτών των τραυμάτων και συμπτωμάτων, παραστατική ήταν η μαρτυρία της συζύγου του ενάγοντα η οποία βεβαίως δεν αναφέρθηκε στο πόδι του συζύγου της και στα τραύματα με ιατρικούς όρους, περιέγραψε όμως με πολύ σαφή τρόπο τα πιο πάνω λέγοντας ότι το πόδι του συζύγου της «μελάνιασε και φούσκωσε». Ο ίδιος δε ο ενάγοντας σε κάποιο σημείο της μαρτυρίας του, περιέγραψε με σαφήνεια τι ακριβώς υπέστη με ιατρικούς μάλιστα όρους, λέγοντας κατά λέξη ότι είχε διαγνωσθεί από τον συγκεκριμένο γιατρό ρήξη συνδέσμων της δεξιάς ποδοκνημικής. Συνεπώς πλήρης βαρύτητα θα προσδοθεί στο μέρος αυτό του πιστοποιητικού. Σημαντικό επίσης είναι και θα πρέπει να λεχθεί ότι και στα δύο αυτά ιατρικά πιστοποιητικά που ο ενάγοντας έχει παρουσιάσει (Τεκμήρια 1 και 11) οι περιγραφόμενες σωματικές βλάβες συνάδουν επίσης. Αναφέρονται επίσης στο πιστοποιητικό του Δρ Συμιλλίδη οι ενέργειες στις οποίες προέβη ο γιατρός για να προβεί σε διάγνωση και να προχωρήσει στην κατάλληλη για τον ασθενή θεραπεία. Καταγράφεται στο πιστοποιητικό ότι έγινε ακτινολογική εξέταση στο πόδι από την οποία δεν διαφάνηκε να υπάρχει οστική κάκωση και στη συνέχεια και μετά τη διενέργεια άλλης ακτινολογικής εξέτασης, της stress view, διαφάνηκε ότι είχε προκληθεί ρήξη έξω πλαγίων συνδέσμων της δεξιάς ποδοκνημικής. Έχω προβληματιστεί ιδιαίτερα για τη βαρύτητα που θα πρέπει να προσδώσω στο μέρος αυτό του πιστοποιητικού. Όπως στη μαρτυρία του ανάφερε ο ενάγοντας, ο Δρ Συμιλλίδης του «έβγαλε» ακτινογραφίες και διέγνωσε ρήξη συνδέσμων της δεξιάς ποδοκνημικής. Με αυτά επιβεβαιώνει δηλαδή το μέρος εκείνο του περιεχομένου του Τεκμηρίου 1 στο οποίο καταγράφεται η διενέργεια ακτινολογικής εξέτασης και η ρήξη των συνδέσμων της δεξιάς ποδοκνημικής. Με βάση λοιπόν αυτά και λαμβάνοντας επίσης υπόψη το πολύ σημαντικό στοιχείο που αναφέρεται και πιο πάνω ότι σε κανένα σημείο της αντεξέτασης δεν υποβλήθηκε στον ενάγοντα ότι δεν υπέστη τις περιγραφόμενες στο ιατρικό πιστοποιητικό (Τεκμήριο 1) κάτι που έγινε όπως προαναφέρεται και σε σχέση με το ιατρικό πιστοποιητικό του νοσοκομείου Τεκμήριο 11 σωματικές βλάβες, θεωρώ ότι πλήρης βαρύτητα θα πρέπει να προσδοθεί στο μέρος του Τεκμηρίου 1 όπου αναφέρεται ότι διαπιστώθηκε ρήξη των συνδέσμων της δεξιάς ποδοκνημικής. Αξίζει στο σημείο αυτό να λεχθεί ότι σε κανένα σημείο της αντεξέτασης δεν υποβλήθηκε στον ενάγοντα ότι δεν υπέστη τις ισχυριζόμενες σωματικές βλάβες, αλλά τέτοιες υποβολές περιορίσθηκαν σε επί μέρους ζητήματα όπως αν υποβλήθηκε ή όχι σε ακτινογραφίες, αν χρησιμοποίησε ή όχι πατερίτσες, αν υποβλήθηκε σε φυσιοθεραπεία ή όχι, αν του χορηγήθηκε ή όχι αναρρωτική άδεια από τον Δρ Συμιλλίδη. Για τους ίδιους με τους πιο πάνω λόγους, αποδέχομαι το μέρος εκείνο που αναφέρει ότι έγινε ακινητοποίηση της ποδοκνημικής για περίοδο 8 εβδομάδων, αφού και αυτό αποτέλεσε μέρος της μαρτυρίας του ενάγοντα που έγινε αποδεκτή. Στο λοιπό όμως περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1, δεν θα προσδοθεί καμία απολύτως βαρύτητα. Και αυτό γιατί αυτό δεν επιβεβαιώνεται από τη μαρτυρία του ενάγοντα και της Μ.Ε.2 που έγινε αποδεκτή, γιατί η επί του θέματος μαρτυρία του ενάγοντα ήταν γενική και αόριστη, αλλά και γιατί τα αντικειμενικά ευρήματα καθώς και η γνωμάτευση/πρόγνωση στην οποία κατέληξε ο γιατρός, θα έπρεπε να τεθούν στο Δικαστήριο με προφορική μαρτυρία, έτσι ώστε να είναι δυνατή η αξιολόγηση του μέρους αυτού με βάση τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας εμπειρογνώμονα και η οποία όπως είναι νομολογημένο βασίζεται μεν στις ίδιες αρχές όπως και οι μαρτυρίες των κοινών μαρτύρων (βλ. Κώστας Ψάλτης v Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 113), οι οποίοι όμως εμπειρογνώμονες μάρτυρες, υπέχουν την υποχρέωση να δώσουν στο Δικαστήριο τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος της ακρίβειας των συμπερασμάτων τους έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να σχηματίζει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων στα γεγονότα που αποδεικνύονται με τη μαρτυρία (βλ. Cybarco Ltd v Kovascik
(2001)1 (Γ) ΑΑΔ 2013). Στην περίπτωση που τα όσα περιέχονται στα αντικειμενικά ευρήματα και ακόμα περισσότερο αυτά κάτω από τον τίτλο της γνωμάτευσης/πρόγνωσης, χωρίς την παρουσία του γιατρού στο Δικαστήριο, για την μη κλήτευση του οποίου θα πρέπει και πάλι να λεχθεί ότι κανένας λόγος δεν έχει δοθεί, θα ήταν σε αντίθεση με τα πιο πάνω, αφού με τον τρόπο αυτό δεν μπορεί να καταστεί δυνατός ο έλεγχος της ακρίβειας των συμπερασμάτων του Δρ Συμιλλίδη, έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω εάν οποιαδήποτε βαρύτητα και ποια, πρέπει να δοθεί στο περιεχόμενο των Τεκμηρίων 2Α και 2Β, 5, 6 και 7 που ο ενάγοντας κατάθεσε προς απόδειξη των αξιούμενων ειδικών ζημιών. Πρέπει πάντως από το σημείο αυτό να λεχθεί ότι ο ενάγοντας κατάθεσε τα πιο πάνω τεκμήρια, χωρίς στην κυρίως εξέταση του να αναφέρει οτιδήποτε για την καταβολή των ποσών αυτών. Ως Τεκμήρια 2Α και 2Β κατατέθηκαν δύο αποδείξεις για το συνολικό ποσό των Λ.Κ.175= όπως ήταν τότε και στις οποίες υπάρχει σφραγίδα του Δρ Φ. Συμιλλίδη. Το Τεκμήριο 5 φέρεται να είναι μια απόδειξη είσπραξης της Πολυκλινικής Υγείας για Λ.Κ.161= στην οποία δεν αναφέρεται και ούτε και έχει γίνει οποιαδήποτε αναφορά από τον ενάγοντα ποιες υπηρεσίες αφορά. Το Τεκμήριο 6 φέρεται να είναι απόδειξη κάποιου Γιώργου Ασπρογένη, φυσιοθεραπευτή. Τέλος και ως Τεκμήριο 7 έχουν παρουσιασθεί δύο αποδείξεις φαρμακείου για το ποσό των Λ.Κ.23.75 και Λ.Κ.21.65 αντίστοιχα. Όπως προαναφέρεται για απόδειξη των αξιώσεων αυτών του ενάγοντα, πλήν αυτών που αφορά τα διεκδικούμενα έξοδα φυσιοθεραπείας και στα οποία θα γίνει αναφορά πιο κάτω και πέραν της κατάθεσης ως τεκμηρίων των πιο πάνω εγγράφων, ο ενάγοντας στην κυρίως εξέταση του δεν ανέφερε οτιδήποτε σε σχέση με αυτά και προπάντων δεν ισχυρίσθηκε ότι προέβη πράγματι στην καταβολή των ποσών αυτών. Σε σχέση με τα αξιούμενα ως έξοδα φυσιοθεραπείας, ο ενάγοντας δεν ήταν σαφής και σταθερός στις απαντήσεις που έδωσε αντεξεταζόμενος. Ενώ επέμενε στη θέση ότι υποβλήθηκε σε φυσιοθεραπεία κάτι που επιβεβαίωσε και η σύζυγος του, δεν ήταν ξεκάθαρος, σαφής και πειστικός για το ύψος του κονδυλίου αυτού. Αντεξεταζόμενος είπε ότι μέχρι σήμερα δεν έχει ξοφλήσει τον φυσιοθεραπευτή και ότι ακόμα εξακολουθεί να του οφείλει τα χρήματα για τις φυσιοθεραπείες αυτές, δεν θυμόταν όμως σίγουρα να αναφέρει το ακριβές ποσό που του χρωστά, λέγοντας ότι το ποσό που οφείλει είναι περί τις Λ.Κ.700=. Στη συνέχεια όμως προέβαλε ότι ο τελευταίος τον χρέωσε με το συνολικό ποσό των Λ.Κ.705=, χωρίς όμως να μπορεί να προσδιορίσει με ακρίβεια πόσα ήταν η χρέωση κάθε φορά, ήταν όπως είπε γύρω στις Λ.Κ.20=, όπως επίσης δεν μπορούσε να αναφέρει σε πόσες συγκεκριμένες φυσιοθεραπείες υποβλήθηκε. Η νομολογία είναι σαφέστατη ότι οι ειδικές αποζημιώσεις πρέπει όχι μόνο να εξειδικεύονται στα δικόγραφα, αλλά πρέπει να αποδεικνύονται με αυστηρότητα (βλ. Σπύρου ν. Χ΄ Χαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298, Ηρακλέους ν. Σκάφους Νίκη,
(1994)1 Α.Α.Δ. 510, Ηρακλέους ν. Πέτρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 239 και Παναγιώτου ν. Φραγκέσκου
(1999)1 Α.Α.Δ. 687). Στην εξεταζόμενη περίπτωση και όπως προκύπτει από την τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης, οι ειδικές ζημιές, όντως δικογραφούνται με επαρκή σαφήνεια. Δεν θεωρώ όμως ότι έχουν αποδειχθεί με την αυστηρότητα που απαιτεί η νομολογία. Διότι ναι μεν έχουν κατατεθεί τα πιο πάνω έγγραφα ως τεκμήρια, καμία όμως απολύτως μαρτυρία δεν έχει προσκομισθεί που να τις αποδεικνύει. Η προσαγωγή και κατάθεση κάποιων αποδείξεων, ναι μεν αποτελεί ως εξ' ακοής μαρτυρία αποδεκτή πλέον μαρτυρία, η βαρύτητα όμως που θα προσδοθεί σε αυτήν εναπόκειται στο Δικαστήριο. Στην παρούσα περίπτωση κρίνεται ότι καμία απολύτως βαρύτητα δεν μπορεί να προσδοθεί σε αυτήν. Και αυτό γιατί δεν δόθηκε κανένας απολύτως λόγος για τη μη κλήτευση των προσώπων που τα συνέταξαν, ο ενάγοντας τίποτε απολύτως στην κυρίως εξέταση δεν ανάφερε προς υποστήριξη έστω των όσων αναγράφονται στα προαναφερόμενα τεκμήρια. Τα πιο πάνω, σε συνδυασμό με την παράλειψη του ενάγοντα να αναφέρει ότι πράγματι έχει υποβληθεί στα έξοδα αυτά, ότι τούτα αποτέλεσαν απόρροια του συγκεκριμένου ατυχήματος και όχι οποιουδήποτε άλλου συμβάντος, δεν επιτρέπουν στο Δικαστήριο να τους προσδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα και ειδικότερα τέτοια που να ικανοποιεί το μέτρο της αυστηρότητας που η νομολογία έχει θέσει για απόδειξη οποιασδήποτε ειδικής ζημιάς. Αυτό συμπεριλαμβάνει και τα έξοδα φυσιοθεραπείας για τα οποία ναι μεν ο ενάγοντας αντεξετάσθηκε, όμως δεν έδωσε καμία μαρτυρία στην κυρίως εξέταση του. Θα πρέπει περαιτέρω να σημειωθεί ότι όπως και πιο πάνω αναφέρεται, η μαρτυρία του δεν ήταν σαφής και εν πάση περιπτώσει ικανή ώστε να θεωρηθεί ότι ο ενάγοντας τα απέδειξε με την αυστηρότητα που απαιτεί η νομολογία. Η απόδοση στο περιεχόμενο των τεκμηρίων αυτών οποιασδήποτε βαρύτητας, δεν θα λάμβανε αρκούντως υπόψη τον κανόνα που η νομολογία έχει θεσπίσει ότι δηλαδή οι ειδικές ζημιές θα πρέπει να αποδεικνύονται με αυστηρότητα. Ο ενάγοντας προέβαλε ότι παρέμεινε εκτός της εργασίας του μέχρι τις 7/1/
  1. Εκτός από όσα ο ίδιος ανάφερε, προσήγαγε και εξ' ακοής μαρτυρία σε σχέση με την χρονική περίοδο που απουσίασε από την εργασία του, καταθέτοντας ως Τεκμήριο 4 βεβαίωση του Επαρχιακού Γραφείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων με την οποία επιβεβαιώνεται ότι αυτός από τις 7/10/06 έως 7/1/07 λάμβανε επίδομα ασθενείας. Επειδή από την υπεράσπιση δεν αμφισβητήθηκε ότι πράγματι ο ενάγοντας απουσίασε από την εργασία του τη συγκεκριμένη περίοδο, αλλά αυτό που αμφισβητήθηκε ήταν μόνο ο λόγος της απουσίας του από αυτήν, θα προσδώσω και στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4 πλήρη βαρύτητα. Ο λόγος της απουσίας του έχει επιβεβαιωθεί από τον ίδιο τον ενάγοντα και τη σύζυγο του, οι μαρτυρίες των οποίων έχουν γίνει αποδεκτές. Αν όμως η απουσία του οφειλόταν σε ατύχημα την ώρα της εργασίας του ενάγοντα ή όχι θα εξετασθεί πιο κάτω. Ως μοναδικός μάρτυρας υπεράσπισης κατάθεσε ο Χαράλαμπος Αντωνίου, ένας από τους διευθυντές της εναγόμενης εταιρείας. Και αυτός κατάθεσε και ανάγνωσε στο Δικαστήριο τη γραπτή δήλωση που ετοίμασε ως μέρος της κύριας εξέτασης του (Τεκμήριο Β) και στη συνέχεια αντεξετάσθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του ενάγοντα. Αυτός και παρά την προσπάθεια που κατέβαλε, δεν με έπεισε για την αλήθεια της εκδοχής του, αλλά κάποια στοιχεία στα οποία αναφορά γίνεται πιο κάτω, κλονίζουν την αξιοπιστία του. Κατ' αρχήν θα πρέπει να λεχθεί ότι η γραμμή που οι εναγόμενοι επέλεξαν να ακολουθήσουν ήταν και συγκεχυμένη και αντιφατική. Ενώ από τη μια αρνούνται ότι επισυνέβη το ατύχημα, από την άλλη υπέβαλαν στον ενάγοντα τη θέση ότι, αυτό έγινε λόγω και της δικής του αμέλειας. Χαρακτηριστικές είναι οι ακόλουθες υποβολές που τέθηκαν στον ενάγοντα κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης. Από τη μια ότι ποτέ δεν συνέβηκε το ατύχημα και από την άλλη ότι αν το ατύχημα συνέβη, την ευθύνη την φέρει ο ίδιος γιατί δεν έλαβε υπόψη του τους κινδύνους και ότι ακόμα οδηγούσε τη συγκεκριμένη μπετονιέρα για δύο μήνες «ρισκάροντας». Η έλλειψη σταθερότητας στην εκδοχή της εναγόμενης εταιρείας, είναι στοιχείο που δεν μπορεί να αγνοηθεί και το οποίο καταδεικνύει την έλλειψη γνησιότητας σε αυτήν. Εκτός των πιο πάνω και ο Μ.Υ.1 προέβαλε διαζευκτικούς ισχυρισμούς, που αν μη τι άλλο, δημιουργούν την απορία γιατί κάποιος να θέλει με τα όσα αναφέρει, να καλύψει περισσότερες από μία περιπτώσεις, εάν όντως θέλει να πει μόνο την αλήθεια; Πιο συγκεκριμένα στη γραπτή του δήλωση (Τεκμήριο Β), αρνήθηκε ότι το επίδικο ατύχημα επισυνέβη κατά τη διάρκεια της εργασίας του ενάγοντα, ισχυριζόμενος ότι ποτέ ο τελευταίος δεν τους ανάφερε κάτι τέτοιο και ότι αυτό περιήλθε σε γνώση τους μόνο με την έγερση της αγωγής. Όμως και παρά την άρνηση του ότι το ατύχημα επισυνέβη, ισχυρίζεται περαιτέρω ότι στην περίπτωση που αποδειχθεί ότι πράγματι συνέβη, την ευθύνη την φέρει ο ενάγοντας γιατί ενώ γνώριζε τον κίνδυνο, τον αποδέχθηκε. Από τους ισχυρισμούς του αυτούς αναδύονται αντιφατικές θέσεις. Γιατί δεν γίνεται από τη μια η εναγόμενη εταιρεία να ισχυρίζεται ότι δεν έγινε το ατύχημα και από την άλλη ότι, στην περίπτωση που αυτό επισυνέβη, η ευθύνη βαρύνει τον ενάγοντα. Έγινε ή δεν έγινε το ατύχημα; Ποια είναι τελικά η θέση της εναγόμενης εταιρείας; Η στάση αυτή της εταιρείας δεν καταδεικνύει γνησιότητα στην εκδοχή της, αλλά μέσα από αυτήν αναδύεται προσπάθεια αποφυγής από οποιαδήποτε ευθύνη η οποία τυχόν την βαραίνει. Να σημειωθεί ότι επιπρόσθετα με τα πιο πάνω και άλλες διαφορετικές θέσεις υποβλήθηκαν στον ενάγοντα, ενώ και ο Μ.Υ.1 προέβαλε και άλλους διαφορετικούς ισχυρισμούς που εντείνουν την απορία γιατί η εναγόμενη εταιρεία να προβάλλει αυτές τις αντιφατικές θέσεις εάν ήθελε να προωθήσει μόνο την αλήθεια; Μια τέτοια περίπτωση ήταν όταν ο Μ.Υ.1 ισχυρίσθηκε ότι το πατίνι του οχήματος που οδηγούσε ο ενάγοντας δεν ήταν σπασμένο, καθότι το όχημα αυτό ήταν όπως ισχυρίσθηκε «καινούργιο, μέσα στα νάϋλον». Εκτός δηλαδή του ισχυρισμού των εναγομένων ότι ποτέ το ατύχημα δεν επισυνέβη, εκτός του άλλου ισχυρισμού τους ότι αν τούτο συνέβη, οφείλεται στον ενάγοντα ο οποίος οδηγώντας το όχημα με το σπασμένο πατίνι αποδέχθηκε τον κίνδυνο, προστίθεται και άλλος διαφορετικός ισχυρισμός ότι δηλαδή το πατίνι δεν ήταν σπασμένο. Αξίζει επίσης να επισημανθεί άλλη ερώτηση που υποβλήθηκε στον ενάγοντα κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης, μέσα από την οποία αναδύεται περαιτέρω αντιφατικότητα στη γραμμή που η εναγόμενη εταιρεία επέλεξε να ακολουθήσει και με την οποία ρωτήθηκε αν συμφωνεί ότι στις 4/10, την προηγούμενη δηλαδή του ατυχήματος, η ώρα 6.00 π.μ. μετέβη στη δουλειά του κανονικά, παρόλο που κούτσαινε, θέση που ο ενάγοντας αρνήθηκε. Ως αποτέλεσμα όλων των πιο πάνω, η αξιοπιστία της εκδοχής της εναγόμενης εταιρείας που δεν ήταν σταθερή, σαφής και συγκεκριμένη έχει καίρια πληγεί. Εκτός όμως των πιο πάνω και κάποια άλλα στοιχεία στη μαρτυρία του Μ.Υ.1, καταδεικνύουν την αναλήθεια της εκδοχής που επέλεξε να προωθήσει. Ο ισχυρισμός που και πιο αναφέρεται ότι το όχημα «ήταν μέσα στα νάϋλον», καταδεικνύει υπερβολή στην προσπάθεια του να αποφύγουν ως εταιρεία οποιαδήποτε ευθύνη. Αν είναι δηλαδή δυνατό όχημα το οποίο χρησιμοποιείται για μεταφορά σκυροδέματος, να είναι «μέσα στα νάϋλον». Σε σχέση δε με τη θέση του ενάγοντα ότι το πατίνι του οχήματος που οδηγούσε ήταν σπασμένο ο μάρτυρας απέρριψε τη θέση αυτή. Όπως όμως διαφάνηκε τα όσα προέβαλε επί του θέματος δεν ενέπιπταν στο πεδίο της προσωπικής του γνώσης. Όπως ξεκάθαρα ανάφερε «ούτε ο οδηγός, ούτε ο μηχανικός μου είπαν για πατίνι, για να μην πουν σημαίνει ότι δεν έγινε». Και αυτό γιατί όπως ισχυρίσθηκε σε τέτοια περίπτωση τόσο ο οδηγός όσο και ο μηχανικός οφείλουν να τον ενημερώσουν. Σε υποβολή δε που του έγινε ότι ο ενάγοντας γνωστοποίησε στον μηχανικό της εταιρείας την βλάβη στο πατίνι απάντησε κατά λέξη «δεν ήλθε σε γνώση μου τέτοιο πράμα». Σε άλλη δε υποβολή ότι οι αρμόδιοι μηχανικοί παρέλειψαν να το επιδιορθώσουν απάντησε «όχι και ποτέ δεν είχαν τέτοια εντολή από εμένα». Οι απαντήσεις που έδωσε σε σχέση με τα σημεία αυτά, δημιουργούν το ερώτημα πως μπορούσε να είναι τόσο απόλυτα βέβαιος από τη στιγμή που τα όσα προέβαλε ήταν ζητήματα για τα οποία δεν είχε άμεση και προσωπική γνώση, αλλά πληροφορείτο γι' αυτά από κάποιους τρίτους; Σε κάποια σημεία δεν θυμόταν να απαντήσει τι είχε γίνει. Μια τέτοια περίπτωση ήταν όταν ρωτήθηκε κατά την αντεξέταση, αν όταν και σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ο ενάγοντας του έδωσε να υπογράψει το Τεκμήριο 12, που είναι αίτηση για καταβολή επιδόματος ασθενείας, τον ρώτησε τι είχε πάθει και στην οποία ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν θυμόταν αν συζήτησαν κάτι τέτοιο. Αυτή όμως η απάντηση δεν είναι εύλογα αναμενόμενη από κάποιον εργοδότη στον οποίο κάποιος υπάλληλος, παρουσιάζει άδεια ασθενείας για σημαντικό χρονικό διάστημα. Και αυτό παρά το ότι σε άλλο σημείο της αντεξέτασης ισχυρίσθηκε ότι στην αρχή δεν ήξερε τον λόγο που απουσίαζε ο ενάγοντας και ούτε καν τον ρώτησε, δημιουργώντας την απορία ποιο από τα δύο είναι η αλήθεια. Δεν γνώριζε πράγματι γιατί δεν είχε ρωτήσει τον ενάγοντα ή απλώς δεν θυμόταν αν το συζήτησαν; Ήταν επίσης ασαφής σε σχέση με τους λόγους για τους οποίους ο ενάγοντας απουσίασε από την εργασία του. Ισχυρίσθηκε ότι τον πρώτο καιρό δεν ρώτησε καν τον ενάγοντα λόγω ποιού προβλήματος υγείας θα απουσίαζε από την εργασία του. Στη συνέχεια αντεξεταζόμενος ανάφερε ότι ο ενάγοντας «σε κάποια φάση» του είπε ότι είχε πρόβλημα με τον σπόνδυλο του και μετά ότι πονούσε το πόδι του, ενώ πάντοτε τον διαβεβαίωνε ότι σύντομα θα επιστρέψει στη δουλειά. Σε ερώτηση που ακολούθησε ευθύς αμέσως εάν είναι σύνηθες να δίδεται τρίμηνη άδεια σε κάποιον υπάλληλο, απάντησε κατά λέξη «από τη στιγμή που έφερε χαρτιά εγώ δεν μπορούσα να μην υπογράψω». Ερωτώμενος αμέσως στη συνέχεια αν ο ενάγοντας του παρουσίασε «χαρτιά του γιατρού», απάντησε και πάλι ότι δεν θυμόταν να του παρουσίασε τέτοια «χαρτιά». Στη συνέχεια είπε ότι «ότι από τη στιγμή που μου φέρνει την άδεια, εγώ είμαι υπόχρεος να την υπογράψω». Σε ερώτηση δε που του υποβλήθηκε ευθύς αμέσως εάν «άρα αυτή η άδεια δόθηκε από γιατρό» απάντησε θετικά. Αμέσως όμως μετά και όταν ρωτήθηκε αν ήλεγξε ποιος γιατρός του έδωσε την άδεια, απάντησε ότι εκείνη την ημέρα δεν του παρουσίασε ο ενάγοντας «χαρτιά» του γιατρού. Επέμενε πάντως ότι όταν κάποιος υπάλληλος της εταιρείας του παρουσιάζει τέτοιο έντυπο λέγοντας ότι είναι άρρωστος και ζητά τρίμηνη άδεια, ο ίδιος απλώς το υπογράφει, διερωτώμενος τι άλλο μπορεί να κάμει και προσθέτοντας ότι ως εταιρεία δεν ζητούν «δικαιολογητικά». Για όλους τους πιο πάνω λόγους δεν μπορώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία του, την οποία και απορρίπτω, εκτός μόνο και σύμφωνα με τη δυνατότητα που παρέχεται από τη νομολογία από τα ακόλουθα σημεία. Ότι τις αιτήσεις που οι υπάλληλοι της εταιρείας παρουσιάζουν στο γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων για καταβολή επιδόματος ασθενείας, κάποτε κάποιοι υπάλληλοι τις παρουσιάζουν στην εταιρεία συμπληρωμένες, ενώ σε άλλες περιπτώσεις και όταν ο αιτών χρειάζεται βοήθεια για να τις συμπληρώσει, τότε κάποιος άλλος υπάλληλος της εταιρείας τον βοηθά να το πράξει. Κατά την ουσιώδη χρονική περίοδο κάποιος Νεκτάριος εργαζόταν στην εναγόμενη εταιρεία ως χειριστής του εργοστασίου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο ίδιος δεν γνώριζε ποιος είχε συμπληρώσει το Τεκμήριο
  2. Ότι ο ενάγοντας απουσίασε από την εργασία του για περίοδο 2 ½ με 3 μηνών. Ότι όσο χρόνο ο ενάγοντας απουσίαζε από την εργασία του, η εναγόμενη εταιρεία, του κατέβαλλε τους μισθούς του και ο ενάγοντας στη συνέχεια της παρέδιδε τις επιταγές που λάμβανε από τις κοινωνικές ασφαλίσεις. Ο μάρτυρας προσήγαγε επίσης και εξ' ακοής μαρτυρία για διάφορα γεγονότα με σημαντικότερο το τι του ανάφερε ο Νεκτάριος ότι του είχε πει ο ενάγοντας αναχωρώντας από την εργασία του την επίδικη ημερομηνία. Λόγω της αρνητικής εντύπωσης που σχημάτισα για το Μ.Υ.1 ως μάρτυρα της αλήθειας δεν θα προσδώσω καμία απολύτως βαρύτητα σε κανένα σημείο της εξ' ακοής μαρτυρία την οποία προσήγαγε. Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει αμφισβητηθεί ότι ο ενάγοντας ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο εργοδοτούμενος της εναγόμενης εταιρείας ως οδηγός μπετονιέρας, φορτηγού δηλαδή οχήματος με το οποίο μετέφερε σκυρόδεμα και συγκεκριμένα αυτής με αριθμούς εγγραφής KLB 894, λαμβάνοντας εβδομαδιαίες απολαβές εκ €375,89= και συνεπώς τα πιο πάνω αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου. Εύρημα του Δικαστηρίου αποτελεί επίσης το γεγονός, που δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση, η χρονική περίοδος που ο ενάγοντας απουσίασε από την εργασία του και ήταν από τις 4/10/2006 έως τις 7/1/
  3. Η αμφισβήτηση σε σχέση με το σημείο αυτό, εστιάσθηκε στο λόγο της απουσίας του και ο οποίος σύμφωνα με την υπεράσπιση, δεν οφειλόταν σε τραυματισμό του από ατύχημα στην εργασία του, αφού το ισχυριζόμενο ατύχημα ουδέποτε συνέβη. Εύρημα επίσης αποτελεί ότι για όση χρονική περίοδο ο ενάγοντας απουσίασε από την εργασία του, η εναγόμενη εταιρεία, του κατέβαλλε τους μισθούς του κανονικά και ο ενάγοντας επέστρεφε σε αυτήν το ποσό που λάμβανε από το τμήμα κοινωνικών ασφαλίσεων. Όπως προαναφέρεται αμφισβητήθηκε έντονα κατά πόσον συνέβη πράγματι στον ενάγοντα ατύχημα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του στην εναγόμενη εταιρεία. Όπως και πιο πάνω αναφέρεται, η εκδοχή της εναγόμενης εταιρείας δεν ήταν σταθερή, σαφής και συγκεκριμένη. Αντίθετα ο ενάγοντας μαρτύρησε και έγινε πιστευτός, γι' αυτό και τα ακόλουθα αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου, ότι δηλαδή, στις 4/10/2006 και κατά τη διάρκεια εκτέλεσης των καθηκόντων του ως οδηγού της μπετονιέρας με αριθμούς εγγραφής KLB 894, ο ενάγοντας και αφού είχε ήδη κάμει κάποιες μεταφορές σκυροδέματος, μετέβη στο εργοτάξιο της εταιρείας για να φορτώσει. Στην προσπάθεια του να κατεβεί από το όχημα αυτό το οποίο η εναγόμενη εταιρεία του είχε παραχωρήσει για την εκτέλεση των καθηκόντων του και το οποίο χρησιμοποιούσε για τη μεταφορά σκυροδέματος, πάτησε πάνω στο τελευταίο σκαλί (πατίδι) της σκάλας για να κατέβει από το όχημα, το πατίδι κόπηκε και ο ενάγοντας έπεσε στο έδαφος. Το πατίδι που έσπασε, είχε παρουσιάσει πρόβλημα δύο περίπου μήνες προηγουμένως και μετά από παράπονα που ο ενάγοντας είχε υποβάλει στους αρμόδιους υπάλληλους του γκαράζ της εναγόμενης εταιρείας είχε επιδιορθωθεί πρόχειρα από αυτούς, αλλά και από τον ίδιο τον ενάγοντα. Θα προχωρήσω λοιπόν τώρα να εξετάσω εάν η εναγόμενη εταιρεία φέρει ευθύνη για το ατύχημα. Η υποχρέωση επιμέλειας κάποιου εργοδότη προς τον εργοδοτούμενο του, πηγάζει από το άρθρο 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ.
  4. Στην L.P. Transbeton Ltd v. Κώστας Σταύρου κ.α.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 304 αναλύεται η υποχρέωση επιμέλειας ενός εργοδότη και αναφέρονται τα ακόλουθα: «Ο εργοδότης έχει βασική υποχρέωση να μην εκθέτει τους εργοδοτούμενους του σε περιττούς ή μη αναγκαίους κινδύνους, να εργοδοτεί ικανό προσωπικό να παρέχει ασφαλή εξοπλισμό, ασφαλές σύστημα εργασίας και ασφαλή χώρο εργασίας (Δέστε: Χριστοφή κ.α. ν. Θεοδούλου κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ. 512). Η φύση του καθήκοντος επιμέλειας του εργοδότη προς τους εργοδοτούμενους του αναλύεται και στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, 14η έκδοση, παράγραφοι 965-971, σελ. 578-592. Το καθήκον του εργοδότη να παρέχει ασφαλές σύστημα εργασίας στους εργοδοτούμενους του εξυπακούει ότι η οργάνωση της εργασίας, η διαδικασία που ακολουθείται κατά την εκτέλεση της εργασίας, τα μέτρα ασφάλειας που λαμβάνονται, ο αριθμός των υπαλλήλων που εργοδοτούνται αλλά και η επίβλεψη που γίνεται, είναι τέτοια που παρέχουν εύλογη προστασία στους εργοδοτούμενους. Η υποχρέωση του εργοδότη επιβάλλει τη λήψη εύλογων μέτρων παροχής συστήματος εργασίας, το οποίο να είναι εύλογα ασφαλές, λαμβανομένων υπόψιν των κινδύνων που είναι κατ΄ ανάγκην εγγενείς στο όλο εγχείρημα (Δέστε: General Cleaning Contractors Ltd v. Christmas
(1953)A.C. 180). Όταν υπάρχει καθήκον παροχής ασφαλούς συστήματος εργασίας, εκ μέρους του εργοδότη, αυτός δεν επιτελεί το καθήκον του απλά και μόνον παρέχοντας ασφαλές σύστημα εργασίας, αλλά επιπρόσθετα πρέπει να λάβει και εύλογα μέτρα για να διασφαλίσει ότι το σύστημα επιτηρείται και εφαρμόζεται. Αυτό εξυπακούει την παροχή οδηγιών προς τους εργοδοτούμενους και επίσης κάποιας μορφής εποπτεία και επίβλεψη του συστήματος εργασίας». (βλ. επίσης Πολιτ. Εφ. Αρ. 313/2008 ημερομ. 21/2/2012, Κώστας Ευθυμίου v. Αρτοποιεία Δημήτρη Γεωργίου & Υιοί Λτδ). Με βάση την ενώπιον μου τεθείσα μαρτυρία που έγινε αποδεκτή καταλήγω ότι η εναγόμενη εταιρεία φέρει ευθύνη για το ατύχημα. Και αυτό γιατί ως εργοδότρια του ενάγοντα δεν παρείχε σε αυτόν ασφαλές μέσο για εργασία, αφού το όχημα που του δόθηκε να χρησιμοποιεί για τους σκοπούς της εργασίας του και συγκεκριμένα για μεταφορά σκυροδέματος είχε σπασμένο πατίδι. Στην προσπάθεια του ενάγοντα να κατεβεί από την σκάλα του οχήματος, αυτό έσπασε και ο ενάγοντας βρέθηκε στο έδαφος. Το πατίδι αυτό και όπως μαρτύρησε ο ενάγοντας, ήταν σπασμένο για περίοδο δύο μηνών, όμως οι εναγόμενοι μέσω των αρμόδιων υπαλλήλων τους, στους οποίους ο ενάγοντας μετέφερε το πρόβλημα που παρουσίαζε το όχημα που οδηγούσε, παρέλειψαν να το επιδιορθώσουν αποτελεσματικά λόγω φόρτου εργασίας, παρά μόνο προχώρησαν σε πρόχειρη επιδιόρθωση του όπως έπραξε και ο ίδιος ο ενάγοντας. Η παράλειψη αυτή των εναγομένων να παραδώσουν στον ενάγοντα ασφαλές όχημα για να οδηγεί κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και η παράλειψη τους να επιδιορθώσουν το πατίδι της σκάλας παρά τις συνεχείς οχλήσεις του ενάγοντα προς τους αρμόδιους μηχανικούς της εταιρείας, συνιστά παράβαση του καθήκοντος τους αυτού. Οι οδηγίες που έγινε αποδεκτό από τον ενάγοντα ότι είχαν δοθεί προς τους οδηγούς των οχημάτων να μην οδηγούν τα οχήματα τους όταν αυτά παρουσίαζαν βλάβη, εκτός του ότι και σύμφωνα με τη μαρτυρία του ενάγοντα αφορούσαν μηχανική και όχι οποιαδήποτε βλάβη, δεν είναι στοιχείο επαρκές για να θεωρηθεί ότι η εναγόμενη εταιρεία έλαβε όλα τα ικανοποιητικά μέτρα για εξασφάλιση ασφαλούς συστήματος εργασίας. Σύμφωνα και με τα όσα εκτίθενται πιο πάνω, ο εργοδότης δεν πρέπει μόνο να αρκείται στην παροχή οδηγιών προς τους εργοδοτούμενους του, αλλά οφείλει και να ασκεί εποπτεία και επίβλεψη του συστήματος εργασίας. Τέτοια επίβλεψη και εποπτεία δεν έχει διαφανεί να τηρήθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, καθότι για περίοδο δύο μηνών και παρά τα προβλήματα που παρουσιάσθηκαν στο πατίδι της σκάλας, αυτό δεν επιδιορθώθηκε, με αποτέλεσμα να ακολουθήσει ο τραυματισμός του ενάγοντα. Αν η εναγόμενη εταιρεία ασκούσε την απαιτούμενη εποπτεία θα λάμβανε γνώση του προβλήματος που υπήρχε. Με την παράλειψη της να το επιδιορθώσει, η εναγόμενη εταιρεία εξέθεσε τον ενάγοντα σε μη αναγκαίο και περιττό κίνδυνο, απόλυτα προβλεπτό για το ζημιογόνο αποτέλεσμα που μπορούσε να επιφέρει. Ο κίνδυνος αυτός υπήρχε και ήταν συνεχής καθότι επρόκειτο για όχημα που παραδόθηκε στον ενάγοντα και με το οποίο εκτελούσε τα καθήκοντα του καθημερινά, ενώ η δυνατότητα να αποτραπεί ο κίνδυνος υπήρχε, είτε με επαρκή και ικανοποιητική επιδιόρθωση του σκαλιού ή με αντικατάσταση του (Ανάγνου ν. Alco Filters (Cyprus) Ltd,
(2002)1Β ΑΑΔ 918, χωρίς επίσης να έχει διαφανεί από τη μαρτυρία ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να γίνει με δυσανάλογο οικονομικό κόστος για την εναγόμενη εταιρεία. Στην παράγραφο 9 της Έκθεσης Υπεράσπισης, η εναγόμενη εταιρεία προβάλλει ότι «εις περίπτωση που αποδειχθεί ότι ο τραυματισμός του Ενάγοντα έγινε κατά την διάρκεια της εργασίας του, την ευθύνη για το ατύχημα την φέρει ο Ενάγων». Στη συνέχεια δε, δικογραφεί κάποιες λεπτομέρειες αμέλειας και/ή παράβασης των νομίμων καθηκόντων του ενάγοντα. Έχοντας λοιπόν υπόψη τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της εναγόμενης εταιρείας είναι προφανές ότι δεν δικογραφείται ισχυρισμός για συντρέχουσα αμέλεια του ενάγοντα. Ούτε όμως κάτι τέτοιο θα μπορούσε να συναχθεί ότι προβάλλεται έστω και με έμμεσο τρόπο από τις λεπτομέρειες αμέλειας του ενάγοντα όπως δικογραφούνται στην Έκθεση Υπεράσπισης, έτσι ώστε να εξετασθεί τέτοιο ζήτημα. Με βάση λοιπόν τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της εναγόμενης εταιρείας και έχοντας κατά νου και τα όσα αποφασίσθηκαν στην Kakou v. Adriatica
(1980)1 CLR 357, κρίνεται ότι δεν προκύπτει ισχυρισμός της εναγόμενης εταιρείας για συντρέχουσα αμέλεια του ενάγοντα και την αποκλειστική ευθύνη για το ατύχημα φέρει η εναγόμενη εταιρεία. Όπως είναι νομολογημένο, πρέπει περαιτέρω να καταδεικνύεται η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αδυναμίας στο σύστημα εργασίας ή της τυχόν παράλειψης μέριμνας από τον εργοδότη, με το ζημιογόνο αποτέλεσμα. Το βάρος απόδειξης των στοιχείων αυτών, βαρύνει τον ενάγοντα (βλ. Κωνσταντίνου ν. Phassouri Plantations
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 720, Δρουσιώτης ν. Petrakis Exhaust Silencers Ltd
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1502). Στην εξεταζόμενη περίπτωση η αιτιώδης αυτή συνάφεια έχει αποδειχθεί, αφού ο λόγος της πτώσης του ενάγοντα κατά την διάρκεια της προσπάθειας του να κατέβει από την σκάλα του φορτηγού οχήματος το οποίο οδηγούσε ήταν το σπάσιμο του σκαλιού το οποίο παρουσίαζε πρόβλημα από προηγουμένως. Όταν το σκαλί έσπασε, ο ενάγοντας έπεσε στο έδαφος με αποτέλεσμα τον τραυματισμό του. Είναι προφανές ότι την πτώση στο έδαφος και τον τραυματισμό του ενάγοντα, τον προκάλεσε το σπάσιμο του σκαλιού. Και σε σχέση με το τι ακολούθησε του τραυματισμού του ενάγοντα, υπήρξε επίσης έντονη αμφισβήτηση, αφού σύμφωνα με την εκδοχή της εναγόμενης εταιρείας ο ενάγοντας την επίδικη ημερομηνία αποχώρησε από την εργασία του αναφέροντας σε κάποιο Νεκτάριο, απλώς ότι θα μετέβαινε σε γιατρό χωρίς τίποτε απολύτως να αναφέρει για οποιοδήποτε ατύχημα. Το πρόσωπο αυτό, ο Νεκτάριος, στο οποίο ο ενάγοντας ανάφερε ότι θα αποχωρούσε από την εργασία του, κάτι που ήταν κοινή θέση, δεν κλήθηκε και δεν παρουσιάσθηκε στο Δικαστήριο από κανένα από τους διαδίκους, έτσι ώστε και ο ίδιος να μαρτυρήσει για το τι πραγματικά του είχε αναφέρει ο ενάγοντας και ποιο λόγο προέβαλε για αποχώρηση του από την εργασία του τη συγκεκριμένη ημερομηνία. Όπως και πιο πάνω αναφέρεται, η εκδοχή της εναγόμενης εταιρείας έχει απορριφθεί, σε αντίθεση με αυτή του ενάγοντα. Αποτελεί συνεπώς εύρημα του Δικαστηρίου ότι μετά την πτώση του ενάγοντα στο έδαφος που προκλήθηκε από το σπάσιμο του σκαλιού και τον τραυματισμό του, πληροφόρησε κάποιο Νεκτάριο, υπάλληλο κατά τον ουσιώδη χρόνο στην εναγόμενη εταιρεία για το τι του είχε συμβεί, ότι δηλαδή είχε υποστεί ατύχημα και αφού ο ενάγοντας ειδοποίησε και τη σύζυγο του, της ζήτησε να τον μεταφέρει στο νοσοκομείο, πράγμα που αυτή έκαμε, ενώ αργότερα το απόγευμα της ίδιας ημέρας η σύζυγος του τον μετέφερε και στο Δρ Συμιλλίδη. Όλα τα πιο πάνω αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου. Πολλής λόγος έγινε από την εναγόμενη εταιρεία σε σχέση με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 12 το οποίο ο ενάγοντας δέχθηκε ότι αποτελεί αντίγραφο του εντύπου που υπόγραψε και υποβλήθηκε στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Η εναγόμενη εταιρεία επικαλούμενη τα όσα αναφέρονται σε ερώτηση που αναγράφεται στο έντυπο εάν η ανικανότητα προκλήθηκε ή όχι από ατύχημα και στην οποία η απάντηση είναι αρνητική, επεχείρησε βασιζόμενη στο στοιχείο αυτό να αποποιηθεί οποιασδήποτε τυχόν ευθύνης την βαρύνει. Όπως είναι νομολογημένο, ισχυρισμοί για νομικό κώλυμα (estoppel) πρέπει να διατυπώνονται ρητά στα δικόγραφα, διαφορετικά το Δικαστήριο δεν μπορεί να τους εξετάσει έστω και αν υπάρχει σχετική μαρτυρία (βλ. Γ. Λάμπρου κ.α. v. Ε. Κεφάλα κ.α.
(2000)1 Γ 1516, Πουρίκκος v. Σάββα κ.α.
(1991)1Α ΑΑΔ 507). Έχω προβληματιστεί εάν οι ισχυρισμοί που η εναγόμενη εταιρεία προβάλλει στις παραγράφους 4 και 5 της Έκθεσης Υπεράσπισης της αποτελούν ισχυρισμούς για νομικό κώλυμα (estoppel). Στις συγκεκριμένες παραγράφους και αφού η εναγόμενη εταιρεία αρνείται τους ισχυρισμούς του ενάγοντα, ισχυρίζεται ότι ποτέ δεν έγινε το ατύχημα και ότι την επίδικη ημερομηνία ο ενάγοντας έφυγε από τη δουλειά του αναφέροντας μόνο ότι ήταν άρρωστος και ότι θα μετέβαινε στο γιατρό, χωρίς ποτέ να αναφέρει ότι τραυματίσθηκε κατά τη διάρκεια της εργασίας του. Την επόμενη ημέρα, στις 5/10/2006, της παρουσίασε συμπληρωμένη αίτηση για επίδομα ασθενείας (Τεκμήριο 12), την οποία η εναγόμενη εταιρεία υπόγραψε ως εργοδότρια του ενάγοντα. Την αίτηση αυτή ο ενάγοντας την υπέβαλε στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Δικογραφεί λοιπόν η εναγόμενη εταιρεία στην παράγραφο 4 τα γεγονότα αυτά και στην παράγραφο 5 προβάλλει ότι «Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ο Ενάγων εμποδίζεται με τα ανωτέρω γεγονότα να εγείρει αγωγή εναντίον τους». Σχετική υποβολή έγινε στον ενάγοντα και κατά την αντεξέταση του από τον ευπαίδευτο συνήγορο της εναγόμενης εταιρείας όπου του υποβλήθηκε ότι εμποδίζεται να αξιώνει οποιοδήποτε ποσό λόγω της υπογραφής του Τεκμηρίου
  1. Θεωρώ λοιπόν με βάση τα πιο πάνω ότι παρά το ότι το ισχυριζόμενο αυτό κώλυμα δεν δικογραφείται με τον πλέον ξεκάθαρο και σαφή τρόπο, εν τούτοις με τα πιο πάνω εγείρεται τέτοιος ισχυρισμός και γι' αυτό θα πρέπει να εξετασθεί. Για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες το συγκεκριμένο έγγραφο έχει υπογραφεί από τον ενάγοντα αντικρουόμενες ήταν οι εκδοχές των διαδίκων, πιστευτή όμως και αποδεκτή έγινε η μαρτυρία του ενάγοντα και της συζύγου του. Από τη στιγμή που η εκδοχή του ενάγοντα για τις συνθήκες συμπλήρωσης και υπογραφής του Τεκμηρίου 12 έγιναν αποδεκτές, η προβληθείσα υπεράσπιση δεν μπορεί να πετύχει. Αποτελεί συνεπώς εύρημα του Δικαστηρίου ότι την επόμενη ημέρα του ατυχήματος, ο ενάγοντας μαζί με τη σύζυγο του, μετέβησαν στο χώρο του εργοταξίου της εταιρείας όπου αφού επισκέφθηκαν τον Μ.Υ.1 αυτός τους παρέπεμψε στην ιδιαιτέρα του η οποία ζήτησε από τον ενάγοντα να υπογράψει το Τεκμήριο 12 το οποίο ήταν κατά το χρόνο αυτό ασυμπλήρωτο, διαβεβαιώνοντας τον ότι η εταιρεία θα αναλάμβανε για τα περαιτέρω, κάτι που ο ενάγοντας έπραξε και το οποίο ο ενάγοντας υπόγραψε ενώ αυτό ήταν ασυμπλήρωτο. Σε σχέση με τις σωματικές βλάβες που υπέστη ο ενάγοντας και με βάση τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή διαπιστώνεται ως εύρημα του Δικαστηρίου ότι αυτός παρουσίαζε οίδημα σφυρών δεξιού κάτω άκρου και υπέστη ρήξη έξω πλαγίων συνδέσμων της δεξιάς ποδοκνημικής, της οποίας έγινε ακινητοποίηση για περίοδο 8 εβδομάδων. Συνεπεία του πιο πάνω τραύματος ο ενάγοντας υπέστη πόνο και ταλαιπωρία, τις πρώτες μέρες με περισσότερη ένταση και παρέμεινε εκτός της εργασίας μέχρι τις 7/1/
  2. Αναφέρθηκε επίσης από τον ενάγοντα ότι σήμερα παρουσιάζει κάποια προβλήματα στο πόδι του. Η μαρτυρία του όμως επί του προκειμένου σημείου παρέμεινε εντελώς αόριστη και μετέωρη και γι' αυτό δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα. Κατά τον καθορισμό του ύψους των γενικών αποζημιώσεων πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η τάση της νομολογίας για αύξηση των αποζημιώσεων σε σύγκριση με το ύψος των αποζημιώσεων που επιδικάζονταν στο παρελθόν (βλ. Paraskevaides (Oversas) Ltd v. Aristoph
(1982)1CLR), τάση που αντανακλά μεγαλύτερη ευαισθησία για τον ανθρώπινο πόνο, την αγωνία και την ταλαιπωρία (Μαυροπετρής v. Λούκα
(1995)1 ΑΑΔ 66). Όπως και όμως επαναλήφθηκε στην Γεώργιος Σωτηρίου v. Chapo (Investments) Ltd κ.α.
(2007)1Α ΑΑΔ 491, «Ο καθορισμός και η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν έχει τιμωρητικό χαρακτήρα αλλά αποσκοπεί στην προσπάθεια επαναφοράς του θύματος στη κατάσταση του πριν από το ατύχημα». Παρά την προσπάθεια που κατέβαλα δεν έχω εντοπίσει αποφάσεις οι οποίες να είναι βοηθητικές στην αποτίμηση των αποζημιώσεων που πρέπει να επιδικαστούν. Λαμβάνοντας υπόψη τους τραυματισμούς του ενάγοντα, τους πόνους και την ταλαιπωρία που υπέστη, θεωρώ ως δίκαιο ποσό γενικών αποζημιώσεων, αυτό των €3.500=. Όσον αφορά το θέμα της επιδίκασης τόκων και με βάση τις αρχές όπως καθορίσθηκαν στην υπόθεση Φοινικαρίδη κ.α. v. Γεωργίου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 475 και επαναλήφθηκαν και στην υπόθεση Miller Rosa Maria v. Ute Petek
(1991)1 (Γ) ΑΑΔ 2091 θεωρώ ότι ενώ στην καταχώρηση της υπόθεσης δεν υπήρξε κάποια ιδιαίτερη καθυστέρηση, τέτοια καθυστέρηση προκλήθηκε στη συνέχεια από την καταχώρηση των αιτήσεων τροποποίησης που καταχώρησε ο ενάγοντας, ενώ περαιτέρω σε κάποιες περιπτώσεις ο ίδιος ζήτησε αναβολή της ακρόασης της υπόθεσης. Ενόψει τούτων θεωρώ ότι υπήρξε καθυστέρηση της τάξης του ενός χρόνου στην προώθηση της υπόθεσης από τον ενάγοντα για την οποία δεν θα πρέπει να επιβαρυνθεί η εναγόμενη εταιρεία. Συνακόλουθα εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον της εναγόμενης εταιρείας για το ποσό των €3.500= πλέον τόκους προς 8% από 4/10/2007 μέχρι 14/10/2008 και προς 5,5% από 15/10/2008 μέχρι πλήρους εξόφλησης, πλέον δικηγορικά έξοδα όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στην ανάλογη κλίμακα. Υπ...... ...... ....... Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Civil/final Subject : ergatiko atihima cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.