← Κύπρος

Ερωτόκριτου Μιχαήλ κ.α. ν. Δήμητρας Χριστοφόρου Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2696/12, 21/8/2013

Ερωτόκριτου Μιχαήλ κ.α. ν. Δήμητρας Χριστοφόρου Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2696/12, 21/8/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A231 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής׃ 2696/12 Μεταξύ:

  1. Ερωτόκριτου Μιχαήλ
  2. Χριστίνας Μιχαήλ Εναγόντων και
  3. Δήμητρας Χριστοφόρου Λτδ
  4. Αντώνη Χριστοφόρου
  5. Δήμητρας Χριστοφόρου Εναγομένων Ημερομηνία: 21/8/013 Εμφανίσεις: Για Αιτητές/Ενάγοντες׃ κα Α. Κωνσταντίνου (για την απαγγελία της απόφασης καμία εμφάνιση) Για Καθ' ης η αίτηση/ Εναγόμενη 3׃ κα Πολυκάρπου Α Π Ο Φ Α Σ Η Η οριστικοποίηση ή όχι του ενδιάμεσου προσωρινού διατάγματος που εκδόθηκε στις 27/6/2012 εναντίον της εναγομένης 3 μετά από μονομερή αίτηση των εναγόντων, αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας υπόθεσης. Με το διάταγμα αυτό, η εναγόμενη 3 «εμποδίζεται προσωπικά και/ή μέσω αντιπροσώπων και/ή υπηρετών και/ή υπαλλήλων και/ή μέσω οποιουδήποτε προσώπου και/ή με οποιοδήποτε τρόπο από του να πωλήσει, δωρίσει, μεταβιβάσει, επιβαρύνει και/ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο αποξενώσει ολόκληρο και/ή οποιοδήποτε μέρος της κατοικίας της επί του ½ εξ' αδιαιρέτου μεριδίου του τεμαχίου με αριθμό 783, Φ/Σχ 54/570501, με αριθμό εγγραφής 3/43031 που βρίσκεται στην περιοχή Αποστόλου Ανδρέα στη Λεμεσό, του οποίου είναι εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια μέχρι εκδίκασης της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο και/ή μέχρι νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου». Το εκδοθέν διάταγμα, συνάντησε την ένσταση της εναγομένης 3, η οποία μετά την επίδοση του προς αυτή, καταχώρησε σχετική ειδοποίηση ένστασης. Οι θέσεις και τα επιχειρήματα των διαδίκων, καταγράφονται και προκύπτουν από την αίτηση, την ένσταση και τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις που τις στηρίζουν, καθώς επίσης και από το περιεχόμενο των γραπτών αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων τους, γι' αυτό και δεν θεωρώ αναγκαίο να τα παραθέσω. Δικαιοδοτικό βάθρο της αίτησης δυνάμει της οποίας εκδόθηκε το υπό κρίση διάταγμα, αποτελούν μεταξύ άλλων τα άρθρα 5 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 και το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, ο συσχετισμός των οποίων εξετάσθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο σε διάφορες υποθέσεις (βλ. Ευριπίδης Φ. Ζεμενίδης v. Άννας Ζεμενίδη

(1992)1 ΑΑΔ 54) και στην οποία καθορίζεται ότι η εξουσία που παρέχεται στο Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 32 του Ν. 14/60, είναι ευρύτερη αυτής που παρέχεται με το άρθρο 5 του Κεφ. 6. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 5 του Κεφ. 6, κάθε Δικαστήριο έχει εξουσία σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, να εκδώσει εναντίον εναγομένου διάταγμα με το οποίο να δεσμεύεται ακίνητη περιουσία ή μέρος της, όσο είναι κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου απαραίτητο για να είναι δυνατή η ικανοποίηση ενδεχόμενης δικαστικής απόφασης (βλ. Καλογήρου v. CCC Credit Capital Finance Ltd
(2005)1 AAΔ 1237). Για να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα θα πρέπει το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει καλή βάση αγωγής και ότι με την πώληση ή μεταβίβαση περιουσίας σε τρίτο πρόσωπο, είναι πιθανό ο ενάγοντας να εμποδισθεί να ικανοποιήσει την απόφαση που δυνατό να εκδοθεί υπέρ του, κάτι που αποτελεί και τον σκοπό του άρθρου αυτού. Στην υπόθεση Τσιολάκκης κ.α. v. Στυλιανίδη
(1992)1 ΑΑΔ 782, υποδεικνύεται ότι ο όρος «καλή αιτία αγωγής» (good cause of action) στο άρθρο 5 του Kεφ. 6, έχει την ίδια έννοια με τον όρο «σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση» που τίθεται στην επιφύλαξη του άρθρου 32
(1)του Ν. 14/60. Και στις δύο περιπτώσεις επιβάλλεται η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης (arguable case). Το άλλο στοιχείο που πρέπει να αποδειχθεί για την παρεμπόδιση αποξένωσης γης βάσει του άρθρου 5
(2)του Κεφ.6, είναι η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντα. Η ύπαρξη του στοιχείου αυτού, για την ύπαρξη δηλαδή, πιθανότητας να εμποδισθεί ο ενάγοντας στην ικανοποίηση δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του αν δεν εκδοθεί το παρεμπίπτον διάταγμα, αντιστοιχεί ουσιαστικά στη 3η προϋπόθεση του άρθρου 32, τη δυσκολία δηλαδή απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. 'Όπως λέχθηκε και στην υπόθεση C. Phasarias (Automotive Centre) Limited v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λίμιτεδ
(2001)1ΑΑΔ 785, εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η τυχόν αποξένωση ή επιβάρυνση στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχόμενα θα εκδοθεί ή όπως λέχθηκε στην απόφαση Τσιολάκκης πιο πάνω, εκείνο που απαιτείται είναι «η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του Ενάγοντος». Οι αρχές που διέπουν το ζήτημα έκδοσης διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 32, έχουν καθορισθεί σε πολλές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Οδυσσέως v. Πιερής Estates
(1982)1 AAΔ 557, Μ. Δημητρίου κ.α. v. Royal Ris Ltd
(2002)1 (B) AAΔ.1164, Χρ. Κούνουνα v. C & A Simonos Ltd
(2002)1 (B) AAΔ.1361, Μαίρη Ν. Σεβαστού v. Εμμανουήλ Σεβαστού
(2002)1(Γ) 1980, Papapetrou Bros Ltd v. Παπαπέτρου
(2003)1 ΑΑΔ 741). Στην κλασσική για το θέμα απόφαση Οδυσσέως πιο πάνω, επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32, απαιτείται να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι ακόλουθες τρείς προϋποθέσεις: (α) να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση (β) να υπάρχουν πιθανότητες επιτυχίας οι Αιτητές να δικαιούνται σε θεραπεία και (γ) να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το διάταγμα. Αναλύοντας το Ανώτατο Δικαστήριο τις πιο πάνω προϋποθέσεις ανάφερε ότι, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση δεν εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων. Η δεύτερη προϋπόθεση επιβάλλει στον αιτητή να δείξει ότι έχει πιθανότητα επιτυχίας. Η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις, ενώ η τρίτη προϋπόθεση είναι η αδυναμία απόδοσης δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Στην υπόθεση Χάρης Φεσσάς, Αίτηση
(1990)1 ΑΑΔ 704, αποφασίσθηκε ότι το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 περιέχει ουσιαστικό και όχι δικονομικό δίκαιο και ότι το πρόσωπο που επιζητεί την έκδοση προσωρινού διατάγματος φέρει το βάρος να αποδείξει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας για εκδίκαση κάποιου συντηρητικού διατάγματος, η υποχρέωση απόδειξης αμφισβητούμενων γεγονότων βαρύνει πάντοτε τους ώμους του Αιτητή (βλ. Iacovou Brothers v. Fashionwise Ltd
(2000)1 (B) AAΔ.1377). Σύμφωνα με τη νομολογία το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας, ούτε και προχωρεί στην εξαγωγή συμπερασμάτων σε σχέση με την αξιοπιστία (βλ. Jonitexo v. Adidas
(1984)1 CLR 263). Κατά την εκδίκαση αιτήσεων αυτής της φύσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει την ουσία της υπόθεσης. Περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων (βλ. C.T.Tobacco Ltd v. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.α.
(2003)1(Β) ΑΑΔ 853). Η ύπαρξη απλώς των θεσμικών αυτών προϋποθέσεων δεν είναι αρκετή αλλά το Δικαστήριο στο τελικό στάδιο θα πρέπει πρόσθετα να εξετάσει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και σταθμίσει στα πλαίσια αυτά κατά πόσο με βάση τα δεδομένα της υπόθεσης είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)2 CLR 557, Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού v. Θεωρή
(1989)ΑΑΔ 1(Ε) 255), το οποίο πάντοτε στοχεύει στην εξυπηρέτηση των αναγκών της δικαιοσύνης και θα κριθεί με βάση πάντα τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Εφόσον ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο πως πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και να σταθμίσει στα πλαίσια αυτά κατά πόσο με βάση τα δεδομένα της υπόθεσης είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 152, Bacardi v. Vinko
(1996)ΑΑΔ 788, C.T. Tobacco v. Εταιρεία Εκδόσεων Αρκτίνος
(2003)1 ΑΑΔ 853 και Χρ. Κούνουνα v. C & A Simonos
(2002)1(B) ΑΑΔ 1361). Η καθυστέρηση στην έναρξη της διαδικασίας δυνατό να επιφέρει αρνητικά αποτελέσματα στην έγκριση του αιτήματος. Στην υπόθεση Bacardi, πιο πάνω αναλύονται οι συνέπειες της καθυστέρησης για έναρξη διαδικασίας σε αίτηση για προσωρινό διάταγμα. Στην υπόθεση αυτή παρότι βρέθηκε ότι συνέτρεχαν οι τρείς προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60, το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση λόγω της μεγάλης καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης. Πριν προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσον δικαιολογείται ή όχι η οριστικοποίηση του εκδοθέντος διατάγματος, θεωρώ απαραίτητο να επιληφθώ του ζητήματος της μη εμπρόθεσμης καταχώρησης ειδοποίησης ένστασης σύμφωνα με το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 8/2/13. Με το διάταγμα αυτό, δόθηκε στην εναγόμενη 3, παράταση χρόνου 15 ημερών από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος, για να καταχωρήσει την ένσταση της, κάτι που τελικά έπραξε στις 1/3/2013, εκτός δηλαδή της ταχθείσας προθεσμίας. Την ίδια ημερομηνία ζητήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγόντων αναβολή, λέγοντας ότι η ένσταση καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα και για το λόγο αυτό χρειαζόταν χρόνο να τη μελετήσει, χωρίς όμως τίποτε άλλο να αναφερθεί και χωρίς ειδικότερα να λεχθεί από αυτόν ότι είχε οποιαδήποτε ένσταση επί τούτου. Ενόψει αυτού και του ότι οι ενάγοντες δεν ήγειραν το θέμα του εκπρόθεσμου της υπό κρίση αίτησης, ούτε ακόμα και στο στάδιο των αγορεύσεων, κρίνεται ότι οι ενάγοντες παραιτήθηκαν από το δικαίωμά τους να το εγείρουν με αποτέλεσμα να μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν ενίστανται στην εκπρόθεσμη καταχώρηση της. Στην υπόθεση Μαίρη Α. Αθανασιάδη ν. Ηρώς Αλεξάνδρου
(1991)1 ΑΑΔ 945, σημαντικός παράγοντας για την απόφαση του Εφετείου αποτέλεσε το γεγονός ότι η πλευρά της εφεσίβλητης είχε ένσταση στην εκπρόθεσμη καταχώρηση της αίτησης και επέμεινε στο παράτυπο της μέχρι τέλους, κάτι που δεν συντρέχει στην υπό εξέταση περίπτωση. Υπό το φως των δοσμένων περιστάσεων θεωρώ ότι η μη συμμόρφωση της εναγόμενης 3 με την ταχθείσα προθεσμία έχει θεραπευθεί και συνεπώς θα προχωρήσω να εξετάσω την αίτηση λαμβάνοντας υπόψη τα όσα εγείρονται με την ένσταση. Προβάλλεται ως λόγος ακύρωσης του εκδοθέντος διατάγματος ισχυρισμός για απόκρυψη από τους ενάγοντες ουσιωδών γεγονότων. Η υποχρέωση αποκάλυψης στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων, που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση, υποχρέωση που είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides), έχει καταλυτική σημασία στις περιπτώσεις που ο διάδικος αποτείνεται και εξασφαλίζει διάταγμα μονομερώς. Είναι σε αυτές τις περιπτώσεις που ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Ο λόγος είναι ότι η έκδοση διατάγματος μονομερώς συνιστά παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης να ακούονται και τα δύο μέρη πριν το Δικαστήριο εκφέρει κρίση (βλ. Resola (Cyprus) Ltd κ.α. ν. Χρίστου,
(1988), 1 Α.Α.Δ. 598 και Zein ν. Καμπανέλλα Λτδ,
(2000), 1 Α.Α.Δ. 606). Είναι η θέση της εναγόμενης 3 ότι το εκδοθέν διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί γιατί οι ενάγοντες έχουν αποκρύψει από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα. Όμως η θέση αυτή της εναγομένης 3 δεν ευσταθεί καθότι ότι προβάλλεται ως απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων, είναι γεγονότα που αυτή αμφισβητεί την ύπαρξη τους και πουθενά δεν υποδεικνύει συγκεκριμένα γεγονότα τα οποία να μην έχουν αποκαλυφθεί από τους ενάγοντες έτσι ώστε το ζήτημα να εξετασθεί ανάλογα. Παρά το ότι η έλλειψη του στοιχείου του κατεπείγοντος δεν προβάλλεται στο σώμα της ειδοποίησης ένστασης, εν τούτοις ανάλογος ισχυρισμός εκτίθεται στην ένορκο δήλωση που την υποστηρίζει. Σύμφωνα με τη Δ.48 Θ.4
(1)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας οι λόγοι στους οποίους βασίζεται η ένσταση πρέπει να εκτίθενται στο σώμα της ειδοποίησης. Η πρόνοια αυτή είναι επιτακτικής φύσης και λόγω ακριβώς του επιτακτικού χαρακτήρα της πρόνοιας αυτής υπάρχει και ανάγκη ταύτισης κάθε ειδοποίησης ένστασης με τον Τύπο 47, αναφορικά με τον καθορισμό στον σώμα της ειδοποίησης ένστασης των λόγων στις οποίες στηρίζεται και το καθήκον του διαδίκου που τους προβάλλει να τους εξειδικεύσει (βλ. Σοφοκλέους v. Κωστάκη Ταβελούδη κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 92, σελ. 97). Η παράλειψη αυτή της εναγόμενης 3 να συμμορφωθεί με την επιτακτική αυτή πρόνοια των Θεσμών και να εκθέσει τον λόγο αυτό στο σώμα της ειδοποίησης της ένστασης, δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο την εξέταση του. Εν τούτοις και για την περίπτωση που κριθεί ότι λανθάνομαι θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσον και το στοιχείο αυτό συντρέχει ή όχι. Η ύπαρξη του στοιχείου του κατεπείγοντος είναι απαραίτητο να υφίσταται στις περιπτώσεις που το διάταγμα έχει εξασφαλισθεί μετά από μονομερή αίτηση. Όπως είναι νομολογημένο το άρθρο 9
(1)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 έχει εφαρμογή μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και μόνο εφόσον καταδεικνύονται επείγουσες ή άλλες περιστάσεις που να δικαιολογούν την έκδοση του διατάγματος μονομερώς. Η δικαιοδοτική ικανότητα έκδοσης ex-parte διατάγματος βασίζεται πάντοτε στο άρθρο 9
(1)ως εξαιρετικό μέτρο προς το οποίο ο παράγοντας του χρόνου είναι ως εκ των πραγμάτων άμεση συνάρτηση, αφού ανάγεται στο θεμελιακό ερώτημα του κατεπείγοντος του πράγματος. Μόνο εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του αντιδίκου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρεθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούονται και τα δύο μέρη πριν το Δικαστήριο εκφέρει κρίση (βλ. Resola (Cyprus) Ltd ν. Χρήστου (πιο πάνω) και Zein κ.α. ν. Καμπανέλλα Λτδ, (πιο πάνω). Στη συγκεκριμένη περίπτωση οι ενάγοντες με τη συμπληρωματική ένορκο τους δήλωση που καταχώρησαν μετά από άδεια του Δικαστηρίου στις 27/6/2012 αναφέρουν ότι η ίδια η εναγόμενη 3 πληροφόρησε τους ενάγοντες για την άσχημη οικονομική κατάσταση στην οποία βρίσκεται και για την πρόθεση της να εξασφαλίσει δάνειο για να μπορέσει με τον τρόπο αυτό να «εξασφαλίσει» τους πιστωτές της που είναι πολλοί, καθώς επίσης ότι θα κατέβαλλε και στους ίδιους τους ενάγοντες κάποιο μέρος από το οφειλόμενο ποσό. Τους ανάφερε επίσης ότι θεωρούσε ότι θα εξασφάλιζε το δάνειο αυτό αφού θα έβαζε υποθήκη την κατοικία η οποία έχει δεσμευτεί με το υπό κρίση διάταγμα. Αναφέρουν τέλος στην παράγραφο 6 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και το ιδιαίτερα σημαντικό ότι υπήρχε κίνδυνος να εγκριθεί άμεσα η αίτηση που η εναγόμενη 3 υπέβαλε για έγκριση δανείου με επιβάρυνση της κατοικίας με εγγραφή επί αυτής υποθήκης. Θεωρώ λοιπόν ότι με βάση τα πιο πάνω ακόμα και στην περίπτωση που το Δικαστήριο μπορούσε να εξετάσει την ύπαρξη ή όχι του στοιχείου του κατεπείγοντος, οι ισχυρισμοί αυτοί των εναγόντων και ιδιαίτερα ο προβαλλόμενος κίνδυνος για άμεση έγκριση του δανείου με την εγγραφή υποθήκης επί της κατοικίας της εναγόμενης 3 στοιχειοθετεί το κατεπείγον του πράγματος. Ενόψει όλων των πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσον πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32, οι οποίες και όπως προαναφέρεται συσχετίζονται με αυτές του άρθρου 5 του Κεφ.
  1. και εάν δικαιολογείται η όχι η οριστικοποίηση του εκδοθέντος διατάγματος. Αμφισβητείται από την εναγόμενη 3 η ύπαρξη των τριών αυτών προϋποθέσεων του άρθρου
  2. Θα ξεκινήσω λοιπόν πρώτα να εξετάσω κατά πόσον έχει διαφανεί να υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Επί του θέματος διιστάμενες είναι οι θέσεις των δύο πλευρών. Από τη μια οι ενάγοντες αναφέρουν στην παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης που στηρίζει την αίτηση, ότι στις 30/10/2011 υπόγραψαν με την εναγόμενη 1 συμφωνία διαχείρισης περιπτέρου, της οποίας αντίγραφο επισυνάπτουν στην αίτηση ως Τεκμήριο Α και την οποία υπέγραψαν οι εναγόμενοι 2 και 3 ως εγγυητές. Αντίθετα η εναγόμενη 3 ισχυρίζεται ότι ενώ οι ενάγοντες επικαλούνται τη μη συμμόρφωση με πρόνοιες της συμφωνίας ημερομηνίας 30/10/2011, τέτοια συμφωνία ποτέ δεν υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων, κάτι που εμφαίνεται και από το Τεκμήριο Α στην αίτηση. Όπως δε περαιτέρω ισχυρίζονται, ότι προκύπτει και από την επιστολή των εναγόντων ημερομηνίας 2/4/2011, η συμφωνία την οποία τελικά επικαλούνται οι ενάγοντες είναι αυτή με ημερομηνία 21/10/2011 της οποίας ούτε πρωτότυπο, ούτε και αντίγραφο επισυνάπτουν. Θα πρέπει λοιπόν να εξετασθεί το πιο πάνω ζήτημα. Όπως προκύπτει από το Τεκμήριο Α στην αίτηση, που είναι η αναφερόμενη συμφωνία, ως ημερομηνία που συνομολογήθηκε η συμφωνία αυτή αναφέρεται η 21/10/2011 και όχι η 30/10/2011 η οποία είναι η ημερομηνία που επικαλούνται οι ενάγοντες ως ημερομηνία συνομολόγησης της. Αυτή όμως δεν είναι η μοναδική ημερομηνία που προκύπτει από όλα τα έγγραφα που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της συμφωνίας και ειδικότερα το Παράρτημα Α καθώς και τα δύο έγγραφα που φέρονται ως οι εγγυήσεις που υπόγραψαν οι εναγόμενοι 2 και
  3. Στον όρο 6 (xvi) της συμφωνίας που επισυνάπτεται στην αίτηση, γίνεται αναφορά σε εμπορεύματα που δηλώνεται από τους συμβαλλόμενους ότι βρίσκονταν στο υποστατικό. Όπως κατά λέξη καταγράφεται στον όρο αυτό, «Με την λήξη της διάρκειας Διαχείρισης ή τον τερματισμό της παρούσας συμφωνίας επιστρέψει στους Επιχειρηματίες εμπορεύματα ίσης χρηματικής αξίας και ιδίου ή παρόμοιου είδους και/ή αντίστοιχης ή ίδιας ποιότητας με τα εμπορεύματα (στοκ) που βρίσκονται σήμερα στο Υποστατικό, όπως αυτά περιγράφονται στο Παράρτημα Α που επισυνάπτεται στην παρούσα, που αφού μονογραφηθεί από τους Συμβαλλομένους αποτελεί αναπόσπαστο μέρος αυτής» (η υπογράμμιση είναι δική μου). Επισυνάπτεται δηλαδή στη συμφωνία αυτή το Παράρτημα Α, το οποίο τιτλοφορείται «Καταγραφή Εμπορευμάτων - Στοκ που βρίσκονται στο Περίπτερο την 30/10/2011». Προκύπτει δηλαδή από τα δύο αυτά έγγραφα ότι άλλη ημερομηνία φέρεται να φέρει η συμφωνία και άλλη το Παράρτημα Α το οποίο όμως αποτελεί σύμφωνα με το περιεχόμενο της συμφωνίας που πιο πάνω καταγράφεται αναπόσπαστο μέρος αυτής. Εκτός τούτου, υπάρχουν περαιτέρω στη συμφωνία δύο εγγυητήρια έγγραφα με τα οποία οι εναγόμενοι 2 και 3 φέρεται να εγγυούνται την τήρηση της συμφωνίας διαχείρισης. Το εγγυητήριο που φαίνεται να αφορά τον εναγόμενο 2 δεν φέρει καμία ημερομηνία, ενώ το εγγυητήριο που φέρεται να αφορά την εναγόμενη 3 φέρει ημερομηνία 30/10/2011, ενώ περαιτέρω κάνει αναφορά σε συμφωνία που συνομολογήθηκε την ίδια ημερομηνία. Όπως προκύπτει από όλα τα πιο πάνω, υπάρχει μια ασάφεια ως προς την ακριβή ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας διαχείρισης, αφού αλλού καταγράφεται ως τέτοια η 21/10/2011 και αλλού η 30/10/
  4. Από την άλλη όμως έχει επισυναφθεί στην αίτηση το πρωτότυπο της συμφωνίας αυτής που φέρεται να υπόγραψαν οι ενάγοντες με την εναγόμενη 1, με συνημμένο το πιο πάνω αναφερόμενο Παράρτημα Α, καθώς επίσης και τα εγγυητήρια έγγραφα που φέρεται να υπόγραψαν οι εναγόμενοι 2 και
  5. Είναι από τη μια τα στοιχεία αυτά και από την άλλη οι θέσεις της εναγόμενης 3, η οποία αποφεύγει επιμελώς να αναφέρει κατά πόσον έχει υπογράψει ή όχι οποιαδήποτε συμφωνία με τους ενάγοντες είτε την μία, είτε την άλλη ημερομηνία, προσπαθώντας να εκμεταλευτεί την σύγχυση που υπάρχει στις ημερομηνίες. Παρά την προσπάθεια της όμως αυτή, αναφέρει η ομνύουσα στην ένορκο δήλωση που στηρίζει την ένσταση και ειδικότερα στην παράγραφο 12 αυτής ότι, η προσπάθεια των εναγόντων, συνίστατο στην χρησιμοποίηση του διατάγματος «ως μοχλού πιέσεως για να επιλυόταν η μεταξύ των Αιτητών και του Καθ' ου η Αίτησις διαφορά προς το συμφέρον των Αιτητών και όχι διότι υφίσταται η μεταξύ των διαδίκων επικαλούμενη διαφορά, καθότι δεν προκύπτει από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την εν λόγω αίτηση κάποιο στοιχείο που να οδηγεί σ' ένα τέτοιο συμπέρασμα». Ενώ δηλαδή παραδέχεται ότι πράγματι υπάρχει μεταξύ τους κάποια διαφορά, παραλείπει να την προσδιορίσει και να αναφέρει συγκεκριμένα που συνίσταται και τι αφορά. Λαμβάνοντας υπόψη τους εκατέρωθεν προβαλλόμενους ισχυρισμούς, τα γεγονότα όπως διαγράφονται μέσα από αυτούς και την ποιότητα της προσκομισθείσας από το κάθε διάδικο μέρος μαρτυρίας και σε συσχετισμό με όλα όσα πιο πάνω αναφέρονται, κρίνεται ότι καταδεικνύεται τόσο η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση καθώς επίσης και πιθανότητες επιτυχίας. Και αυτό γιατί ασχέτως της ημερομηνίας που τελικά θα διαφανεί ότι υπογράφηκε η συμφωνία, προκύπτει ότι για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας οι ενάγοντες έχουν καταδείξει την συνομολόγηση της συμφωνίας με τους εναγομένους 1 και την εκ μέρους των εναγομένων 2 και 3 υπογραφής εγγύησης για πιστή τήρηση και εφαρμογή των όρων της συμφωνίας αυτής. Το Δικαστήριο τώρα θα εξετάσει κατά πόσο σε περίπτωση μη οριστικοποίησης του εκδοθέντος διατάγματος, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως είναι νομολογημένο η έννοια της δικαιοσύνης, συναρτάται με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτητή (βλ. Papastratis v. Petrides
(1979)AAΔ.231), Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού v. Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 255). Στην υπόθεση C. Phasarias, πιο πάνω, τονίσθηκε ότι, «Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος δηλαδή, μα μην ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία». Στην υπόθεση Κυρίσαββα v. Kύζη
(2001)1 AAΔ 1245, λέχθηκε ότι, «η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη». Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Τσιολή κ.α. v. Στυλιανίδη
(1992)1 ΑΑΔ 782 εκείνο που απαιτείται «είναι η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του Ενάγοντος» (βλ. Γ. Φετοκάκη v. Λάμπρου Χριστοφή κ.α. Π.Ε. 12026/8.9.06, Ρένα Αριστοτέλους Λτδ v. Benflect Enterprises Ltd, 2006
(1)ΑΑΔ
  1. Σε σχέση με την ύπαρξη της τελευταίας προϋπόθεσης που απαιτείται, είναι η θέση των εναγόντων, ότι η εναγόμενη εταιρεία 1 δεν έχει καμία απολύτως περιουσία, ενώ οι εναγόμενοι 2 και 3 αντιμετωπίζουν και οι δύο σοβαρά οικονομικά προβλήματα και ότι όλοι βρίσκονται σε πολύ κακή οικονομική κατάσταση. Ισχυρίζονται ακόμα ότι σε περίπτωση μη οριστικοποίησης του εκδοθέντος διατάγματος, η εναγόμενη 3 είτε θα πωλήσει την κατοικία της, είτε όπως πληροφόρησε την ενάγουσα 2 η οποία ορκίζεται τις δύο ένορκες δηλώσεις που στηρίζουν την αίτηση θα την επιβαρύνει με υποθήκη για να εξασφαλίσει κάποιο δάνειο και έτσι να είναι αδύνατο ή δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Από την πλευρά της εναγόμενης 3, υπάρχει άρνηση όλων των ισχυρισμών των εναγόντων, χωρίς όμως πουθενά να προβάλλονται θετικοί ισχυρισμοί που να τους αντικρούουν ειδικά και συγκεκριμένα. Ενώ δηλαδή υπάρχει άρνηση της δεινής οικονομικής κατάστασης των εναγομένων και ειδικότερα της εναγόμενης 3, δεν γίνεται καμία απολύτως αναφορά για το ποια είναι σύμφωνα πάντα με την θέση της εναγόμενης 3 η πραγματική οικονομική της κατάσταση. Καμία επίσης απολύτως αναφορά δεν γίνεται στην ύπαρξη ή όχι πρόθεσης αποξένωσης ή επιβάρυνσης της κατοικίας που έχει δεσμευθεί με το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα, ούτε επίσης δηλώνεται πουθενά ότι σε περίπτωση μη οριστικοποίησης του διατάγματος δεν θα παρεμβληθεί οποιοδήποτε εμπόδιο στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν οι ενάγοντες θα εξασφαλίσουν. Παρουσιάζεται τελικά από την πλευρά των εναγόντων μια πιο θετική μαρτυρία από αυτήν της εναγόμενης 3 η οποία όπως προαναφέρεται περιορίζεται σε γενική άρνηση αλλά όχι σε προβολή συγκεκριμένων θετικών ισχυρισμών που να απαντούν τα όσα προβάλλονται από τους ενάγοντες, με αποτέλεσμα καμία απολύτως θετική μαρτυρία να μην έχει παρουσιάσει η εναγόμενη 3 που να ανατρέπει τον ισχυρισμό των εναγόντων ότι θα είναι δύσκολο αν όχι αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο και η οποία να τείνει να καταδείξει ότι σε περίπτωση ακύρωσης του εκδοθέντος διατάγματος θα είναι δυνατή η απονομή δικαιοσύνης. Σύμφωνα με τους ενάγοντες υπάρχει πραγματικός κίνδυνος αποξένωσης του ακινήτου, είτε με πώληση, είτε με επιβάρυνση του με υποθήκη. Ισχυρίζονται δε, ότι τις πληροφορίες αυτές τις έλαβαν από την ίδια την εναγόμενη 3, η οποία σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους, πληροφόρησε την ίδια την ενάγουσα 2 περί τούτου. Η εναγόμενη 3 αρνείται μεν τους ισχυρισμούς αυτούς, το πράττει όμως εντελώς γενικά, χωρίς τίποτε ουσιαστικό και θετικό να αντιπροβάλλει και χωρίς ειδικότερα να αναφέρει ότι δεν έχει πρόθεση είτε να αποξενώσει είτε να επιβαρύνει με υποθήκη το συγκεκριμένο ακίνητο. Λαμβάνοντας υπόψη τους εκατέρωθεν προβαλλόμενους ισχυρισμούς, κρίνεται ότι ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60 και καθώς επίσης και η δεύτερη του άρθρου 5 του Κεφ.
  2. Και αυτό χωρίς να παραγνωρίζονται τα όσα λέχθηκαν στην απόφαση Marketrends (Capital Market) Ltd v. Mιχάλη Γεωργίου
(2002)1 ΑΑΔ 1759, ότι δηλαδή, « .. Η εξουσία του Άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου για έκδοση προσωρινού διατάγματος έξω από τα όρια του Άρθρου 4 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου πρέπει να ασκείται με φειδώ, όχι ως μέτρο γενικής εξασφάλισης ενάγοντα που βρίσκεται αντιμέτωπος με τη μη πληρωμή χρέους». Όπως έχει προαναφερθεί η ύπαρξη απλώς των τριών θεσμικών προϋποθέσεων δεν είναι αρκετή. Στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο θα πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο η έκδοση τέτοιου διατάγματος είναι επωφελής, εύλογη και δίκαιη για τους συγκεκριμένους διαδίκους και τα δοσμένα γεγονότα της υπόθεσης (βλ. Παλαιομυλίτου v. Παναγιώτου κ.α.
(2003)1(Α) ΑΑΔ 407 και K. Christ. Land and Build. Dev. Ltd v. Ματθαίου
(2005)1(Α) ΑΑΔ 310). Όπως λέχθηκε και στην υπόθεση Κώστα Καλογήρου v. C.C.F. Credit Capital Finance Ltd,
(2005)1 ΑΑΔ 11895, «.....δεν υπάρχουν αυστηρά οριοθετημένα πλαίσια, μέσα στα οποία ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Η κάθε περίπτωση κρίνεται υπό το φως των δικών της γεγονότων και περιστατικών, με γνώμονα πάντοτε το κατά πόσο η έκδοση του διατάγματος είναι αναγκαία, για να καταστεί δυνατή η απονομή της δικαιοσύνης σε κάθε στάδιο, περιλαμβανομένου και αυτού της ικανοποίησης της απόφασης, που τυχόν ήθελε εκδοθεί». Κρίνεται ότι υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, του γεγονότος ότι δεν υπάρχει οποιοσδήποτε ισχυρισμός της εναγόμενης 3 ότι η οριστικοποίηση του διατάγματος θα της προκαλέσει οποιαδήποτε ταλαιπωρία ή δυσκολία, θεωρώ ότι και το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της οριστικοποίησης του εκδοθέντος διατάγματος. Συνακόλουθα το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς στις 27/6/2012, οριστικοποιείται μέχρι πλήρους εκδίκασης της αγωγής. Τα έξοδα της αίτησης όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον της εναγομένης 3 και να είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) ........... Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.