Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Νίκου Λοφίτη, Αρ. Αγωγής: 720/2007, 10/9/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A251 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 720/2007 Μεταξύ: Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων και Νίκου Λοφίτη Εναγόμενου ........... ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 10.9.2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντες: κα Μαλέκου (για ν' ακούσει απόφαση κα Βρυωνίδου) Για εναγόμενο: κ. Παπακυριακού Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αξίωση των ενάγοντων εναντίον του εναγόμενου είναι για το ποσό των £5.411,29, πλέον τόκο 9% από 10.6.2006 μέχρι εξοφλήσεως. Τα ουσιαστικά γεγονότα που συνθέτουν την παραπάνω αξίωση σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των εναγόντων είναι τα ακόλουθα: Κατά ή περί τις 14.3.2001 συνάφθηκε συμφωνία εμπιστευτικής προεξόφλησης τιμολογίων μεταξύ της Τράπεζας Κύπρου (Φάκτορς) Λτδ (στο εξής «η Φάκτορς») και της υπό εκκαθάριση εταιρείας Αλκυόνη Ιχθυογεννητική Λτδ (στο εξής «οι πρωτοφειλέτες»), υπό την εγγύηση του εναγόμενου και της υπό εκκαθάριση εταιρείας Alkioni Fish Farms Ltd, η οποία διαλάμβανε για τη διαχείριση, είσπραξη και προεξόφληση τιμολογίων που οι πρωτοφειλέτες εξέδιδαν προς τους διαφόρους χρεώστες τους. Οι ακόλουθοι, μεταξύ άλλων, ήταν ρητοί όροι της επίδικης συμφωνίας: Κατά την έναρξή της, όλα τα χρέη που αυτή αφορούσε πωλούνται στη Φάκτορς που είναι και η μόνη που έχει το δικαίωμα είσπραξής τους, συμπεριλαμβανομένου και του δικαιώματος έγερσης αγωγής. Δυνάμει του όρου 12.1 της συμφωνίας, οι πρωτοφειλέτες δεν έχουν καθόλου τέτοιο δικαίωμα, καθότι αυτό ανήκει αποκλειστικά στη Φάκτορς. Οι πρωτοφειλέτες, εντός 7 ημερών από την παράδοση των εμπορευμάτων στους πελάτες τους είναι υποχρεωμένοι να στέλλουν στη Φάκτορς αντίγραφα των σχετικών τιμολογίων Ο εναγόμενος εγγυήθηκε όλες τις υποχρεώσεις των πρωτοφειλετών προς τη Φάκτορς, δυνάμει σχετικής συμφωνίας ημερομηνίας 11.1.2001 και είχε υποχρέωση, μόλις του ζητηθεί, να πληρώσει όλα τα ποσά που κατέστησαν απαιτητά ή ενδέχετο να καταστούν απαιτητά υπό των πρωτοφειλετών προς τη Φάκτορς. Οι πρωτοφειλέτες, κατά παράβαση της επίδικης συμφωνίας, ημερομηνίας 14.3.2001 εισέπραξαν ποσά που οφείλονταν από διάφορους χρεώστες και σταμάτησαν να κάνουν καταθέσεις στο λογαριασμό που διατηρούσαν μη τη Φάκτορς αφήνοντας χρεωστικό υπόλοιπο, το ποσό των £5.411,29, πλέον τόκο 9% από 10.10.2006 μέχρι εξοφλήσεως. Συνεπεία αυτού, οι ενάγοντες, δυνάμει της επίδικης συμφωνίας εξάσκησαν το δικαίωμα αναγωγής των τιμολογίων στους πρωτοφειλέτες κι έτσι, το παραπάνω ποσό κατέστη πληρωτέο και απαιτητό. Επειδή οι πρωτοφειλέτες παρέλειψαν να συμμορφωθούν με τους όρους της επίδικης συμφωνίας, η Φάκτορς καταχώρησε τόσο εναντίον τους όσο και εναντίον του εναγόμενου καθώς και της εταιρείας Alkioni Fish Farms Ltd την αγωγή 6557/2003, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, για το ποσό των £28.774,40, πλέον τόκους. Η εν λόγω αγωγή αποσύρθηκε άνευ βλάβης στις 22.12.
- Κατά καιρούς πληρώθηκαν έναντι διάφορα ποσά και παρέμεινε υπόλοιπο το ποσό που συνθέτει την αξίωσή των εναγόντων εναντίον του εναγόμενου στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής. Παρότι ο εναγόμενος ειδοποιήθηκε επανειλημμένα από τη Φάκτορς και με την επιστολή της ημερομηνίας 11.8.2003, όπως πληρώσει το υπόλοιπο του λογαριασμού μαζί με τους τόκους και υποσχέθηκε ότι θα το ξοφλούσε, παρέλειψε και/ή αμέλησε να το πράξει. Δυνάμει δικαστικού διατάγματος ημερομηνίας 14.12.2005, ολόκληρη η επιχείρηση και/ή ιδιοκτησία και/ή υποχρεώσεις και/ή δικαιώματα της Φάκτορς, συμπεριλαμβανομένων και των συμβολαίων εμπιστευτικής προεξόφλησης τιμολογίων όπου η Φάκτορς ήταν συμβαλλόμενο μέρος, μεταβιβάστηκαν και/ή εκχωρήθηκαν και/ή ανατέθηκαν και/ή παραχωρήθηκαν στους ενάγοντες, οι οποίοι, μέχρι και τις 11.7.2004 που μετονομάστηκαν σε Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ λειτουργούσαν με το όνομα Τράπεζα Κύπρου Λτδ. Η υπεράσπιση του εναγόμενου στις παραπάνω θέσεις και ισχυρισμούς των εναγόντων, θα έλεγα ότι είναι πολυσύνθετη. Με την τροποποιημένη υπεράσπισή του, μεταξύ άλλων ισχυρίζεται και τα εξής: Καταρχήν, βασικά, υπό μορφή προδικαστικής ένστασης, ότι πρώτο, το γεγονός ότι στις 22.12.2005 οι ενάγοντες απέσυραν την αγωγή 6557/2003 δημιούργησε δεδικασμένο. Δεύτερο, το γεγονός ότι οι ενάγοντες καταχώρησαν αγωγή την οποία απέσυραν χωρίς άδεια του Δικαστηρίου συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και/ή παράβαση του συνταγματικού του δικαιώματος για διάγνωση των αστικών του δικαιωμάτων εντός ευλόγου χρόνου. Τρίτο, οι ενάγοντες παρέλειψαν να εγείρουν την παρούσα αγωγή εναντίον των πρωτοφειλετών και/ή εκκαθαριστών και/ή εγγυητών τους, Alkioni Fish Farms Ltd. Τέταρτο, η παρούσα αγωγή ουδεμία αιτία αγωγής αποκαλύπτει εναντίον του για τους εξής λόγους: Οι ενάγοντες, με την επιστολή και/ή προσφορά και/ή πρότασή τους, ημερομηνίας 11.1.2001 εισηγήθηκαν όπως ο ίδιος εγγυηθεί τους πρωτοφειλέτες, ωστόσο, μετά από διαβουλεύσεις και συζητήσεις, με την επιστολή και/ή πρόταση και/ή προσφορά τους, ημερομηνίας 14.3.2001 αποδέχθηκαν και/ή συμφώνησαν όπως εγγυηθεί τους πρωτοφειλέτες μόνο η μητρική τους εταιρεία Alkioni Fish Farms Ltd. Άνευ βλάβης των παραπάνω ενστάσεων ισχυρίζεται και τα εξής: Δεν εγγυήθηκε τους πρωτοφειλέτες στις 14.3.2001, αλλά, ακόμη κι αν αποδειχθεί ότι έδωσε οποιαδήποτε εγγύηση προς τους πρωτοφειλέτες κατά ή περί τις 11.1.2001, αυτή έχει ακυρωθεί με μεταγενέστερη πρόταση και/ή προσφορά και/ή επιστολή, ημερομηνίας 14.3.2001, την οποία οι ενάγοντες χαρακτηρίζουν συμφωνία. Εν πάση περιπτώσει, οι ενάγοντες κωλύονται να διεκδικούν οποιαδήποτε συμβατικά δικαιώματα εναντίον του, λόγω των σαφών παραστάσεων που του έδωσαν κατά ή περί τις 14.3.
- Επί της ουσίας όσων συνθέτουν την εναντίον του απαίτηση, εν μέρει και υπό μορφή επανάληψης όσων συνθέτουν τις προδικαστικές του ενστάσεις, ισχυρίζεται και τα εξής, μεταξύ άλλων: Αναφορικά με την επίδικη συμφωνία, ημερομηνίας 14.3.2001 και τους όρους της (παράγραφοι 2 και 3 της έκθεσης απαίτησης), ουδεμία τέτοια συμφωνία συνάφθηκε στις 14.3.2001 μεταξύ των εναγόντων και των πρωτοφειλετών, την οποία εγγυήθηκε ο ίδιος. Εκείνο που έγινε είναι ότι οι ενάγοντες απέστειλαν μια επιστολή και/ή έκαναν μία προσφορά προς τους πρωτοφειλέτες, στους οποίους προέβαιναν σε προτάσεις, από τις οποίες οι πρωτοφειλέτες αποδέχτηκαν, μεταξύ άλλων, το όριο να είναι £35.000,00 για κάθε χρεώστη και περαιτέρω έγινε αποδεκτό όπως τους πρωτοφειλέτες εγγυηθεί μόνο η προαναφερθείσα μητρική τους εταιρεία. Άνευ βλάβης, οι ενάγοντες, με την πιο πάνω επιστολή και/ή προσφορά τους αποδέχτηκαν και/ή συμφώνησαν όπως όλες οι προ της 14ης 3.2001 συμφωνίες ακυρωθούν και/ή παύσουν να έχουν νομική ισχύ κι έτσι, η οποιαδήποτε συμφωνία και/ή εγγύηση δόθηκε πριν από την εν λόγω ημερομηνία, είτε από τον εναγόμενο στις 11.1.2001 είτε άλλως πως, θεωρείται άκυρη και χωρίς οποιαδήποτε νομική ισχύ. Εν πάση περιπτώσει, ανεξάρτητα από τους εν λόγω ισχυρισμούς του, θέτει τους ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους που περιέχονται στις παραγράφους 2 και 3 της έκθεσης απαίτησής τους. Επειδή, όπως θα διαφανεί αργότερα έχει σημασία, επισημαίνεται ότι οι εν λόγω παράγραφοι περικλείουν τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των εναγόντων αναφορικά με την ημερομηνία σύναψης της επίδικης συμφωνίας, τους συμβαλλόμενους σ' αυτή, τη φύση της και τέλος τους όρους της. Ουδέποτε κατέστησαν απαιτητά ή ενδέχετο να καταστούν απαιτητά οποιαδήποτε ποσά από τους ενάγοντες, καθότι οι πρωτοφειλέτες εξόφλησαν πλήρως τις υποχρεώσεις τους προς αυτούς, καταβάλλοντάς τους το ποσό των €55.268,00, με τρεις επιταγές της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε., ημερομηνίας 15.1.
- Εν πάση περιπτώσει, ανεξάρτητα και άνευ βλάβης των παραπάνω ισχυρισμών του, εάν το Δικαστήριο βρει ότι εγγυήθηκε την κατ' ισχυρισμό των εναγόντων επίδικη συμφωνία, για 10 λόγους τους οποίους παραθέτει, ισχυρίζεται ότι απαλλάγηκε από την εν λόγω εγγύηση. Αρνείται ότι οι πρωτοφειλέτες εισέπραξαν οποιοδήποτε ποσό και κατ' επέκταση ότι παρέλειψαν να το καταθέσουν στο λογαριασμό που διατηρούσαν με τη Φάκτορς καθώς και ότι παρέμεινε το επίδικο χρεωστικό υπόλοιπο και/ή οποιοδήποτε άλλο ποσό και ισχυρίζεται ότι οποιοδήποτε ποσό εισπράχτηκε από τους χρεώστες, το εισέπραξαν οι ενάγοντες που ήσαν και οι μόνοι που είχαν τέτοιο δικαίωμα, βάσει της επίδικης συμφωνίας. Ισχυρίζεται ακόμη ότι οι ενάγοντες εισέπραξαν από τους διάφορους χρεώστες οποιοδήποτε ποσό αυτοί όφειλαν και συνεπώς, οι πρωτοφειλέτες και ο ίδιος ουδέν ποσό τους οφείλουν. Η αγωγή 6557/2003 αποσύρθηκε από τους ενάγοντες επειδή οποιαδήποτε υποχρέωση των πρωτοφειλετών, έναντί τους εξέλειπε και/ή επειδή αυτοί είχαν ήδη εισπράξει οποιοδήποτε οφειλόμενο ποσό εκ μέρους των χρεωστών. Τέλος, αρνείται ότι κλήθηκε από τη Φάκτορς να πληρώσει το υπόλοιπο του λογαριασμού, ότι υποσχέθηκε να το ξοφλήσει και ότι παρέλειψε να συμμορφωθεί. Ο υπεύθυνος εξυπηρέτησης πελατών στην υπηρεσία Φάκτορς των εναγόντων, Χρίστος Γερασίμου (Μ.Ε.1) και ο Άγγελος Καρολίδης (Μ.Ε.2), ο οποίος στον ουσιώδη χρόνο κατείχε τη θέση του διευθυντή του τμήματος προεξόφλησης επιταγών και τιμολογίων και αργότερα τη θέση του customer relationship manager στην ίδια υπηρεσία, είναι οι δύο μάρτυρες που παρουσίασαν οι ενάγοντες κατά τη δίκη, για σκοπούς απόδειξης της απαίτησής τους εναντίον του εναγόμενου που ήταν και ο μόνος ο οποίος κατάθεσε για την υπόθεσή του. Με αντιπαραβολή των εκατέρωθεν δικογραφημένων ισχυρισμών, τα βασικά επίδικα θέματα που καλούμαι να επιλύσω είναι τα εξής: Πρώτο, κατά πόσο στις 14.3.2001 συνάφθηκε συμφωνία εμπιστευτικής προεξόφλησης τιμολογίων, μεταξύ της Φάκτορς και των πρωτοφειλετών. Δεύτερο, εάν η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα είναι καταφατική, κατά πόσο ο εναγόμενος, με ξεχωριστή συμφωνία εγγύησης, η οποία συνάφθηκε στις 11.1.2001 εγγυήθηκε όλες τις υποχρεώσεις των πρωτοφειλετών προς τη Φάκτορς που απορρέουν από την παραπάνω συμφωνία. Τρίτο, σε περίπτωση και πάλιν καταφατικής απάντησης στο πρώτο ερώτημα, εάν οι πρωτοφειλέτες, κατά παράβαση της συμφωνίας ημερομηνίας 14.3.2001 εισέπραξαν ποσά που οφείλονταν από διάφορους χρεώστες και σταμάτησαν να κάνουν καταθέσεις στο λογαριασμό που διατηρούσαν με τη Φάκτορς, αφήνοντας χρεωστικό υπόλοιπο, το ποσό των £5.411,29, πλέον τόκο 9% από 10.10.2006 μέχρι εξοφλήσεως. Τέταρτο, κατά πόσο το γεγονός ότι οι ενάγοντες στις 22.12.2005 απέσυραν την αγωγή 6557/2003 την οποία καταχώρησαν και εναντίον του εναγόμενου, συναφώς με την ίδια συμφωνία καθώς και για το ίδιο λόγο που καταχώρησαν και την υπό κρίση αγωγή, αποτελεί δεδικασμένο. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί με αναφορά και στη μαρτυρία, ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Προτού υπεισέλθω σ' αυτό καθ' αυτό το έργο αξιολόγησης της μαρτυρίας όσων κατάθεσαν κατά την ακρόαση της αγωγής θεωρώ αναγκαίο να επισημάνω τα εξής: Καθώς έχει νομοληγηθεί (βλ. Βραχίμη ν. Κουλουμπρή
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 836: «Η δικογραφία συνιστά το θεμέλιο της δίκης και αποτελεί το αποκλειστικό μέσο για τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων. Η σημασία των εγγράφων προτάσεων συνοψίζεται στο απόσπασμα που ακολουθεί από την απόφαση Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd) (Πολιτική Έφεση 7367, αποφασίστηκε στις 14/1/90 και θα δημοσιευτεί στους τόμους
(1990)1 Α.Α.Δ.): «Οι αρχές του δικονομικού δικαίου περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία· δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση όπου υπάρχει. Ο επακριβής προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων συναρτάται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικαιϊκο μας σύστημα και απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει τη διασφάλιση του δικαιώματος διαδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου του. Η δίκη δρομολογείται, όπως επιγραμματικά ανάφερε ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Βασιλειάδης στην υπόθεση Homeros Th. Courtis and Others v. Panos K. Iasonides
(1970)1 C.L.R., 180, (βλέπε επίσης Christakis Loucaides v. C.D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R., 134) κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και η δίκη διατρέχει την ίδια πορεία όπως και το τραίνο κατά μήκος των προκαθορισμένων γραμμών της διαδρομής». Βλέπε και τη Νεοφύτου κ.ά. ν. Γερακιώτη
(2010)1 (Α) Α.Α.Δ. 25, όπου με αναφορά στην προηγούμενη υπόθεση, υποδεικνύεται ότι ένα Δικαστήριο δεν μπορεί να επεκτείνεται στην εξέταση άλλων θεμάτων έξω από και σε διάσταση με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς, καθώς και τη Χ'' Μάρκου ν. Widehorizon (Capital Market) Ltd
(2010)1 (A)A.A.Δ. 108, στην οποία επαναλαμβάνεται η πάγια και καλά καθιερωμένη αρχή, ότι μαρτυρία η οποία εκφεύγει από το περιεχόμενο των εγγράφων προτάσεων δε λαμβάνεται υπόψη, αφού η δίκη τροχοδρομείται αυστηρά στη βάση των ισχυρισμών που περιέχονται στα δικόγραφα. Αυτό δε, όπως συνάγεται από τη Βαριάνου ν. Βορκά
(2010)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1541, ισχύει ακόμη και στην περίπτωση που τέτοια μαρτυρία εισάγεται χωρίς ένσταση. Έχοντας υπόψη όλες τις παραπάνω αρχές, η πρώτη βασική διαπίστωση στην οποία προβαίνω είναι η εξής: Kατά τη δίκη υπήρξε θεμελιακή απόκλιση εκ μέρους και των δυο πλευρών, αναφορικά με το πλέον σημαντικό επίδικο θέμα που καλούμαι να επιλύσω, που αφορά στο κατά πόσο αποτελεί ή όχι γεγονός, ότι στις 14.3.2001 συνάφθηκε μεταξύ της Φάκτορς και των πρωτοφειλετών, η συμφωνία εμπιστευτικής προεξόφλησης τιμολογίων. Καθώς ήδη έχει αναφερθεί σύμφωνα με τα δικόγραφα αποτελεί θέση των εναγόντων ότι συνάφθηκε η εν λόγω συμφωνία, ενώ ο εναγόμενος, όχι μόνο αρνείται ότι συνάφθηκε τέτοια συμφωνία, αλλά θέτει τους ενάγοντες και σε αυστηρή απόδειξη των επί του προκειμένου ισχυρισμών τους (βλ. την τελευταία πρόταση της παραγράφου 4 της υπεράσπισής του). Και ενώ αυτές είναι θέσεις κάθε πλευράς, σύμφωνα με τη δικογραφία, κατά τη δίκη συνέβη το παράδοξο, ας μου επιτραπεί να πω, η μια πλευρά να υιοθετεί τη δικογραφημένη θέση της άλλης αναφορικά με το χρόνο σύναψης της εν λόγω συμφωνίας. Έτσι έχουμε τους ενάγοντες, από ένα σημείο και μετά να προωθούν τη θέση ότι η υπό αναφορά συμφωνία συνάφθηκε στις 11.1.2001, με ημερομηνία έναρξης την 14η 3.2001 και τον εναγόμενο, κατά μία εκδοχή, να ισχυρίζεται ότι η λόγω συμφωνία συνάφθηκε στις 14.3.2001 και όχι στις 11.1.
- Το παραπάνω γεγονός, που ασφαλώς αποτελεί απαράδεκτη εκτροπή από τα δικονομικά θέσμια, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες νομολογιακές αρχές, θα έχει επιπτώσεις, όχι τόσο σε θέματα αξιολόγησης της αξιοπιστίας των μαρτύρων, όσο, κυρίως, για σκοπούς στοιχειοθέτησης της υπόθεσης κάθε πλευράς και ιδιαίτερα των εναγόντων που έχουν και το βάρος απόδειξης της υπόθεσής τους εναντίον του εναγόμενου και τούτο, αν ληφθεί υπόψη, καταρχήν, ότι η εναντίον του αξίωσή τους οικοδομείται με θεμέλιο τη συμφωνία εμπιστευτικής προεξόφλησης τιμολογίων, η οποία συνάφθηκε στις 14.3.2001 και ο τελευταίος οικοδόμησε τη δικογραφημένη υπεράσπισή του βασισμένος στην ημερομηνία αυτή. Έπειτα, η επ' ακροατηρίω θέση των εναγόντων ότι η επίδικη συμφωνία συνάφθηκε στις 11.1.2001, εκτός του ότι βρίσκεται εκτός τροχιάς δικογράφων οπότε δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, την ίδια ώρα, για λόγους που θα παραθέσω αμέσως ενέχει επιπτώσεις και επί του κύρους της συμφωνίας. Ειδικότερα: Πρόκειται για κάπως ιδιότυπη, η κατά τους ισχυρισμούς των εναγόντων συμφωνία η υπό αναφορά (βλ. το τεκμήριο 2 στα αγγλικά και το τεκμήριο Δ στην ένορκη δήλωση της Ηρακλείδιας Κληρίδου, ημερομηνίας 4.10.2012, η μετάφρασή του στα ελληνικά και όσα ακολουθούν είναι με αναφορά στο μεταφρασμένο κείμενο), από την οποία προκύπτουν τ' ακόλουθα: Μολονότι φέρει τίτλο «ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΕΜΠΙΣΤΕΥΤΙΚΗΣ ΠΡΟΕΞΟΦΛΗΣΗΣ ΤΙΜΟΛΟΓΙΩΝ», το περιεχόμενο του πρώτου κιόλας όρου που περικλείει κάτω από τον τίτλο «ΕΙΣΑΓΩΓΗ» αποκαλύπτει ότι το συγκεκριμένο έγγραφο που στην πραγματικότητα αποτελεί επιστολή, αποτυπώνει απλώς την πρόταση της Φάκτορς προς τους πρωτοφειλέτες, για σύναψη συμφωνίας εμπιστευτικής προεξόφλησης τιμολογίων μεταξύ τους. Αυτή δε, για να θεωρηθεί ότι αποτελεί συμφωνία, σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να ιδωθεί σε συνάρτηση με την άλλη επιστολή της Φάκτορς την οποία απευθύνουν και πάλι προς τους πρωτοφειλέτες, με τίτλο «Προσφορά για Εμπιστευτικές Υπηρεσίες Προεξόφλησης Τιμολογίων/Προεξόφλησης Επιταγών» (βλ. το τεκμήριο 3 στα αγγλικά και το τεκμήριο Ε στην ένορκη δήλωση της Ηρακλείδιας Κληρίδου( ανωτέρω), η μετάφρασή του στα ελληνικά). Ο όρος 1.1 του τεκμηρίου Δ, υπό τον τίτλο ΕΙΣΑΓΩΓΗ έχει ως ακολούθως: «Η επιστολή προσφοράς μας η οποία αναφέρεται στον Πίνακα του παρόντος, μαζί με αυτή την επιστολή, και ο Πίνακας επιβεβαιώνουν στην ολότητα τους, τους όρους και τις προϋποθέσεις με βάση τους οποίους θα αναλάβουμε την προεξόφληση των Χρεών της επιχείρησης σας. Για να υποδείξετε την αποδοχή σας, παρακαλείστε όπως εκτελέσετε το έντυπο αποδοχής στο τέλος αυτού του εγγράφου ως επίσημο έγγραφο και να επιστρέψετε και τα δυο αντίγραφα σε εμάς. Εκτός όπως αναφέρεται πιο πάνω, όλες οι προηγούμενες συμφωνίες, συζητήσεις, προσφορές και παραστάσεις αντικαθίστανται». Στο ίδιο έγγραφο και συγκεκριμένα στον όρο 2.1 αναφέρεται ως ημερομηνία έναρξης της συμφωνίας η 14η Μαρτίου, 2001, ως επίσης και ότι αυτή παραμένει σε ισχύ, μέχρις ότου ο ένας συμβαλλόμενος δώσει στον άλλο οποτεδήποτε τουλάχιστον τρεις μήνες γραπτή ειδοποίηση εκπνοής είτε τερματιστεί η συμφωνία, σύμφωνα με τους όρους της. Ό όρος 18.2 (α) διαλαμβάνει ότι η Φάκτορς δικαιούται κατά την απόλυτη της κρίση να τερματίσει άμεσα τη συμφωνία, με γραπτή ειδοποίηση προς τους πρωτοφειλέτες, σε περίπτωση που αυτοί παραβιάσουν οποιουσδήποτε όρους της. Στο σχετικό πίνακα που περιέχεται σε ξεχωριστή σελίδα στο τέλος του τεκμηρίου 2, στον οποίο παραπέμπει ο όρος 1.1 αυτού, αναφέρεται ως ημερομηνία επιστολής προσφοράς η 14η Μαρτίου,
- Ακολουθεί στην ίδια σελίδα κάποια υπογραφή εκ μέρους της Φάκτορς. Η επόμενη και τελευταία σελίδα του τεκμηρίου 2 περικλείει την ακόλουθη - υπογραμμένη - δήλωση εκ μέρους των πρωτοφειλετών: «Οι σύμβουλοι της ΑΛΚΥΟΝΗ ΙΧΘΥΟΓΕΝΝΗΤΙΚΗ ΛΙΜΙΤΕΔ (η Εταιρεία) δια του παρόντος συμφωνούν ως προς τους Όρους και τις Προϋποθέσεις όπως καθορίζονται στη Συμφωνία Προεξόφλησης Τιμολογίων της Τράπεζας Κύπρου Φάκτορς Λίμιτεδ ημερομηνίας 11/1/2001 και την επιστολή προσφοράς η οποία αναφέρεται σε αυτήν και σε ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΩΝ ΠΙΟ ΠΑΝΩ το παρόν εκτελέστηκε από την Εταιρεία ως ΕΠΙΣΗΜΟ ΕΓΓΡΑΦΟ την 11η ημέρα του Ιανουαρίου
- ΥΠΟΓΡΑΦΤΗΚΕ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΘΗΚΕ ΩΣ ΕΠΙΣΗΜΟ ΕΓΓΡΑΦΟ από ΑΛΚΥΟΝΗ ΙΧΘΥΟΓΕΝΝΗΤΙΚΗ ΛΙΜΙΤΕΔ........» Το τεκμήριο 3 (τεκμήριο Ε στην ένορκη δήλωση της Ηρακλείδιας Κληρίδου (ανωτέρω)) καθώς ήδη έχει αναφερθεί φέρει τίτλο «Προσφορά για Εμπιστευτικές Υπηρεσίες Προεξόφλησης Τιμολογίων/Προεξόφλησης Επιταγών». Είναι ημερομηνίας 14 Μαρτίου, 2001, υπογράφεται από το διευθυντή Νεοκλή Νεοκλέους εκ μέρους της Φάκτορς και απευθύνεται προς τους διοικητικούς συμβούλους των πρωτοφειλετών - όπως και το τεκμήριο 2 - με εισαγωγή, ως ακολούθως: «Έχουμε την ευχαρίστηση να υποβάλουμε την επίσημη προσφορά μας για την παροχή Εμπιστευτικών Υπηρεσιών Προεξόφλησης Τιμολογίων / Προεξόφλησης Επιταγών προς την Αλκυόνη Ιχθυογεννητική Λτδ (η «Εταιρεία»).» Ακολουθεί αναλυτικά, παράθεση των όρων προσφοράς, ενώ στην τελευταία πρόταση αναφέρονται τα εξής: «Η προσφορά αυτή θα παραμείνει ανοικτή για 15 ημέρες και αν δεν γίνει αποδεκτή πριν την λήξη, θα πρέπει να επαναβεβαιωθεί από την Τράπεζα Κύπρου Φάκτορς Λτδ.» Η προσφορά έγινε αποδεκτή αυθημερόν από τους πρωτοφειλέτες, μέσω των διοικητικών τους συμβούλων, οι οποίοι για το σκοπό αυτό υπόγραψαν τη σχετική δήλωση αποδοχής που περιέχεται στο τέλος του τεκμηρίου. Απ' όσα προηγήθηκαν το εύλογο ερώτημα που ανακύπτει είναι το εξής: Δεδομένου ότι όπως αναφέρεται στο εισαγωγικό μέρος της κατ' ισχυρισμό των εναγόντων επίδικης συμφωνίας (βλ. τον όρο 1.1 στο τεκμήριο Δ), η επιστολή προσφοράς που αναφέρεται στον πίνακα - ημερομηνίας 14 Μαρτίου, 2001, σύμφωνα με αυτό, που λογικά, δεν μπορεί να είναι άλλη από το τεκμήριο Ε, το οποίο είναι ημερομηνίας 14 Μαρτίου, 2001 - μαζί με το τεκμήριο Δ, όπως αναφέρεται στο σχετικό όρο και ο πίνακας, επιβεβαιώνουν στην ολότητά τους, τους όρους και τις προϋποθέσεις με βάση τους οποίους η Φάκτορς θα αναλάβει την προεξόφληση των χρεών της επιχείρησης των πρωτοφειλετών, πώς μπορεί βάσιμα να λεχθεί ότι το περιεχόμενο, είτε των τεκμηρίων Δ και Ε, στην ολότητά του είτε του τεκμήριο Δ, από μόνο του, συνιστούν είτε την επίδικη συμφωνία ημερομηνίας 14 Μαρτίου, 2001 είτε οποιαδήποτε άλλη, ολοκληρωμένη συμφωνία και τούτο, ανεξάρτητα από την ημερομηνία σύναψής της, τη στιγμή που αυτή, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του τεκμηρίου Δ υπογράφτηκε στις 11.1.2001 και η σχετική πρόταση της Φάκτορς προς τους πρωτοφειλέτες για τη σύναψή της υποβλήθηκε - και έγινε αποδεκτή - στις 14.3.2001, δηλαδή, δύο και πλέον μήνες μετά τη σύναψη της συμφωνίας, σύμφωνα με τη θέση που προώθησαν οι ενάγοντες από ένα σημείο και μετά κατά τη δίκη; Η προηγηθείσα ανάλυση αιτιολογεί επαρκώς, πιστεύω, την αδυναμία εξαγωγής συμπεράσματος, ότι, είτε στις 14.3.2001 που μας ενδιαφέρει είτε ακόμη στις 11.1.2001 είτε τέλος σ' οποιαδήποτε άλλη ημερομηνία, συνάφθηκε μεταξύ της Φάκτορς και των πρωτοφειλετών ολοκληρωμένη και έγκυρη συμφωνία προεξόφλησης τιμολογίων, που αποτελεί και τη θεμελιακή βάση της αγωγής των εναγόντων εναντίον του εναγόμενου. Μολονότι απ' όσα ήδη έχουν αναφερθεί διαγράφεται η τύχη της αγωγής, εντούτοις, χάριν πληρότητας της απόφασής μου και τούτο, ιδιαίτερα για το ενδεχόμενο που οι μέχρι τώρα διαπιστώσεις και συμπεράσματά μου κριθούν εσφαλμένα σε ανώτερο επίπεδο δικαστικής κρίσης, θα συνεχίσω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους δύο μάρτυρες των εναγόντων καθώς και τον εναγόμενο ενώ κατάθεταν ενόρκως ενώπιόν μου. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο καθώς και την ύπαρξη τυχόν προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση. Ομολογώ ότι η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία τόσο των δύο μαρτύρων που κατάθεσαν για την υπόθεση των εναγόντων όσο και του εναγόμενου, ιδίως αυτού, δεν είναι θετική. Και οι τρεις υπέπεσαν σε σοβαρές αντιφάσεις, κάθε άλλο παρά σταθεροί ήσαν στις θέσεις τους αναφορικά με ουσιαστικά θέματα που περιβάλλουν την υπόθεση, προέβαλαν ισχυρισμούς που παρέμειναν έωλοι, χωρίς να μου διαφεύγει και το γεγονός, ότι, για να επαναλάβω, αρκετοί από τους ισχυρισμούς και θέσεις που προέβαλαν τόσο ο Μ.Ε.1 όσο και ο εναγόμενος δεν καλύπτονται από τα δικόγραφα. Ακολουθούν μερικά παραδείγματα από τη μαρτυρία, τα οποία αιτιολογούν επαρκώς, πιστεύω, τις παραπάνω διαπιστώσεις μου, τα οποία, την ίδια ώρα αναδεικνύουν και διάφορους άλλους λόγους για τους οποίους θεωρώ ότι δεν μπορώ να βασιστώ στην ενώπιόν μαρτυρία για σκοπούς εξαγωγής συμπερασμάτων για μερικά από τα πλέον βασικά επίδικα θέματα της υπόθεσης: Ειδικότερα: Ο πρώτος μάρτυρας των εναγόντων, Χρίστος Γερασίμου, για σκοπούς κυρίως εξέτασης υιοθέτησε ως μέρος της το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης (τεκμήριο 1),ενώ κατάθεσε και τα τεκμήρια 1 μέχρι
- Με τη γραπτή του δήλωση, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: Η επίδικη συμφωνία εμπιστευτικής προεξόφλησης τιμολογίων έγινε στις 14.3.2001 και στη βάση της η Φάκτορς ανέλαβε τη διαχείριση, είσπραξη και προεξόφληση τιμολογίων που οι πρωτοφειλέτες εξέδιδαν προς τους διάφορους χρεώστες τους. Πρόκειται για το τεκμήριο 2 (τεκμήριο Δ στην ένορκη δήλωση της Ηρακλείδιας Κληρίδου, η μετάφρασή του στα ελληνικά) αυτή, η οποία υπογράφτηκε στις 14.3.2001, δυνάμει της οποίας η Φάκτορς αγόρασε όλα τα χρέη των πρωτοφειλετών, όπως αυτά περιγράφονται στην εν λόγω συμφωνία, τα οποία βασικά αφορούν υποχρεώσεις που πηγάζουν από τιμολόγια πελατών τους. Η όροι λειτουργίας της επίδικης συμφωνίας περικλείονται στο τεκμήριο 3, ημερομηνίας 11.1.2001 (τεκμήριο Ε στην ένορκη δήλωση της Ηρακλείδιας Κληρίδου, η μετάφρασή του στα ελληνικά). Ένας από τους ρητούς της όρους είναι ότι η Φάκτορς είναι η μόνη που έχει δικαίωμα είσπραξης των σχετικών χρεών, συμπεριλαμβανομένου και του δικαιώματος έγερσης αγωγής. Ο εναγόμενος εγγυήθηκε την επίδικη συμφωνία με έγγραφο εγγύησης και αποζημίωσης το οποίο υπόγραψε στις 11.1.2001 (βλ. το τεκμήριο 4 (τεκμήριο ΣΤ στην ένορκη δήλωση της Ηρακλείδιας Κληρίδου, η μετάφρασή του στα ελληνικά). Σύμφωνα με αυτή, ο εναγόμενος συμφώνησε να καταβάλει μετά από απαίτηση όλα τα ποσά που θα οφείλονται στη Φάκτορς καθώς και να την αποζημιώσει έναντι όλων των απωλειών που πιθανόν θα υποστεί. Η μείωση του υπολοίπου έγινε μετά από καταθέσεις συνολικού ύψους £26.664,07, σε 7 διαδοχικές πληρωμές που έγιναν από τις 28.1.2004 μέχρι και τις 7.4.
- Οι εν λόγω πληρωμές παρουσιάζονται στην αναλυτική κίνηση λογαριασμού (τεκμήριο 5), η οποία ξεκινά από την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας στις 14.3.2001 μέχρι και τις 31.10.
- Οι πρωτοφειλέτες, κατά παράβαση της επίδικης συμφωνίας, ημερομηνίας 14.3.2001 εισέπραξαν ποσά που οφείλονταν από διάφορους χρεώστες, σταμάτησαν να κάνουν καταθέσεις στο λογαριασμό που διατηρούσαν με τη Φάκτορς αφήνοντας χρεωστικό υπόλοιπο £28.275,68, πλέον τόκο από 11.8.
- Συνεπεία αυτού, η Φακτορς, δυνάμει της επίδικης συμφωνίας εξάσκησε το δικαίωμα αναγωγής των τιμολογίων στους πρωτοφειλέτες και έτσι κατέστη πληρωτέο και απαιτητό το υπόλοιπο του λογαριασμού τους, το οποίο κατά την καταχώρηση της αγωγής ανερχόταν σε £5.411,29, πλέον τόκο 9% από 10.10.2006 μέχρι εξοφλήσεως. Το ποσό αυτό εμφαίνεται στην κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο 6) και αποτελεί το ποσό της αξίωσης των εναγόντων εναντίον του εναγόμενου στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής. Η Φάκτορς, εναντίον του εναγόμενου, των πρωτοφειλετών και της εταιρείας Alkioni Fish Farms Ltd καταχώρησε την αγωγή 6557/
- Ωστόσο, οι εταιρείες τέθηκαν υπό εκκαθάριση και γι' αυτό στις 22.12.2005 η αγωγή αποσύρθηκε άνευ βλάβης. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας, καταρχήν αναίρεσε τη σταθερή θέση που προέβαλε όχι μόνο μία φορά κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης, αναφορικά με το χρόνο σύναψης της επίδικης συμφωνίας. Ισχυρίστηκε ότι η ορθή ημερομηνία υπογραφής της είναι η 11η 1.2001 και ότι η 14η 3.2001 αποτελεί την ημερομηνία κατά την οποία η συμφωνία τέθηκε σε ισχύ. Απέδωσε σε τυπογραφικό λάθος τη σχετική αναφορά στη γραπτή του δήλωση κάτι που έκανε και για το τεκμήριο 3 που είναι ημερομηνίας 14.3.2001 και όχι 11.1.
- Πέραν από την προφανή αντίφαση, συναφώς με την ημερομηνία υπογραφής των δύο εγγράφων που κατά τους ενάγοντες συνθέτουν την ημερομηνία σύναψης της επίδικης συμφωνίας, ημερομηνίας 14.3.2001 είναι και το γεγονός, ότι, για λόγους που έχουν επεξηγηθεί εκτενώς, σε άλλο σημείο, ενωρίτερα, δεν μπορώ να προβώ σε συμπέρασμα ότι, είτε στις 14.3.2001 είτε στις 11.1.2001 είτε τέλος σ' οποιαδήποτε άλλη ημερομηνία συνάφθηκε ολοκληρωμένη και έγκυρη συμφωνία εμπιστευτικής προεξόφλησης τιμολογίων μεταξύ της Φάκτορς και των πρωτοφειλετών. Ερωτηθείς τι ποσά εισέπραξαν οι πρωτοφειλέτες, απάντησε πως δε γνωρίζει. Ερωτηθείς στη συνέχεια αν δε γνωρίζει πώς έμεινε υπόλοιπο £28.275,68 (το ποσό αυτό, πλέον τόκος από 11.8.2003 αναφέρει στην παράγραφο 12 της γραπτής του δήλωσης, ως το χρεωστικό υπόλοιπο που άφησαν οι πρωτοφειλέτες, όταν κατά παράβαση της επίδικης συμφωνίας εισέπραξαν ποσά που οφείλονταν από τους διάφορους χρεώστες και σταμάτησαν να κάνουν καταθέσεις στο λογαριασμό που διατηρούσαν με τους Φάκτορς), «Μόλις το εξήγησα. Το υπόλοιπο είναι βάσει κάποιων λογαριασμών του πελάτη» ήταν η απάντησή του. Στην υποβολή που ακολούθησε ότι οι πρωτοφειλέτες δεν παρέβησαν τη συμφωνία ημερομηνίας 14.3.2001 και ούτε εισέπραξαν ποσά κατά παράβασή της, δε γνωρίζω αν εισέπραξαν ποσά απάντησε. Είτε γνωρίζει είτε δε γνωρίζει ο μάρτυρας αν εισέπραξαν και σε τέτοια περίπτωση, τι ποσά εισέπραξαν οι πρωτοφειλέτες κατά παράβαση της επίδικης συμφωνίας, η ουσία είναι ότι στη γραπτή του δήλωση, για να επαναλάβω, αναφέρει ότι οι πρωτοφειλέτες κατά παράβαση της επίδικης συμφωνίας εισέπραξαν ποσά που οφείλονταν από διάφορους χρεώστες, γεγονός που αποτελεί ακόμη μία σοβαρή αντίφαση στην οποία υπέπεσε και η καταφυγή στους λογαριασμούς που διατηρούσαν οι ενάγοντες, είτε η Φάκτορς, για λόγους που θα παραθέσω σε άλλο σημείο αργότερα, δεν αποδεικνύει άνευ άλλου το κατ' ισχυρισμό του μάρτυρα χρεωστικό υπόλοιπο των πρωτοφειλετών προς τους ενάγοντες, το οποίο, οι τελευταίοι, με τα δικόγραφά τους - αλλά και όπως ανάφεραν και οι δύο μάρτυρες τους κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασής - αποδίδουν στο γεγονός, ότι οι πρωτοφειλέτες, κατά παράβαση της επίδικης συμφωνίας ημερομηνίας 14.3.2001 «..εισέπραξαν ποσά που οφείλοντο από τους διάφορους χρεώστες, σταμάτησαν να κάμνουν καταθέσεις στο λογαριασμό που διατηρούσαν με την Φακτορς αφήνοντας χρεωστικό υπόλοιπο εκ £5.411,29 πλέον τόκο 9% από 10.1.2006 μέχρι εξοφλήσεως.» Αυτό ακριβώς αναφέρεται στην παράγραφο 5 της έκθεσης απαίτησης. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Ο Άγγελος Καρολίδης είναι ο δεύτερος και τελευταίος μάρτυρας που κατάθεσε για την υπόθεση των εναγόντων. Όπως και ο προηγούμενος μάρτυρας έτσι κι αυτός υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης που ετοίμασε για σκοπούς κυρίως εξέτασης (τεκμήριο 11). Με αυτή αναφέρει τα εξής, μεταξύ άλλων, τα οποία, εν μέρει ανάφερε και ο πρώτος μάρτυρας των εναγόντων: Πρόκειται για το τεκμήριο 2 η επίδικη συμφωνία, στην οποία αναφέρεται ρητά ότι θα έχει ημερομηνία έναρξης την 14η 3.
- Στη βάση της, η Φάκτορς ανέλαβε τη διαχείριση, είσπραξη και προεξόφληση τιμολογίων που οι πρωτοφειλέτες εξέδιδαν προς τους διάφορους χρεώστες τους. Οι όροι κάτω από τους οποίους θα λειτουργούσε η επίδικη συμφωνία καταγράφηκαν στο τεκμήριο
- Η Φάκτορς έστειλε στον εναγόμενο υπό την ιδιότητά του ως εγγυητή της πιστής εκτέλεσης των υποχρεώσεων των πρωτοφειλετών έναντί τους, την επιστολή, ημερομηνίας 11.8.2003 (τεκμήριο 7), με την οποία του δόθηκε περιθώριο 15 ημερών για εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου (των πρωτοφειλετών), ύψους £28.275,
- Ο εναγόμενος είχε διάφορες συνομιλίες με τον τότε διευθυντή της υπηρεσίας Factoring της Τράπεζας Κύπρου, Νεοκλή Νεοκλέους, με σκοπό την εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης που θα οδηγούσε στην εξόφληση των υποχρεώσεων και των δύο εταιρειών (πρωτοφειλέτων και Alkioni Fish Farms Ltd). Σ' αυτά τα πλαίσια, ο κ. Νεοκλέους απέστειλε και σχετική επιστολή στον εναγόμενο, ημερομηνίας 22.9.2003, με θέμα τα χρεωστικά υπόλοιπα των εν λόγω εταιρειών. Με αυτή δόθηκε ως τελευταία προθεσμία προς εξόφληση η 30η 9.
- Στις 3.11.2003, ο εναγόμενος, ως διευθύνων σύμβουλος των παραπάνω εταιρειών έστειλε επιστολή για την προσοχή του κ. Νεοκλέους, με την οποία ζήτησε συνάντηση για εξεύρεση τρόπων επίλυσης του προβλήματος και ταυτόχρονα εξέφρασε την πρόθεσή να παραδοθούν επιταγές πελατών των εταιρειών προς εξόφληση του χρέους. Η αγωγή 6557/03 αποσύρθηκε στις 22.12.2005 άνευ βλάβης, επειδή οι εναγόμενες εταιρείες (πρωτοφειλέτες και Alkioni Fish Farms Ltd) τέθηκαν υπό εκκαθάριση. Οι πρωτοφειλέτες, κατά παράβαση της επίδικης συμφωνίας εισέπραξαν ποσά που οφείλονταν από διάφορους χρεώστες, σταμάτησαν να κάνουν καταθέσεις στο λογαριασμό που διατηρούσαν με τη Φάκτορς, αφήνοντας χρεωστικό υπόλοιπο το ποσό των £28.275,68, πλέον τόκο μέχρι εξοφλήσεως. Η αναλυτική κατάσταση (τεκμήριο 5) παρουσιάζει τις πληρωμές/προεξοφλήσεις τιμολογίων που παραδόθηκαν στη Φάκτορς και στη συνέχεια χρεώθηκε ο τρεχούμενος λογαριασμός που διατηρούσαν οι πρωτοφειλέτες με την Τράπεζα Κύπρου. Στη σελίδα 13 παρουσιάζεται το υπόλοιπο ύψους £5.401,86, στο οποίο, όταν καταχωρήθηκε η αγωγή πρόσθεσε και τους τόκους μέχρι και τις 10.10.2006, ύψους £9,43 και το υπόλοιπο διαμορφώθηκε σε £5.411,29, πλέον τόκο. Το ποσό αυτό, πλέον τόκος 9% από 10.10.2006 μέχρι εξοφλήσεως, που συνθέτει και την αξίωση των εναγόντων κατέστη πληρωτέο και απαιτητό, όταν η Φάκτορς, συνεπεία της προαναφερθείσας παράβασης της επίδικης συμφωνίας εκ μέρους των πρωτοφειλετών εξάσκησε το δικαίωμα αναγωγής των τιμολογίων προς αυτούς. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας, μεταξύ άλλων ανάφερε και τα εξής: Όταν του υποβλήθηκε ότι δόθηκαν οι επιταγές πελατών των εταιρειών που ο εναγόμενος με την επιστολή του ημερομηνίας 3.11.2003 εξέφρασε πρόθεση να παραδοθούν για εξόφληση του χρέους, οι οποίες μάλιστα κάλυπταν όλα τα χρέη των εταιρειών «Ε, ε, δεν το γνωρίζω» ήταν η απάντησή του. Αυτή η απάντηση του μάρτυρα αποδεικνύει ότι και αυτός, όπως και ο προηγούμενος μάρτυρας, δεν ήταν σε θέση να τεκμηριώσουν με θετικό τρόπο αρκετούς από τους πλέον βασικούς ισχυρισμούς που προέβαλαν συναφώς με το κατ' ισχυρισμό των εναγόντων χρεωστικό υπόλοιπο των πρωτοφειλετών προς αυτούς - αντικείμενο της αγωγής - για το οποίο, η όποια γνώση τους είναι σαφές ότι απορρέει από το περιεχόμενο των τεκμηρίων 5 και 6, που εκτός του ότι αποτελεί εξ' ακοής μαρτυρία, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την αποδεικτική της αξία, για λόγους που θα παραθέσω αργότερα, το περιεχόμενο των δύο αυτών εγγράφων δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά παραδεδεγμένο ή εκκαθαρισμένο λογαριασμό, που μπορεί να αποτελέσει αυτοτελή αιτία αγωγής. Ότι ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να τεκμηριώσει με θετικό τρόπο τα όσα ανάφερε αντλώντας πληροφόρηση από το περιεχόμενο των δύο καταστάσεων λογαριασμού που ετοίμασαν οι ενάγοντες και κατατέθηκαν από τον πρώτο τους μάρτυρα καταφαίνεται και από το εξής: Όταν του υποβλήθηκε ότι το ποσό της αξίωσης των εναγόντων «..προέκυψε και είναι κατά τους ισχυρισμούς σας δικαιώματα ή χρεώσεις, τις οποίες όμως δε δικαιούστο να κάνετε, διότι είχατε ήδη τερματίσει τις υπηρεσίες factor προς τις εταιρείες.», «Τα συγκεκριμένα ποσά που χρεώνονταν ήταν τόκοι που θεωρώ ότι νόμιμα χρεώνονταν καθ' όλη τη διάρκεια που εκκρεμούσε το υπόλοιπο» ήταν η απάντηση. Ωστόσο, στη γραπτή του δήλωση λέει κάτι άλλο που προφανώς δε συνάδει με την τελευταία απάντησή του. Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ότι στη σελίδα 13 της αναλυτικής κατάστασης - τεκμήριο 5 - η οποία παρουσιάζει τις πληρωμές/προεξοφλήσεις τιμολογίων που παραδόθηκαν στη Φάκτορς) παρουσιάζεται υπόλοιπο ύψους £5.401,86, στο οποίο, όταν καταχωρήθηκε η αγωγή πρόσθεσε τους τόκους μέχρι τις 10.10.2006, ύψους £9,43 και το υπόλοιπο διαμορφώθηκε σε £5.411,29, πλέον τόκο. Απ' όσα προηγήθηκαν είναι σαφές ότι και οι δύο μάρτυρες των εναγόντων, για πλείστα όσα κατάθεσαν δεν είχαν προσωπική γνώση, αλλά βασίστηκαν στο περιεχόμενο διαφόρων εγγράφων που ούτε ετοίμασαν οι ίδιοι μα ούτε και ήσαν παρόντες κατά την ετοιμασία ή αναλόγως υπογραφή τους και στο βαθμό που αντεξετάστηκαν και σ' αυτά τα πλαίσια αμφισβητήθηκαν συναφώς με ουσιώδες για τα επίδικα θέματα μέρος τους, δεν ήταν σε θέση να υποστηρίξουν με θετικό και σταθερό τρόπο το περιεχόμενό τους, είτε ακόμη, υπέπεσαν σε αντιφάσεις. Υπεισέρχομαι τώρα και σε μέρος όσων ανάφερε ο εναγόμενος, προκειμένου να καταδειχθούν οι λόγοι για τους οποίους το θεωρώ τόσο αναξιόπιστο ως μάρτυρα, σε βαθμό που η μαρτυρία του, επί της ουσίας, στο σύνολό της απορρίπτεται ως αναξιόπιστη και ψευδής. Ειδικότερα: Ο ισχυρισμός του στο εντελώς αρχικό στάδιο της κυρίως εξέτασης, ότι το τεκμήριο 2 είναι νοθευμένο, πλαστό και παραποιημένο, επειδή έστω κι αν η μία από τις υπογραφές στην τελευταία του σελίδα είναι δική του, εντούτοις, η σελίδα αυτή ανήκει σε κάποια άλλη συμφωνία που υπογράφτηκε στις 11.1.2001 μαζί με το εγγυητήριο και όχι στη συμφωνία - τεκμήριο 2, εκτός του ότι δεν καλύπτεται από τα δικόγραφά του, οπότε και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ούτε και τέθηκε στους μάρτυρες των εναγόντων, για να τους δοθεί η δυνατότητα, αν μη τι άλλο, να τοποθετηθούν, γεγονός που και πάλι οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα. Δηλαδή, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Άξιος σχολιασμού είναι και ο ισχυρισμός του ότι η προσφορά - τεκμήριο 3 - υπογράφτηκε από τον ίδιο στις 11.1.2001 που υπογράφτηκαν και τα τεκμήρια 2 και 4, ο οποίος καταρρίπτεται από το περιεχόμενο του ίδιου του τεκμηρίου, που είναι ημερομηνίας 14.3.2001 και όχι 11.1.
- Μέρος της απάντησης που έδωσε, όταν κλήθηκε να πει σε τι διαφέρουν, αν διαφέρουν, τα τεκμήρια 2 και 3, αφού τα δει με την ησυχία του, όπως του ζητήθηκε από την ευπαίδευτη δικηγόρο των εναγόντων αποκαλύπτει και την ευκολία με την οποία μετακινείτο από τη μια θέση στην άλλη για το ίδιο θέμα καθώς και πόσο αντιφατικός ήταν. Ακολουθεί το σχετικό απόσπασμα: «Αυτό το quotation, το τεκμήριο 3, με ημερομηνία 14 Μαρτίου, μαζί με τη συμφωνία που λέτε, με το τεκμήριο 2 και με ακόμη ένα έγγραφο που λέτε, συντελούν, αποτελούν το σύνολο της συμφωνίας και έχουν ημερομηνία που τέθηκε σε ισχύ, την ημερομηνία του quotation 14.3.
- Αυτά τα 3 έγγραφα υπογράφηκαν 14.3.2001.» Εκτός του ότι καθώς ήδη έχει αναφερθεί, προηγουμένως ισχυρίστηκε ότι το τεκμήριο 3 το υπόγραψε στις 11.1.2001 είναι και το γεγονός, ότι, ο ισχυρισμός του ότι τα τεκμήρια 2 και 3 υπογράφτηκαν στις 14.3.2001 και αποτελούν το σύνολο της συμφωνίας που τέθηκε σε ισχύ την ημερομηνία αυτή, συνιστά εκτροπή από τη δικογραφημένη θέση του συναφώς με το θέμα και ταυτόχρονα υιοθέτηση της αντίστοιχης δικογραφημένης θέσης των εναγόντων, έστω κι αν, κάτι ανάλογο έκαναν και οι τελευταίοι, οι οποίοι, στο Δικαστήριο, από έναν σημείο και μετά προώθησαν τη θέση ότι η επίδικη συμφωνία προεξόφλησης τιμολογίων συνάφθηκε στις 11.1.2001 και όχι στις 14.3.
- Ότι επί του προκειμένου υπήρξε εκτροπή και από τις δυο πλευρές αποδεικνύεται ακόμη πιο ξεκάθαρα από το απόσπασμα που ακολουθεί, πάντοτε από την αντεξέταση του εναγόμενου, με αναφορά στο τεκμήριο 2: «Ε. Συμφωνείτε μαζί μου επίσης, ότι η συμφωνία αυτή υπεγράφη την 11η 1.2001; Α. Όχι. Υπεγράφη στις 14 Μαρτίου 2001 μαζί με το «quotation for confidential invoice and agreement». Υπάρχουν υπογραφές εδώ και αναφέρεται εις το τεκμήριο 2 η επιστολή «quotation for confidential». Άρα, όλα αυτά υπεγράφησαν και τέθηκαν σε ισχύ στις 14.3.
- Επαναλαμβάνω, η τελευταία σελίδα ανήκει σε άλλη συμφωνία. Ε. Σας υποβάλλω ότι η συμφωνία - τεκμήριο 2 υπεγράφη 11.1.
- Α. Δεν υπογράφηκε 11.1» Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Ο ισχυρισμός του ότι οι ενάγοντες αφαίρεσαν την τελευταία σελίδα της 1η συμφωνίας που είχαν κάνει, ημερομηνίας 11.1.2001, η οποία καλυπτόταν με το guarantee και την τοποθέτησαν σαν σελίδα 15 της συμφωνίας ημερομηνίας 14.3.2001 αποτελεί εκ των υστέρων σκέψεις που έκανε, προκειμένου, εκμεταλλευόμενος και το πρόβλημα που έτσι κι αλλιώς αντιμετωπίζουν οι ενάγοντες, σε σχέση και με την ημερομηνία σύναψης της κατ' ισχυρισμό τους επίδικης συμφωνίας, το οποίο προέκυψε κατά τη δίκη, να εξουδετερώσει κάθε ενδεχόμενο να κληθεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που ανέλαβε έναντι τους, απόρροια της σχετικής εγγύησης (τεκμήριο 4 και ΣΤ στην ένορκη δήλωση της Ηρακλείδιας Κληρίδου, η μετάφρασή του στα ελληνικά). Ούτε και μου διαφεύγει ότι ο εναγόμενος, που με τους παραπάνω ισχυρισμούς του επιχείρησε να με πείσει ότι η επίδικη συμφωνία υπογράφτηκε και κατ' επέκταση συνάφθηκε στις 14.3.2001, με την υπεράσπισή του, κατά μία εκδοχή, όχι απλώς αρνείται τον ισχυρισμό των εναγόντων ότι η επίδικη συμφωνία συνάφθηκε κατά ή περί τις 14.3.2001, αλλά, τους καλεί και σε αυστηρή απόδειξη του εν λόγω ισχυρισμού. Το ακόλουθο απόσπασμα, από την αντεξέτασή του και πάλι, αποδεικνύει πόσο αντιφατικός ήταν ο εναγόμενος σε ουσιαστικές πτυχές της υπόθεσης: «Ε. Επίσης κύριε Λοφίτη συμφωνείτε μαζί μου ότι έναντι του χρέους που δημιουργήθηκε στη βάση του τεκμηρίου 2 που είναι η εμπιστευτική συμφωνία προεξόφλησης, δώσατε επιταγές, μερικές των οποίων κινήθηκαν και άρα μειώθηκε το χρέος. Συμφωνείτε μαζί μου; Α. Δόθηκαν οι επιταγές και η τράπεζα κατείχε επιταγές εξωτερικού, τις οποίες εξαργύρωσε μαζί με αυτές τις οποίες έδωσα, επιταγές της εταιρείας και ξοφλήθηκε όλο το ποσό. Ε. ............................... Α. ............................... Ε. Με αυτή σας την απάντηση έχετε συμφωνήσει μαζί μου ότι εξακολουθεί να εκκρεμεί το διεκδικούμενο ως οφειλόμενο; Α. Δεν έχω συμφωνήσει, είπα ότι εξοφλήθηκε όλο το ποσό γιατί έγινε συγκεκριμένη διευθέτηση και τελειώσαμε διά παντός με την Τράπεζα Κύπρου Factors, η εταιρεία τέλειωσε διά παντός. Ξόφλησε. Ε. Όταν εσείς κάνατε τις καταθέσεις που κάνατε στις οποίες θα αναφερθούμε αργότερα, σε σχέση και με την κατάσταση λογαριασμού, γνωρίζατε ότι υπήρχε ένα οφειλόμενο ποσό, συμφωνείτε μαζί μου; Α. Οφειλόμενο από την τράπεζα προς εμάς.» Ακολουθούν τα σχόλια μου επί όσων ανάφερε ο εναγόμενος: Καταρχήν, έστω έμμεσα δέχεται ότι το τεκμήριο 2 αποτελεί την επίδικη συμφωνία εμπιστευτικής προεξόφλησης. Φυσικά, διέλαθε της προσοχής του, ότι, όταν κλήθηκε από το δικηγόρο του να δει το σχετικό τεκμήριο και να πει ό, τι είχε να πει, το αποκάλεσε νοθευμένο, πλαστό και παραποιημένο. Παρόλα αυτά, δέχεται ότι στη βάση της εν λόγω συμφωνίας, δόθηκαν επιταγές των πρωτοφειλετών, με την προσθήκη βέβαια, ότι με αυτές ξοφλήθηκε όλο το οφειλόμενο ποσό προς τη Φάκτορς. Ο ισχυρισμός του τέλος, ότι με τις καταθέσεις που έκαναν, η Φάκτορς είναι που τους οφείλει και όχι το αντίθετο, τίθεται για πρώτη φορά και δεν είναι δικογραφημένος. Τέλος, αναφορικά με τον ισχυρισμό του ότι η εγγύηση (τεκμήριο 4) την οποία παρέσχε προς τους Φάκτορς, αφορούσε μια άλλη συμφωνία, ως επίσης και ότι δεν είπε πως έχει ακυρωθεί, παρατηρώ το εξής: ότι η επίδικη εγγύησή του ακυρώθηκε το ισχυρίζεται ευθέως με τα δικόγραφά του και συγκεκριμένα με την παράγραφο 1(ζ) της υπεράσπισής του και μάλιστα, υπό μορφή προδικαστικής ένστασης. Έστω έμμεσα, το ανάφερε και ενόρκως, όταν κατά το στάδιο της αντεξέτασης, ισχυρίστηκε ότι, ναι μεν υπόγραψε το guarantee στις 11.1.2001, δηλαδή, την επίδικη εγγύηση - τεκμήριο 4 -, αλλά, επειδή ο κανονισμός της εταιρείας, δηλαδή των πρωτοφειλετών, δεν του επέτρεπε να μπει εγγυητής για οποιοδήποτε θέμα, ως διευθυντής της εταιρείας που ήταν, έθεσε γραπτώς το θέμα στο διευθυντή της Φάκτορς, ο οποίος τον ειδοποίησε ότι θα του έστελλε άλλη προσφορά και άλλη συμφωνία για να υπογράψει. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, τα μόνο γεγονότα που με ασφάλεια μπορώ να πω ότι έλαβαν χώρα στο ουσιώδη χρόνο είναι τα εξής: Οι ενάγοντες που είναι τραπεζικός οργανισμός και διεξάγουν τραπεζικές εργασίες όλων των ειδών, μέχρι και τις 11.7.2004 που μετονομάστηκαν δεόντως ως η ονομασία με την οποία ενάγουν λειτουργούσαν με το όνομα Τράπεζα Κύπρου Λτδ. Η Τράπεζα Κύπρου Φάκτορς Λτδ, στον ουσιώδη χρόνο για την αγωγή ήταν οργανισμός φάκτορινκ και διεξήγαγε εργασίες προεξοφλητών, αποδεχτών, εκδοχέων, διαπραγματευτών, αγοραστών, πωλητών και εμπόρων επιχειρηματικών απαιτήσεων και χρεών εισπρακτέων σ' όλη την Κύπρο. Δυνάμει δικαστικού διατάγματος, ημερομηνίας 14.12.2005, ολόκληρη η επιχείρηση και ιδιοκτησία και/ή υποχρεώσεις και/ή δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένων και συμβολαίων φάκτορινγκ καθώς και συμβολαίων εμπιστευτικής προεξόφλησης τιμολογίων στα οποία ήταν συμβαλλόμενο μέρος η Τράπεζα Κύπρου Φάκτορς Λτδ μεταβιβάστηκαν και/ή εκχωρήθηκαν στους ενάγοντες. Στις 14.3.2001 υποβλήθηκε από την Τράπεζα Κύπρου Φάκτορς Λτδ προς την εταιρεία Αλκυόνη Ιχθυογεννητική Λτδ, γραπτή προσφορά για παροχή εμπιστευτικών υπηρεσιών προεξόφλησης τιμολογίων/επιταγών, η οποία έγινε αποδεκτή αυθημερόν από τους δεύτερους. Στις 11.1.2001, ο εναγόμενος συνήψε γραπτή σύμβαση εγγύησης και αποζημίωσης, με την οποία εγγυήθηκε την πιστή εκτέλεση όλων των υποχρεώσεων της εταιρείας Αλκυόνη Ιχθυογεννητική Λτδ και ανέλαβε να αποζημιώνει την Τράπεζα Κύπρου Φάκτορς Λτδ, έναντι κάθε ζημιάς την οποία δυνατό να υποστεί, ως αποτέλεσμα της αφερεγγυότητας της υπό αναφορά εταιρείας ή οποιασδήποτε παράβασης ή μη τήρησης ή μη εκτέλεσης εκ μέρους της οποιασδήποτε από τις υποχρεώσεις της έναντι της Τράπεζας Κύπρου Φάκτορς Λτδ. Συνάγεται από το προοίμιο του σχετικού εγγράφου - τεκμήριο 4 - ότι, σε αντάλλαγμα του εναγόμενου να συνάψει την υπό αναφορά σύμβαση εγγύησης και αποζημίωσης, η Τράπεζα Κύπρου Φάκτορς Λτδ, συνήψε ή προτίθετο να συνάψει συμφωνία πρακτόρευσης και/ή προεξόφλησης τιμολογίων με την εταιρεία Αλκυόνη Ιχθυογεννητική Λτδ, η οποία, όπως αναφέρεται, εκτελέστηκε στις 11.1.2000 - μολονότι η σωστή χρονολογία, για λόγους που ανάφερε ό πρώτος μάρτυρας των εναγόντων χωρίς να έχει αμφισβητηθεί είναι το 2001 - . Τέλος, στις 11.1.2001 υπογράφτηκε εκ μέρους της εταιρείας Αλκυόνη Ιχθυογεννητική Λτδ, η επιστολή της Τράπεζας Κύπρου Φάκτορς Λτδ, οποία, αν και έχει τίτλο «Συμφωνία Εμπιστευτικής Προεξόφλησης Τιμολογίων», εντούτοις, για λόγους που έχουν αναφερθεί δεν μπορώ να δεχθώ ότι το περιεχόμενο αυτής, είτε από μόνο του είτε σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της επιστολής, ημερομηνίας 14.3.2001 συνιστούν, είτε την επίδικη συμφωνία ημερομηνίας 14 Μαρτίου, 2001, είτε οποιαδήποτε άλλη ολοκληρωμένη και έγκυρη συμφωνία και τούτο, ανεξάρτητα από την ημερομηνία σύναψής της. Σε σχέση με την ίδια αιτία αγωγής και τα ίδια επίδικα θέματα της παρούσα αγωγής καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού από την Τράπεζα Κύπρου Φάκτορς Λτδ εναντίον τόσο του εναγόμενου όσο και των εταιρειών Αλκυόνη ιχθυογεννητική Λτδ και Alkioni Fish Farms Ltd και η αγωγή 6557/
- Ωστόσο, όπως προκύπτει από το σχετικό πρακτικό του Δικαστηρίου, αυτή, στις 22.12.2005 απορρίφθηκε χωρίς έξοδα. Το Δικαστήριο σημείωσε και τα εξής: «Ελεύθερος ο Ενάγοντας να καταχωρήσει μελλοντικά αγωγή.» Συγκεφαλαιώνοντας, δεδομένου του συμπεράσματός μου ότι οι ενάγοντες δεν απέδειξαν τον ισχυρισμό τους - που αποτελεί και τη θεμελιακή βάση επί της οποίας εδράζεται η αξίωσή τους εναντίον του εναγόμενου - ότι στις 14.3.2001 (ουσιώδης χρόνος) ή σ' οποιαδήποτε άλλη ημερομηνία συνάφθηκε η επίδικη συμφωνία εμπιστευτικής προεξόφλησης τιμολογίων μεταξύ της Τράπεζας Κύπρου Φάκτορς Λτδ και της εταιρείας Αλκυόνη Ιχθυογεννητική Λτδ καθίσταται άνευ αντικειμένου η επίλυση των επόμενων δύο επίδικων θεμάτων, με βάση τη σειρά που τα παραθέτω, σε άλλο σημείο, πιο πάνω. Απ' εκεί και πέρα, αναφορικά με το τελευταίο επίδικο θέμα παρατηρώ τα εξής: Αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών ότι η αγωγή 6557/2003 αφορούσε στα ίδια επίδικα θέματα που αφορά και η παρούσα αγωγή. Συγκεκριμένα, όπως είναι η δικογραφημένη θέση των εναγόντων (βλ. την παράγραφο 7 της έκθεσης απαίτησης), επειδή οι πρωτοφειλέτες παρέλειψαν να συμμορφωθούν με τους όρους της επίδικης συμφωνίας, η Φάκτορς εκίνησε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού εναντίον των πρωτοφειλετών, της εταιρείας Alkioni Fish Farms Ltd και του εναγόμενου την παραπάνω αγωγή, για το ποσό των £28.774,40 πλέον τόκους. Η αγωγή αποσύρθηκε στις 22.12.2005 άνευ βλάβης των δικαιωμάτων της Φάκτορς. Κατά καιρούς πληρώθηκαν διάφορα ποσά έναντι και παρέμεινε οφειλόμενο το ποσό των £5.411,29, (δηλαδή, το ποσό της αξίωσης των εναγόντων στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής) πλέον τόκοι και έξοδα. Ο εναγόμενος, στην παράγραφο 1 (α) της υπεράσπισής του, εν μέρει σε συμφωνία με τους ενάγοντες ισχυρίζεται τα εξής, υπό μορφή προδικαστικής ένστασης: Για τα ίδια επίδικα θέματα ηγέρθηκε και η αγωγή 6557/2003 εναντίον και του εναγόμενου, η οποία αποσύρθηκε στις 22.12.
- Συνεπεία αυτού δημιουργήθηκε δεδικασμένο «..διότι οι Ενάγοντες δεν έχουν δικαίωμα να τερματίζουν οποτεδήποτε θέλουν την διαδικασία μονομερώς διατηρώντας ταυτόχρονα το δικαίωμα των να επανέρχονται στα ίδια.» Παρατηρώ τα εξής: Το μόνο στοιχείο που έχει τεθεί ενώπιόν μου, το οποίο αποτυπώνει τι έγινε στο Δικαστήριο στις 22.12.2005 αναφορικά με την τύχη της αγωγής 6557/2003 είναι το πιστό αντίγραφο του πρακτικού του Δικαστηρίου (τεκμήριο 10) από το οποίο προκύπτουν δύο πράγματα. Το πρώτο, ότι τη συγκεκριμένη μέρα και οι δυο πλευρές εκπροσωπήθηκαν από δικηγόρο. Το δεύτερο, ότι το Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή χωρίς έξοδα, με τη σημείωση «Ελεύθερος ο Ενάγοντας να καταχωρήσει μελλοντικά αγωγή.» Στην υπόθεση Παμπορίδης ν. Κτηματικής Τραπέζης Λτδ
(1995)1 Α.Α.Δ.670 αναφέρονται τα εξής, τα οποία υιοθετούνται και στη μεταγενέστερη υπόθεση Πατσαλίδης ν. Δίσπυρου
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 17: «Το ζήτημα καλύπτεται από τη Δ.15 των Θεσμών περί Πολιτικής Δικονομίας. Οι προεκτάσεις της εξηγήθηκαν στις υποθέσεις Kypreos v. Kypreos
(1984)1 C.L.R. 565 και Elefteriades v. Cyprus Hotels
(1985)1 C.L.R. 677. Με τη θέσπισή της η ελευθερία που αναγνωριζόταν στον ενάγοντα για απόσυρση της αγωγής οποτεδήποτε, διατηρώντας δικαίωμα επαναφοράς της αιτίας της αγωγής που αποτελούσε το αντικείμενό της με νέα αγωγή ή σε μεταγενέστερη διαδικασία, δεν υπάρχει πλέον. Ο ενάγων μπορεί να αποφασίσει αν θα προωθήσει την αγωγή του ή αν θα την αποσύρει. Αυτό είναι δικό του προνόμιο και είναι ο κανόνας πως στο βαθμό που η απόσυρση της αγωγής διενεργείται για να οδηγηθεί η ορισμένη αντιδικία σε οριστικό τέλος, ούτε ο εναγόμενος έχει λόγο αλλά ούτε και το Δικαστήριο. Εκείνο που δεν δικαιούται να κάμει είναι να τερματίσει οποτεδήποτε θέλει τη διαδικασία διατηρώντας μονομερώς το δικαίωμα να επανέλθει στα ίδια. Οι περιορισμοί εν προκειμένω είναι σαφείς. Ο ενάγων δικαιούται να διακόψει (discontinue) με γραπτή ειδοποίηση την αγωγή, δηλαδή να την τερματίσει με δικαίωμα καταχώρησης νέας, οποτεδήποτε πριν την παραλαβή της υπεράσπισης, ή μετά την παραλαβή της πριν προβεί σε οποιοδήποτε άλλο δικονομικό διάβημα (με επιφύλαξη ως προς οποιανδήποτε ενδιάμεση αίτηση). Η διακοπή της αγωγής τελεί πλέον υπό την αίρεση της εξασφάλισης άδειας από το Δικαστήριο. Η απόσυρση της αγωγής και η επακόλουθη απόρριψή της χωρίς τέτοια άδεια που εξ ορισμού εμπεριέχει την αναγνώριση στον ενάγοντα δικαιώματος καταχώρισης νέας αγωγής, δημιουργεί δεδικασμένο. Βλ. Spencer Bower and Turner - The Dectrine of Res Judicata 2η έκδοση σελ. 36, παράγραφος 39)». Έχοντας υπόψη τις παραπάνω αρχές παρατηρώ τα εξής: To περιεχόμενο του δικαστικού πρακτικού, ως ανωτέρω, ενώ αποκαλύπτει ότι στις 22.12.2005 απορρίφθηκε η αγωγή 6557/2003, χωρίς έξοδα, αυτό που σίγουρα δεν αποκαλύπτει είναι με ποιο τρόπο αυτό έγινε και συγκεκριμένα, εάν προηγήθηκε σχετικό αίτημα εκ μέρους των εναγόντων, είτε για διακοπή είτε για απόσυρση της αγωγής και τούτο γιατί, σύμφωνα με την Πατσαλίδης (ανωτέρω): «Η Δ.15, Θ.2 απαιτεί ρητή αίτηση και παροχή άδειας από το Δικαστήριο για απόσυρση υπόθεσης που εκκρεμεί ενώπιον του. Το Δικαστήριο ασκεί εξουσία, έχει δηλαδή διακριτική ευχέρεια, να εξετάσει το αίτημα και να αποφασίσει αν θα επιτρέψει τέτοια απόσυρση, και ενδεχομένως, υπό ποίους όρους ή όχι.» Ούτε και μπορώ ασφαλώς να υποθέσω ότι υποβλήθηκε σχετικό αίτημα εκ μέρους των εναγόντων και ότι το Δικαστήριο είναι στη βάση του που απέρριψε την αγωγή. Το γεγονός δε, ότι στη συνέχεια, το Δικαστήριο σημειώνει ότι ο ενάγοντας είναι ελεύθερος να καταχωρήσει μελλοντικά αγωγή, δε συμπληρώνει το σχετικό κενό, ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη, ότι, στην Πατσαλίδης που ο δικηγόρος του εφεσείοντα δήλωσε ότι αποσύρει την αίτηση άνευ βλάβης των δικαιωμάτων του αιτητή και το Δικαστήριο ανάφερε ότι η αίτηση αποσύρεται και απορρίπτεται δεν έγινε αποδεκτό ότι θα έπρεπε να ερμηνευθεί κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να θεωρείται πως ζητήθηκε, και ακολούθως δόθηκε άδεια από το Δικαστήριο για την απόσυρση της αίτησης. Η απάντηση του εφετείου στην παραπάνω θέση ήταν ότι με κανένα τρόπο δεν μπορεί να γίνει δεκτό κάτι τέτοιο. Ακολουθεί ότι η απόσυρση - κατ' ακρίβεια, απόρριψη - της αγωγής 6557/2003 στις 22.12.2005 δημιούργησε δεδικασμένο, γεγονός το οποίο σημαίνει ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί, αυτοτελώς και γι' αυτό το λόγο. Και κάτι τελευταίο. Δεδομένης της αποτυχίας των εναγόντων να με πείσουν ακόμη και για το ύψος του κατ' ισχυρισμό τους υπολοίπου του λογαριασμού των πρωτοφειλετών, ως επίσης και ότι ο εναγόμενος το αποδέχτηκε οποτεδήποτε, είτε άμεσα είτε έμμεσα, σε συνδυασμό και με όσα ακολουθούν από την απόφαση στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης κ.ά. ν. Ρέινμποου Πλήτσιηγκ & Ντάιγκ Κο Λτδ
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 610, η επίδικη αξίωσή τους, ούτε και στη βάση παραδεδεγμένου ή εκκαθαρισμένου λογαριασμού, ως ξεχωριστή αιτία αγωγής, μπορεί να θεμελιωθεί: «Παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός (account stated) σημαίνει συμφωνία μεταξύ των μερών σύμφωνα με την οποία όλα τα στοιχεία του λογαριασμού καθώς και το υπόλοιπο είναι ορθά, συνδυασμένη με υπόσχεση ρητή ή εξυπακουόμενη να πληρωθεί το υπόλοιπο. Επενεργεί ως νέα σύμβαση χωρίς να είναι αναγκαία νέα αντιπαροχή και ο ενάγοντας, του οποίου η αιτία αγωγής είναι ο παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός, δεν είναι υποχρεωμένος να δικογραφήσει και να αποδείξει καθένα από τα στοιχεία του εκκαθαρισμένου λογαριασμού ξεχωριστά. Η συμφωνία των μερών ότι το υπόλοιπο είναι ορθό μπορεί να συναχθεί και από την παράδοση της κατάστασης λογαριασμού και την παράλειψη του χρεώστη να ενστεί για τα ποσά του λογαριασμού, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος. Βέβαια το τί συνιστά εύλογο χρονικό διάστημα είναι ζήτημα πραγματικό και νομικό στην κάθε περίπτωση». Κατ' ακολουθία όλων όσων ανέφερα, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του εναγόμενου και σε βάρος των εναγόντων, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) . ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ-TA Subject: Civil/Other Actions /Final Αναφορά: Πολιτική - σύμβαση εμπιστευτικής προεξόφλησης τιμολογίων - εγγύηση και αποζημιώσεις. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο