← Κύπρος

Χάρη Γλυκύ ν. Alfa Concrete Public Company Ltd, Αρ. Αγωγής: 3173/08, 30/9/2013

Χάρη Γλυκύ ν. Alfa Concrete Public Company Ltd, Αρ. Αγωγής: 3173/08, 30/9/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A271 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής׃ 3173/08 Μεταξύ: Χάρη Γλυκύ Ενάγοντα και Alfa Concrete Public Company Ltd Eναγομένων Ημερομηνία: 30/9/2013 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κ. Ν. Νικολάου Για Εναγόμενους: κ. Ε. Αντωνιάδης ΑΠΟΦΑΣΗ Αφορμή για έκδοση της παρούσας απόφασης αποτέλεσε η αγωγή του ενάγοντα με την οποία αξιώνει εναντίον των εναγομένων γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για ζημιές, σωματικές βλάβες, ταλαιπωρίες και έξοδα τα οποία σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του υπέστη συνεπεία ατυχήματος που επισυνέβη στις 4/9/2006 στην οδό Στριμώνος στη Λεμεσό, όταν βαδίζοντας στην οδό αυτή, κτύπησε σε μεταλλικούς πασσάλους υποστήριξης του σταθμευμένου οχήματος με αριθμούς εγγραφής KKV 551, ιδιοκτησίας των εναγομένων που είχαν τοποθετηθεί πάνω στο πεζοδρόμιο χωρίς να τοποθετήσουν προστατευτικά κυγκλιδώματα και/ή πινακίδες που να προειδοποιούν αυτούς που χρησιμοποιούσαν το πεζοδρόμιο. Εντελώς αντίθετη είναι η θέση των εναγομένων οι οποίοι με την Υπεράσπιση τους προβάλλουν ότι δεν γνώριζαν για το ισχυριζόμενο ατύχημα και ότι εάν αυτό έχει συμβεί, τούτο οφείλεται στην αποκλειστική αμέλεια του ενάγοντα και/ή στην παράβαση των νομίμων καθηκόντων του, λεπτομέρειες των οποίων δικογραφούν. Έχοντας κατά νου τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων, ότι πρόκειται για υπόθεση πολιτικής φύσης που κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικά ή εξ' ολοκλήρου (βλ. Αγαπίου v. Παναγιώτου 1983

(1)ΑΑΔ 263, Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη 1995
(2)ΑΑΔ 207, Χάρης Χρίστου v. Eυγενία Khoreva 2002 (1Α) 454) και σε σχέση με τον εάν έγινε ή όχι το ατύχημα, αποδέχομαι ως γνήσια και αληθινή την εκδοχή του ενάγοντα, προς υποστήριξη της οποίας κατάθεσε ο ίδιος όσο και ο Κωστάκης Κωνσταντίνου, Μ.Ε.
  1. Ο ενάγοντας και σύμφωνα με τη δυνατότητα που παρέχεται από τον Περί Αποδείξεως Νόμο, Κεφ. 9 κατάθεσε ως μέρος της κύριας του εξέτασης, γραπτή κατάθεση (Τεκμήριο Α) και στη συνέχεια εξετάσθηκε και αντεξετάσθηκε από τους ευπαίδευτους συνηγόρους. Παρακολουθώντας το ύφος και τη συμπεριφορά του θεωρώ ότι αυτός μαρτύρησε την αλήθεια και περιέγραψε τα όσα πραγματικά έγιναν, γι' αυτό και αποδέχομαι τα όσα ανάφερε ως προς το εάν έγινε ή όχι το ατύχημα. Και αυτό χωρίς να μου διαφεύγει ότι σε ορισμένες περιπτώσεις υπήρξαν κάποιες αντιφάσεις στη μαρτυρία του, ενώ σε άλλες διέκρινα στα λεγόμενα του μια τάση υπερβολής. Εν τούτοις, επί των ουσιωδών ζητημάτων για την υπόθεση και ειδικότερα περιγράφοντας πως έγινε το ισχυριζόμενο ατύχημα απαντούσε με σταθερότητα και αμεσότητα, χωρίς να διακρίνω οτιδήποτε που να αλλοιώνει τη θετική εντύπωση που σχημάτισα γι' αυτόν ως μάρτυρα της αλήθειας. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων υποστήριξε κατά το στάδιο της αγόρευσης του ότι τα όσα ο ενάγοντας ανάφερε κατά τη μαρτυρία του για τον τρόπο που έγινε το ατύχημα, δεν δικογραφούνται και για το λόγο αυτό δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο. Πιο συγκεκριμένα η εισήγηση του αυτή αφορούσε τα όσα αναφέρθηκαν για την ύπαρξη δύο δέντρων ελιάς, των οποίων τα κλαδιά τον ανάγκασαν να σκύψει για να τα αποφύγει και στην προσπάθεια του να επανέλθει και να λάβει όρθια στάση για να συνεχίσει την πορεία του, κτύπησε στους πασσάλους του οχήματος που είχαν τοποθετηθεί επί του πεζοδρομίου. Δεν θα συμφωνήσω με τη θέση αυτή του ευπαίδευτου συνηγόρου γιατί ουσιώδη γεγονότα που έπρεπε να δικογραφηθούν και δικογραφούνται, αποτελούν ότι ο ενάγοντας βαδίζοντας επί του πεζοδρομίου κτύπησε στους πασσάλους που ήταν τοποθετημένοι επί αυτού. Τα όσα περαιτέρω αναφέρθηκαν για την ύπαρξη των κλαδιών των δέντρων και τις ενέργειες του ενάγοντα να σκύψει για να τα αποφύγει και η προσπάθεια του να σταθεί και πάλι σε όρθια στάση, δεν αποτελούν ουσιώδη γεγονότα τα οποία ο ενάγοντας όφειλε να δικογραφήσει, αλλά μαρτυρία που ως τέτοια δεν ήταν απαραίτητο να έχει δικογραφηθεί. Την εκδοχή του ενάγοντα ότι πράγματι συνέβη το ισχυριζόμενο ατύχημα επιβεβαίωσε και ο Κωστάκης Κωνσταντίνου, Μ.Ε.
  2. Αυτός ανάφερε ότι στις 4/9/06 πήγε στο γραφείο όπου εργάζονταν μαζί με τον ενάγοντα και είδε τον τελευταίο, σχεδόν αναίσθητο και κτυπημένο στο κεφάλι. Όταν τον ρώτησε τι έγινε, ο ενάγοντας του είπε ότι κτύπησε σε όχημα που έβαζε μπετόν, όχημα το οποίο είδε στο χώρο και ο μάρτυρας. Μετά το συμβάν αυτό, ο ενάγοντας για τις επόμενες μερικές μέρες δεν μετέβη στην εργασία του. Ο μάρτυρας αυτός μου έκαμε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Μαρτύρησε με απλό και σταθερό τρόπο και δεν διέκρινα οτιδήποτε στην όλη στάση και συμπεριφορά του ικανό να κλονίσει τη θετική εντύπωση που σχημάτισα για το πρόσωπο του και για αυτό αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία του η οποία όπως προαναφέρεται επιβεβαιώνει ότι πράγματι συνέβη το ισχυριζόμενο ατύχημα. Και αυτό χωρίς να μου διαφεύγει ότι ο μάρτυρας δεν μπορούσε να διευκρινίσει εάν το όχημα στο οποίο κτύπησε ο ενάγοντας ήταν «μπετονιέρα ή πόμπα», ούτε ακόμα που ακριβώς αυτό βρισκόταν, αφού η πάροδος τόσων πολλών χρόνων από το ατύχημα μπορεί να το δικαιολογήσει. Σε σχέση με την καταγγελία που ο ενάγοντας έκαμε στην αστυνομία στις 13/9/2006 σχετικά με το ατύχημα, μαρτύρησε ο αστυφ. 2141 Νικόλας Θεοδοσίου (Μ.Ε.4), λέγοντας ότι βασιζόμενος στα όσα ο ενάγοντας του ανάφερε, ετοίμασε την αστυνομική έκθεση (Τεκμήριο 6). Ο μάρτυρας αυτός δεν θυμόταν ακριβώς τα γεγονότα, λέγοντας σε κάποιες περιπτώσεις «νομίζω», σε άλλες «δεν θυμάμαι», σε κάποιες άλλες «από ότι θυμούμαι όχι», προβάλλοντας ως λόγο την πάροδο μεγάλου χρονικού διαστήματος. Ενόψει των πιο πάνω κρίνεται ότι θα ήταν άκρως ανασφαλές να βασισθώ στη μαρτυρία του και να εξαγάγω από αυτήν οποιαδήποτε συμπεράσματα. Για το λόγο αυτό αποδέχομαι μόνο ότι στις 13/9/2006 ο ενάγοντας μετέβη στον αστυνομικό σταθμό Αγίου Ιωάννη και κατάγγειλε το ισχυριζόμενο ατύχημα. Σε αντίθεση με τον ενάγοντα ο Μ.Υ.1 προσπάθησε να πείσει ότι ποτέ δεν έγινε το ατύχημα. Αυτός και σύμφωνα με τη δυνατότητα που παρέχεται από τον Περί Αποδείξεως Νόμο, Κεφ. 9 κατάθεσε ως μέρος της κύριας του εξέτασης, γραπτή κατάθεση (Τεκμήριο Β). Μετά από ένσταση του ευπαίδευτου συνηγόρου του ενάγοντα και αφού το Δικαστήριο άκουσε τις επί του θέματος αγορεύσεις των μερών, δεν επέτρεψε την εισαγωγή της μαρτυρίας που περιέχεται στις παραγράφους 3 (β), (γ), (δ) και (ε), καθώς και της παραγράφου 4 αυτής, γιατί όπως κρίθηκε τα όσα περιέχονται σε αυτές βρίσκονται εκτός των δικογραφημένων θέσεων των εναγομένων. Θα πρέπει στο σημείο αυτό να λεχθεί ότι με την Έκθεση Υπεράσπισης προβάλλεται μόνο μια γενική άρνηση των εναγομένων οι οποίοι απλώς ισχυρίζονται ότι αγνοούσαν και/ή δεν γνώριζαν ότι επισυνέβη το ισχυριζόμενο ατύχημα, προβάλλοντας περαιτέρω ότι εάν αυτό έχει συμβεί, οφείλεται στην αποκλειστική αμέλεια του ενάγοντα, της οποίας λεπτομέρειες δικογραφούν. Παρά το γεγονός ότι κατά την κυρίως εξέταση του μοναδικού μάρτυρα των εναγομένων η μαρτυρία αυτή, η εκτός δικογράφων αποκλείστηκε, ο Μ.Υ.1 κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του, προέβαλε και πάλι ισχυρισμούς εκτός των δικογραφημένων θέσεων των εναγομένων, με πιο ουσιαστικούς, ότι το όχημα επί του οποίου ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι επέπεσε δεν βρισκόταν κατά τον ουσιώδη χρόνο στην οδό Στριμώνος και ότι αυτό δεν στηρίζεται σε πασσάλους. Όμως η μαρτυρία αυτή δεν μπορεί και δεν θα ληφθεί υπόψη, επειδή οι ισχυρισμοί αυτοί αφορούν ουσιώδη γεγονότα τα οποία όπως επιτάσσει η νομολογία θα έπρεπε να είχαν δικογραφηθεί. «Μαρτυρία που προσάγεται για θέματα που δεν καλύπτονται από τα δικόγραφα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Τα επίδικα θέματα επί των οποίων το δικαστήριο καλείται να βασίσει την απόφασή του καθορίζονται με αναφορά στο περιεχόμενο των δικογράφων (Πούρικκος ν. Σάββα κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 507, 517)». (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Στυλιανού κ.α.
(2002)1Γ ΑΑΔ 1718). Με βάση τα πιο πάνω θα προχωρήσω σε αξιολόγηση της λοιπής μαρτυρίας του. Παρακολουθώντας τον να καταθέτει, παρατηρώντας το ύφος και τη συμπεριφορά του, δεν έχω πεισθεί ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας, αλλά η εντύπωση που αποκόμισα ήταν ότι είχε ως μοναδικό του στόχο, προωθώντας μια προκατασκευασμένη εκδοχή, να βοηθήσει την εναγόμενη εταιρεία της οποίας είναι διευθυντής, να αποφύγει οποιαδήποτε ευθύνη τυχόν την βαραίνει. Σε κάποιες περιπτώσεις διέκρινα στις απαντήσεις του μια νότα υπεροψίας και παράλληλα υποτίμησης του ενάγοντα και των ισχυρισμών του, στοιχεία που ενέτειναν την αρνητική εντύπωση που σχημάτισα γι' αυτόν ως μάρτυρα της αλήθειας. Αντεξεταζόμενος επί των λεπτομερειών αμέλειας του ενάγοντα που εκτίθενται στην Έκθεση Υπεράσπισης εκφράσθηκε με τρόπο ειρωνικό και κάπως υπεροπτικό. Μερικές τέτοιες περιπτώσεις είναι οι ακόλουθες. Σε ερώτηση που του υποβλήθηκε κατά πόσο γνωρίζει εάν ο ενάγοντας έχει μυωπία και εάν κοιμάται την ώρα που βαδίζει και τα οποία εκτίθενται ως λεπτομέρειες στην Έκθεση Υπεράσπισης, απάντησε ότι δεν ξέρει και δεν τον ενδιαφέρει. Με τον ίδιο τρόπο απάντησε και σε ερώτηση κατά πόσον γνώριζε εάν ο ενάγοντας βάδιζε απρόσεκτα και στην οποία επίσης απάντησε ότι είναι κάτι που δεν τον ενδιέφερε. Αντεξεταζόμενος μίλησε όχι μόνο χωρίς σεβασμό αλλά και με τρόπο μειωτικό και υποτιμητικό για το πρόσωπο του ενάγοντα, χαρακτηρίζοντας όχι μόνο μία, αλλά πολλές φορές «γελοίο» τον ισχυρισμό του τελευταίου ότι κτύπησε στην μπετονιέρα και «γελοίο» ότι βρίσκεται στο Δικαστήριο, εννοώντας προφανώς και πάλι την ενέργεια του ενάγοντα να εγείρει την υπό κρίση αγωγή. Στη συνέχεια και απαντώντας σε ερώτηση εάν είναι γελοίο να «έλθει» ο ενάγοντας στο Δικαστήριο είπε ότι, όποιον ρωτήσετε που ξέρει τη δουλειά θα γελά μια βδομάδα. Και αυτό γιατί όπως υποστήριξε είναι αδύνατο κάποιος να κτυπήσει πάνω σε μια αντλία μπετόν που είναι 12 ½ μέτρα, αναφέροντας ακόμα ότι «εγώ γέλασα που είπατε ότι τοποθετήσαμε πασσάλους, αυτός είναι γελοίος ισχυρισμός». Και αυτές είναι μερικές μόνο περιπτώσεις που χρησιμοποίησε αυτό τον χαρακτηρισμό και τις οποίες αναφέρω μόνο ενδεικτικά. Με τον ίδιο υποτιμητικό τρόπο απάντησε και σε άλλες περιπτώσεις για άλλα θέματα. Μια τέτοια περίπτωση ήταν όταν ρωτήθηκε γιατί δεν παρουσίασε στο Δικαστήριο κάποιο πρόγραμμα το οποίο επικαλέσθηκε για να επιβεβαιώσει τον ισχυρισμό του ότι το συγκεκριμένο όχημα δεν ήταν κατά τον συγκεκριμένο χρόνο στη συγκεκριμένη οδό, απαντώντας στον ευπαίδευτο συνήγορο του ενάγοντα ότι ακόμα και «αν το έφερνα δεν θα το δεχόσασταν γιατί δεν είναι στα δικόγραφα, αυτά τα «δικηγορίστικα». Εκτός από όσα πιο πάνω αναφέρονται, διάφορες απαντήσεις που έδωσε δεν ήταν καθόλου πειστικές. Ενώ ισχυρίσθηκε ότι όταν η αγωγή επιδόθηκε στους εναγόμενους και ο ίδιος πληροφορήθηκε για το ισχυριζόμενο ατύχημα προέβη σε έλεγχο μέσω του συστήματος G.P.S ηλεκτρονικού υπολογιστή και βεβαιώθηκε ότι το όχημα δεν βρισκόταν στην οδό Στριμώνος την επίδικη ημερομηνία, δεν φρόντισε να διαφυλάξει και να παρουσιάσει τα στοιχεία αυτά στο Δικαστήριο. Αντίθετα ισχυρίσθηκε ότι ο λόγος που δεν παρουσίασε τα στοιχεία αυτά στο Δικαστήριο ήταν γιατί είχαν διαγραφεί από τον υπολογιστή, όπως πάντοτε συμβαίνει σύμφωνα με τα όσα προέβαλε αφού αυτά διαγράφονται με την πάροδο πέντε χρόνων. Όμως θεωρώ ότι είναι εύλογο και αναμένεται από οποιοδήποτε πρόσωπο που είναι διευθυντής σε εταιρεία στην οποία αποδίδεται αμέλεια και ειδικότερα όταν τούτο σύμφωνα με τη θέση του γίνεται εντελώς αναίτια, να επιδείξει την ανάλογη επιμέλεια και να διαφυλάξει οποιοδήποτε στοιχείο έχει στην κατοχή του, έτσι ώστε να μπορέσουν ως εταιρεία να αποδείξουν την αναλήθεια των όσων τους αποδίδονται. Σε υποβολή που του έγινε ότι την ημέρα του ισχυριζόμενου ατυχήματος οι υπάλληλοι των εναγομένων δεν είχαν τοποθετήσει προειδοποιητική σήμανση, απάντησε λέγοντας ότι το όχημα δεν ήταν εκεί, αλλά και να βρισκόταν στο χώρο, η σήμανση είναι όπως είπε υποχρεωτική από το γραφείο εργασίας, κάτι για το οποίο γίνεται όπως υποστήριξε έλεγχος από το γραφείο εργασίας τουλάχιστο μια φορά τον χρόνο, ως εάν το γεγονός αυτό, ότι δηλαδή γίνεται περιοδικός έλεγχος από το γραφείο αυτό, έστω και αν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, αποκλείει δίχως άλλο την μη τοποθέτηση προειδοποιητικής σήμανσης από τους υπαλλήλους των εναγομένων τη συγκεκριμένη ημερομηνία. Εν κατακλείδι θα πρέπει να λεχθεί ότι οι θέσεις που οι εναγόμενοι προέβαλαν, δεν ήταν πειστικές. Ενώ στην Έκθεση Υπεράσπισης αρνούνται ότι έγινε το ατύχημα, προβάλλουν περαιτέρω ότι εάν συνέβη, οφείλεται στην αποκλειστική αμέλεια του ενάγοντα της οποίας και λεπτομέρειες δικογραφούν. Στην ακροαματική δε διαδικασία προσπάθησε ο Μ.Υ.1 να προωθήσει τη θέση ότι το συγκεκριμένο όχημα δεν βρισκόταν στη συγκεκριμένη οδό στις 4/9/2006, θέση η οποία και όπως προαναφέρεται δεν δικογραφείται. Εκτός των πιο πάνω, κατά την αντεξέταση του ενάγοντα υποβλήθηκαν σε αυτόν και άλλες αντιφατικές θέσεις. Ότι δεν κτύπησε πάνω σε πασσάλους του οχήματος των εναγομένων, αλλά πάνω σε πασσάλους της ΑΗΚ ή της ΑΤΗΚ, θέση που και πάλι δεν δικογραφείται. Του υποβλήθηκε δε σε άλλο σημείο της αντεξέτασης ότι κτύπησε πάνω σε κλαδιά ελιάς. Όλα τα πιο πάνω στοιχεία καταδεικνύουν την έλλειψη σταθερότητας στις θέσεις που η υπεράσπιση προσπάθησε να προωθήσει. Με βάση όλα τα πιο πάνω καταλήγω ότι στις 4/9/2006 και ενώ ο ενάγοντας βάδιζε επί πεζοδρομίου στην οδό Στριμώνος στη Λεμεσό, κτύπησε πάνω σε πασσάλους που χρησιμοποιούνταν για στήριξη του οχήματος με αριθμούς εγγραφής KKV 551 ιδιοκτησίας των εναγομένων το οποίο ήταν σταθμευμένο στο δρόμο πλησίον του πεζοδρομίου και οι οποίοι πάσσαλοι ήταν τοποθετημένοι επί του πεζοδρομίου της πιο πάνω οδού, χωρίς να υπάρχουν είτε προστατευτικά κυγκλιδώματα, είτε προειδοποιητικές σημάνσεις. Πιο συγκεκριμένα ο ενάγοντας και ενώ βάδιζε επί του πεζοδρομίου, έσκυψε για να αποφύγει κλαδιά ελιάς που βρέθηκαν μπροστά του. Στην προσπάθεια του να σηκωθεί σε όρθια στάση και να συνεχίσει την πορεία του κτύπησε στους πασσάλους του οχήματος των εναγομένων το οποίο βρισκόταν σταθμευμένο για να τοποθετήσει μπετόν. Κατά την ώρα του ατυχήματος κανένας υπάλληλος των εναγομένων δεν βρισκόταν πλησίον του οχήματος. Στην υπόθεση Πραστίτης v. Συνδέσμου Αδειούχων Λιμενικών Αχθοφόρων
(1998)1 ΑΑΔ 2144 λέχθηκε ότι: «Το τι συνιστά κίνδυνο ως στοιχείο οχληρίας ή αμέλειας δεν συναρτάται προς το είδος του ή την κατασκευή του κατ' αποκλεισμό των στοιχείων που περιβάλλουν την κάθε περίπτωση. Δεν είναι θεωρητικό το εγχείρημα. Το κατά πόσο η ύπαρξη ορισμένου αντικειμένου σε ορισμένο χώρο συνιστά κίνδυνο και το κατά πόσο εξ' αυτού προκλήθηκε ζημιά, εξαρτάται από τα περιστατικά. Σε δοσμένες συνθήκες οτιδήποτε μπορεί να συνιστά κίνδυνο από την πιο πάνω άποψη, και το αντίστροφο. Η αντίληψη του εφεσείοντα πως, με βάση τη νομολογία που επικαλέστηκε, η ανύψωση των περόνων αλλά και η στάθμευση του οχήματος στις ράγες συνιστούσαν αφ' εαυτών κίνδυνο αιτιωδώς συναφή προς το ατύχημα, είναι εσφαλμένη. Δεν νομίζουμε πως θα εξυπηρετούσε αν αναφερόμαστε στις υποθέσεις που επικαλέστηκε ξεχωριστά. Στην κάθε μια το σταθμευμένο όχημα ή το όποιο εμπόδιο κρίθηκε πως συνιστούσε ή δεν συνιστούσε κίνδυνο ανάλογα με το κατά πόσο, κυρίως οι συνθήκες ορατότητας, επέτρεπαν έγκαιρη αντίληψη της ύπαρξής του. Οποτεδήποτε δε το σταθμευμένο όχημα ή το όποιο εμπόδιο ήταν ευκρινώς ορατό από απόσταση με συνέπεια την ύπαρξη δυνατότητας πρόβλεψης των επιπτώσεων και ανάλογης αντίδρασης, οι διεκδικήσεις των οδηγών που πρόσκρουσαν σ' αυτά απορρίφθηκαν. Θα προσθέταμε επί του προκειμένου και την πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Α. Κλεάνθους κ.ά. ν. Κυριάκος Ευαγγέλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 1681». Στη συγκεκριμένη περίπτωση και ενώ το όχημα των εναγομένων βρισκόταν σταθμευμένο, είχαν τοποθετηθεί σε αυτό πάσσαλοι που ήταν τοποθετημένοι επί του πεζοδρομίου. Η τοποθέτηση αυτή των πασσάλων επί του πεζοδρομίου που χρησιμοποιείτο για την διέλευση πεζών και υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης και χωρίς να τοποθετηθούν είτε προστατευτκά κυγκλιδώματα, είτε προειδοποιητικές σημάνσεις που να προειδοποιούν για την ύπαρξη τους, συνιστούσε κίνδυνο για τους πεζούς που χρησιμοποιούσαν το πεζοδρόμιο και αποτέλεσε την γενεσιουργό αιτία του ατυχήματος, αφού οι πάσσαλοι αυτοί συνιστούσαν εμπόδιο στην ελεύθερη πορεία του ενάγοντα επί του πεζοδρομίου, του οποίου ο ενάγοντας εδικαιούτο την ελεύθερη χρήση χωρίς την παρεμβολή οποιουδήποτε εμποδίου. Η ύπαρξη πασσάλων επί πεζοδρομίου δεν είναι κάτι αναμενόμενο και εύλογα προβλεπτό, καθότι δεν αναμένεται από κάποιο πεζό ο οποίος βαδίζει αμέριμνα επί πεζοδρομίου, να αναμένει να συναντήσει απρόσμενα μπροστά του εμπόδιο στο ύψος του σώματος του. Υπό τις περιστάσεις λοιπόν της υπόθεσης κρίνεται ότι αποκλειστική αιτία για την πρόκληση του ατυχήματος, αποτέλεσε η παρεμβολή ως εμποδίου των πασσάλων στην ελεύθερη και απρόσκοπτη διάβαση του ενάγοντα επί του πεζοδρομίου στην οδό Στριμώνος στη Λεμεσό. Θα πρέπει να λεχθεί στο σημείο αυτό ότι δεν μπορεί να εξετασθεί ζήτημα συντρέχουσας αμέλειας του ενάγοντα γιατί πουθενά δεν δικογραφείται στην Έκθεση Υπεράσπισης τέτοιος ισχυρισμός των εναγομένων. Κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε ούτε και να συναχθεί ότι προβάλλεται έστω και με έμμεσο τρόπο από τις λεπτομέρειες αμέλειας του ενάγοντα όπως δικογραφούνται στην Έκθεση Υπεράσπισης, έτσι ώστε να εξετασθεί τέτοιο ζήτημα. Με βάση λοιπόν τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των εναγομένων και έχοντας κατά νου και τα όσα αποφασίσθηκαν στην Kakou v. Adriatica
(1980)1 CLR 357, κρίνεται ότι δεν προκύπτει ισχυρισμός των εναγομένων για συντρέχουσα αμέλεια του ενάγοντα έτσι ώστε τέτοιο ζήτημα να εξετασθεί. Για τις σωματικές βλάβες του ενάγοντα μαρτύρησαν εκτός από τον ίδιο, ο Δρ Ιωάννης Ιωάννου, ο Δρ Πίπης Αργυρόπουλος και ο Δρ Κωνσταντίνος Χ΄ Βασίλης, ενώ η πλευρά των εναγομένων δεν προσκόμισε καμία ιατρική μαρτυρία. Ο ενάγοντας περιέγραψε τους τραυματισμούς τους οποίους υπέστη και εξέθεσε την κατάσταση του λέγοντας ότι μετά το ατύχημα μετέβη στο τμήμα επειγόντων περιστατικών του νοσοκομείου Λεμεσού, το οποίο επισκέφθηκε ξανά σε άλλη ημερομηνία που δεν μπορούσε να προσδιορίσει. Είπε ότι εκεί, του έγινε συρραφή του τραύματος στο κεφάλι, ακτινολογικός έλεγχος και του συνεστήθη η χρήση αυχενικού κολάρου και ότι επίσης του χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια για κάποιες μέρες. Ο Δρ Ιωάννης Ιωάννου, είναι ο ιατρός που εξέτασε τον ενάγοντα όταν μετέβη στο τμήμα επειγόντων περιστατικών του νοσοκομείου Λεμεσού στις 4/9/2006. Αυτός διαπίστωσε ότι ο ενάγοντας υπέστη τραύμα στο τριχωτό της κεφαλής στο οποίο έγιναν τέσσερεις συρραφές, του έγινε εμβόλιο τετάνου, του δόθηκαν αντιβίωση και παυσίπονα και απολύθηκε. Ο Δρ Κωνσταντίνος Χ΄ Βασίλης είναι ειδικός νευρολόγος ψυχίατρος και εξέτασε τον ενάγοντα την επόμενη μέρα του ατυχήματος στις 5/9/2006 και διέγνωσε ότι παρουσίαζε πληγή στο τριχωτό της κεφαλής, ότι είχε υποστεί εγκεφαλική διάσειση με μεταδιασεισικό σύνδρομο, καθώς και διάστρεμμα/θλάση της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης. Ο Δρ Πίπης Αργυρόπουλος ειδικός ορθοπεδικός εξέτασε τον ενάγοντα στις 8/9/2006 και διαπίστωσε επίσης ότι ο τελευταίος είχε υποστεί εγκεφαλική διάσειση με βαθύ θλαστικό τραύμα στο τριχωτό της κεφαλής στο οποίο είχε γίνει συρραφή με τέσσερεις ραφές, καθώς και διάστρεμμα της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης. Από το σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι προς απόδειξη των αξιώσεων του ο ενάγοντας παρουσίασε μόνο φωτοαντίγραφα. Σύμφωνα με το άρθρο 34
(1)(β) του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, όπως έχει τροποποιηθεί, «Δήλωση που περιέχεται σε έγγραφο και είναι αποδεκτή μαρτυρία, είναι δυνατό να αποδειχθεί ως προς το περιεχόμενο της, (α)....................................................................... (β) ανεξάρτητα από το κατά πόσο το πρωτότυπο έγγραφο εξακολουθεί να υφίσταται ή όχι, με την προσαγωγή αντιγράφου του πρωτοτύπου εγγράφου, νοουμένου ότι δίδεται επαρκής δικαιολογία για τη μη προσαγωγή του πρωτοτύπου». Στην προκειμένη περίπτωση, έχει δοθεί επαρκής δικαιολογία για τη μη προσαγωγή των πρωτοτύπων, καθότι και όπως ο ενάγοντας έχει αναφέρει τα πρωτότυπα των εγγράφων των οποίων έχει παρουσιάσει αντίγραφα, τα κατακρατούν και δεν του τα δίδουν οι προηγούμενοι δικηγόροι του, ενώ όσον αφορά το Τεκμήριο 9 λέχθηκε από τον Δρ Χατζηβασίλη ότι το πρωτότυπο πρέπει να βρίσκεται όπως γίνεται συνήθως στο τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Παρά το ότι η αξιοπιστία του ενάγοντα επιχειρήθηκε να κλονισθεί με αναφορά κυρίως στα όσα καταγράφονται στο ιατρικό πιστοποιητικό του νοσοκομείου, αυτό δεν το πέτυχε η υπεράσπιση. Η προσπάθεια εστιάσθηκε στο ότι δεν αναφέρονται σε αυτό τα παράπονα του ενάγοντα για ζαλάδες, για αυχενικό πρόβλημα και πόνο στο κεφάλι, η σύσταση για χρήση αυχενικού κολάρου ενώ επίσης και σε αντίθεση με τα όσα ανάφερε ο ενάγοντας ότι δηλαδή υποβλήθηκε σε ακτινολογικό έλεγχο, κάτι τέτοιο όχι μόνο δεν αναφέρεται στο ιατρικό πιστοποιητικό του νοσοκομείου, αλλά αντίθετα καταγράφεται ότι τέτοιος ακτινολογικός έλεγχος δεν του έγινε λόγω της άρνησης του ίδιου. Πιο συγκεκριμένα και σε σχέση με τον ισχυρισμό αυτό του ενάγοντα ότι δηλαδή του συνεστήθη η χρήση αυχενικού κολάρου, παρατηρείται ότι τον ισχυρισμό του αυτό, δεν τον επιβεβαίωσε ο ιατρός Δρ. Ιωάννου. Όμως και παρά την άρνηση του συγκεκριμένου ιατρού και όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2 που αποτελεί αντίγραφο ιατρικής συνταγής του τμήματος εξωτερικών ασθενών και όχι του τμήματος επειγόντων περιστατικών στο οποίο υπηρετεί ο συγκεκριμένος ιατρός, συνταγογραφήθηκε στον ενάγοντα μαλακό κολάρο. Μετά την τροποποίηση του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9 με το Νόμο 32
(1)/04, η εξ' ακοής μαρτυρία, δεν αποκλείεται πλέον γι' αυτό και μόνο το λόγο. Η βαρύτητα όμως που θα της προσδοθεί, εναπόκειται στο Δικαστήριο το οποίο κατά την κρίση του, μπορεί να λάβει υπόψη του διάφορους παράγοντες οι οποίοι ενδεικτικά και μόνο εκτίθενται στο Νόμο. Ενόψει της θετικής εντύπωσης που σχημάτισα για τον ενάγοντα ως μάρτυρα της αλήθειας, όλων των πιο πάνω, του ισχυρισμού του ενάγοντα ότι επισκέφθηκε ξανά το νοσοκομείο και όχι μόνο την ημερομηνία του ατυχήματος, καθώς επίσης και όπως ήταν προφανές ο Δρ Ιωάννου δεν μπορούσε να θυμηθεί το συγκεκριμένο περιστατικό αλλά τα όσα ανάφερε ήταν τα όσα προέκυπταν από το περιεχόμενο του ιατρικού του πιστοποιητικού, σε συσχετισμό επίσης με τη μαρτυρία των Δρ Αργυρόπουλου και Χατζηβασίλη οι οποίοι διαπίστωσαν διάστρεμμα της αυχενικής μοίρας, αποδέχομαι τον ισχυρισμό του ενάγοντα ότι του συνεστήθη από το νοσοκομείο η χρήση αυχενικού κολάρου. Πολλής λόγος έγινε επίσης σε σχέση με τον ισχυρισμό του ενάγοντα ότι υποβλήθηκε στο νοσοκομείο σε ακτινολογική εξέταση, ισχυρισμός όμως που δεν επιβεβαιώθηκε από τον ιατρό του νοσοκομείου Δρ Ιωάννου κάτι που καταγράφεται και στο ιατρικό πιστοποιητικό (Τεκμήριο 6). Εν πάση περιπτώσει θα πρέπει να λεχθεί ότι εάν τελικά έγιναν ή όχι ακτινολογικές εξετάσεις στον ενάγοντα είτε την ημέρα του ατυχήματος, είτε εκ των υστέρων δεν είναι ουσιαστικής σημασίας για την υπόθεση, αφού όπως και ο Δρ Αργυρόπουλος καταγράφει στο πιστοποιητικό του (Τεκμήριο 7), οι ακτινογραφίες κρανίου και αυχένα δεν έδειξαν οποιαδήποτε οστική κάκωση. Πρέπει πάντως να λεχθεί ότι παρόλο που οι ακτινογραφίες αυτές δεν κατατέθηκαν στο Δικαστήριο και παρόλο επίσης που στο Τεκμήριο 6 καταγράφεται ρητά ότι ο ενάγοντας υπόγραψε και δεν υποβλήθηκε σε τέτοιες ακτινογραφίες, ο ισχυρισμός αυτός του ενάγοντα γίνεται αποδεκτός. Και αυτό γιατί ο Δρ Αργυρόπουλος του οποίου η μαρτυρία γίνεται αποδεκτή για τους λόγους που θα διαφανούν στη συνέχεια κατά την αξιολόγηση της δικής του μαρτυρίας, αναφέρθηκε σε κάποιες ακτινογραφίες τις οποίες είδε και τις οποίες ο ενάγοντας προσκόμισε μαζί του στο ιατρείο του όταν τον επισκέφθηκε στις 8/9/2006, αλλά και γιατί ο ίδιος ο ενάγοντας αναφέρθηκε και σε άλλη επίσκεψη του στο νοσοκομείο διευκρινίζοντας ότι δεν θυμόταν πότε είχε υποβληθεί σε ακτινολογική εξέταση. Για τους πιο πάνω λόγους και χωρίς να μου διαφεύγει ότι ο ενάγοντας σε κάποια σημεία δεν μπορούσε να θυμηθεί κάποια πράγματα, σε άλλα υπήρχε στη μαρτυρία του το στοιχείο της υπερβολής και σε κάποια άλλα δεν ήταν απόλυτα σαφής και συγκεκριμένος, αποδέχομαι ότι υπέστη τις σωματικές βλάβες στις οποίες αναφέρθηκε. Και αυτό λόγω της θετικής εντύπωσης που σχημάτισα για αυτόν ως μάρτυρα της αλήθειας, αλλά και γιατί τα όσα ανάφερε επιβεβαιώνονται από τους ιατρούς Δρ Αργυρόπουλο και Δρ Χατζηβασίλη, των οποίων η μαρτυρία γίνεται αποδεκτή για τους λόγους που εκτίθενται πιο κάτω κατά την αξιολόγηση της δικής τους μαρτυρίας στην οποία θα προχωρήσω ευθύς αμέσως. Το καθήκον των εμπειρογνωμόνων και οι αρχές σύμφωνα με τις οποίες πρέπει να προσεγγίζεται η μαρτυρία τους προσδιορίσθηκαν στην υπόθεση Σπύρου v. Χαραλάμπους
(1989)1 ΑΑΔ 289. Σε αυτήν αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «Με την πρόοδο της επιστήμης τα Δικαστήρια δέχονται μαρτυρία εμπειρογνωμόνων και χρησιμοποιούν την εξειδικευμένη γνώση τους για να καταλήξουν σε ορθές αποφάσεις. Το καθήκον των μαρτύρων αυτών είναι να δώσουν στον δικαστή τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να μπορέσει να σχηματίσει γνώμη για την ανεξαρτησία της κρίσης τους και να καταλήξει ορθά στα ευρήματα των γεγονότων από την ενώπιον του μαρτυρία. Κατά κανόνα η ιατρική μαρτυρία, όπως και άλλη μαρτυρία εμπειρογνώμονα, θεωρείται ότι είναι μαρτυρία ανεξάρτητου μάρτυρα (R. V. Lantear
(1968)1 All E.R. 683, Andreas Anastasiades v. The Republic
(1977)2 CLR 97, Kyriakos Nicole Kouppis v. The Republic
(1977)2 CLR 361)». Ο Δρ Ι. Ιωάννου ήταν προφανές ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί το περιστατικό και τα όσα ανάφερε ήταν μόνο τα όσα ήταν καταγραμμένα στο ιατρικό πιστοποιητικό το οποίο εξέδωσε. Εν πάση περιπτώσει αποδέχομαι ότι σε αυτό καταγράφονται οι σωματικές βλάβες που διέγνωσε στον ενάγοντα στις 4/9/2006 όταν ο τελευταίος επισκέφθηκε το τμήμα επειγόντων περιστατικών του νοσοκομείου Λεμεσού καθώς και οι ενέργειες στις οποίες προέβη. Τα όσα έχει προβάλει ο ενάγοντας και όπως και πιο πάνω αναφέρεται, επιβεβαιώνονται από την ιατρική μαρτυρία των Δρ Αργυρόπουλου και Δρ Χατζηβασίλη. Των δύο αυτών η διάγνωση συμπίπτει, ενώ περαιτέρω και οι δύο ανάφεραν κάποια κοινή συπτωματολογία η οποία τους οδήγησε στην εξαγωγή των συμπερασμάτων τους. Σε σχέση με τη διάγνωση τους όσον αφορά το διάστρεμμα του αυχένα και οι δύο αναφέρθηκαν στα «κλασσικά» όπως ο ιατρός Χατζηβασίλης τα χαρακτήρισε συμπτώματα τέτοιου τραυματισμού και τα οποία είναι, περιορισμένη κινητικότητα της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, πόνος κατά την ψηλάφηση του αυχένα και πολλές φορές και επέκταση του πόνου και στις δύο ωμοπλάτες, όπως και μυϊκός σπασμός στην αυχενική περιοχή. Στην τοπική ευαισθησία στην περιοχή του αυχένα και στον επώδυνο περιορισμό της κινητικότητας του τα οποία συνοδεύονταν από μυϊκό σπασμό, αναφέρεται επίσης στο πιστοποιητικό του ο Δρ Αργυρόπουλος. Το γεγονός δε ότι ο Δρ Ιωάννου τίποτε δεν αναφέρει για εγκεφαλική διάσειση και διάστρεμμα του αυχένα δεν είναι ικανά να κλονίσουν την αξιοπιστία των δύο άλλων ιατρών που εξέτασαν στη συνέχεια τον ενάγοντα, αφού όπως και ο ίδιος ο Δρ Ιωάννου ανάφερε δεν θυμόταν καθόλου το περιστατικό αλλά βασίσθηκε μόνο στα όσα είχε καταγράψει στο ιατρικό του πιστοποιητικό. Ενόψει λοιπόν της θετικής εντύπωσης που σχημάτισα για τους δύο αυτούς ιατρούς αποδέχομαι τη μαρτυρία τους εκτός μόνο από το μέρος της μαρτυρίας του Δρ Αργυρόπουλου στο οποίο αναφέρθηκε στην περίοδο που ο ενάγοντας αισθανόταν ενοχλήσεις. Και αυτό γιατί όσα ο γιατρός ανάφερε επί του θέματος ήταν μόνο όσα προέβλεψε ότι θα παρουσίαζε ο ενάγοντας ενώ περαιτέρω δεν αναφέρθηκε από τον γιατρό ότι είχε λάβει γνώση με οποιοδήποτε τρόπο ότι πράγματι την περίοδο αυτή ο ενάγοντας παρουσίασε αυτά τα συμπτώματα. Λαμβάνεται επίσης υπόψη ότι πέραν των δύο επισκέψεων που καταγράφονται στο ιατρικό πιστοποιητικό ότι έκαμε ο ενάγοντας στο ιατρείο του, δεν διαφάνηκε ότι ο γιατρός επανεξέτασε τον ενάγοντα σε μεταγενέστερη ημερομηνία. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση καταλήγω ότι ο ενάγοντας από το ατύχημα υπέστη τραύμα στο τριχωτό της κεφαλής στο οποίο έγιναν τέσσερεις συρραφές, εγκεφαλική διάσειση με μεταδιασεισικό σύνδρομο και διάστρεμμα της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης. Λόγω των πιο πάνω, του συνεστήθη η χρήση αυχενικού κολάρου, έγινε σε αυτόν εμβόλιο τετάνου και του χορηγήθηκε αντιβίωση, καθώς και αναλγητικά και αντιφλεγμονώδη φάρμακα. Σε σχέση με τον πόνο και την ταλαιπωρία την οποία υπέστη, ο ίδιος ο ενάγοντας στη γραπτή κατάθεση που ετοίμασε ανάφερε (παράγραφος 25) ότι συνεπεία των τραυματισμών του υπέστη πόνο και ταλαιπωρία για «αρκετό διάστημα». Από την στιγμή που ο ενάγοντας δεν προσδιόρισε ούτε τον χρόνο, ούτε τα συμπτώματα που παρουσίαζε, ούτε ακόμα τη συχνότητα που παρουσιάζονταν και την ένταση που είχαν, κρίνεται ότι δεν είναι δυνατό τα πιο πάνω να προσδιορισθούν με ακρίβεια και να αποτιμηθούν σε χρήμα, ούτε ακόμα και με τη μαρτυρία των Δρ Αργυρόπουλου και Χατζηβασίλη οι οποίοι έκαμαν κάποιες αναφορές. Εν πάση όμως περιπτώσει δέχομαι όπως και ο Δρ Χατζηβασίλης κατάθεσε ότι τα ενοχλήματα που είχε ο ενάγοντας ήταν ιδιαίτερα έντονα αρχικά και μετά υποχώρησαν σταδιακά. Κατά τον καθορισμό του ύψους των γενικών αποζημιώσεων πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η τάση της νομολογίας για αύξηση των αποζημιώσεων σε σύγκριση με το ύψος των αποζημιώσεων που επιδικάζονταν στο παρελθόν (βλ. Paraskevaides (Oversas) Ltd v. Aristoph
(1982)1CLR), τάση που αντανακλά μεγαλύτερη ευαισθησία για τον ανθρώπινο πόνο, την αγωνία και την ταλαιπωρία (Μαυροπετρής v. Λούκα
(1995)1 ΑΑΔ 66). Όπως και όμως επαναλήφθηκε στην Γεώργιος Σωτηρίου v. Chapo (Investments) Ltd κ.α.
(2007)1Α ΑΑΔ 491, «Ο καθορισμός και η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν έχει τιμωρητικό χαρακτήρα αλλά αποσκοπεί στην προσπάθεια επαναφοράς του θύματος στη κατάσταση του πριν από το ατύχημα». Έχω μελετήσει διάφορες αποφάσεις που σχετίζονται με τραύματα παραπλήσια αυτών που υπέστη ο ενάγοντας (βλ. Μερακλή v. Ταλιώτη
(1997)1Β ΑΑΔ 1148, Χαραλάμπους v. Αβραάμ
(1999)1Β ΑΑΔ 1441, Παπαβασιλείου κ.α. v. Μιχαηλίδη,
(1999)1Α ΑΑΔ 252). Λαμβάνοντας υπόψη τους τραυματισμούς του ενάγοντα, τους πόνους και την ταλαιπωρία που υπέστη, θεωρώ ως δίκαιο ποσό γενικών αποζημιώσεων, αυτό των € 6.000=. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω κατά πόσον ο ενάγοντας έχει πετύχει να αποδείξει τις αξιούμενες ειδικές ζημιές. Με την Έκθεση Απαίτησης του, αξιώνει ειδικές αποζημιώσεις ύψους €1.874.08=. Ειδικότερα αξιώνει ποσό €688.65= ως ιατρικά έξοδα και πιστοποιητικά, ποσό €100= για μεταφορικά, €85.43= για την αστυνομική έκθεση και €1.000= ως απώλεια εισοδημάτων για την περίοδο από 4/9/2006 έως 22/9/2006. Η νομολογία είναι σαφέστατη ότι οι ειδικές αποζημιώσεις πρέπει όχι μόνο να εξειδικεύονται στα δικόγραφα, αλλά να αποδεικνύονται με αυστηρότητα (βλ. Σπύρου ν. Χ΄ Χαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298, Ηρακλέους ν. Σκάφους Νίκη,
(1994)1 Α.Α.Δ. 510, Ηρακλέους ν. Πέτρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 239 και Παναγιώτου ν. Φραγκέσκου
(1999)1 Α.Α.Δ. 687). Στην εξεταζόμενη περίπτωση οι ειδικές αυτές ζημιές εξειδικεύονται με ακρίβεια στα δικόγραφα, γι' αυτό και θα πρέπει περαιτέρω να εξετασθεί κατά πόσον έχουν αποδειχθεί με την αυστηρότητα που απαιτεί η νομολογία. Ξεκινώντας από το αξιούμενο κονδύλι των €688.65 παρατηρείται ότι η μαρτυρία του ενάγοντα δεν ήταν σαφής και συγκεκριμένη. Ενώ επέμενε ότι υπήρχε σχετική απόδειξη, δεν θυμόταν ούτε αν του την είχαν δώσει οι προηγούμενοι δικηγόροι του, ούτε εάν την είχε καταθέσει ως τεκμήριο στο Δικαστήριο. Όμως σχετική είναι η μαρτυρία του ιατρού Δρ Χ΄ Βασίλη ο οποίος με σαφήνεια ανάφερε ότι πληρώθηκε το ποσό Λ.Κ.225=, γεγονός το οποίο καταγράφεται και στο ιατρικό πιστοποιητικό το οποίο εξέδωσε (Τεκμήριο 9), καθώς επίσης και του Δρ Αργυρόπουλου ο οποίος και όπως επίσης αναφέρει στο ιατρικό του πιστοποιητικό (Τεκμήριο 7) πληρώθηκε το ποσό των Λ.Κ.150= για τα ιατρικά του έξοδα και γι' αυτό κρίνεται ότι τα κονδύλια αυτά έχουν αποδειχθεί με την απαραίτητη αυστηρότητα. Κρίνεται επίσης ότι έχει αποδειχθεί το ποσό των Λ.Κ.28.00= για την ετοιμασία της ιατρικής έκθεσης του Δρ Ιωάννου. Και αυτό γιατί έχει κατατεθεί από τον ενάγοντα ως Τεκμήριο 4, αντίγραφο απόδειξης για την καταβολή του ποσού αυτού. Κρίνεται συνεπώς ότι ο ενάγοντας έχει πετύχει να αποδείξει με την αυστηρότητα που απαιτεί η νομολογία την καταβολή του ποσού των Λ.Κ. 403=. Διεκδικεί επίσης ο ενάγοντας ποσό των €100= ως μεταφορικά. Σε σχέση με το διεκδικούμενο αυτό κονδύλι, οι απαντήσεις που έδωσε ο ενάγοντας ήταν γενικές και αόριστες και εν πάση περιπτώσει ανίσχυρες για να αποδειχθεί το κονδύλι αυτό. Χαρακτηριστικές απαντήσεις που έδωσε αντεξεταζόμενος, ήταν «για να το γράφω, πρέπει να είναι έτσι», λέγοντας στη συνέχεια και απαντώντας σε άλλες ερωτήσεις ότι «βενζίνες του αυτοκινήτου μου δεν λογαριάζονται; Για να τα βάλω σημαίνει τα πλήρωσα, βενζίνες ή κάτι άλλο, δεν θυμάμαι». Ο αόριστος λοιπόν και γενικός τρόπος με τον οποίο απάντησε ως προς το διεκδικούμενο αυτό κονδύλι, δεν επιτρέπει την επιδίκαση του αφού αυτό δεν έχει αποδειχθεί με την αυστηρότητα που απαιτεί η νομολογία. Απόδειξη δεν προσκόμισε επίσης ούτε για το ποσό των €85.43 το οποίο αξιώνεται για την ετοιμασία της αστυνομικής έκθεσης αναφερόμενος στην οποία είπε ότι θα την παρουσίαζε ο αστυνομικός όταν θα ερχόταν στο Δικαστήριο, κάτι που δεν έγινε και συνεπώς κρίνεται ότι ούτε το κονδύλι αυτό έχει αποδειχθεί. Αξιώνει περαιτέρω ο ενάγοντας ποσό €1.000=, ως απώλεια απολαβών για την περίοδο από τις 4/9/2006 έως τις 22/9/2006, για την οποία όπως ισχυρίσθηκε του χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια. Για το θέμα μαρτυρία έδωσε ο ίδιος ο οποίος προέβαλε ότι του χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια από 4/9/2006 έως 22/9/2006. Προκύπτει από το Τεκμήριο 3 το οποίο περιέχει εξ' ακοής μαρτυρία ότι στις 5/9/2006 χορηγήθηκε στον ενάγοντα άδεια απουσίας από την εργασία του από τις 5/9/2006 έως τις 8/9/2006. Στη συγκεκριμένη περίπτωση και ενόψει της θετικής εντύπωσης που σχημάτισα για τον ενάγοντα ως μάρτυρα της αλήθειας, καθώς επίσης και του ότι και όπως προέκυψε από τη μαρτυρία του Δρ Χατζηβασίλη, ο τελευταίος και σε συνέχεια της άδειας αυτής χορήγησε και στη συνέχεια στον ενάγοντα τέτοια άδεια για την χρονική περίοδο από τις 8/9/2006 μέχρι τις 22/9/2006, στην εξ' ακοής αυτή μαρτυρία θα προσδοθεί πλήρης βαρύτητα. Θα πρέπει λοιπόν τώρα να εξετασθεί κατά πόσον ο ενάγοντας πέτυχε να αποδείξει το ύψος του μισθού του, την επίδικη χρονική περίοδο για την οποία αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο ενάγοντας έλαβε αναρρωτική άδεια. Σε σχέση με το θέμα, ο ενάγοντας κατάθεσε κατάσταση αποδοχών του ως Τεκμήριο Α για Αναγνώριση. Από το σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι η κατάσταση αυτή δεν κατατέθηκε ως κανονικό τεκμήριο και συνεπώς τα όσα περιέχονται σε αυτήν δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, αφού και όπως λέχθηκε στην υπόθεση Γιώργος Μελάς v. Κυριάκου Κυριάκου
(2003)1 ΑΑΔ 826, η μαρτυρία που περιέχεται σε κάποιο τεκμήριο για αναγνώριση παραμένει ανενεργή μέχρις ότου υπάρξει αναγνώριση και κατάθεση του εγγράφου από τον αρμόδιο μάρτυρα για να καταστεί πλέον κανονικό τεκμήριο και έτσι η μαρτυρία που έχει προκύψει από τις απαντήσεις που έχουν δοθεί ως προς το περιεχόμενο του να καταστεί ενεργή. Τα όσα δε ανάφερε ο ίδιος ο ενάγοντας επί του θέματος είναι εντελώς ανίσχυρα να αποδείξουν το ύψος του μισθού που λάμβανε τότε, καθότι ερωτώμενος πόσος ήταν τότε ο μισθός του, απάντησε ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί γιατί είχαν περάσει πολλά χρόνια από τότε, ενώ περαιτέρω δεν παρουσίασε φορολογική δήλωση για το 2006, παρόλο που όπως ισχυρίσθηκε είχε υποβάλει τέτοια, ούτε ακόμα οποιαδήποτε στοιχεία από το τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Με βάση λοιπόν όλα τα πιο πάνω κρίνεται ότι ο ενάγοντας πέτυχε και απέδειξε στο βαθμό που απαιτείται την καταβολή του ποσού των Λ.Κ. 403= για τα ιατρικά έξοδα των Δρ Αργυρόπουλου και Δρ Χατζηβασίλη και ως έξοδα για ετοιμασία της ιατρικής έκθεσης του Δρ Ιωάννου και τα οποία και σύμφωνα με την ανάλογη μετατροπή στο ισχύον σήμερα νόμισμα στη Δημοκρατία αντιστοιχούν σε €688.57=. Όσον αφορά το θέμα της επιδίκασης τόκων και με βάση τις αρχές όπως καθορίσθηκαν στην υπόθεση Φοινικαρίδη κ.α. v. Γεωργίου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 475 και επαναλήφθηκαν και στην υπόθεση Miller Rosa Maria v. Ute Petek
(1991)1 (Γ) ΑΑΔ 2091 θεωρώ ότι παρατηρήθηκε καθυστέρηση στην καταχώρηση και την προώθηση της αγωγής. Ενώ το ατύχημα επισυνέβη στις 4/9/2006, το κλητήριο ένταλμα καταχωρήθηκε στις 25/7/
  1. Εμφάνιση εκ μέρους των εναγομένων καταχωρήθηκε στις 5/8/2008 και η Έκθεση Απαίτησης στις 7/9/
  2. Με βάση όλα τα πιο πάνω και λαμβάνοντας υπόψη τους τραυματισμούς του ενάγοντα και όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης από τις οποίες δεν φαίνεται να συνέτρεχε κανένας ιδιαίτερος λόγος για καταχώρηση του κλητηρίου εντάλματος δύο σχεδόν χρόνια μετά το ατύχημα και την καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης δύο και πλέον χρόνια μετά την καταχώρηση εμφάνισης εκ μέρους των εναγομένων, κρίνεται ότι παρατηρείται καθυστέρηση της τάξης των τριών χρόνων, την οποία δεν θα πρέπει να επιβαρυνθούν οι εναγόμενοι. Παρενθετικά να αναφέρω ότι τα όσα ανάφερε ο ευπαίδευτος συνήγορος του ενάγοντα στη γραπτή του αγόρευση σε σχέση με το θέμα της καθυστέρησης, ότι δηλαδή οφειλόταν σε διαπραγματεύσεις που γίνονταν από τους προηγούμενους δικηγόρους του ενάγοντα για εξώδικη επίλυση της διαφοράς, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη αφού για το θέμα δεν έχει προσκομισθεί σχετική μαρτυρία. Ότι είχε αναφερθεί από τον ίδιο τον ενάγοντα ήταν ότι όταν διαπίστωσε ότι η υπόθεση δεν προχωρούσε, επισκέφθηκε τους προηγούμενους δικηγόρους του οι οποίοι και του ανάφεραν ότι αντιμετώπιζαν «conflict», προφανώς σύγκρουση συμφερόντων και δεν μπορούσαν να συνεχίσουν να τον εκπροσωπούν. Γι αυτό και κρίνεται δίκαιο και λαμβανομένης υπόψη της πιο πάνω καθυστέρησης, τόσο στην καταχώρηση της υπόθεσης όσο και στην προώθηση της, όπως το ποσό των γενικών αποζημιώσεων φέρει τόκο 5,5% ετησίως από τις 4/9/2009 μέχρι εξόφλησης. Σε σχέση δε με τους τόκους που θα επιδικασθούν για τις ειδικές ζημιές του ενάγοντα, κρίνεται ως δικαιότερη προσέγγιση και για σκοπούς αποφυγής πολυδιάσπασης των ποσών, ενόψει του χαμηλού ύψους του ποσού των ειδικών αποζημιώσεων που έχουν αποδειχθεί και επειδή καμία μαρτυρία δεν δόθηκε για τις ακριβείς ημερομηνίες καταβολής των ποσών αυτών, πλην μόνο του ποσού των Λ.Κ.28= για το οποίο όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 4 καταβλήθηκε στις 29/9/2006, όπως επιδικασθεί και επί του ποσού αυτού νόμιμος τόκος 5,5% ετησίως από τις 4/9/2009 μέχρι εξόφλησης. Παρά το ότι το θέμα δεν έχει τεθεί από τους συνηγόρους, εγείρεται προς εξέταση ακόμα ένα ζήτημα ως προς την ασυνέπεια που παρατηρείται στο όνομα των εναγομένων, αφού στο κλητήριο ένταλμα, τον τύπο διορισμού δικηγόρου από τον ενάγοντα αλλά και στο σημείωμα εμφάνισης των εναγομένων και τον τύπο διορισμού δικηγόρου από τους εναγόμενους που το συνοδεύει, αναγράφονται ως εναγόμενοι οι Alfa Concrete Public Company Ltd, ενώ στην Έκθεση Απαίτησης και σε όλα τα δικόγραφα που ακολουθούν ως όνομα των εναγομένων αναγράφεται η Alfa Concrete Ltd. Επί του σημείου αυτού θα πρέπει να λεχθεί ότι όπως προκύπτει από το φάκελο, ενώ στα πιο πάνω, δηλαδή στο κλητήριο ένταλμα, τον τύπο διορισμού δικηγόρου από τον ενάγοντα και στο σημείωμα εμφάνισης των εναγομένων, είναι δακτυλογραφημένο ως όνομα των εναγομένων οι Alfa Concrete Ltd, δίπλα από το όνομα αυτό υπάρχουν συμπληρωμένα με χειρόγραφη γραφή και οι λέξεις «Public Company», δίπλα από τις οποίες υπάρχουν και κάποιες μονογραφές, με αποτέλεσμα το όνομα των εναγομένων να διαβάζεται τελικά ως Alfa Concrete Public Company Ltd. Παρατηρείται επίσης ότι δίπλα από τις χειρόγραφες σημειώσεις δεν υπάρχει υπογραφή του Πρωτοκολλητή κάτι που υποδηλοί ότι η διόρθωση του ονόματος στο κλητήριο ένταλμα έγινε πριν την καταχώρηση της αγωγής. Σημαντικό επίσης είναι ότι ο τύπος διορισμού δικηγόρου από τους εναγομένους υπογράφεται από την Alfa Concrete Public Company Ltd, της οποίας μάλιστα εταιρείας η σφραγίδα έχει τεθεί επί αυτού. Ενόψει τούτων δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ότι το κλητήριο ένταλμα καταχωρήθηκε εναντίον της εταιρείας Alfa Concrete Public Company Ltd η οποία καταχώρησε και σημείωμα εμφάνισης στη διαδικασία και όχι εναντίον της Alfa Concrete Ltd. Ενόψει τούτων κρίνεται αναγκαίο όπως πριν τη σύνταξη της απόφασης, διαταχθεί η καταχώρηση τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης με τον ορθό τίτλο και που όπως αναγράφεται στο κλητήριο ένταλμα είναι Alfa Concrete Public Company Ltd. Συνακόλουθα εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον της εναγόμενης εταιρείας για το ποσό των €6.688.57 = πλέον τόκους 5.5% ετησίως από 4/9/2009 μέχρι εξόφλησης, πλέον δικηγορικά έξοδα όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στην ανάλογη κλίμακα. Η παρούσα απόφαση να συνταχθεί μόνο αφού ο ενάγοντας καταχωρήσει Έκθεση Απαίτησης με τον ορθό τίτλο όπως αναφέρεται πιο πάνω. Υπ...... ...... ..... Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Civil / final Subject : atihima / embodio cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.