ΒΑΣΙΛΗΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ν. CH YI ROOF PROFESSIONALS LTD, Αρ. Αγωγής: 4498/07, 20/9/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A258 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4498/07 Μεταξύ: ΒΑΣΙΛΗΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ Ενάγοντα και CH. YI. ROOF PROFESSIONALS LTD Εναγομένων Ημερομηνία: 20.9.2013 Για Ενάγοντα: κα Ευαγγέλου με κα Κυπριανού. Για Εναγόμενους: κ. Αρτέμης. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή ο ενάγοντας αξιώνει γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες ζημιές, απώλειες και έξοδα που υπέστη συνεπεία ατυχήματος που επισυνέβη περί τις 14.3.06, στις αποθήκες των εναγομένων, κατά τη διάρκεια της εργοδότησης του από τους τελευταίους και το οποίο ατύχημα, σύμφωνα πάντα με τον ενάγοντα, οφείλεται στην αμέλεια και/ή στις παραβάσεις των εκ του νόμου απορρεόντων καθηκόντων των εναγομένων και/ή αντιπροσώπων και/ή υπαλλήλων αυτών. Κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και συγκεκριμένα μετά την εκ συμφώνου κατάθεση τεκμηρίων και τις δηλώσεις των συνηγόρων επί του περιεχομένου κάποιων εξ αυτών, κλήθηκε να καταθέσει ως πρώτος μάρτυρας (Μ.Ε.1) ο ενάγοντας. Επιχειρήθηκε δε η κατάθεση γραπτής δήλωσης του ως κύριας ή μέρους της κύριας εξέτασης του, δυνάμει του άρθρου 25 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9, γεγονός που συνάντησε την ένσταση του συνηγόρου των εναγομένων. Η ένσταση αφορά μέρος της παραγράφου 9, ολόκληρη την παράγραφο 12 και μέρος της παραγράφου 13 της εν λόγω γραπτής δήλωσης, τα οποία ο κ. Αρτέμης, αναπτύσσοντας τους λόγους ένστασης του, ζήτησε όπως διαγραφούν προτού η δήλωση κατατεθεί. Από την πλευρά της η συνήγορος του ενάγοντα απάντησε στα όσα ανέφερε ο κ. Αρτέμης και ζήτησε όπως η ένσταση απορριφθεί. Για σκοπούς καλύτερης κατανόησης των όσων θα ακολουθήσουν κρίνω ορθό όπως παρατεθούν αυτούσια τα μέρη εκείνα των εν λόγω παραγράφων:
- Παράγραφος 9 «...Όταν αργότερα εργοδοτήθηκα στην αποθήκη άλλης εταιρείας, για παρόμοιες εργασίες υπήρχε ειδικό κλουβί ασφαλείας με κάγκελλο στον περίγυρο, μέσα στο οποίο βρίσκεται εκείνος που θέλει να τοποθετήσει εμπορεύματα σε ψηλά ράφια και έτσι δεν υπάρχει κίνδυνος πτώσης».
- Παράγραφος 12 «Σε κάποια από τις εν λόγω επισκέψεις των διευθυντών στην αποθήκη, υπάλληλοι της εταρείας έτυχε να κάνουν παρόµοια εργασία στην αυλή της αποθήκης. Συγκεκριµένα ενώ το φορκ-λιφτ µετέφερε δέσµη ξύλων για να τα βουτήξει σε δεξαµενή µε ειδική µπογιά, κάποιος υπάλληλος βρισκόταν και αυτός σκαρφαλωµένος πάνω στα ξύλα που µετέφερε το φορκ λιφτ και τα βουτούσε στη δεξαµενή µε το υγρό για να βεβαιώνεται ότι όλη η επιφάνεια των ξύλων έµπαινε στο νερό. Ούτε σ' αυτή την περίπτωση οι µαστόροι είπαν οτιδήποτε σε σχέση µε την επικινδυνότητα της εργασίας ή για µέτρα ασφάλειας ή να δώσουν κάποιες άλλες οδηγίες για ασφαλή διεξαγωγή της εργασίας».
- Παράγραφος 13 «Ο Μιχάλης Φωτίου κατά τη µικρή διάρκεια της εργοδότησης µου στην εταιρεία, µου υπέβαλλε συνεχώς ότι θα χάσω τη δουλειά µου αν δεν τηρούσα και αν δεν έκανα αυτά που µου έλεγε ή αν έκανα ζηµιά σε εµπορεύµατα της εταιρείας και διάφορα τέτοια. Μάλιστα σε κάποια περίπτωση που δεν έκανα ότι µου ζήτησε, µου είπε ότι θα το αναφέρει στους µαστόρους για να απολυθώ. Όταν µου ζήτησε να κάνω τη συγκεκριµένη δουλειά µε τα κατρόχαρτα ήθελα να κάνω τη δουλειά µου και να τακτοποιήσω την αποθήκη όπως εξ υπαρχής µου είχαν πεί οι διευθυντές της εταιρείας που ανάφερα πιο πάνω. Αν γνώριζα τι θα πάθω φυσικά και δεν θα το έκανα. Δεν υπήρχε άλλος ασφαλής τρόπος για τη διεξαγωγή της εργασίας µου....». Αναφορικά με την παράγραφο 9 ο συνήγορος των εναγομένων ήγειρε διαζευκτικά δύο λόγους ένστασης. Ο πρώτος είναι ότι το περιεχόμενο της εν λόγω παραγράφου είναι άσχετο και ενοχλητικό. Σε σχέση με την αναφορά του σε «ενοχλητικό» εξήγησε ότι εννοεί ότι ακόμη και δικογραφημένοι να ήταν αυτοί οι ισχυρισμοί θα μπορούσε η πλευρά των εναγομένων να προβεί επιτυχώς σε αίτηση διαγραφής τους ως ενοχλητικών και παραπλανητικών. Σε περίπτωση όμως που ο πιο πάνω λόγος δεν γίνει δεκτός από το Δικαστήριο, ο συνήγορος υποστήριξε ότι, το αίτημα του θα πρέπει να επιτύχει στη βάση του ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν είναι δικογραφημένοι ούτε στην έκθεση απαίτησης αλλά ούτε και στην έκθεση υπεράσπισης. Απαντώντας στα πιο πάνω η κα Ευαγγέλου υποστήριξε ουσιαστικά ότι το εν λόγω μέρος της παραγράφου 9 είναι σχετικό με τα επίδικα θέματα εφόσον είναι επίδικο θέμα η ασφάλεια του ενάγοντα και εμπίπτει στον δικογραφημένο ισχυρισμό του ενάγοντα ότι οι εναγόμενοι δεν του παρείχαν ασφαλές σύστημα εργασίας για την συγκεκριμένη εργασία. Ήταν δε περαιτέρω η θέση της συνηγόρου ότι πρόκειται για μαρτυρία που εμπίπτει στον εν λόγω δικογραφημένο ισχυρισμό και ως τέτοια δεν χρήζει δικογράφησης. Αναφορικά με την παράγραφο 12 ο κ. Αρτέμης ήγειρε ουσιαστικά και πάλι διαζευκτικά τους ίδιους λόγους ένστασης που έθεσε και για την παράγραφο
- Όσον δε αφορά τη σχετικότητα υποστήριξε ότι γίνεται αναφορά σε κάποια επίσκεψη όπου γινόταν μια εργασία, η οποία δεν είχε καμία σχέση, σαν φύση εργασίας με την επίδικη αλλά και η σχέση ως περιγράφεται. Στην απάντηση της επί των πιο πάνω η συνήγορος του ενάγοντα υποστήριξε και πάλι ότι η παράγραφος 12 έχει άμεση σχέση με τα επίδικα θέματα όπως αυτά προκύπτουν από τα δικόγραφα. Εξήγησε ότι σύμφωνα με την παράγραφο 4 της έκθεσης υπεράσπισης οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι παρείχαν ασφαλές σύστημα εργασίας στον ενάγοντα όσον αφορά την τοποθέτηση υλικών στα ράφια. Πιο συγκεκριμένα οι εναγόμενοι ισχυρίζονται:
(1)στην παράγραφο 4(α) της έκθεσης υπεράσπισης ότι είχαν δώσει ρητές αυστηρές οδηγίες στους υπαλλήλους και/ή εργοδοτούμενους τους όπως χρησιμοποιούν ειδικά στάντς και/ή ράφια για φόρτωση και τοποθέτηση υλικών και/ή όπως χρησιμοποιούν συγκεκριμένο σύστημα εκφόρτωσης των εν λόγω υλικών,
(2)στην παράγραφο 4(β) ότι ο ενάγοντας πήρε από μόνος του πρωτοβουλία μαζί με ένα άλλο εργοδοτούμενο των εναγόμενων να τοποθετήσει σε ράφια ασφαλτικό - μονωτικό υλικό χωρίς την προηγούμενη έγκριση και/ή τις οδηγίες των εναγόντων και/ υπαλλήλων αυτών και κατά παράβαση και/ ή σε αντίθεση με τις αναφερόμενες στην παράγραφο 4(α) οδηγίες των εναγομένων και
(3)στην παράγραφο 4(ε) ότι επί του περονοφόρου οχήματος υπήρχε σε περίοπτη θέση ευδιάκριτη απαγορευτική πινακίδα χρήσης του για σκοπούς ανύψωσης προσώπων και επομένως οι ενέργειες του ενάγοντα ήταν κατά παράβαση αυτής της απαγόρευσης. Ενόψει των ανωτέρω η κα Ευαγγέλλου ουσιαστικά εισηγείται ότι η αναφερόμενη στην παράγραφο 12 μαρτυρία σκοπεί στο να δείξει ότι, εφόσον λίγες μέρες πριν το επίδικο ατύχημα στα πλαίσια εκτέλεσης παρόμοιας εργασίας οι «μαστόροι» των εναγομένων ήταν παρόντες χωρίς να αντιδράσουν, ενέκριναν το σύστημα εργασίας που χρησιμοποιήθηκε και άρα δεν ισχύει η θέση τους ότι ο ενάγοντας έκανε την επίδικη εργασία χωρίς την προηγούμενη έγκριση τους. Τέλος όσον αφορά την παράγραφο 13 και πάλι ο συνήγορος των εναγομένων ήγειρε διαζευκτικά τους ίδιους δύο λόγους ένστασης. Ανέφερε δε προς επίρρωση αυτών ότι οι αναφερόμενοι στην παράγραφο 13 ισχυρισμοί άπτονται της συμπεριφοράς ενός από τους εμπλεκόμενους στην υπόθεση για τον οποίο η πλευρά του ενάγοντα ισχυρίζεται ότι μαζί προέβησαν στις ενέργειες οι οποίες κατέληξαν στο ατύχημα, κάτι που αποδέχονται και οι εναγόμενοι και ότι ως εκ τούτου ο ενάγοντας είχε την ευκαιρία σε σχέση με αυτό να δικογραφήσει τις λεπτομέρειες στις οποίες αναφέρεται στην εν λόγω παράγραφο, κάτι που δεν έπραξε. Περαιτέρω ο συνήγορος υποστήριξε ότι τα όσα αναφέρονται εκεί δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με το επίδικο ατύχημα. Η κα Ευαγγέλου από την πλευρά της υποστήριξε σχετικά ότι και το περιεχόμενο της παραγράφου 13 αποτελεί μαρτυρία που αφορά τα επίδικα θέματα όπως αυτά προκύπτουν από τα δικόγραφα. Παρέπεμψε δε στην παράγραφο 4 της έκθεσης απαίτησης όπου αναφέρεται ότι ο ενάγοντας ενεργούσε κατόπιν οδηγιών των εναγομένων και/ή των αντιπροσώπων τους και/ή των υπηρετών τους. Επίσης δήλωσε ότι δεν συμφωνεί με τον κ. Αρτέμη ότι ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι αποφάσισε να κάνει τη συγκεκριμένη εργασία μαζί με τον άλλο εργοδοτούμενο και ανέφερε ότι αντίθετα είναι οι εναγόμενοι που, στην παρ. 4(β) της έκθεσης υπεράσπισης, ισχυρίζονται ότι είναι από μόνος του που πήρε την πρωτοβουλία να κάνει ότι έκανε. Ως εκ τούτου, εξήγησε, η παράγραφος 13 σκοπεί στο να αντικρούσει τον εν λόγω δικογραφημένο ισχυρισμό των εναγομένων και να δείξει ότι ο ενάγοντας δεν ανάλαβε την πρωτοβουλία από μόνος του αλλά ότι ενεργούσε κάτω από την συνεχή πίεση του Μιχαλάκη Φωτίου, υπαλλήλου και/ή αντιπροσώπου των εναγομένων. Πριν προχωρήσω στην εξέταση ενός εκάστου των λόγων ένστασης θα πρέπει κατ' αρχή να αναφερθούν τα ακόλουθα: Η δυνατότητα προβολής μαρτυρίας ενός μάρτυρα κατά την κυρίως εξέταση του με τη μορφή γραπτής δήλωσης εισήχθη με το άρθρο 25 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, ως τροποποιήθηκε με το Νόμο 32(Ι)/04. Ως δε έχει εξηγηθεί στην Ζερβού κ.α. ν. Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. 192/2009, ημερ. 5.9.12, η «νέα αυτή διαδικασία δεν στερεί με οποιοδήποτε τρόπο τη δυνατότητα προβολής ενστάσεων, ιδιαιτέρως επί θεμάτων που άπτονται των δικογραφημένων θέσεων ή και ακόμη ενστάσεων επί θεμάτων που καλύπτονται από το δίκαιο της απόδειξης. Η γραπτή δήλωση δεν παρέχει απεριόριστο δικαίωμα σε ένα μάρτυρα να καταθέσει ότι επιθυμεί, εάν αυτό έρχεται σε αντίθεση με τους πιο πάνω κανόνες. Στόχος και σκοπός είναι η οικονομία χρόνου και δαπάνης». Εάν δε τεθεί θέμα ότι η γραπτή δήλωση ή μέρος αυτής εμπεριέχει μαρτυρία, η οποία δεν πρέπει να γίνει αποδεκτή, το θέμα εξετάζεται από το Δικαστήριο ad hoc όπως σε κάθε άλλη περίπτωση (βλ. Πιέρου ν. Ηλία
(2010)1(B) Α.Α.Δ. 843). Ξεκινώντας από την ένσταση αναφορικά με το μέρος της παραγράφου 9 κρίνω ότι αυτή δεν μπορεί να ευσταθήσει για κανένα εκ των λόγων που εισηγείται ο συνήγορος των εναγομένων. Το θέμα της παροχής ή όχι ασφαλούς συστήματος εργασίας από τους εναγόμενους-εργοδότες προς τον ενάγοντα-εργοδοτούμενο αποτελεί ένα από τα κύρια και ουσιώδη επίδικα θέματα στην παρούσα υπόθεση. Ο δε ενάγοντας στην έκθεση απαίτησης του ουσιαστικά υποστηρίζει ότι οι εναγόμενοι είχαν μεταξύ άλλων υποχρέωση να του παρέχουν κατάλληλα και ασφαλή μέσα και ασφαλές και/ή ενδεδειγμένο σύστημα εργασίας (βλ. παρ. 3) κάτι που δεν έπραξαν (βλ. παρ. 5(α-γ και ν). Με την εν λόγω μαρτυρία φαίνεται ότι ο ενάγοντας θα προσπαθήσει να καταδείξει την ύπαρξη κάποιου άλλου μέσου και/ή συστήματος εργασίας που θεωρεί ότι ήταν κατάλληλο και ασφαλές αφού, ως εκεί αναφέρει, εξαφάνιζε τον κίνδυνο πτώσης, σε αντίθεση με αυτό που αναφέρει ότι χρησιμοποιήθηκε στην επίδικη περίπτωση. Αποτελεί δε αυτό το μέρος της παραγράφου 9 συνέχεια του πρώτου μέρους της όπου ο ενάγοντας αναφέρει ουσιαστικά ότι δεν του παρασχέθηκαν ασφαλή ή κατάλληλα μέσα ή ασφαλής μέθοδος εργασίας. Η εν λόγω μαρτυρία κρίνεται λοιπόν υπό τις περιστάσεις σχετική και εμπίπτουσα στους δικογραφημένους ισχυρισμούς του ενάγοντα και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ενοχλητική και παραπλανητική, ως εισηγείται η υπεράσπιση. Όσον αφορά δε τους λόγους ένστασης που αφορούν την παράγραφο 12 της γραπτής δήλωσης, από τα όσα ανέφερε η συνήγορος του ενάγοντα προκύπτει ουσιαστικά ότι με αυτήν επιχειρείται η αντίκρουση δικογραφημένων θέσεων των εναγομένων στην έκθεση υπεράσπισης και συγκεκριμένα όσον αφορά: τις «ρητές αυστηρές οδηγίες» που είχαν δώσει για συγκεκριμένο σύστημα εκφόρτωσης (παρ. 4(α), ότι ο ενάγοντας από μόνος του πήρε την πρωτοβουλία μαζί με ένα άλλο υπάλληλο των εναγομένων να τοποθετήσει σε ράφια ασφαλτικό - μονωτικό υλικό χωρίς την προηγούμενη έγκριση και/ή τις οδηγίες των εναγόντων και/ υπαλλήλων αυτών και κατά παράβαση και/ ή σε αντίθεση με τις προαναφερόμενες οδηγίες (παρ. 4(β) και ότι επί του περονοφόρου οχήματος υπήρχε σε περίοπτη θέση ευδιάκριτη απαγορευτική πινακίδα χρήσης του για σκοπούς ανύψωσης προσώπων και επομένως οι ενέργειες του ενάγοντα ήταν κατά παράβαση αυτής της απαγόρευσης (παρ. 4(ε). Ως εξηγείται και στο σύγγραμμα του Τ. Ηλιάδη, Το Δίκαιο της Απόδειξης σελ. 238 ο γενικός κανόνας είναι ότι ο κάθε διάδικος θα πρέπει να παρουσιάζει τη μαρτυρία πάνω στην οποία θα βασίσει την υπόθεση του προτού κλείσει την υπόθεση του. Αυτό προϋποθέτει ότι ο διάδικος πρέπει να προβλέψει ποια είναι τα επίδικα θέματα και να προετοιμάσει τη μαρτυρία η οποία είναι αναγκαία για να καλύψει τα θέματα που θα εγερθούν. Η δικογράφηση λοιπόν των εν λόγω θέσεων από τους εναγομένους δίδει ασφαλώς το δικαίωμα στον ενάγοντα κατά τη μαρτυρία του να προσπαθήσει να αντικρούσει και/ή κατάρριψει αυτές τις θέσεις. Η μαρτυρία δε που επιχειρείται να εισαχθεί με την παράγραφο 12 της γραπτής δήλωσης φαίνεται ότι αυτόν τον σκοπό έχει και σε καμία περίπτωση δεν εκφεύγει αυτού. Συνεπώς δεν μπορεί να θεωρηθεί ως άσχετη με τα επίδικα θέματα και σε καμία περίπτωση ενοχλητική και παραπλανητική. Τα όσα έχουν αναφερθεί αμέσως ανωτέρω ισχύουν και για το περιεχόμενο της παραγράφου 13 εφόσον ως φαίνεται με αυτό σκοπείται, από τη μια να υποστηριχθεί η δικογραφημένη θέση του ενάγοντα ότι κατά τον χρόνο του ατυχήματος ενεργούσε κατόπιν οδηγιών των εναγόντων και/ή των αντιπροσώπων τους και/ή των υπηρετών τους (παρ. 4) και από την άλλη ταυτόχρονα να αντικρουσθεί και/ή καταρριφθεί η δικογραφημένη θέση των εναγομένων ότι ο ενάγοντας ενήργησε με δική του πρωτοβουλία και κατά παράβαση ρητών αυστηρών οδηγιών των εναγομένων και/ή των υπαλλήλων και/ή των αντιπροσώπων αυτών (παρ. 4(β). Ως εκ των άνω κρίνεται ότι το περιεχόμενο των υπό αναφορά παραγράφων της γραπτής δήλωσης του Μ.Ε.1 περιέχει αποδεκτή μαρτυρία. Είναι δε αυτονόητο αλλά κρίνω ότι εν πάση περιπτώσει θα πρέπει να αναφερθεί ότι, η αποδοχή της πιο πάνω μαρτυρίας στο στάδιο αυτό δεν σημαίνει αυτόματα και αποδοχή των γεγονότων τα οποία αφορά ως αληθή. Η πλευρά των εναγομένων έχει το δικαίωμα να αντεξετάσει τον μάρτυρα επί αυτής και το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψην όλα τα δεδομένα που θα τεθούν ενώπιον του, στο τέλος της δίκης θα την αξιολογήσει και θα καταλήξει ανάλογα σε αποδοχή της ή μη, για σκοπούς ευρημάτων. Ως εκ των άνω η ένσταση των εναγομένων απορρίπτεται. Επιτρέπεται η κατάθεση ως τεκμηρίου της γραπτής δήλωσης του Μ.Ε.1, η οποία σημειώνεται ως Τεκμήριο 8. (Υπ.) ............. Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Actions/Interim (Αναφορά: Αστικό/Ενδιάμεση/Ένσταση στην κατάθεση γραπτής δήλωσης δυνάμει του άρθρου 25 του περί Αποδείξεως Νόμου) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο