Ευρυπίδη Ιορδάνη Αργυρόπουλου κ.α. ν. Demil Imports Exports Co Ltd, Αρ. Γενικής Αίτησης: 946/2009, 3/9/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A245 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Γενικής Αίτησης: 946/2009 Αναφορικά με τον Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο Κεφ.224 και των Τροποποιητικών αυτού Νόμων από 3/60 μέχρι 165(Ι)/2007 και των Κανονισμών επί του άρθρου 80 του
- Μεταξύ:
- Ευρυπίδη Ιορδάνη Αργυρόπουλου
- Κωνσταντίας Λιασίδη Αργυρόπουλου από Γόλγων 50, 3027 Λεμεσός Εφεσειόντων/Αιτητών και Demil Imports Exports Co Ltd από Δημήτρη Λιπέρτη 8, 3090 Λεμεσός Εφεσιβλήτων/Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 03.09.13 Εμφανίσεις: Για Εφεσείοντες 1 & 2-Αιτητές 1 & 2: κος Βεζούβιος (ο κος Π. Ασσιώτης για ν' ακούσει απόφαση) Για Εφεσίβλητους-Καθ' ων η αίτηση: κος Ντ. Καψάλης ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση-έφεση οι Εφεσείοντες/Αιτητές (στο εξής οι 'Εφεσείοντες') αξιώνουν την έκδοση διατάγματος με το οποίο να κηρύσσεται άκυρη και/ή παράνομη και/ή στερημένη οποιουδήποτε αποτελέσματος η απόφαση του Διευθυντή Κτηματολογίου και Χωρομετρίας (στο εξής ο 'Διευθυντής') ημερομηνίας 18.11.09 με την οποία αποφασίστηκε η αίτηση τους για επίλυση συνοριακής διαφοράς. Η αίτηση-έφεση Οι Εφεσείοντες εφεσιβάλουν την απόφαση του Διευθυντή στη βάση των πιο κάτω λόγων:
- Ο Διευθυντής πήρε την εν λόγω απόφαση καθ' υπέρβαση των εξουσιών που του παρέχει ο Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμος (Κεφ.224) μετά των τροποποιήσεων του.
- Η εν λόγω απόφαση του Διευθυντή είναι παράνομη, αντισυνταγματική, εσφαλμένη και αυθαίρετη ως μη βασιζόμενη επί όλων των πραγματικών δεδομένων, χωρίς να λάβει υπόψη του την επί τόπου κατάσταση των κτημάτων των διαδίκων, καθώς επίσης και προγενέστερες υποδείξεις υπό του Διευθυντή αναφορικά με το εγγεγραμμένο σύνορο που εκ συμφώνου τα μέρη αποδέχτηκαν.
- Προσέτι η απόφαση του Διευθυντή είναι παράνομη, αντισυνταγματική, εσφαλμένη και αυθαίρετη καθότι ανατρέπει προηγούμενη και/ή προηγούμενες αποφάσεις του Διευθυντή που έμμεσα και/ή άμεσα αποδεικνύουν το λανθασμένο της απόφασης του.
- Η απόφαση του Διευθυντή δεν είναι δεόντως αιτιολογημένη και/ή πάσχει από έλλειψη αιτιολογίας και/ή επαρκούς αιτιολογίας και/ή ουδεμία αναφορά γίνεται στους παράγοντες που λήφθηκαν υπόψη για τη λήψη της απόφασης.
- Ο Διευθυντής αγνόησε παντελώς την μαρτυρία και/ή πραγματικά γεγονότα με τα οποία σχετίζεται η εν λόγω απόφαση.
- Ο Διευθυντής και/ή ο αντιπρόσωπος του έκαναν λανθασμένες μετρήσεις και/ή εκτιμήσεις και/ή αγνόησαν παντελώς την επιτόπου κατάσταση.
- Κατά την επιτόπια κατάσταση χρησιμοποιήθηκαν ανεπαρκή και/ή ανακριβή όργανα μέτρησης και/ή αυτά ήταν τεχνικά ελαττωματικά.
- Κατά την επιτόπια εξέταση ο Διευθυντής και/ή ο αντιπρόσωπος του δεν χρησιμοποίησαν σταθερά σημεία για την καταμέτρηση επί του εδάφους και/ή χρησιμοποίησε λανθασμένα σταθερά σημεία.
- Κατά την επιτόπια εξέταση δεν χρησιμοποιήθηκαν τα ορθά μέσα επίλυσης της διαφοράς και/ή χρησιμοποιήθηκαν λανθασμένα κριτήρια και/ή έγιναν λανθασμένες μετρήσεις και/ή άλλως.
- Οι Εφεσείοντες/Αιτητές κατά την επιτόπια εξέταση υπέδειξαν προς το Διευθυντή και/ή προς τον αντιπρόσωπο του την επί τόπου κατάσταση όπως αυτή διαμορφώθηκε μετά την οικειοθελή παραχώρηση μέρους του κτήματος των Εφεσιβλήτων και/ή των προκατόχων τους.
- Ο Διευθυντής και/ή ο αντιπρόσωπος του αγνόησαν παντελώς την επιτόπου κατάσταση, η οποία προϋπήρχε από πολλών χρόνων.
- Η επιτόπια εξέταση που έγινε από το Διευθυντή και/ή αντιπρόσωπο του έγινε με τρόπο αυθαίρετο και/ή λανθασμένο και/ή αντικανονικό.
- Κατά την επιτόπια εξέταση δεν ακολουθήθηκε η ορθή και/ή κανονική διαδικασία και/ή πρακτική.
- Ο Διευθυντής παρέλειψε να εξετάσει την υπό κρίση υπόθεση τηρώντας και/ή ακολουθώντας την ορθή και/ή νενομισμένη διαδικασία και/ή πρακτική.
- Η απόφαση του Διευθυντή είναι εσφαλμένη αυθαίρετη και στηρίζεται σε πλάνη περί τα πράγματα και/ή εσφαλμένα νομικά κριτήρια. Η υπό κρίση αίτηση-έφεση εδράζεται στα άρθρα 50, 58, 80 και 85 του Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμος (Κεφ.224) όπως τροποποιήθηκε με τους Νόμους αρ.3/60 μέχρι έως 165(Ι)/2007, στο άρθρο 29 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), στους Κανονισμούς 1, 2, 5, 6, 7, 8, 9, 16 και 17 των Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών του 1956, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και τη σχετική Νομολογία. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης Στις 02.12.10 οι Εφεσίβλητοι/Καθ' ων η αίτηση (στο εξής οι 'Εφεσίβλητοι') καταχώρησαν ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης επί των ακόλουθων λόγων:
- Οι Εφεσίβλητοι εγείρουν πρώτη προδικαστική ένσταση και ισχυρίζονται ότι η παρούσα αίτηση είναι εκπρόθεσμη και ως τέτοια θα πρέπει να απορριφθεί.
- Οι Εφεσίβλητοι εγείρουν δεύτερη προδικαστική ένσταση και ισχυρίζονται ότι η παρούσα αίτηση είναι αβάσιμη και παράτυπη και στερείται νομικού ερείσματος και ούτως πρέπει να απορριφθεί καθότι δεν στηρίζεται σε νομική βάση και/ή σε ορθή νομική βάση και ειδικά δεν στηρίζεται στο άρθρο 58 του Κεφ.224 και κατά παράβαση της ρητής πρόνοιας του Κανονισμού 5
(1)των Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών του 1956 (στο εξής οι σχετικοί 'Κανονισμοί'), ο οποίος προβλέπει ότι στην αίτηση θα αναφέρεται η νομική βάση αυτής.
- Ανεξάρτητα από την έκβαση των πιο πάνω προδικαστικών ενστάσεων, οι Εφεσίβλητοι ισχυρίζονται ότι ο Διευθυντής ενήργησε ορθά και νόμιμα.
- Ο Διευθυντής ενήργησε σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κεφ.224 και των σχετικών Κανονισμών και όχι καθ' υπέρβαση των εξουσιών που του παρέχουν η πιο πάνω νομοθεσία και κανονισμοί, επιδεικνύοντας της σχετική επιμέλεια.
- Η απόφαση του Διευθυντή ημερομηνίας 18.11.09 είναι καθ' όλα νόμιμη, σύμφωνη με το Σύνταγμα, ορθή και βασιζόμενη σε όλα τα πραγματικά δεδομένα της υπόθεσης.
- Η απόφαση του Διευθυντή ημερομηνίας 18.11.09 είναι δεόντως αιτιολογημένη και η αιτιολογία αυτής είναι πλήρης και επαρκής και ο Διευθυντής έλαβε υπόψη όλους τους παράγοντες τους απαιτούμενους για τη λήψη αυτής.
- Ο Διευθυντής έλαβε στην ολότητα τους υπόψη τα πραγματικά γεγονότα που σχετίζονται με την υπόθεση και τα οποία έπρεπε να λάβει υπόψη του με βάση το νόμο και τη νομολογία για την έκδοση της απόφασης ημερομηνίας 18.11.
- Ο Διευθυντής και/ή οι αντιπρόσωποι του, κατά την εξέταση της υπόθεσης, προέβησαν στις ορθές μετρήσεις και/ή εκτιμήσεις και/ή έλαβαν υπόψη στην ολότητα της την επί τόπου κατάσταση.
- Ο Διευθυντής για επίλυση της συνοριακής διαφοράς χρησιμοποίησε χωρομετρικά όργανα ακριβείας.
- Ο Διευθυντής και/ή οι αντιπρόσωποι του κατά την εξέταση της παρούσας υπόθεσης έλαβαν υπόψη σταθερά σημεία από τις γύρω περιοχές με βάση το εν χρήσει σχέδιο και τους φακέλους που αφορούν τα επίδικα κτήματα.
- Ως εκ των ανωτέρω, το εγγεγραμμένο εμβαδό των επιδίκων κτημάτων ουδεμία αλλαγή παρουσιάζει καθότι τα εγγεγραμμένα σύνορα των κτημάτων παραμένουν αναλλοίωτα.
- Ο Διευθυντής εξέτασε την υπό κρίση υπόθεση τηρώντας και ακολουθώντας την ορθή και σύμφωνη με το Νόμο διαδικασία και/ή πρακτική, κρίνοντας την με βάση τις αρχές φυσικής δικαιοσύνης και με τρόπο δίκαιο, χωρίς να παραβλάπτονται με αυτήν τα οποιαδήποτε συμφέροντα των ενδιαφερομένων.
- Οι αιτούμενες αξιώσεις και/ή θεραπείες είναι αυθαίρετες, ατεκμηρίωτες, δεν βασίζονται στο νόμο και τη νομολογία και δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη.
- Η αίτηση είναι ουσιαστικά και τυπικά αβάσιμη, παράτυπη, αστήριχτη και δεν παρουσιάζει λόγους που να δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί με έξοδα σε βάρος των Εφεσειόντων. Η ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης στηρίζεται στα άρθρα 50, 58, 80 και 85 του Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμος (Κεφ.224) όπως τροποποιήθηκε με τους Νόμους αρ.3/60 μέχρι έως 165(Ι)/2007, στο άρθρο 29 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), στους Κανονισμούς 1, 2, 5, 6, 7, 8, 9, 16 και 17 των Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών του 1956, στη Διάταξη 48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στη σχετική Νομολογία και εν γένει πρακτική των Δικαστηρίων. Προσαχθείσα μαρτυρία Η μαρτυρία που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση των Εφεσειόντων προέρχεται από την ένορκο δήλωση ημερομηνίας 18.12.09 του Εφεσείοντα Αρ.1, Ευρυπίδη Ιορδάνη Αργυρόπουλου, καθώς επίσης από την ένορκο δήλωση ημερομηνίας 08.04.11 της κυρίας Γιάννας Χαραλάμπους, Τεχνικού Μηχανικού Χωρομετρίας στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού. Στις εν λόγω ενόρκους δηλώσεις επισυνάπτονται διάφορα έγγραφα ως τεκμήρια. Η δε μαρτυρία που υποστηρίζει την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης των Εφεσιβλήτων προέρχεται από την ένορκο δήλωση ημερομηνίας 02.12.10 του Διευθυντή των Εφεσιβλήτων, Ηλία Καψάλη, καθώς επίσης από την ένορκο δήλωση ημερομηνίας 15.06.11 του κυρίου Χριστόδουλου Μάρκου, ιδιώτη τοπογράφου. Στις εν λόγω ενόρκους δηλώσεις επισυνάπτονται διάφορα έγγραφα ως τεκμήρια. Στην ένορκο δήλωση του ο Ευρυπίδης Ιορδάνη Αργυρόπουλου (Εφεσείοντας Αρ.1) αναφέρει περιληπτικά τα εξής: · Είναι εγγεγραμμένος συνιδιοκτήτης μαζί με την σύζυγο του Κωνσταντία Λιασίδη Αργυρόπουλου (Εφεσείουσα Αρ.2) του οικοπέδου με αριθμό εγγραφής 34705, τεμάχιο 710, φύλλο/σχέδιο 54/580203 στην ενορία Αγία Ζώνη της επαρχίας Λεμεσού. · Μετά από ειδοποίηση του Διευθυντή και έπειτα από επιτόπια έρευνα, ο Διευθυντής έκδωσε την επίδικη απόφαση ημερομηνίας 18.11.09 με αριθμό ΑΧ1986/06, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται στην ένορκο δήλωση αυτή ως Τεκμήρια 'Α'. · Περί το έτος 1988 και προτού οι Εφεσείοντες προχωρήσουν με την ανέγερση της οικίας τους προέβηκαν σε οριοθέτηση του οικοπέδου με το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού να τους υποδεικνύει ως σύνορα του με το συνορεύον οικόπεδο με αριθμό εγγραφής 34704 τα υφιστάμενα. · Οι ιδιοκτήτες του συνορεύοντος οικοπέδου με αριθμό εγγραφής 34704 προέβησαν στην ανέγερση πολυκατοικίας εντός του οικοπέδου τους και με βάση το υφιστάμενο σύνορο τους με το συνορεύον οικόπεδο των Εφεσειόντων. · Κατά την επιτόπια εξέταση από την οποία πρόεκυψε η επίδικη απόφαση του Διευθυντή, ο Διευθυντής παρέλειψε να ερευνήσει κατά πόσο η επιτόπου κατάσταση ταυτίζεται, συνάδει ή συμφωνεί με τα εν χρήσει σχέδια. · Οι μετρήσεις του Διευθυντή και/ή αντιπροσώπου του είναι λανθασμένες επειδή βασίζονται σε αυθαίρετα συμπεράσματα και/ή προαποφασισμένη απόφαση. · Τα ορόσημα που ο Διευθυντής και/ή αντιπρόσωπος του έχουν τοποθετήσει δεν αντιπροσωπεύουν την ορθή κατοχή του κτήματος των Εφεσειόντων εδώ και πλέον 20 χρόνια. · Ακόμα και αν η απόφαση του Διευθυντή είναι ορθή, το πλάτος 25-35 εκατοστόμετρα του διαφιλονικούμενου μέρους είναι τόσο μικρό που καθιστά τη διαφορά αμελητέα. · Η ζημιά που οι Εφεσείοντες θα υποστούν από τυχόν εφαρμογή της απόφασης του Διευθυντή είναι τεράστια λόγω της υψομετρικής διαφοράς των δύο οικοπέδων και των εξόδων κατεδάφισης και επανοικοδόμησης του τοίχου των συνόρων. Αντίθετα, οι ιδιοκτήτες του συνορεύοντος οικοπέδου με αριθμό εγγραφής 34704 δεν θα υποστούν οποιαδήποτε ζημιά επειδή έχουν πωλήσει και παραδώσει όλα τα διαμερίσματα της πολυκατοικίας στους αγοραστές με αποτέλεσμα να μην διαθέτουν έννομο συμφέρον στην υλοποίηση της απόφασης του Διευθυντή. Στην ένορκο δήλωση του ο Χριστόδουλος Μάρκου, εγγεγραμμένος ιδιώτης τοπογράφος εξ' επαγγέλματος, μέλος του Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου (στο εξής το 'Ε.Τ.Ε.Κ.'), δηλώνει, μεταξύ άλλων, τα πιο κάτω: · Ασχολείται με κάθε είδους χωρομετρική εργασία όπως είναι η ετοιμασία σχεδίων, οριοθέτηση ακινήτων, συνοριακές διαφορές, διαχωρισμούς οικοπέδων και πολυκατοικιών, υψομετρήσεις κ.λ.π. · Ο ενόρκως δηλών έχει παρουσιαστεί αρκετές φορές σε Δικαστήριο ως εμπειρογνώμονας μάρτυρας για διαφορετικές υποθέσεις που αφορούν κυρίως υποθέσεις συνοριακών διαφορών. · Περί τις 02.06.11, κατόπιν οδηγιών που έλαβε από τους δικηγόρους των Εφεσειόντων, ο ενόρκως δηλών διεξήγαγε χωρομετρική εργασία σε σχέση με το τεμάχιο υπ' αριθμό
- Συγκεκριμένα, ο ίδιος προέβηκε σε αποτύπωση του οικοπέδου και συσχετισμό με το εν χρήσει σχέδιο και τη χωρομετρία της περιοχής με βάση τη συνοριακή διαφορά των Εφεσειόντων με τους ιδιοκτήτες του συνορεύοντος οικοπέδου με αριθμό
- · Με βάση την έρευνα του, ο ενόρκως δηλών ετοίμασε σχεδιάγραμμα που επισυνάπτεται στην παρούσα ένορκη δήλωση ως Τεκμήριο 1, σύμφωνα με το οποίο ουδεμία επέμβαση υπάρχει από το τεμάχιο υπ' αριθμό 710 εις βάρος του τεμαχίου υπ' αριθμό 711, ενώ δε ο υφιστάμενος τοίχος βρίσκεται ακριβώς στα σύνορα των δύο τεμαχίων. · Σύμφωνα με τα πιο πάνω, η απόφαση του Διευθυντή σχετικά με τα σύνορα των δύο τεμαχίων δεν είναι ορθή. Αντίθετα στην ένορκο δήλωση του ο διευθυντής των Εφεσιβλήτων Ηλίας Καψάλης, αφού ουσιαστικά επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης, δηλώνει ότι ο Διευθυντής έλαβε υπόψη του όλα τα πραγματικά δεδομένα της υπόθεσης ελέγχοντας το εμβαδό των δύο επιδίκων κτημάτων, το οποίο δεν επηρεάζεται με την εν λόγω απόφαση. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλών, δεν έχουν δημιουργηθεί νέα τεμάχια, ούτε οι συντελεστές άλλαξαν αλλά απλά με την απόφαση αυτή του Διευθυντή καθορίστηκε το σύνορο των επιδίκων ακινήτων με βάση τα εν χρήσει επίσημα κτηματολογικά σχέδια. Στην ένορκο δήλωση της η Γιάννα Χαραλάμπους, Τεχνικός Μηχανικός Χωρομετρίας στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού, αναφέρει συνοπτικά τα ακόλουθα: - Οι Εφεσείοντες είναι οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/34705, τεμάχιο υπ' αριθμό 710, φύλλο/σχέδιο 54/28.02.03, block 4, ενορία Αγία Ζώνη, Δήμος Λεμεσού ενώ οι Εφεσίβλητοι είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του γειτονικού ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/34704, τεμάχιο υπ' αριθμό 711, φύλλο/σχέδιο 54/28.02.03, block 4, ενορία Αγίας Ζώνης, Δήμος Λεμεσού. - Με την αίτηση τους ΑΧ1986/06 οι Εφεσίβλητοι αποτάθηκαν στον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Λεμεσού για οριοθέτηση του ακινήτου τους. Η εξέταση της αίτησης ανατέθηκε στην ενόρκως δηλούσα το έτος 2007, η οποία, αφού προχώρησε σε προεργασία, στις 28.06.07 προέβηκε σε επιτόπια εξέταση διαπιστώνοντας ότι υπάρχει περιτοίχισμα που επεμβαίνει στο τεμάχιο υπ' αριθμό 711 από τους εγγεγραμμένους ιδιοκτήτες του τεμαχίου υπ' αριθμό
- - Για τις χωρομετρικές εργασίες χρησιμοποιήθηκε το χωρομετρικό βιβλίο 4601 σελ.16 με τη βοήθεια του οποίου έγινε έλεγχος για να διαφανεί αν οι κατασκευές που βρίσκονται εντός και εκτός των τεμαχίων είναι ορθές και σύμφωνα με τα εγγεγραμμένα σύνορα. - Για τους διάφορους ελέγχους χρησιμοποιήθηκε η μετροταινία. - Μετά από την επιτόπια έρευνα ετοιμάστηκε σχέδιο και αποδόθηκε η χωρομετρία του περιτοιχίσματος και η χωρομετρία των τεμαχίων υπ' αριθμό 710 και 711, όπως αντιγράφηκαν από το χωρομετρικό βιβλίο 4601 σελ.
- Ακολούθως, ετοιμάστηκε νέα χωρομετρική σελίδα στο χωρομετρικό βιβλίο Μ1476 σελ.44-45, η οποία επισυνάπτεται στην παρούσα ένορκη δήλωση ως Τεκμήριο
- Για την απόδοση των τεμαχίων χρησιμοποιήθηκε το εν χρήσει κτηματικό σχέδιο και το χωρομετρικό βιβλίο 4601 σελ. 16, το οποίο επίσης επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση αυτή ως Τεκμήριο 2 και που ετοιμάστηκε για την παλαιότερη υπόθεση Α2032/
- - Στη συνέχεια ενημερώθηκαν οι Εφεσίβλητοι για την επέμβαση που υπάρχει στο τεμάχιο τους και τους ζητήθηκε όπως συμπληρώσουν τα σχετικά έντυπα για να μετατραπεί η αίτηση τους από οριοθέτηση σε διαφορά συνόρων. - Στις 06.07.07 στάλθηκαν οι σχετικές ειδοποιήσεις που προνοούνται από τη νομοθεσία. Στις 01.08.07 διεξήχθη από την Γιάννα Χαραλάμπους επιτόπια εξέταση της επίδικης συνοριακής διαφοράς στην παρουσία των δύο Εφεσειόντων και του διευθυντή των Εφεσιβλήτων, Ηλία Καψάλη. - Αφού υποδείχτηκε από τους ενδιαφερομένους το διαφιλονικούμενο μέρος, η ενόρκως δηλούσα προέβηκε σε χωρομετρική εργασία τοποθετώντας τα ορόσημα που καθορίζουν τη θέση του εγγεγραμμένου κοινού συνόρου των επίδικων τεμαχίων. - Από τη χωρομετρική εργασία που διεξήγαγε η ενόρκως δηλούσα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι μέσα στη διαφιλονικούμενη λωρίδα γης υπήρχε περιτοίχισμα που τοποθετήθηκε από τους Εφεσείοντες και επενέβαινε στο τεμάχιο υπ' αριθμό
- - Η χωρομετρική εργασία που έγινε ελέγχθηκε από αρμόδιο λειτουργό και βρέθηκε ορθή. Με βάση τη χωρομετρική εργασία ετοιμάστηκε σχετικό σχεδιάγραμμα, το οποίο επισυνάπτεται στην παρούσα ένορκη δήλωση ως Τεκμήριο
- Στο εν λόγω σχεδιάγραμμα η έκταση γης που σημειώνεται με κίτρινο και κόκκινο χρώμα αποτελεί μέρος του ακινήτου με αριθμό τεμαχίου 711 και της εγγραφής 0/34704 στο όνομα των Εφεσιβλήτων. Ακροαματική διαδικασία Η διαδικασία που ακολουθείται κατά την εκδίκαση υποθέσεων όπως την παρούσα ρυθμίζεται από τον Κανονισμό 10
(3)του Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών 1956 (στο εξής οι 'σχετικοί Κανονισμοί'), όπως αυτοί τροποποιήθηκαν από τον (Τροποποιητικό)(Αρ.2) Διαδικαστικό Κανονισμό 2006, τον οποίο το Ανώτατο Δικαστήριο έκδωσε στις 10.11.06, το λεκτικό του οποίου παρέχεται πιο κάτω: "Η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών." Η ακροαματική διαδικασία της επίδικης αίτησης-έφεσης διεξήχθη στη βάση του περιεχομένου των προαναφερόμενων ενόρκων δηλώσεων χωρίς να υπάρξει αντεξέταση οποιουδήποτε ενόρκως δηλούντα. Μέσα από τις αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων ανέπτυξαν τα δικά τους νομικά επιχειρήματα προκειμένου να υποστηρίξουν τις εκατέρωθεν εισηγήσεις τους. Από την πλευρά των Εφεσειόντων, ο ευπαίδευτος συνήγορος τους ουσιαστικά επαναλαμβάνει τους λόγους που εφεσιβάλει την παρούσα απόφαση του Διευθυντή. Ο δε συνήγορος των Εφεσιβλήτων με παραπομπή σε νομολογία ευσεβάστως εισηγείται ότι ο ιδιώτης χωρομέτρης, στη μαρτυρία του οποίου οι Εφεσείοντες στηρίζουν κυρίως την επίδικη αίτηση, προχώρησε στα συμπεράσματα που φαίνονται στην ένορκο δήλωση του αγνοώντας τη χωρομετρική εργασία που έγινε σύμφωνα με την αίτηση ΑΧ1986/
- Παράλληλα, είναι η θέση του συνηγόρου των Εφεσειόντων ότι ο ιδιώτης τοπογράφος προέβηκε σε αποτύπωση του οικοπέδου και σε συσχετισμό με τον εν χρήσει σχέδιο και τη χωρομετρία της περιοχής αγνόησε παντελώς το εν χρήσει κτηματικό σχέδιο και το χωρομετρικό βιβλίο 4601 σελ.16 που ετοιμάστηκε για την παλιότερη υπόθεση Α2032/45 και επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 2 στην ένορκο δήλωση της Γιάννας Χαραλάμπους. Προδικαστικά ζητήματα Θα ασχοληθώ πρώτα με ορισμένα προδικαστικά ζητήματα, των οποίων η εξέταση εκ φύσεως προέχει της εκδίκασης των λόγων επί των οποίων η απόφαση του Διευθυντή εφεσιβάλλεται και που ουσιαστικά άπτονται της ουσίας της. Ο μηχανισμός για τον έλεγχο των αποφάσεων του Διευθυντή του Κτηματολογίου που εμπίπτουν στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου προσφέρεται από το άρθρο 80 του Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου (Κεφ.224) μετά των συναφών τροποποιήσεων. Το εν λόγω άρθρο, το περιεχόμενο του οποίου παρέχεται αυτούσια πιο κάτω, προνοεί ακόμη τη χρονική περίοδο εντός της οποίας δύναται ο παραπονούμενος να εφεσιβάλει την απόφαση του Διευθυντή με την οποία διαφωνεί καταχωρώντας σχετική αίτηση-έφεση, όπως την υπό κρίση υπόθεση : " Κάθε πρόσωπο το οποίο έχει παράπονο κατά οποιασδήποτε διαταγής, ειδοποίησης ή απόφασης του Διευθυντή, που διενεργήθηκε, δόθηκε ή λήφθηκε δυνάμει των διατάξεων του Νόμου αυτού δύναται, εντός τριάντα ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης σε αυτόν της διαταγής αυτής, ειδοποίησης ή απόφασης να υποβάλει έφεση στο Δικαστήριο και το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει επί αυτής τέτοιο διάταγμα ως ήθελε είναι δίκαιο αλλά, κανένα Δικαστήριο δεν επιλαμβάνεται οποιασδήποτε αγωγής ή διαδικασίας επί οποιουδήποτε ζητήματος σε σχέση με το οποίο ο Διευθυντής έχει εξουσία να ενεργεί δυνάμει των διατάξεων του Νόμου αυτού, εκτός με έφεση όπως προνοείται στο άρθρο αυτό: Νοείται ότι το Δικαστήριο δύναται, αν ικανοποιηθεί ότι λόγω απουσίας από τη Δημοκρατία, ασθένειας ή άλλης εύλογης αιτίας το παραπονούμενο πρόσωπο εμποδίζετο από του να υποβάλει έφεση εντός της περιόδου των τριάντα ημερών, να παρατείνει την προθεσμία εντός της οποίας δύναται να υποβληθεί έφεση υπό τέτοιους όρους όπως αυτό ήθελε θεωρήσει σκόπιμο." [Η έμφαση είναι του Δικαστηρίου] Οι Εφεσίβλητοι ισχυρίζονται ότι η παρούσα αίτηση είναι εκπρόθεσμη, θέση με την οποία βέβαια διαφωνούν οι Εφεσείοντες. Σύμφωνα με το πιο πάνω άρθρο, έφεση σε απόφαση του Διευθυντή που εκδίδεται καταχωρείται εντός 30 ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης της απόφασης στο μέρος που επιθυμεί να την ανατρέψει. Δεν αποκλείεται όμως το Δικαστήριο να παρατείνει την περίοδο καταχώρησης τέτοιας αίτησης-έφεσης αν ικανοποιηθεί εξαιτίας απουσίας του από την Κυπριακή Δημοκρατία ή ασθένειας του ή ένεκα ύπαρξης άλλης εύλογης αιτίας ο παραπονούμενος εμποδίστηκε από του να καταχωρήσει έγκαιρα την υπόθεση του. Στην προκειμένη περίπτωση, οι Εφεσίβλητοι παρέλειψαν να προσκομίσουν οποιαδήποτε μαρτυρία που να δείχνει ότι οι Εφεσείοντες αδικαιολόγητα καταχώρησαν την υπό κρίση υπόθεση σε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 30 ημερών που προνοεί το άρθρο 80 του Κεφ.224, παραλείποντας έτσι να τεκμηριώσουν τον ισχυρισμό τους αυτό. Κατ' ακρίβεια οι Εφεσίβλητοι καμία μαρτυρία προσκόμισαν που να αποδεικνύει πότε ακριβώς η απόφαση του Διευθυντή κοινοποιήθηκε στους διαδίκους. Αντίθετα, το Τεκμήριο 'Α' που είναι η απόφαση του Διευθυντή και επισυνάπτεται στην ένορκο δήλωση των Εφεσειόντων φέρει ημερομηνία έκδοσης την 18η Νοεμβρίου 2009, στοιχείο που παρέμεινε αναντίλεκτο μέσα από την εκδίκαση της υπόθεσης αυτής. Με γνώμονα ότι η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε στις 18.12.09, γεγονός που επίσης παρέμεινε αναντίλεκτο, προκύπτει ότι η υπό κρίση αίτηση-έφεση καταχωρήθηκε την 30η ημέρα από της εκδόσεως της απόφασης. Το στοιχείο αυτό από μόνο του καταρρίπτει την εκδοχή των Εφεσιβλήτων περί εκπρόθεσμης καταχώρησης της παρούσας υπόθεσης. Πέραν όμως και ανεξαρτήτως αυτού, στην παράγραφο 7 του εγγράφου υπό τον τίτλο 'Αιτιολογημένη Απόφαση του Διευθυντή' ημερομηνίας 23.12.09 που αποτελεί προέκταση του Τεκμηρίου 'Α' και καταχωρήθηκε στο δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης μετά την προώθηση της υπόθεσης αυτής στο Δικαστήριο, γίνεται ρητή αναφορά ότι η απόφαση του Διευθυντή εκδόθηκε στις 18.11.09 και κοινοποιήθηκε στα ενδιαφερόμενα μέρη με συστημένο ταχυδρομείο στις 23.11.
- Όλα αυτά τα στοιχεία δεν αμφισβητήθηκαν από τους Εφεσίβλητους και σε συνδυασμό με την επίσης αδιαμφισβήτητη καταχώρηση της υπό κρίσης υπόθεσης στις 18.12.09 οδηγούν με ασφάλεια στο συμπέρασμα ότι η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε εμπρόθεσμα. Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός των Εφεσιβλήτων απορρίπτεται ως αβάσιμος. Οι Εφεσίβλητοι επίσης ισχυρίζονται ότι η παρούσα αίτηση είναι αβάσιμη, παράτυπη και στερείται νομικού ερείσματος καθότι δεν στηρίζεται στο άρθρο 58 του Κεφ.224 και κατά παράβαση της ρητής πρόνοιας του Κανονισμού 5
(1)των Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών του 1956. Το Δικαστήριο δεν συμμερίζεται τη θέση αυτή. Το περιεχόμενο της νομικής βάσης της παρούσας αίτησης-έφεσης αφήνει έκθετο τον εν λόγω ισχυρισμό των Εφεσιβλήτων σε απόρριψη. Μελετώντας τη νομική βάση της υπό κρίση αίτησης-έφεσης, παρατηρώ ότι αυτή, μεταξύ άλλων, εδράζεται στα άρθρα 58 και 80 του Κεφ.224 και στον Κανονισμό 5 των Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών του 1956, γεγονός που αυτόματα καταρρίπτει τον πιο πάνω ισχυρισμό των Εφεσιβλήτων ως ανυπόστατο. Επιπλέον, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι στην γραπτή αγόρευση του συνηγόρου των Εφεσιβλήτων επισυνάπτεται αντίγραφο έκθεσης εκτίμησης ημερομηνίας 03.12.12 από συγκεκριμένο οίκο εγκεκριμένων εκτιμητών ακινήτων. Ο ευπαίδευτος συνήγορος στην αγόρευση του προχωρεί στο σχολιασμό της εν λόγω έκθεσης καταλήγοντας σε δικά του συμπεράσματα. Πρόκειται για μαρτυρία που προσκομίστηκε από το συνήγορο των Εφεσειόντων στα πλαίσια απόδειξης των θέσεων των πελατών του. Η σχετική επί του θέματος αυτού νομολογία επισημαίνει ότι οι αγορεύσεις των δικηγόρων δεν είναι τρόπος προσαγωγής μαρτυρίας και κατ' επέκταση δεν αποτελούν παραδεχτή μέθοδο για εισαγωγή μαρτυρίας. Συνεπώς, οι αγορεύσεις των δικηγόρων δεν πρέπει να περιέχουν μαρτυρία (βλέπε El Fath Co. for International Trade S.A.E. v. E.D.T. Shipping Ltd και άλλος
(1992)1Β Α.Α.Δ. 1255 και Zachariades & Pantelides Enterprises Ltd v. Fiat Auto S.P.A.
(2000)1Α Α.Α.Δ. 447). Η εισαγωγή μαρτυρίας μέσα από τη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου των Εφεσιβλήτων δεν αφήνει άλλη επιλογή στο Δικαστήριο από το να αγνοήσει την εν λόγω μαρτυρία στην ολότητα της. Το Δικαστήριο ακόμη αγνοεί όλα τα συμπεράσματα και γενικά τα σχόλια που ο εν λόγω συνήγορος προβαίνει με βάση την μαρτυρία αυτή. Από την άλλη, οι Εφεσείοντες στην παράγραφο 10 της ενόρκου δηλώσεως του Εφεσείοντα Αρ.1 χαρακτηρίζουν, ανάμεσα σ' άλλα, την απόφαση του Διευθυντή προαποφασισμένη. Με τον χαρακτηρισμό τους αυτό οι Εφεσείοντες αφήνουν αιχμές για την αμεροληψία της διαδικασίας που ακολουθήθηκε και της απόφασης του Διευθυντή που εκδόθηκε. Εξετάζοντας τον ισχυρισμό τους αυτό κρίνω ότι δεν έχει καμία προοπτική επιτυχίας. Κατ' αρχήν, οι Εφεσείοντες δεν τον επικαλούνται μέσα από τις δικογραφημένες θέσεις τους αλλά τον αναφέρουν για πρώτη φορά μέσα από τη μαρτυρία του Εφεσείοντα Αρ.1 και συνεπώς θεωρώ ότι για το λόγο και μόνο αυτό δεν πρέπει να χρήζει περαιτέρω σχολιασμού. Ανεξαρτήτως όμως αυτού, η αδικαιολόγητα εκ των υστέρων θέση αυτή των Εφεσιβλήτων είναι έκθετη σε απόρριψη και για τον επιπλέον λόγο ότι παρόλο που αυτοί είχαν το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού τους, εντούτοις παρέλειψαν να παραθέσουν τα στοιχεία εκείνα που θα τον τεκμηρίωναν. Ελλείψει του πραγματικού υποστηριχτικού υποβάθρου επί του θέματος αυτού, ο εν λόγω γενικός και αόριστος ισχυρισμός των Εφεσιβλήτων απορρίπτεται ως παντελώς αβάσιμος. Νομική πτυχή Όπως έχει ήδη λεχθεί πιο πάνω, οι αποφάσεις του Διευθυντή του Κτηματολογίου που εμπίπτουν στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου ελέγχονται δικαστικά στη βάση του άρθρου 80 του Κεφ.224. Οι αρχές που διέπουν τον δικαστικό έλεγχο αποφάσεων του Διευθυντή του Κτηματολογίου είναι καλά θεμελιωμένες. Η νομολογία υποδεικνύει ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο κατά την αναθεώρηση της απόφασης του Διευθυντή πρέπει να εφαρμόζει τις αρχές που διέπουν το δικαστικό έλεγχο διοικητικών πράξεων ή αποφάσεων που εμπίπτουν εντός της σφαίρας του δημοσίου δικαίου με τη διαφορά πως το Επαρχιακό Δικαστήριο δικαιούται να αντικαταστήσει την κρίση του Διευθυντή με τη δική του. Όσο και αν η απόφαση του Διευθυντή στις περιπτώσεις αυτές είναι οιονεί δικαστική, εξακολουθεί να αποτελεί μέρος της διοικητικής διαδικασίας την οποία ο Διευθυντής, ως διοικητικό όργανο, στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου σ' αυτή την περίπτωση, διεξάγει για την εκπλήρωση των ειδικών καθηκόντων που του αναθέτει ο Νόμος και την άσκηση των αντίστοιχων εξουσιών του. Το κτηματολόγιο είναι ο φυσιολογικός φορέας επίλυσης θεμάτων που εμπίπτουν στον τομέα πραγματογνωμοσύνης του (βλέπε Constantinos Nicolaou Georghiou ν. Evangelia HjiGeorghiou HjiPhesa
(1970)1 CLR 58, Kafieros and another v. Theocharous and others
(1978)1 C.L.R. 619, Αθανάση και άλλοι v. Χατζημάμα και άλλου
(1990)1 Α.Α.Δ. 208, Θεονίτσα Σωφρονίου Σολομώντος ν. Παναγιώτα Παπανεοκλή
(1992)1 Α.Α.Δ. 906, Κουμής v. Κούντουρου
(1992)1Β Α.Α.Δ. 1312 και Φιλίππου v. Στυλιανού
(1992)1Α Α.Α.Δ. 548). Το εύρος της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου δεν περιορίζει την έρευνα στον έλεγχο της νομιμότητας της απόφασης του διευθυντή αλλά επεκτείνεται και στην ορθότητα της καθώς και στις ρυθμίσεις των δικαιωμάτων των διαδίκων με γνώμονα το δίκαιο. Μπορεί έτσι το Δικαστήριο να αντικαταστήσει την κρίση του Διευθυντή με τη δική του και να εκδώσει οποιαδήποτε διαταγή κρίνει δίκαιη. Εξακολουθεί όμως η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να οριοθετείται σε συνάρτηση προς το συγκεκριμένο ζήτημα που τίθεται ενώπιον του το οποίο και προσδιορίζει τη φύση του δικαστικού έργου που είναι δυνατό να αναληφθεί (βλέπε Λιασίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1989)1 Α.Α.Δ. 185 και Αθανάση και άλλοι v. Χατζημάμα και άλλου
(1990)1 Α.Α.Δ. 208, Κουμής v. Κούντουρου
(1992)1Β Α.Α.Δ. 1312, Πατσαλίδης v. Δαμασκηνού
(2004)1Β Α.Α.Δ. 1248 και Κυριάκου v. Παπαστεφάνου
(2010)1 Α.Α.Δ. 496). Ωστόσο οι κτηματολογικές αρχές δεν είναι αρμόδιες να επιλύουν περιουσιακές διαφορές κάτω από οποιεσδήποτε διατάξεις νόμου. Ούτε ο Διευθυντής έχει εξουσία να εμπλακεί στην εξέταση ζητημάτων σχετικά με τη διακρίβωση αστικών δικαιωμάτων όπως κατ' ισχυρισμό δικαίωμα λόγω εχθρικής κατοχής κ.λ.π. Ομοίως το Δικαστήριο, κατά την αναθεώρηση της απόφασης του Διευθυντή, δεν έχει τέτοια εξουσία. Τα θέματα αυτά πρέπει να αποφασίζονται από αρμόδιο δικαστήριο όπως προβλέπεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος και συγκεκριμένα στη βάση καταχωρημένης αγωγής (βλέπε Abraham Hassidoff v. Paul Antoine-Aristide Santi & others
(1970)1 C.L.R. 220, Κουμής v. Κούντουρου
(1992)1Β Α.Α.Δ. 1312, Κραμβιάς και άλλης v. Θεοδοσίου
(2000)1Α Α.Α.Δ. 267, Νέο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Κάτω Βαρωσιών Λτδ v. Διευθυντή Κτηματολογίου και Χωρομετρικού Τμήματος Λάρνακας και άλλων
(2005)1Β Α.Α.Δ. 1137 και Σωφρονίου Χρίστου Χατζησωφρονίου αντιπρόσωπος των Αντώνη και Χρυσήλιου Χρήστου Χατζησωφρονίου v. Δημοσθένους, Πολιτική Έφεση 111/2008 ημερομηνίας 20.05.11). Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν θα αντικαταστήσει εύκολα την δική του διακριτική ευχέρεια με εκείνη του Διευθυντή. Θα υιοθετήσει τέτοια πορεία μόνο εφόσον υπάρχουν ισχυροί λόγοι οι οποίοι αποδεικνύονται με αποδεκτή μαρτυρία και οι οποίοι συνηγορούν προς αυτή την κατεύθυνση (βλέπε Παύλου κ.α. ν. Νεοφύτου
(1995)1 Α.Α.Δ. 973, Αριστοτέλους v. Χ'' Κυριάκου και άλλου
(2001)1Α Α.Α.Δ. 100 και Σωφρονίου Χρίστου Χατζησωφρονίου αντιπρόσωπος των Αντώνη και Χρυσήλιου Χρήστου Χατζησωφρονίου v. Δημοσθένους, Πολιτική Έφεση 111/2008 ημερομηνίας 20.05.11). Λόγοι ακύρωσης που λαμβάνονται υπόψη από το Ανώτατο Δικαστήριο για ακύρωση μιας διοικητικής πράξης, όπως για παράδειγμα παράβαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης, έλλειψη δέουσας έρευνας, έλλειψη αιτιολογίας, πλάνη περί το νόμο ή τα πράγματα, τυγχάνουν ανάλογης εφαρμογής και σε υποθέσεις που αφορούν τον έλεγχο αποφάσεων του Διευθυντή (βλέπε Σωφρονίου Χρίστου Χατζησωφρονίου αντιπρόσωπος των Αντώνη και Χρυσήλιου Χρήστου Χατζησωφρονίου v. Δημοσθένους, Πολιτική Έφεση 111/2008 ημερομηνίας 20.05.11). Η απόφαση του Διευθυντή που είναι αποτέλεσμα εξέτασης αίτησης για συνοριακή διαφορά ακινήτων, όπως είναι η δική μας υπόθεση, υπόκειται σε έλεγχο από το Επαρχιακό Δικαστήριο και συνεπώς εμπίπτει στη σφαίρα του άρθρου 80 του Κεφ.
- Η εξουσία του Διευθυντή να επιλύει συνοριακή διαφορά ακινήτων παρέχεται μέσα από τα άρθρα 50 και 58 του Κεφ.
- Θεωρώ ορθό να παραθέσω αυτούσιο το περιεχόμενο των προαναφερόμενων άρθρων. Ειδικότερα το άρθρο 50 του Κεφ.224 προνοεί τα εξής: " Η έκταση γης που καλύπτεται από εγγραφή τίτλου επί ακίνητης ιδιοκτησίας είναι η έκταση του τεμαχίου με το οποίο δύναται να συσχετιστεί η εγγραφή πάνω σε οποιοδήποτε Κυβερνητικό χωρομετρικό σχέδιο ή πάνω σε οποιοδήποτε άλλο σχέδιο που καταρτίστηκε πάνω σε κλίμακα από το Διευθυντή: Νοείται ότι όταν η εγγραφή δεν δύναται να συσχετιστεί με οποιοδήποτε τέτοιο σχέδιο η έκταση αυτή είναι η έκταση της γης στην οποία δικαιούται ο κάτοχος του τίτλου λόγω εχθρικής κατοχής, αγοράς ή κληρονομιάς." Το δε άρθρο 58 του Κεφ.224 περιέχει τα πιο κάτω: "
(1)Όταν αναφύεται οποιαδήποτε διαφορά ως προς τα σύνορα οποιασδήποτε εγγεγραμμένης γης, ο Διευθυντής επιλύει τη διαφορά αυτή, σε πρώτο στάδιο, κατόπι ειδοποίησης που δίνεται στα μέρη τουλάχιστο δεκατέσσερις ημέρες προηγουμένως, η οποία πληροφορεί αυτά για το χρόνο κατά τον οποίο θα επιθεωρηθούν τα υπό αμφισβήτηση σύνορα και κανένα Δικαστήριο δεν επιλαμβάνεται οποιασδήποτε αγωγής ή άλλης διαδικασίας αναφορικά με τη διαφορά αυτή, εκτός αν αυτή επιλύθηκε σε πρώτο στάδιο όπως προνοείται στο άρθρο αυτό.
(2)Ο Διευθυντής δύναται να αποφασίσει επί της διαφοράς στην περίπτωση απουσίας οποιουδήποτε μέρους που ειδοποιήθηκε όπως προνοείται στο εδάφιο
(1).
(3)Μόλις ο Διευθυντής αποφασίσει επί διαφοράς συνόρων, δίνει ειδοποίηση στα εμπλεκόμενα στη διαφορά μέρη για την απόφαση του και τοποθετεί τέτοια ορόσημα ως ήθελε θεωρήσει σκόπιμο για κατάδειξη της γραμμής των συνόρων όπως αυτή αποφασίστηκε από αυτόν και προβαίνει σε τέτοιες καταμετρήσεις και σημειώσεις όπως δυνατό να απαιτούνται προς διακρίβωση της θέσης των οροσήμων.
(4)Η δαπάνη τοποθέτησης των οροσήμων βαρύνει το μέρος το οποίο κατά τη γνώμη του Διευθυντή, βρίσκεται σε άδικο και η δαπάνη αυτή δύναται να εισπραχθεί κατά τον τρόπο που προβλέπεται από τον περί Εισπράξεως Φόρων Νόμο." Το πότε υπάρχει συνοριακή διαφορά εξετάστηκε στην παλαιά υπόθεση Ibrahim v. Souleyman
(1953)19 C.L.R. 237, όπου, ανάμεσα σ' άλλα, λέχθηκε ότι συνοριακή διαφορά έχουμε στην περίπτωση που το σύνορο περιγράφεται στον τίτλο ιδιοκτησίας ή απεικονίζεται σε σχέδιο και η φιλονικία είναι ως προς το που το φυσικό σύνορο πράγματι βρίσκεται επί της γης έτσι ώστε να συμμορφώνεται με τον τίτλο ή το σχέδιο. Δεν αποτελεί συνοριακή διαφορά η αμφισβήτηση ως προς το κατά πόσο η περιγραφή του ακινήτου στο πιστοποιητικό εγγραφής ή ο καθορισμός των συνόρων του σε σχέδιο είναι ορθός ή εσφαλμένος. Η συνοριακή διαφορά επιλύεται ορθά με την ορθή μεταφορά της γραμμής του συνόρου επί του σχεδίου στο έδαφος. Επομένως, η συνοριακή διαφορά υπό την έννοια του άρθρου 58 του Κεφ.224 (πρώην άρθρο 56) θεωρείται αμφισβήτηση ως προς την τοποθέτηση συνόρων ακινήτου επί του εδάφους με τρόπο που να ανταποκρίνεται προς το σύνορο που περιγράφεται στο πιστοποιητικό εγγραφής ή καθορίζεται σε σχέδιο. Βέβαια δεν αποκλείεται η περίπτωση όπου ένα φυσικό σύνορο μπορεί να αποτελέσει βοήθεια στην επίλυση συνοριακής διαφοράς (βλέπε Theodorou v. Hadjiantoni
(1961)C.L.R. 203). Το βάρος απόδειξης του εσφαλμένου της απόφασης του Διευθυντή το φέρει ο εφεσείοντας (βλέπε Αριστοτέλους v. Χ'' Κυριάκου και άλλου
(2001)1Α Α.Α.Δ. 100, Παπαχρυσοστόμου v. Παπασταύρου και άλλος
(2004)1Α Α.Α.Δ. 546 και Κτωρίδη v. Επάρχου Λεμεσού και άλλων
(2005)1 Α.Α.Δ. 541). Επιπρόσθετα, η απόφαση του Διευθυντή πρέπει να είναι αιτιολογημένη. Η υποχρέωση του Διευθυντή να δικαιολογήσει την απόφαση του πηγάζει από τη φύση της διαδικασίας που είναι οιονεί δικαστική και από τις ρητές πρόνοιες του Κανονισμού 6
(2)και
(3)των σχετικών Κανονισμών (βλέπε Παύλου κ.α. ν. Νεοφύτου
(1995)1 Α.Α.Δ. 973 και Χειμώνας v. Γεωργίου κ.α.
(1999)1Α Α.Α.Δ. 108). Παράλληλα, αξίζει να σημειωθεί ότι κατά την επίλυση συνοριακών διαφορών τα εν χρήσει σχέδια αποτελούν αυθεντικό οδηγό ανεξαρτήτως του βαθμού ακρίβειας που μπορεί να έχουν (βλέπε Ρωσσίδου v. Κυπριανού
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1695). Όμως οι επί τόπου μετρήσεις αποτελούν προϋπόθεση για τον έλεγχο της ορθότητας απόφασης του Διευθυντή (βλέπε Κυριάκου v. Παπαστεφάνου
(2010)1 Α.Α.Δ. 496). Αξιολόγηση μαρτυρίας, ευρήματα και συμπεράσματα Δικαστηρίου Στο δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης αυτής, εκτός από την απόφαση του Διευθυντή υπό τον τίτλο 'Ειδοποίηση συνοριακής διαφοράς' ημερομηνίας 18.11.09, βρίσκεται η έκθεση της απόφασης του ημερομηνίας 23.12.09, έγγραφο που φέρει τον τίτλο 'Αιτιολογημένη Απόφαση του Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας'. Στην παρούσα περίπτωση η εξέταση της νομιμότητας και ορθότητας της απόφασης του Διευθυντή και της αιτιολογημένης έκθεσης της απόφασης που εφεσιβάλλεται, τα οποία αποτελούν το αντικείμενο του προκείμενου δικαστικού ελέγχου, γίνεται στη βάση των όσων αναφέρονται και επισυνάπτονται ως τεκμήρια στις γραπτές ένορκες δηλώσεις. Από το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό τα ακόλουθα παρέμειναν ως αδιαμφισβήτητα γεγονότα: Ø Οι Εφεσείοντες είναι οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/34705, τεμάχιο 710, φύλλο/σχέδιο 54/580203 στην ενορία Αγία Ζώνη της επαρχίας Λεμεσού. Ø Οι Εφεσίβλητοι είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του γειτονικού ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/34704, τεμάχιο υπ' αριθμό 711, φύλλο/σχέδιο 54/580203, block 4, στην ενορία Αγία Ζώνη της επαρχίας Λεμεσού. Ø Τα προαναφερόμενα δύο ακίνητα συνορεύουν μεταξύ τους. Ø Με την αίτηση τους ΑΧ1986/06 οι Εφεσίβλητοι αποτάθηκαν στον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Λεμεσού για οριοθέτηση του ακινήτου τους. Το έτος 2007 η αίτηση των Εφεσιβλήτων ανατέθηκε για εξέταση στην Γιάννα Χαραλάμπους, Τεχνικό Μηχανικό Χωρομετρίας στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού, η οποία, αφού προχώρησε σε προεργασία, στις 28.06.07 προέβηκε σε επιτόπια εξέταση και σε χωρομετρικές εργασίες διαπιστώνοντας ότι υπάρχει περιτοίχισμα που επεμβαίνει στο τεμάχιο υπ' αριθμό 711 από τους Εφεσείοντες. Ø Για τις χωρομετρικές εργασίες χρησιμοποιήθηκε το χωρομετρικό βιβλίο 4601 σελ.16 με τη βοήθεια του οποίου έγινε έλεγχος για να διαφανεί αν οι κατασκευές που βρίσκονται εντός και εκτός των τεμαχίων είναι ορθές και σύμφωνα με τα εγγεγραμμένα σύνορα. Ø Για τους διάφορους ελέγχους χρησιμοποιήθηκε η μετροταινία. Ø Μετά από την επιτόπια έρευνα ετοιμάστηκε σχέδιο και αποδόθηκε η χωρομετρία του περιτοιχίσματος και η χωρομετρία των τεμαχίων υπ' αριθμό 710 και 711, όπως αντιγράφηκαν από το χωρομετρικό βιβλίο 4601 σελ.
- Ακολούθως, ετοιμάστηκε νέα χωρομετρική σελίδα στο χωρομετρικό βιβλίο Μ1476 σελ.44-
- Για τις χωρομετρικές εργασίες στα επίδικα ακίνητα χρησιμοποιήθηκε το εν χρήσει κτηματικό σχέδιο και το χωρομετρικό βιβλίο 4601 σελ. 16, που ετοιμάστηκε για την παλαιότερη υπόθεση Α2032/
- Ø Στη συνέχεια ενημερώθηκαν οι Εφεσίβλητοι για την επέμβαση που υπάρχει στο τεμάχιο τους και τους ζητήθηκε όπως συμπληρώσουν τα σχετικά έντυπα για να μετατραπεί η αίτηση τους από οριοθέτηση σε διαφορά συνόρων. Ø Στις 06.07.07 στάλθηκαν στους διαδίκους οι σχετικές ειδοποιήσεις που προνοούνται από τη νομοθεσία. Ø Στις 01.08.07 διεξήχθη από την Γιάννα Χαραλάμπους επιτόπια εξέταση της επίδικης συνοριακής διαφοράς στην παρουσία των Εφεσειόντων και του διευθυντή των Εφεσιβλήτων, Ηλία Καψάλη. Ø Αφού υποδείχτηκε από τους ενδιαφερομένους το διαφιλονικούμενο μέρος, η Γιάννα Χαραλάμπους προέβηκε σε χωρομετρική εργασία τοποθετώντας τα ορόσημα που καθορίζουν τη θέση του εγγεγραμμένου κοινού συνόρου των επίδικων τεμαχίων. Ø Από τη χωρομετρική εργασία που διεξήγαγε η Γιάννα Χαραλάμπους κατέληξε στο συμπέρασμα ότι μέσα στη διαφιλονικούμενη λωρίδα γης υπήρχε περιτοίχισμα που τοποθετήθηκε από τους Εφεσείοντες και επενέβαινε στο τεμάχιο υπ' αριθμό 711, ιδιοκτησίας των Εφεσιβλήτων. Ø Η χωρομετρική εργασία που έγινε ελέγχθηκε από αρμόδιο λειτουργό και βρέθηκε ορθή. Με βάση τη χωρομετρική εργασία ετοιμάστηκε σχετικό σχεδιάγραμμα, στο οποίο σημειώνεται η έκταση γης που αποτελεί μέρος του ακινήτου των Εφεσιβλήτων. Ø Η απόφαση του Διευθυντή εκδόθηκε στις 18.11.09 και κοινοποιήθηκε με συστημένο ταχυδρομείο στους διαδίκους στις 23.11.
- Όλα τα πιο πάνω καθίστανται ευρήματα του Δικαστηρίου. Θα εξετάσω τώρα μέσα από την αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας κατά πόσο η απόφαση του Διευθυντή είναι νόμιμη και ορθή στη βάση του προαναφερόμενου νομικού πλαισίου υπό το φως των λόγων έφεσης που οι Εφεσείοντες προβάλουν, πάντοτε σε συνάρτηση με τις δικογραφημένες θέσεις των Εφεσιβλήτων όπως αυτές παρουσιάζονται δια των λόγων ένστασης τους. Οι Εφεσείοντες ισχυρίζονται ότι ο Διευθυντής έλαβε την απόφαση του καθ' υπέρβαση των εξουσιών που του παρέχει το Κεφ.224 (1ος λόγος έφεσης). Αντίθετη είναι η θέση των Εφεσιβλήτων. Από την ενώπιον μου μαρτυρία δεν διαπιστώνω οτιδήποτε που θα με οδηγούσε σ' ένα τέτοιο συμπέρασμα. Ούτε και ο συνήγορος των Εφεσειόντων μέσα από την αγόρευση του πρόταξε οποιοδήποτε συγκεκριμένο νομικό επιχείρημα που θα δικαιολογούσε κάτι τέτοιο. Κατά συνέπεια, ο 1ος λόγος έφεσης απορρίπτεται ως ανεδαφικός. Οι Εφεσείοντες περαιτέρω ισχυρίζονται ότι η απόφαση του Διευθυντή είναι παράνομη, αντισυνταγματική, εσφαλμένη και αυθαίρετη επειδή δεν βασίζεται επί των πραγματικών δεδομένων και δεν λαμβάνει υπόψη της την επί τόπου κατάσταση των ακινήτων, η οποία διαμορφώθηκε με προηγούμενες υποδείξεις του Διευθυντή (2ος, 3ος, 10ος και 11ος λόγοι έφεσης). Αντίθετη είναι η θέση των Εφεσιβλήτων. Προκειμένου να υποστηρίξουν τη θέση τους αυτή ο Εφεσείοντας Αρ.1 επικαλείται οριοθέτηση του τεμαχίου των Εφεσειόντων περί το έτος 1988 με το κτηματολόγιο να τους υποδεικνύει σαν σύνορο του οικοπέδου τους με το συνορεύον επίδικο ακίνητο των Εφεσιβλήτων το υφιστάμενο σύνορο προτού προχωρήσουν με την ανέγερση οικοδομής εντός του τεμαχίου υπ' αριθμό
- Η μαρτυρία όμως αυτή του Εφεσείοντα είναι εντελώς απογυμνωμένη από τις λεπτομέρειες εκείνες που θα την καθιστούσαν πειστική. Από την μαρτυρία αυτή απουσιάζουν ουσιώδεις στοιχεία όπως ο αριθμός της κατ' ισχυρισμό αίτησης για οριοθέτηση του τεμαχίου των Εφεσειόντων το έτος 1988, το κατά πόσο υπάρχει απόφαση του Διευθυντή επί της εν λόγω αίτησης για οριοθέτηση καθώς επίσης το αποτέλεσμα της αίτησης αλλά και το περιεχόμενο τέτοιας απόφασης μέσα από την οποία θα καταγράφονταν τα σχετικά ευρήματα και συμπεράσματα του Διευθυντή. Πέραν από την πιο πάνω μαρτυρία, η οποία περιορίζεται σε επίπεδο απλής λεκτικής διατύπωσης, κανένα άλλο στοιχείο σημειώνεται ή επισυνάπτεται που να καθιστά την μαρτυρία αυτή του Εφεσείοντα Αρ.1 συγκεκριμένη στη βάση χειροπιαστών στοιχείων με αποτέλεσμα έτσι να αφαιρεί κάθε μορφή αξιοπιστίας από αυτή. Μπροστά σ' αυτές τις εγγενείς και ουσιαστικές αδυναμίες, το κομμάτι της μαρτυρίας αυτής του Εφεσείοντα Αρ.1 επί του εν λόγω θέματος παρέμεινε γενικό, αόριστο και χωρίς υποστηρικτικό πραγματικό υπόβαθρο με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να μην το αποδέχεται ως ορθό, αληθές και αξιόπιστο. Αναπόφευκτα οι 2ος, 3ος, 10ος και 11ος λόγοι έφεσης απορρίπτονται ως ανυπόστατοι. Ανεξαρτήτως όμως των πιο πάνω, δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι οι Εφεσείοντες αποδέχτηκαν να συμμετέχουν σε διαδικασία επίλυσης συνοριακής διαφοράς του ακινήτου τους με το συνορεύον επίδικο ακίνητο των Εφεσιβλήτων, ανταποκρινόμενοι έτσι στο κάλεσμα που έλαβαν από το Διευθυντή μέσω σχετικής γραπτής ειδοποίησης, δηλώνοντας παρών στην επιτόπια εξέταση απόν την αρμόδια λειτουργό του κτηματολογίου την 01.08.07 χωρίς να αναφέρουν οτιδήποτε περί προηγούμενης οριοθέτησης του ακινήτου τους σε σχέση με το ίδιο ακίνητο των Εφεσιβλήτων. Η μη αναφορά του γεγονότος αυτού τότε στην αρμόδια λειτουργό του κτηματολογίου σε συνδυασμό με τη μη παροχή οποιασδήποτε δικαιολογίας για την παράλειψη αυτή ενισχύει την ορθότητα της πιο πάνω κατάληξης του Δικαστηρίου καθιστώντας έτσι τη θέση των Εφεσειόντων για οριοθέτηση του ακινήτου τους το έτος 1988 σε σχέση με το συνορεύον επίδικο ακίνητο των Εφεσιβλήτων ως εκ των υστέρων πρόφαση μη ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα. Επίσης οι Εφεσείοντες ευσεβάστως εισηγούνται ότι ο Διευθυντής δεν ακολούθησε την ορθή, νενομισμένη και κανονική διαδικασία και πρακτική κατά την επιτόπια εξέταση και γενικότερα κατά την εξέταση της υπόθεσης αυτής, θέση με την οποία διαφωνούν οι Εφεσίβλητοι (12ος, 13ος και 14ος λόγοι έφεσης). Από τα ενώπιον μου στοιχεία δεν υπάρχει κάτι που να τεκμηριώνει τη θέση αυτή των Εφεσειόντων. Αντίθετα, υπάρχουν σωρεία ευρημάτων που καταρρίπτουν την εκδοχή αυτή. Συγκεκριμένα, προκύπτει ότι στις 06.07.07 ο Διευθυντής, ως προϊστάμενος του τμήματος κτηματολογίου και χωρομετρίας απέστειλε στους διαδίκους τις ειδοποιήσεις που προνοούνται από τη νομοθεσία για να είναι παρόντες, αν επιθυμούσαν, στην επιτόπια εξέταση που θα γινόταν από τεχνικό μηχανικό χωρομετρίας στα πλαίσια εξέτασης της αίτησης των Εφεσιβλήτων για επίλυση συνοριακής διαφοράς σε σχέση με τα δύο επίδικα συνορεύοντα ακίνητα. Πράγματι την 01.08.08 τεχνικός μηχανικός χωρομετρίας πραγματοποίησε επιτόπια εξέταση στην παρουσία των Εφεσειόντων και του διευθυντή των Εφεσιβλήτων. Τα ίδια τα ενδιαφερόμενα μέρη υπέδειξαν το διαφιλονικούμενο μέρος στην τεχνικό μηχανικό χωρομετρίας, η οποία στηριζόμενη στο εν χρήσει κτηματικό σχέδιο και σε χωρομετρικό βιβλίο προέβηκε σε χωρομετρική εργασία ελέγχοντας έτσι αν οι κατασκευές που βρίσκονται εντός και εκτός των τεμαχίων είναι ορθές και σύμφωνα με τα εγγεγραμμένα σύνορα. Έγιναν διάφοροι έλεγχοι και μετρήσεις και γι' αυτά χρησιμοποιήθηκε μετροταινία. Γενικά για την επίλυση της συνοριακής διαφοράς χρησιμοποιήθηκαν τα συνήθη όργανα που ο κλάδος χωρομετρίας χρησιμοποιεί για την εξέταση τέτοιου είδους υποθέσεων. Ακολούθως ετοιμάστηκε σχέδιο στο οποίο αποτυπώθηκε η χωρομετρική εργασία του περιτοιχίσματος που εντοπίστηκε ότι τοποθετήθηκε από τους Εφεσείοντες και επενέβαινε στο τεμάχιο υπ' αριθμό 711, ιδιοκτησίας των Εφεσιβλήτων, καθώς επίσης αποτυπώθηκε γενικότερα η χωρομετρική εργασία των επιδίκων ακινήτων. Η χωρομετρική εργασία, η οποία ελέγχθηκε από άλλο αρμόδιο λειτουργό και κρίθηκε ορθή, καταχωρήθηκε σε νέα χωρομετρική σελίδα άλλου χωρομετρικού βιβλίου. Ετοιμάστηκε ακόμη σχετικό σχεδιάγραμμα στο οποίο σημειώνεται η έκταση γης που αποτελεί μέρος του ακινήτου των Εφεσιβλήτων. Κάτω από αυτά τα δεδομένα, δεν διαπιστώνω οτιδήποτε μεμπτό στη διαδικασία και πρακτική που ακολουθήθηκε τόσο στην επιτόπια εξέταση όσο γενικότερα στην εξέταση της αίτησης των Εφεσιβλήτων για συνοριακή διαφορά των δύο συνορευόντων επιδίκων ακινήτων. Από την άλλη, οι Εφεσείοντες δεν εξηγούν στο Δικαστήριο ποια άλλη, κατά την άποψη τους, διαδικασία και πρακτική θα έπρεπε να είχε ακολουθηθεί καθώς και πιο είναι το λάθος που εντοπίζουν σ' αυτή που ο Διευθυντής υιοθέτησε. Στη βάση όλων αυτών, κρίνω ότι η διαδικασία και πρακτική που ακολουθήθηκε από την αρχή μέχρι το τέλος εξέτασης της αίτησης ήταν ορθή, δέουσα και νόμιμη. Συνακόλουθα, οι 12ος, 13ος και 14ος λόγοι έφεσης δεν ευσταθούν και ως εκ τούτου απορρίπτονται. Επιπλέον είναι η θέση των Εφεσειόντων ότι η απόφαση του Διευθυντή δεν είναι δεόντως και επαρκώς αιτιολογημένη και δεν αναφέρει τους παράγοντες που λήφθηκαν υπόψη για την έκδοση της (4ος λόγος έφεσης). Οι Εφεσίβλητοι διαφωνούν με τη θέση αυτή των Εφεσειόντων. Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να μελετήσει το περιεχόμενο της απόφασης του Διευθυντή ημερομηνίας 18.11.09 καθώς και το κείμενο του ουσιαστικού μέρους αυτής όπως αυτό φαίνεται στο έγγραφο υπό τον τίτλο 'Αιτιολογημένη Απόφαση του Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας' και αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι του Τεκμηρίου 'Α' και μέσα από αυτά δεν διαπιστώνεται οτιδήποτε το μεμπτό σε σχέση με την αιτιολόγηση της απόφασης του Διευθυντή. Ειδικότερα, η απόφαση του Διευθυντή αναφέρει τη φύση της αίτησης των Εφεσιβλήτων την οποία ο Διευθυντής κλήθηκε να εξετάσει, τις λεπτομέρειες των εμπλεκομένων ακινήτων και τους εγγεγραμμένους ιδιοκτήτες αυτών. Επισημαίνει ακόμη τη διαδικασία που ακολουθήθηκε, τη μεθοδολογία που χρησιμοποιήθηκε και ο τρόπος με τον οποίο αυτή εφαρμόστηκε με αναφορά στις πηγές, στα μέσα και στα δεδομένα επί των οποίων στηρίχτηκε για να καταλήξει στις διαπιστώσεις, ευρήματα και συμπεράσματα τα οποία και αναφέρει. Συνεπώς, το Δικαστήριο κρίνει ότι η απόφαση του Διευθυντή είναι δεόντως και επαρκώς αιτιολογημένη και ως εκ τούτου ο 4ος λόγος ένστασης απορρίπτεται ως ανυπόστατος. Οι Εφεσείοντες ακόμη ισχυρίζονται ότι ο Διευθυντής αγνόησε παντελώς την μαρτυρία και τα πραγματικά γεγονότα με τα οποία σχετίζεται η εν λόγω απόφαση (5ος λόγος έφεσης). Προς υποστήριξη της εν λόγω θέσης τους οι Εφεσείοντες επικαλούνται μέσω μαρτυρίας του Εφεσείοντα Αρ.1 κατοχή του διαφιλονικούμενου μέρους για περίοδο πέραν των 20 ετών. Το εν λόγω επιχείρημα συνοδευόμενο από την πιο πάνω μαρτυρία παραπέμπει σε ζήτημα περιουσιακών διαφορών, το οποίο επιλύεται μόνο ενώπιον αρμοδίου Δικαστηρίου στη βάση καταχωρημένης αγωγής. Ορθά λοιπόν ο Διευθυντής δεν ασχολήθηκε με ένα τέτοιο θέμα και ούτε το παρόν Δικαστήριο έχει τέτοια εξουσία να εξετάσει στα πλαίσια ελέγχου της απόφασης του Διευθυντή και έτσι δεν το πράττει. Ο δε ισχυρισμός των Εφεσειόντων ότι το διαφιλονικούμενο μέρος είναι μικρό που καθιστά τη συνοριακή διαφορά αμελητέα, παρόλο που μπορεί να μην απέχει από την πραγματικότητα, εντούτοις δεν παύει από του να αποτελεί συνοριακή διαφορά, την οποία ο Διευθυντής με βάση το άρθρο 58 του Κεφ.224 είναι υποχρεωμένος να εξετάσει και επιλύσει με την έκδοση της απόφασης του (βλέπε Pitsillides and another v. Nasif and another
(1982)1 C.L.R. 426). Όσον αφορά τη θέση των Εφεσειόντων ότι τυχόν εφαρμογή της απόφασης του Διευθυντή θα τους προκαλέσει τεράστια ζημιά ενώ ουδεμία ζημιά στους Εφεσίβλητους για τους λόγους που επικαλούνται, αυτή δεν αποτελεί παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη στα πλαίσια ελέγχου της νομιμότητας και ορθότητας της απόφασης του Διευθυντή και ως εκ τούτου αγνοείται. Είναι περαιτέρω η θέση των Εφεσειόντων ότι ο Διευθυντής προέβηκε σε λανθασμένες μετρήσεις και εκτιμήσεις χρησιμοποιώντας ανεπαρκή, ανακριβή και τεχνικά ελαττωματικά όργανα μέτρησης καθώς και λανθασμένα σταθερά σημεία και κριτήρια (6ος, 7ος, 8ος και 9ος λόγοι έφεσης). Οι Εφεσίβλητοι διαφωνούν με τη θέση αυτή των Εφεσειόντων. Σε σχέση με τα εγειρόμενα θέματα μελέτησα και αξιολόγησα τις μαρτυρίες των δύο εμπειρογνωμόνων. Η μαρτυρία του ιδιώτη τοπογράφου Χριστόδουλου Μάρκου, εκ μέρους και για λογαριασμό των Εφεσειόντων, χαρακτηρίζεται από γενικότητες και ασάφειες ενώ ταυτόχρονα παρουσιάζει ουσιώδεις κενά, ελλείψεις και αδυναμίες υστερώντας έτσι της μαρτυρίας της τεχνικού μηχανικού-χωρομέτρη στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού, Γιάννας Χαραλάμπους, η οποία στηρίζει τεχνικά την απόφαση του Διευθυντή και δεν φαίνεται να συγκεντρώνει τέτοια ή άλλα μειονεκτήματα. Ειδικότερα, η μαρτυρία του κυρίου Μάρκου περιορίζεται στη διεξαγωγή χωρομετρικής εργασίας στο τεμάχιο υπ' αριθμό 710 των Εφεσειόντων μέσα από αποτύπωση του συγκεκριμένου οικοπέδου, σε αντίθεση με την διεξαγωγή επιτόπιας εξέτασης και χωρομετρικής εργασίας από την κυρία Χαραλάμπους τόσο στο τεμάχιο υπ' αριθμό 710 των Εφεσειόντων όσο και στο συνορεύον τεμάχιο υπ' αριθμό 711 των Εφεσιβλήτων. Η χωρομετρική εργασία της κυρίας Χαραλάμπους πηγάζει από επιτόπια εξέταση και στηρίζεται από το εν χρήσει επίσημο κτηματικό σχέδιο και από πληροφορίες που έλαβε από το χωρομετρικό βιβλίο του τμήματος στο οποίο εργάζεται. Με αυτόν τον τρόπο και σε συνδυασμό με διάφορες μετρήσεις και έρευνες που έγιναν από την ίδια κατέστη δυνατό ο έλεγχος κατά πόσο οι κατασκευές που βρίσκονται εντός και εκτός των δύο συνορευόντων επιδίκων τεμαχίων είναι ορθές και σύμφωνα με τα εγγεγραμμένα σύνορα. Είναι πάνω σε αυτή τη βάση που διαπιστώθηκε ότι μέσα στη διαφιλονικούμενη λωρίδα γης υπήρχε περιτοίχισμα που κατασκευάστηκε από τους Εφεσείοντες και επενέβαινε στο τεμάχιο υπ' αριθμό 711, ιδιοκτησίας των Εφεσειόντων. Από την άλλη, ο κύριος Μάρκου δήλωσε ότι προέβηκε σε χωρομετρική εργασία του τεμαχίου υπ' αριθμό 710 σε συσχετισμό με το εν χρήσει σχέδιο και τη χωρομετρία της περιοχής χωρίς όμως η εργασία του να στηρίζεται στη λήψη επίσημων στοιχείων από το χωρομετρικό βιβλίο και επίσημο αρχείο του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. Χωρίς να δίδει οποιεσδήποτε εξηγήσεις, χωρίς να παραθέτει τις μετρήσεις που έλαβε (αν έλαβε), χωρίς καν να αναφέρει κατά πόσο ο ίδιος προέβηκε σε μετρήσεις και με ποια όργανα μέτρησης τις έλαβε, ο ιδιώτης τοπογράφος απλά καταλήγει λεκτικά στο συμπέρασμα ότι ουδεμία επέμβαση υφίσταται από το τεμάχιο 710 εις βάρος του τεμαχίου 711 και ότι ο υφιστάμενος τοίχος βρίσκεται ακριβώς στα σύνορα των δύο επιδίκων τεμαχίων. Ούτε και αναφέρει κατά πόσο προς επίτευξη του σκοπού του χρησιμοποίησε σταθερά σημεία. Συνεπώς, η μαρτυρία του κυρίου Μάρκου δεν φαίνεται να πηγάζει μέσα από αξιόπιστα στοιχεία και δεδομένα, ενώ παράλληλα δεν παραθέτει τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν και ούτε τα τεχνικά ευρήματα και τα αποτελέσματα της εργασίας του, τα οποία αν εκτίθονταν θα δικαιολογούσαν ή όχι το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε και για το οποίο παρεμπιπτόντως τελικά ουδεμία εξήγηση δίδει στο πως κατέληξε. Το δε σχεδιάγραμμα που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 στερείται του τεχνικού υποβάθρου που θα το καθιστούσαν αξιόπιστο και ως εκ τούτου ουδεμία βαρύτητα του προσδίδω. Κατά προέκταση, δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του κυρίου Μάρκου ως ορθή και αξιόπιστη αφού από αυτή απουσιάζουν τα προαναφερόμενα ουσιώδη γνωρίσματα που θα την καθιστούσαν τέτοια. Αντίθετα, η μαρτυρία της κυρίας Χαραλάμπους περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τις αναλυτικές επί τόπου μετρήσεις στις οποίες η ίδια προέβηκε με τη χρήση μετροταινίας και άλλων οργάνων μετρήσεις που ο κλάδος χωρομετρίας συνήθως χρησιμοποιεί σε υποθέσεις όπως την παρούσα καθώς και αναφορά σε τοποθέτηση οροσήμων με βάση σταθερά σημεία της γύρω περιοχής, ενέργειες οι οποίες σε συνδυασμό με το υπόλοιπη εργασία που έγινε δικαιολογεί την ορθότητα των διαπιστώσεων της. Η δε μαρτυρία της ενισχύεται από την επισύναψη της νέας χωρομετρικής σελίδας ως Τεκμήριο 1, η οποία ετοιμάστηκε με βάση την επιτόπια εξέταση και χωρομετρικής εργασίας που έγινε από την ίδια, η αρχική χωρομετρική σελίδα 16 από το χωρομετρικό βιβλίο 4601 ως Τεκμήριο 2 και σχετικό σχεδιάγραμμα ως Τεκμήριο 3 που δείχνει με διαστάσεις τη διαφιλονικούμενη λωρίδα γης στην οποία περιλαμβάνεται το περιτοίχισμα που εντοπίστηκε ότι κατασκευάστηκε από τους Εφεσείοντες και επενέβαινε στο τεμάχιο υπ' αριθμό 711, ιδιοκτησίας των Εφεσιβλήτων. Αξιοσημείωτο είναι ακόμη το γεγονός ότι η όλη εργασία που διεξήχθη στα πλαίσια επίλυσης της συνοριακής διαφοράς πραγματοποιήθηκε με βάση τα επίσημα εγγεγραμμένα εμβαδά των επιδίκων ακινήτων τα οποία παρέμειναν και παραμένουν αναλλοίωτα. Στη βάση αυτών δέχομαι ως ορθή και αξιόπιστη τη μαρτυρία της κυρίας Χαραλάμπους την οποία και αποδέχομαι μαζί με τα Τεκμήρια 1, 2 και 3 που αποτελούν μέρος της. Παράλληλα, με βάση τα ενώπιον μου δεδομένα και ελλείψει οποιουδήποτε στοιχείου περί του αντιθέτου, δεν έχω κανένα λόγο να αμφισβητήσω την νομιμότητα αλλά και ορθότητα της απόφασης του Διευθυντή. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς των Εφεσειόντων περί λανθασμένων μετρήσεων και εκτιμήσεων καθώς και χρήση ανακριβών και τεχνικά ελαττωματικών οργάνων μέτρησης καθώς και για λανθασμένα σταθερά σημεία παρέμειναν μετέωροι δίχως πραγματικό υπόβαθρο που θα τα υποστήριζε και ως εκ τούτου απορρίπτονται όλοι ως ατεκμηρίωτοι. Έπεται ότι οι 6ος, 7ος, 8ος και 9ος λόγοι έφεσης στερούνται στοιχειοθέτησης και συνεπώς απορρίπτονται. Επιπροσθέτως, οι Εφεσείοντες ισχυρίζονται ότι η απόφαση του Διευθυντή είναι εσφαλμένη, αυθαίρετη και στηρίζεται σε πλάνη περί τα πράγματα και/ή εσφαλμένα νομικά κριτήρια (15ος λόγος έφεσης). Από τα ενώπιον μου στοιχεία αλλά και από το περιεχόμενο της απόφασης του Διευθυντή δεν διαπιστώνω οτιδήποτε που θα καθιστούσε τη θέση αυτή των Εφεσειόντων βάσιμη με αποτέλεσμα ο λόγος αυτός έφεσης αναπόφευκτα να απορρίπτεται. Υπό το φως όλων των πιο πάνω η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Εφεσιβλήτων-Καθ' ων η αίτηση και εναντίον των Εφεσειόντων 1 και 2-Αιτητών 1 και 2. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other/Final Αναφορά: Πολιτική Δικονομία/Αίτηση-Έφεση για παραμερισμό απόφασης Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας/Άρθρα 58 & 80 Κεφ.224 και σχετικών Κανονισμών του Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών 1956 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο